RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Archive for category Thessaloniki Media

του Κρις Κατρόουν - Platypus Review 51 | Νοέμβριος 2012

 

Για τους μαρξιστές, η διάκριση μεταξύ των κοινωνικοοικονομικών τάξεων δεν είναι η αιτία του προβλήματος του καπιταλισμού αλλά μάλλον αποτέλεσμά του.

Οι σύγχρονες τάξεις διαφέρουν από τις αρχαίες διαιρέσεις σε κάστες, όπως ήταν εκείνη μεταξύ κλήρου ή ιερατικής κάστας και κληρονομικής αριστοκρατίας ή μεταξύ της κάστας των πολεμιστών και της συντριπτικής πλειονότητας των ανθρώπων: των “κοινών θνητών”, των αδαών στα ζητήματα περί θείου και των δίχως τιμή, που στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας επιβίωναν μέσω της γεωργίας αυτοσυντήρησης ως ένα βουβό παρασκήνιο για τις κοσμικές επιδείξεις του αρχαίου κόσμου.

Η νεωτερική “αστική” κοινωνία, η κοινωνία της σύγχρονης πόλης, είναι το προϊόν της εξέγερσης της Τρίτης Τάξης[1], δηλαδή των κοινών θνητών οι οποίοι δεν είχαν άλλη ιδιοκτησία πέρα από την ίδια τους την εργασία: των “αυτοδημιούργητων” αντρών. Στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, η Τρίτη Τάξη αυτοδιαχωρίστηκε από τις άλλες Τάξεις, εκείνες του κλήρου και της αριστοκρατίας, και αυτοανακηρύχθηκε σε Εθνοσυνέλευση, με τον περίφημο Όρκο του Σφαιριστηρίου. Το γεγονός αυτό εκπλήρωσε το κάλεσμα του Αββά Σεγιές, ο οποίος, στην επαναστατική του παμφλέτα Τι Είναι η Τρίτη Τάξη;, είχε διακηρύξει πως η Τρίτη Τάξη, η οποία στο Παλαιό Καθεστώς ήταν “τίποτα”, θα γινόταν τώρα “τα πάντα”.[2]

Όπως το έθεσε ο Αντόρνο, μαρξιστής του 20ου αιώνα και εκπρόσωπος της Κριτικής Θεωρίας: “Η κοινωνία είναι μια ιδέα της Τρίτης Τάξης”.[3] Εκείνο που εννοούσε με αυτή τη φράση ήταν, ότι σε αντίθεση με τον προγενέστερο αρχαίο πολιτισμό, όπου οι άνθρωποι κατατάσσονταν σύμφωνα με τη θεία θέληση σε μία Μεγάλη Αλυσίδα της Ύπαρξης[4], η Τρίτη Τάξη διατύπωσε την ιδέα ότι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να σχετίζονται μεταξύ τους, επί τη βάσει της “εργασίας” τους ή της δραστηριότητάς τους εντός της κοινωνίας, η οποία θα σταθεροποιούνταν όχι εντός μιας αυστηρής ιεραρχίας παραδοσιακών αξιών, αλλά μέσω μίας “ελεύθερης αγοράς” αγαθών. Εντός της κοινωνίας, οι άνθρωποι θα ήταν ελεύθεροι να ανακαλύψουν τις δικές τους αξίες.

Συνεπώς, η νεωτερική κοινωνία είναι η κοινωνία της Τρίτης Τάξης, μετά την ανατροπή της παραδοσιακής εξουσίας της Εκκλησίας και της φεουδαρχίας. Η νεωτερική, η αστική κοινωνία βασίζεται στις αξίες της Τρίτης Τάξης, οι οποίες επικεντρώνονται στις αξίες της εργασίας. Ανώτατες αξίες της νεωτερικής κοινωνίας δεν είναι η θρησκεία ή η τιμή ενός κώδικα πολεμιστών, αλλά η υλική παραγωγικότητα και αποτελεσματικότητα: το να είσαι “παραγωγικό μέλος της κοινωνίας”. Από την οπτική αυτή, την οπτική της νεωτερικής αστικής κοινωνίας, ολόκληρη η ιστορία εμφανίζεται ως η ιστορία διαφορετικών, προοδευτικά αναπτυσσόμενων “τρόπων παραγωγής” εκ των οποίων ο καπιταλισμός είναι ο τελευταίος και ο ανώτατος. Το παρελθόν καθίσταται μία εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι μοχθούσαν μέσα στην άγνοια και στην προκατάληψη, καθώς συντηρητικές παραδόσεις και αλαζονικές ελίτ τους εμπόδιζαν να συνειδητοποιήσουν τη δυνητική τους παραγωγικότητα και επινοητικότητα. Ο εξαναγκασμός του Γαλιλαίου να ανακαλέσει την επιστημονική του γνώση υπό την απειλή της Εκκλησίας αποτελεί τη χαρακτηριστικότερη απεικόνιση αυτής της κατάστασης.

Με την επιτυχημένη εξέγερση της Τρίτης Τάξης φάνηκε ότι η ανθρωπότητα έφτασε στην “φυσική” κατάσταση του Διαφωτισμού, τόσο σε σχέση με τον φυσικό κόσμο όσο και αναφορικά με τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Φαινομενικά απεριόριστες δυνατότητες διανοίχθηκαν και οι Σκοτεινοί Χρόνοι έφτασαν οριστικά στο τέλος τους.

Όμως, με τη Βιομηχανική Επανάσταση του τέλους του 18ου αιώνα και των αρχών του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε μια νέα «αντίφαση» στην αστική κοινωνία, αυτή της αξίας του κεφαλαίου έναντι της αξίας των μισθών της εργασίας. Με αυτή την αντίφαση προέκυψε μια νέα κοινωνική και πολιτική σύγκρουση, η “ταξική πάλη” των εργατών για την αξία του μισθού τους, ενάντια στην επιταγή των καπιταλιστών για διατήρηση και επέκταση της αξίας του κεφαλαίου. Αυτή η σύγκρουση κατέληξε σε μία ορισμένη κορύφωση στη δεκαετία του 1840-50, που την εποχή εκείνη ήταν γνωστή ως η “πεινασμένη δεκαετία του ’40", η πρώτη παγκόσμια οικονομική κρίση μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση, η οποία φάνηκε να υπερβαίνει την απλή προσαρμογή της αγοράς, επισημαίνοντας νέα και βαθύτερα προβλήματα.

Η νέα αυτή σύγκρουση μεταξύ των εργατών και των καπιταλιστών που ξέσπασε στα μέσα του 19ου αιώνα εκφράστηκε στην επιθυμία για “σοσιαλισμό”, για μία κοινωνία η οποία θα καθίσταται αληθινή απέναντι στον εαυτό της, όπου η αξία της συμμετοχής όλων των μελών της θα αναγνωρίζεται και η ύπαρξή [being] τους θα αφήνεται να συμμετάσχει πλήρως στην ανάπτυξη και στην πολιτική κατεύθυνση της ανθρωπότητας. Αυτή η επιθυμία προέκυψε από την κρίση της δεκαετίας του 1840-50 και εκφράστηκε στις επαναστάσεις του 1848, την “Άνοιξη των Εθνών” στην Ευρώπη, η οποία προέταξε το αίτημα της “κοινωνικής πολιτείας” ή “κοινωνικής δημοκρατίας”, που σημαίνει δημοκρατία επαρκής για τις ανάγκες της κοινωνίας ως σύνολο.

Για τους σοσιαλιστές εκείνης της εποχής, η κρίση της δεκαετίας 1840-50 και οι επαναστάσεις του 1848 κατέδειξαν την ανάγκη και τη δυνατότητα του ξεπεράσματος του καπιταλισμού.

Στα τέλη του 1847, δύο νέοι μποέμιδες διανοούμενοι, ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς, κλήθηκαν από τον Κομμουνιστικό Σύνδεσμο[5] να γράψουν ένα μανιφέστο εν αναμονή των πιθανών επαναστάσεων που εμφανίζονταν στον ορίζοντα. Δημοσιευμένο μόλις λίγες μέρες πριν τις επαναστάσεις του 1848, το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ήταν μία έρευνα για την αντιφατική και παράδοξη κατάσταση της νεωτερικής κοινωνίας, τις ταυτόχρονες ριζοσπαστικές δυνατότητες και τις αυτοκαταστροφικές τάσεις εντός του καπιταλισμού.

Για τους Μαρξ και Ένγκελς, μιας και ήταν καλοί μαθητές της εγελιανής διαλεκτικής της ιστορίας, το φαινόμενο της αντίφασης ήταν η εμφάνιση της δυνατότητας και της αναγκαιότητας για αλλαγή.

Οι Μαρξ και Ένκελς μπορούσαν να είναι σίγουροι για την προφανή, έκδηλη κρίση της νεωτερικής κοινωνίας και για την ανάγκη για ριζική αλλαγή που ξεπρόβαλε στην εποχή τους. Δεν ήταν οι δημιουργοί του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού, αλλά περισσότερο προσπάθησαν να συνοψίσουν την ιστορική εμπειρία της πάλης για σοσιαλισμό στην εποχή τους. Δεν επιδίωξαν να πουν στους εργάτες ποια οφέλη θα είχαν από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού, αλλά περισσότερο προσπάθησαν να βοηθήσουν στην αποσαφήνιση της συνείδησης των ίδιων των εργατών για την ιστορική τους κατάσταση: την κρίση της αστικής κοινωνίας εντός του κεφαλαίου.

Ωστόσο, εκείνο που οι Μαρξ και Ένγκελς αναγνώρισαν ότι ίσως τους διαφοροποιούσε από άλλους σοσιαλιστές, ήταν η συνειδητοποίηση του απολύτως μοναδικού χαρακτήρα της νεωτερικής εργατικής τάξης μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση. Εκείνο που καθιστούσε τη σύγχρονη εργατική τάξη ή το “βιομηχανικό προλεταριάτο” διαφορετική ήταν η υποβολή της σε μαζική ανεργία. Οι Μαρξ και Ένγκελς κατανόησαν αυτή την ανεργία, όχι ως προσωρινό, συγκυριακό φαινόμενο υπεβλημένο από τις διακυμάνσεις της αγοράς, αλλά μάλλον ως μόνιμο χαρακτηριστικό της νεωτερικής κοινωνίας μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση, όπου η διατήρηση της αξίας του κεφαλαίου βρέθηκε σε σύγκρουση με την αξία των εργατικών μισθών. Σε αντίθεση με τον Άνταμ Σμιθ που έζησε στην προ-βιομηχανική εποχή και παρατήρησε ότι υψηλότεροι μισθοί και χαμηλότερα κέρδη οδηγούσαν σε βελτίωση της συνολικής παραγωγικότητας στην κοινωνία, μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση η αυξημένη παραγωγικότητα δεν ήταν αποτέλεσμα της μεγαλύτερης αποδοτικότητας των εργατών αλλά εκείνης των μηχανών. Όπως το έθεσε ο διευθυντής του μαρξιστικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών της Φρανκφούρτης Μαξ Χορκχάιμερ, αυτό σήμαινε ότι “οι μηχανές δεν έκαναν περιττή την εργασία αλλά τους ίδιους τους εργάτες.”[6]

Σε παγκόσμια κλίμακα, η μεγαλύτερη παραγωγικότητα δεν αύξησε την εργατική απασχόληση και τον πλούτο αλλά την ανεργία και τη φωτοχοποίηση, καθώς ο καπιταλισμός κατέστρεψε τους παραδοσιακούς τρόπους ζωής (για παράδειγμα εκείνον των χωρικών) όμως, σε αντίθεση με το αυθεντικό όραμα της εξέγερσης της Τρίτης Τάξης και την υπόσχεση της αστικής επανάστασης ενάντια στην ιεραρχία του Παλαιού Καθεστώτος, απέτυχε στο να [καταστεί ικανός να] παρέχει ουσιαστική παραγωγική απασχόληση και συνεπώς κοινωνική συμμετοχή σε όλους. Η επαγγελία της σύγχρονης πόλης γελοιοποιείται από τις παραγκουπόλεις που φυτρώνουν σαν μανιτάρια σε όλο τον κόσμο. Ο παλιός κόσμος έχει καταστραφεί, όμως ο νέος είναι μετά βίας καλύτερος. Η επαγγελία της ελευθερίας έχει αξιοποιηθεί ανελέητα, όμως η ελπίδα της έλευσής της έχει χαθεί.

Οι μαρξιστές ήταν οι πρώτοι, και έχουν παραμείνει οι πιο συνεπείς στην αναγνώριση της φύσης και του χαρακτήρα αυτής της αντίφασης της νεωτερικής κοινωνίας.

Η διαφορά μεταξύ της εποχής του Μαρξ και της δικής μας δε βρίσκεται στο ουσιώδες πρόβλημα της κοινωνίας: στην αυτο-αντιφατική μορφή της αξίας μεταξύ μισθών και κεφαλαίου αλλά περισσότερο στις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις, οι οποίες κατά κύριο λόγο, σε αντίθεση με την εποχή του Μαρξ, δε λαμβάνουν πλέον τη μορφή του “ταξικού αγώνα” ανάμεσα σε εργάτες και καπιταλιστές. Η “τάξη” έχει γίνει μία παθητική, αντικειμενική κατηγορία, σε αντίθεση με την εποχή του Μαρξ και του ιστορικού μαρξισμού όταν ήταν ενεργητική και υποκειμενική. Εκείνο που οι μαρξιστές αποκάλεσαν κάποτε “ταξική συνείδηση” δεν υπάρχει πια.

Αυτό προσάπτει στην εμπειρία της “τάξης” στο σήμερα έναν ορισμένο βαθμό μελαγχολίας. Η προνομιούχα και η δυσχερής κοινωνική θέση μοιάζουν εξίσου ως κάτι το αυθαίρετο και τυχαίο: όχι μια έκφραση της φερόμενης αξίας του κοινωνικού ρόλου των ανθρώπων αλλά μονάχα της τύχης τους, της καλής ή της κακιάς τους μοίρας. Καθίσταται αδύνατο να εξάγουμε μία πολιτική από ταξική θέση και έτσι άλλου είδους πολιτικές την αντικαθιστούν. Συγκρούσεις επί της κουλτούρας, της εθνότητας και της θρησκείας αντικαθιστούν τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό. Οι φτωχοποιημένοι εργάτες δεν επιτίθονται στις τάξεις [orders] με τα ακραία αμφιλεγόμενα προνόμια, αλλά αντίθετα καταφέρονται ο ένας εναντίον του άλλου μέσα σε αμοιβαίο μίσος. Η συνείδηση της κοινής ταξικής κατάστασης φαντάζει τελείως ασαφής και εγκαταλλειμένη.

Δεν έχουμε εργάτες δίχως τίποτα να χάσουν πέρα από τις αλυσίδες τους, όπως προέβλεψε ο Μαρξ, αλλά μάζες ανέργων που μεταχειρίζονται τις αλυσίδες τους σαν όπλα ο ένας εναντίον του άλλου. Εντωμεταξύ, στο παρασκήνιο, υποβόσκοντας παντού και επισκεπάζοντας τα πάντα, ο καπιταλισμός συνεχίζει. Όμως πλέον δεν αναγνωρίζεται. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη ωστόσο, μιας και η ορθή συνειδητοποίηση του προβλήματος θα μπορούσε να προκύψει μόνο από την πρακτική ενασχόληση με αυτό ως τέτοιο. Το ζήτημα είναι γιατί αυτό φαντάζει τόσο ανεπιθύμητο να γίνει σήμερα. Γιατί έπαψαν οι άνθρωποι να παλεύουν για σοσιαλισμό;

Ακούμε ότι βρισκόμαστε καταμεσής μιας εντεινόμενης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, της μεγαλύτερης μετά τη Μεγάλη Ύφεση των αρχών του 20ου αιώνα. Όμως δε βλέπουμε μία πολιτική κρίση της ίδιας τάξεως μεγέθους. Δεν είναι όπως στη δεκαετία του 1930-40, όταν ο κομμουνισμός και ο φασισμός αμφισβήτησαν τον καπιταλισμό από τα Αριστερά και από τα Δεξιά, επιβάλλοντας εκτενείς κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και πολιτική αλλαγή.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ιδέα του σοσιαλισμού —η ιδέα της κοινωνίας που είναι αληθινή απέναντι στον εαυτό της— έχει απομαγευτεί. Μαζί της εξέλειψε ο ταξικός αγώνας των εργατών ενάντια στους καπιταλιστές ο οποίος επιζητούσε την πραγματοποίηση της  επαγγελίας της ελευθερίας στη νεωτερική κοινωνία. Έχει αντικατασταθεί από ανταγωνιστικές έννοιες περί κοινωνικής δικαιοσύνης δανεισμένες από αρχαίες αξίες. Όμως εφόσον οι πηγές τέτοιου είδους αρχαίων αξιών, για παράδειγμα οι θρησκείες, βρίσκονται σε σύγκρουση, αυτός ο αγώνας για δικαιοσύνη δε στοχεύει στο συνολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, αλλά στην αποκέντρωση του σε ανταγωνιστικές αξίες διαφορετικών “κουλτούρων”. Σήμερα στις Η.Π.Α, φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία αν κανείς ζει σε μία “μπλε ή κόκκινη πολιτεία”, ή ποια είναι “η φυλή, το κοινωνικό φύλο και η σεξουαλικότητά” του, παρά εάν είναι εργάτης ή καπιταλιστής —ό,τι και αν μπορεί αυτό να σημαίνει. Οι πολιτιστικές συγγένειες φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη σημασία από τα κοινωνικοοικονομικά συμφέροντα, καθώς τα τελευταία αρπάζουν φωτιά. Οι άνθρωποι προσκολλώνται στις αλυσίδες τους, σαν τα μόνα πράγματα που γνωρίζουν. |Π

 

Μετάφραση: Δ.Π, Ιούλης 2018

 

[1] Η Τρίτη Τάξη ήταν μία από τις τρεις Γενικές Τάξεις που συμμετείχαν στη Σύγκλιση των Τάξεων που κάλεσε ο Λουδοβίκος ΣΤ ́ το 1789, στις παραμονές της Γαλλικής Επανάστασης. Ο αντίστοιχος όρος στα αγγλικά (estate) και στα γαλλικά (état) διακρίνεται ετοιμολογικά από τον συνήθη όρο που χρησιμοποιήται για την περιγραφή της κοινωνικής τάξης και έχει κοινή ετυμολογία με τον ελληνικό όρο στάσις[ᾰ]. Για τη χρήση του τελευταίου ως δηλωτικού της κοινωνικής θέσης ή της πολιτικής παράταξης βλ. Liddel Henry & Scott Robert, Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης, Πελεκάνος, Αθήνα, 2007

[2] Πρόκειται για παράφραση του αρθρογράφου. Στο ξεκίνημα της διάσημης παμφλέτας του επαναστάτη κληρικού τίθονται τα οι εξής ερωταπαντήσεις: “Τι είναι η Τρίτη Τάξη; -Τα πάντα. Τι ήταν μέχρι σήμερα σε ότι αφορά τα πολιτικά πράγματα; -Τίποτα. Τι διεκδικεί; -Να γίνει κάτι.” βλ. Sieyés Joseph Emmanuel, Quest-ce que le Tiers état?, Éditions du Bucher, 2002, p.1

[3] Στο άρθρο του Αντόρνο “Gesellschaft” γίνεται αναφορά στον Ελβετό ιστορικό της νομικής επιστήμης J.C Bluntschli στον οποίο ανήκει αυθεντικά η φράση.

[4] Η Mεγάλη Aλυσίδα της Ύπαρξης ή “μεγάλη αλυσίδα των όντων” αποτελεί αρχαία φιλοσοφική σύλληψη, σύμφωνα με την οποία μία αυστηρή ιεραρχική δομή διαπερνά το σύνολο των όντων περιλαμβανομένης κάθε μορφής ύλης και ζωής. Στην κορυφή της αλυσίδας βρίσκεται ο Θεός ή το Πρώτο Κινούν και ακολουθούν οι θεοί ή οι άγγελοι, τα ουράνια σώματα, οι βασιλείς, οι ευγενείς, οι κοινοί θνητοί, οι δούλοι, τα ζώα χωρισμένα σε διάφορες κλάσεις κ.ο.κ φτάνοντας στο επίπεδο των ευτελών μετάλλων και της πέτρας.

[5] Ο Κομμουνιστικός Σύνδεσμος [γερ. Bund der Kommunisten] ήταν μία διεθνής πολιτική οργάνωση που ιδρύθηκε στο Λονδίνο το 1847. Δημιουργήθηκε με τη συγχώνευση της Λίγκας των Δικαίων με την Κομμουνιστική Επιτροπή Ανταπόκρισης των Βρυξελλών, μέλη της οποία ήταν οι Μαρξ και Ένγκελς. Διαλύθηκε επισήμως το 1852, μετά τη δίκη των κομμουνιστών της Κολωνίας.

[6] Βλ. Χορκχάιμερ Μαξ, Το Αυταρχικό Κράτος, Ελεύθερος Τύπος, 2000, σ. 8

 

μετάφραση: ομάδα Πλατύπους

Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από το αρχικό κείμενο που δημοσιεύτηκε στο διεθνές περιοδικό Platypus Review το Σεπτέμβριο του 2017- platypus1917.org/2017/08/29/slavoj-zizek-donald-trump-left

Κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου 2016, μόλις λίγες ημέρες πριν τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο μια συνέντευξη του Σλοβένου φιλοσόφου Σλάβοϊ Ζίζεκ στο Channel 4. Στο επίμαχο βίντεο, ο αριστεριστής φιλόσοφος εμφανίζεται κατά τον συνήθη τρόπο του –νευρικός, να τρίβει επανειλημμένα την μύτη του– καθώς απαντά στο ακόλουθο ερώτημα: ποιος θα κέρδιζε την ψήφο του αν ήταν Αμερικανός. Ο Ζίζεκ αναφωνεί χωρίς δισταγμό: «ο Τραμπ!». Στη συνέχεια εξηγεί την απάντησή του: ο Τραμπ δεν είναι ο καλύτερος υποψήφιος, δεν είναι καν συμπαθής, ωστόσο η Κλίντον εκφράζει την απειλή της απόλυτης αδράνειας. Αντιθέτως, η παρέμβαση του Τραμπ θα μπορούσε να αποδιοργανώσει με παραγωγικό τρόπο το αμερικανικό δικομματικό σύστημα: «Αν ο Τραμπ κερδίσει, αμφότερα τα μεγάλα κόμματα, οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Δημοκρατικοί, θα όφειλαν να επιστρέψουν στα βασικά, να ξανασκεφτούν τους εαυτούς τους και ίσως έτσι να προέκυπταν ορισμένα πράγματα». Και συνεχίζει: «Αυτή είναι η απέλπιδα, πολύ απέλπιδα ελπίδα μου – ότι αν κερδίσει ο Τραμπ, αυτό θα αποτελέσει ένα είδος μεγάλης αφύπνισης, ότι νέες πολιτικές διαδικασίες θα τεθούν σε κίνηση». Έχοντας επίγνωση ότι μια πιθανή προεδρία του Τραμπ φοβίζει του φιλελεύθερους, αναγνωρίζει τους κινδύνους από τους διορισμούς στο υπουργικό του συμβούλιο και προσπαθεί να δώσει στους ακροατές του κάποια προοπτική: «Η Αμερική δεν είναι ακόμη ένα δικτατορικό κράτος, ο Τραμπ δεν θα εισαγάγει τον φασισμό».[1] Σύμφωνα με τον Ζίζεκ, ο Τραμπ δεν είναι απλώς το μικρότερο κακό. Μάλλον, εν αγνοία του υποψηφίου προέδρου, η αταξία που θα προξενούσε στο κομματικό σύστημα θα μπορούσε να παρακινήσει την Αριστερά να αναστοχαστεί και να οργανωθεί γύρω από μια πολιτική που δείχνει πέρα από την αποτυχία της νεοφιλελεύθερης τάξης πραγμάτων.

Όπως ήταν αναμενόμενο, το βίντεο προκάλεσε αναταραχή μεταξύ των, κατά μείζονα λόγο, αριστεριστών ακόλουθων του Ζίζεκ. Πώς είναι δυνατόν ένας αυτοαποκαλούμενος μαρξιστής να επιδοκιμάζει δημοσίως έναν Ρεπουμπλικάνο, ο οποίος μάλιστα είχε ευρέως περιγραφεί ως φασίστας,[2] φανατικός,[3] μισογύνης,[4] ως κάποιος που μισεί τους μετανάστες;[5] Ο Νόαμ Τσόμσκι συνέκρινε τον Ζίζεκ με εκείνους τους διανοούμενους που κατά τραγικό τρόπο καλωσόρισαν την άνοδο του Χίτλερ ως δυνητικό όχημα κοινωνικής αλλαγής, με μοναδικό αποτέλεσμα να διωχθούν αμέσως μετά για τη θρησκεία τους, την κουλτούρα τους ή την πολιτική τους θέση.[6] Αλλού, ο Ζίζεκ αποκλήθηκε ανεύθυνος,[7] ένας «διανοούμενος τσαρλατάνος»,[8] ενώ συγχρόνως κατηγορήθηκε ότι απλώς συμπαθεί τη Σλοβένα σύζυγο του Τραμπ, Μελάνια.[9] Γρήγορα συγκεντρώθηκαν πύρινες καταγγελίες και από τα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος: η Left Voice απαίτησε από την Αριστερά να αποκηρύξει τον Ζίζεκ,[10] ενώ το Breitbart, ένα δεξιό διαδικτυακό πρακτορείο ειδήσεων, πανηγύρισε τη στήριξη προς τον Τραμπ.[11]

Μεταφερόμαστε μια εβδομάδα αργότερα. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ και είναι καθ’ οδόν προς τη συγκρότηση του δεξιού υπουργικού συμβουλίου που είχε υποσχεθεί. Με την ιδιότητα του επισκέπτη ακαδημαϊκού, ο Ζίζεκ έχει προσκληθεί να μιλήσει στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης μία μέρα μετά την εκλογή. Μια μακριά ουρά εκτείνεται έξω από το Cantor Center, όπου ο Ζίζεκ θα δώσει τη διάλεξή του: «Φυλετικές απολαύσεις: Ό,τι η φιλελεύθερη Αριστερά δεν θέλει να ακούσει».[12] Φοιτητές, νέοι που ψηφίζουν για πρώτη φορά, και διαφόρων ειδών αριστεριστές –μπερδεμένοι, σοκαρισμένοι, άφωνοι– περιμένουν απαντήσεις από τον καθηγητή Ζίζεκ. Και τώρα τι; Όταν ο Ζίζεκ ανεβαίνει στο βήμα μοιάζει ήρεμος και περισσότερο συγκρατημένος από το συνηθισμένο. Ενώ είναι γνωστός για τις προκλητικές παρουσιάσεις του, η οργισμένη αντίδραση της Αριστεράς στο «χρίσμα» του φαίνεται να τον περιορίζει. Ή, ενδεχομένως, είχε ήδη λάβει αρκετή αρνητική δημοσιότητα για μία εβδομάδα. Παρόλα αυτά εμμένει στο κεντρικό του επιχείρημα. Τόσο ο Τραμπ όσο και ο Μπέρνι Σάντερς ήταν πολιτικά αουτσάιντερ που συνέλαβαν τη διάθεση εναντίωσης στο κατεστημένο, γεγονός που ο κεντρισμός της Χίλαρι Κλίντον απέτυχε να αναγνωρίσει. Η νίκη της θα αντιπροσώπευε την απόπειρα διαιώνισης του κατεστημένου, υπό τον μανδύα μιας δικαιολογημένης λιτότητας σερβιρισμένης με μια δόση πολιτικής ορθότητας. Αντίστροφα, ο Τραμπ, με τον πολιτικά μη ορθό τρόπο του, απευθύνθηκε στην υποαντιπροσωπευόμενη «λευκή εργατική τάξη» και υπενθύμισε στους ψηφοφόρους του τη μισοξεχασμένη έννοια της ταξικής πάλης –μολονότι υπό μια λαϊκίστικη και στρεβλή εκδοχή– που είχε αδρανοποιηθεί στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής.

Η αισιόδοξη πρόταση του Ζίζεκ είναι αινιγματική, λακωνική και ενάντια στο κοινό αίσθημα. Προκειμένου να την κατανοήσουμε καλύτερα, είναι απαραίτητο να τη συγκρίνουμε με άλλες αναλύσεις της αμερικανικής πολιτικής σήμερα. Με ενδιαφέρουν κυρίως τρία ερωτήματα: Ποια είναι τα βασικά συστατικά στοιχεία της αμφιλεγόμενης θέσης του Ζίζεκ ότι μια φαινομενικά αντιδραστική φιγούρα μπορεί εν τέλει, ασχέτως των ενδιάμεσων σταθμών, να προκαλέσει πολιτικές εξελίξεις; Πώς και γιατί είναι ελκυστικός ο Τραμπ στους υποστηρικτές του; Ποιες είναι εκείνες οι προϋποθέσεις που οδηγούν πολλούς ανθρώπους στην απόρριψη του επιχειρήματος του Ζίζεκ;

Το επιχείρημα του Ζίζεκ αποτελείται από δύο σημεία που συνδέονται διαλεκτικά: Πρώτον, ο αριστερίστικος και φιλελεύθερος πανικός σε σχέση με τις υποτιθέμενες φασιστικές τάσεις του Τραμπ στηρίζεται σε μια εξόχως ανιστορική ανάγνωση του φασισμού. Δεύτερον, η εκλογή του Τραμπ και η ήττα των νεοφιλελεύθερων Ρεπουμπλικάνων αποτελούν μια ευθεία απάντηση στην αποτυχία των Δημοκρατικών να προσαρμοστούν στην κρίση που σηματοδοτήθηκε από τον Σάντερς. Η ρητορική του εν ενεργεία προέδρου κινητοποίησε τα αισθήματα ενάντια στο κατεστημένο, δημιουργώντας ένα προηγούμενο για την επανενεργοποίηση της αδρανούς Αριστεράς.

Η πρώτη ομάδα επιχειρημάτων είναι εύκολο να υποστηριχθεί. Ενώ στην κοινή χρήση του ο όρος «φασισμός» έχει καταστεί συνώνυμος του ρατσιστικού, εθνικιστικού, αυταρχικού ή απλά αυτού που απειλεί την παρούσα τάξη, η κατηγορία του Τραμπ ως φασίστα, όπως εμφανίζεται σε μια πλειάδα από αφίσες διαμαρτυρίας και άρθρα εφημερίδων, είναι ιστορικά ανακριβής. Σε ένα άρθρο του Jacobin από τον Δεκέμβριο του 2015, ο δημοσιογράφος Ντάνιελ Λαζάρ σημείωνε ότι ο Τραμπ δεν είναι φασίστας με την κλασική έννοια. «Παρουσιάζει τον εαυτό του ως ένα άτομο –Τραμπ Α.Ε.– που χωρίς καμία εξωτερική βοήθεια θα πάρει κεφάλια και θα κάνει το σύστημα να λειτουργήσει. Κατά συνέπεια, ο καταλληλότερος όρος είναι Βοναπαρτιστής – ένας σκληρός ηγέτης που τοποθετεί τον εαυτό του υπεράνω του ανταγωνισμού και ταυτοχρόνως επιτίθεται στους εχθρούς του από την Αριστερά και από τη Δεξιά».[13]

Ενώ αποδοκιμάζει τη φιλελεύθερη πολιτική των Δημοκρατικών, συγχρόνως ο Τραμπ συνταράσσει τους μηχανισμούς του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, φθάνοντας σε ρήξη με τον παραδοσιακό συντηρητισμό του. Ιδεολογικά αδέσμευτος από αμφότερα κόμματα, μπορεί να παρουσιαστεί ως ένα λαϊκιστής σωτήρας, φερόμενος ως εκπρόσωπος των ιδεών του νόμου, της τάξης και του κοινού καλού. Την ίδια στιγμή, επιδεικνύει το χάρισμα ενός αυταρχικού ηγέτη, απευθύνεται στους οικονομικά μη προνομιούχους και στηρίζεται στον νεποτισμό εξαιτίας της πολιτικής του απειρίας – ένας τρόπος που μοιάζει με την ηγεσία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη τον δέκατο ένατο αιώνα.[14]

Σε ένα άρθρο του στο Brooklyn Rail από τον Μάιο του 2017, ο κοινωνιολόγος Μάικλ Μαν υπογραμμίζει τις διαφορές μεταξύ των υποστηρικτών του Τραμπ και των πραγματικών φασιστικών κινημάτων του εικοστού αιώνα στη Γερμανία και την Ιταλία. Οι παραλληλισμοί, όπως ο μιλιταρισμός του Τραμπ, οι αντιμεταναστευτικές πολιτικές, η δημαγωγική ρητορική, ξεθωριάζουν υπό το φως της ιστορικής σύγκρισης. Ακόμη και αν υπάρχει μεγάλης κλίμακας δυσφορία μεταξύ του αμερικανικού λαού σήμερα, ένας ευθύς παραλληλισμός με τη Γερμανία της Βαϊμάρης ή με την Ιταλία της δεκαετίας του 1920 δεν μπορεί να σταθεί. Δεν ζούμε εν μέσω της Μεγάλης Ύφεσης, η Αμερική δεν έχει υποστεί μαζικές απώλειες από έναν παγκόσμιο πόλεμο στο έδαφός της· συγχρόνως, η χώρα, η οποία λειτουργεί ως φιλελεύθερη δημοκρατία, διαθέτει ένα νομικό σύστημα και μια υποδομή που δεν μπορούν εύκολα να διαρρηχθούν από έναν μεγαλομανή πολιτικό, ούτε και από την κλίκα που τον ακολουθεί.[15] Αντίθετα προς τη φιλελεύθερη αντίληψη που παρουσιάζει τον Τραμπ ως αυτοκράτορα, κατά τον Ζίζεκ, η περιγραφή που του ταιριάζει καλύτερα είναι αυτή του μετριοπαθούς: « Ο Τραμπ είναι ένα παράδοξο: στην πραγματικότητα είναι ένα κεντρώος φιλελεύθερος, και ίσως σε ό,τι αφορά την οικονομική πολιτική του να πλησιάζει περισσότερο τους Δημοκρατικούς, πράγμα που επιχειρεί απεγνωσμένα να συγκαλύψει. Έτσι, η λειτουργία όλων αυτών των βρώμικων αστείων και των ανοησιών δεν είναι παρά η συγκάλυψη του γεγονότος ότι στην πραγματικότητα είναι ένας μάλλον συνηθισμένος κεντρώος πολιτικός».[16] Ενώ για την Κλίντον η μετριοπάθεια μετατράπηκε σε εμπόδιο, με αποτέλεσμα να μην καταλάβει τη δυσαρέσκεια του κόσμου, για τον Τραμπ, ο οποίος, ως Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος, ήταν αναμενόμενο να κινηθεί πάνω σε μια περισσότερο συντηρητική πλατφόρμα, μετατράπηκε σε προσόν. Χάρη στο γεγονός ότι αναφέρθηκε στις ανάγκες των απλών ανθρώπων, όπως η δημιουργία θέσεων εργασίας, η αύξηση του βασικού μισθού και η μείωση του κόστους της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, σε συνδυασμό με μια συμπεριφορά εξόχως μη τυπική για έναν συντηρητικό πολιτικό, ο Τραμπ εμφανίστηκε ως μια περισσότερο μοναδική επιλογή για τους ψηφοφόρους της μεσαίας τάξης εν συγκρίσει με τους καταφανώς αντεργατικούς Ρεπουμπλικάνους συνυποψηφίους του.[17] Αυτός είναι πιθανώς και ο λόγος για τον οποίο κέρδισε τους εκλέκτορες στην επονομαζόμενη περιοχή Rustbelt [σ.τ.μ. πρόκειται για αστικά συγκροτήματα στις αποβιομηχανοποιημένες περιοχές της Νέας Αγγλίας και των μεσοδυτικών πολιτειών των ΗΠΑ], η οποία είναι παραδοσιακά δημοκρατική και είχε υπερψηφίσει τον Μπαράκ Ομπάμα στις τελευταίες δύο εκλογές. Η Κλίντον ήταν τόσο σίγουρη ότι θα κέρδιζε σε αυτήν την περιοχή της χώρας ώστε μετά βίας πραγματοποίησε προεκλογική εκστρατεία εκεί.[18]

Η δεύτερη ομάδα επιχειρημάτων του Ζίζεκ απαιτεί μια περισσότερο ενδελεχή ανάλυση της βάσης που υποστήριξε τον Τραμπ. Σύμφωνα με τον Ζίζεκ, το μεγαλύτερο προσόν του Τραμπ είναι ακριβώς ο κακόγουστος λαϊκισμός του: Όχι μόνο θύμωσε πολλούς, αλλά επίσης απηύθυνε μια ριζική πρόκληση σε αποφασιστικά εκλεκτορικά σώματα εντός του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Η Κλίντον, από την άλλη πλευρά, κινήθηκε πάνω στο έδαφος μιας ευρείας συναίνεσης, η οποία περιλάμβανε ένα απίθανο κουβάρι διάφορων πολιτικών νημάτων, καθώς προσπάθησε να καταπνίξει τις διαφωνίες που εκφράστηκαν και οξύνθηκαν από τον Σάντερς:

Όλοι είναι εκεί, από τους τραπεζίτες της Wall Street μέχρι τους υποστηρικτές του Μπέρνι Σάντερς και τους βετεράνους του κινήματος Occupy, από τις μεγάλες εταιρείες μέχρι τα εργατικά συνδικάτα, από τους βετεράνους του στρατού ως τους ακτιβιστές του ΛΟΑΤΚΙ κινήματος, από τους οικολόγους που τρομοκρατήθηκαν από την άρνηση του Τραμπ να αναγνωρίσει το φαινόμενο του θερμοκηπίου και τις φεμινίστριες που είναι ενθουσιασμένες με την προοπτική της πρώτης γυναίκας προέδρου, μέχρι τις «αξιοπρεπείς» φιγούρες του Ρεπουμπλικανικού κατεστημένου, έντρομες από τις ασυνέπειες και τις ανεύθυνες δημαγωγικές προτάσεις του Τραμπ.[19]

Οι Τραμπ και Σάντερς προέκυψαν από την ίδια διάχυτη δυσφορία απέναντι στην κατεστημένη πολιτική, η οποία είχε καταφέρει να συγκρατήσει αυτό το ετερόκλητο σύνολο ψηφοφόρων κάτω από τη φτερούγα του κόμματος των Δημοκρατικών. Ενώ o Τραμπ χειρίστηκε αυτή τη δυσφορία μέσω ενός «δεξιού λαϊκισμού», ο Σάντερς χρησιμοποίησε ένα «αριστερό κάλεσμα για δικαιοσύνη», και θα αποτελούσε έτσι τη μοναδική διαθέσιμη επιλογή για να αποδυναμωθεί ο ισχυρισμός του Τραμπ ότι συνιστά ένα αουτσάιντερ. Το αποτέλεσμα ήταν μια κρίση στην καρδιά του πολιτικού κέντρου, το οποίο φάνηκε να περιλαμβάνει τόσο το κατεστημένο όσο και την αντιπολίτευσή του. Ο Τραμπ πόζαρε σαν δεξιός για να καταπραΰνει τη βάση του, αλλά ήταν εμφανές ότι θα κυβερνούσε σαν μετριοπαθής οπορτουνιστής. Ο Σάντερς προωθούσε μεν τον «σοσιαλισμό», αλλά οι μεταρρυθμίσεις του σχετικά με το κράτος-πρόνοιας έμοιαζαν, στην καλύτερη περίπτωση, σοσιαλδημοκρατικές. Και η Κλίντον, προσπαθώντας να είναι αρεστή σε όλους, υποσχέθηκε μια αδύναμη συνέχιση της δέσμευσης του Ομπάμα απέναντι στο στάτους κβο, παρά τις μετατοπίσεις των τεκτονικών πλακών κάτω από τα πόδια των ψηφοφόρων. Γινόμαστε έτσι μάρτυρες ενός θεάτρου πολιτικών οπτικών που μεταμφιέζει τον τρόπο που όλοι περιστρέφονται γύρω από το κέντρο.

Νοθεύοντας τις προκριματικές εκλογές για να ξεφορτωθεί τον Σάντερς,[20] το Δημοκρατικό κόμμα εξασφάλισε ότι θα συνέχιζαν την πρακτική του να οικειοποιείται αγώνες γύρω από την κουλτούρα –εναντίον του σεξισμού, του ρατσισμού κλπ– για να απορροφά τους διαφωνούντες. Έτσι θα μπορούσαν να διατηρηθούν οι θεμελιώδεις στρατηγικές του νεοφιλελευθερισμού, ακόμα και ενόψει της κρίσης του. Αυτή η στροφή σε θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης επισκιάζει το γεγονός ότι το Δημοκρατικό κόμμα έχει από καιρό εγκαταλείψει τα προσχήματα ως προς το γεγονός ότι αποτελεί «το κόμμα του λαού». Όπως διατυπώνεται εκτεταμένα από τον Τζορτζ Πάκερ σε ένα άρθρο του στον New Yorker τον Οκτώβριο του 2016, κατά τη διάρκεια της πολιτικής καριέρας της Χίλαρι Κλίντον, το Δημοκρατικό κόμμα έστρεψε την προσοχή του σε μια ποικιλόμορφη, μορφωμένη επαγγελματική τάξη, χάνοντας την εργατική του βάση.[21] Η προεδρία του συζύγου της Κλίντον, Μπιλ, σηματοδότησε μια σημαντική φάση αυτής της ιστορικής στροφής κατά την οποία οι φαινομενικές ταυτότητες των δύο κομμάτων –Ρεπουμπλικάνοι για τις επιχειρήσεις, Δημοκρατικοί για την κοινωνική πρόνοια– άρχισαν να αποσυντίθενται.

 

Καθώς προερχόταν από μια επαρχιακή πόλη με έντονο το εργατικό στοιχείο, ο Μπιλ Κλίντον ξεκίνησε την πολιτική σταδιοδρομία του κατά τη διάρκεια της υποψηφιότητας του Δημοκρατικού Τζορτζ ΜακΓκόβερν για την προεδρία το 1972. Στο μέτρο που η εκστρατεία του ξεκίνησε κατά τα τελευταία στάδια του πολέμου του Βιετνάμ, ο ΜακΓκόβερν πολιτεύτηκε με μια ισχυρή αντιπολεμική πλατφόρμα και κέρδισε την υποστήριξη νέων ψηφοφόρων, μειονοτήτων και ακτιβιστών. Όσο η αριστερίζουσα προσέγγισή του άγγιζε τους κοινωνικά φιλελεύθερους, τόσο αποξένωνε τους εργάτες και τροφοδοτούσε την τρέχουσα αλλαγή στην πολιτική της εργατικής τάξης. Ο μετασχηματισμός αυτός ξεκίνησε με την κρίση του Νιου Ντηλ και κορυφώθηκε το 1980, όταν ο Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος Ρόναλντ Ρήγκαν κέρδισε έναν σημαντικό αριθμό πρώην Δημοκρατικών ψηφοφόρων που ανήκαν στους χειρώνακτες της εργατικής τάξης.[22] Η δεκαετία του 1990 σφραγίστηκε από την επιτυχία των αποφοίτων Νομικής του Γέιλ, Μπιλ και Χίλαρι Κλίντον, που είχαν ανατραφεί σε οικογένειες εργατικής και μεσαίας τάξης αντιστοίχως. Ήταν αυτοδημιούργητοι, ιδεαλιστές τεχνοκράτες που προασπίζονταν «ιδέες για οικονομική μεγέθυνση φιλικές προς τις επιχειρήσεις», εναντιώνονταν στους παραδοσιακούς θεσμούς της εργατικής τάξης και υπέθεταν ότι κάθε Αμερικανός μπορεί να εμπνευστεί από τις ιδέες τους και να τους ακολουθήσει. Μέχρι τη στιγμή που η Χίλαρι Κλίντον έθεσε υποψηφιότητα για την προεδρία το 2016, οι προβλέψεις αυτές έμεναν απλώς ανεκπλήρωτες. Αντιθέτως, στις επαρχιακές και φτωχές περιοχές, οι οποίες περιλάμβαναν πολλούς ανήμπορους να εισέλθουν στην επαγγελματική τάξη, διαμορφωνόταν μια νέα ταυτότητα: η λευκή εργατική τάξη. Αγνοημένη και εξοστρακισμένη από τον επαγγελματισμό, τον ελιτισμό, και την ηθικιστική έμφαση στην εθνοτική ποικιλομορφία εκ μέρους των Δημοκρατικών –μια κατάσταση που διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της προεδρίας Ομπάμα– η λευκή εργατική τάξη αναζητούσε εναλλακτικές πολιτικές οδούς, όπως στην εποχή του Ρήγκαν.[23]

 

Αυτή ήταν η βάση της εκστρατείας του Τραμπ. Ο σκεπτικισμός απέναντι στις πολιτικές ταυτοτήτων, σύμφωνα με τις οποίες το χρώμα του δέρματος ή το φύλο καθορίζει τα δικαιώματα των προσώπων καθώς και τις δυνατότητές τους για δράση και λόγο, άνοιξε τον δρόμο για μια χοντροκομμένη φιγούρα όπως ο Τραμπ. Με τον σκαιό του τρόπο και την έλλειψη σεβασμού απέναντι στην πολιτική ορθότητα, εμφανίστηκε ως αυτός που λέει αλήθειες στα αγνοημένα τμήματα του πληθυσμού των ΗΠΑ, τα οποία διψούσαν για αλλαγή. Ενώ τα φιλελεύθερα ΜΜΕ δαπανούσαν τον χρόνο τους γελοιοποιώντας τα μέλη της εργατικής τάξης για τη φυλετική μνησικακία τους, την προσκόλληση στα όπλα και τη θρησκευτικότητά τους, έκανε την εμφάνισή του ένα αναμορφωμένο Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι ο Τραμπ, ένας πρώην Δημοκρατικός, κατέβηκε υποψήφιος ως Ρεπουμπλικάνος. Στο μέτρο που οι Δημοκρατικοί μεταμορφώθηκαν σε ένα κόμμα των επαγγελματιών του κατεστημένου, έγινε σαφές ότι ποτέ δεν αποτελούσαν συμμάχους της εργατικής τάξης, παρά τη ρητορική περί του αντιθέτου. Συνεπώς, οι ψηφοφόροι της λευκής εργατικής τάξης στράφηκαν στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, το οποίο υπό τη νέα του ηγεσία εμφανιζόταν σαν στασιάστρια φράξια που εξεγειρόταν «εναντίον των αλλαγών στο χρώμα και την κουλτούρα… εναντίον της παγκοσμιοποίησης.»[24] Η επί μακρόν αγνοημένη «σιωπηλή πλειοψηφία» ανταποκρίθηκε με μνημειώδη ενθουσιασμό και στήριξε έναν υποψήφιο που της υποσχόταν μια Αμερική στην οποία οι εργαζόμενοι θα μπορούσαν να διασφαλίσουν μια σταθερή μεσοαστική ζωή για τις οικογένειές τους. Το σύνθημα του Τραμπ «Να κάνουμε την Αμερική σπουδαία ξανά» –παρότι απλοϊκό σε μια πρώτη ματιά– τροφοδότησε ακριβώς αυτές τις ελπίδες: το επίρρημα «ξανά» καταδεικνύει την επιθυμία επιστροφής σε καλύτερους καιρούς. Το ρήμα «να κάνουμε» αποτελεί ισχυρό κάλεσμα για δράση. Η προεκλογική του εκστρατεία διεπόταν από την επίκληση σε μια αμερικανική αναδιάταξη, την οποία δεν μπορούσαν να εκφράσουν ούτε ο Ομπάμα με το σύνθημα του 2008 «Ναι, μπορούμε», ούτε η Κλίντον με την έωλη απάντησή της στον Τραμπ «Είμαστε σπουδαίοι επειδή είμαστε καλοί». Οι υποσχέσεις του Τραμπ για επιστροφή στις ΗΠΑ των θέσεων εργασίας στον κατασκευαστικό τομέα και για αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής, προσέδωσαν στο νέο αυτό λαϊκιστικό κίνημα μια εθνικιστική χροιά. Η λαϊκιστική Δεξιά γίνεται η φωνή που εκφράζει τη δυσαρέσκεια των ανθρώπων στο μέτρο που ο νεοφιλελευθερισμός έχει μετατραπεί σε κατεστημένο, και μια Αριστερά σε διεθνιστική βάση είναι είτε ανύπαρκτη είτε αποτυγχάνει να δημιουργήσει μια βιώσιμη πολιτική εναλλακτική. Εντωμεταξύ, εφησυχασμένοι, οι Δημοκρατικοί συνεχίζουν να κατηγορούν τους εργάτες ως υπαίτιους των δεινών τους, αντί να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα αυτά ως προϊόντα αποτυχημένων πολιτικών. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι αρνήθηκαν να δουν την επερχόμενη καταστροφή στο πρόσωπο του Τραμπ.[25]

Επιπρόσθετα, οι Δημοκρατικοί και οι υποστηρικτές τους χλεύαζαν τον ίδιο τον Τραμπ, τον οποίο τα δικά τους ΜΜΕ αντιμετώπιζαν με δριμύτητα, ευθύς εξαρχής ως παρία. Όμως, η αποστροφή του κατεστημένου προς την αντιελιτίστικη προπαγάνδα του Τραμπ –η κατακεραύνωση του «λαϊκισμού», της πολιτικής απειρίας και της συμπεριφοράς του – αποδείχθηκε αντιπαραγωγική ως στρατηγική. Η αντίδραση των ΜΜΕ των ελίτ απλά επιβεβαίωσε την αποτελεσματικότητα της προσέγγισης του Τραμπ και ισχυροποίησε το μήνυμά του. Όσο περισσότερο τον γελοιοποιούσαν τα κατεστημένα ΜΜΕ, τόσο περισσότερο αρεστός γινόταν στους απλούς πολίτες, οι οποίοι είχαν ήδη νιώσει την απόρριψη από τη φιλελεύθερη Αμερική. Εξέλαβαν τις προσβολές ωσάν να αφορούσαν τους ίδιους και περήφανα τις υιοθέτησαν ως δικά τους χαρακτηριστικά.[26]

 

Οι δημοσκοπήσεις επιβεβαιώνουν το εκλογικό χάσμα μεταξύ των κατά βάση φιλελεύθερων, ανώτατης εκπαίδευσης Αμερικάνων και των πολιτών χωρίς πανεπιστημιακά πτυχία. Η έρευνα του Pew Research Center αποκαλύπτει το μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ των πτυχιούχων πανεπιστημίου και των απλών πτυχιούχων ήδη από το 1980: οι πρώτοι στήριξαν ως επί το πλείστον Κλίντον, ενώ οι δεύτεροι κυρίως Τραμπ. Αντιθέτως, η φυλή και το φύλο δεν έπαιξαν τον ρόλο που περίμεναν οι αναλυτές των ΜΜΕ.[27] Όπως καταδεικνύει το εκλογικό αποτέλεσμα, οι περισσότεροι από τους ψηφοφόρους του Τραμπ είναι απλώς Ρεπουμπλικάνοι που υποστήριξαν των υποψήφιο του κόμματός τους. Αλλά υπάρχουν και οι ψηφοφόροι που μετακινήθηκαν μεταξύ Σάντερς και Τραμπ. Το 20% των συνήθως πιστών οπαδών των Δημοκρατικών διαβεβαίωνε τον Ιανουάριο του 2016 ότι ο Τραμπ ήταν η επόμενη επιλογή τους μετά τον Σάντερς, για τον απλό λόγο ότι οι συγκεκριμένοι υποψήφιοι αναδείκνυαν τα προβλήματά τους σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι οι πολιτικοί του κατεστημένου.[28] Ένα γκάλοπ από τον Σεπτέμβριο του 2016 αποκαλύπτει ότι οι ψηφοφόροι του Τραμπ δεν είναι αναγκαστικά οι φτωχότεροι αλλά ότι «τείνουν να είναι λιγότερο μορφωμένοι, με χειρότερη υγεία, και με λιγότερη αυτοπεποίθηση για το μέλλον των παιδιών τους… Τους λείπει περισσότερο το κοινωνικό κεφάλαιο παρά το οικονομικό».[29] Με μαρξιστικούς όρους, θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ως πιθανοί συμμετέχοντες σε μια εργατική πρωτοπορία, το προλεταριακό στρώμα της κοινωνίας που κρύβει επαναστατικές δυνατότητες και θα μπορούσε να οργανωθεί σε ένα αμερικανικό σοσιαλιστικό κόμμα. Ξεκάθαρα, δεν αποτελούν τους πλέον εξαθλιωμένους, εκείνους που ο Καρλ Μαρξ αποκαλούσε «λούμπεν προλεταριάτο» και ο Λέον Τρότσκι θεωρούσε ως επιρρεπείς σε φασιστικές ιδεολογίες.[30] Ή, όπως σημειώνει ο Ζίζεκ, «αυτός ο πυρήνας απορρίπτεται από τους φιλελεύθερους ως “λευκά σκουπίδια” – αλλά δεν είναι ακριβώς αυτοί που πρέπει να ενστερνιστούν τη ριζοσπαστική αριστερή υπόθεση»;[31] Ωστόσο, η πικρή αλήθεια είναι πως σε ένα πολιτικό και ιστορικό κλίμα που αποτρέπει την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης, η δυσαρέσκεια των ανθρώπων αυτών έφερε στο προσκήνιο απλώς μια νέα ταυτότητα, αυτήν της λευκής εργατικής τάξης. Διαχώρισαν τη θέση τους από τα έγχρωμα μέλη της ίδιας οικονομικής τάξης, με τα οποία θα μπορούσαν να είναι σύντροφοι και συντρόφισσες, και εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στον κατάλληλο πολιτικό υποψήφιο που επιτέλους θα ανταποκρινόταν στις εκκλήσεις τους, αντί να οργανωθούν ανεξάρτητα. Όταν οποιαδήποτε αλλαγή, ακόμα και αν είναι επισφαλής, απροσδιόριστη και τρομακτική, θεωρείται προτιμότερη από τη μη αλλαγή, ενώ μια αριστερή εναλλακτική δεν είναι διαθέσιμη, ένας σόουμαν σαν τον Τραμπ εκλέγεται πρόεδρος. Δεν αποτελεί την αιτία, αλλά το σύμπτωμα της αδυναμίας της αμερικανικής πολιτικής, την έκφραση μιας κρίσης.

 

Επιπλέον, ενώ ένα μέρος των εργατών ψηφοφόρων μπορεί να έχει γοητευτεί από τη ρητορική του Τραμπ, η μεγάλη πλειοψηφία νιώθει βαθιά απογοητευμένη με όλες τις διαθέσιμες πολιτικές επιλογές. O Τζορτζ Πάκερ περιγράφει πώς ήρθε αντιμέτωπος με την απελπισία και την αποξένωση των εργαζόμενων κατά τη διάρκεια της επίσκεψης σε μια αγροτική πόλη νότια της Τάμπα, στo αποκορύφωμα της οικονομικής κρίσης του 2008. Έχοντας χάσει τα λίγα που είχαν και με συσσωρευμένα χρέη που δεν θα μπορούσαν να αποπληρώσουν όσο ζουν, αισθάνονταν ότι η αμερικανική κυβέρνηση είναι διεφθαρμένη και απρόσιτη. Όταν οχτώ χρόνια αργότερα ο Πάκερ ρώτησε τους ίδιους ανθρώπους ποιον υποστήριζαν στις εκλογές του 2016, ένας από αυτούς με το όνομα Μαρκ Φρίσμπι απάντησε: «Υπάρχει η επιλογή της απάντησης “τίποτε από τα παραπάνω”;» Ούτε η δημοκρατική Κλίντον ούτε ο Ρεπουμπλικάνος Τραμπ ήταν αξιόπιστοι υποψήφιοι για αυτόν.[32] Και τα δύο κόμματα φαίνονταν να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των ισχυρών και των πλουσίων, πολεμώντας για την υποστήριξη των εταιριών και αποτυγχάνοντας να σταθούν στο πλευρό του απλού ανθρώπου.

Για τον Ζίζεκ, μια απάντηση όπως αυτή του Φρίσμπι είναι η καταλληλότερη στο δεδομένο πολιτικό κλίμα. Στην υποστήριξη του Τραμπ ο Ζίζεκ αντιτάσσει την αποχή από τις εκλογές. Όσο συνεχίζεται η εμπλοκή με το κατεστημένο μέσω της συμμετοχής στις εκλογές, οι γνώμες μας μπορεί να επηρεάζονται από αυτό, και το σύστημα στο οποίο προσπαθούμε να αντιτεθούμε μπορεί τελικά να βγαίνει κερδισμένο. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποχή από την επιλογή μεταξύ δύο εναλλακτικών δεξιάς πολιτικής αποτελεί μια έγκυρη πολιτική παρέμβαση. Ωστόσο, η αποχή αυτή πρέπει να είναι μια συνειδητή πράξη διαμαρτυρίας και όχι μια ένδειξη αδυναμίας και παραίτησης. Με άλλα λόγια, πρέπει να ενσωματώνεται σε μια πολιτική και κινηματική οργάνωση της Αριστεράς.[33] Παράλληλα, ο Ζίζεκ τάσσεται υπέρ της προεδρίας Τραμπ, τον οποίο μάλιστα αποκαλεί «απόβρασμα», για τον απλό λόγο ότι αντιπροσωπεύει μια μικρή πιθανότητα αλλαγής και ενδεχομένως προσφέρει έναν δρόμο, αν και έμμεσο, για τη διαμόρφωση ενός «χειραφετητικού σχεδίου». O Τραμπ ενσαρκώνει την άθλια κατάσταση της αμερικανικής πολιτικής, συγκεκριμενοποιεί την προβληματικότητά της και εμφανίζεται ως ο μοναδικός αυτουργός της. Η αποκάλυψη όλων όσα δεν σταθήκαμε ικανοί να αναγνωρίσουμε υπό αυτό το πρίσμα είναι η πραγματική πηγή του τρόμου καθώς και η αληθινή ευκαιρία του καθεστώτος Τραμπ.

Αυτές οι δυνατότητες για πραγματικό κοινωνικο-πολιτικό μετασχηματισμό, και όχι οι δεξιόστροφες πολιτικές του τάσεις, πυροδοτούν την οργή των φιλελεύθερων έναντι του Τραμπ. Διότι υπό την κυριαρχία του καπιταλισμού έχουμε χάσει την ικανότητα να σκεφτόμαστε σε μια κλίμακα που θα επέτρεπε τον ριζικό μετασχηματισμό. Συνεπώς, οι πραγματικές αλλαγές μοιάζουν ασύλληπτες, εξαιρετικά τρομακτικές για να τις αναλογιστούμε. Σε αυτό το ανισόρροπο σύστημα οποιαδήποτε δραστηριότητα, οποιαδήποτε διαμαρτυρία, οποιοδήποτε μποϊκοτάρισμα καταλήγει σε αυτό που ο Ζίζεκ, απηχώντας τον Τέοντορ Αντόρνο, αποκαλεί «ψευδο-δραστηριότητα», ψευδεπίγραφη εναντίωση που αποτυγχάνει να οδηγήσει σε πραγματική πολιτική αλλαγή. Πρέπει με κάθε κόστος να αποφύγουμε αυτήν την αδράνεια που συγκαλύπτεται στη φράση “κάτι κάνουμε” και να εφαρμόσουμε την αποχή ως ένα διαλεκτικό αντίμετρο στην ψευδή πράξη. Η μεγαλύτερη παγίδα, ωστόσο, θα ήταν να θεωρήσουμε την Κλίντον ως το «μικρότερο κακό» και να την ψηφίσουμε από φόβο. Ο Ζίζεκ μας προειδοποιεί ότι η υστερία μας για τον Τραμπ οδηγεί στην εξιδανίκευση των Δημοκρατικών, οι οποίοι στην πραγματικότητα είναι εξίσου διεφθαρμένοι και μικρή σχέση έχουν με την Αριστερά, ενδυναμώνοντας ακολούθως το στάτους κβο και συνεχίζοντας την αποδυνάμωση των εργαζόμενων. Συνεπώς, εάν πρέπει να ψηφίσουμε, θα ήταν καλύτερα να ψηφίσουμε υπέρ του Τραμπ.[34]

Ο Ζίζεκ παρέμεινε σχετικά σιωπηλός στην ταραχώδη μετεκλογική περίοδο. Ένα άρθρο πάνω σε αυτό το θέμα δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2017 στο περιοδικό The Philosophical Salon, γεγονός που μοιάζει ήδη πολύ πίσω στον χρόνο. Σε ένα δεύτερο άρθρο ο Ζίζεκ οικτίρει την αντίδραση των Δημοκρατικών στο εκλογικό αποτέλεσμα, στον βαθμό που είναι είτε πανικόβλητη είτε αυτάρεσκη. Παραλληλίζει την εν λόγω αντίδραση με αυτήν του πολωνικού PiS (το δεξιό λαϊκιστικό κόμμα εξουσίας), το οποίο επιδίδεται σε μέτρα κατά της λιτότητας και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των φτωχών με εθνικιστικό τρόπο, ενώ η επονομαζόμενη Αριστερά θα είχε εφαρμόσει πολιτική λιτότητας υπό τον μανδύα του κοσμοπολιτισμού. Τι θα γινόταν, αναρωτιέται ο Ζίζεκ, εάν ο Τραμπ υιοθετούσε αντίστοιχη τακτική;[35] Άλλωστε, το τελικό σποτ της προεκλογικής εκστρατείας του, όπως και ο επινίκιος λόγος του, εμπεριέχουν στοιχεία λαϊκισμού τύπου Μπέρνι Σάντερς, αν βέβαια παραβλεφθούν τα στοιχεία που αφορούν τον εθνικισμό, την παράνομη μετανάστευση, όπως σημειώνει ο Ταντ Τίτζε σε άρθρο του στο μπλογκ Left Flank τον Νοέμβριο του 2016.[36] Επιπλέον, ενώ υπήρχαν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των προεκλογικών πολιτικών του και των αντίστοιχων του Σάντερς, μπορούν να ανευρεθούν κοινά σημεία σε ό,τι αφορά τον επανασχεδιασμό των υποδομών, την εφαρμογή του δίκαιου εμπορίου και τη διατήρηση της κοινωνικής ασφάλειας.[37] Αν ο Τραμπ θα έχει την ευκαιρία να εφαρμόσει αυτά τα σχέδια –υποθέτοντας ότι είναι αληθή– είναι κάτι που μένει να φανεί. Λαμβάνοντας υπόψη τη δυσαρέσκεια που έχει προκαλέσει η σκληρή ταξιδιωτική απαγόρευση που εφάρμοσε, την εμφανή υποστήριξη μιας αντιδραστικής Ρεπουμπλικανικής μεταρρύθμισης του συστήματος υγείας και την αιφνίδια απόλυση του επικεφαλής του FBI, Τζέιμς Kόουμι, αυτό μοιάζει εξαιρετικά απίθανο. Αλλά είναι επίσης πολύ νωρίς για να εκτιμηθούν οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις που θα έχει η εκλογή μιας φιγούρας όπως ο Τραμπ –μια έντονα προσωποποιημένη εκδήλωση της κρίσης του νεοφιλελευθερισμού– στην Αμερική και στην παγκόσμια πολιτική.

Προς το παρόν, θα ήταν ίσως συνετό να ακολουθήσει κανείς την προτροπή του Ζίζεκ στο άρθρο του στο The Philosophical Salon: αναστοχασμός. Τονίζει τη διαφορά μεταξύ φόβου, ο οποίος εστιάζει στην απειλή της προσωπικής ταυτότητας από ένα εξωτερικό αντικείμενο, και άγχους, το οποίο λειτουργεί μέσω της ενδοσκόπησης και μπορεί έτσι να οδηγήσει σε αυτοπαρατήρηση. Υπό τις παρούσες πολιτικές συνθήκες, τόσο η ξενοφοβία εκ μέρους της Δεξιάς όσο και ο τρόμος της αλλαγής εκ μέρους της Αριστεράς είναι προϊόντα του φόβου. Αντ’ αυτού, ο Ζίζεκ μας ζητά να μελετήσουμε προσεκτικά τις ταυτότητες που πασχίζουμε να διαφυλάξουμε. Εφόσον οι Δημοκρατικοί δεν είναι μία φιλελεύθερη φιλοεργατική συμμαχία, και η διάσπαση των Ρεπουμπλικάνων φαίνεται βέβαιη υπό την πίεση της προεδρίας Τραμπ, το κοινοβουλευτικό σύστημα βρίσκεται σε κρίση, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη συγκρότηση ενός εναλλακτικού, αριστερού πολιτικού κόμματος. Αν η Αμερική είναι ένα μονοκομματικό κράτος με δύο δεξιές συνιστώσες, όπως συνήθιζε να λέει ο Γκορ Βιντάλ, γιατί να μην ενοποιήσουμε τις δύο αυτές συνιστώσες και να δημιουργήσουμε ένα γνήσιο δικομματικό σύστημα; Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να θυμηθούμε ότι ο Μπιλ Κλίντον υπέγραψε το Ποινικό Νομοσχέδιο του 1994 (που οδήγησε σε μαζικές φυλακίσεις Αφροαμερικανών[38]), ότι με το σύστημα υγείας που εισήγαγε ο Obama [Obamacare] 33 εκατομμύρια άνθρωποι έμειναν ανασφάλιστοι και 21% των ασφαλισμένων κατηγοριοποιήθηκαν ως υποασφαλισμένοι,[39] και ότι τα επτά μουσουλμανικά κράτη για τα οποία ο Τραμπ επέβαλε προσωρινή απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ είχαν ήδη επιλεγεί κατά τη διάρκεια της προεδρίας Ομπάμα.[40] Αξίζει επίσης να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τα σημεία στα οποία ο Τραμπ έδινε έμφαση κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του: ότι το κομματικό πολιτικό σύστημα είναι «στημένο»,[41] ότι τα ποσοστά συμμετοχής των εργαζόμενων είναι τραγικά χαμηλά και ότι η πολιτική τάξη συνολικά είναι απελπιστικά ανίκανη και εκτός πραγματικότητας. Η πολιτική της πολυπολιτισμικότητας αποδεικνύεται ως το σχέδιο μιας κοσμοπολίτικης ελίτ και ως ζήτημα που απασχολεί τα τμήματα διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού. Καθώς οι συνθήκες διαβίωσης των πολλών δεν βελτιώνονται ή πολύ περισσότερο επιδεινώνονται, οφείλουμε να αναρωτηθούμε πάνω στις υπάρχουσες κατηγοριοποιήσεις και να αναζωογονήσουμε δυνητικά μια πολιτική βασισμένη στην τάξη, η οποία βρίσκει απήχηση στη μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικάνων. Άλλωστε, κατά τη διάρκεια των οκτώ ετών της προεδρίας Ομπάμα, η κατάσταση των Αφροαμερικανών δεν κατάφερα να βελτιωθεί, ενώ σημειώθηκε το υψηλότερο ποσοστό απελάσεων.[42]

Αν η αρχή της πολιτικής ορθότητας δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά την αστυνόμευση της γλώσσας, και τα επιτεύγματα της Αριστεράς πανηγυρίζονται ως «αλλαγή της συζήτησης», όπως συνέβη με το 99% του κινήματος Occupy Wall Street ή με τον εκ μέρους του Σάντερς αποστιγματισμό της λέξης «σοσιαλισμός» στον δημόσιο λόγο, τότε βάζουμε τον πήχη πολύ χαμηλά. Ας ρίξουμε μια ματιά, για παράδειγμα, στο κίνημα Women' s March που έτυχε ευρείας επιδοκιμασίας και έλαβε χώρα στην Ουάσιγκτον στις 21 Ιανουαρίου, μία μέρα μετά την ορκωμοσία του Τραμπ. Τα κύρια αντικείμενα συζήτησης ήταν ζητήματα φυλής και φύλου σε σχέση με τα προνόμια των λευκών ανδρών, τα οποία φαίνεται να προσωποποιεί ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ, ενώ απουσίαζαν αιτήματα που θα αφορούσαν όλους τους εργαζόμενους ανεξαρτήτως υποβάθρου, όπως το σύστημα υγείας, φροντίδας των παιδιών και οι γονικές άδειες – αιτήματα που θα είχαν προσδώσει πολιτική σημασία στην πορεία.[43] Τι κάνει αυτός ο συνασπισμός πολιτικά ασύνδετων ομάδων, καθώς σέρνεται πίσω από τους Δημοκρατικούς, αν όχι ψευδο-δραστηριότητα;

Η κοινωνική αλλαγή μπορεί να καταστεί πιθανή μόνο αν αναστοχαστούμε, αντί να κρυβόμαστε πίσω από τον φόβο της αλλαγής ή τον φόβο ενός εγωπαθούς προέδρου, αντί να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον σωστό υποψήφιο των Δημοκρατικών. Αυτόν τον προσανατολισμό –αν και κάπως ιδεαλιστικά– προτείνει ο Ζίζεκ. Αν θέλουμε να είμαστε κριτικοί απέναντι στον Τραμπ, πρέπει να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο ανήλθε στην εξουσία και να μελετήσουμε τις δυνάμεις που τον υποστήριξαν, ώστε να αντιπαρατεθούμε τόσο σε αυτόν όσο και στις κοινωνικές δομές που του επέτρεψαν να λάβει την εξουσία. Πρέπει να αναγνωρίσουμε και να χρησιμοποιήσουμε τα αισθήματα του κόσμου που στρέφονται ενάντια στο κατεστημένο, αντί να τα απορρίπτουμε ως ρατσιστικά παραληρήματα κάποιων «λευκών σκουπιδιών», ενώ παράλληλα οφείλουμε να καταπολεμούμε την ψευδαίσθηση ότι οι Δημοκρατικοί εκπροσωπούν τις γυναίκες και τις μειονότητες. Κυρίως, όμως, πρέπει να κάνουμε βήματα πέρα από την ενδοσκόπηση και να κάνουμε ριζική αυτοκριτική της ιστορίας μας, της ιστορίας της Αριστεράς, έτσι ώστε να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας και να μάθουμε πώς θα τα υπερβούμε με οργανωμένο τρόπο. Ο ελπιδοφόρος πεσιμισμός του Ζίζεκ προϋποθέτει ότι η Αριστερά –όπως είναι αδρανής, απολιθωμένη και αποσβολωμένη από τις πολιτικές ταυτοτήτων– μπορεί να αφυπνιστεί για να αναμετρηθεί με τα βαθύτερα πάθη, συνεπώς και τις σημαντικότερες προοπτικές, των εργαζόμενων. Ωστόσο, αν αυτό μπορεί να επιτευχθεί σε μια κοινωνία στην οποία τα όρια του πολιτικού φάσματος συσκοτίζονται διαρκώς και η ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης έχει γίνει σχεδόν αδύνατη, αποτελεί κεφάλαιο ενός βιβλίου που μένει να γραφεί.

 

 

[1] Ippolit Belinski, “Slavoj Žižek would vote for Trump,” YouTube, 1:52 mins, November 3, 2016: https://www.youtube.com/watch?v=b4vHSiotAFA

[2] Conor Lynch, “ Donald Trump is an actual fascist: What his surging popularity says about the GOP base,” Salon, July 25, 2015: http://www.salon.com/2015/07/25/donald_trump_is_an_actual_fascist_what_his_surging_popularity_says_about_the_gop_base

[3] M. Dov Kent, “Donald Trump's bigotry against Muslims has safety implications we can't ignore,” The Guardian, November 20, 2015: https://www.theguardian.com/commentisfree/2015/nov/20/donald-trump-bigotry-has-real-safety-implications

[4] Nadia Khomami, “Donald's misogyny problem: How Trump has repeatedly targeted women,” The Guardian, October 8, 2016: https://www.theguardian.com/us-news/2016/oct/08/trumps-misogyny-problem-how-donald-has-repeatedly-targeted-women

[5] Socialist Worker-Year of the Renegades, Socialist Worker, January 21, 2016: http://socialistworker.org/2016/01/21/year-of-the-renegades

[6] Alexandra Rosenmann, “Noam Chomsky Drops Truth Bomb on Trump’s Election,” Alternet, November 25, 2016: http://www.alternet.org/election-2016/post-election-noam-chomsky-drops-trump-bomb-trump-voters-wanting-shake-systempost

[7] Hamid Dabashi, “Why Chomsky and Žižek are Wrong on the US Elections,” Al Jazeera, November 30, 2016: http://www.aljazeera.com/indepth/opinion/2016/11/chomsky-zizek-wrong-elections-161129090634539.html

[8] Andre Damon, “The idiot speaks: Slavoj Žižek endorses Donald Trump,” World Socialist Web Site, November 9, 2016: https://www.wsws.org/en/articles/2016/11/09/zize-n09.html

[9] Alex Shephard, (2016) Minutes, New Republic: https://newrepublic.com/minutes/134505/slavoj-zizeks-take-donald-trump-zizek-y

[10] Ian Steinman, “From Farce to Tragedy: Žižek endorses Trump,” Left Voice, November 4, 2016: http://www.Leftvoice.org/From-Farce-to-Tragedy-Žižek-Endorses-Trump

[11] Lucas Nolan, “Left-Wing Philosopher Slavoj Žižek: ‘I would vote for Trump,’” Breitbart, November 4, 2016: http://www.breitbart.com/2016-presidential-race/2016/11/04/left-wing-philosopher-slavoj-zizek-i-would-vote-for-trump/

[12] Deutsches Haus, “Slavoj Žižek—Racial Enjoyments: What the Liberal Left Doesn’t Want to Hear,” YouTube, 1:50:10 mins, January 5, 2017: https://www.youtube.com/watch?v=7lrU_ZX15C8

[13] Daniel Lazare, “Is Trump a Fascist,” Jacobin, December 15, 2015: https://www.jacobinmag.com/2015/12/donald-trump-fascism-islamophobia-nativism

[14] Karl Marx, The Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte, trans. Daniel de Leon (Digireads 2012).

[15] Michael Mann, “Is Donald Trump a Fascist?” Brooklyn Rail, (May 2016): 105.

[16] Marcus Browne, “Slavoj Žižek: 'Trump is really a centrist liberal,'” The Guardian, April 28, 2016: https://www.theguardian.com/books/2016/apr/28/slavoj-zizek-donald-trump-is-really-a-centrist-liberal

[17] Nikos Malliaris, “Freedom from progress: Donald Trump, Christopher Lasch, and a Left in fear of America,” The Platypus Review, March, 2017: https://platypus1917.org/2017/03/06/freedom-progress-donald-trump-christopher-lasch-left-fear-america/

[18] Tad Tietze, “A few thoughts on the Trump victory and the Left,” Left Flank, November 10, 2016: https://left-flank.org/2016/11/10/a-few-thoughts-on-the-trump-victory-and-the-left

[19] Slavoj Žižek, “Clinton, Trump and the Triumph of Global Capitalism,” In These Times, August 24, 2016: http://inthesetimes.com/article/19410/clinton-trump-and-the-triumph-of-ideology

[20] Glenn Greenwald, “Tom Perez Apologizes for Telling the Truth, Showing Why Democrats’ Flaws Urgently Need Attention,” The Intercept, February 9, 2017: https://theintercept.com/2017/02/09/tom-perez-apologizes-for-telling-the-truth-showing-why-democrats-flaws-urgently-need-attention/

[21] George Packer, “Hillary Clinton and the Populist Revolt,” The New Yorker, October 31, 2016: http://www.newyorker.com/magazine/2016/10/31/hillary-clinton-and-the-populist-revolt

[22] See Jefferson Cowie, Stayin’ Alive (New York: The New Press, 2010), 6-18.

[23] George Packer, “Hillary Clinton and the Populist Revolt,” The New Yorker, October 31, 2016: http://www.newyorker.com/magazine/2016/10/31/hillary-clinton-and-the-populist-revolt

[24] Στο ίδιο.

[25] Thomas Frank, “The Democrats' Davos ideology won't win back the midwest,” The Guardian, April 27, 2017:

https://www.theguardian.com/commentisfree/2017/apr/27/democratic-party-2018-races-midwest-populism-trump

[26] Slavoj Žižek, “Donald Trump’s Topsy-Turvy World,” The Philosophical Salon, January 16, 2017: http://thephilosophicalsalon.com/donald-trumps-topsy-turvy-world

[27] Alec Tyson and Shiva Maniam, “Behind Trump’s victory: Divisions by race, gender, education,” Pew Research Center, November 9, 2016: http://www.pewresearch.org/fact-tank/2016/11/09/behind-trumps-victory-divisions-by-race-gender-education

[28] Elizabeth Bruening, “What Explains the Trump-Sanders Crossover Vote?” The New Republic, January 12, 2016: https://newrepublic.com/article/127442/explains-trump-sanders-crossover-vote

[29] George Packer, “Hillary Clinton and the Populist Revolt,” The New Yorker, October 31, 2016: http://www.newyorker.com/magazine/2016/10/31/hillary-clinton-and-the-populist-revolt

[30] Leon Trotsky, “How Mussolini Triumphed,” What Next? Vital Question for the German Proletariat, 1932: https://www.marxists.org/archive/trotsky/works/1944/1944-fas.htm - p2

[31] Slavoj Žižek, “Up for Debate: The Lesser Evil,” In These Times, November 6, 2016: http://inthesetimes.com/features/zizek_clinton_trump_lesser_evil.html

[32] George Packer, “Hillary Clinton and the Populist Revolt,” The New Yorker, October 31, 2016: http://www.newyorker.com/magazine/2016/10/31/hillary-clinton-and-the-populist-revolt

[33] Slavoj Žižek, “Why bother to vote?” The Guardian, September 29, 2007: https://www.theguardian.com/theobserver/2007/sep/30/featuresreview.review11

[34] Slavoj Žižek, “Up for Debate: The Lesser Evil,” In These Times, November 6, 2016: http://inthesetimes.com/features/zizek_clinton_trump_lesser_evil.html

[35] Slavoj Žižek, “Donald Trump’s Topsy-Turvy World,” The Philosophical Salon, January 16, 2017: http://thephilosophicalsalon.com/donald-trumps-topsy-turvy-world/

[36] Tad Tietze, “A few thoughts on the Trump victory and the Left,” Left Flank, November 10, 2016: https://left-flank.org/2016/11/10/a-few-thoughts-on-the-trump-victory-and-the-left

[37] Tamara Keith, “5 Ways Bernie Sanders and Donald Trump Are More Alike Than You Think,” NPR Politics, February 8, 2016: http://www.npr.org/2016/02/08/465974199/what-do-sanders-and-trump-have-in-common-more-than-you-think

[38] Robert Farley, “Bill Clinton and the 1994 Crime Bill,” Fact Check, April 12, 2016: http://www.factcheck.org/2016/04/bill-clinton-and-the-1994-crime-bill

[39] “Background Fact Sheet Beyond the Affordable Care Act: A Physicians’ Proposal for Single-Payer Health Care Reform,” American Journal of Public Health, June 2016.

[40] Tom Kertscher, “Were the 7 nations identified in Donald Trump's travel ban named by Barack Obama as terror hotbeds?” Politifact Wisconsin, February 7, 2017: http://www.politifact.com/wisconsin/statements/2017/feb/07/reince-priebus/were-7-nations-identified-donald-trumps-travel-ban

[41] “Trump: 'Our system is rigged,'” Chicago Tribune, October 13, 2016: http://www.chicagotribune.com/news/91719444-132.html

[42] Serena Marshall, “Obama Has Deported More People Than Any Other President,” ABC News, August 29, 2016: http://abcnews.go.com/Politics/obamas-deportation-policy-numbers/story?id=41715661

[43] Farah Stockman, “Women’s March on Washington Opens Contentious Dialogues About Race,” The New York Times, January 9, 2017: https://www.nytimes.com/2017/01/09/us/womens-march-on-washington-opens-contentious-dialogues-about-race.html

 

Στο τεύχος 113 του περιοδικού Ουτοπία δημοσιεύτηκε ο παρακάτω διάλογος μεταξύ του Θοδωρή Βελισσάρη και του Πέτρου Πέτκα με αφορμή το βιβλίο του τελευταίου “Δικτατορία του προλεταριάτου και Εργατικά συμβούλια: Ασύμβατες έννοιες!”. Αναδημοσιεύουμε τον διάλογο κι ένα επιπλέον σχόλιο.

 

Η επανάσταση ως σύμπτωμα του κεφαλαίου

«ΝΙΚΗΦΟΡΑ» ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ…ΠΑΝΩΛΕΘΡΙΑ!

https://platypus1917.org/2017/12/05/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CE%B5/

12/5/2017- Νομική Α.Π.Θ.

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Σαράντα χρόνια μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973 και την ανατροπή του συστήματος ισοτιμιών του Μπρέττον Γουντς, η Αριστερά εξακολουθεί να ρίχνει όλο το βάρος της στην αναχαίτιση ή την επιβράδυνση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού – της σύναψης διεθνών εμπορικών συμφωνιών, της ελεύθερης κίνησης κεφαλαίου και εργασίας, καθώς και της λιτότητας. Μία σειρά φαινομένων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, το Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ, η Αραβική Άνοιξη, οι διαμαρτυρίες ενάντια στα μέτρα λιτότητας, η υποψηφιότητα του Μπέρνι Σάντερς και η ανάληψη της ηγεσίας του Εργατικού Κόμματος Μεγάλης Βρετανίας από τον Τζέρεμι Κόρμπιν δεν εμπόδισαν την τρέχουσα κρίση του νεοφιλελευθερισμού να βρει έκφραση στη Δεξιά, μέσω του Ούκιπ (UKIP), του Μπρέξιτ, της στροφής του Συντηρητικού Κόμματος Μεγάλης Βρετανίας στην εργατική τάξη και της πρόσφατης εκλογής του Ντόναλντ Τραμπ. Η παλιά νεοφιλελεύθερη σύμπνοια καταρρέει, η αλλαγή βρίσκεται προ των πυλών. Η περιβόητη φράση της Μάργκαρετ Θάτσερ «Δεν υπάρχει εναλλακτική» (ΤΙΝΑ) φαίνεται να διαψεύδεται από την ίδια την ανάγκη του καπιταλισμού να ξεπεράσει την κρίση του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες προσφέρεται η δυνατότητα στην Αριστερά να επανεπεξεργαστεί τη συνολική της στρατηγική και να επαναδιατυπώσει το αίτημα για σοσιαλισμό. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να διερευνηθούν οι απελευθερωτικές δυνατότητες που ενδεχομένως ξεπηδούν από την τρέχουσα κρίση. Για να μπορέσει κάτι τέτοιο να συμβεί, πρέπει μάλλον να ξεκινήσουμε από το ακόλουθο ερώτημα: Σε τι συνίσταται η κρίση του νεοφιλελευθερισμού;

Τη δεκαετία του 1960 η Αριστερά ήρθε αντιμέτωπη με μία σειρά από πολιτικοκοινωνικές κρίσεις σε μια περίοδο πλήρους απασχόλησης και οικονομικής ανάπτυξης. Παίρνοντας αποστάσεις από την κυρίαρχη «σοσιαλιστική» πολιτική που είχε σε μεγάλο βαθμό συνδεθεί με την ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας στις βιομηχανοποιημένες καπιταλιστικές χώρες, ένα τμήμα της Αριστεράς αμφισβήτησε τις κυρίαρχες τάσεις του κεϋνσιανισμού και του φορντισμού, αντιτάσσοντας τη συλλογική οργάνωση στη βάση μιας διευρυμένης ατομικής και κοινωνικής ανεξαρτησίας από το κράτος. Ενάντια στις κεϋνσιανές οικονομικές διεκδικήσεις, ένα άλλο τμήμα της Αριστεράς υποστήριξε την προσπάθεια της Δεξιάς για ενσωμάτωση των μέχρι πρότινος καταπιεσμένων ομάδων και ταυτοτήτων στη διευθυντική τάξη του εταιρικού καπιταλισμού. Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα, όλες αυτές οι επιδιώξεις εκφράστηκαν πολιτικά από τη Δεξιά, η οποία, στο όνομα της «ελευθερίας», διαμόρφωσε και προώθησε το μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού.
Από τη μία πλευρά, υπάρχουν ερμηνείες που περιγράφουν αυτήν τη φάση του καπιταλισμού ως μια συνέχεια του μεταπολεμικού φορντικού κράτους, π.χ. η σύλληψη του «ύστερου καπιταλισμού» από τον Ερνέστ Μαντέλ και η ιδέα του «μεταφορντισμού» από τον Ντέιβιντ Χάρβεϊ. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ερμηνείες που αντιτίθενται στον νεοφιλελευθερισμό μέσα από την υπεράσπιση του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας και την επίθεση ενάντια στη λιτότητα και την παγκοσμιοποίηση. Το πρόβλημα που προκύπτει αφορά τόσο τη συνέχεια του ίδιου του καπιταλισμού στη φάση του νεοφιλελευθερισμού, όσο και τα πρακτικά καθήκοντα που τίθενται από κάθε πολιτική αξιολόγηση της κατάστασης.

Με ποιον τρόπο μπορεί η Αριστερά να εκμεταλλευτεί την προσπάθεια του καπιταλισμού να βγει από την κρίση και να αναχαιτίσει την ανασυγκρότησή του; Πώς επηρεάζεται η αντίδραση της Αριστεράς στην κρίση του νεοφιλελευθερισμού από αυτήν τη διάκριση μεταξύ της υπεράσπισης του κράτους πρόνοιας και της υπεράσπισης της ατομικής ελευθερίας; Γιατί η Αριστερά έχει πρόσφατα στηρίξει τις προσπάθειες για μια πολιτική διαχείριση της τρέχουσας οικονομικής κρίσης αντί να πιέσει για μια πολιτική αλλαγή; Πώς μπορεί η Αριστερά να παλέψει για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας με στόχο την υπέρβαση του καπιταλισμού και την επίτευξη του σοσιαλισμού, όταν η πολιτική έκφραση της κρίσης του νεοφιλελευθερισμού έρχεται κατά βάση από τη Δεξιά, με τον Τραμπ νικητή στις εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου; 

Ομιλητές

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών

Σπύρος Μαρκέτος: Επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών, ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Γιάννης Μηλιός: Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας

Ηρακλής Χριστοφορίδης: ΟΚΔΕ

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Σπύρος Μαρκέτος: Το θέμα μας σήμερα είναι ο νεοφιλελευθερισμός και η Αριστερά δηλαδή τι μπορούμε να κάνουμε απέναντι στη νεοφιλελεύθερη επέλαση.

Πρέπει να εστιάσουμε στα βασικά: να συνδέσουμε μια ουσιώδη κριτική του ιστορικού συστήματος του καπιταλισμού και του κεφαλαίου ως κοινωνική σχέση και της πολιτικής μας πράξης. Η σημερινή εποχή, εποχή κλυδωνισμών και ανακατατάξεων είναι ασύγκριτα πιο δύσκολή από τα τελευταία 60 μεταπολεμικά χρόνια. Η παραπάνω σύνδεση μπορεί να γίνει μόνο αν θέσουμε τους ενδιάμεσους κρίκους.

Ζούμε σε αυτό που ο Βαλλερστάιν ονομάζει τερματική κρίση του καπιταλισμού, όχι αναγκαστικά με αίσια έκβαση. Είναι μια στιγμή μετασχηματισμού ενός συστήματος με ιστορία 500 χρόνων, η οποία σηματοδοτεί την κατάρρευση του. Μπορεί να υπάρξει ένα σύστημα το οποίο δε θα στηρίζεται στις λειτουργίες και στις αρχές του καπιταλισμού αλλά θα συνδυάζει τα αρνητικά του καπιταλισμού με τα αρνητικά προηγούμενων συστημάτων. Σήμερα επιδιώκεται κάτι παρόμοιο από την άρχουσα τάξη.

Μπορούμε επίσης να περάσουμε σε κάτι πολύ πιο δημοκρατικό και εξισωτικό, τα όρια του οποίου είναι ακόμα ασαφή.

Από τη νεοφιλελεύθερη κρίση που ξεκινά τη δεκαετία του 1970 έως τη κρίση που ζούμε ήδη 10 χρόνια από το 2007 έχουμε τη συγκρότηση ταξικών και γεωπολιτικών στρατοπέδων, την αλλαγή των πόλων συσσώρευσης και των περιοχών της περιφέρειας, την αντικατάσταση ενός μονοπολικού από ένα πολυπολικού συστήματος και φυσικά την ωρίμανση και εξάπλωση σε μαζική κλίμακα της κριτικής της πατριαρχίας, του ρατσισμού και του εθνικισμού.

Η Αριστερά πρέπει να ενώσει όλες αυτές τις επιμέρους κριτικές. Δεν μπορεί να υπάρξει Αριστερά σήμερα που να μην είναι αντικαπιταλιστική, αντιπατριαρχική, αντιρατσιστική και αντιιεραρχική. Επίσης είναι ανάγκη να γίνει μια εμπεριστατωμένη κριτική των ενδιάμεσων κρίκων που οδηγούν από τα μακροϊστορικά φαινόμενα όπως ο καπιταλισμός, η πατριαρχία, ο ρατσισμός στα επιμέρους επίπεδα με τα οποία αρθρώνεται σήμερα η καπιταλιστική ιεραρχία.

Στην Ελλάδα του 2017 είναι ανάγκη να γίνει κριτική στις ενδιάμεσες μορφές κυριαρχίας και εκμετάλλευσης που υφίσταται ο τωρινός μας κοινωνικός σχηματισμός. Δεν μπορεί να υπάρξει Αριστερά σήμερα χωρίς κριτική στην Ε.Ε. και στο ευρώ.

Σήμερα δεν υπάρχει η δυνατότητα ταξικής συνεργασίας και συμβιβασμών που υπήρχε στις περιόδους άνθησης και επέκτασης του καπιταλισμού. Αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι ο ωμός υποβιβασμός της χώρας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας καθώς και διαδικασίες πρωταρχικής συσσώρευσης ή απαλλοτριωτικής συσσώρευσης εντός του καπιταλιστικού κέντρου και εντός της Ε.Ε. Ταυτόχρονα ο εθνικισμός που αναβιώνει σήμερα παράγεται από τις πολιτικές επιλογές της κυρίαρχης ελίτ η οποία κατασκευάζει τις εθνικές διακρίσεις ακριβώς για να συντηρήσει τον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο καπιταλισμό.

Αυτό που υπάρχει σήμερα δεν είναι σοσιαλδημοκρατία ή σοσιαλφιλελευεθερισμός αλλά μία μορφή νεοφιλελεύθερης άκρας δεξιάς. Σε όλα τα επίπεδα εφαρμόζονται συντηρητικές ακροδεξιές πολιτικές μεταβίβασης πόρων και εξουσίας από τους πολλούς στους λίγους χωρίς να αφήνεται το ελάχιστο περιθώριο για ταξικούς συμβιβασμούς. Σήμερα δεν χωρά οποιαδήποτε μορφή συνεργασίας της Αριστεράς με το ακροδεξιό μόρφωμα που ονομάζεται Σύριζα.

Γιάννης Μηλιός: Αυτό που χαρακτηρίζει το νεοφιλελευθερισμό σε σχέση με προηγούμενες μορφές καπιταλιστικής διακυβένρησης είναι τρία πράγματα:

Το πρώτο είναι η παγκοσμιοποίηση δηλαδή η θεσμική απελευθέρωση της κίνησης εμπορευμάτων, ανθρώπων και κεφαλαίων. Το δεύτερο είναι η ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών και η τρίτη διάσταση είναι η λιτότητα, η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, η συγκράτηση των μισθών και η ελαστικοποίηση των μορφών εργασίας.

Φαινόμενα όπως η εκλογή Τραμπ και το Brexit ως πολιτικές προστατευτισμού ανακινούν μία συζήτηση για την αμφισβήτηση και «κατάργηση» της παγκοσμιοποίησης.

Η διάσταση του προστατευτισμού δε συνιστά κρίση του νεοφιλελευθερισμού εφόσον οι δύο άλλες διαστάσεις που προανέφερα δηλαδή η λιτότητα και η χρηματοπιστικοποίηση παραμένουν οι βασικοί άξονες ιδίως μετά το ξέσπασμα της κρίσης.

Η λιτότητα είναι η απολύτως ορθή πολιτική για το κεφάλαιο, δεδομένης της συμπίεσης και μείωσης της κερδοφορίας. Η μείωση του κόστους είναι αυτό που επιδιώκεται βάσει των εξελίξεων αυτών.

Η βασική σύγκρουση είναι μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας σε κάθε χώρα. Αυτό εκφράστηκε και στο ελληνικό δημοψήφισμα όταν οι άνθρωποι του ΝΑΙ βγήκαν στο δρόμο υπερασπιζόμενοι τα συμφέροντά τους.

Όσον αφορά τη χρηματοπιστικοποίηση πρέπει να πούμε ότι η χρηματοπιστωτική σφαίρα δε συνιστά καζίνο. Αντιθέτως αποτελεί σφαίρα ρύθμισης, καθοδήγησης, ελέγχου και επιτήρησης της καπιταλιστικής οικονομίας η οποία έχει αποκτήσει τεράστια ισχύ την εποχή του νεοφιλελευθερισμού.

Κάθε καπιταλιστική επιχείρηση αποτελεί έναν Ιανό, από τη μία έχει κάποιες εγκαταστάσεις και παράγει ένα προϊόν και από την άλλη έχει μετοχές και ομόλογα. Οι κάτοχοι ομολόγων και μετοχών είναι η χρηματοπιστωτική σφαίρα. Σε περιπτώσεις για παράδειγμα ελλιπούς χρηματοδότησης, η κρίση μπορεί να μεταβιβαστεί με συγκεκριμένα αποτελέσματα όπως ανάγκη απολύσεων και στους εργαζόμενους.

Ο Τραμπ και το Brexit δεν αμφισβήτησαν σε τίποτα την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού. Το έθνος είναι από τις πιο δομικές ιδεολογίες κυριαρχίας του κεφαλαίου και αναδίπλωση στο αμερικανικό έθνος που συνιστά το America first δε βγάζει την κατάσταση από τον κανόνα. Ιδίως στα ευρωπαϊκά έθνη, που αποτελούν έθνη αίματος, ο ρατσισμός είναι εγγενές στοιχείο του εθνικισμού.

Η σύγκρουση είναι σαφώς συνολική σήμερα. Ο οικονομικός αγώνας ενάντιας στο κεφάλαιο και οι πρωτοβουλίες ενάντιας στην κυριαρχία της αγοράς καθώς και ο αγώνας ενάντια στον εθνικισμό αποτελούν όψεις του αντικαπιταλιστικού αγώνα.

Ο αντικαπιταλιστικός αγώνας σίγουρα οδηγεί και σε αποφάσεις για τις διεθνείς αρθρώσεις και συνεργασίες μιας χώρας. Αν όμως βάζουμε τα πράγματα ανάποδα λέγοντας ότι θα λυθούν τα προβλήματα αν αλλάξουμε νόμισμα ή βγει η Ελλάδα ως Ελλάδα από την ευρωπαϊκή ένωση, χωρίς να αμφισβητηθεί το ελληνικό κεφάλαιο χάνουμε την ουσία. Δεν υπάρχει σύγκρουση Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά σύγκρουση εργατικής τάξης και κεφαλαίου.

Όσον αφορά την Ελλάδα η κατεύθυνση του Σύριζα μετά τις εκλογές του 2012  προσανατολίστηκε σε ζητήματα που συγκάλυπταν την ταξική διαίρεση. Το σύνθημα αναδιανομή ως κυρίαρχο σύνθημα αντικαταστάθηκε από την παραγωγική ανασυγκρότηση, η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης αντικατέστησε κάθε άλλη πολιτική και τέλος το ζήτημα της λιτότητας αντιμετωπίστηκε ως ζήτημα «λάθους» πολιτικής.

Η προοπτική ανασυγκρότησης της Αριστεράς δε μπορεί να γίνει στη βάση της ανάπτυξης αλλά ούτε στη βάση της δημοκρατίας, αλλά με συνείδηση ποια είναι η καπιταλιστική στρατηγική και με ποιο τρόπο μπορούμε να την αμφισβητήσουμε στην καθημερινότητα ή στο σύνολό της.

Ηρακλής Χριστοφορίδης: Η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος για το Μαρξ δεν είναι μονοδιάστατα μια κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων που ξεπερνιέται με μειώσεις μισθών και αύξηση της εκμετάλλευσης, ούτε μονοδιάστατα μια κρίση υποκατανάλωσης που απαιτεί αύξηση της ζήτησης, ούτε μονοδιάστατα αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής, ούτε τέλος η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Αυτό σημαίνει ότι το ξεπέρασμα του καπιταλιστικής κρίσης δεν επιτυγχάνεται με εύκολες λύσεις.

Η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού τη δεκαετία του ‘70 έχει κάποιες αιτίες: την οικονομική κρίση του 1973 που στην ουσία ξεκινάει πολύ νωρίτερα, την αποτυχία του Κεϋνσιανισμού να αντιμετωπίσει την κρίση καθώς και τη προδοτική στάση των δύο ρεφορμιστικών ρευμάτων στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα δηλαδή της σοσιαλδημοκρατίας και των κομμουνιστικών κομμάτων, θυμίζω τον ιστορικό συμβιβασμό του ιταλικού ΚΚ το 1979, αλλά και το σύνθημα του κομμουνιστικού κόμματος στην Ελλάδα «όχι στη μονόπλευρη λιτότητα».

Ο νεοφιλελευθερισμός στηρίχθηκε σε δύο αρχές: την ελπίδα ότι η αγορά θα λύσει τα προβλήματα χωρίς το κράτος και την ολόπλευρη επίθεση στο εργατικό κίνημα. Ο νεοφιλελευθερισμός σαν πολιτική φαινόταν ότι μπορεί να δώσει απάντηση στην κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, σύντομα όμως αποδείχτηκε ότι ήταν πιο αποτυχημένη και άθλια πολιτική ιδεολογία που η αστική τάξη αντιμετώπιζε την κρίση της. Η κυριαρχία της αγοράς σε τελευταία ανάλυση όχι απλά την άγρια εκμετάλλευση της εργατικής τάξης αλλά την κατάργηση των οποιωνδήποτε κρατικών ρυθμίσεων και παρέμβασης του αστικού κράτους σε μια περίοδο παρακμής του καπιταλιστικού συστήματος μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο.

Η ολοκληρωτική ήττα του εργατικού κινήματος αποτελεί μια αναγκαία αλλά όχι ικανή προϋπόθεση για έξοδο από την κρίση. Ο νεοφιλελευθερισμός φτάνει όχι απλά να αυξάνει την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης αλλά να καταστρέφει και την ίδια την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό από ότι ο ναζισμός.

Η πολιτική του νεοφιλελευθερισμού έχει οδηγήσει σε ανυπέρβλητες ανισορροπίες το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Η διόγκωση και παρακμής της χρηματιστικοποίησης της οικονομίας με ταυτόχρονη αποδιάρθρωση και αποδυνάμωση της βιομηχανικής παραγωγής είναι πρωτοφανής ακόμα και για περιόδους κρίσης του κεφαλαίου. Αυτό οδηγεί στην «υποβάθμιση» των ιμπεριαλιστικών χωρών και την «άνοδο» χωρών της περιφέρειας (BRICS). Οι ανακατατάξεις αυτές δημιουργούς συνθήκες όχι οικονομικού αλλά εμπόλεμου ανταγωνισμού.

Η διόγκωση των χρεών είναι επίσης μια κολοσσιαία ανισορροπία. Η κοινωνική και οικονομική ανισότητα σε παγκόσμιο επίπεδο ακόμα και μέσα στις καπιταλιστικές χώρες και τέλος η καταστροφή του περιβάλλοντος αποτελούν επίσης εμπόδια στην καπιταλιστική ανάπτυξη και στο ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κρίσης.

Κοινωνικές επιπτώσεις όπως η φτώχια, η εκμετάλλευση, η επίθεση σε δημοκρατικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα, η προλεταριοποίηση των μικροαστικών και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων της εργατικής τάξης οδηγούν σε πολιτικές ανακατατάξεις και αλλαγές όπως η κατάρρευση των αστικών κομμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Εδώ θα ήθελα να σχολιάσω το φαινόμενο της Λεπέν. Η πολιτική της Λεπέν δεν μπορεί να υιοθετηθεί από το γαλλικό κεφάλαιο. Ο ναζισμός αποτελούσε λύση όχι μόνο γιατί ήταν μια επίθεση στην εργατική τάξη αλλά γιατί ταυτόχρονα αποτελούσε μία λύση επιβίωσης του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Μπορεί σήμερα η Λεπέν να ισχυριστεί κάτι παρόμοιο; Ακόμα και να συντρίψει την εργατική τάξη τι θα κάνει για το γαλλικό κεφάλαιο;

Μέσα από το συγκεκριμένο αλλά και πολλά άλλα παραδείγματα φαίνεται ξεκάθαρα ότι το παλιό πεθαίνει αλλά το νέο ειδικά από το εργατικό κίνημα δεν έχει γεννηθεί ακόμα. Η άνοδος του Τραμπ δεν οφείλεται απλά σε ρατσιστικές ιδέες αλλά εκφράζει μία κρίση της αστικής εξουσίας αλλά και την αμηχανία του εργατικού κινήματος.

Η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος υπάρχει ταυτόχρονα με την κρίση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος δε φανερώνει τεράστιες ευκαιρίες για το εργατική κίνημα και χρειάζεται μία ενεργή προσπάθεια των επαναστατικών οργανώσεων να δημιουργήσουν εκ νέου τις παραδόσεις μέσα στο εργατικό κίνημα, να ενισχύσουν τις τάσεις αυτοοργάνωσης εντός της εργατικής τάξης, να δημιουργούν ρήξεις με συνδικαλιστικά ρεφορμιστικά κόμματα και να αναδεικνύουν τη λύση μέσα από τους αγώνες και όχι από κυβερνητικές προτάσεις.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Πρώτα θα αναφερθώ σε ένα παράδειγμα εξέγερσης ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό που συνέβη το 1989 στο Καράκας στη Βενεζουέλα. Η Βενεζουέλα, μία χώρα με σχετική ευημερία, ήταν από τις πρώτες μαζί με άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής που δέχτηκαν την επίθεση του νεοφιλελευθερισμού. Από το 1980 οπότε και αρχίζει να εφαρμόζεται ο νεοφιλελευθερισμός, καταρρέει η μεσαία τάξη ενώ τα κατώτερα εργατικά στρώματα υφίστανται ακόμα μεγαλύτερες πιέσεις. Έτσι φτάνουμε στην εξέγερση του 1989 με αφορμή την αύξηση του εισιτηρίου στις συγκοινωνίες, ένα μεγάλο, κοινωνικό και μαζικό ξέσπασμα ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό. Η εξέγερση καταστέλλεται με δεκάδες νεκρούς και βία.

Το πρόβλημα που βιώνει μια κοινωνία, στο παράδειγμα αυτό ο λαός της Βενεζουέλας, που εξεγείρεται ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό είναι ότι πέρα από αυτή την έκφραση της αυθόρμητης λαϊκής εξέγερσης, αδυνατεί να οργανώσει κάτι πιο συστηματικό δηλαδή μία διαφορετική πολιτική δύναμη που θα ανατρέψει το οικονομικό και πολιτικό καθεστώς της χώρας.

Αυτό με θεωρητικούς όρους θα το περιέγραφα ως κρίση του συλλογικού υποκειμένου, που αφορά τους ανθρώπους από τα κάτω και όχι τις ελίτ που αντιπροσωπεύουν ένα 20% και ακόμα λιγότερο του πληθυσμού. Το υπόλοιπο ποσοστό δείχνει κοινωνικά  κατακερματισμένο και προσδεδεμένο ακόμα στις αξίες αυτού του συστήματος όπως ο καταναλωτισμός, ενώ έχει σε μεγάλο βαθμό εσωτερικεύσει ένα αίσθημα υποτέλειας και αδυναμίας παραγωγής μια πιο μαζικής πολιτικής αντίθετης στο νεοφιλελευθερισμό. Χρειάστηκε να περάσουν άλλα δέκα χρόνια για να βρεθεί ένας νέος τρόπος οργάνωσης.

Θα ήθελα να εστιάσω στις μορφές πολιτικής στρατηγικής και πολιτικής οργάνωσης που εμφανίστηκαν τα τελευταία 30 χρόνια ως απάντηση στην κρίση του νεοφιλελευθερισμού με ριζοσπαστική κατεύθυνση.

Η πρώτη πολιτική απάντηση ήταν το ρεύμα του αριστερού λαϊκισμού με κύριο εκφραστή τον Τσάβες. Ο Τσάβες εκπροσωπεί μια αγανάκτηση που δεν μπορεί η ίδια να οργανωθεί και καταφέρνει να συνενώσει τα πολυδιασπασμένα κοινωνικά υποκείμενα, υποβοηθώντας μορφές συλλογικής οργάνωσης από τα κάτω.

Αυτή η απάντηση στο νεοφιλελευθερισμό περνάει αυτή τη στιγμή μια τεράστια πολιτική και οικονομική κρίση. Παρότι ο Τσάβες δημιουργεί αυτό το συλλογικό υποκείμενο, εναντιώνεται όλο και πιο ριζοσπαστικά στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και φτάνει στο σημείο να μιλάει για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, ο θάνατός του σηματοδοτεί την κρίση της πολιτικής αυτής. Το μοντέλο του αριστερού λαϊκισμού που είναι ηγετοκεντρικό και προσωποκεντρικό αρχίζει να καταρρέει από τη στιγμή που εκλείπει ο ηγέτης. Η έλλειψη πολιτικής βούλησης από τη μεριά της κοινωνίας να δημιουργήσει η ίδια το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα φανερώνει την κρίση του συλλογικού υποκειμένου.

Στην περίπτωση της νότιας Ευρώπης το μοντέλο αυτό απάντησης στην κρίση του νεοφιλελευθερισμού επαναλαμβάνεται με ανάλογα προβλήματα. Ωστόσο, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο σήμερα, τα εμπόδια ώστε μία χώρα ή ένα κόμμα μόνο του χωρίς μαζική λαϊκή υποστήριξη να καταφέρει να ανατρέψει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι ανυπέρβλητα.

Μία δεύτερη απάντηση στο νεοφιλελευθερισμό δίνει ο αγώνας εναντίον της ιδιωτικοποίησης του νερού στη Βολιβία την περίοδο 1999-2000. Το μοτίβο είναι παρόμοιο, με μία λαϊκή εξέγερση εναντίον της αύξησης των τιμολογίων του νερού και της ισότιμης διαχείρισής του, όμως υπάρχει μια βασική διαφορά όσον αφορά την πολιτική συνείδηση: δεν προκρίνεται το κράτος ως συλλογικός διαχειριστής αλλά η κοινωνική διαχείριση μέσω των δήμων. Η δεύτερη αυτή πρόταση μεταφράζεται πολιτικά και θεωρητικά στη διαχείριση των «κοινών», δηλαδή η ανάκτηση των συλλογικών αγαθών με κοινωνικούς όρους και η οργάνωση της οικονομίας, της παραγωγής, της πολιτικής με διαφορετικό τρόπο και απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό.

Το πρόβλημα που εντοπίζουμε σε αυτή την πρόταση, που σαν στόχο δε βάζει την κατάληψη της κρατικής εξουσίας από ένα κόμμα αλλά την κοινωνική αλλαγή μέσω της ανάπτυξης ενός εναλλακτικού τρόπου παραγωγής βρίσκεται στον αντίποδα του προβλήματος της προηγούμενης πρότασης: εάν ο αριστερός λαϊκισμός χαρακτηρίζεται και υπονομεύεται από ένα υπερπολιτικισμό εδώ το πρόβλημα είναι το έλλειμα πολιτικής σκέψης και δράσης. Οι περισσότεροι εμπλεκόμενοι σε αυτού του είδους τις προσπάθειες δίνουν έμφαση στην ανάπτυξη αυτών των συλλογικών εγχειρημάτων χωρίς να εστιάζουν ιδιαίτερα στο πως θα αναπτυχθεί μια πολιτική στρατηγική που να μπορεί να τα συνενώσει και να αναμετρηθεί με το κράτος και την αγορά.

Οι δύο αυτές προσεγγίσεις χρειάζεται να συνδυαστούν. Από τη μία οφείλουμε να ασχοληθούμε σοβαρά στο τι γίνεται σε επίπεδο κράτους και πολιτικού συστήματος δημιουργώντας φορείς συλλογικής εκπροσώπησης σε αυτό το επίπεδο, αλλά ταυτόχρονα να ασχοληθούμε με την ανάπτυξη αυτών των εγχειρημάτων και προσπαθειών από τα κάτω, τα οποία θα μπορούσαν υπό δεδομένες συνθήκες να δημιουργήσουν ένα σχετικά αυτόνομο κοινωνικό πόλο που θα αποτελέσει την κοινωνική βάση για το πολιτικό εγχείρημα. Κατά τη γνώμη μου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επιστρέφουμε σε μία αντίληψη στρατηγικής ηγεμονίας στον Γκράμσι.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Αναφέρθηκε η ανάγκη για αντικαπιταλιστική πολιτική. Η έξοδος από το ευρώ και την ευρωζώνη δεν είναι ένα πρώτο βήμα για να «χτυπήσουμε» το κεφάλαιο;

Γιάννης Μηλιός: Δεν υπάρχουν μόνιμες κρίσεις στον καπιταλισμό, αυτό είναι ιστορικά γνωστό. Με άλλα λόγια ο καπιταλισμός δε θα «πέσει» αν δεν τον ρίξουμε. Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 δεν υπήρχε το ευρώ. Η προοπτική του σοσιαλισμού δεν εξαρτάται από αυτό. Για την αμφισβήτηση του ευρώ χρειάζεται κίνημα αμφισβήτησης του καπιταλισμού, όχι το αντίστροφο.

Σπύρος Μαρκέτος: Είχαμε μιλήσει στην αρχή της κρίσης με το Γιάννη Μηλιό όπου είχαν τεθεί τα ζητήματα του χρέους και του ευρώ. Φοβάμαι ότι δεν έχει υπάρξει αυτοκριτική σε σχέση  με το που οδήγησε η τυφλότητα απέναντι στην ευρωπαϊκή ένωση και σε ζητήματα όπως η υποτέλεια του χρέους. Βλέπω έναν ισχνό μαρξισμό που εστιάζει στη σχέση κεφαλαίου, αρνείται να δει όλα τα ενδιάμεσα δηλαδή τον ιμπεριαλισμό, το χρέος..

Γιάννης Μηλιός: Δυστυχώς αν κάποιος πάει να πουλήσει παιχνίδια στη Notos Galleries θα πληρωθεί με χρέος, μία συναλλαγματική. Το χρέος επομένως είναι κάτι πιο βαθύ, είναι το χρήμα το ίδιο και η αμφισβήτησή του δεν είναι ενδιάμεσος κρίκος σε σχέση με την αμφισβήτηση του καπιταλισμού.

Σπύρος Μαρκέτος: Η αμφισβήτηση της σχέσης κεφαλαίου χωρίς την αμφισβήτηση των ενδιάμεσων κρίκων σημαίνει αποδοχή του καπιταλισμού και αυτό αποδείχτηκε με την πολιτική του Σύριζα.

Μιλήσατε για το έθνος-κράτος. ΟΙ Η.Π.Α. συνιστούν κατά τη γνώμη σας έθνος κράτος από τη στιγμή που ιστορικά ήταν το προϊόν ενός εμφυλίου πολέμου;

Γιάννης Μηλιός: Βεβαίως θεωρώ τις Η.Π.Α. έθνος.

Ο ρατσισμός σαν φαινόμενο αναδύεται πολύ αργότερα από τη γέννηση των ευρωπαϊκών εθνών ως αποτέλεσμα της ιδεολογίας της ιμπεριαλιστικής επέκτασης η οποία συνδυαζόταν με ρατσιστικές θεωρίες. Υπάρχει σύνδεση ευρωπαϊκού έθνους κράτους και ρατσισμού;

Γιάννης Μηλιός: Οι κάτοικοι της Αμερικής πιστεύουν ότι αποτελούν έθνος ως μια πολιτική ενότητα υπό τον πρόεδρό τους. Αντίθετα πολλοί ευρωπαίοι πολίτες θεωρούν ότι ταυτόχρονα αποτελούν και φυλή.

Σπύρος Μαρκέτος: Ο ρατσισμός είναι παιδί του καπιταλισμού και έχει ηλικία περίπου 300 ετών. Ο ρατσισμός εμφανίζεται στην Ισπανία την εποχή των κονκισταδόρων όπου μπαίνει το θέμα της καθαρότητας του αίματος για να αποκλειστεί κομμάτι του πληθυσμού από το νέο χριστιανικό καθεστώς όμως ο σύγχρονος ρατσισμός δομείται στην Αμερική και σε άλλες χώρες που σχετίζονταν με το δουλεμπόριο με βάση το «μαύρο δούλο».

Ο Μαρξ συνέδεσε το σοσιαλισμό με την πάλη για δημοκρατία. Εσείς αναφερθήκατε περισσότερο στην ανάγκη για μια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Μπορεί να υπάρξει σοσιαλισμός χωρίς δημοκρατία και εθνική ανεξαρτησία εντός ευρωπαϊκής ένωσης;

Γιάννης Μηλιός: Ο καπιταλισμός συνιστά ένα άκρως εκμεταλλευτικό σύστημα. Η αναφορά στη δημοκρατία πρέπει να γίνεται υπό αυτούς τους όρους. Οι εργάτες που έσπαγαν τις μηχανές στην κοινοβουλευτική και δημοκρατική Βρετανία κρεμιούνταν στους δρόμους του Λονδίνου και αποτελούσαν δημόσιο θέαμα.

Σπύρος Μαρκέτος: Δεν πιστεύω ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την επίκληση της δημοκρατίας. Ωστόσο πρέπει να τονιστεί ότι σήμερα πλέον καπιταλισμός και δημοκρατία είναι ασύνδετα. Και ένα βασικό μέσο για αυτό είναι θεσμοί όπως η ευρωπαϊκή ένωση οι οποίοι καταργούν κατακτήσεις που είχαν γίνει εντός του πλαισίου του έθνους κράτους. Η δημιουργία υπερεθνικών θεσμών που δεν μπορούν να επηρεαστούν από τα εργατικά κινήματα ήταν επιδίωξη και στρατηγική του κεφαλαίου.

Οι όροι Αριστερά και Δεξιά αναφέρονται συχνά σε κοινοβουλευτικούς θεσμούς και κοινοβουλευτικά κόμματα. Τι σημασία έχουν αυτοί οι όροι στο βαθμό που οι ομιλητές προτάξατε την ανάγκη για οργανωμένα και μαζικά εργατικά κινήματα;

Γιάννης Μηλιός: Οι κινήσεις των μαζικών κινημάτων έχουν πάντοτε άμπωτη και παλίρροια. Σε περιόδους ανάπτυξης των κινημάτων οικοδομούνται νέες δομές και υπάρχει μία γενικευμένη ελπίδα. Σε περιόδους όμως οπισθοχώρησης απαιτείται ένα πολιτικό υποκείμενο που θα κρατήσει τη επαναστατική φλόγα αναμμένη. Σε αυτό θα συμφωνήσω με τον Αλέξανδρο ότι τα κινήματα για μια εναλλακτική οικονομία, παραγωγή κτλ. πάσχουν από τη μη πολιτική συμπύκνωση. Το πιο προχωρημένο τέτοιου τύπου κίνημα ήταν αυτό των οπαδών του Όουεν, το οποίο οι Μαρξ και Ένγκελς επαινούσαν.

Σπύρος Μαρκέτος: Η Αριστερά είναι το παιδί της εισόδου των μαζών στην πολιτική. Γεννιέται πολύ μετά τις απαρχές του καπιταλισμού στις εθνοσυνελεύσεις κατά τη διάρκεια της γαλλικής επανάστασης και δρα για μεγάλο διάστημα εκτός κοινοβουλίων. Τα κοινοβούλια αρχίζουν να έχουν σημαντικό ρόλο το τέλος του 19ου αιώνα. Η Αριστερά κινητοποιείται για απελευθέρωση και ισότητα. Με αυτή την έννοια η Αριστερά δεν έχει σχέση με τον κοινοβουλευτισμό. Ο Σύριζα δεν αναφέρεται στην Αριστερά αλλά στην άκρα δεξιά.

Ο Μαρξ στον πρώτο τόμο του κεφαλαίου αναφέρεται στην διάρκεια της εργάσιμης ημέρας και στην ανάγκη μείωσής της από τις 11 ώρες. Το κύριο αντεπιχείρημα των καπιταλιστών εκείνης της εποχής ήταν ότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα κατέρρεε η οικονομία. Η πάλη των εργατών και οι παροδικές νίκες τους  δημιουργεί την ανάγκη για μετάβαση από την απόλυτη στη σχετική μορφή υπεραξίας. Ο νεοφιλελευθερισμός από την άλλη σχετίζεται με μια στροφή στην απόλυτη μορφή υπεραξίας.

Γιάννης Μηλιός: Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα κυριαρχεί η τάση της σχετικής υπεραξίας χωρίς να έχει εξαφανιστεί η απόλυτη.

Σήμερα φαίνεται σαν να υπάρχει αδυναμία συγκρότησης της εργατικής τάξης. Ακόμα και μια θεωρία όπως του αριστερού λαϊκισμού ή των κοινών φαίνεται σαν να περικυκλώνει την εργατική τάξη. Σήμερα υπάρχει ανάγκη αναζήτησης της εργατικής τάξης και της ταυτότητάς της εκεί όπου αυτή ζει, εργάζεται, διανέμεται και συγκροτείται;

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας θα μπορούσε να ενταχθεί αναλυτικά η περιγραφικά στην εργατική τάξη. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν μπορούμε να ονομάσουμε την κοινωνική πλειοψηφία ως εργατική τάξη αλλά αν μπορούμε να την προσεγγίσουμε αποκαλώντας την με αυτόν τον χαρακτηρισμό. Μπορεί αυτή η επίκληση να λειτουργήσει ως σημαίνον που θα συσπειρώσει ευρύτερα λαϊκά στρώματα;

Μπορεί κατά τη γνώμη σας σήμερα να υπάρξει κεφάλαιο χωρίς δημοκρατία; Το κεφάλαιο πρέπει συνεχώς να επαναστατικοποιεί την παραγωγική διαδικασία. Η επανάσταση στα μέσα παραγωγής αυξάνει την απόσταση ανάμεσα στον έλεγχο των μέσων και στη βάση του πληθυσμού ενώ παράλληλα απαξιώνει την εργατική δύναμη. Μήπως σήμερα η ανάπτυξη του κεφαλαίου σημαίνει και την απαξίωση του έθνους κράτους καθώς και της δημοκρατίας όπως φαίνεται να αντικαθρεπτίζεται από τη δομή της ευρωπαϊκής ένωσης;

Γιάννης Μηλιός: Το μεγάλο όπλο του κεφαλαίου είναι όπως αναφέρθηκε ότι επαναστατικοποιεί την παραγωγική διαδικασία. Συνεπώς για να υπάρχει δυνατότητα αμφισβήτησης του κεφαλαίου πρέπει να αμφισβητηθεί η τάση αυτή. Θυμίζω ότι οι απεργίες το Μάη του ’68 έληξαν όταν δόθηκε μία παροδική αύξηση των μισθών μετά από τα αιτήματα των συνδικάτων.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 παρατηρούμε μία όλο και στενότερη ταύτιση της κρατικής εξουσίας και του κεφαλαίου. Στις δυτικές «φιλελεύθερες» κοινωνίες φαίνεται ένας εντεινόμενος αυταρχισμός του κράτους ακριβώς γιατί δεν έχει απέναντί του οργανωμένες κοινωνικές δυνάμεις. Οι αυταρχικές μορφές μπορούν να καταργήσουν την τυπική δημοκρατία φιλελεύθερου τύπου. Ο αυταρχισμός αυτός δε σχετίζεται απαραίτητα με την δεξιά ή την άκρα δεξιά.

Ηρακλής Χριστοφορίδης: Από τη διαπίστωση ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ξεπεραστεί αυτόματα και αντικειμενικά χωρίς τη δράση του προλεταριάτου δεν μπορούμε να καταλήγουμε ότι ο καπιταλισμός θα επιβιώνει αιώνια αν κατορθώνει να ξεπερνά τις κρίσεις του. Αυτή η θεώρηση κοινή με την παράδοση του Κάουτσκυ μας απομακρύνει από την μπολσεβίκικη επαναστατική θεωρία. Αυτό στο οποίο πρέπει να σταθούμε είναι ότι η εκρηκτικότητα και η όξυνση των αντιφάσεων του καπιταλισμού είναι τέτοια που η κρίση συνεχώς θα βαθαίνει και η ανθρωπότητα έχει μπροστά της όχι μόνο τον κίνδυνο της βαρβαρότητας αλλά και της εξαφάνισής της. Το πλήθος και η εκρηκτικότητα των αντιφάσεων του καπιταλισμού θα εντείνεται πράγμα που σημαίνει ότι η ανθρωπότητα έχει μπροστά της τόσο τον κίνδυνο της βαρβαρότητας όσο και της εξαφάνισής της.

Η σχέση της Ελλάδας με την ευρωπαϊκή ένωση περνάει μέσα από κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες. Μπορεί να υπάρξει μια πολιτική αντικαπιταλιστική πρόταση χωρίς να θέτει τον πολιτικό στόχο της αποδέσμευσης από την ευρωπαϊκή ένωση και την ευρωζώνη;

Γιάννης Μηλιός: Γνώμη μου είναι ότι η ευρωπαϊκή ένωση είναι μία συνειδητή, οργανωμένη, αργή διαδικασία οικοδόμησης μιας συνομοσπονδίας σε νεοφιλελεύθερη και καπιταλιστική κατεύθυνση. Η συνομοσπονδία αυτή διατηρεί τα κράτη και τα ενισχύει. Η αντικαπιταλιστική στρατηγική προϋποθέτει την αμφισβήτηση του κράτους. Αν αμφισβητήσουμε το ελληνικό κράτος και το ελληνικό κεφάλαιο θα αμφισβητήσουμε και την ευρωπαϊκή ένωση. Συμφωνώ με τον Αλέξανδρο ότι το ζήτημα δεν είναι δημόσιο ή ιδιωτικό αλλά κοινωνικό ή δημόσιο-ιδιωτικό.

Σπύρος Μαρκέτος: Ο ισχνός μαρξισμός που δίνει βαρύτητα στην αξία, παρότι εξαιρετικά σημαντικός πρέπει να ξεπεραστεί. Ο καπιταλισμός συναρθρώνει πολλούς άλλους παράγοντες και έχει πολλούς ενδιάμεσους κρίκους. Αν δε γίνει σοβαρή κριτική σε αυτούς τους ενδιάμεσους κρίκους, ο αντικαπιταλισμός θα μείνει απλά θεωρητικός. Οφείλουμε να δούμε την ιστορικότητα των συγκρούσεων που φτιάχνουν το σήμερα.

Δεν μπορούμε να αναλύσουμε τη σημερινή κατάσταση χωρίς αναφορά στον ιμπεριαλισμό. Οι εθνικισμοί σήμερα δεν είναι ίδιοι με τους εθνικισμούς του μεσοπολέμου. Ο φορέας που ασκεί σήμερα εθνικιστική-ρατσιστική πολιτική είναι η ευρωπαϊκή ένωση ως υπερεθνικός μηχανισμός και όχι τα διάφορα μικροκράτη. Ακόμα και η πρωταρχική απαλλοτριωτική συσσώρευση σήμερα πραγματοποιείται μέσω των μηχανισμών χρέους. Πρέπει η κριτική μας να καλύψει το ζήτημα της πατριαρχίας μέσω της συνεισφοράς του φεμινιστικού κινήματος και της αρχής το προσωπικό είναι πολιτικό.

Η ευρωζώνη είναι μια δικτατορία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

Όταν μιλάμε για συνομοσπονδία μιλάμε για σχέσεις μεταξύ ίσων, συνεπώς είναι μύθος ότι η ευρωπαϊκή ένωση είναι συνομοσπονδία. Αντίθετα η ευρωπαϊκή ένωση είναι μια ιεραρχικότατη ένωση όπου δεν υπάρχει καμία προοπτική να βελτιωθεί η θέση των χωρών της περιφέρειας αλλά αντίθετα η απόκλιση μεταξύ κέντρου και περιφέρειας θα συνεχίζει να μεγαλώνει..

Γιάννης Μηλιός: Ενώ η Νέα Υόρκη και το Κολοράντο είναι σε σχέση ισότητας..

Ηρακλής Χριστοφορίδης: Δεν καταλαβαίνω την αντιπαράθεση για αντικαπιταλιστικό αγώνα εντός η εκτός ευρωπαϊκής ένωσης. Δε γνωρίζουμε μέσα από ποιους δρόμους θα περάσει η εργατική τάξη. Μέσα όμως από την ευρωπαϊκή ένωση και των κανόνων του νεοφιλελευθερισμού είναι αδύνατον να διεκδικήσεις οτιδήποτε. Η έξοδος από την ευρωπαϊκή ένωση είναι μία απαραίτητη και αναγκαία προϋπόθεση αλλά όχι ικανή για να λυθούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εργατική τάξη.

Είναι η λιτότητα η κυρίαρχη πολιτική του νεοφιλελευθερισμού; Θα έπρεπε κατά τη γνώμη σας να αναλύσουμε μία σειρά από παλιότερες αναδιαρθρώσεις όπως οι αντεργατικοί ή οι εφαρμοστικοί νόμοι;

Μέχρι πρόσφατα υπήρχε η κοινή παραδοχή ότι μέσα από την εργασία μπορεί κανείς να παράξει τόσο υλικά αγαθά όσο και κοινωνικό νόημα. Έχει διαφοροποιηθεί αυτή η παραδοχή σήμερα; Μπορούμε να δημιουργήσουμε κοινά πάνω στη διαφοροποιημένη σε σχέση με το παρελθόν κοινωνική οργάνωση του αυτοματισμού;

Γιάννης Μηλιός: Η μορφή της εργατικής τάξης αλλάζει αλλά δε χάνεται με την αυτοματοποίηση. Θα έπρεπε να δούμε τα χαρακτηριστικά της εργατικής τάξης σε σχέση με τη συγκέντρωση του κεφαλαίου αλλά και της εργατικής υποκειμενικότητας.  Κάτι τέτοιο θα ήταν έργο των ανθρώπων που ασχολούνται με την αριστερά και περισσότερο των διανοουμένων.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Η συζήτηση γύρω από τα κοινά γίνεται στα πλαίσια μιας τεχνολογικής αλλαγής που χρησιμοποιεί τις νέες ψηφιακές τεχνολογίες όχι μόνο στο διαδίκτυο αλλά και αλλού για να δημιουργήσει αποκεντρωμένες μορφές τεχνολογιών και κοινωνικών συνεταιρισμών. Αν δεν υπάρξει πολιτική συνειδητοποίηση εντός αυτών των συλλογικών προσπαθειών μπορούν εύκολα να καταλήξουν σε μορφές νέα επιχειρηματικότητας και σύγχρονου ψηφιακού καπιταλισμού.

 

 

Θοδωρής Βελισσάρης

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Πέτρο Πέτκα (Π.Π.) για την απάντησή του στη βιβλιοκριτική μου.[1] Μερικές επισημάνσεις εκ μέρους μου:

α) Δυστυχώς δεν σχολιάστηκαν καθόλου τα βασικά σημεία της κριτικής μου, κι ας τους είχα δώσει ιδιαίτερη έμφαση, χρησιμοποιώντας με την πρόθεση αυτή ακόμα και πλάγιους χαρακτήρες (ό.π., σσ. 152-153).

β) Σχολιάστηκαν εντελώς δυσανάλογα, δευτερεύουσες θέσεις και “αποστροφές του λόγου” μου, μάλλον περιθωριακές ως προς το κύριο επιχείρημα. Για παράδειγμα, παρατίθεται από τον Π.Π. μικρή πραγματεία για τον Μπορντίγκα, το όνομα του οποίου εμφανίστηκε μόνο μία φορά σε παρένθεση. Η ουσία όμως του επιχειρήματός μου για την Κροστάνδη (ό.π., σ. 157), μένει αναπάντητη, παρότι εκφράστηκε, πέρα από τον Μπορντίγκα, ακόμα και από αναρχικούς ιστορικούς όπως ο Άβριτς, ο οποίος ισχυριζόταν ότι η νίκη της εξέγερσης των ναυτών τη συγκεκριμένη στιγμή θα οδηγούσε σε ενίσχυση της αντίδρασης στο εσωτερικό της Ρωσίας.[2]

γ) Ο Π.Π. ξεκινά την κριτική του με μία σύντομη παρέκβαση περί ιστορίας, θέλοντας να καταδείξει τη σημασία που έχουν τα “επιστημονικά δεδομένα” για την επίλυση διαφωνιών όπως αυτή μεταξύ μας. Νομίζω ότι η ιστορία ανακινεί προβλήματα ιδεολογίας, που δεν μπορούν να παραμεριστούν από “επιστημονικά δεδομένα”, αλλά σαφώς δεν μπορώ να επεκταθώ χωρίς να ξεφύγουμε και πάλι από το κύριο πλαίσιο της κριτική μου.

δ) Χαρακτηρίζεται απλοϊκός ο συλλογισμός μου για τη Γερμανική Επανάσταση και η εκ μέρους μου συσχέτιση της αποτυχίας της με την απουσία κομμουνιστικού κόμματος (με την παράλληλη υπόμνηση ύπαρξης κομμουνιστικού κόμματος κατά το νικηφόρο ξέσπασμα της Ρωσικής Επανάστασης). Ο αυστηρός χαρακτηρισμός του συλλογισμού μου εντούτοις παραμένει ατεκμηρίωτος. Εάν το κόμμα αποτελεί αντεπαναστατική δύναμη και τα σοβιέτ επαναστατική, μπορεί να θεωρηθεί απλοϊκό και εντελώς άνευ σημασίας το γεγονός ότι στη Γερμανία, όταν η επανάσταση απέτυχε, δεν υπήρχε κομμουνιστικό κόμμα, ενώ υπήρχαν σοβιέτ; Ο χαρακτηρισμός ενός συλλογισμού ως απλοϊκού, δεν θα απαιτούσε περαιτέρω την προσφορά ενός άλλου συλλογισμού, ο οποίος δεν θα ήταν τέτοιος; Μένει ακατανόητη η απόπειρα ερμηνείας της αποτυχίας της Γερμανικής Επανάστασης από τον Π.Π. με αναφορά στη δημιουργία του γραφείου του Άμστερνταμ, τον Οκτώβρη του 1919, ένα χρόνο σχεδόν μετά το ξέσπασμά της.

ε) Ο Π.Π. υμνεί την Κομμούνα του Παρισιού, και οικτίρει εμένα που επικροτώ ή ανέχομαι την πρακτική της σύλληψης ομήρων από τους μπολσεβίκους. Όμως, και η  Κομμούνα κρατούσε ομήρους, και μάλιστα εκτέλεσε 64 απ’ αυτούς. Ποιος υπερασπίστηκε πρώτος την Κομμούνα γι’ αυτή της την πράξη; Ο Λένιν; Όχι. Πρώτος-πρώτος, ο ίδιος ο Μαρξ.[3] Επίσης, ο Π.Π. επιδεικτικά αγνοεί την επισήμανση εκ μέρους μου της κριτικής που άσκησε ο Μαρξ στην Κομμούνα, και επιμένει ότι ο Μαρξ απλά την ύμνησε, και πως αυτή η εξύμνηση είναι απλά παράταιρη σε σχέση με άλλα έργα του για το κράτος. Όμως ο Μαρξ άσκησε κριτική στην Κομμούνα, στο ίδιο έργο στο οποίο την εξύμνησε.[4]  Αναπάντητη έμεινε επίσης η υπόμνησή μου ότι ο ίδιος ο Μαρξ ανέφερε ότι η Κομμούνα θα είχε πετύχει τους στόχους της μόνο ως δικτατορία του προλεταριάτου.[5]

στ) Περί «ηθικής πανωλεθρίας», προσπάθησα να δείξω ότι ο αυταρχισμός είναι αναπόφευκτος σε μία αυταρχική κοινωνία, άρα και στον άμεσο αγώνα για την υπέρβασή της. Ο ηθικός εκφυλισμός προκύπτει όταν ωραιοποιείται ο αυταρχισμός, και όταν δεν χρησιμοποιείται ως ύστατο μέσο άμυνας της  πλειοψηφίας επί της μειοψηφίας (ωραιοποίηση που συνέβη επί Στάλιν, και όχι επί Λένιν, ο οποίος μιλούσε ανοιχτά για τεράστια οπισθοδρόμηση σε σχέση με τους αρχικούς στόχους της επανάστασης).[6] Επίσης, αν όντως ο Λένιν, κατά βάθος, ποθούσε ολοκληρωτική χειραγώγηση των σοβιέτ και υφαρπαγή της εξουσίας τους, δεν θα αφιέρωνε πολλά από τα βασικά του κείμενα μετά την επανάσταση στην αμείλικτη κριτική της γραφειοκρατίας και στην αμείλικτη κριτική της ταύτισης κόμματος και κράτους.[7]

ζ) Δέχομαι τον σαρκασμό του Π.Π., και θεωρούμαι ανάξιος σοβαρής απάντησης εκ μέρους του, επειδή έγραψα, σε μη δημοσιευμένη εκδοχή της κριτικής μου, ότι δεν υπήρχε το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση επί Γαλλικής Επανάστασης. Ο ίδιος όμως ο Π.Π. λέει ότι δεν υπήρχε ο σύγχρονος βιομηχανικός καπιταλισμός επί Γαλλικής Επανάστασης, ενώ υπήρχαν διάφορα επιμέρους κεφάλαια, όπως το εμπορικό (το οποίο θα πρόσθετα ότι μπορούμε να το εντοπίσουμε σπερματικά σε εμπορικούς λαούς εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια πριν). Ακριβώς όμως, σύμφωνα με τον Μαρξ, για να υπάρχει το κεφάλαιο ως κυρίαρχη κοινωνική σχέση, απαιτείται η ανάδυση της βιομηχανίας και η συνακόλουθη άντληση σχετικής υπεραξίας. Είναι κι ο Μαρξ ανάξιος σοβαρής απάντησης;

η) Σχετικά με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, χαίρομαι που ο Π.Π. συμφωνεί ότι απέσυρε «ορισμένα μέρη της κριτικής της του 1904» ενάντια στον Λένιν και τους μπολσεβίκους (κατά τη δική μου γνώμη, τα βασικότερα). Στη συνέχεια όμως αναφέρεται ξανά στην ίδια κριτική του 1904 για την οποία μας είπε ότι αποσύρθηκαν ορισμένα μέρη, αναφέρεται δηλαδή στα «Οργανωτικά ζητήματα της Ρώσικης σοσιαλδημοκρατίας». Σε σχέση με τη μεταγενέστερη κριτική της, σημειώνω μόνο τα εξής: το γνωστό σε όλους έργο «Ρωσική επανάσταση» η Ρόζα Λούξεμπουργκ το έγραψε στη φυλακή, με περιορισμένες πηγές πληροφόρησης, και δεν το δημοσίευσε η ίδια εν ζωή. Δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό της, με επιμέλεια του Paul Levi. Εκτός φυλακής, έγραψε και δημοσίευσε η ίδια το, άγνωστο στους περισσοτέρους, άρθρο «Η Ρωσική τραγωδία»,[8] όπου γίνεται και πάλι αυστηρή αλλά συντροφική κριτική στους μπολσεβίκους, χωρίς την αναφορά στον συγκεντρωτισμό, την κατάργηση της Συντακτικής Συνέλευσης και άλλα σημεία κριτικής επί των μπολσεβίκων που περιείχε η «Ρωσική επανάσταση». Νομίζω το γεγονός αυτό έχει τη σημασία του.
Η Λούξεμπουργκ άσκησε αυστηρή κριτική στους μπολσεβίκους αλλά βρισκόμενη εντός του ίδιου, μαρξιστικού στρατοπέδου, που προσέβλεπε στη δικτατορία του προλεταριάτου και που θεωρούσε κεφαλαιώδους σημασίας την ύπαρξη μαζικού και πειθαρχημένου κόμματος (όπως ήταν ή ήθελε να ήταν τα κόμματα στα οποία συμμετείχε η ίδια ή στα οποία ηγούνταν). Δεν τους άσκησε κριτική από αναρχική ή στενά συμβουλιακή κομμουνιστική σκοπιά.

θ) Τέλος, με θεωρεί ο Π.Π. ένοχο «προφανούς παρανόησης» επειδή ισχυρίστηκα ότι πολλοί στην ελευθεριακή Αριστερά ξεχνούν ότι κάθε κράτος είναι αυταρχικό. Κι αυτό αφορά σε μία αποστροφή του λόγου μου, αλλά θα προσπαθήσω να εξηγήσω τι εννοώ, μιας και δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση από τον συνομιλητή μου.

Η δικτατορία του προλεταριάτου, σύμφωνα με την αρχική μαρξιστική θεώρηση, αφορούσε την επανάσταση, και όχι τη μετέπειτα οργάνωση της κοινωνίας. Kαθιστούσε έκδηλη πολιτικά την ταξική πάλη που ήδη λάμβανε χώρα στον καπιταλισμό εις βάρος της πλειοψηφίας (αυτό ονομαζόταν δικτατορία της αστικής τάξης). Και, μέσω της επανάστασης, η δικτατορία του προλεταριάτου συνέτριβε τους καπιταλιστές και έστρεφε αυτή την πάλη υπέρ της πλειοψηφίας. Αυτή θεωρούνταν μια αναπόδραστα αυταρχική διαδικασία (εξ ου και η επιλογή της έννοιας «δικτατορία»), όχι βέβαια αναγκαστικά βίαιη, όπως προσπάθησα να δείξω στην κριτική μου.

Η επανάσταση για τον μαρξισμό μπορεί να λάβει χώρα μόνο ως έκφραση της πλειοψηφίας. Οι μαρξιστές καταδίκαζαν ως πραξικόπημα και μπλανκισμό κάθε επανάσταση διεξαγόμενη από μία μειοψηφία. Ακόμα όμως κι ως έκφραση της πλειοψηφίας, η επανάσταση είναι μια αυταρχική διαδικασία, καθώς αποτελεί όξυνση της ταξικής πάλης και η ταξική πάλη δεν είναι ευχάριστη υπόθεση! Για παράδειγμα, η επανάσταση το 1917 δεν σηματοδοτούσε τον τερματισμό του πολέμου αλλά τη μετατροπή του παγκοσμίου πολέμου μεταξύ εθνών σε εμφύλιο πόλεμο εργατών και καπιταλιστών.

Τα κόμματα σε συνθήκες μαζικής πολιτικής είναι αναγκαία για την έκφραση των κοινωνικών συγκρούσεων και την ανάληψη πρωτοβουλιών για την υπέρβασή τους. Στον μαζικό πολιτικό στίβο (ο οποίος δεν μπορεί να παραβλεφθεί με ευχολόγια ή στρέφοντας αλλού το βλέμμα) η κομματική πάλη στο επαναστατικό στρατόπεδο αντανακλά απτά τις κοινωνικές διαιρέσεις ώστε να γίνουν αντικείμενο δημοκρατικής διευθέτησης, όχι για να υποταχθούν στη βούληση μιας υποτιθέμενα υστερόβουλης μειοψηφίας. Κανείς φυσικά δεν μπορεί να προκαθορίσει την εξέλιξη της εμπλοκής αυτής στα χωράφια της μαζικής πολιτικής. Αλλά η αγνόηση της μαζικής πολιτικής αποτελεί ανεύθυνη εγκατάλειψη της ταξικής πάλης στην αστική αντίδραση και τυφλότητα.

Μέσω της δικτατορίας της, η εργατική τάξη κατακτούσε την πολιτική εξουσία για να πραγματώσει τις κοινωνικές δυνατότητες του καπιταλισμού, τώρα πια στον σοσιαλισμό (δυνατότητες των οποίων την πραγμάτωση παρεμπόδιζε το ίδιο το κεφάλαιο). Σε σχέση λοιπόν με τη μετέπειτα οργάνωση της κοινωνίας, ο παραδοσιακός μαρξισμός αναφερόταν στον σοσιαλισμό, ο οποίος πραγματοποιούσε το αίτημα μίας πλήρους κοινωνικής δημοκρατίας, της οποίας το περιεχόμενο προσδιοριζόταν ιστορικά (Κομμούνα του Παρισιού, εργατικά συμβούλια). Πλήρης δημοκρατία, όχι μόνο με την έννοια της συμπλήρωσής της με την οικονομική ισότητα, αλλά και με την πολιτική εμβάθυνσή της μέσω της συμμετοχής όλων στη διαχείριση των κοινών.[9]

Η επανάσταση θα ήταν αποτυχημένη αν δεν οδηγούσε σε μία πλήρη δημοκρατία. Αυτή η δημοκρατία μπορεί φυσικά να συνδυάζει άμεσα και έμμεσα στοιχεία (οι ίδιοι οι αμεσοδημοκράτες αναφέρονται εξάλλου σε «ανακλητούς εντολοδόχους», όπως έκαναν οι Μαρξ και Λένιν).

Η πλήρης δημοκρατία εντούτοις δεν οδηγεί αυτόματα στον κομμουνισμό (την ελευθερία) ή, μάλλον, δεν είναι ακόμα κομμουνισμός, καθώς φέρει μαζί της αυτό που ο Μαρξ ονόμαζε «αστικό δίκαιο»: το «ίσο δίκαιο (που) είναι άνισο δίκαιο για άνιση εργασία»[10]. Αυτό κληρονομείται δυστυχώς στην επανάσταση από τον καπιταλισμό (παρά το γεγονός ότι η επανάσταση συντρίβει τους ίδιους τους καπιταλιστές). Η κοινωνία προσβλέπει ακόμα σε ένα είδος κυβέρνησης που έχει το μονοπώλιο ως προς την επίλυση των διαφορών των μελών της, καθώς τα υποκείμενα έχουν εσωτερικεύσει το «αστικό δίκαιο», και δεν έχουν ακόμα συνηθίσει σε έναν άλλο τρόπο ζωής που θα εξοβέλιζε εντελώς τη σκιά του κράτους και των κυβερνήσεων. Καθώς η σκιά αυτή επιζεί εσωτερικά στα ίδια τα υποκείμενα της αλλαγής, δεν μπορεί να καταργηθεί με διατάγματα αλλά, σύμφωνα με τους Μαρξ και Λένιν, μπορεί μονάχα να «απονεκρωθεί» σταδιακά, μέσω της ενδυνάμωσης των υποκειμένων πολιτικά και κοινωνικά, και την καθ’ έξιν κατάκτηση ενός ανώτερου τρόπου ζωής εκ μέρους τους. Γι’ αυτό ελευθερία είναι το τέλος της πολιτικής όπως την ξέρουμε, ακόμα και της δημοκρατικότερης εκδοχής της.

Πολλοί ελευθεριακοί σήμερα λοιπόν, εκτός του ότι μπορεί να ξεχνούν ότι η επανάσταση έχει αναπόδραστα αυταρχικό χαρακτήρα, ξεχνούν ότι και η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας δεν ταυτίζεται με την ελευθερία και τον κομμουνισμό. Θεωρούν ότι η μετεπαναστατική εγκαθίδρυση μίας άμεσης δημοκρατίας οδηγεί αυτόματα στο ξεπέρασμα του κράτους: όμως, ακόμα και μία άμεση δημοκρατία μπορεί να παίρνει καταπιεστικές αποφάσεις εναντίον των ίδιων των μελών της. Μετατρέπουν το μέσο προς την ελευθερία (τη δημοκρατία) σε αυτοσκοπό. Στην πραγματικότητα, το μέλλον εντός της ελευθερίας δεν μπορεί παρά να είναι απρόβλεπτο, και η δημοκρατία μπορεί να είναι ένα εργαλείο μεταξύ πολλών άλλων στο μέλλον αυτό, όχι μία ιεροποιημένη διαδικασία εις το διηνεκές η οποία επαναφέρει το κράτος ως διαχωρισμένο, υπερυψωμένο σωτήρα της κοινωνίας από την πίσω πόρτα.

Παλιότερα, κοινός στόχος μαρξισμού και αναρχισμού ήταν η εξάλειψη κάθε είδους καταπίεσης και η μετάθεση του τρόπου λήψης των αποφάσεων από το «επίσημο» επίπεδο του κράτους, στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών. Στόχος ήταν το ξεπέρασμα της ίδιας της ανάγκης για την πολιτική όπως την ξέρουμε, η μετάβαση από τη διαχείριση των ανθρώπων στη διαχείριση των πραγμάτων. Οι στόχοι αυτοί υποβαθμίζονται κατά τη γνώμη μου υπέρ μίας φυσικοποίησης και ωραιοποίησης της κυριαρχίας της πλειοψηφίας επί της μειοψηφίας, μέσω της επίκλησης της άμεσης δημοκρατίας ως κορωνίδας της ανθρώπινης ελευθερίας.

Καταλαβαίνω ότι και η κλασική ελευθεριακή προσήλωση στην άμεση συντριβή κάθε μορφής εξουσίας με το αίτημα «ελευθερία τώρα!», έμοιαζε, σε αντίθεση με τον μαρξισμό, να μη λαμβάνει καθόλου υπόψη το (ενδιάμεσο) πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας, όπως το θέτει η ίδια η πραγματικότητα. Η «διόρθωση» όμως, μέσω της επίκλησης της άμεσης δημοκρατίας, έφερε ένα νέο πρόβλημα, αυτό δηλαδή που ανέφερα ως λήθη του αυταρχικού χαρακτήρα κάθε κράτους, ακόμα και αυτού που θεσμοποιεί την κυριαρχία των πολλών επί των λίγων. Η πολιτική εξουσία όπως την ξέρουμε δεν είναι μία φυσική, αιώνια πραγματικότητα, της οποίας την καλύτερη ή λιγότερο κακή μορφή πρέπει να επιλέξουμε. Η πολιτική εξουσία αποτελεί προϊόν της ταξικής κοινωνίας, και δεν μπορεί παρά να πεθάνει μαζί της.

 

[1] “Η επανάσταση ως σύμπτωμα του κεφαλαίου”, Ουτοπία, τ. 113 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2015), σσ. 149-162.

[2] Paul Avrich, “Kronstadt, 1921” (Princeton Legacy Library), January 1, 1991. Καίρια αποσπάσματα του βιβλίου αυτού υπάρχουν διαθέσιμα εδώ:
/wp-content/uploads/readings/avrichpaul_kronstadt1921ex.pdf
Παρόμοια άποψη έχει εκφράσει και ο Βικτόρ Σερζ στο έργο του για την Κροστάνδη, εδώ (στην ενότητα «Γιατί υποστήριξα τους μπολσεβίκους»):
http://www.marxists.org/archive/serge/1945/memoirs/ch04x.htm#h3

[3]«Όταν ο Θιέρσος […] επέβαλε την ανθρώπινη πρακτική τουφεκισμού Κομμουνάρων αιχμαλώτων, η Κομμούνα, για να τους προστατέψει, αναγκάστηκε να καταφύγει στην πρωσική πρακτική κράτησης ομήρων. Το δικαίωμα στη ζωή των ομήρων αυτών καταπατήθηκε επανειλημμένα από τις συνεχείς εκτελέσεις αιχμαλώτων εκ μέρους των Βερσαλλιών. Πως θα μπορούσαν να σωθούν πια μετά τη σφαγή με την οποία οι πραιτοριανοί του MacMahon γιόρτασαν την είσοδό τους στο Παρίσι; […] Πραγματικός δολοφόνος […] ήταν ο Θιέρσος.» (δική μου μετάφραση)
http://www.marxists.org/archive/marx/works/1871/civil-war-france/ch06.htm

[4] Για παράδειγμα: «Με τη διστακτικότητά της να συνεχίσει τον εμφύλιο πόλεμο που κηρύχθηκε από τη ληστρική απόπειρα του Θιέρσου στη Μονμάρτη, τούτη τη φορά η Κεντρική Επιτροπή αποδείχτηκε ένοχη ενός λάθους αποφασιστικής σημασίας, καθώς δεν εφόρμησε στις Βερσαλλίες». (δική μου μετάφραση)
http://www.marxists.org/archive/marx/works/1871/civil-war-france/ch04.htm
Στη βιβλιοκριτική μου αναφέρω εν τάχει και τα υπόλοιπα βασικά σημεία της κριτικής του Μαρξ στην Κομμούνα.

[5] «Όμως προτού να επιτευχθεί μια τέτοια αλλαγή, μία προλεταριακή δικτατορία θα ήταν απαραίτητη, με πρώτη προϋπόθεσή της έναν προλεταριακό στρατό.» (δική μου μετάφραση)
http://www.marxists.org/archive/marx/bio/media/marx/71_10_15.htm

[6] «Σημειώσεις ενός δημοσιολόγου»
http://www.marxists.org/archive/lenin/works/1922/feb/x01.htm

[7] Moshe Lewin, Lenin’s Last Struggle (Ann Arbor Paperbacks for the Study of Russian and Soviet History and Politics), May 4, 2005

[8] http://www.marxists.org/archive/luxemburg/1918/09/11.htm

[9] Αυτά όλα έχουν ξεχαστεί και θεωρείται ότι ο μαρξισμός πάντα στήριζε τον κρατισμό ή και τον ολοκληρωτισμό ακόμα, επειδή ο Στάλιν μεταβάπτισε τις εθνικές συνθήκες εξαθλίωσης στη Ρωσία σε σοσιαλισμό. Με την ίδια έννοια, η συμμετοχή των ισπανών αναρχικών σε υπουργικούς θώκους στην Ισπανία, και μάλιστα εντός αστικής «αντιφασιστικής» κυβέρνησης η οποία κατέστειλε την εξέγερση στη Βαρκελώνη το 1937, θα έπρεπε να σημαίνει συλλήβδην καταδίκη του αναρχισμού.  Όχι βέβαια ότι ο σταλινισμός είναι παντελώς άσχετος με τον Μαρξ και τον Λένιν. Η ιστορική όμως συσχέτιση του σταλινισμού με τον Μαρξ και τον Λένιν, δεν σημαίνει αναγκαστικά και κάποια λογική τους συσχέτιση (όπως το έθετε ο Τρότσκι και για τη σχέση σταλινισμού και μπολσεβικισμού).

[10] Καρλ Μαρξ, «Κριτική του προγράμματος της Γκότα», (Σύγχρονη Εποχή), Αθήνα 2007, σσ. 22-23.

Θοδωρής Βελισσάρης

15/2/2016

[Σημειώσεις επί των οποίων βασίστηκε η σχετική παρουσίαση στο συνεργατικό βιβλιοπωλείο “Ακυβέρνητες Πολιτείες” στη Θεσσαλονίκη]

Η αλήθεια είναι ότι ο μαρξισμός μοιάζει ιδιαίτερα παρωχημένος σήμερα. Σε αντίθεση με τον προηγούμενο αιώνα, δεν υπάρχουν ούτε τόσα ισχυρά κόμματα και οργανώσεις διεθνώς, ούτε τόσοι διανοούμενοι που να εντάσσονται στη μαρξιστική παράδοση.

Όπως το έθεσε ένας Αμερικάνος σύντροφός μας σε ένα άρθρο του, σήμερα ο μαρξισμός μοιάζει να «έχει επιβιώσει ως ‘ανάλυση’, αλλά χωρίς σαφή πρακτική σημασία∙ ενώ ο ‘κομμουνισμός’ έχει επιβιώσει ως ηθική στάση, χωρίς αποτελεσματική πολιτική.»

Από την άλλη, τι έγινε μόλις ξέσπασε η πρόσφατη κρίση; Αυξήθηκαν κατακόρυφα οι πωλήσεις του «Κεφαλαίου», του μεγάλου έργου του Μαρξ, διεθνώς! Ίσως κάτι σημαίνει αυτό.

Επίσης, παρατηρείται συχνά οι μη-μαρξιστές, οι οποίοι έχουν ξεπεράσει υποτίθεται τον Μαρξ και τον μαρξισμό, να νιώθουν την ανάγκη να εξηγήσουν αναλυτικά γιατί ο Μαρξ έχει άδικο, γιατί είναι ξεπερασμένος, γιατί ένα μόνο μέρος των ιδεών του μπορεί να είναι χρήσιμο αλλά το υπόλοιπο άχρηστο (ας πούμε οι «οικονομικές» του θεωρίες είναι έγκυρες, ενώ οι πολιτικές “silly”, όπως το έθεσε πρόσφατα ο Χόλογουεϊ απαντώντας σε μία ερώτησή μου εδώ στη Θεσσαλονίκη). Αν ο Μαρξισμός είχε ξεπεραστεί εντελώς ιστορικά, και δεν είχε καμία σημασία, αμφιβάλω αν θα ένιωθε κανείς την ανάγκη να αυτοπροσδιορίζεται σε τέτοιο βαθμό αρνητικά, μέσω του Μαρξ. (Ας πούμε οι αναρχικοί δικαιολογούν συχνά τις πολιτικές επιλογές τους αναδεικνύοντας περισσότερο τις αποτυχίες της μαρξιστικής πολιτικής,  ή ο Καστοριάδης αφιερώνει 100 σελίδες αποδόμησης του Μαρξ, όχι τόσο πετυχημένες κατά τη γνώμη μου, προτού να πει τα δικά του στη Φαντασιακή κλπ).  Είναι σαν κάτι να μας φαγουρίζει κάπου στην πλάτη, και να μην περνάει οριστικά όσο κι αν το ξύνουμε, ή σα να μην το φτάνουμε ποτέ ακριβώς… ή κάτι τέτοιο, ας μη συνεχίσω μ’ αυτή την αρκετά εξεζητημένη μεταφορά!

Ας έρθουμε όμως στο ψητό, τι είναι ή, ίσως, τι ήταν ο μαρξισμός.
Και εδώ μπορούμε σιγά σιγά να περάσουμε και στο διάγραμμα που έχετε στα χέρια σας.

Σήμερα τείνουμε να πιστεύουμε ότι όλες οι μεταβολές στην ιστορία ήταν πάνω-κάτω εξίσου σημαντικές, αν όχι εξίσου αδιάφορες. Και ότι για παράδειγμα ένα πιθανό πέρασμα από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό (ή κάπου αλλού), θα είναι παρόμοιας τάξεως και σημασίας με το πέρασμα π.χ. από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Και ότι ο Μαρξ ασχολήθηκε μ’ αυτή την, άνευ ιδιαιτερότητας, πιθανή μετάβαση, μία μεταξύ πολλών άλλων.
Όμως για τους κλασικούς μαρξιστές ήταν κοινός τόπος η υπόθεση ότι η μετάβαση στην αστική κοινωνία σηματοδοτούσε μία αλλαγή παρόμοιας σημασίας και βεληνεκούς με αυτή που σηματοδοτούσε η άνοδος της νεολιθική κοινωνίας.

Ας πιάσουμε όμως το νήμα από την αρχή.

Παλαιολιθική:

Κάποια στιγμή στην ιστορία της φύσης αναδύεται η ανθρωπότητα. Αυτό αποτελεί τρόπον τινά μία κρίση της φύσης, μία τομή που σηματοδοτεί μία πολύ σημαντική αλλαγή. Μιλάμε τότε μόνο για εμφάνιση του ανθρώπου, σε σχέση με τους προγόνους του Ανθρωπίδες, ή μεγάλους πιθήκους. Γιατί; Ίσως ιδιαίτερη σημασία έχει μία διαφορά που έρχεται στο επίπεδο της συνείδησης. Η ικανότητα συμβολικής έκφρασης των σχέσεων των ανθρώπων με τη φύση, αλλά και μεταξύ τους, κυρίως μέσω της ανάπτυξης της γλώσσας. Εδώ οι άνθρωποι είναι νομάδες, κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες. Δεν θέλω να επιμείνω πολύ εδώ, απλά να γίνει κατανοητή η ριζική διαφορά του τρόπου ζωής τότε από τον δικό μας. Το κοσμοείδωλό τους εικάζεται ότι κυριαρχούνταν από μία μυθική αλληλοδιαπλοκή ανθρώπου/φύσης/χρόνου/και κόσμου εν γένει. Για παράδειγμα κάθε κυνηγός την ώρα που κυνηγούσε ταυτιζόταν με τον πρώτο κυνηγό, και απαγορευόταν μέχρι οστρακισμού το να κυνηγάς διαφορετικά από τον τρόπο που υποτίθεται κυνηγούσε αυτός! Επικρατούσε ο Τοτεμισμός. Τα ζώα και η ανθρώπινη φυλή θεωρούνται συχνά ενιαία. Δοξασίες για παράδειγμα ότι αν αρρωστήσει το ζώο που κυνηγά, αρρωσταίνει και ο κυνηγός του. Επίσης υπήρχαν σημαντικά στοιχεία ισότητας/εξισωτισμού στις κοινωνίες αυτές (μητριαρχία, γεροντοκρατίες – όλοι κάποτε γερνάμε).

Δεν θα μπω τώρα σε μια αξιολόγηση του τρόπου ζωής στην Παλαιολιθική (δεν θέλω να τα παρουσιάσω όλα ρόδινα, – υπήρχε βία, απίστευτη ανασφάλεια, δεσμοί αίματος κλπ).
Αν ζούσαμε πάντως  σήμερα ακόμα όπως αυτοί, δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε για το πρόβλημα της ελευθερίας στην ιστορία της ανθρωπότητας! Μπορούμε να μιλάμε γιατί, περίπου 10.000 χρόνια πριν, λαμβάνει χώρα μία κοσμοϊστορικής σημασίας τομή.

 

Νεολιθική – Γεωργική επανάσταση [δεν έγινε αυτόματα, πρώτα γεωργική και σταδιακά νεολιθική]:

Γιατί συμβαίνει; Επηρεάστηκε ίσως από την κλιματική αλλαγή; Την εξάλειψη των μεγάλων ζώων; Σε κάθε περίπτωση, σημασία έχει ότι όντως έλαβε χώρα και σηματοδότησε μία κρίση για την ίδια την ανθρωπότητα, εγκαθιδρύοντας αυτόν που γνωρίζουμε ως παραδοσιακό πολιτισμό! Κολοσσιαίες αλλαγές: Εδώ έχουμε πλέον μόνιμη εγκατάσταση, αγροτικό τρόπο ζωής, εξημέρωση ζώων και φυτών. Αλλαγές σε όλους τους τομείς της ζωής. Για παράδειγμα παρατηρείται δραματική πτώση του ατομικού επιπέδου ζωής και υγείας σε σχέση με Παλαιολιθική. Μόνο στον 20ό αι. πιάσαμε το προσδόκιμο της Παλαιολιθικής! Ακόμα και σήμερα μας ταλαιπωρούν σημάδια αυτής της μετάβασης. Γρίπη πτηνών, γρίπη χοίρων, ως κατάλοιπα των προβλημάτων που έφερε η εξημέρωση των ζώων και η συνύπαρξη μαζί τους.  Ό,τι δύναμη πάντως χάνεται ατομικά, κερδίζεται συλλογικά. Αυτή η συλλογική δύναμη άφησε εκτυφλωτικά μνημεία πολιτισμού τα οποία θαυμάζουμε ακόμα και σήμερα, καθώς και έναν πρωτοφανή πλούτο (βασίστηκαν βέβαια στην καταναγκαστική εργασία χιλιάδων…).

Εμφανίζονται πανίσχυρα διοικητικά κέντρα, οι πόλεις, στις οποίες αναδύεται η έννοια του πολίτη, και σπάει ο δεσμός αίματος και συγγένειας που καθόριζε τις κοινωνικές σχέσεις πρωτύτερα. (αν και η πλειοψηφία δεν ζει ακόμα τότε σε πόλεις, αυτό έγινε στις αρχές του 21ου αι. – η πόλη ζει τότε από το πλεόνασμα της υπαίθρου. Αργότερα, στην νεωτερικότητα η πόλη γίνεται το κέντρο παραγωγής!).

Βασικό χαρακτηριστικό της ζωής μετά τη νεολιθική επανάσταση είναι η προσαρμογή σε ό,τι θεωρείται «μεγάλη αλυσίδα των όντων»: θεϊκή τάξη – κάστες – γη
Κάστες: Βασιλιάς – παπάδες/κλήρος – αριστοκρατία/πολεμιστές – εργάτες γης/χωρικοί].
Αλλάζει η έννοια του χρόνου και του χώρου. Όσον αφορά το χρόνο: ημερολόγια ανάλογα με γεωργικές ανάγκες. Χώρος: κατάτμηση γης για καλλιέργεια (για πώληση από το 1500 κι έπειτα!). Έχουμε γραφή, εγγράματο πολιτισμό. Την επικράτηση της πατριαρχίας.
Όσον αφορά την εργασία θεωρείται καθήκον, όχι επιλογή, όπως την έχουμε εμείς στο μυαλό μας. Όπως γεννιόσουν έτσι πέθαινες, είτε βασιλιάς, είτε δούλος.

Τώρα, μια σημείωση, παρότι εμείς συζητάμε την παλαιολιθική και νεολιθική κοινωνία ως «οικονομίες», ως «τρόπους παραγωγής», τότε δεν θα έβλεπαν τον εαυτό τους έτσι αναγκαστικά. Στον παραδοσιακό πολιτισμό αν ρωτούσες κάποιον δεν θα σου έλεγε ότι ζει σε φεουδαρχία ή δουλοκτητική κοινωνία, ίσως θα έλεγαν ότι ζούσαν σε μία θρησκεία, στο βασίλειο του Θεού.

Στα «θετικά», μπορούμε να διακρίνουμε μία στοιχειώδη εξατομίκευση, κάποια ίχνη ελευθερίας, αλλά για απειροελάχιστα μέλη των ελίτ. Μην ξεχνάμε ότι γι’ αυτή την ελευθερία προϋπόθεση ήταν η καταναγκαστική εργασία και η ύπαρξη δούλων.

Όσον αφορά την πολιτική, ο Αριστοτέλης δίνει τον κλασικό ορισμό του ανθρώπου για όλη αυτή την περίοδο.
«Ζώον πολιτικόν». [Ακόμα κι εδώ, που είναι πολύ προχωρημένη η σύλληψη, πέφτει βαριά η σκιά μιας ιδέας περί αναλλοίωτης ανθρώπινης φύσης]. Τι σημαίνει; Σημαίνει ότι δημιουργούμε την πόλη μας – αλλά προσοχή, με ποια έννοια; Δημιουργούμε την πολιτική μας ζωή με βάση τις αξίες μας, οριζόμενες από μία συγκεκριμένη ιδέα του Αγαθού! Η πολιτική περιοριζόταν από πανίσχυρα έθιμα. Για τίποτα δεν μπορούσες να πεις: εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου! Ακόμα και για οικογενειακή υποθέσεις. Η Αθήνα αποτελεί ως ένα βαθμό την εξαίρεση που αποδεικνύει τον κανόνα (κάπως – μην ξεχνάμε την καταδίκη του Σωκράτη) λόγω ανάπτυξης εμπορίου: τους έκανε ανοιχτόμυαλους / και βεβαίως πλούσιους.

Παρότι την έχουμε ξεπεράσει, και θα δούμε αν και πως σε λίγο, η νεολιθική επανάσταση και η ιστορία του πολιτισμού που την ακολούθησε μας έχει επηρεάσει έντονα.
Ας πούμε, πολλοί σύγχρονοι επαναστάτες επικαλούνταν κινήματα χειραφέτησης του παραδοσιακού πολιτισμού. Οι χωρικοί και ο ηγέτης τους Τόμας Μύντσερ, επικαλούνταν στον πόλεμό τους εναντίον της απολυταρχίας τη διδασκαλία του Χριστού, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ τον Μωϋσή που οδήγησε τους εβραίους μακριά από την αιγυπτιακή κυριαρχία. Η Λούξεμπουργκ επικαλούνταν την εξέγερση του Σπάρτακου. Αλλά αυτές οι εξεγέρσεις στον παραδοσιακό πολιτισμό, δεν αμφισβητούσαν τον κατεστημένο τρόπο ζωής και τις ίδιες τις κάστες. Ζητούσαν καλύτερο βασιλιά, όχι το τέλος των βασιλιάδων. Καλύτερη ιεραρχία, όχι το τέλος των ιεραρχιών. Για κάτι τέτοιο χρειάστηκαν οι αστικές επαναστάσεις!

Αλλά ήδη, προτού περάσουμε σ’ αυτές, και μόνο με τη νεολιθική και γεωργική επανάσταση και τις τομές που σηματοδότησαν, πως μπορούμε να μην είμαστε καχύποπτοι όταν ακούμε όλα αυτά περί αναλλοίωτης ανθρώπινης φύσης, αυτά τα «καληνύχτα Κεμάλ, ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ» του Χατζιδάκι κλπ! Παρά τις κοινοτοπίες αυτές, η ανθρωπότητα μετασχημάτισε ριζικά τον εαυτό της αρκετές φορές στην ιστορία. Και τώρα περνάμε στην κρισιμότερη ίσως τομή.

Αστική επανάσταση:

Εδώ μιλάμε για την κρίση σύνολου του παραδοσιακού πολιτισμού που κυριαρχούσε επί 10.000 χρόνια περίπου! Οι κάστες και η θρησκεία που τις νομιμοποεί αμφισβητούνται για πρώτη φορά! Ο όρος αστική εδώ  δεν αναφέρεται στην αστική τάξη ή την καπιταλιστική, αλλά κυρίως στις κοινωνικές σχέσεις της νεώτερης πόλης. Αστικός – άστυ. Οι πόλεις γίνονται κέντρα, όχι συγκέντρωσης του πλεονάσματος, πλέον,  αλλά παραγωγής του πλεονάσματος.
Οι κάστες είπαμε ότι κατά βάση διαχώριζαν αυτούς που προσεύχονται, αυτούς που πολεμούν, και αυτούς που εργάζονται. Αυτή η τελευταία είναι η Τρίτη Τάξη, όλοι όσοι εργάζονται, που εξεγείρεται ενάντια στις κατεστημένες ιεραρχίες και σχέσεις, σε μία σειρά από αστικές επαναστάσεις, από την εξέγερση των ολλανδικών πόλεων μέχρι τη μεγάλη Γαλλική επανάσταση. Τι είναι η Τρίτη Τάξη; ρωτάει ο επαναστάτης Αββάς Σεγιέ: Δεν είναι τίποτα. Αλλά θέλει να γίνει τα πάντα. (τότε δεν θεωρούνταν ακόμα μεγάλης σημασίας η διάκριση μεταξύ «καπιταλιστή» και «εργάτη»).

Εδώ έχουμε πλέον τη μετάβαση από τον χωρικό στον εργάτη, με συντριβή όλων των παραδοσιακών καστών. Και αυτό το πέρασμα στην εργασία είναι πολύ ιδιαίτερο. Η εργασία δεν είναι πλέον προκαθορισμένη αλλά μπορεί να είναι αντικείμενο επιλογής. Συνήθως σκεφτόμαστε μόνο την αρνητική πλευρά της έννοιας εκμετάλλευση. Όμως με την άνοδό της ξεχνάμε αυτή την πλευρά της εργασίας, ότι πέρα από εκμετάλλευση, είναι αυτοεκμετάλλευση. Μπορώ να εκμεταλλευτώ τον εαυτό του κατά βούληση, να επιλέξω πως θα αξιοποιήσω τον εαυτό μου ως μέσο παραγωγής! Και όλοι μοιράζονται το ίδιο πεπρωμένο. Όπως το έθετε μία οξυδερκής, παρότι συντηρητική, στοχάστρια, η Χάννα Άρεντ, ακόμα και οι βασιλιάδες και οι πρωθυπουργοί σήμερα «κάνουν μία δουλειά» όπως όλοι  – πρέπει δηλαδή να δικαιολογούν την ύπαρξή τους μέσω της εργασίας τους! Η εργασία γίνεται το εισιτήριο εισόδου στην κοινωνική ζωή και στοιχίζεται με την υπόσχεση μίας άνευ προηγουμένου ελευθερίας για όλους. [Χέγκελ: αρχικά ένας, αργότερα μερικοί, σήμερα όλοι ελεύθεροι].

Μιλάμε για κοσμολογική αλλαγή (ο Μαρξ έλεγε ότι συντελείται η δημιουργία ενός ολόκληρου αστικού κόσμου): όλη η ανθρώπινη εμπειρία μεταμορφώνεται.

Δεν υπήρχε καν κοινωνία (π.χ. κοινωνιολογία), ή άτομο (π.χ. ψυχολογία) πριν την αστική κοινωνία. Αυτές οι αφηρημένες έννοιες απαιτούν την ισοπέδωση όλων κάτω από την εμπορευματική μορφή της εργασίας (γίναμε όλοι εμπορεύματα), σαν αυτά  τα ανθρωπάκια του Γιάννη Γαΐτη, με τα καπέλα (που ίσως είναι πεπαλαιωμένα αισθητικά κατά τη γνώμη μου, αλλά περνάνε το μήνυμα).

Έχουμε πάλι αλλαγή στη σύλληψη χώρου και χρόνου. Χρόνος: απόλυτος, για μετρησιμότητα, ακρίβεια, σύγκριση, αποτελεσματικότητα. Χώρος: έθνη – κράτη. Σαφή σύνορα (Βεστφαλιανό σύστημα).

Ιδιοκτησία προκύπτει και νομιμοποιείται από την εργασία (Λοκ). Και η κοινωνία από συμβόλαιο (όχι από Θεό).

Εδραιώνεται η ιδέα της ελευθερίας και η υπόθεση περί ανεξάντλητων ανθρώπινων δυνατοτήτων. [Ναπολέοντας – Ιένα – Χέγκελ]

Άνθρωπος. Από πολιτικό ζώο, μετατρέπεται σε ζώο που παράγει αποτελεσματικά: Homo faber, Homo economicus.

Όραμα αστικής κοινωνίας συνοψίζεται καλά από τον  Άνταμ Σμιθ. Επιλογή εργασίας σημαίνει αύξηση παραγωγικότητας εργασίας, άρα και αξίας της εργασίας. Συνεπώς σημαίνει ικανοποίηση περισσότερων αναγκών. Ανάπτυξη/προαγωγή ανθρώπινων δυνατοτήτων και ελευθερίας.

Δεν ξέρω πόσο καλά ανταποκρίνεται η περιγραφή μου γι’ αυτή, αλλά μιλάμε για μία κοσμολογική μεταβολή απίστευτου βεληνεκούς. Η ζωή από τρόπος του είναι μεταμορφώνεται σε τρόπος του γίγνεσθαι. Και μιλάμε όχι απλά για την ελευθερία να είσαι κάτι, αλλά να γίνεσαι κάτι άλλο από αυτό που είσαι.

Communist-manifesto

Μαρξ και Μαρξισμός

Μια πολύ ωραία περιγραφή αυτής της τομής κάνει ο Λουί Μενάντ, αναδεικνύοντας και τη σημασία του Μαρξ.

Ας δώσουμε λίγο και τον λόγο στον ίδιο τον Μαρξ, σε ένα απόσπασμα από τα Γκρούντρισε.

Άρα σιγά σιγά γίνεται κατανοητό γιατί έπρεπε να κάνουμε όλο αυτό το ιστορικό ταξίδι για να καταλήξουμε στον Μαρξ, γιατί δεν αρκούν οι αστοί στοχαστές για την επαρκή συνείδηση των καθηκόντων της εποχής μας, και γιατί χρειάζεται ο 2ος Διαφωτισμός που αναφέρθηκε πριν μέσω του Μενάντ.

Η πορεία αστικοποίησης των κοινωνικών σχέσεων προς την ελευθερία δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί ομαλά: η παραγωγικότητα του Σμιθ δεν αύξησε την αξία της εργασίας, και το όραμα του Καντ για την παγκόσμια ειρήνη έμεινε στα χαρτιά. Με τη Βιομηχανική Επανάσταση η αστική επανάσταση έμπλεξε σε μία σειρά εμποδίων, επιπλοκών και αντιφάσεων, τις οποίες προσπάθησε να συλλάβει ο Μαρξ.

Η Βιομηχανική επανάσταση (χονδρικά 1750-1850) επηρέασε επίσης ολόκληρη την κοινωνική ζωή, δεν είχε αντίκτυπο μόνο στην οικονομία. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ήταν η μαζική υποκατάσταση εργασίας από μηχανές, με την οποία επιτυγχάνεται αύξηση της παραγωγικότητα με ταυτόχρονη υποβάθμιση της αξίας της εργασίας (εδώ αρχίζει να έχει σημασία η διάκριση μεταξύ μισθών και κεφαλαίου, γιατί η υποβάθμιση της αξίας της εργασίας δεν θίγει εξίσου εργάτες και καπιταλιστές, το αντίθετο). Πριν την εξάπλωση της Βιομηχανικής Επανάστασης, την περίοδο που ο Μαρξ περιγράφει ως μανιφακτούρα, οι ίδιοι οι εργάτες διαμόρφωναν την εργασία, τον ρόλο των μηχανών στην παραγωγή. Με τη μεγάλη βιομηχανία, οι μηχανές διαμορφώνουν την εργασία και τον ρόλο των εργατών.

Συνέπειες πολύ σοβαρές: Για πρώτη φορά έχουμε καθαρά οικονομικές κρίσεις  (μέχρι τότε τις αντιμετώπιζαν σαν σπάνια φυσικά φαινόμενα ή προσωρινά ατυχήματα). Μαζική φτωχοποίηση. Αναδύεται ο εφεδρικός στρατός εργασίας, οι άνεργοι, ένα σταθερά πλεονάζον, περιττό μέρος του πληθυσμού. Πρώτη φορά αναδύεται και το προλεταριάτο (ο Μαρξ δεν αναφέρεται πλέον στις εργαζόμενες τάξεις γενικά όπως οι ριζοσπάστες αστοί).

Η αντίφαση για Μαρξ στο νέο αυτό πλαίσιο συνοψιζόταν στο γεγονός ότι η εργασία παρέμενε μέτρο της αξίας: πουλάμε χρονικά καταμετρημένη εργασία για να επιβιώσουμε (ό,τι αποκαλούμε γενικότερα σχέσεις παραγωγής) ενώ συγχρόνως η εργασία απαξιωνόταν και γινόταν περιττή από τη σκοπιά της ανάπτυξης των βιομηχανικών παραγωγικών δυνάμεων. Φτώχεια εν μέσω πλούτου, ανεργία εν μέσω γιγαντιαίας αύξησης του κεφαλαίου, ο Μαρξ λέει ότι εν μέσω αφάνταστου πλούτου η σπηλιά του πρωτόγονου αρχίζει να μοιάζει πιο ζεστή και βολική από το δωμάτιο του εργάτη.

Αν προ-νεωτερικά υπήρχε απόλυτη εξάρτηση κάθε υποκειμένου από το περιβάλλον του, με την αστική επανάσταση φάνηκε να επικρατεί μία υποκειμενική αίσθηση ελευθερίας, και οι αντικειμενικές δυνάμεις έμοιαζαν να την ευνοούν. Στο κεφάλαιο, διατηρείται αυτή η υποκειμενική αίσθηση, αλλά ταυτόχρονα πέφτει βαριά η σκιά μίας αντικειμενικής εξάρτησης των υποκειμένων από μία διαδικασία που βρίσκεται πέρα από τον έλεγχό τους – την τυφλή δυναμική του κεφαλαίου (που, ό,τι και να κάνουμε, φέρνει κρίσεις, ανεργία κλπ).

Αυτό δεν οδηγεί τον Μαρξ σε ένα είδος ρομαντικού αντικαπιταλισμού και μίσους των μηχανών. Αναγνωρίζει την οπισθοδρόμηση αλλά συγχρόνως ανιχνεύει τις δυνατότητες, μέσω των μαζικών σοσιαλιστικών κινημάτων που αναδύονται εν μέσω αυτής της κρίσης, να γίνει η οπισθοδρόμηση ευκαιρία για την πλήρωση της αστικής υπόσχεσης για ελευθερία. Ελευθερία τώρα όχι απλά μέσω της εργασίας, αλλά τόσο μέσω όσο και πέρα από την εργασία ως κοινωνικό μέτρο της αξίας. [Κοινωνική διάνοια. «Άλμα» έξω από την παραγωγή.]

Το κρίσιμο σημείο για τον Μαρξ είναι η έμφαση στο γεγονός ότι η αστική επανάσταση, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, συνεχίζεται (βλέπουμε μέχρι σήμερα να ξεσπούν κινήματα που διεκδικούν δημοκρατία εναντίον του αυταρχισμού!). Ότι είμαστε, λοιπόν, στα μισά μίας ατελούς μετάβασης, της αστικής κοινωνίας (και της κρίσης της υπό το κεφάλαιο) ως τελευταίου σταδίου της προϊστορίας και δυνητικά πρώτου σταδίου της πραγματικής ιστορίας.

Δεν υπήρξε ποτέ μια ολοκληρωμένη και σταθερή αστική κοινωνία, αλλά μόνο μία διαδικασία αστικής επανάστασης την οποία συσκότισε και έκανε περισσότερη σύνθετη και προβληματική ο καπιταλισμός. Ο σοσιαλισμός για τον Μαρξ θα ήταν η ολοκλήρωση της αστικής επανάστασης, το τέλος της ιστορίας του παραδοσιακού πολιτισμού και η αρχή της ελευθερίας (δηλαδή ο σοσιαλισμός δεν είναι το τελευταίο στάδιο της ανθρώπινης ιστορίας, επιτρέπει απλά την ιστορία να ξεκινήσει ελεύθερα προς μορφές που δεν μπορούμε να προβλέψουμε).

Η Αριστερά σήμερα έχει ξεχάσει αυτή τη διαλεκτική. Ότι η αστική επανάσταση παραμένει αντιφατική επειδή δεν έχει ολοκληρωθεί. Ότι συγχρόνως παλεύουμε για την πραγμάτωση και το ξεπέρασμα της αστικής κοινωνίας (υπό το κεφάλαιο, το οποίο δεν είναι “σύστημα” αλλά μάλλον μία συνεχής κρίση, μία διαδικασία αποσύνθεσης).

Ο Μαρξ παρουσιάζεται συνήθως σαν γκρούπι του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού ως «τέλους της ιστορίας», και της εργατικής τάξης ως υποτιθέμενα κυρίαρχης σ’ αυτούς, ενώ αντιθέτως θεωρούσε σημαντικότερο καθήκον του την κριτική τους (και φυσικά στόχος της εργατικής εξουσίας γι’ αυτόν ήταν η κατάργηση όλων των τάξεων, της εργατικής συμπεριλαμβανομένης).

Όπως έγραψε ο ίδιος, σ’ ένα γράμμα [το 1843] στον Άρνολντ Ρούγκε,  «ο κομμουνισμός είναι μια δογματική αφαίρεση και…  αποτελεί μονάχα μερική εκδήλωση της ανθρωπιστικής αρχής και έχει μολυνθεί από το αντίθετό του, την ατομική ιδιοκτησία».

Και στα χειρόγραφα του ’44: «Ο κομμουνισμός είναι η αναγκαία μορφή και η δυναμική αρχή του άμεσουμέλλοντος, αλλά ο κομμουνισμός ως τέτοιος δεν αποτελεί τον σκοπό της ανθρώπινης ανάπτυξης, τη μορφή της ανθρώπινης κοινωνίας».

Υπό αυτό το πρίσμα προσέγγισε ο Μαρξ τους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες της εποχής του.

Το 1848 οι εργάτες εξεγέρθηκαν απαιτώντας την εκπλήρωση των αστικών υποσχέσεων, απαιτώντας δουλειά. Μπορεί το αίτημα να ακουγόταν  συντηρητικό, και για την ακρίβεια καθαρά αστικό, αλλά για τον Μαρξ άνοιγε το θέμα του ελέγχου της παραγωγής από τους εργάτες, και των δυνητικά επαναστατικών χειρισμών των αντιφάσεων στις οποίες είχε εισέλθει η αστική κοινωνία εν γένει. Το προλεταριάτο είναι σημαντικό γιατί είναι αυτό που συγκροτεί με τους αγώνες του αυτή την περίοδο το κεφάλαιο (οδηγώντας την αστική τάξη στη διαδικασία απόσπασης σχετικής υπεραξίας).

Η αποτυχία της επανάστασης των εργατών και όσα ακολούθησαν οδήγησε τον Μαρξ στην έννοια του Βοναπαρτισμού ως πολιτική έκφραση της δυναμικής του κεφαλαίου. Ο Βοναπαρτισμός είναι μία κατάσταση όπου η αστική τάξη δεν είναι ικανή να ηγείται πλέον της κοινωνικής πραγματικότητας, ενώ η εργατική τάξη δεν είναι έτοιμη ακόμα να αναλάβει αυτή τα ηνία. Το πρόβλημα τώρα δεν ήταν απλά η εκμετάλλευση μίας τάξης από μια άλλη, όπως της Τρίτης Τάξης από την αριστοκρατία και τον κλήρο, αλλά η κυριαρχία του κεφαλαίου επί σύνολης της κοινωνίας (αν δεν δούμε έτσι την πάλη, και μιλάμε απλά για εκμετάλλευση, τότε θα αναπαράγουμε στο διηνεκές την πάλη της Τρίτης Τάξης και θα ανασυγκροτούμε αυτό που θέλουμε να ξεπεράσουμε!).

Σχετικά με την κοινωνική κυριαρχία ως ίδιον γνώρισμα του καπιταλισμού: Ούτε οι καπιταλιστές δεν είναι ελεύθεροι – δεν μπορούν να αποτρέψουν οικονομικές κρίσεις, δεν μπορούν να σχεδιάσουν συνειδητά την οικονομία. Ασχέτως του ότι μοιράζονται τη λεία, τα λάφυρα, αυτής της απρόσωπης διαδικασίας κοινωνικής αποσύνθεσης υπό το κεφάλαιο, και ασχέτως του ότι αν μπορούσαν να σχεδιάσουν τον κόσμο, πιθανότατα να τον έκαναν έτσι όπως είναι. Για τον Μαρξ, μπορείς να έχεις καπιταλισμό ακόμα και χωρίς καπιταλιστές! Να πόσο διαφέρουν οι απόψεις του Μαρξ από όσα ακούγονται συνήθως γι’ αυτόν! [καπιταλιστές: ανθρώπινες μάσκες του κεφαλαίου – αντιστροφή αιτίας και αιτιατού].

Τι σημαίνει λοιπόν ότι ζούμε στον καπιταλισμό; Ότι υπάρχουν πλούσιοι; Ότι υπάρχει ταξική εκμετάλλευση; Αυτά υπήρχαν και παλιότερα. Το βασικό ερώτημα είναι αν η κοινωνία μεσολαβείται ακόμα από την εμπορευματική μορφή της εργασίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η βασική αντίφαση είναι απλά εργάτης εναντίον καπιταλιστή, και όλα τ’ άλλα δευτερεύοντα. Όχι! Σημαίνει ότι η κοινωνία σε όλα τα επίπεδα πρέπει να αναπαράγεται γύρω από την αξία της εργασίας ως κοινωνικής σχέσης. Η εργασία ως αξία χρειάζεται εξίσου μία οικονομία, μία σεξουαλικότητα, μία οικογενειακή ζωή, μία θρησκεία, μία τέχνη που να εκφράζουν τις παθογένειες αυτής της αναπαραγωγής σε όλη την πολυπλοκότητά της. Δεν αδιαφορεί ο μαρξισμός για όλα αυτά τα πεδία! Με τη βιομηχανική επανάσταση, όλη η κοινωνία που βασίζεται στην ανταλλαγή της εργασίας μπαίνει σε κρίση!

Μαρξισμός λοιπόν είναι η κριτική συνείδηση του δυνητικά μεταβατικού χαρακτήρα της εποχής μας, με όλες τις παθογένειές της, προς την κατεύθυνση μίας πρωτοφανούς ατομικής και κοινωνικής ελευθερίας. Μετέχουμε ακόμα στον μεταβατικό αυτό χαρακτήρα της εποχής μας, αλλά η επίγνωσή της ως τέτοια φαίνεται να μας διαφεύγει. Ακόμα κι αν απέτυχε ο μαρξισμός, απέτυχε με τον πιο σημαντικό και συγκλονιστικό τρόπο (1917).  Αν τον αντιμετωπίζουμε ως καρικατούρα, τότε πιθανώς καρικατουρίστικες θα είναι και οι προσπάθειές μας ξεπεράσματός του. Αν τον ανακτήσουμε ουσιαστικά, ίσως θα τον ξεπεράσουμε και ουσιαστικά. Ο μαρξισμός δεν έχει από μόνος του σημασία. Μπορεί μόνο να γίνει σημαντικός από μας, εμείς να τον κάνουμε σημαντικό πετυχαίνοντας εκεί όπου αυτός απέτυχε.

Θοδωρής Βελισσάρης

22/8/2015

 

Ένα φάντασμα πλανάται τελευταία πάνω από την Αριστερά: το φάντασμα της εθνικής κυριαρχίας. Κι αν τα φαντάσματα των κυρίαρχων – όπως το «φάντασμα του κομμουνισμού» πάνω από την Ευρώπη – εξέφραζαν παλιότερα υπαρκτές κοινωνικές τάσεις, τα φαντάσματα της Αριστεράς μοιάζουν αντιθέτως να αγνοούν τις τάσεις αυτές. Το φάντασμα του κομμουνισμού αποτελούσε πραγματικό ιστορικό παράγοντα, ενώ το φάντασμα της εθνικής κυριαρχίας φαίνεται παρωχημένο και άνευ σημασίας.

Οι θιασώτες της εθνικής κυριαρχίας διαμαρτύρονται επειδή στα πλαίσια του παγκόσμιου καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας οι λαοί παραμερίζονται και επικρατούν ως μονόδρομοι οι πολιτικές των υπερεθνικών τεχνοκρατών της εξουσίας. Σ’ αυτή την κατηγορία μπορούμε να συμπεριλάβουμε και την ελευθεριακή και αντεξουσιαστική Αριστερά μαζί με τα ιδεώδη τοπικής κυριαρχίας, αυτονομίας και αυτάρκειας που προωθεί. Από τη μία έχουμε το πρόταγμα ενός κρατισμού, από την άλλη το πρόταγμα ενός τοπικισμού. Όταν μιλάμε για εθνική αυτοκυριαρχία, η έμφαση είναι στην έννοια της (αυτο-)κυριαρχίας, γι’ αυτό και μπορούμε να την αναγνωρίσου ακόμα και σε εχθρούς του έθνους-κράτους (πολλοί από τους οποίους, από την άλλη, θεωρούν ρητά την εθνική αυτοκυριαρχία ως βήμα προόδου προς την αντεθνική ή τοπική αυτοκυριαρχία που οραματίζονται). Με τον τρόπο αυτό η έννοια της (αυτο-)κυριαρχίας συνενώνει κρατιστές και αντικρατιστές .

Η προοπτική της χειραφέτησης μοιάζει να προκύπτει ως όραμα μόνο εφόσον οι λαοί κατορθώσουν πρώτα να ανακτήσουν την αυτοκυριαρχία τους από τις πανίσχυρες αγορές. Και αφού ανακτήσουν την εθνική ή τοπική κυριαρχία τους, και μόνο τότε, θα επιδοθούν στο έργο του αριστερού διεθνισμού. Κάθε διεθνισμός στην αντίληψη αυτή προϋποθέτει ισχυρά έθνη-κράτη και ισχυρές λαϊκές κοινότητες, ειδάλλως είναι ψευδεπίγραφος. Ιδού οι μαντικοί χρησμοί της κυρίαρχης Αριστεράς: δεν μπορούμε να περάσουμε από τον ψευδεπίγραφο διεθνισμό του συστήματος στον πραγματικό διεθνισμό. Ο τελευταίος προϋποθέτει μία μεγάλη παράκαμψη εθνικής και τοπικής αναδίπλωσης. Κάποια βήματα πίσω, και μετά ένα μπρος.

Εδώ προκύπτουν δύο προβλήματα: πρώτον, κατά πόσο είναι εφικτή μία παρόμοια αναδίπλωση, δεύτερον, κατά πόσο είναι πολιτικά επιθυμητή. Σχετικά με το πρώτο, ίσως αρκεί σε πρώτη φάση να σημειώσουμε ότι ακόμα και η ισχυρότερη δύναμη διεθνώς, οι ΗΠΑ, είναι οικονομικά εξαρτημένες από τη διεθνή αγορά, και σε καμία περίπτωση αυτάρκεις. Παρά το σχετικά μεγαλύτερο εύρος των επιμέρους πολιτικών που μπορούν να εφαρμόζουν, οι γενικές γραμμές της πολιτικής τους περιορίζονται από το διεθνές περιβάλλον. Οι ανάγκες σήμερα (ψευτο-)καλύπτονται μέσω ενός, άνευ προηγουμένου, διεθνοποιημένου καταμερισμού εργασίας. Όσον αφορά το δεύτερο πρόβλημα, αναρωτιέται κανείς ποιο ιδιαίτερα αριστερό στοιχείο υπάρχει στα αιτήματα αυτά, ειδικά στο μέτρο που υποστηρίζονται και από τη Δεξιά. Για παράδειγμα, ο αγώνας του ΣΥΡΙΖΑ για τερματισμό της λιτότητας στην Ελλάδα εντός της ευρωζώνης, κάλλιστα ήταν υπερασπίσιμος από τους υπερδεξιούς ΑΝΕΛ. Πως μπορεί κανείς να βρει τη διαφορά όταν τόσο ο Τσίπρας όσο και, ας πούμε, ο Φάρατζ του UKIP, ζητούν δημοκρατία στην Ευρώπη εννοώντας αναβάθμιση και σεβασμό του ρόλου και της εξουσίας κάθε έθνους-κράτους (ασχέτως του γεγονότος ότι ο πρώτος θέλει αυτή την αναβάθμιση εντός της ΕΕ) ; Πόσο πιο συντηρητικά μοιάζουν τα αιτήματα αυτά συγκρινόμενα ακόμα και με τις αστικές επαναστάσεις τις οποίες η Αριστερά φαντάζεται πως έχει ξεπεράσει πολιτικά, όπως την αμερικανική ή τη γαλλική, και τη διεθνή συναδέλφωση των λαών που επιδίωκαν;

Ένα πρόβλημα της Αριστεράς εν προκειμένω έγκειται στην πεποίθηση ότι ο εικοστός αιώνας ήταν ένας αιώνας προόδου για τις επαναστατικές ιδέες (και πράξεις). Αντιμετωπίζουμε μία πλήρη φυσικοποίηση του εθνικού ως θεμελιώδους, ή και μοναδικού, πλαισίου πολιτικής, εν είδει κληρονομιάς που συνεχίζουμε ασύνειδα. Ο σταλινισμός της ιδέας περί «σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα» κυριαρχεί σχεδόν αδιαμφισβήτητος μεταξύ σταλινικών και αντισταλινικών, με τόσο τους μεν όσο και τους δε να φαίνεται να ισχυρίζονται πως ένα έθνος μπορεί να ευδοκιμεί, ή έστω να βελτιώσει ριζικά την κατάστασή του, απλά με την εφαρμογή κατάλληλων εθνικών πολιτικών. Άλλο παράδειγμα αποτελεί η ανάδυση της λεγόμενης «νέας Αριστεράς», η σημασία της οποίας υπερεκτιμάται παρά το στενά εθνικό πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύχθηκε, αποκομμένη από την ιδέα της διεθνούς σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοβαρής, στην πράξη, οργάνωσης προς την ιδέα αυτή.

Συγχρόνως, το αφήγημα περί τεχνοκρατών εναντίον δημοκρατίας, συσκοτίζει τη δυνατότητα να πολιτικοποιηθεί επαναστατικά αυτό που φαίνεται τεχνοκρατικό: το ξεμπέρδεμα με την αποστροφή «τεχνοκράτες!» υποκρύπτει το γεγονός ότι αυτοί εκφράζουν και χρησιμοποιούνται από κατεστημένες μορφές πολιτικής. Στην πραγματικότητα έχουμε τη σύγκρουση διαφορετικών πεδίων και μορφών πολιτικής, όχι τη σύγκρουση τεχνοκρατών και πολιτικής. Η εναντίωση στους τεχνοκράτες μπορεί να εκφράζει έναν φόβο απέναντι στις τρέχουσες μαζικές μορφές πολιτικής, και μάλιστα σε όσες είναι διεθνείς, άρα πιο ουσιαστικές. Ποιες συνθήκες όμως καθιστούν τους τεχνοκράτες σήμερα αναγκαίους, γιατί η μαζική πολιτική λαμβάνει σαν από αναγκαιότητα παρόμοια χαρακτηριστικά; Μια επαναστατική πολιτική δεν θα εργαλειοποιούσε τεχνοκράτες υπέρ της;

Μπορεί, λοιπόν, η ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή να γίνει πεδίο επαναστατικής πολιτικής; Μπορεί μάλιστα η Αριστερά να ζητά τη διεύρυνση του πεδίου αυτού, πέρα από τον επαρχιώτικο αντιαμερικανισμό του ευρωπαϊκού κατεστημένου και τον ρατσισμό και τη φοβικότητά του απέναντι στις μεταναστευτικές ροές; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν μπορεί να είναι αυτομάτως αρνητική, χωρίς σοβαρή εξέτασή τους.

Δεν μπορούμε εδώ παρά να υπενθυμίσουμε, σε όσους στην Αριστερά υιοθετούν αβασάνιστα τα παραπάνω προτάγματα περί εθνικής και τοπικής κυριαρχίας, την πικρόχολη κριτική του Μαρξ απέναντι στο πρόγραμμα της Γκότα που υιοθέτησαν οι σύντροφοί του το 1875.

«Στην πραγματικότητα, ο διεθνισμός του προγράμματος στέκεται ακόμα απείρως χαμηλότερα από τον διεθνισμό του κόμματος του Ελεύθερου Εμπορίου. Το τελευταίο επίσης επιβεβαιώνει ότι το αποτέλεσμα των προσπαθειών του θα είναι ‘η διεθνής συναδέλφωση των λαών’. Αλλά επίσης κάνει και κάτι ώστε να καταστήσει το εμπόριο διεθνές, και σε καμία περίπτωση δεν μένει ικανοποιημένο με τη συνείδηση ότι όλοι οι λαοί ασχολούνται με το εμπόριο στον τόπο τους».

Αναρωτήθηκε άραγε η Αριστερά εάν ο διεθνισμός της στέκεται απείρως χαμηλότερα από αυτόν της Δεξιάς όσο εκτυλίσσονταν τα πρόσφατα γεγονότα; Πόσο φτωχές σε σχέση με την αποτίμηση αυτή του Μαρξ ακούγονται διατυπώσεις όπως αυτές του νομπελίστα Στίγκλιτς ο οποίος, μέσω της προτίμησης του για το «όχι» κατά το πρόσφατο δημοψήφισμα, ήλπιζε να μπορέσει ίσως η Ελλάδα «να πάρει το πεπρωμένο της στα χέρια της…», φράση σε διάφορες παραλλαγές της οποίας επιδίδεται συχνά η Αριστερά.

Όχι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι διεθνιστική. Παραμένει μία τυπική συνένωση εθνών-κρατών, χωρίς καμία ουσιαστική προοπτική δημοσιονομικής ενοποίησης, πόσο μάλλον πολιτικής (τουλάχιστον βραχυ- ή μεσο-πρόθεσμα). Και ακόμα κι αν η προοπτική αυτή μπει κάποια στιγμή στην ημερήσια διάταξη εντός του κατεστημένου πλαισίου, φαίνεται ότι θα έμπαινε και πάλι υπό την κρατικιστική οπτική μία κυρίαρχης Ευρώπης σε σχέση με τους μονίμως υφέρποντες «διεθνείς κινδύνους» (ΗΠΑ, Κίνα, και, το χειρότερο, μετανάστες).

Απέναντι στις, ψευδεπίγραφα διεθνιστικές, κατεστημένες δυνάμεις, η Αριστερά πρέπει να είναι πραγματικά διεθνιστική και όχι, λόγω αντανακλαστικών αντιδράσεων, εθνική ή τοπική στον προσανατολισμό. Και μάλιστα κατά φαντασία τοπική ή εθνική, στο μέτρο που δεν μπορεί να ξεπεραστεί στην πράξη η τρέχουσα αλληλεξάρτηση που έχει επιτευχθεί διεθνώς (με όλες τις φρικτές ανισομέρειές της). Χωρίς την προοπτική επέκτασης μίας επανάστασης στα διεθνή καπιταλιστικά κέντρα, καμία «οικονομική συμφωνία» δεν θα είναι αυτονόητα ουδέτερη, αθώα, ή προς το συμφέρον των καταπιεσμένων.

Ένα από τα πολλά ανεξέταστα «συμφωνημένα υπονοούμενα» της Αριστεράς είναι η αντίδραση, ως αυτοσκοπός, σε ό,τι θεωρείται κυρίαρχη καπιταλιστική πολιτική (με την παραγκωνισμένη ή πιο περιθωριακή καπιταλιστική πολιτική, ας πούμε του έθνους-κράτους, να θεωρείται αυτόματα προτιμότερη). Εντούτοις, η αφηρημένη απόλυτη αντίδραση στον καπιταλισμό δεν είναι αυτομάτως προοδευτική, μπορεί μάλιστα πολλές φορές να πολλαπλασιάζει τα δεινά που θέλει να ξεπεράσει. Για παράδειγμα, το κίνημα που καθαίρεσε τον εκπρόσωπο των κυρίαρχων καπιταλιστών, Σάχη, το 1979 στο Ιράν, δεν συνοδεύτηκε από την εδραίωση μίας αριστερής θεωρίας και πράξης, αλλά από τους αγιατολάδες και τη φυσική και ιδεολογική εξόντωση της Αριστεράς. Το παράδειγμα δεν αναφέρεται εδώ επειδή η Αριστερά έπρεπε να είναι υπέρ του Σάχη, αλλά ως κατάδειξη του γεγονότος ότι ο αντικαπιταλισμός από μόνος του δεν είναι αναγκαστικά προοδευτικός καθαυτός. Γι’ αυτό ο Λένιν στην κλασική πολεμική του εναντίον του «αριστερισμού» τόνιζε ότι οι μαρξιστές στοχεύουν στο ξεπέρασμα του καπιταλισμού «επί τη βάσει του ίδιου του καπιταλισμού».

Οι Μαρξ και Λένιν δεν αναφέρονται εδώ φυσικά ως πρότυπα, αλλά ως παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο οι επαναστάτες στο παρελθόν προσπαθούσαν, όχι απλά να αντισταθούν στον καπιταλισμό, αλλά να τον ξεπεράσουν, με τρόπο που μοιάζει να μας ξενίζει σήμερα. Ας δούμε ένα ακόμα παράδειγμα από τη σκέψη του Λένιν:

«Η αστική τάξη κάνει τη δουλειά της προωθώντας τα τραστ, και οδηγώντας τις γυναίκες και τα παιδιά τους στα εργοστάσια, μέσω φθοράς και βασάνων, καταδικάζοντας τες στην απόλυτη φτώχια. Δεν ‘απαιτούμε’ αυτή την εξέλιξη, δεν την ‘υποστηρίζουμε’. Την πολεμάμε. Αλλά πώς την πολεμάμε; Εξηγούμε ότι τα τραστ και η εργασία των γυναικών είναι προοδευτικά. Δεν θέλουμε την επιστροφή στο χειροτεχνικό σύστημα, στον καπιταλισμό όπως ήταν πριν από τα μονοπώλια, στην οικιακή αγγαρεία των γυναικών. Μπροστά μέσω των τραστ κλπ, και πέρα από αυτά στον σοσιαλισμό!» (Λένιν, The Military Programme of the Proletarian Revolution: II, δική μας μετάφραση).

Σε μεγάλο βαθμό τα παραπάνω προβλήματα συνδέονται με την ιδέα της Αριστεράς ως εργαλείου των καταπιεσμένων κατά την αντίδρασή τους απέναντι στους καταπιεστές τους. Η Αριστερά βλέπει τον εαυτό της υπό ένα κοινωνιολογικό πρίσμα, θεωρώντας πως πρέπει να προωθεί τα αιτήματα των αδύναμων και εκμεταλλευόμενων κοινωνικών στρωμάτων. Δεν είναι προβληματική αυτή η στάση ως τέτοια αλλά μονάχα στη μονομέρειά της, η οποία δεν αναγνωρίζει την Αριστερά ως δυνάμει επαναστατική πολιτική έκφραση των δυσχερειών των εκμεταλλευόμενων, χωρίς την οποία οι καταπιεσμένοι θα εκφραστούν μέσω αντιδραστικών πολιτικών δυνάμεων. Γίνεται αντιθέτως η υπόθεση περί μιας ήδη υπάρχουσας χειραφετητικής πολιτικής των καταπιεσμένων, στην ουρά της οποίας πρέπει να σταθεί και να «σπρώξει» η Αριστερά. Ο Μαρξ όμως προειδοποιούσε, όχι μόνο πως τα καταπιεσμένα πολιτικά στρώματα μπορεί να υποστηρίξουν αυθόρμητα αντιδραστικές πολιτικές (στην ανάλυσή του για το φαινόμενο του βοναπαρτισμού), αλλά ακόμα και πως θα μπορούσε να υπάρχει μία καπιταλιστική κοινωνία χωρίς καπιταλιστές η οποία θα καταπίεζε τον εαυτό της! Η ανάγκη μίας σοβαρής διεθνούς σοσιαλιστικής πολιτικής έχει παραμεριστεί για χάρη της ανάγκης κοινωνικής άμυνας απέναντι στην καπιταλιστική προέλαση, ενώ θα έπρεπε να τη συμπληρώνει και να την καθοδηγεί.

Στη δική μας περίπτωση, κατά την κινητοποίηση γύρω από το δημοψήφισμα, δεν φαινόταν η Αριστερά να εκφράζει ιδεολογικά την κινητοποίηση των καταπιεσμένων, αλλά περισσότερο ο αυτοματισμός της κινητοποίησης να καθοδηγεί την Αριστερά, καθώς το βασικό ιδεολογικό στίγμα της κινητοποίησης αυτής παρέμεινε το αίσθημα της «εθνικής υπερηφάνειας» και «αξιοπρέπειας», το κύμα της οποίας παρέσυρε σε μεγάλο βαθμό κάποιους από τους βασικούς εκπροσώπους της Αριστεράς. Χονδρικά, το «όχι» υπερασπίστηκαν κυρίως, εκτός από τον ΣΥΡΙΖΑ, δυνάμεις γύρω από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τον αντεξουσιαστικό χώρο (βασικά όσοι στον τελευταίο κινούνται γύρω από τα προτάγματα της άμεσης δημοκρατίας ή είναι περισσότερο «εργατιστές»). Την αποχή από το δημοψήφισμα στήριξε κατά βάση το ΚΚΕ, αλλά και άλλες μικρότερες σταλινικές ή μαοϊκές εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις, όπως και κάποιοι αναρχικοί (που ρέπουν προς τον κομμουνισμό ή την «κομμουνιστικοποίηση). Είναι συμπτωματικό της κατάστασης ότι ακόμα και η πιθανότητα ενός αριστερού «ναι» (το οποίοι προέταξε μία ελάχιστη μειοψηφία όσων θα αποκαλούσαμε μάλλον «φιλελεύθερους» αριστερούς) αποκλειόταν εκ των προτέρων ως προδοσία χωρίς την παραμικρή διάθεση διερεύνησης ή συζήτησης. Δεν υποστηρίζουμε εδώ βεβαίως, μέσω του κειμένου αυτού, την επιλογή ενός αριστερού «ναι», αλλά ακριβώς τη δυσκολία, ή ακόμα και αδυνατότητα, οποιασδήποτε σοβαρής αριστερής απάντησης στο πρόβλημα που έθεσε το δημοψήφισμα.

Για να ξαναπιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε, αυτή η κοινωνιολογική ημιτελής αυτοσυνείδηση της Αριστεράς είναι που έχει οδηγήσει και σε μία σειρά παρεξηγήσεων ως προς τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση. Επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να προωθούσε (κατά τις διακηρύξεις του) ένα πρόγραμμα λιγότερο επώδυνο για τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα, αυτό τον κατέτασσε αυτόματα στην Αριστερά σύμφωνα με την κυρίαρχη λογική (δεν θα αναλύσουμε εδώ τις εξόφθαλμες ανεπάρκειες μίας παρόμοιας κυβέρνησης σε σχέση με θέματα που αφορούν την εκκλησία, τον στρατό, τους εφοπλιστές κ.α.). Ένα παρόμοιο πρόγραμμα όμως, σε αντίθεση με αυτό της περισσότερο αυστηρής λιτότητας, μπορούμε κάλλιστα να ισχυριστούμε ότι επιδιώκει για παράδειγμα και ο Ομπάμα: αυτό τον καθιστά περισσότερο αριστερό από τη Μέρκελ; Η Αριστερά ως ιδέα έχει να κάνει με το αίτημα ριζικού μετασχηματισμού του κυρίαρχου πλαισίου προς την ατομική και κοινωνική χειραφέτηση, όχι στην πλήρη αποδοχή του πλαισίου αυτού και στην προσπάθεια βελτίωσης των συνθηκών εντός του. Όχι ότι δεν πρέπει να συνοδεύεται μία αριστερή πολιτική από μεταρρυθμίσεις και αιτήματα άμεσης ανακούφισης: το θέμα είναι η σύνδεσή τους με τον προαναφερθέντα μετασχηματισμό.

Περαιτέρω, υπάρχει ένα ακόμα πρόβλημα με τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση ως εκπρόσωπο της Αριστεράς, που έχει να κάνει με τον κρατισμό που επισημάναμε πρωτύτερα. Μία αριστερή δύναμη που έχει επίγνωση των καθηκόντων που πρέπει να διεκπεραιώσει, δεν μπορεί να εξαντλείται σε διαπραγματευτικά παιχνίδια πέντε ανθρώπων πίσω από κλειστές θύρες, ούτε σε διατάγματα υπουργικών γραφείων. Η Αριστερά ως μετασχηματιστική δύναμη δεν μπορεί να βασίζεται απλά στις ψήφους του λαού, αλλά στην οργανωμένη πλειοψηφία του, κάτι το οποίο στερείται σε μεγάλο βαθμό, όχι μόνο ο Σύριζα, αλλά ολόκληρη η Αριστερά, στην Ελλάδα και διεθνώς. Η εφαρμογή ενός αριστερού προγράμματος δεν αρκεί να διακηρυχθεί αλλά πρέπει να εφαρμοστεί, κάτι που απαιτεί συγκρούσεις που διατρέχουν ολόκληρο το κοινωνικό πεδίο. Μ’ αυτόν τον τρόπο η Αριστερά μπορεί να αναλάβει την ευθύνη των επιδιώξεών της και των αποτελεσμάτων των κινήσεών της, άρα να διασαλεύσει ουσιαστικά της καθεστηκυία τάξη, και να μην εμφανίζεται ως ο καιροσκόπος ή τζογαδόρος της εκάστοτε συγκυρίας.

Η αδυναμία υπεύθυνης επαναστατικής πολιτικής από την πλευρά της Αριστεράς, γίνεται εξόφθαλμη από τα «παντός καιρού» καλέσματά της να μετατρέψει οποιαδήποτε κρίση σε ρήξη, εξέγερση, ή ακόμα και επανάσταση. Δεν είναι όμως «κάθε μέρα πασχαλιά» για την κοινωνική επανάσταση. Κάθε επαναστατική δύναμη που σέβεται τον εαυτό της ξέρει πότε πρέπει να προχωρήσει σε καλέσματα επαναστατικής ρήξης, και πότε να επιδιώξει άσκηση επαναστατικής υπομονής. Ειδάλλως κινδυνεύουμε να καταλήξουμε είτε υπερεπεναστάτες (χωρίς επανάσταση) των λόγων και των πληκτρολογίων, είτε αντεπαναστάτες της αιώνιας αναβλητικότητας.

Όλων αυτών δεδομένων, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν φοβήθηκε, τουλάχιστον, να εμπλακεί σε μαζικές μορφές πολιτικής, σε αντίθεση με τους υπερεπαναστάτες κριτικούς του. Παρά τη στενότητα αυτής της εμπλοκής και τον μετριοπαθή αστικό χαρακτήρα της, και παρά την τελική αποτυχία της, η παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ διάνοιξε ελαφρώς τον πολιτικό ορίζοντα και την πολιτική συζήτηση γύρω από το κρίσιμο πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας (ή έδειξε ότι ο ορίζονται αυτός δεν έχει ίσως ολοκληρωτικά συντριβεί).

Tην ευθύνη για την αποτυχία αυτή έχει βεβαίως περισσότερο η κυρίαρχη δύναμη εντός ευρωζώνης, δηλαδή η Γερμανία, ασχέτως αν ο ΣΥΡΙΖΑ έπεσε σαν ερασιτέχνης στην παγίδα που του στήθηκε, χειροτερεύοντας δραματικά την κατάσταση. Η Γερμανία και οι υπόλοιπες δυνάμεις των «θεσμών», μπορούσαν να τελειώσουν το πρόγραμμα με την προηγούμενη ελληνική κυβέρνηση. Φοβόντουσαν όμως ότι μία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ σε μία Ελλάδα εκτός προγράμματος θα αναιρούσε πολλές από τις βασικές πολιτικές που είχαν επιβληθεί τα χρόνια των μνημονίων. Προτίμησαν λοιπόν να ρισκάρουν μία καταστροφή για να εξημερώσουν μία παρόμοια κυβέρνηση όταν θα ήταν ευκολότερο, προτού κλείσει το πρόγραμμα, όσο οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση θα ήταν ευάλωτη και εξαρτημένη από τους «θεσμούς». Αν ο ΣΥΡΙΖΑ εκλεγόταν μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, οι «θεσμοί» θα είχαν πολύ πιο περιορισμένα μέσα για τον έλεγχο και τη χειραγώγησή του. Προτεραιότητα λοιπόν δόθηκε στην προσπάθεια απαξίωσης του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων πιθανών κυβερνήσεων που θα αμφισβητούσαν τη λιτότητα. Οι θεσμοί λειτούργησαν άλλη μια φορά σαν τραπεζίτες και δανειστές ή, για να το θέσουμε χωρίς περιστροφές, σαν γκάνγκστερ, όχι ως υποτιθέμενοι «υπεύθυνοι» ηγέτες (με τον ίδιο τρόπο που λειτούργησαν όταν, κατά το πρώτο μνημόνιο, επέβαλαν λιτότητα χωρίς ελάφρυνση χρέους, για να προστατεύσουν τις τράπεζές τους). Η «σοδειά» αυτής της άθλιας πολιτικής των ισχυρών της Ευρώπης είναι μία περισσότερο ασταθής ευρωζώνη, βυθισμένη ακόμα στην κρίση, με τη Γερμανία πλέον να εξετάζει στα σοβαρά σενάρια που ήθελε να αποφύγει, όπως αυτό ενός «Grexit». Ένας αιώνας και βάλε, και η κατάσταση παραμένει ίδια όπως την περιέγραφε η μαρξιστική σύλληψη: η αστική τάξη δεν είναι ικανή πλέον να ηγείται, και η εργατική τάξη δεν είναι ικανή, προς το παρόν, να ηγηθεί.

Το μεγαλύτερο λάθος της νέας κυβέρνησης συνίσταται ίσως στο γεγονός ότι η ευρωζώνη ήδη άλλαζε σταδιακά προς την κατεύθυνση που επιθυμούσε ο ΣΥΡΙΖΑ: όχι προς ένα κράτος-πρόνοιας αλλά, ας πούμε, προς το «μοντέλο Ομπάμα», λιγότερο αυστηρής λιτότητας με έμφαση στη θεσμική συνεισφορά προς τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης (δεν υπονοείται εδώ ότι το μοντέλο αυτό είναι όντως καλύτερο για την εργατική τάξη και τους λαούς γενικότερα). Ο Ντράγκι ήδη δικαιωνόταν στα ευρωπαϊκά δικαστήρια εναντίον των γερμανών, κερδίζοντας το δικαίωμα εφαρμογής του προγράμματος «ποσοτικής χαλάρωσης», και το αδιέξοδο του «γερμανικού μοντέλου» γινόταν εμφανές με την καθυστέρηση ανάκαμψης της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αντί να ευθυγραμμιστεί και να ενισχύσει μια πολιτική που ήδη λάμβανε χώρα, θέλησε να «μηδενίσει το κοντέρ» και να επιχειρήσει να αναδομήσει ολόκληρη την ευρωζώνη, ωσάν κάτι τέτοιο να ήταν εφικτό απλώς με θεωρίες παιγνίων και διαπραγματευτικές τακτικές. Αντί να εκμεταλλευτεί τις ήδη υπάρχουσες αυτές τάσεις καθώς και τις αντιθέσεις εντός των «θεσμών», ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να συνενώσει τις δυνάμεις αυτές εναντίον του! Κι όλα αυτά εξαιτίας της εμμονής με το «αντιμνημονιακό» προφίλ που είχε ήδη οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στη συμμαχία με τους υπερδεξιούς ΑΝΕΛ. Μία καλύτερη εκτίμηση της διεθνούς πολιτικής κατάστασης θα οδηγούσε πιθανώς τον ΣΥΡΙΖΑ να κλείσει το προηγούμενο πρόγραμμα όταν αυτό ήταν εφικτό και η οικονομία σε φάση ελαφριάς ανάκαμψης, και μόνο στη συνέχεια, σταδιακά, να ενισχύσει τις τάσεις αλλαγής προς την κατεύθυνση που επιθυμούσε. Φοβόταν ωστόσο ότι κάτι τέτοιο θα φαινόταν ως προδοσία, οπότε επιδόθηκε σ’ αυτό το απείκασμα «σκληρής διαπραγμάτευσης» μέχρι, υποτιθέμενα, να καταλάβει εντελώς ότι δεν μπορεί παρά να συνθηκολογήσει. Συνθηκολόγηση τέτοιας καθυστέρησης που οδήγησε στην οπισθοδρόμηση της χώρας, ωσάν με χρονομηχανή, πίσω στο 2012 (όσον αφορά την ύφεση, τα ελλείμματα, το επισφαλές τραπεζικό περιβάλλον κ.α.). Ο ΣΥΡΙΖΑ επικεντρώθηκε σε τακτικές μάρκετινγκ και πειθούς ώστε να φανεί ότι «παλεύει τουλάχιστον για το καλύτερο», τακτικές κακού λαϊκισμού που έθρεψαν τον εθνικισμό και αδυνάτισαν δραματικά την οικονομία.

Αλλά υπάρχουν όρια στην ανάλυση των θεμάτων αυτών. Μία ανασυγκροτημένη διεθνής Αριστερά ως σοβαρή και οργανωμένη πολιτική δύναμη είναι προϋπόθεση τόσο για να ερμηνεύσουμε τον κόσμο μας σήμερα όσο και για να τον αλλάξουμε. Στο μέτρο που λείπει η προϋπόθεση αυτή, η υφιστάμενη Αριστερά θα εμπλέκεται σε μία σειρά από ατυχή γεγονότα, στον άχαρο ρόλο του κομφορμιστή που μονίμως κάνει την ανάγκη φιλοτιμία.

 

Chris Cutrone

(μετάφραση: Θοδωρής Βελισσάρης)

Εισαγωγή

Η μαρξιστική πολιτική του Λένιν έχει παρερμηνευτεί και διαστρεβλωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, τόσο θετικά όσο και αρνητικά: υποτίθεται ότι επιδίωξή της ήταν η απογύμνωση της καπιταλιστικής κοινωνίας από το απατηλό της πέπλο και η κατάφαση του απλού προλεταριάτου ως αρχής και τέλους της “σοσιαλιστικής” κοινωνίας. Σίγουρα, όχι μόνο η σταλινική ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης αργότερα, αλλά επίσης και οι πρακτικές του σοβιετικού κράτους υπό την ηγεσία του Λένιν κατά τον εμφύλιο πόλεμο και τον λεγόμενο “πολεμικό κομμουνισμό”, καθώς και η “κόκκινη τρομοκρατία”, τροφοδοτούν την εικόνα του Λένιν ως αμείλικτου καταστροφέα των “αστικών” συνθηκών ζωής. Αν είναι όμως έτσι, πως εξηγούνται μπροσούρες του Λένιν όπως για παράδειγμα το “Κράτος και επανάσταση” και ο “Αριστερισμός: παιδική ασθένεια του κομμουνισμού”; Γιατί και οι δύο τονίζουν τόσο την αναγκαία επιβίωση του “αστικού δικαίου” μεταξύ των εργατών κατά τη μακρά μετάβαση από τον σοσιαλισμό στον κομμουνισμό, η οποία απαιτεί την κρατική μεσολάβηση, όσο και το γεγονός ότι οι μαρξιστές αντιλαμβάνονταν την προσπάθειά τους ως υπέρβαση του κεφαλαίου “επί τη βάσει του ίδιου του καπιταλισμού”. Πρωταρχικής σημασίας παράδειγμα για την επιμονή του Λένιν σχετικά με τη μεσολάβηση της πολιτικής στην κοινωνία, ήταν η αντίθεσή του στην προτροπή του Τρότσκυ για τη στρατιωτικοποίηση των εργατικών σωματείων και την υπαγωγή τους στο κράτος. Ο Λένιν ήθελα αντίθετα να διατηρήσει τη σημαντική μη-ταυτότητα μεταξύ τάξης, κόμματος και κράτους στο σοβιετικό “εργατικό κράτος”, το οποίο αναγνώριζε ότι θα συνέχιζε αναγκαστικά, για το κοντινό μέλλον, τον “κρατικό καπιταλισμό” (ο οποίος χαρακτηριζόταν από “γραφειοκρατικές στρεβλώσεις” λόγω των ρωσικών συνθηκών). Ο Λένιν μ’ αυτόν τον τρόπο ήθελε να διατηρήσει τη δυνατότητα πολιτικής εντός της εργατικής τάξης, θέμα που είχε πραγματευτεί ήδη στην πρώτη σημαντική μπροσούρα του με τίτλο “Τι να κάνουμε;”. Η “τελευταία μάχη του Λένιν” [1] ήταν αφιερωμένη στην αποφυγή του στραγγαλισμού της πολιτικής στο σοβιετικό κράτος, κίνδυνο που διέβλεπε όχι μόνο σε σχέση με τη σταλινική ηγεσία αλλά γενικότερα με τις συνθήκες εντός των μπολσεβίκων. Για παράδειγμα ο Λένιν παρατηρούσε επικριτικά την προτίμηση του Τρότσκυ για “διοικητικές” λύσεις των προβλημάτων.

Οι Γκέοργκ Λούκατς, Καρλ Κορς και Τέοντορ Αντόρνο, αναδεικνύοντας μία “εγελιανή” διάσταση στον μαρξισμό του Λένιν, άντλησαν από τα θεωρητικά γραπτά και την πολιτική πρακτική του μία εξέλιξη της μαρξιστικής θεωρίας της κοινωνικής μεσολάβησης στο κεφάλαιο, μέσω της πολιτικής του προλεταριακού σοσιαλισμού, η οποία επιδίωκε να ανακτήσει τον Λένιν από μία ουτοπική, με την αρνητική έννοια, προοπτική ολοκληρωτικής εγκατάλειψης της πολιτικής. Αντιθέτως, αυτή η μαρξιστική κριτική θεωρία, ακολουθώντας τον Λένιν, κατανόησε την υπέρβαση της “αλλοτρίωσης” και “πραγμοποίησης” του κεφαλαίου ως έμφορτη δυνατοτήτων για την αληθινή άσκηση πολιτικής, θεωρώντας της ως τη λησμονημένη αλλά ζωτικής σημασίας συνεισφορά του Λένιν στην ανάπτυξη του μαρξισμού. Ο Λένιν δεν επιχείρησε να καταστρέψει τις νεώτερες μορφές πολιτικής μεσολάβησης αλλά μάλλον να πετύχει την αληθινή μεσολάβηση μεταξύ θεωρίας και πράξης σε μία πολιτική χειραφετημένη από μία κοινωνία κυριαρχούμενη από το κεφάλαιο. Αυτό ήταν το περιεχόμενο του φιλελευθερισμού του Λένιν, η “διαλεκτική” μαρξιστική του απόπειρα: όχι να αρνηθεί, αλλά μάλλον να εκπληρώσει τα desiderata της αστικής κοινωνίας, η εκπλήρωση των οποίων παρεμποδιζόταν μεν από το κεφάλαιο αλλά η πραγμάτωσή τους μπορούσε να επιτευχθεί μονάχα “ενδογενώς”.

Η διαμάχη γύρω από τον Λένιν

Ο Λένιν αποτελεί την πιο αμφιλεγόμενη μορφή στην ιστορία του μαρξισμού, και ίσως μία από τις πιο αμφιλεγόμενες μορφές σε όλη την ιστορία. Ως τέτοια είναι αδύνατη η ψύχραιμη αποτίμησή της, χωρίς την εμπλοκή πολεμικής. Ωστόσο έχει επίσης γίνει αδύνατη, μετά τον Λένιν, η αποτίμηση του μαρξισμού χωρίς αναφορά σ’ αυτόν. Σε γενικές γραμμές ο μαρξισμός διχάζεται σε δεδηλωμένες “λενινιστικές” και αντιλενινιστικές” τάσεις: με ποια έννοια ο Λένιν αποτελούσε προχώρημα ή καταστροφή για τον μαρξισμό; Υπάρχει όμως και ένας άλλος τρόπος προσέγγισης του Λένιν: ως έκφρασης της ιστορικής κρίσης του μαρξισμού. Με άλλα λόγια, ο Λένιν ως ιστορική μορφή είναι αναπόφευκτα σημαντικός ως εκδήλωση της κρίσης του μαρξισμού. Το ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Λένιν παρείχε μία βάση για την προαγωγή αυτής της κρίσης, ο τρόπος με τον οποίο η πόλωση γύρω από τον Λένιν θα μπορούσε να παρέχει τη βάση για την προαγωγή του δυνητικού μετασχηματισμού του ίδιου του μαρξισμού, σε σχέση με την επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων. Αυτό που προκύπτει σαφώς από τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους συνήθως προσεγγίζεται ο Λένιν, είναι πως η αναγκαιόρητα αυτού του μετασχηματισμού και προαγωγής του μαρξισμού έχει εκφραστεί μονάχα με στρεβλό τρόπο. Για παράδειγμα, το ζήτημα της μαρξιστικής “ορθοδοξίας” παρεμποδίζει την ορθή αποτίμηση του Λένιν. Υπήρχε μια θεμελιώδης αμφισημία στον τρόπο με τον οποίο ο μαρξισμός αντιμετώπισε τη δικιά του ιστορική κρίση, ως προς την πιστότητα ή αναθεώρηση του Μαρξ, π.χ. στην αποκαλούμενη “ρεβιζιονιστική διαμάχη” κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Λένιν ήταν ένας από τους ηγετικούς αντιρεβιζιονιστές ή “ορθόδοξους¨μαρξιστές. Κάτι που ισχύει και για άλλους ριζοσπάστες στοχαστές της Δεύτερης Διεθνούς, όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Λέον Τρότσκυ. Το ερώτημα είναι: με ποιο τρόπο αυτοί οι ριζοσπάστες, και κυρίως ο Λένιν, νόμιζαν πως η αφοσίωση στον Μαρξ ήταν απαραίτητη για την προαγωγή και τον μετασχηματισμό του μαρξισμού;

Ο θεωρητικός της σχολής της Φραγκφούρτης, Τέοντορ Αντόρνο, στο βιβλίο του Αρνητική Διαλεκτική (1966), έγραφε για την παρακμή του μαρξισμού λόγω “ταμπού στο τρόπο σκέψης και δογματισμού”. Καμία άλλη μορφή στην ιστορία του μαρξισμού δεν ταλαιπωρήθηκε από τέτοιο δογματισμό και ταμπού όσο ο Λένιν. Για τον Αντόρνο, μορφές όπως ο Λένιν ή η Λούξεμπουργκ ή ο Κάουτσκυ δεν θα ‘πρεπε να προσεγγίζονται μονάχα σε σχέση με τη θεωρητική σκοπιά που πρότειναν ή τις έμπρακτες δράσεις που αναλάμβαναν, αλλά μάλλον κατά τον τρόπο που συσχέτιζαν θεωρία και πράξη, δηλαδή γιατί σκεπτόντουσαν πως έκαναν ό,τι έκαναν, όταν το έκαναν. Όπως το έθεσε ο ίδιος ο Αντόρνο, η θεωρία και πράξη έχουν μία μεταβαλλόμενη σχέση η οποία “κυμαίνεται” ιστορικά. [2]

Λένιν: ιστορία όχι γραμμική αλλά σπειροειδής

Ο Λένιν, και άλλοι μαρξιστές, θεωρούσαν πως το πολιτικό κόμμα εκτελούσε σημαντική λειτουργία σε σχέση με τη συνείδηση, και έγραψε στο “Τι να κάνουμε;” για την κεντρική “σημασία της θεωρητικής πάλης” για τη διαμόρφωση ενός τέτοιου κόμματος. Η θεωρία για τον Λένιν δεν αποτελούσε απλώς ζήτημα γενίκευσης από την εμπειρία με όρους δοκιμής και λάθους, όπως στην παραδοσιακή (προκαντιανή) επιστημολογία, αλλά ζήτημα εγελιανής, “διαλεκτικής” έννοιας της ιστορίας: μ’ αυτόν τον τρόπο ο Λένιν κατανοούσε τη “θεωρία”. Γι’ αυτόν η ιστορία δεν προχωρούσε γραμμικά αλλά “σπειροειδώς”, μέσω επαναλήψεων και οπισθοδρομήσεων, όχι μέσω απλής γραμμικής “προόδου”. Μ’ αυτή την έννοια, το παρελθόν θα μπορούσε να αποτελεί προαγωγή του παρόντος ή το παρόν θα μπορούσα να εκπληρώσει στιγμές του παρελθόντος, αλλά υπό διαφορετικές συνθήκες. Και παρόμοιες διαφορετικές συνθήκες δεν γίνεται να αντιμετωπιστούν απλώς ως “προοδευτικές”. Υπήρχε μάλλον για τον Λένιν μία σημαντική αμφισημία στην ιστορία, καθώς αυτή επιδεικνύει τόσο πρόοδο όσο και οπισθοδρόμηση. Στο λήμμα για τον Καρλ Μαρξ της Σοβιετικής Εγκυκλοπαίδειας (Γκρανάτ), περιγράφοντας τη διαλεκτική από μία μαρξική σκοπιά, ο Λένιν έγραφε:

“Στην εποχή μας η ιδέα της ανάπτυξης, της εξέλιξης, διαπέρασε σχεδόν ολοκληρωτικά την κοινωνική συνείδηση, όμως από άλλους δρόμους, όχι μέσω της φιλοσοφίας του Χέγκελ. Ωστόσο η ιδέα αυτή, όπως τη διατύπωσαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, στηριγμένοι στον Χέγκελ, είναι πολύ πιο ολόπλευρη, πολύ πιο πλούσια σε περιεχόμενο, απ’ ό,τι η συνηθισμένη ιδέα της εξέλιξης. Μια ανάπτυξη που φαίνεται σαν να επαναλαμβάνει τις βαθμίδες που ήδη διέτρεξε, μα τις επαναλαμβάνει διαφορετικά, σε ανώτερη βάση («άρνηση της άρνησης»), μια ανάπτυξη, μπορούμε να πούμε, σπειροειδής και όχι σε ευθεία γραμμή· –μια ανάπτυξη αλματοειδής, καταστροφική, επαναστατική· –«τομές εντός του συνεχούς»· μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα· –εσωτερικές ωθήσεις προς ανάπτυξη, που προέρχονται από την αντίφαση, από τη σύγκρουση των διαφόρων δυνάμεων και τάσεων που επιδρούν πάνω σε ένα δοσμένο σώμα ή στα πλαίσια ενός δοσμένου φαινομένου ή μέσα σε μια δοσμένη κοινωνία· –αλληλεξάρτηση και στενότατη, αδιάρρηκτη αλληλουχία όλων των πλευρών κάθε φαινομένου (η ιστορία αποκαλύπτει ολοένα και νέες πλευρές), αλληλουχία που μας δίνει την ενιαία, την καθολική διαδικασία της κίνησης, η οποία ακολουθεί ορισμένους νόμους –αυτά είναι μερικά γνωρίσματα της διαλεκτικής, της πιο πλούσιας (από τη συνηθισμένη) σε περιεχόμενο θεωρίας της ανάπτυξης.” [3]

Με τον μαρξισμό αναγνωρίστηκε η “κρίση” της αστικής κοινωνίας. Η κρίση της αστικής κοινωνίας περί το 1848 χαρακτηρίστηκε από τον Μαρξ, προκλητικά, “κεφάλαιο”. Ο Λένιν (μεταξύ άλλων ριζοσπαστών της Δεύτερης Διεθνούς όπως η Λούξεμπουργκ και ο Τρότσκυ) θεωρούσε πως η ιστορία της νεώτερης εποχής είχε οπισθοδρομήσει μέσω της “προόδου” από το 1848, τον καιρό των Μαρξ και Ένγκελς, από τη στιγμή του “Κομμουνιστικού Μανιφέστου”, ακριβώς μέσω της σπειροειδούς ανάπτυξης που καταδείκνυε πως και γιατί η επακόλουθη ανάπτυξη του μαρξισμού επιζητούσε την επανάκτηση του 1848. Αποτελούσε η ιστορία μετά το 1848 πρόοδο ή οπισθοδρόμηση; Με μία έννοια, και τα δύο. Σ’ αυτή την ιστορία, η αστική κοινωνία εμφανιζόταν συγχρόνως να ολοκληρώνει και να αρνείται τον εαυτό της. Με άλλα λόγια, η αστική κοινωνία είχε γίνει ο εαυτός της περισσότερο από ποτέ. Από μια άλλη σκοπιά, ωστόσο, είχε απομακρυνθεί από τα προηγούμενα επιτεύγματά της, και μάλιστα τα υπονόμευε (για παράδειγμα με την επανεμφάνιση της δουλείας κατά τις δεκαετίες που οδήγησαν στον αμερικανικό εμφύλιο). Συνεπώς, οι ριζοσπάστες της Β’ Διεθνούς επιδίωξαν την επιστροφή στις πρωταρχικές δυνατότητες της αστικής κοινωνίας κατά την πρώτη στιγμή της κρίσης της, περί το 1848. Όπως το έθεσε ο Καρλ Κράους, με τρόπο που επηρέασε βαθιά τους Μπένγιαμιν και Αντόρνο, “η καταγωγή είναι ο στόχος”.[4] Παρότι η κρίση του κεφαλαίου ή της αστικής κοινωνίας μεγάλωνε, το ζήτημα ήταν εάν η κρίση προαγόταν, αναπτυσσόταν. Οι ριζοσπάστες της Β’ Διεθνούς αναγνώριζαν πως ενώ η κρίση του κεφαλαίου, με την έννοια του Μαρξ, μεγάλωνε, η κρίση έπρεπε να οδηγηθεί σε ανάπτυξη/προαγωγή, καθώς η ιστορία δεν προοδεύει αυτόματα. Μ’ αυτήν την έννοια υπήρχε δυνητικά μία επιστροφή της στιγμής του 1848 κατά την ανάπτυξη του ίδιου του μαρξισμού, η οποία δεν ήταν παρά η δυνατότητα να γίνει η αυξανόμενη κρίση – ό,τι η Λούξεμπουργκ και ο Λένιν αποκαλούσαν “ιμπεριαλισμό” και ό,τι ο Λένιν όριζε ως “ανώτερο στάδιο” του καπιταλισμού – ιστορική ανάπτυξη.

Το παράδοξο αυτής της ανάπτυξης και του μετασχηματισμού του ίδιου του μαρξισμού μέσω της επιστροφής σε μία παρελθούσα στιγμή δυνατότητας και συνακόλουθης “κρίσης”, εκφράστηκε οξυδερκώς από τον Καρλ Κορς, ο οποίος έγραψε το 1923 στο δοκίμιό του “Μαρξισμός και φιλοσοφία” τα εξής:

“Η μεταμόρφωση και ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας έγινε υπό το ιδεολογικό κάλυμμα της επιστροφής στην αποκαθαρμένη διδασκαλία ενός αυθεντικού ή αληθινού μαρξισμού. Εύκολα καταλαβαίνουμε όμως τόσο τις αιτίες γι’ αυτήν την κάλυψη, όσο και τον πραγματικό χαρακτήρα που αποκρύβεται εξαιτίας της. Αυτό που έκαναν και κάνουν στο πεδίο της μαρξιστικής θεωρίας, θεωρητικοί όπως η Λούξεμπυοργκ στη Γερμανία και ο Λένιν στη Ρωσία, είναι η απελευθέρωσή της από τις παραλυτικές παραδόσεις [της σοσιαλδημοκρατίας]. Ανταποκρίνονταν συνεπώς στις πρακτικές ανάγκες ενός νέου επαναστατικού σταδίου προλεταριακής ταξικής πάλης, εφόσον αυτές οι παραδόσεις βάραιναν “σαν εφιάλτης” στον νου των εργαζόμενων μαζών, των οποίων η αντικειμενικά επαναστατική κοινωνικο-οικονομική θέση δεν συμβάδιζε πλέον μ’ αυτές τις πρώιμες εξελικτικές θεωρίες. Η εμφανής αναβίωση της αυθεντικής μαρξιστικής θεωρίας στην Τρίτη Διεθνή είναι απλά αποτέλεσμα του γεγονότος ότι σε μία νέα επαναστατική περίοδο πρέπει να λάβουν σαφή επαναστατική μορφή, όχι μόνο το ίδιο το εργατικό κίνημα, αλλά και οι θεωρητικές έννοιες των κομμουνιστών που το εκφράζουν. Γι’ αυτόν τον λόγο αναβιώνεται τώρα μεγάλο μέρος του μαρξιστικού συστήματος το οποίο φαινόταν να έχει ουσιαστικά ξεχαστεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.” [5]

Ποιες ήταν συνεπώς αυτές οι “επαναστατικές” πτυχές του μαρξισμού που ανακτήθηκαν κατά τη διάρκεια της “κρίσης του μαρξισμού” (όπως το έθεσε ο Κορς), και με ποιον τρόπο συνέβαλε ο Λένιν στην ανάτκησή τους;

Ο Λένιν και το πολιτικό κόμμα

Σε μία σκοτεινή αλλά ενδεικτική παρατήρηση στην πρώτη υποσημείωση του βιβλίου “Τι να κάνουμε;”, ο Λένιν τόνιζε:

“Με την ευκαιρία, σημειώνουμε ότι στην ιστορία του νεώτερου σοσιαλισμού […] υπάρχει το εξαιρετικά παρήγορο φαινόμενο […] της σύγκρουσης διαφόρων κατευθύνσεων εντός του σοσιαλιστικού κινμήματος […]. Σ’ αυτές τις διαμάχες μεταξύ λασσαλικών και αϊζεναχικών, γκεντιστών και ποσσιμπιλιστών, φαβιανών και σοσιαλδημοκρατών, οπαδών της Ναρόντναγια Βόλια και των σοσιαλδημοκρατών […], σ’ αυτή την πρώτη, πραγματικά διεθνή σύγκρουση με τον σοσιαλιστικό οπορτουνισμό, η διεθνής επαναστατική σοσιαλδημοκρατία ίσως δυναμώσει αρκετά ώστε να βάλει τέρμα στην πολιτική αντίδραση που από καιρό βασιλεύει στην Ευρώπη” [6]

Με άλλα λόγια, θα μπορούσε η επεξεργασία του προβλήματος του οπορτουνιστικού και ρεφορμιστικού “ρεβιζιονισμού” εντός του μαρξισμού να αποτελέσει μέσο υπέρβασης του κεφαλαίου; Κάτι τέτοιο θα έμοιαζε σαν ο εγωκεντρισμός του μαρξισμού να έφτανε στο απόγειό του. Υπήρχε όμως επαρκής αιτιολόγηση γι’ αυτό. Δεν ήταν μόνο ο Λένιν (μετά το “Τι να κάνουμε;”) που ήθελε τους μενσεβίκους έξω από τη ρωσική σοσιαλδημοκρατία (ο Λένιν συμφωνούσε με τους μενσεβίκους ως προς την ανάγκη αποκλεισμού των αποκαλούμενων “οικονομιστικών” τάσεων του μαρξισμού και των εργατικών οργανώσεων της εβραϊκής Μπουντ), αλλά και όπως σπάνια τονίζεται η Λούξεμπουργκ επίσης ήθελε του ρεφορμιστές ρεβιζιονιστές έξω από το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (ο Κάουτσκυ φλυαρούσε ατελείωτα επί του θέματος αυτού). Οι Λένιν και Λούξεμπουργκ ήθελαν να διασπάσουν τη Δεύτερη Διεθνή ενάντια στους ρεφορμιστές (ή “οπορτουνιστές”).

Ο Λένιν δεν πίστευε μονάχα ότι οι διασπάσεις, δηλαδή οι πολιτικές διαιρέσεις, στην αριστερή πτέρυγα του εργατικού κινήματος ήταν εφικτές και επιθυμητές, αλλά και ότι ήταν απαραίτητες. Οι μόνες διαφορές του Λένιν με μορφές όπως οι Λούξεμπουργκ και Κάουτσκυ αφορούσαν μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες παρόμοιες ρήξεις λάμβαναν ή μπορούσαν ή έπρεπε να λάβουν χώρα. Η Λούξεμπουργκ για παράδειγμα πίστευε ότι η ρήξη εντός της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας το 1903 ήταν πρώιμη κι έτσι διαφωνούσε με τον Λένιν και τους μπολσεβίκους για τα οφέλη της. Και, κυρίως, το πρόβλημα δεν ήταν απλώς εάν μία πολιτική διάσπαση μπορούσε ή έπρεπε να λάβει χώρα, αλλά πως, και ακόμα, πότε. Η πολιτική θεωρούνταν ένα ιστορικό φαινόμενο.

Υπάρχει το συγκεκριμένο ζήτημα του “κόμματος” ως μορφή πολιτικής. Οι Μαρξ και Ένγκελς έγραψαν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ότι “οι κομμουνιστές δεν σχηματίζουν ένα ξεχωριστό κόμμα αντιτιθέμενο στα υπόλοιπα κόμματα της εργατικής τάξης”. Αυτό φαινομενικά αποτελεί πρόβλημα για την περίπτωση του Λένιν, ο οποίος είναι διαβόητος σχετικά με το “κομματικό πρόβλημα”. Θέτει όμως ένα πρόβλημα για το ζήτημα του μαρξισμού γενικότερα, στο μέτρο που ο μαρξισμός εναντιώθηκε σε άλλες, αντιτιθέμενες, πολιτικές τράσεις εντός της εργατικής τάξης, όπως για παράδειγμα στον αναρχισμό κατά την Α’ Διεθνή. Τι είχε αλλάξει από την εποχή των Μαρξ και Ένγκελς σε σχέση με αυτή του Λένιν;

Ως μαρξιστές, οι Λένιν και Λούξεμπουργκ θεωρούσαν πως αγωνίζονταν για την ηγεσία του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος και του πολιτικού του κόμματος. Αλλά δεν ταυτίζονταν απλώς είτε με το κόμμα είτε με το κίνημα, η καταγωγή των οποίων ήταν ανεξάρτητη απ’ αυτούς. Τόσο το εργατικό κίνημα όσο και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα θα υπήρχαν ακόμα και χωρίς τον μαρξισμό. Συνεπώς το κόμμα ήταν ένα εργαλείο, όπως και το ίδιο το εργατικό κίνημα. Απαντώντας στην παρατήρηση του Μπερνστάιν ότι “το κίνημα είναι το παν, ο σκοπός τίποτα”, η Λούξεμπουργκ προχώρησε μέχρι το σημείο να δηλώσει ότι χωρίς τον σκοπό του σοσιαλισμού το εργατικό κίνημα δεν ήταν τίποτα ή, ίσως ακόμα χειρότερα από το τίποτα, επιδείνωνε τα προβλήματα του καπιταλισμού, για παράδειγμα συμβάλλοντας στην ανάδυση της “ιμπεριαλιστικής” μορφής του καπιταλισμού στα τέλη του 19ου αιώνα. Πως κατανόησαν οι μαρξιστές το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα και τα πολιτικά του κόμματα; Για να αντιληφθούμε κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο να λάβουμε υπόψη την κριτική του Μαρξ στο πρόγραμμα της Γκότα, επί του οποίου ιδρύθηκε το γερμανικό SPD, καθώς και τη συνακόλουθη κριτική του Ένγκελς στο πρόγραμμα της Ερφούρτης που κατέστησε τον μαρξισμό επίσημη γραμμή του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Εάν άσκησαν κριτική στα προγράμματα αυτά, η αιτία ήταν πως αυτή είναι η δουλειά των μαρξιστών: η κριτική. Ό,τι και να γραφόταν σ’ αυτά τα προγράμματα είναι σίγουρο ότι θα προκαλούσαν τις κριτικές παρατηρήσεις των Μαρξ και Ένγκελς.

Οι μαρξιστές, δηλαδή οι Μαρξ και Ένγκελς, φαίνεται πως διστακτικά συμφώνησαν με τη διαμόρφωση ενός μόνιμου κόμματος της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά όχι χωρίς σοβαρές επιφυλάξεις και προειδοποιήσεις. Η υποστήριξη της κομματικής πολιτικής ήταν προσωρινή και υπό όρους. Για παράδειγμα, το 1917, ο ίδιος ο Λένιν απείλησε να παραιτηθεί από το κόμμα των μπολσεβίκων. Ο Λένιν θεωρούσε ότι θα μπορούσε να παραιτηθεί από το κόμμα και να συνεχίσει να ηγείται της επανάστασης, ότι θα παραιτούνταν από το κόμμα ώστε να ηγηθεί της επανάστασης.

Ο βιογράφος της Λούξεμπουργκ, ο βρετανός πολιτικός επιστήμονας J.P.Nettl, επικέντρωσε το ζήτημα του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος σε ένα σύνολο προβληματικών εννοιών, οι οποίες συνολικά είχαν αμφισβητηθεί από τη ριζοσπαστική Αριστερά της Β’ Διεθνούς, από μορφές όπως οι Λούξεμπουργκ και Λένιν. Το κόμμα μπορούσε να συλληφθεί σα συσσωρευτής συμφερόντων και ομάδα πίεσης επί του κράτους ώστε να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Ή θα μπορούσε να συλληφθεί, όπως και το είχε συλλάβει απροκάλυπτα η ηγεσία του υπό την οργανωτική πρωτοβουλία του Μπέμπελ και τη θεωρητική πρωτοβουλία του Κάουτσκυ, σαν “κράτος εντός του κράτους” ή, σύμφωνα με την ορολογία του Νετλ, σαν “κόμμα-κληρονόμος”, το οποίο στόχευε στην κατάκτηση της εξουσίας. [7] Εδώ εμπλεκόταν μια προβληματική θεωρία όχι μόνο της επανάστασης αλλά και του σοσιαλισμού. Ιδιαίτερα προβληματική ήταν η ιδέα της οικοδόμησης της οργάνωσης της εργατικής τάξης εντός του καπιταλισμού ώστε όταν η τελική του κρίση κατέφθανε, η πολιτική εξουσία θα έπεφτε στα χέρια των σοσιαλδημοκρατών, οι οποίοι οργάνωναν την εργατική τάξη προβλέποντας μία παρόμοια εξέλιξη των γεγονότων. Όμως οι θεωρητικές αυτές συλλήψεις αμφισβητήθηκαν και δέχθηκαν κριτική, όχι μόνο από μετέπειτα ριζοσπάστες όπως οι Λούξεμπουργκ και Λένιν, αλλά επίσης από τους ίδιους τους Μαρξ και Ένγκελς. Μαρξιστές όπως οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Λούξεμπουργκ ήταν, ορθά, βαθιά καχύποπτοι απέναντι στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ως ένα διαρκή και μόνιμο πολιτικό θεσμό της εργατικής τάξης.

Το πρόβλημα της κομματικής πολιτικής

Για την κατάλληλη εστίαση αυτής της συζήτησης σημαντική προϋπόθεση είναι η επιστροφή στην κλασική φιλελεύθερη περιφρόνηση για τα πολιτικά κόμματα. Δεν υπήρχε όρος που να προκαλεί μεγαλύτερη πολιτική καταφρόνηση από τον “άνθρωπο του κόμματος”, ή την “κομματική” πολιτική, όροι που παραβίαζαν όχι μόνο την αξία των σκεπτόμενων ατόμων αλλά, επίσης, και ίσως πιο σημαντικά, την ίδια την έννοια της πολιτικής στη φιλελεύθερη και δημοκρατική της σύλληψη, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών. Ενώ το κράτος ήταν καταναγκαστικό, οι θεσμοί της κοινωνίας των πολιτών ήταν εθελοντικοί. Στο μέτρο που τα πολιτικά κόμματα, ως μορφές συνένωσης, μπορούσαν να θεωρηθούν οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, η συνάρθρωσή τους, ως σχηματισμών, με την πολιτική εξουσία του κράτους φάνηκε στους κλασικούς φιλελεύθερους στοχαστές ως ιδιαίτερα επικίνδυνη. Ο Χέγκελ ας πούμε, προτιμούσε ρητά την κληρονομική μοναρχία επί της δημοκρατίας ως μορφή εκτελεστικής εξουσίας, ακριβώς επειδή η πρώτη δεν ανέγειρε παρόμοια προβλήματα. Για τον Χέγκελ, η κοινωνία των πολιτών θα παρέμενε περισσότερο ελεύθερη υπό μοναρχικό παρά υπό δημοκρατικό πολίτευμα, καθώς στο τελευταίο θεωρούσε πως η πολιτική εξουσία θα στρεβλωνόταν από ιδιωτικά συμφέροντα. Ο κίνδυνος εντοπιζόταν στη δυνατότητα μίας ομάδας της κοινωνίας των πολιτών να καταλάβει την κρατική εξουσία για τα στενά, ιδιωτικά της συμφέροντα. Επιπλέον, στην κλασική φιλελεύθερη παράδοση, η ιδέα του “επαγγελματία πολιτικού” ήταν αυστηρά ελεγχόμενη. Όσοι εμπλέκονταν στην κρατική πολιτική το έκαναν μάλλον μέσω άλλων θεσμών της κοινωνίας των πολιτών, ως επιχειρηματίες, καθηγητές, ιερείς κλπ, και μόνο διστακτικά αναλάμβαναν το καθήκον ενός δημόσιου αξιώματος: “είναι μια βρώμικη δουλειά αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει”.

Αυτό το πρόβλημα της νεώτερης πολιτικής και οι μορφές του επανεμφανίστηκε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα με στοχαστές όπως ο Ρόμπερτ Μίχελς, μαθητής και συνεργάτης του Μαξ Βέμπερ, που ασχολήθηκε επίσης με το πρόβλημα της νεώτερης “γραφειοκρατίας” και, σε μία έρευνα που αποτέλεσε ορόσημο, συνέκρινε το γερμανικό SPD με το Δημοκρατικό Κόμμα στις ΗΠΑ, ειδικά σε σχέση με το ζήτημα της “κομματικής μηχανής”, με τα “εκλογικά της αφεντικά”, ή αλλώς της μηχανικής κομματικής πολιτικής, και με τη συνακόλουθη τάση προς ό,τι ο Μίχελς αποκάλεσε “ολιγαρχία”. Ο Μίχελς υπήρξε μέλος του SPD, στη ριζοσπαστική του τάση, μέχρι το 1907. (Ο Μίχελς, που μελέτησε επίσης το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ιταλίας, στρατεύτηκε αργότερα στον ιταλισμό φασισμό υπό τον πρώην σοσιαλιστή Μπενίτο Μουσολίνι, επειδή νόμιζε πως ο φασισμός αποτελούσε λύση στο πρόβλημα της γραφειοκρατίας, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Συνεπώς, το πρόβλημα της κομματικής πολιτικής ήταν οικείο θέμα την εποχή του Λένιν. Για τους ριζοσπάστες μαρξιστές της Β’ Διεθνούς, όπως οι Λούξεμπουργκ και Λένιν, το εργατικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δεν προοριζόταν να αποτελέσει συσσωρευτή συμφερόντων και διαρκή πολιτικό θεσμό κοινωνικής εξουσίας, όπως το Δημοκρατικό Κόμμα στις ΗΠΑ (το οποίο έγινε εν τέλει το κόμμα των εργατικών συνδικάτων). Ποια ήταν, τότε, η λειτουργία του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος σύμφωνα με τους Λένιν και Λούξεμπουργκ;

Προφανώς, οι πολιτικοί προβληματισμοί του Λένιν δεν ήταν ίδιοι μ’ αυτούς των φιλελεύθερων οι οποίοι επιδίωκαν να αποτρέψουν την παρεμπόδιση του δυναμισμού της κοινωνίας των πολιτών στον καπιταλισμό από την αποστέωση της πολιτικής εξουσίας. Γιατί ο προβληματισμός του Λένιν αφορούσε πάνω απ’ όλα την επανάσταση, δηλαδή τον ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Ήταν όμως το πρόβλημα της πολιτικής κατά συνέπεια τόσο διαφορετικό στην περίπτωση του Λένιν; Αυτό εγείρει το σημαντικό πρόβλημα της συσχέτισης της κοινωνικής επανάστασης και μετασχηματισμού με την “πολιτική” στη νεώτερη σημασία της. Δηλαδή, εάν ο Λένιν ενδιαφερόταν για το “τέλος” της πολιτικής όπως την είχε συλλάβει ο φιλελευθερισμός και όπως ασκούνταν στον καπιταλισμό, ή αντίθετα εάν ενδιαφερόταν για την αφαίρεση του εμποδίου που είχε καταλήξει να είναι ο καπιταλισμός ως προς την άσκηση της πολιτικής. Με ποιον τρόπο η υπέρβαση του κοινωνικού προβλήματος του καπιταλισμού είχε γίνει μία νέα αρχή για την αληθινή άσκηση της πολιτικής; Μ’ αυτή την έννοια, είναι σημαντικό να διερευνήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική μεσολάβηση γεννήθηκε αλλά εν τέλει διαμορφώθηκε και διαστρεβλώθηκε από τη νεώτερη κοινωνία του κεφαλαίου, ειδικά μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση.

Η “πολιτική” είναι νεώτερο φαινόμενο. Η νεώτερη πολιτική καθορίζεται από την κρίση του κεφαλαίου στη νεώτερη ιστορία. Ο παραδοσιακός πολιτισμός, πριν από την αστική καπιταλιστική εποχή, βίωνε κρίσεις οι οποίες μπορούσαν να θεωρούνται μόνο φυσικές ή θεϊκές ως προς τις αιτίες τους. Η νεώτερη κοινωνία, για τους μαρξιστές (αλλά και τους φιλελεύθερους) βιώνει μάλλον ανθρωπογενείς κρίσεις, οι οποίες συνεπώς μπορούν να υπαχθούν στη σφαίρα της πολιτικής. Πράγματι η αστική πολιτική απαντά στη διαρκή κρίση του καπιταλισμού – με μία έννοια, μόνο αυτό κάνει – όμως απαντά ανεπαρκώς, φυσικοποιώντας πτυχές του καπιταλισμού οι οποίες θα έπρεπε να θεωρούνται μεταβλητές, αλλά οι οποίες, σύμφωνα με τους μαρξιστές, μπορούν να θεωρούνται ως τέτοιες, ριζικά και με συνέπεια μεταβλητές, από μία προλεταριακή ή εργατική σοσιαλιστική σκοπιά. Συνεπώς, η νεώτερη πολιτική κατατρύχεται από το “φάντασμα του κομμουνισμού” ή σοσιαλισμού. Όπως το έθεσε ο Μαρξ, στη 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, “κάθε αίτημα για την απλούστερη αστική οικονομική μεταρρύθμιση, τον πιο κοινό φιλελευθερισμό, τον πιο τυπικό ρεπουμπλικανισμό, την πιο ανούσια δημοκρατία, […] στιγματίζεται ως ‘σοσιαλισμός’.”[8] Περαιτέρω, το συγκεκριμένο νόημα του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού υπόκειται σε αλλαγή. Για τους μαρξιστές, το αίτημα για σοσιαλισμό τον 19ο αιώνα αποτέλεσε μηχανή καπιταλιστικής ανάπτυξης, με την ιστορική έννοια. Η ιστορία (story) του σοσιαλισμού είναι συνδεδεμένη με την ανάπτυξη του κεφαλαίου, και το πρόβλημα του εάν και πως η κρίση του μεγαλώνει και προάγεται.

Επιπλέον, το πρόβλημα της κομματικής πολιτικής per se είναι ένα φαινόμενο της μετά-το-1848 εποχής, αξεδιάλυτο από τον νεώτερο σοσιαλισμό. Με άλλα λόγια, η κρίση της αστικής κοινωνίας του κεφαλαίου μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση και η αποτυχία της “κοινωνικής δημοκρατίας” (“social republic”) το 1848, ήταν η κρίση της αστικής κοινωνίας ως φιλελεύθερης. Η άνοδος της κομματικής πολιτικής συνεπώς ήταν στοιχείο του αυξανόμενου αυταρχισμού της αστικής κοινωνίας, της αποτυχίας του φιλελευθερισμού. Ως τέτοιος, ο σοσιαλισμός χρειαζόταν να αναλάβει τα προβλήματα της αστικής κοινωνίας του κεφαλαίου τα οποία η αστική πολιτική είχε εγκαταλείψει στον μετά-το-1848 κόσμο. Για τον Μαρξ, το πρόβλημα εντοπιζόταν κατεξοχήν στον δημοφιλή αυταρχισμό του Λουδοβίκου Βοναπάρτη ενάντια στους φιλελεύθερους της Δεύτερης Γαλλικής Δημοκρατίας, με κορύφωση το coup d’état και την εγκαθίδρυση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Όπως το έθεσε ο Μαρξ, οι καπιταλιστές δεν ήταν πλέον ικανοί, και οι εργάτες δεν ήταν ακόμα ικανοί να διαφεντεύουν την αστική κοινωνία του κεφαλαίου. Η κομματική πολιτική συνεπώς ήταν συνδεδεμένη με το ιστορικό φαινόμενο του Βοναπαρτισμού.

Ο Λένιν και η κρίση του μαρξισμού

Κατά την περίοδο στενής συνεργασίας μεταξύ της Λούξεμπουργκ και του Λένιν κατά τη Ρωσική Επανάσταση του 1905, η Λούξεμπουργκ εξαπέλυσε μία κριτική της σχέσης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και των εργατικών συνδικάτων στην μπροσούρα της “Μαζική απεργία, πολιτικό κόμμα και συνδικάτα”. (Επίσης, την ίδια περίοδο η Λούξεμπουργκ υπερασπίστηκε τον Λένιν γράφοντας ενάντια στην κατηγορία περί “μπλανκισμού” που του είχαν προσάψει οι μενσεβίκοι, την οποία αποκαλούσε “σχολαστική”, θεωρώντας πως λέει πολλά περισσότερα για τον ρεφορμιστικό οπορτουνισμό αυτών που εξαπέλυαν τις κατηγορίες εναντίον του Λένιν, παρά για τον ίδιο τον στόχο τους [9]). Στην μπροσούρα της για τη μαζική απεργία, η Λούξεμπουργκ σκιαγράφησε εξειδικευμένους και μη-ταυτόσημους ρόλους για τα διάφορα στοιχεία που επισήμαινε στον τίτλο της, δηλαδή για τις απεργιακές επιτροπές, τα πολιτικά κόμματα, και τα εργατικά συνδικάτα (δεν έκανε αναφορά συγκεκριμένα στα “σοβιέτ”, ή αλλιώς εργατικά συμβούλια). Μ’ αυτή την έννοια, η “μαζική απεργία” ήταν για τη Λούξεμπουργκ ένα σύμπτωμα της ιστορικής ανάπτυξης και κρίσης της ίδιας της δημοκρατίας. Αυτό δημιουργούσε ένα πρόβλημα πολιτικής, και όχι απλά τακτικής. Δηλαδή, για τη Λούξεμπυργκ, η μαζική απεργία αποτελούσε φαινόμενο του τρόπου με τον οποίο η σοσιαλδημοκρατία είχε αναπτύξει τα πολιτικά της κόμματα και εργατικά συνδικάτα, φέρνοντας στο προσκήνιο νέες ιστορικές αναγκαιότητες. Η μποροσούρα της Λούξεμπουργκ ήταν, πάνω απ’ όλα, μία κριτική του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, το οποίο αντιμετώπιζε ως ιστορικό σύμπτωμα. Αυτό προεικόνιζε η πρότερη μπροσούρα της Λούξεμπουργκ (“Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση;”) όπου διευθετούσε το ζήτημα της raison d’être του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος (τον συνδυασμό πολιτικού κόμματος και εργατικών συνδικάτων).

Μέσω αυτής της σκοπιάς σύλληψης της ιστορίας του εργατικού κινήματος και του ίδιου του μαρξισμού ως ενδογενών στοιχείων της ιστορίας του καπιταλισμού, γίνεται εφικτή η κατανόηση της περαιτέρω έκφρασης της πολιτικής στα μετέπειτα έργα του Λένιν, όπως το “Κράτος και επανάσταση” και τον “Αριστερισμό”, όπως και η κατανόηση των πολιτικών συγκρούσεων που συνόδευαν το νεαρό σοβιετικό κράτος από τη Ρωσική Επανάσταση μέχρι τον εμφύλιο πόλεμο και τη σταθεροποίηση του διεθνούς καπιταισμού μετά το πέρας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Λένιν διατήρησε μια αυστηρά μινιμαλιστική σύλληψη του κράτους, περιορίζοντάς το στο μονοπώλιο της εξουσίας για την άσκηση εξαναγκασμού, με σκοπό ακριβώς την αποφυγή της πανπεριεκτικής σύλληψης του κράτους ως το άλφα και το ωμέγα της πολιτικής. Παρομοίως, ο Λένιν έκρινε ως “παδική” την ανυπομονησία των υποτιθέμενων ριζοσπαστών απέναντι στις υπάρχουσες μορφές πολιτικής μεσολάβησης, όπως τα κοινοβούλια, τονίζοντας αταλάντευτα πως ενώ ο μαρξισμός μπορεί να έχει ξεπεράσει “θεωρητικά” μια φιλελεύθερη σύλληψη του κράτους, αυτό δεν είχε ακόμα επιτευχθεί “πολιτικά”, δηλαδή στην πράξη. Απαντώντας στην προτροπή του Τρότσκυ για τη στρατιωτικοποίηση των εργατικών συνδικάτων στο σοβιετικό κράτος, ο Λένιν επέμενε ότι τα συνδικάτα ήταν απαραίτητο να παραμείνουν ανεξάρτητα, όχι μόνο από το κράτος, αλλά και από το ίδιο το κομμουνιστικό κόμμα. Οι εργάτες χρειάζονταν την ικανότητα, σύμφωνα με τον Λένιν, να διεκδικούν τα δικαιώματά τους απέναντι στο κόμμα και το κράτος. Αναγνώριζε την αναγκαιότητα μίας ρητώς εκφρασμένης μη-ταυτότητας μεταξύ του κράτους, των πολιτικών κομμάτων, και άλλων εθελοντικών θεσμών της κοινωνίας των πολιτών όπως τα συνδικάτα. Θεμελίωση αυτής της πεποίθησης αποτελούσε η οπτική του Λένιν επί των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες θεωρούσε πως δεν μπορούσαν να καταργηθούν με ένα χτύπημα μέσω της πολιτικής επανάστασης. Παρά τη “συντριβή” του, το κράτος θα μπορούσε να ανασυγκροτηθεί, όχι επί τη βάσει μίας νέας κοινωνικής αρχής, αλλά της συνέχισης αυτού που ο Λένιν αποκαλούσε “αστικό δίκαιο”, για μεγάλο διάστημα μετά την πολιτική ανατροπή, και την κοινωνική εξάλειψη ακόμα, της διακριτής καπιταλιστικής τάξης. Το “αστικό δίκαιο” επιβίωνε ακριβώς μεταξύ των εργατών (και άλλων πρότερα εκμεταλλευόμενων μελών της κοινωνίας) κι έτσι αναπόφευκτα καθοδηγούσε τις κοινωνικές τους σχέσεις, καθιστώντας αναγκαίο ένα κράτος το οποίο θα μπορούσε μονάχα να “απονεκρωθεί”. Η πολιτική θα μπορούσε μονάχα με αργούς ρυθμούς να μετασχηματιστεί.

Τέλος, προκύπτει το ζήτημα της επίμονης προσκόλλησης του Αντόρνο στον Λένιν, παρά τις φαινομενικές, με την πρώτη ματιά, παράταιρες αντιφάσεις σε σχέση με την οπτική και πολιτική πρακτική του ίδιου του Λένιν. Για παράδειγμα, σε ένα όψιμο δοκίμιο του 1969, ο Αντόρνο επαινούσε το συνταγματικό σύστημα των ΗΠΑ για τον “διαχωρισμό των εξουσιών” και το σύστημα “ελέγχου και ισορροπιών” ως κρίσιμα για τη διατήρηση της κριτικής λειτουργίας του Λόγου (reason) στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.[10] Αλλά αυτό για τον Αντόρνο ήταν ένα παράδειγμα, το οποίο δεν θα έπρεπε να υποστασιοποιείται ως τέτοιο. Η ταύτιση της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας στο “σοβιετικό” σύστημα των “εργατικών συμβουλίων” συλλαμβανόταν από τον Λένιν, όπως πολύ καλά ήξερε ο Αντόρνο, ως συνυπάρχουσα με διακριτές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών όπως τα πολιτικά κόμματα, τα εργατικά συνδικάτα και άλλες εθελοντικές ομάδες, κι έτσι δεν παραβίαζε αναγκαστικά, και σίγουρα όχι από πρόθεση, τον κριτικό ρόλο της πολιτικής μεσολάβησης στα διάφορα επίπεδα της κοινωνίας.

Η σύγχυση και συνταύτιση του μοντέλου κομματικής πολιτικής του Λένιν σα μορφή κρατικής πολιτικής κατά την επιδίωξη του σοσιαλισμού, αποτελεί μεγάλο λάθος. Ο Λένιν προϋπέθετε τη σημαντική μη-ταυτότητά τους. Αντιλαμβανόταν το κόμμα ως ένα μόνο μεταξύ πολλών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένων πολλαπλών κομμάτων της εργατικής τάξης τα οποία θα συανγωνίζονταν να κερδίσουν την υποστήριξή της, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και πολλαπλών “μαρξιστικών” κομμάτων, τα οποία θα διαφοροποιούνταν ως προς τον τρόπο συσχέτισης θεωρίας και πράξης, μέσων και σκοπών.

Αντιθέτως, δεν υπήρχε τίποτα τόσο καταπιεστικό και αυταρχικό όσο το σοσιαλδημοκρατικό “κόμμα ολόκληρης της τάξης” όπως το εννοούσε ο Κάουτσκυ (ή ο Μπέμπελ) – όσο το σοσιαλδημοκρατικό σύνθημα “μία τάξη, ένα κόμμα”, σύμφωνα με το οποίο στο μέτρο που οι καπιταλιστές έχουν ενιαίο συμφέρον ενάντια στους εργάτες, οι εργάτες πρέπει να ενοποιηθούν ενάντια στους καπιταλιστές. Εξάλλου ήταν το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που εξαπέλυσε την αντεπανάσταση ενάντια στους Λένιν και Λούξεμπουργκ.

Ο Λένιν διατήρησε την πολιτική διχάζοντας τον μαρξισμό. Αυτό δεν συγχωρέθηκε ποτέ στον Λένιν. Αλλά, ακριβώς γι’ αυτό είναι που πρέπει να τον θυμόμαστε.

Υποσημειώσεις:

[1]. Moshe Lewin, Lenin’s Last Struggle (Ann Arbor: University of Michigan Press, 2005).

[2]. Adorno, Negative Dialectics, trans. E. B. Ashton (New York: Continuum, 1973), 143.

[3]. Lenin, Karl Marx: A Brief Biographical Sketch with an Exposition of Marxism, II. “The Marxist Doctrine,” in Lenin, Collected Works vol. 21 (Moscow: Progress Publishers, 1974). Originally published in 1915. Available on-line at: <http://www.marxists.org/archive/lenin/works/1914/granat/ch02.htm>.
Τροποιήσαμε τη μετάφραση του TVXS
http://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CE%BF-%CE%B2%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%AF%CF%81-%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BD-%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B5%CE%B9-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BB-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE

[4]. Cited by Benjamin in “On the Concept of History,” Selected Writings vol. 4 1938–40 (Cambridge, MA: Harvard, 2003), 395.

[5]. Korsch, “Marxism and Philosophy,” in Marxism and Philosophy, ed. and trans. Fred Halliday (New York: Monthly Review Press, 2008), 67–68.

[6]. Lenin, What Is to Be Done? Burning Questions of Our Movement (1902), available on-line at: <http://www.marxists.org/archive/lenin/works/1901/witbd/i.htm>.

[7]. Peter Nettl, “The German Social Democratic Party 1890-1914 as Political Model,” Past and Present 30 (April 1965).

[8]. Marx, The Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte, in Robert Tucker, ed., Marx-Engels Reader 2nd edition (New York: Norton, 1978), 602.

[9]. Rosa Luxemburg, “Blanquism and Social Democracy” (1906). Available on-line at: http://www.marxists.org/archive/luxemburg/1906/06/blanquism.html.

[10]. Adorno, “Critique,” Critical Models: Interventions and Catchwords, trans. Henry W. Pickford (New York: Columbia University Press, 1998).

Με αφορμή το φεστιβάλ άμεσης δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη διοργανώσαμε μία μκρή συζήτηση με θέμα “Δημοκρατία και κινήματα στην ιστορία”, που φιλοξενήθηκε στο Μικρόπολις (κοινωνικός χώρος για την ελευθερία). Δημοσιεύουμε την εισήγηση από το μέλος της διεθνούς ομάδας του Πλατύποδα, Θοδωρή Βελισσάρη, η οποία αποτέλεσε τη βάση της συζήτησης που ακολούθησε.

14/9/2013

Δημοκρατία και κινήματα στην ιστορία

Πρόλογος

Καλησπέρα. Θα ξεκινήσω με Χόλιγουντ… Πέρσι προβλήθηκε η ταινία «Λίνκολν», δεν ξέρω πόσοι την έχετε δει, η οποία πραγματεύεται τον ρόλο του Λίνκολν στην υπόθεση τερματισμού του θεσμού της δουλείας στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου. Από τη σκοπιά της άμεσης δημοκρατίας, μπορεί κανείς να πει ότι η ταινία υποτιμά τον ρόλο των ίδιων των εγχρώμων στον αγώνα για τη χειραφέτησή τους, υπερτονίζοντας τον ρόλο των λευκών πολιτικών αντιπροσώπων. Ίσως η παλιότερη ταινία «Γκλόρυ», που περιγράφει τις ηρωικές μάχες του συγκροτημένου από έγχρωμους εθελοντές 54ου Συντάγματος Πεζικού της Μασαχουσέτης, να είναι πιο συμβατή με μία αμεσοδημοκρατική, ή «από τα κάτω», σκοπιά της ιστορίας του αγώνα για το ξεπέρασμα του θεσμού της δουλείας. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι δύο ταινίες αυτές, με τις διαφορετικές προσεγγίσεις του ίδιου θέματος, μας φέρνουν στο πρόβλημα των επαναστάσεων, αλλά και των κοινωνικών κινημάτων, που μοιάζουν συχνά να έχουν έναν χαρακτήρα τόσο «από τα κάτω» όσο και «από τα πάνω».

Για παράδειγμα, πρόσφατες μαζικές κινητοποιήσεις (ή ακόμα και επαναστατικές ανατροπές όπως στην περίπτωση της Αιγύπτου), διατηρούσαν αυτό τον διττό χαρακτήρα: Αραβική Άνοιξη μεν, Αδελφοί Μουσουλμάνοι ή Ένοπλες Δυνάμεις δε. Αγανακτισμένοι μεν, ΣΥΡΙΖΑ ή Ανεξάρτητοι Έλληνες δε.Occupy μεν, Ομπάμα δε. Όλα φαινόμενα συνδεδεμένα με μαζικούς αγώνες για δημοκρατία, μάλιστα αγώνες που διεκδικούσαν χαρακτηριστικά μία πραγματική δημοκρατία.

Τραγωδία και φάρσα

Όσο παράδοξο κι αν φανεί, για να φωτιστούν αυτά τα προβλήματα, θα καταφύγουμε στη διάσημη φράση του Μαρξ περί τραγωδίας και φάρσας όταν συγκρίνει το 1789 (τη λεγόμενη τελευταία αστική επανάσταση) με το 1848 (τη λεγόμενη πρώτη σοσιαλιστική). Γράφει ο Μαρξ: «Ο Χέγκελ κάνει κάπου την παρατήρηση πως όλα τα μεγάλα κοσμοϊστορικά γεγονότα και πρόσωπα παρουσιάζονται, σα να πούμε, δύο φορές. Ξέχασε να προσθέσει, τη μια φορά σαν τραγωδία, την άλλη σα φάρσα», και δίνει κάποια παραδείγματα, όπως Ροβεσπιέρος (τραγωδία) και Λουί Μπλαν (φάρσα), μεταξύ άλλων.

Για ποιο λόγο περιγράφει ο Μαρξ ως φάρσα το 1848, έναντι του 1789 το οποίο περιγράφει ως τραγωδία; Δεν ήταν το 1848 που πρώτη φορά διεκδικήθηκαν επαναστατικά σοσιαλιστικά αιτήματα; Δεν ήταν το 1848 που γκρεμίστηκε μια για πάντα η μοναρχία στη Γαλλία, η οποία είχε γίνει συνταγματική μόλις το 1831; Δεν ήταν το 1789 επανάσταση αστική και όχι εργατική;

Λοιπόν, το 1789 δεν είναι φάρσα γιατί θεωρεί ο Μαρξ ότι πέτυχε τους σκοπούς του. Είναι τραγικό, γιατί δεν καταλάβαιναν οι πρωταγωνιστές του τι ακριβώς ήταν αυτό που πετύχαιναν. Η τραγωδία προϋποθέτει ηρωισμό. Δοσμένοι στον αγώνα τους, οι επαναστάτες του 1789 «ντοπάρονταν» φορώντας ένα αρχαίο μανδύα, φαντάζονταν ότι αναστυλώνουν τη ρωμαϊκή δημοκρατία, ένα είδος άμεσης δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα κάνανε κάτι πολύ διαφορετικό, αλλά η σύγχυσή τους ήταν συγχωρήσιμη γιατί προέλαυνε μαζί της η ίδια η επανάσταση – το τζίνι είχε βγει απ’ το μπουκάλι με τη βοήθειά τους!

Τι ήταν όμως αυτό που πέτυχαν οι επαναστάτες αυτοί; Όχι βασικά μία επικράτηση της δημοκρατικής πολιτικής, αλλά ένα δυνητικό ξεπέρασμα κάθε είδους πολιτικής. Πώς; Μέσω της εδραίωσης νέων, πρωτοφανών, ελεύθερων κοινωνικών σχέσεων, και της υπαγωγής της πολιτικής στις σχέσεις αυτές. Κάθε είδους νομοθετικό σώμα, έπρεπε πλέον να υπάγεται, να γίνεται απλό εργαλείο, της ελεύθερης ανάπτυξης των ηθών και των παθών, του παιχνιδιού της ατομικής και της κοινωνικής ελευθερίας. Η συγκεκριμένη μορφή του νομοθετικού ή πολιτικού σώματος δεν ήταν το ύψιστο διακύβευμα πλέον. Κάθε πολίτευμα θα έπρεπε να υπηρετεί την ελευθερία, ειδάλλως νέες επαναστάσεις (ή γκιλοτίνες) θα βάζανε τα πράγματα στη θέση τους!

Βεβαίως, οι αστοί στοχαστές και επαναστάτες δεν ήταν τόσο αφελείς ώστε να πιστεύουν ότι ήρθε η ελευθερία επί της γης. Είχαν επίγνωση ότι πρόκειται μάλλον για μία μεταβατική εποχή προς την ελευθερία, κατά την οποία εντούτοις κατέρρεαν πράγματι συμβάσεις και ιεραρχίες χιλιετιών και κορυφωνόταν μία ολοκληρωτική ρήξη με τον παραδοσιακό πολιτισμό.

Οι προσδοκίες αυτές είχαν αντιστραφεί, ή μπορούμε να πούμε πως οι υποσχέσεις αυτές φαινόταν πως είχαν διαψευστεί, μέχρι το 1848. Η Βιομηχανική Επανάσταση μεταμόρφωνε την αστική κοινωνία σε κοινωνία υποταγμένη στη δυναμική του κεφαλαίου. Εμφανίστηκε μαζικά στην ιστορία το σύγχρονο προλεταριάτο και ο εφεδρικός στρατός της εργασίας. Αυτό σηματοδοτούσε μία ιστορική οπισθοδρόμηση. Από την υπόσχεση υπέρ της ελευθερίας ενός «αόρατου χεριού» (Σμιθ), μίας «ακοινωνικής κοινωνικότητας» (Καντ), μίας «πανουργίας του λόγου» (Χέγκελ), η οποία φαινόταν ως υπόσχεση να εδράζεται στην απτή πραγματικότητα, περνάμε στο σχίσμα μεταξύ ιδιοκτητών (καπιταλιστών) και παραγωγών (εργατών), και ακόμα πιο κρίσιμα, στο σχίσμα εντός των ίδιων των εργατών, οι οποίοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους για μία θέση εργασίας και για τη διατήρηση της αξίας της εργατικής τους δύναμης. Όπως το είχε θέσει ο Μαξ Χορκχάιμερ, οι μηχανές έκαναν περιττή, όχι την εργασία, αλλά τον ίδιο τον εργάτη. Η δεκαετία του 1840 νιώθει βαθιά στο πετσί της αυτές τις αλλαγές με την πρώτη μεγάλη καπιταλιστική κρίση, τη μαζική προλεταριοποίηση και ανεργία.

Συνεπώς, γιατί είναι φάρσα ο αγώνας του 1848; Επανέρχεται το αίτημα για δημοκρατία, όπως το 1789, το αίτημα μάλιστα για «κοινωνική δημοκρατία»: για μια δημοκρατία δηλαδή επαρκή απέναντι στις ανάγκες της κοινωνίας συνολικά. Για πρώτη φορά στην ιστορία θεμελιώνεται το καθολικό δικαίωμα ψήφου. Όμως, το αίτημα για δημοκρατία δεν είναι τώρα ένα τραγικό κάλυμμα ενός ηρωισμού που συγκροτεί και ενδυναμώνει νέες επαναστατικές κοινωνικές σχέσεις. Είναι αποτέλεσμα της αποτυχίας αυτών των κοινωνικών σχέσεων την εποχή όξυνσης της Βιομηχανικής Επανάστασης! Το καθολικό δικαίωμα ψήφου θεμελιώνεται ενώ η πλειοψηφία γίνεται πιο αδύναμη και, ως γνωστόν, εάν κανείς δεν έχει δουλειά, έχει τουλάχιστον ψήφο! Το καθολικό δικαίωμα ψήφου δεν προέκυψε από την ενδυνάμωση αλλά από την αποδυνάμωση των ανθρώπων. Και τι έφερε μαζί του; Έναν ημίτρελο τυχοδιώκτη, ένα ρεμάλι στην εξουσία με το όνομα Λουδοβίκος Βοναπάρτης…

Το 1789, και γενικότερα στις αστικές επαναστάσεις, το παιχνίδι ήταν πολύ διαφορετικό. Ούτε η ανάγκη για ψήφο, ούτε η ανάγκη για κράτος-πρόνοιας, μεταξύ άλλων που πλημμύρισαν τον κόσμο μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση, ήταν κεντρικής σημασίας. Το αίτημα για δημοκρατία ήταν ήδη παρωχημένο το 1789, και αποτελεί ένδειξη οπισθοδρόμησης το γεγονός ότι επιστρέφει ως αίτημα το 1848. Η Βιομηχανική Επανάσταση υπέσκαψε τη συμμετοχή των εργατών στην αστική κοινωνία, κι έτσι επανέρχεται το αίτημα για δημοκρατία. Το 1848 δεν μετασχηματίζει την αστική κοινωνία. Το νέο περιεχόμενο (το ίδιο το προλεταριάτο) απωθείται, κι έτσι η επανάσταση αποτυγχάνει όχι μόνο ως κοινωνική αλλά και ως φιλελεύθερη και δημοκρατική. Πρέπει τώρα “να βρει την ποίησή της από το μέλλον”.

Το κράτος στην ιστορία

Αναφερθήκαμε γενικά στην πολιτική μέχρι τώρα, τι γίνεται όμως με το κράτος; Κάθε πολιτική περιλαμβάνει αναγκαστικά κρατική διαχείριση, ή αυτά τα δύο πεδία πρέπει να είναι διακριτά; Η δημοκρατία είναι μία μορφή κράτους, ή μπορεί να υπάρχει και ακρατική δημοκρατία;

Ας κάνουμε κάποιες προπαρασκευαστικές παρατηρήσεις: από τη μία, υπάρχει μία πολύ προβληματική διαδεδομένη δεισιδαίμονη πίστη στο κράτος, που θέλει τους ανθρώπους ανίκανους να ορίσουν αρμονικά τη ζωή τους χωρίς κάθε είδους κρατική κηδεμονία. Από την άλλη, στον αντίποδα, υπάρχει μία αντίληψη που θέλει το κράτος να είναι απλά ένας καρκίνος, ένα ξένο σώμα που κατατρώει την κοινωνία. Κι αυτή η αντίληψη γεννά ερωτήματα όμως με τη σειρά της: το κράτος επιβλήθηκε και επιβάλλεται στην κοινωνία ή πηγάζει από τις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις; Είναι το κράτος ένα προσωρινό αυθαίρετο ατύχημα, ή είναι σύμπτωμα μίας «άρρωστης» κοινωνίας, άρα προκύπτει τρόπον τινά ως ανάγκη για τους ανθρώπους, με έναν αυθόρμητο τρόπο; Τα ερωτήματα μπορεί ίσως να ξενίζουν αλλά αν θέλουμε να προσεγγίσουμε χωρίς ταμπού το πρόβλημα, δεν μπορούμε παρά να τα θέσουμε.

Το κράτος ωστόσο έπαιζε σ’ όλη την ιστορία τον ίδιο ρόλο; Υπάρχει κάποια ιδιαιτερότητα του κράτους στον καπιταλισμό σε σχέση με το παρελθόν, μετά από τις ρήξεις που αναφέραμε πριν; Μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα μία σκοπιά του προβλήματος αυτού: το κράτος προ του καπιταλισμού, φαίνεται πως ήταν το όργανο εξουσίας μίας κυρίαρχης τάξης. Μία κυρίαρχη τάξη αναπαράγει την κυριαρχία της επί των υπολοίπων τάξεων μέσω ενός κρατικού μηχανισμού.

Στη νεώτερη εποχή τώρα, με την ανάδυση της αστικής κοινωνίας, το κράτος φαίνεται πως αποκτά μία αυτοτέλεια έναντι όλων των τάξεων, μοιάζει να εξυπηρετεί ολόκληρη την κοινωνία, ή μοιάζει έστω ότι με την κατάλληλη μορφή θα μπορούσε να εξυπηρετεί ολόκληρη την κοινωνία και όχι βασικά την κυρίαρχη τάξη. Υπάρχουν ασφαλώς αντιμαχόμενες τάξεις αλλά μοιάζουν να βρίσκονται σε ισορροπία, και το κράτος εμφανίζεται ως μεσάζοντας μεταξύ τους.

Βέβαια, θα πει κανείς, δεν κατέστησαν οι αστικές επαναστάσεις το κράτος όργανο της κυρίαρχης αστικής τάξης; Σίγουρα. Εάν όμως οι παλαιότερες κυρίαρχες τάξεις αναπαρήγαγαν μέσω της κυριαρχίας τους μία στατική ιεραρχία που βασιζόταν σε καθορισμένες κοινωνικές θέσεις, η αστική τάξη ηγήθηκε μιας επανάστασης που ισχυρίστηκε ότι εγκαθιδρύει νέες ελεύθερες κοινωνικές σχέσεις οι οποίες ήταν καθολικά εξισωτικές στο μέτρο που μοίραζαν σε όλους την ταυτότητα του «εργάτη». Μην ξεχνάμε ότι τις αστικές επαναστάσεις διεκπεραίωνε η Τρίτη Τάξη, οι εργαζόμενες τάξεις εν γένει: το σχίσμα καπιταλιστής-εργάτης δεν είχε γίνει ακόμα κοινωνικά έκδηλο. Υπάρχει μεν μία κυριαρχία της Τρίτης Τάξης, αλλά επειδή η κυριαρχία αυτή εικάζει (όχι χωρίς βάση!) ότι οδηγεί όλη την κοινωνία προς την ελευθερία, το κράτος μοιάζει να αποκτά μία αυτοτέλεια, ως απλό εργαλείο στον αγώνα ολόκληρης της κοινωνίας προς την πραγμάτωση της ελευθερίας.

Χρήσιμη είναι ίσως η παρατήρηση του Χέγκελ όταν περιοδολογεί την ιστορική κατανόηση της ελευθερίας, και συμπεραίνει ότι κατά το μακρινό παρελθόν οι άνθρωποι ήξεραν ότι μόνο ένας είναι ελεύθερος (π.χ. Φαραώ!), στη συνέχεια ότι μερικοί είναι ελεύθεροι (π.χ. άνδρες αθηναίοι πολίτες), ενώ στη σύγχρονη εποχή εμπεδώθηκε η αντίληψη ότι όλοι είναι ελεύθεροι. Προφανώς εδώ εννοείται ότι στη νεώτερη εποχή ο κοινωνικός μετασχηματισμός εξαρτάται από όλους, αναδύονται μαζικές μορφές πολιτικής, όπως περιγράψαμε παραπάνω, ενώ παλαιότερα η αναπαραγωγή της κοινωνίας εξαρτιόταν από έναν ή μερικούς. Αυτό επηρεάζει αποφασιστικά τον αντίστοιχο χαρακτήρα του κράτους. Μην ξεχνάμε ότι το φαινόμενο του βοναπαρτισμού για τον Μαρξ δεν είναι η μετέπειτα δικτατορία του Βοναπάρτη, αλλά πολύ περισσότερο η δημοκρατική εκλογή του. Βοναπαρτισμός δηλαδή είναι ένα είδος καταπίεση του ίδιου του λαού με λαϊκή συγκατάθεση, μια δημοκρατική καταπίεση της δημοκρατίας.

Με τη σταδιακή επικράτηση της Βιομηχανικής Επανάστασης, οι υποσχέσεις της Τρίτης Τάξης διαψεύδονται, όπως επίσης προείπαμε. Η αυτοτέλεια του κράτους όχι απλά διατηρείται, αλλά αλλάζει ριζικά χαρακτήρα και βαθαίνει. Αν με τις αστικές επαναστάσεις το κράτος έμοιαζε παρωχημένο, ένα απλό εργαλείο που θα προσαρμοζόταν σύμφωνα με την ελεύθερη ανάπτυξη των ανθρώπων, και ουσιαστικά θα εξαλειφόταν, με την προλεταριοποίηση της κοινωνίας το κράτος επιστρέφει ως αναγκαίος ρυθμιστής μίας κοινωνίας που μοιάζει ανίκανη. Φυσικά η αστική τάξη, ως πλέον καπιταλιστική τάξη που αμύνεται έναντι των αιτημάτων της εργατικής τάξης, όχι ως Τρίτη Τάξη, ωφελείται από τη διαδικασία κοινωνικής αποσύνθεσης. Αλλά δεν είναι ο ενεργός φορέας πίσω της, δεν είναι ούτε αυτή ελεύθερη, κερδίζει απλά όσα λάφυρα προκύπτουν από αυτή τη τυφλή δυναμική του κεφαλαίου (εδώ δυστυχώς μόνο εν τάχει θίγουμε το πρόβλημα εάν το κεφάλαιο προκύπτει από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ή η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής προκύπτει ως πρόβλημα από τη δυναμική του κεφαλαίου, μας ενδιαφέρει εν προκειμένω η νύξη αντιστροφής της συμβατικής αντίληψης περί αιτίας και αποτελέσματος στο πρόβλημα αυτό).

Το κράτος πλέον διατηρεί μία αυτοτέλεια που προσομοιάζει στην αυτοτέλεια των κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες όμως αντί να οδηγούνται μέσω της δυναμικής τους προς την ελευθερία, οδηγούνται προς αποσύνθεση. Η τυφλή αυτή δυναμική αποσύνθεσης είναι το κεφάλαιο, το οποίο κυριαρχεί επί της κοινωνίας συνολικά. Την καταστροφική αυτοτέλεια αυτής της δυναμικής εκφράζει παράλληλα η αυτοτέλεια του κράτους.

Αυταρχισμός και δημοκρατία

Υπάρχει έτσι ένας διάχυτος αυταρχισμός: όχι με την έννοια ότι οι δυνατοί επιβάλλονται στους αδύνατους, αλλά με την έννοια ότι όλοι είναι αδύναμοι μπροστά στην αυτονομημένη και καταστροφική τροχιά του κεφαλαίου. Ένας αυταρχισμός που φαινομενικά παράδοξα πηγάζει από το γεγονός ότι καμία τάξη δεν άρχει! Όπως το έθετε ο Μαρξ περιγράφοντας τον βοναπαρτισμό, η αστική τάξη δεν είναι ικανή να άρχει πια, και η εργατική δεν είναι ικανή να άρχει ακόμα.

Το αίτημα για δημοκρατία, εκφράζει αυτή την κατάσταση αποδυνάμωσης και αποσύνθεσης, απαιτώντας μια μορφή κράτους που μοιάζει η καταλληλότερη για να προστατέψει την πλειοψηφία που υποφέρει και, παρ’ ελπίδα, να την ενδυναμώσει. Έχει ειπωθεί ότι αν τα εμπορεύματα επέλεγαν πολίτευμα, αυτό θα ήταν η μαζική δημοκρατία, ενώ αν οι ψήφοι επέλεγαν τρόπο παραγωγής, αυτός θα ήταν ο καπιταλιστικός! Μην ξεχνάμε ότι ως εργαζόμενοι είμαστε κι εμείς εμπορεύματα.

Αυτό που αποκρύπτεται βέβαια έτσι, είναι ότι το πρόβλημα δεν είναι απλά η καταπίεση της πλειοψηφίας από τη μειοψηφία, αλλά ολόκληρος ο τρόπος ύπαρξης της κοινωνίας μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση. Η αρχή της εργασίας ως κοινωνική και ατομική ταυτότητα που προάγει (ενώ μάλλον καταδυναστεύει) τις κοινωνικές σχέσεις, και ο εμπορευματικός της χαρακτήρας, έχουν γίνει θεμελιωδώς προβληματικά. Η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και το κράτος ως εκφραστής της δεν εξαντλεί την έκταση των προβλημάτων αυτών.

Στο μέτρο συνεπώς που το πολίτευμα ανταποκρίνεται στην τροχιά αποσύνθεσης των κοινωνικών σχέσεων υπό το κεφάλαιο, τίθεται το ερώτημα αν μία μορφή του πολιτεύματος μπορεί να ξεπεράσει χειραφετητικά την τροχιά αυτή. Στην εποχή της μαζικής πολιτικής, το κράτος επιστρέφει ως επιλογή ή ως αναγκαιότητα; Η δημοκρατία, σε οποιαδήποτε μορφή της, εκφράζει αυτή την ανάγκη για κράτος, ή σε κάποιες της μορφές αντιπαλεύει και ξεπερνά την ανάγκη αυτή; Μπορεί ίσως να ασκείται στο επίπεδο της καθημερινότητας, απομακρυσμένη από το επίπεδο της κρατικής διαχείρισης και σε αντιπαράθεση μαζί του, ή κάθε μορφή πολιτικής υιοθετεί κρατικά χαρακτηριστικά εάν πρόκειται να αφορά την πλειοψηφία, λόγω της αποδυνάμωσης των ανθρώπων μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση;

Αμεσότητα και αντιπροσώπευση

Το κράτος συνεπώς, και οι παθολογίες του, μπορεί να προκύπτουν όχι λόγω ιεραρχίας ή αντιπροσώπευσης, αλλά εξαιτίας του κεφαλαίου, ως επικρατούσα μορφή κοινωνικών σχέσεων. Το κράτος δεν εξαντλείται στην υπεράσπιση της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, των «από τα πάνω», αλλά υπάρχει επίσης επειδή υπάρχει το αστικό δίκαιο δηλαδή η εμπορευματική μορφή της εργασίας, στους «από τα κάτω», που θέλουν ίση αμοιβή για ίσο χρόνο εργασίας.

Η έμφαση στην άμεση δημοκρατία ως αντίβαρο στο αντιπροσωπευτικό κράτος, υποβαθμίζει πιθανώς τον συγκεκριμένο χαρακτήρα της αναγκαιότητα του κράτους ως πολιτικής μεσολάβησης μετά τη Βιομηχανικής Επανάσταση. Ο Μαρξ, ήδη στα νεανικά του φιλοσοφικά και οικονομικά χειρόγραφα, τόνιζε ότι ακόμα και χωρίς καπιταλιστές, η ίδια η κοινωνία θα μπορούσε να γίνει ένας μεγάλος καπιταλιστής που εκμεταλλεύεται τον εαυτό του. Ανάλογα, θα μπορούσαμε ίσως να τολμήσουμε να ισχυριστούμε, ακόμα και χωρίς αντιπροσώπους, μία κοινωνία με άμεση δημοκρατία θα μπορούσε να μετατραπεί σε έναν μεγάλο αντιπρόσωπο που προδίδει τους εκλογείς του.

Επίσης, τα σύγχρονα επαναστατικά κινήματα τι είδους δημοκρατία θεσμοποιούσαν; Άμεση ή αντιπροσωπευτική; Δεν μπορούμε εδώ να επεκταθούμε, αλλά σε μεγάλο βαθμό όλα τα σύγχρονα επαναστατικά κινήματα αναπτύχθηκαν πολιτικά μέσω αντιπροσωπευτικών θεσμών, που είχαν όμως επαναστατικό χαρακτήρα και περιεχόμενο, διατηρώντας βέβαια τη δυνατότητα της ανακλητότητας. [παράδειγμα δημοτικών συμβούλων στην Κομμούνα του Παρισιού].

Η επιστροφή στην αμεσότητα εμπνέεται συχνά από την αρχαία σύλληψη και πρακτική της δημοκρατίας. Όμως, στην αρχαία πόλη, η νομοθεσία επικαθόριζε ατομικές επιλογές και τρόπους συμπεριφοράς με τρόπο που θα ξένιζε κάθε σύγχρονο άνθρωπο. Σίγουρα το αίτημα δεν είναι ποτέ αυτό της αναβίωσης της αρχαίας πόλης, αλλά κατά πόσο θα έπρεπε να μας προβληματίζει η συμβατότητα της άμεσης δημοκρατίας με ένα περιβάλλον πολύ ξένο στον τρόπο ύπαρξης εκείνης της πόλης, ακόμα και της πιο «κλασσικής»; Στην αρχαία πόλη οι πολίτες αποφάσιζαν δημοκρατικά μέσω των κοινών αξιών τους. Μετά τις αστικές επαναστάσεις όμως, “στόχος της παραγωγής δεν είναι πλέον ο άνθρωπος, αλλά στόχος του ανθρώπου η παραγωγή”.

Η άμεση δημοκρατία συνήθως ως πολιτικό πρόταγμα έχει έναν προεικονιστικό χαρακτήρα. Την επικαλούμαστε από τώρα ως συγκεκριμένη μορφή της ελευθερίας του μέλλοντος. Όμως, αναρωτιέται κανείς, πώς μπορούν ανελεύθεροι άνθρωποι, όπως εμείς, να φαντάζονται την ελευθερία; Από ποιο προνομιακό πεδίο μη αλλοτρίωσης δεσμεύουμε το πιθανώς χειραφετημένο μέλλον ως προς τις μορφές του; Κινδυνεύουμε έτσι να γίνουμε απολογητές μίας συγκεκριμένης μορφής πολιτικής, αντί να προάγουμε την ίδια την ελευθερία. Η δημοκρατία δεν θα έπρεπε να είναι αυτοσκοπός, αλλά μάλλον ένα εργαλείο.

Συγχρόνως, στην προεικονιστική διάσταση της άμεσης δημοκρατίας, προτάσσεται η άσκηση της δημοκρατίας ως εκπαιδευτική διαδικασία σταδιακής προετοιμασίας για ένα πραγματικά δημοκρατικό μέλλον. Χρειάζεται όμως να εξασκηθούμε στη δημοκρατία, ή κάθε νοικοκυρά είναι έτοιμη γι’ αυτή (κατά παράφραση μιας διάσημης φράσης του Λένιν); Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι και μόνο που πηγαίνουμε στην αγορά ως καταναλωτές και διεκδικούμε το συμφέρον μας, ή ως εργαζόμενοι που διεκδικούμε τα δεδουλευμένα και γενικότερα αποφεύγοντας την ανισότητα και αδικία στις σφαίρες αυτές, είμαστε ήδη έτοιμοι για τη δημοκρατία. Χρειάζονται άραγε οι μάζες τη διαφώτιση από μας που ασχολούμαστε με την πολιτική, ή ίσως εμείς τη χρειαζόμαστε από τις μάζες πολύ περισσότερο;
(εάν βέβαια υπάρχει όντως κάποιος λόγος που η δημοκρατία μοιάζει να είναι το πολίτευμα του καπιταλισμού και το ανάποδο: υπάρχει σίγουρα η σεβαστή ένσταση ότι ο καπιταλισμός δεν έχει συγκεκριμένη πολιτική προτίμηση, μπορεί να προτιμήσει ας πούμε τον φασισμό, αλλά θα αντιτείναμε ότι δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένο ότι ο φασισμός στην ιστορία δεν υπήρξε ένα δημοκρατικό κίνημα, στο μέτρο που αναπτύχθηκε και λειτούργησε με μαζική υποστήριξη, παρότι βεβαίως την πρόδωσε).

Αυτή η κριτική προσέγγιση της δημοκρατίας ως προεικόνισης δεν αποσκοπεί μόνο στην επιθυμία να δώσουμε μία ευκαιρία στη μελλοντική ελευθερία να δώσει η ίδια το περιεχόμενό της στον εαυτό της. Αλλά θέλει να προβληματικοποιήσει και ένα είδος «τριτοκοσμισμού» της πολιτικής. Με την ίδια έννοια δηλαδή που στο παρελθόν κομμάτια της Αριστεράς θεώρησαν χαμένη υπόθεση τη μάχη στον αλλοτριωμένο «πρώτο κόσμο» και στράφηκαν στον τότε λεγόμενο «τρίτο» ο οποίος θα τόνωνε τις χαμένες επαναστατικές προσδοκίες, σήμερα εντός του «πρώτου» κόσμου, οι κυρίαρχες μορφές μαζικής πολιτικής (και αντιπροσώπευσης) καταδικάζονται ως εγγενώς αλλοτριωμένες, και προτάσσεται μία πολιτική που μένει, τουλάχιστον μέχρι τώρα, στο περιθώριο της πολιτικής ζωής. Υπάρχει εντούτοις περίπτωση ο φόβος απέναντι στο σύγχρονο κράτος να είναι φόβος απέναντι στην ίδια την ελευθερία; Σίγουρα το κράτος είναι ένα εμπόδιο για την ελευθερία. Πώς όμως θα το συντρίψουμε: παραμερίζοντας ή κατακτώντας το; (αυτή είναι ίσως και η βασική διαφορά μαρξισμού και αναρχισμού).

Μια σειρά προβλημάτων

Πριν τον επίλογο αυτής της παρουσίασης, θα ήθελα συνοπτικά να αναφέρω μερικούς ακόμα προβληματισμούς σχετικά με τη δημοκρατία εν γένει.

Μία εξελικτική θεώρηση θέλει να έχουμε στην ιστορία όλο και περισσότερη δημοκρατία, για παράδειγμα το 1848 θεωρείται απλή συνέχιση του 1789 στον αγώνα κατά του απολυταρχισμού. Και πρέπει με τη σειρά μας κι εμείς να βάλουμε το λιθαράκι μας και να πάμε παραπέρα, μέχρι την τελική κατάκτησή της. Η ιστορία όμως των αγώνων για δημοκρατία σηματοδοτείται από πρόοδο ή οπισθοδρόμηση; Κάθε ιστορική στιγμή πραγμάτωνε μία επιπλέον βαθμίδα δημοκρατίας και η κίνηση αυτή μένει να ολοκληρωθεί σήμερα οριστικά από νέα κοινωνικά κινήματα, ή ίσως κάθε στιγμή αποτελούσε μία αποτυχία πραγμάτωσης που βάθαινε το πρόβλημα της δημοκρατίας, που βάθαινε την παθολογία που γεννούσε εξαρχής την ίδια την ανάγκη για δημοκρατία; Είναι τυχαίο ή υπάρχει λόγος που η δημοκρατική επανάσταση έχει εκδηλωθεί στον κόσμο τόσο παθολογικά και τόσο άνισα;

Μια άλλη θεώρηση ισχυρίζεται ότι έχουμε κατακτήσει την πολιτική δημοκρατία (για παράδειγμα με την κατάργηση της μοναρχίας), και μένει να κατακτηθεί και η κοινωνική δημοκρατία με ένα ταξικό περιεχόμενο. Βέβαια, από το 1789 μέχρι σήμερα, όλες οι επαναστάσεις και εξεγέρσεις πλαισιώνονται παράλληλα με πολιτικά, αντιαυταρχικά αιτήματα. Συγχρόνως, η έννοια της τάξης μοιάζει σήμερα να έχει γίνει μία παθητική κατηγορία, αντικειμενική, ή ακόμα και θεωρητική, σε αντίθεση με παλαιότερες περιόδους. Σήμερα, πολιτιστικές, εθνικές, θρησκευτικές, μεταξύ άλλων, διαμάχες, φαίνεται να υποκαθιστούν τις ταξικές. Η θρησκεία στην Αίγυπτο κινητοποιεί σε σημαντικό βαθμό τις μάζες, ενώ στην πρόσφατη προεκλογική περίοδο στις ΗΠΑ, όσο κι αν έστρεφε ο Ρόμνεϊ τη συζήτηση στη δημιουργία θέσεων εργασίας, οι δημοκρατικοί του Ομπάμα επικέντρωναν σε άλλα ζητήματα, όπως αυτό των εκτρώσεων. Η κριτική στα πρόσφατα δημοκρατικά κινήματα από ταξική σκοπιά, μοιάζει ως προς αυτό ανεπαρκής: παραμένει επαναστατική στη φρασεολογία, ενώ μοιάζει να υποπίπτει στο αμάρτημα που ο Μαρξ ονόμασε «υπερβατική περιφρόνηση της πολιτικής», η οποία είναι “μη υλιστική θεωρητικά και επικίνδυνη πρακτικά”. Το πρόβλημα δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο το κοινωνικό είναι καθορίζει τη συνείδηση, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τόσο το κοινωνικό είναι όσο και η συνείδηση αλλάζουν!

Επίλογος

Το 1848 μοιάζει να είναι ο κανόνας, το πρότυπο της αποτυχίας της δημοκρατικής επανάστασης της εποχής μας. Το αίτημα για δημοκρατία παραμένει ανικανοποίητο παρ’ όλες τις δημοκρατικές επαναστάσεις. Ζούμε πολιτικά σ’ ένα διαρκές 1848, το οποίο όμως φέρει μία διπλή συνείδηση. Μαζί με τη δική του, αυτή του 1789. Το τελευταίο σφράγισε μια εποχή όπου η ανάγκη για δημοκρατία έμοιαζε να ξεπερνιέται ιστορικά. Το πρώτο σφραγίζει μια εποχή που η ανάγκη για δημοκρατία επιστρέφει δριμύτερη. Το ερώτημα είναι αν μας κινητοποιούν ακόμα αυτές οι δύο στιγμές, αν η εποχή μας διέπεται από αυτή τη χρονική αντίφαση, και πώς αυτή μπορεί να εκφραστεί πολιτικά.

Μοιάζει να διατηρείται τόσο η αναγκαιότητα όσο και η αδυνατότητα της δημοκρατίας. Μια επανάσταση, ικανοποιώντας την ανάγκη για πραγματική δημοκρατία, θα έθετε τη βάση για το ξεπέρασμα της ίδιας της δημοκρατίας. Αν θέλουμε κάτι να τονίσουμε περισσότερο ως προβληματισμό, είναι ότι η ανάγκη για δημοκρατία είναι μια έκφραση ατομικής και κοινωνικής ανελευθερίας! Μια παρέα στον δρόμο παρεμβαίνει για να χωρίσει δύο ανθρώπους που έχουν πιαστεί στα χέρια, χωρίς να χρειάζονται οποιοδήποτε κράτος, οποιαδήποτε πολιτική, αμεσοδημοκρατική ή μη, να τους βοηθήσει. Μπορεί ολόκληρη η πολιτική ζωή να ακολουθήσει μία τέτοια προοπτική;

Επαναλαμβάνουμε την αστική επανάσταση (ενάντια στη διαφθορά, τον αυταρχισμό, κ.ο.κ.) ανασυγκροτώντας εκ νέου κάθε φορά μία άλλη δημοκρατική μορφή του καπιταλισμού. Αυτό είναι πιθανώς αναπόφευκτο. Αλλά η συνειδητή ανασυγκρότηση του ως τέτοια πιθανώς θα συνέβαλλε στο ξεπέρασμά του. Η επανάσταση θα είναι συμπτωματική του συστήματος που θέλει να ξεπεράσει, συνεπώς δεν θα είναι το τέλος, αλλά η αρχή της ελευθερίας! Οι πολιτικές μεσολαβήσεις δεν πρέπει να αγνοηθούν αλλά να μετασχηματιστούν. Υποστήριξη της δημοκρατία δεν σημαίνει απολογία υπέρ της, αλλά μάλλον κριτική της. Το αίτημα για δημοκρατία πρέπει να πραγματωθεί ώστε να γίνει περιττή η δημοκρατία, όχι επειδή η δημοκρατία ταυτίζεται με την ελευθερία. Αλλά παραμένουμε αγνωστικιστές ως προς τις συγκεκριμένες μορφές που θα πάρει αυτή η πραγμάτωση και αναίρεση. Αγνωστικιστές, αλλά όχι αδιάφοροι. Το κράτος είναι μια κακή κληρονομιά που βαραίνει την επανάσταση. Μια πλήρης δημοκρατία θα έθετε ίσως τις βάσεις για την απονέκρωση κάθε κράτους, ακόμα και του πιο δημοκρατικού.