RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Η ταξική συνείδηση (από μία μαρξιστική σκοπιά) σήμερα

Η ταξική συνείδηση (από μία μαρξιστική σκοπιά) σήμερα

του Κρις Κατρόουν - Platypus Review 51 | Νοέμβριος 2012

 

Για τους μαρξιστές, η διάκριση μεταξύ των κοινωνικοοικονομικών τάξεων δεν είναι η αιτία του προβλήματος του καπιταλισμού αλλά μάλλον αποτέλεσμά του.

Οι σύγχρονες τάξεις διαφέρουν από τις αρχαίες διαιρέσεις σε κάστες, όπως ήταν εκείνη μεταξύ κλήρου ή ιερατικής κάστας και κληρονομικής αριστοκρατίας ή μεταξύ της κάστας των πολεμιστών και της συντριπτικής πλειονότητας των ανθρώπων: των “κοινών θνητών”, των αδαών στα ζητήματα περί θείου και των δίχως τιμή, που στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας επιβίωναν μέσω της γεωργίας αυτοσυντήρησης ως ένα βουβό παρασκήνιο για τις κοσμικές επιδείξεις του αρχαίου κόσμου.

Η νεωτερική “αστική” κοινωνία, η κοινωνία της σύγχρονης πόλης, είναι το προϊόν της εξέγερσης της Τρίτης Τάξης[1], δηλαδή των κοινών θνητών οι οποίοι δεν είχαν άλλη ιδιοκτησία πέρα από την ίδια τους την εργασία: των “αυτοδημιούργητων” αντρών. Στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, η Τρίτη Τάξη αυτοδιαχωρίστηκε από τις άλλες Τάξεις, εκείνες του κλήρου και της αριστοκρατίας, και αυτοανακηρύχθηκε σε Εθνοσυνέλευση, με τον περίφημο Όρκο του Σφαιριστηρίου. Το γεγονός αυτό εκπλήρωσε το κάλεσμα του Αββά Σεγιές, ο οποίος, στην επαναστατική του παμφλέτα Τι Είναι η Τρίτη Τάξη;, είχε διακηρύξει πως η Τρίτη Τάξη, η οποία στο Παλαιό Καθεστώς ήταν “τίποτα”, θα γινόταν τώρα “τα πάντα”.[2]

Όπως το έθεσε ο Αντόρνο, μαρξιστής του 20ου αιώνα και εκπρόσωπος της Κριτικής Θεωρίας: “Η κοινωνία είναι μια ιδέα της Τρίτης Τάξης”.[3] Εκείνο που εννοούσε με αυτή τη φράση ήταν, ότι σε αντίθεση με τον προγενέστερο αρχαίο πολιτισμό, όπου οι άνθρωποι κατατάσσονταν σύμφωνα με τη θεία θέληση σε μία Μεγάλη Αλυσίδα της Ύπαρξης[4], η Τρίτη Τάξη διατύπωσε την ιδέα ότι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να σχετίζονται μεταξύ τους, επί τη βάσει της “εργασίας” τους ή της δραστηριότητάς τους εντός της κοινωνίας, η οποία θα σταθεροποιούνταν όχι εντός μιας αυστηρής ιεραρχίας παραδοσιακών αξιών, αλλά μέσω μίας “ελεύθερης αγοράς” αγαθών. Εντός της κοινωνίας, οι άνθρωποι θα ήταν ελεύθεροι να ανακαλύψουν τις δικές τους αξίες.

Συνεπώς, η νεωτερική κοινωνία είναι η κοινωνία της Τρίτης Τάξης, μετά την ανατροπή της παραδοσιακής εξουσίας της Εκκλησίας και της φεουδαρχίας. Η νεωτερική, η αστική κοινωνία βασίζεται στις αξίες της Τρίτης Τάξης, οι οποίες επικεντρώνονται στις αξίες της εργασίας. Ανώτατες αξίες της νεωτερικής κοινωνίας δεν είναι η θρησκεία ή η τιμή ενός κώδικα πολεμιστών, αλλά η υλική παραγωγικότητα και αποτελεσματικότητα: το να είσαι “παραγωγικό μέλος της κοινωνίας”. Από την οπτική αυτή, την οπτική της νεωτερικής αστικής κοινωνίας, ολόκληρη η ιστορία εμφανίζεται ως η ιστορία διαφορετικών, προοδευτικά αναπτυσσόμενων “τρόπων παραγωγής” εκ των οποίων ο καπιταλισμός είναι ο τελευταίος και ο ανώτατος. Το παρελθόν καθίσταται μία εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι μοχθούσαν μέσα στην άγνοια και στην προκατάληψη, καθώς συντηρητικές παραδόσεις και αλαζονικές ελίτ τους εμπόδιζαν να συνειδητοποιήσουν τη δυνητική τους παραγωγικότητα και επινοητικότητα. Ο εξαναγκασμός του Γαλιλαίου να ανακαλέσει την επιστημονική του γνώση υπό την απειλή της Εκκλησίας αποτελεί τη χαρακτηριστικότερη απεικόνιση αυτής της κατάστασης.

Με την επιτυχημένη εξέγερση της Τρίτης Τάξης φάνηκε ότι η ανθρωπότητα έφτασε στην “φυσική” κατάσταση του Διαφωτισμού, τόσο σε σχέση με τον φυσικό κόσμο όσο και αναφορικά με τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Φαινομενικά απεριόριστες δυνατότητες διανοίχθηκαν και οι Σκοτεινοί Χρόνοι έφτασαν οριστικά στο τέλος τους.

Όμως, με τη Βιομηχανική Επανάσταση του τέλους του 18ου αιώνα και των αρχών του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε μια νέα «αντίφαση» στην αστική κοινωνία, αυτή της αξίας του κεφαλαίου έναντι της αξίας των μισθών της εργασίας. Με αυτή την αντίφαση προέκυψε μια νέα κοινωνική και πολιτική σύγκρουση, η “ταξική πάλη” των εργατών για την αξία του μισθού τους, ενάντια στην επιταγή των καπιταλιστών για διατήρηση και επέκταση της αξίας του κεφαλαίου. Αυτή η σύγκρουση κατέληξε σε μία ορισμένη κορύφωση στη δεκαετία του 1840-50, που την εποχή εκείνη ήταν γνωστή ως η “πεινασμένη δεκαετία του ’40", η πρώτη παγκόσμια οικονομική κρίση μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση, η οποία φάνηκε να υπερβαίνει την απλή προσαρμογή της αγοράς, επισημαίνοντας νέα και βαθύτερα προβλήματα.

Η νέα αυτή σύγκρουση μεταξύ των εργατών και των καπιταλιστών που ξέσπασε στα μέσα του 19ου αιώνα εκφράστηκε στην επιθυμία για “σοσιαλισμό”, για μία κοινωνία η οποία θα καθίσταται αληθινή απέναντι στον εαυτό της, όπου η αξία της συμμετοχής όλων των μελών της θα αναγνωρίζεται και η ύπαρξή [being] τους θα αφήνεται να συμμετάσχει πλήρως στην ανάπτυξη και στην πολιτική κατεύθυνση της ανθρωπότητας. Αυτή η επιθυμία προέκυψε από την κρίση της δεκαετίας του 1840-50 και εκφράστηκε στις επαναστάσεις του 1848, την “Άνοιξη των Εθνών” στην Ευρώπη, η οποία προέταξε το αίτημα της “κοινωνικής πολιτείας” ή “κοινωνικής δημοκρατίας”, που σημαίνει δημοκρατία επαρκής για τις ανάγκες της κοινωνίας ως σύνολο.

Για τους σοσιαλιστές εκείνης της εποχής, η κρίση της δεκαετίας 1840-50 και οι επαναστάσεις του 1848 κατέδειξαν την ανάγκη και τη δυνατότητα του ξεπεράσματος του καπιταλισμού.

Στα τέλη του 1847, δύο νέοι μποέμιδες διανοούμενοι, ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς, κλήθηκαν από τον Κομμουνιστικό Σύνδεσμο[5] να γράψουν ένα μανιφέστο εν αναμονή των πιθανών επαναστάσεων που εμφανίζονταν στον ορίζοντα. Δημοσιευμένο μόλις λίγες μέρες πριν τις επαναστάσεις του 1848, το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ήταν μία έρευνα για την αντιφατική και παράδοξη κατάσταση της νεωτερικής κοινωνίας, τις ταυτόχρονες ριζοσπαστικές δυνατότητες και τις αυτοκαταστροφικές τάσεις εντός του καπιταλισμού.

Για τους Μαρξ και Ένγκελς, μιας και ήταν καλοί μαθητές της εγελιανής διαλεκτικής της ιστορίας, το φαινόμενο της αντίφασης ήταν η εμφάνιση της δυνατότητας και της αναγκαιότητας για αλλαγή.

Οι Μαρξ και Ένκελς μπορούσαν να είναι σίγουροι για την προφανή, έκδηλη κρίση της νεωτερικής κοινωνίας και για την ανάγκη για ριζική αλλαγή που ξεπρόβαλε στην εποχή τους. Δεν ήταν οι δημιουργοί του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού, αλλά περισσότερο προσπάθησαν να συνοψίσουν την ιστορική εμπειρία της πάλης για σοσιαλισμό στην εποχή τους. Δεν επιδίωξαν να πουν στους εργάτες ποια οφέλη θα είχαν από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού, αλλά περισσότερο προσπάθησαν να βοηθήσουν στην αποσαφήνιση της συνείδησης των ίδιων των εργατών για την ιστορική τους κατάσταση: την κρίση της αστικής κοινωνίας εντός του κεφαλαίου.

Ωστόσο, εκείνο που οι Μαρξ και Ένγκελς αναγνώρισαν ότι ίσως τους διαφοροποιούσε από άλλους σοσιαλιστές, ήταν η συνειδητοποίηση του απολύτως μοναδικού χαρακτήρα της νεωτερικής εργατικής τάξης μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση. Εκείνο που καθιστούσε τη σύγχρονη εργατική τάξη ή το “βιομηχανικό προλεταριάτο” διαφορετική ήταν η υποβολή της σε μαζική ανεργία. Οι Μαρξ και Ένγκελς κατανόησαν αυτή την ανεργία, όχι ως προσωρινό, συγκυριακό φαινόμενο υπεβλημένο από τις διακυμάνσεις της αγοράς, αλλά μάλλον ως μόνιμο χαρακτηριστικό της νεωτερικής κοινωνίας μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση, όπου η διατήρηση της αξίας του κεφαλαίου βρέθηκε σε σύγκρουση με την αξία των εργατικών μισθών. Σε αντίθεση με τον Άνταμ Σμιθ που έζησε στην προ-βιομηχανική εποχή και παρατήρησε ότι υψηλότεροι μισθοί και χαμηλότερα κέρδη οδηγούσαν σε βελτίωση της συνολικής παραγωγικότητας στην κοινωνία, μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση η αυξημένη παραγωγικότητα δεν ήταν αποτέλεσμα της μεγαλύτερης αποδοτικότητας των εργατών αλλά εκείνης των μηχανών. Όπως το έθεσε ο διευθυντής του μαρξιστικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών της Φρανκφούρτης Μαξ Χορκχάιμερ, αυτό σήμαινε ότι “οι μηχανές δεν έκαναν περιττή την εργασία αλλά τους ίδιους τους εργάτες.”[6]

Σε παγκόσμια κλίμακα, η μεγαλύτερη παραγωγικότητα δεν αύξησε την εργατική απασχόληση και τον πλούτο αλλά την ανεργία και τη φωτοχοποίηση, καθώς ο καπιταλισμός κατέστρεψε τους παραδοσιακούς τρόπους ζωής (για παράδειγμα εκείνον των χωρικών) όμως, σε αντίθεση με το αυθεντικό όραμα της εξέγερσης της Τρίτης Τάξης και την υπόσχεση της αστικής επανάστασης ενάντια στην ιεραρχία του Παλαιού Καθεστώτος, απέτυχε στο να [καταστεί ικανός να] παρέχει ουσιαστική παραγωγική απασχόληση και συνεπώς κοινωνική συμμετοχή σε όλους. Η επαγγελία της σύγχρονης πόλης γελοιοποιείται από τις παραγκουπόλεις που φυτρώνουν σαν μανιτάρια σε όλο τον κόσμο. Ο παλιός κόσμος έχει καταστραφεί, όμως ο νέος είναι μετά βίας καλύτερος. Η επαγγελία της ελευθερίας έχει αξιοποιηθεί ανελέητα, όμως η ελπίδα της έλευσής της έχει χαθεί.

Οι μαρξιστές ήταν οι πρώτοι, και έχουν παραμείνει οι πιο συνεπείς στην αναγνώριση της φύσης και του χαρακτήρα αυτής της αντίφασης της νεωτερικής κοινωνίας.

Η διαφορά μεταξύ της εποχής του Μαρξ και της δικής μας δε βρίσκεται στο ουσιώδες πρόβλημα της κοινωνίας: στην αυτο-αντιφατική μορφή της αξίας μεταξύ μισθών και κεφαλαίου αλλά περισσότερο στις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις, οι οποίες κατά κύριο λόγο, σε αντίθεση με την εποχή του Μαρξ, δε λαμβάνουν πλέον τη μορφή του “ταξικού αγώνα” ανάμεσα σε εργάτες και καπιταλιστές. Η “τάξη” έχει γίνει μία παθητική, αντικειμενική κατηγορία, σε αντίθεση με την εποχή του Μαρξ και του ιστορικού μαρξισμού όταν ήταν ενεργητική και υποκειμενική. Εκείνο που οι μαρξιστές αποκάλεσαν κάποτε “ταξική συνείδηση” δεν υπάρχει πια.

Αυτό προσάπτει στην εμπειρία της “τάξης” στο σήμερα έναν ορισμένο βαθμό μελαγχολίας. Η προνομιούχα και η δυσχερής κοινωνική θέση μοιάζουν εξίσου ως κάτι το αυθαίρετο και τυχαίο: όχι μια έκφραση της φερόμενης αξίας του κοινωνικού ρόλου των ανθρώπων αλλά μονάχα της τύχης τους, της καλής ή της κακιάς τους μοίρας. Καθίσταται αδύνατο να εξάγουμε μία πολιτική από ταξική θέση και έτσι άλλου είδους πολιτικές την αντικαθιστούν. Συγκρούσεις επί της κουλτούρας, της εθνότητας και της θρησκείας αντικαθιστούν τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό. Οι φτωχοποιημένοι εργάτες δεν επιτίθονται στις τάξεις [orders] με τα ακραία αμφιλεγόμενα προνόμια, αλλά αντίθετα καταφέρονται ο ένας εναντίον του άλλου μέσα σε αμοιβαίο μίσος. Η συνείδηση της κοινής ταξικής κατάστασης φαντάζει τελείως ασαφής και εγκαταλλειμένη.

Δεν έχουμε εργάτες δίχως τίποτα να χάσουν πέρα από τις αλυσίδες τους, όπως προέβλεψε ο Μαρξ, αλλά μάζες ανέργων που μεταχειρίζονται τις αλυσίδες τους σαν όπλα ο ένας εναντίον του άλλου. Εντωμεταξύ, στο παρασκήνιο, υποβόσκοντας παντού και επισκεπάζοντας τα πάντα, ο καπιταλισμός συνεχίζει. Όμως πλέον δεν αναγνωρίζεται. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη ωστόσο, μιας και η ορθή συνειδητοποίηση του προβλήματος θα μπορούσε να προκύψει μόνο από την πρακτική ενασχόληση με αυτό ως τέτοιο. Το ζήτημα είναι γιατί αυτό φαντάζει τόσο ανεπιθύμητο να γίνει σήμερα. Γιατί έπαψαν οι άνθρωποι να παλεύουν για σοσιαλισμό;

Ακούμε ότι βρισκόμαστε καταμεσής μιας εντεινόμενης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, της μεγαλύτερης μετά τη Μεγάλη Ύφεση των αρχών του 20ου αιώνα. Όμως δε βλέπουμε μία πολιτική κρίση της ίδιας τάξεως μεγέθους. Δεν είναι όπως στη δεκαετία του 1930-40, όταν ο κομμουνισμός και ο φασισμός αμφισβήτησαν τον καπιταλισμό από τα Αριστερά και από τα Δεξιά, επιβάλλοντας εκτενείς κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και πολιτική αλλαγή.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ιδέα του σοσιαλισμού —η ιδέα της κοινωνίας που είναι αληθινή απέναντι στον εαυτό της— έχει απομαγευτεί. Μαζί της εξέλειψε ο ταξικός αγώνας των εργατών ενάντια στους καπιταλιστές ο οποίος επιζητούσε την πραγματοποίηση της  επαγγελίας της ελευθερίας στη νεωτερική κοινωνία. Έχει αντικατασταθεί από ανταγωνιστικές έννοιες περί κοινωνικής δικαιοσύνης δανεισμένες από αρχαίες αξίες. Όμως εφόσον οι πηγές τέτοιου είδους αρχαίων αξιών, για παράδειγμα οι θρησκείες, βρίσκονται σε σύγκρουση, αυτός ο αγώνας για δικαιοσύνη δε στοχεύει στο συνολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, αλλά στην αποκέντρωση του σε ανταγωνιστικές αξίες διαφορετικών “κουλτούρων”. Σήμερα στις Η.Π.Α, φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία αν κανείς ζει σε μία “μπλε ή κόκκινη πολιτεία”, ή ποια είναι “η φυλή, το κοινωνικό φύλο και η σεξουαλικότητά” του, παρά εάν είναι εργάτης ή καπιταλιστής —ό,τι και αν μπορεί αυτό να σημαίνει. Οι πολιτιστικές συγγένειες φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη σημασία από τα κοινωνικοοικονομικά συμφέροντα, καθώς τα τελευταία αρπάζουν φωτιά. Οι άνθρωποι προσκολλώνται στις αλυσίδες τους, σαν τα μόνα πράγματα που γνωρίζουν. |Π

 

Μετάφραση: Δ.Π, Ιούλης 2018

 

[1] Η Τρίτη Τάξη ήταν μία από τις τρεις Γενικές Τάξεις που συμμετείχαν στη Σύγκλιση των Τάξεων που κάλεσε ο Λουδοβίκος ΣΤ ́ το 1789, στις παραμονές της Γαλλικής Επανάστασης. Ο αντίστοιχος όρος στα αγγλικά (estate) και στα γαλλικά (état) διακρίνεται ετοιμολογικά από τον συνήθη όρο που χρησιμοποιήται για την περιγραφή της κοινωνικής τάξης και έχει κοινή ετυμολογία με τον ελληνικό όρο στάσις[ᾰ]. Για τη χρήση του τελευταίου ως δηλωτικού της κοινωνικής θέσης ή της πολιτικής παράταξης βλ. Liddel Henry & Scott Robert, Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης, Πελεκάνος, Αθήνα, 2007

[2] Πρόκειται για παράφραση του αρθρογράφου. Στο ξεκίνημα της διάσημης παμφλέτας του επαναστάτη κληρικού τίθονται τα οι εξής ερωταπαντήσεις: “Τι είναι η Τρίτη Τάξη; -Τα πάντα. Τι ήταν μέχρι σήμερα σε ότι αφορά τα πολιτικά πράγματα; -Τίποτα. Τι διεκδικεί; -Να γίνει κάτι.” βλ. Sieyés Joseph Emmanuel, Quest-ce que le Tiers état?, Éditions du Bucher, 2002, p.1

[3] Στο άρθρο του Αντόρνο “Gesellschaft” γίνεται αναφορά στον Ελβετό ιστορικό της νομικής επιστήμης J.C Bluntschli στον οποίο ανήκει αυθεντικά η φράση.

[4] Η Mεγάλη Aλυσίδα της Ύπαρξης ή “μεγάλη αλυσίδα των όντων” αποτελεί αρχαία φιλοσοφική σύλληψη, σύμφωνα με την οποία μία αυστηρή ιεραρχική δομή διαπερνά το σύνολο των όντων περιλαμβανομένης κάθε μορφής ύλης και ζωής. Στην κορυφή της αλυσίδας βρίσκεται ο Θεός ή το Πρώτο Κινούν και ακολουθούν οι θεοί ή οι άγγελοι, τα ουράνια σώματα, οι βασιλείς, οι ευγενείς, οι κοινοί θνητοί, οι δούλοι, τα ζώα χωρισμένα σε διάφορες κλάσεις κ.ο.κ φτάνοντας στο επίπεδο των ευτελών μετάλλων και της πέτρας.

[5] Ο Κομμουνιστικός Σύνδεσμος [γερ. Bund der Kommunisten] ήταν μία διεθνής πολιτική οργάνωση που ιδρύθηκε στο Λονδίνο το 1847. Δημιουργήθηκε με τη συγχώνευση της Λίγκας των Δικαίων με την Κομμουνιστική Επιτροπή Ανταπόκρισης των Βρυξελλών, μέλη της οποία ήταν οι Μαρξ και Ένγκελς. Διαλύθηκε επισήμως το 1852, μετά τη δίκη των κομμουνιστών της Κολωνίας.

[6] Βλ. Χορκχάιμερ Μαξ, Το Αυταρχικό Κράτος, Ελεύθερος Τύπος, 2000, σ. 8

Leave a Reply

%d bloggers like this: