RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Archive for category Thessaloniki Media

5/11/2014- νέο κτίριο Φιλοσοφικής Α.Π.Θ.

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Αφότου οι Ναζί ανέβηκαν στην εξουσία ογδόντα χρόνια πριν, ο αντιφασισμός αποτελεί  αναπόσταστο κομμάτι της αριστερής πολιτικής. Ο αγώνας ενάντια στους φασίστες και τους Ναζί είναι ηθικά αυταπόδεικτος, με αποτέλεσμα ο πολιτικός αντιφασισμός να είναι εξίσου αυταπόδεικτος. Εντούτοις σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους η πολιτική του αντιφασισμού ήταν εντελώς διαφορετική· γενικότερα, η συμβολή του αντιφασισμού στη διαμόρφωση της αριστερής πολιτικής είχε διαφορετική σημασία. Παρόλα αυτά, ο αντιφασισμός σήμερα εξακολουθεί να εγείρει αντικαπιταλιστικές αξιώσεις. Πού στηρίζεται αυτή η παραδοχή; Τι ήταν ο αντιφασισμός και πώς έχει αλλάξει; Με ποιο τρόπο μπορούμε μέσω της έννοιας του αντιφασισμού να συλλάβουμε καλύτερα την παρελθούσα και σύγχρονη πραγματικότητα; Ποια είναι η σημασία του αντιφασισμού σήμερα δεδομένης της απουσίας του φασιστικού μαζικού κινήματος; Η συζήτηση επικεντρώνεται στην ιστορική και πολιτική σημασία του αντιφασισμού προκειμένου να φωτίσει τα σημερινά προβλήματα της αριστερής πολιτικής.

Γιατί αναδύθηκε/αναδύεται ο φασισμός; Ποιες είναι οι ρίζες και η δυναμική της αυξημένης αυταρχικότητας που εκφράζεται/εκφράστηκε στον φασισμό; Εξακολουθεί να υπάρχει αυτή η αιτία; Πώς μπορεί να καταπολεμηθεί ο φασισμός;

Ο Μαρξ αναγνώρισε στο φαινόμενο του Βοναπαρτισμού -μετά το 1848- την αυταρχική απάντηση στην ήττα της εργατικής επανάστασης. Μέχρι ποιο βαθμό μπορεί ο φασισμός του '20 και του '30 να εξηγηθεί με αυτούς του όρους; Υπάρχει σύνδεση μεταξύ της ανόδου των Ναζί και της αποτυχίας της επανάστασης την περίοδο 1917-1919;

Ποιες τάξεις και κοινωνικά στρώματα κινητοποιεί ο φασισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός και γιατί; Σε ποιες συγκεκριμένες ανάγκες και φόβους απαντά το φασιστικό «κίνημα»; Γιατί κατέστη δυνατότερο από τους κομμουνιστές και τους σοσιαλδημοκράτες τη δεκαετία του '30;

Τι ενοποιεί την πολιτική του αντιφασισμού εκκινώντας από τη δεκαετία του '30, τα κινήματα του '60, τις δεκαετίες του '80 και του '90 μέχρι σήμερα; Δεδομένης της απουσίας ενός απροκάλυπτου φασισμού, τι εκφράζει αυτή η συνέχεια του αντιφασιστικού αγώνα; Μπορεί ο αντιφασισμός σήμερα, και αν ναι πώς, να κατανοηθεί ως συνέχεια του αντιφασισμού του ’30; Τι διαφοροποιεί τα διάφορα είδη αντιφασισμού ως προς τη ριζοσπαστικότητα την οποία  θέλουν να εκφράσουν;

Τι ακριβώς σημαίνει ο φασισμός σήμερα; Πώς διαφοροποιείται από τη μορφή που πήρε στον μεσοπόλεμο; Πώς ερμηνεύετε τον παραλληλισμό της σημερινής Ελλάδας με τη δημοκρατία της Βαϊμάρης; Μπορεί να υπάρξει αναβίωση του φασισμού με αυτήν την έννοια;

Ποιος είναι ο στόχος του αντιφασιστικού αγώνα σήμερα; Ποια είναι η σχέση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής του αντιφασισμού; Μας βοηθάει ο αντιφασισμός σήμερα να κατανοήσουμε την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα και να την αλλάξουμε; Αν ναι, πώς;

Iστορικά, δυνάμεις που σχετίζονταν με τη Δεξιά/το κατεστημένο υποστήριξαν την ανάγκη για αντιφασιστική κοινή δράση (Σύμμαχοι εναντίον Χίτλερ). Στην Ελλάδα σήμερα η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι κάνει το ίδιο διώκοντας τη Χρυσή Αυγή. Υπάρχει αντιφασισμός από μια δεξιά προοπτική;

Ομιλητές

Κατερίνα Κλείτσα: οργάνωση Ξεκίνημα

Μάριος Εμμανουηλίδης

Θωμάς: Αντιφασιστικό Πυρήνας Θεσσαλονίκης (ACT)

Αντώνης Γαζάκης: μέλος Αντιφασιστικής Συνέλευσης Αλληλεγγύης

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Κατερίνα Κλείτσα: Το ερώτημα γιατί αναδύεται ο φασισμός σχετίζεται με τις κοινωνικές συνθήκες σε κάθε εποχή. Ένα μεγάλο κομμάτι των μεσαίων στρωμάτων καταστράφηκε με γρήγορο ρυθμό εντός της κρίσης και αναζητά γρήγορες και άμεσες λύσεις. Εκφράζει επίσης την οργή εξαιτίας των ανισοτήτων του συστήματος.

Αρκεί όμως η οικονομική κρίση για να γεννηθεί ο φασισμός; Στην Ιρλανδία για παράδειγμα ενώ οι οικονομικές συνθήκες μοιάζουν με της Ελλάδας (μνημόνια, λιτότητα) δεν υπάρχει η δεύτερη προϋπόθεση που είναι η πολιτική κρίση.

Αναγνωρίζοντας τις συνθήκες που γεννούν το φασισμό οδηγούμαστε στην  επιλογή των συμμάχων εναντίον του. Πρώτα όμως πρέπει να δούμε πως αντιμετωπίζουμε τον κόσμο που ψηφίζει φασιστικά και ναζιστικά κόμματα. Ένα κομμάτι του κόσμου αυτού είναι γαλουχημένο με τις φασιστικές ιδέες και θα ήταν μάταιο να προσπαθήσουμε να τους πείσουμε για κάτι. Το μεγαλύτερο όμως κομμάτι, παρότι συντηρητικό, έχει σημασία να προσεγγιστεί.

Το βασικό ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε δεν είναι αν κάποιος-α ξέρει ή όχι τι είναι ένα ναζιστικό κόμμα αλλά οι λόγοι που την-τον κάνουν να το ψηφίζει.

Τα ιστορικά παραδείγματα μας βοηθάν στην εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων. Το κομμουνιστικό κόμμα της Γερμανίας καθόλη τη δεκαετία του ’30 υποστήριζε ότι ο κύριος εχθρός είναι η ανάπτυξη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και αποκαλούσε τα μέλη και τους ψηφοφόρους του σοσιαλφασίστες. Η ίδια λανθασμένη πολιτική ακολουθήθηκε και στις εκλογές όπου η άρνηση του ΚΚΓ για συνεργασία «έστρωσε» το δρόμο για την εξουσία στο Χίτλερ.

Ένα μεγάλο μέρος της μαχητικής εργατικής τάξης πρόσκεινταν στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (υπήρχαν ακόμα και ένοπλες πολιτοφυλακές που επιτίθεντο σε φασίστες) και σε ένα ενδεχόμενο κάλεσμα για Αριστερή ενότητα εναντίον των φασιστών θα είχε μετακινηθεί πιο αριστερά.

Ο φασισμός είναι δομικό κομμάτι του συστήματος και με αυτή την έννοια πρέπει να είμαστε πάντα σε εγρήγορση. Πρέπει παρόλα αυτά να διακρίνουμε την απολυταρχική από τη φασιστική λογική. Η ασαφής διάκριση προκαλεί άμβλυνση των αντιφασιστικών αντανακλαστικών του κόσμου καθώς και σύγχυση γύρω από το τι αντιπροσωπεύει το κάθε κόμμα.

Σήμερα υπάρχουν φασίστες αλλά όχι φασιστικό κίνημα. Κάνοντας τον παραλληλισμό με τη Γερμανία του 1930 βρίσκουμε κοινά σε σχέση με τις συνθήκες ζωής και τις αντιφάσεις των εργαζομένων τότε και τώρα. Θα βρούμε όμως και μια πολύ μεγάλη διαφορά: η διαφορά είναι ότι για μας η μάχη δεν έχει ακόμα χαθεί και ότι ακόμα μπορούμε να χτίσουμε το αντιφασιστικό κίνημα.

Η εργατική τάξη σήμερα δεν έχει δώσει ακόμα τις μεγάλες της μάχες. Συνεπώς παράλληλα με την αντιφασιστική δράση οφείλουμε να ενισχύουμε τους κοινωνικούς εργατικούς αγώνες.

Η αντιφασιστική δράση κυρίως σε περιόδους ύφεσης του αντιφασιστικού κινήματος πρέπει να έχει χαρακτηριστικά όπως, το χτίσιμο βάσεων και αντιφασιστικών επιτροπών σε γειτονιές και εργασιακούς χώρους, η αντισυστημικότητα στο λόγο μας σε αντίθεση με τον ψευδή αντισυστημικό ρόλο των ναζιστικών-φασιστικών κομμάτων (της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα). Η δημιουργία ομάδων αυτοάμυνας που θα υπερασπίζονται την κοινωνία καθώς και η συνεργασία και αλληλεγγύη ανάμεσα στις αριστερές οργανώσεις και στις αναρχικές ομάδες είναι επίσης δύο σημαντικοί στόχοι.

Στον αγώνα ενάντια στην άνοδο του φασισμού ένα κομμάτι της αστικής τάξης μπορεί να θελήσει να συμμετέχει. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε τα κίνητρα και τις επιδιώξεις αυτού του κομματιού. Τα κίνητρα αυτά είναι η επιδίωξη των συμφερόντων για το μερίδιο αυτό της αστικής τάξης. Μελετώντας την ιστορία η αστική τάξη αντιλαμβάνεται ότι αν φασιστικά κόμμα έρθουν στην εξουσία μπορούν εύκολα να βγουν εκτός ελέγχου. Αυτό είναι προφανώς ενάντια στα συμφέροντα και στις επιδιώξεις τους σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.

Μάριος Εμμανουηλίδης: Ο φασισμός, με τις καθημερινές μύριες πτυχές του, είτε είναι πάντα εδώ κοντά μας, είτε είναι ένα χονδροειδές σκίτσο, ένας μηχανισμός ο οποίος είναι οριακά ενταγμένος στην κρατική στρατηγική. Αν ο μοναδικός αντιφασισμός ενάντια στην χονδροειδή αυτή τακτική είναι η μάχη, το θαρραλέο σώμα ενάντια στη φασιστική ατιμία, η μάχη εναντίον των καθημερινών μικρών φασισμών, των ενταγμένων στο κοινωνικό σώμα, είναι δύσκολη και διαρκής.

Ο φασισμός, ως η χονδροειδής πολιτική στρατηγική, είναι τώρα πλέον λειτουργικά άχρηστος για την πολιτική οικονομία της εξουσίας. Από τη άποψη της αντιφασιστικής δράσης αν κάτι έπρεπε να είχε γίνει, θα έπρεπε να είχε γίνει το φθινόπωρο του 2012 όταν η Χρυσή Αυγή κυριαρχούσε το κοινωνικό χώρο.  Αυτή η μάχη δε δόθηκε ποτέ. Αυτή η λειψή αντιφασιστική δράση ίσως σχετίζεται με την εδαφικοποίηση της εξέγερσης του 2011 στο Σύριζα και την ανάθεση ξανά στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς. Τώρα υπάρχει μια διαρκής μη μάχη, είναι η μάχη με το μετανεοφιλελευθερισμό.

Ποια ήταν η στρατηγική λειτουργία του φασισμού που κυβέρνησε την ελληνική κοινωνία το 2012; Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η σημασία της διερώτησης του φασιστικού φαινομένου.

Η κατανόηση του παρόντος σχετίζεται με μια αντιφατική διαδικασία αναδιάταξης των τρόπων εξουσίας για την επιβολή των νέων κανόνων ζωής. Στην κατανάλωση της θετικής συσχέτισης των ρατσιστικών πρακτικών του κράτους και της Χρυσής Αυγής εξίσου και στην παραγωγή ενός μετακρισιακού πληθυσμού εργασίας υποτιμημένης αξίας και πειθαρχημένης γενικής νόησης. Ένας πληθυσμός σε αντιστοίχιση με τις συνθήκες χρηματιστικοποίησης του καπιταλισμού.

Η Χρυσή Αυγή δεν αποτέλεσε αντίσταση στο σύστημα αλλά ούτε και δεκανίκι της εξουσίας. Η Χρυσή Αυγή προσέφερε την πρόταση θεραπείας μέσω φαρμακείας της κρίσης της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής και αποτέλεσε μια μηχανή αιχμαλώτισης και μετατροπής του πληθυσμού σε στοιχεία ενίσχυσης και επέκτασης του κυριαρχικού κράτους. Επίσης αιχμαλώτισε την ηθικολογική κριτική που ασκούσε ο πληθυσμός στο κράτος και στην κοινωνία. Με λίγα λόγια αποτέλεσε τον αποφασιστικό παράγοντα για την ήττα της εξέγερσης.

Αναζητώντας τη στρατηγική λειτουργία του φασισμού-ρατσισμού του καιρού μας αυτό συνεπάγεται 3 τουλάχιστον μεθοδολογικές δεσμεύσεις.

Η πρώτη είναι να αποφεύγουμε τον πειρασμό της αναλογίας και της συνέχειας. Αναφέρομαι στο δημοφιλή πειρασμό να αναζητούμε αναλογίες με την κρίση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης και στη  συνέχεια να εξάγουμε τα όποια πολιτικά συμπεράσματα. Η δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι ένας τόπος συνεχούς επιστροφής. Εδώ η Χρυσή Αυγή δεν επεδίωξε ούτε την άλωση του κρατικού μηχανισμού , ούτε την καταστροφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Η αναζήτηση αναλογιών, συνεχειών και καταγωγών είναι μια αδύναμη σκέψη. Η κατανόηση είναι μια διαδικασία κατανόησης διαφορών. Το ζήτημα είναι να αναζητήσουμε την διαφορά και αυτό που παρήγαγε τη δυναμική της Χρυσής Αυγής τώρα.

Η Χρυσή Αυγή όπως και ο Σύριζα αποτέλεσαν συμπτώματα της διαχείρισης της κρίσης, την αντίσταση του πληθυσμού σε αυτή την κρίση και την μεταστροφή των αφηγήσεων για την κρίση.

Η δεύτερη μέθοδος αφορά την έννοια της κατάστασης εξαίρεσης στον Αγκάμπεν.  Η έννοια προσέφερε στον αναρχικό χώρο μία αντιφασιστική θεωρία που δεν είχε, παρόλο που η αντιφασιστική του δράση ήταν αξιέπαινη. Η χρήση και κατάχρηση της θεωρίας της κατάστασης εξαίρεσης έγινε με δύο τρόπους: πρώτον είτε με την ανάγνωση «αυτό που ζούμε αποτελεί μία κατάσταση εξαίρεσης, με τον νόμο να παραμένει σε ισχύ» με παράγωγα πολιτικά συμπεράσματα είτε την καταφυγή στη συνταγματικότητα ή αναμονή της ισχύος του νόμου και δεύτερον με την ανάγνωση «τώρα βρισκόμαστε σε μία κατάσταση εξαίρεσης όπου στο κέντρο του δικαιικού συστήματος έχει εφαρμοστεί η ανομία» με πολιτικό συμπέρασμα τη βίαιη αντιπαράθεση με την εξουσία.

Ωστόσο η παρούσα συνθήκη δεν είναι μία κατάσταση εξαίρεσης αφού δεν πρόκειται για μία οντολογική υποταγή του πληθυσμού στη βιοπολιτική κυριαρχία αλλά για την αναγκαιότητα ενός αγώνα και τους κανόνες μιας στρατηγικής. Αυτό που ζούμε έχει να κάνει με τη θεμελίωση μίας νέας κανονιστικότητας.

Αν μας ενδιαφέρουν οι στρατηγικές των εξουσιών και αυτή είναι η τρίτη μεθοδολογική δέσμευση, δε μας ενδιαφέρει η αναζήτηση της διάβρωσης των κρατικών μηχανισμών από το φασιστικό χέρι. Ο φασισμός δεν είναι ο πραγματικός εχθρός και ο λόγος περί κρατικού αυταρχισμού κρύβει την ταυτόχρονη με την κυριαρχία κατάσταση μειωμένης κρατικής δύναμης. Ο φασισμός είναι μια δαπανηρή λειτουργία για την οικονομία της εξουσίας γιατί ο τρόμος δεν μπορεί ποτέ να είναι διαρκής.

Η ρατσιστική επιδρομή στους εξαθλιωμένους αποτέλεσε τον ακραίο δίαυλο των σημάτων εμπέδωσης του νέου καθεστώτος ζωής στο νόμιμο πληθυσμό. Η φασιστική απειλή αποτέλεσε ένα δίαυλο εισαγωγής σε 3 κύρια θεωρητικά πολιτικά αντικείμενα του καιρού, η ουσία του κακού που ζούμε, ο νόμος της διαδικασίας.

Το πρώτο είναι η κρίση του κράτους ως διαρκής κρίση διακυβέρνησης. Πλέον το κράτος θα αδυνατεί όχι μόνο να κατανοεί αλλά και να ελέγξει τις χρηματοροές καθώς αυτές αδιαφορούν πλέον για το κράτος και το παρακάμπτουν. Το δεύτερο αντικείμενο είναι ότι το πεδίο της οικονομίας έγινε αόρατο ακόμα και για το ίδιο το κεφάλαιο. Υπάρχει κρίση της αξιολόγησης της αξίας αλλά όχι και κρίση κερδοφορίας του κεφαλαίου. Το τελευταίο και πιο σημαντικό είναι η συνεχής κατάσταση του πληθυσμού σε κρίση και αξιολόγηση. Πρόκειται για τη νέα συνθήκη όπου κράτος, κεφάλαιο και πληθυσμός προσπαθούν διαρκώς να ξεφύγουν από το αναπάντεχο κακό, μία συνθήκη που ούτε το όνομα του νεοφιλελευθερισμού ούτε το όνομα του φασισμού αρκεί για να περιγράψει.

Θωμάς: Ο φασισμός αναδύθηκε ως αντιστάθμισμα στον κομμουνισμό σε περίοδο γενικευμένης κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, ως διέξοδος μέσω του επεκτατισμού , του ιμπεριαλισμού και της καταναγκαστικής εργασίας. Υπερασπιζόμενος τον μικροαστισμό, τις συντεχνίες και τα συμφέροντα της εθνικής εργατικής μάζας, μέσω συντηρητικών πολιτικών ο φασισμός εδραιώνει την πλήρη κυριαρχία της αστικής τάξης και του κεφαλαίου.

Ο φασισμός υπερεντατικοποιεί τις σχέσεις εκμετάλλευσης του πληθυσμού. Οι ρίζες του προέρχονται από την υλική και πνευματική φτώχεια και την εξαθλίωση που προκαλεί ο καπιταλισμός και οι κρίσεις του ενώ το δόγμα του είναι η καθαρότητα του έθνους. Με οδηγό τον άνδρα και λατρεία του την πατριαρχική πυρηνική οικογένεια οι φασίστες οικοδομούν μία άκρως συντηρητική κοινωνία.

Αναλύοντας ιδεολογικά, θεωρητικά και πρακτικά τις αιτίες που τον προκαλούν και λαμβάνοντας υπόψιν ότι προέρχεται από τον καπιταλισμό και τις καθημερινές λειτουργίες του, ο φασισμός καταπολεμείται. Η καταπολέμησή του εμπεριέχει την άρνηση του τρόπου παραγωγής, αξιών και ιδεών του.

Στον πόλεμο ενάντια στον καπιταλισμό αντιπαραθέτουμε τον κομμουνισμό. Σε περιπτώσεις εξεγέρσεων και οξυμένων ταξικών συγκρούσεων που δεν μετατράπηκαν σε επαναστάσεις τα μέτρα που παίρνονται ισχυροποιούν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Στην περίπτωση του φασισμού επιβεβαιώνεται ο κανόνας. Μετά τις προσπάθειες των σπαρτακιστών στη Γερμανία και των εργατικών συμβουλίων στην Ιταλία για την κατάκτηση της εξουσίας, ακολούθησε η οργανωμένη επίθεση του κεφαλαίου. Η σύνδεση μεταξύ της ανόδου των ναζί και της αποτυχίας της επανάστασης του ’17-’19 είναι άμεση.

Ο εθνικοσοσιαλισμός κινητοποιεί όλα τα κοινωνικά στρώματα με έμφαση στη μεσαία τάξη. Αναλογιζόμενοι τις συνθήκες που επικρατούν στις χώρες που αναδύθηκαν φαινόμενα φασισμού και ναζισμού, παρατηρούμε ότι η συγκρότηση του εθνικού αστικού κράτους καθυστερεί αρκετά λόγω αντίστασης από την προηγούμενη φεουδαρχική μορφή. Η Γερμανία και η Ιταλία μαζί με τη Ρωσία «φθάνουν» καθυστερημένα στον καπιταλισμό.

Μέσω της εκμετάλλευσης της εργατικής μάζας και του κρατικού παρεμβατισμού ο εθνικοσοσιαλισμός τρέχει προς τα εμπρός εδραιώνοντας την ευημερία για μια μεγάλη μερίδα των Γερμανών. Η μικροαστική τάξη επανδρώνει τις κρατικές θέσεις στους κρατικούς μηχανισμούς που ήδη είχε κρατήσει επιρροή η φεουδαρχία και η συγκέντρωση κεφαλαίου βοηθάει τις επενδύσεις. Επαναφέροντας το χαμένο κύρος από τους χαμένους πολέμους, τα φασιστικά κινήματα απαντάνε στο φόβο του διαφορετικού δημιουργώντας συνθήκες επιβίωσης κανονιστικού περιβάλλοντος.

Η πολιτική του αντιφασισμού ενοποιεί την αμφισβήτηση του καπιταλισμού και του φασιστικού μοντέλου παραγωγής. Ο φασισμός είναι ένα πολιτικό σύστημα που γεννήθηκε πριν περίπου ένα αιώνα. Από αυτήν την τάση προέρχονται και οι θιασώτες του φασισμού σήμερα και φέρουν χαρακτηριστικά του. Συνεπώς αν και οι συνθήκες έχουν αλλάξει το περιεχόμενο παραμένει το ίδιο. Ο αντιφασισμός σήμερα είναι συνέχεια του αντιφασισμού του ’30.

Ένα σημείο που πρέπει επίσης να εξεταστεί είναι αυτό της παγκοσμιοποίησης, η άνοδος των παραγωγικών δυνάμεων, η μη ύπαρξη ανταγωνιστικού κινήματος σε παγκόσμιο επίπεδο που να απειλεί τον καπιταλισμό καθώς και το γεγονός ότι κυβερνήσεις συνεργασίας υπάρχουν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στόχος του αντιφασιστικού κινήματος σήμερα είναι η ανάδειξη των τάσεων αυτών και των αιτιών που προκαλούν το φασισμό.

Ο τρόπος αναπαραγωγής της προσωπικότητας στην καθημερινότητα είναι η αρχή του αντιφασισμού που συμπληρώνει το σύνολο του αντιφασιστικού αγώνα. Ο αντιφασισμός μας βοηθάει να αλλάξουμε πρακτικά την κοινωνική πραγματικότητα καλυτερεύοντας τις συνήθειες μας και στη συνέχεια τις συνθήκες διαβίωσής μας, δημιουργώντας τον κομμουνισμό στην πράξη.

Σε αυτή τη βάση αποδεχόμαστε τα δημοκρατικά αισθήματα του κόσμου που θέλει να δράσει όμως μέσα από αυτή τη δράση πρέπει να αναπτυχθεί η πραγματική όψη της δημοκρατίας που δεν είναι άλλη από τη λαϊκή ισότητα, κοινή ιδιοκτησία, διαφάνεια, πολιτικός φιλελευθερισμός. Η αποδοχή στον επιφανειακό αντιφασισμό κρατικό ή μη καθώς αυτός λειτουργεί ως βαλβίδα αποσυμπίεσης των υγιών κοινωνικών αντιφασιστικών αντανακλαστικών.

Ο φασισμός δεν είναι παρά εντατικοποιημένος καπιταλισμός, συνεπώς δεν μπορεί να υπάρξει αντιφασισμός που δε θα είναι αντικαπιταλιστικός.

Αντώνης Γαζάκης: Για να απαντήσουμε στο ερώτημα ποια πρέπει να είναι η πολιτική του αντιφασισμού σήμερα πρέπει πρώτα να απαντήσουμε τι σημαίνει φασισμός, τόσο ιστορικά όσο και ιδεολογικά. Αν στο μυαλό μας έχουμε με διαφορετικό τρόπο την έννοια του φασισμού τότε και ο αντιφασισμός θα είναι κάτι διαφορετικό.

Είναι σημαντικό να διακρίνουμε τη διαφορά μεταξύ φασισμού και ενός απολυταρχικού ή ολοκληρωτικού καθεστώτος. Ο φασισμός είναι μια ιδεολογία που στον πυρήνα του έχει όχι μόνο τον εθνικισμό και το ρατσισμό αλλά και τη θεοποίηση της βίας ως πρόταση λύσης των προβλημάτων. Στη συνέχεια έρχεται η ομάδα με «κοινά» χαρακτηριστικά και η υπακοή στον αρχηγό.

Ενώ από τους προηγούμενους ομιλητές-ομιλήτριες εξετάστηκε η σχέση και υποστήριξη της μεγαλοαστικής τάξης στο φασισμό υπάρχει ένα έλλειμμα γύρω από το γιατί ο φασισμό αποτέλεσε πόλο έλξης για μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας. Τι είναι δηλαδή αυτό που συγκινεί το ένα τρίτο περίπου της γερμανικής κοινωνίας και στις μέρες μας αυτό που συγκινεί το 10% στην Ελλάδα;

Η έλξη προς το φασισμό έχει να κάνει τόσο με ένα υπόβαθρο εθνικισμού και την καλλιέργεια της αντίληψης ότι το έθνος είναι το καλύτερο και ταυτόχρονα το πιο κυνηγημένο από όλα αλλά και με το γεγονός ότι το σύστημα πλέον δεν ικανοποιεί τις μάζες όπως τις ικανοποιούσε προηγουμένως.

Αν στη δεκαετία του 20 και του 30 μπορούμε να πούμε ότι ο κόσμος δεν γνώριζε τι σήμαινε ο φασισμός, που ήταν ένα νέο φαινόμενο, σήμερα υπάρχει η ιστορική εμπειρία του που οδήγησε και οδηγεί.

Η άνοδος της Χρυσής Αυγής δεν σχετίζεται μόνο με την οικονομική κρίση αλλά και με τη βιολογική εξαφάνιση όσων βίωσαν τη φασιστική κατοχή. Επίσης δεν εξηγείται από το απλοϊκό σχήμα ότι οι κεφαλαιοκράτες βλέποντας την άνοδο του Σύριζα χρηματοδότησαν και υποστήριξαν το φασιστικά μορφώματα.

Η ανάδειξη της Χρυσής Αυγής μετά το 2012 είχε να κάνει με το ότι ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας του οποίου η σχέση με την πολιτική ήταν πελατειακή και αναθετική, χάνει αυτή τη δυνατότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι κοινωνιολογικά το μεγαλύτερο ποσοστό των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής είναι μικρομεσαίοι και άνεργοι. Στην αρχή αυτή η τάση εκφράζεται ως τιμωρία στους προηγούμενους πολιτικούς προστάτες ενώ στη συνέχεια μετατρέπεται σε υστερόβουλη επιδίωξη κέρδους.

Η διαφορά σε σχέση με τα φασιστικά κινήματα της δεκαετίας του ’30 είναι ότι σήμερα ο φασισμός τουλάχιστον στην Ελλάδα, ακόμα και αν όπως ειπώθηκε από προηγούμενο ομιλητή «κυβέρνησε»  για ένα διάστημα την Ελλάδα δεν καταφέρνει μεγάλες λαϊκές μάζες να σταθούν στο πλευρό της. Σήμερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Χρυσή Αυγή μοιάζει να είναι μία καρικατούρα των παλιών φασιστών.

Ένας πραγματικός αντιφασισμός πρέπει να έχει ως στόχο τον καπιταλισμό. Υπάρχει όμως και ένα άλλο διακύβευμα. Είναι κρίσιμο ο εμπράγματος φασισμός που θέτει σε κίνδυνο τη ζωή μελών της εργατικής τάξης πρέπει να πολεμάται ακόμα και αν αυτοί με τους οποίους πολεμάς δεν έχουν στο μυαλό τους το όραμα του κομμουνισμού.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Ο φασισμός είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο ή είναι μια πολιτική της άρχουσας τάξης;

Μάριος Εμμανουηλίδης: Δεν πρέπει να αναζητούμε ποτέ τι είναι ένα πράγμα. Πρέπει να δούμε πως λειτουργούν τα πράγματα, να απαντήσουμε στο πως και όχι στο τι.

Κατερίνα Κλείτσα: Δεν υπάρχει κανένας λόγος για να μπαίνουν αντιπαραθετικές οι δύο αυτές ερμηνείες. Μέσα από τις κοινωνικές αντιφάσεις ένα κομμάτι του κόσμου θα βγάλει ρατσιστικά και φασιστικά συμπεράσματα. Εκεί σίγουρα θα παίξει ρόλο η στάση που θα κρατήσει η αστική τάξη, αν δηλαδή επενδύσει στη δημιουργία φασιστικού πυρήνα.

Αντώνης Γαζάκης: Τα πράγματα ορίζονται είτε μιλάμε για τη λειτουργία τους είτε μιλάμε για τα στατικά τους χαρακτηριστικά. Αν διευρυνθεί πολύ ο ορισμός μίας έννοιας χάνει σε μεγάλο βαθμό την ουσία της, για αυτό είναι προβληματικό η έννοια φασισμός να αποδίδεται σε πολλές διαφορετικές αντιλήψεις. Ένας ορισμός είναι μια δυναμική έννοια.

Ο Κόλλιν Σπαρκς στο βιβλίο του ποτέ ξανά φασισμός ορίζει ως φασισμό «τα μαζικά κινήματα της μεσαίας τάξης με σκοπό να συντρίψουν τις οργανώσεις και τα κόμματα της εργατικής τάξης». Υπάρχει και η αντίληψη ότι ο φασισμός δεν αποτελεί ιδεολογία, αλλά ευκαιριακά υιοθετεί πολιτικές απόψεις.

Μάριος Εμμανουηλίδης: Αν ακολουθήσουμε αυτή τη συλλογιστική η Χρυσή Αυγή δεν είναι φασιστική, καθώς δεν αποτελεί κίνημα..

Ποια είναι η άποψή σας για την ενότητα του αντιφασιστικού κινήματος; Πάνω σε ποια βάση και με ποιο οργανωτικό τρόπο μπορεί αυτή να οικοδομηθεί;

Κατερίνα Κλείτσα: Πολλές φορές οι διάφορες οργανώσεις της Αριστεράς έχουν καταφέρει να οργανώσουν κοινές δράσεις όπως για παράδειγμα στην εναντίωση του ανοίγματος γραφείων της Χρυσής Αυγής. Είναι σημαντικό να υπάρχει κοινή αντιφασιστική δράση εξίσου σε επίπεδο γειτονιάς.

Μάριος Εμμανουηλίδης: Η Χρυσή Αυγή επαναδαφικοποίησε ξανά την πολιτική από αντιδραστική σκοπιά και η «σύγκρουση» έγινε χωρική και μάλιστα στο μικρό χώρο. Είναι τυχαίο ότι στη Θεσσαλονίκη παρότι θεωρείται πόλη με έντονα εθνικιστικά χαρακτηριστικά, μετά την επίθεση στα γραφεία της Χρυσής Αυγής, δεν μπόρεσε να οργανωθεί και να σηκώσει κεφάλι;

Κατά τη γνώμη μου δεν είναι σημαντικός ο αντιφασιστικός αγώνας. Ο αντιφασιστικός αγώνας, την ίδια στιγμή που πρέπει να δίνεται, αμβλύνει το πεδίο της πάλης και καταλήγει σε ένα δίπολο «φασισμός ή δημοκρατία».

Θωμάς: Για να υπάρξει μια πολιτική συνεργασίας πρέπει να υπάρχουν κοινοί στόχοι και θέσεις. Υπάρχει μια μεγάλη μερίδα της Αριστεράς που δεν βλέπει την ανάγκη για αντιφασιστικό αγώνα.

Το να κλείσουν τα γραφεία της Χρυσής Αυγής όσο υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν και αναπαράγονται με την κουλτούρα του φασισμού είναι μάταιο.

Αντώνης Γαζάκης: Το βασικό ερώτημα είναι «ποιος είναι ο στόχος του αντιφασισμού;». Παρατηρούμε ότι τα αντιφασιστικά χαρακτηριστικά ανταποκρίθηκαν λόγω μιας έκτακτης ανάγκης δηλαδή της υπαρκτής υπόστασης της Χρυσής Αυγής μετά το 2011.

Θα συμφωνήσω ότι ο αντιφασισμός δεν πρέπει να είναι πρόταγμα από μόνο του. Όταν όμως έχεις επιθέσεις από φασίστες υπάρχει η ανάγκη για αντιφασιστική δράση ενάντια στη φασιστική.

Θεωρώ σημαντικό σε τέτοιου είδους συζητήσεις να τονίζεται η σύνδεση μορφής και περιεχομένου. Οι περισσότερες τοποθετήσεις περιστράφηκαν γύρω από τη δομή του φασισμού.

Θα ήταν σημαντικό να δούμε ποιες πολιτικές ήταν εφικτό να αναπτυχθούν τις δεκαετίες του ’20 και του ’30 δηλαδή την περίοδο των μεγάλων προλεταριακών επαναστάσεων. Οι πολιτικές αυτές ήταν δύο. Η πρώτη ήταν η επαναστατική πολιτική που έθετε το ζήτημα των ορίων της εθνικής πολιτικής και του μετασχηματισμού της και από την άλλη ο φασισμός. Όσων αφορά το περιεχόμενο ο φασισμός είναι η συνέχιση της κοινωνίας που στηρίζεται στην ατομική ιδιοκτησία και ιεραρχία με μορφές επαναστατικές. Όσον αφορά τον αντιφασισμό εγώ θα τον περιέγραφα ως μια ηγεμονία της επαναστατικής πολιτικής πάνω στο συντηρητισμό της περιόδου εκείνης ενώ το φασισμό την ηγεμονία της συντηρητικής πολιτικής πάνω στην επαναστατική πολιτική. Ισχύει κάτι παρόμοιο σήμερα; Εξαντλείται το περιεχόμενο του φασισμού στη Χρυσή Αυγή;

Μάριος Εμμανουηλίδης: Ο φασισμός συνεχώς διατείνεται ότι θα βάλλει τάξη στο χάος. Η θεραπεία που προτείνει είναι επίσης άμεσου χρόνου. Αυτή η αίσθηση προδοσίας διοχετεύτηκε στη Χρυσή Αυγή.

Αντώνης Γαζάκης: Δεν είναι απαραίτητα αυτό που υπάρχει σήμερα φασισμός τουλάχιστον για την άρχουσα τάξη. Σύμφωνα με την κλασική ρήση του Έκο «τι να τα κάνεις τα τανκς όταν υπάρχει η τηλεόραση;». Για παράδειγμα σήμερα υπήρξε μία σύγκρουση με φασίστες και αντιφασίστες αλλά αυτό που επικαθόρισε το γεγονός και την έκβασή του ήταν οι εκατοντάδες των δασκάλων τριγύρω που αδιαφορούσαν για τον ξυλοδαρμό των φασιστών. Μπορεί αυτό ζούμε να μοιάζει τρομακτικό αλλά έχω την αίσθηση ότι η άρχουσα τάξη δεν έχει ανάγκη να επιστρέψει σε ένα μοντέλο καθαρού φασισμού.

Θωμάς: Ο αντιφασισμός είναι θέση κατάφασης και όχι άρνησης. Όσο ο καπιταλισμός συνεχίζει να αναπαράγεται, θα αναπαράγει τις κρίσεις του με αποτέλεσμα τη μεγέθυνση των άκρων της πολιτικής. Αν δούμε τον αντιφασισμό ως άρνηση διατρέχουμε τον κίνδυνο να πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον διαρκώς αυξανόμενο πληθυσμό που εντός του καπιταλισμού συσσωρεύεται στο άκρο του  φασισμού και μοιάζει σαν τέρας δύσκολο τόσο στην κατανόηση όσο και στην επεξεργασία. Για αυτό το λόγο πρέπει να τσακίσουμε το τέρας κάνοντας την κατάφαση στον αντιφασισμό επίθεση εναντίον του.

Σε μια συζήτηση με μια antifa ομάδα της Γερμανίας υπήρξε μια διαφορετική αναλογία με αυτή της Βαϊμάρης που αναφέρθηκε εδώ. Η αναλογία ήταν με την κατάσταση που επικράτησε στη Γερμανία μετά την επανένωση. Η εν λόγω antifa ανέφερε τα χαρακτηριστικά εκείνης της περιόδου δηλαδή ξυλοδαρμοί μεταναστών, απρόκλητες επιθέσεις, άνοδος σε κοινωνικό επίπεδο νεοναζιστικών ομάδων και νεοναζιστικής ιδεολογία με την ανοχή της κοινωνίας και του κράτους και περιέγραψε το τέλος αυτής της ιστορίας με την ενεργό πρωτοβουλία του κράτους. Αποτιμώντας τη δράση τους, ανέφεραν ότι για μία ολόκληρη δεκαετία πήραν μέρος σε ένα ενεργό αντιφασιστικό αγώνα (χωρίς να έχουν μόνο αντιφασιστικές προκείμενες) και χωρίς να το καταλάβουν διολίσθησαν σε αμιγή αντιφασιστική δράση, σε μάχες σώμα με σώμα χάνοντας το επιχείρημα και το λόγο που η Αριστερά είναι ο φορέας του ενώ όταν ανέκαμψε ανακάλυψε ότι τον αντιφασιστικό αγώνα τον είχε αναλάβει το κράτος και ο Joschka Fischer. Έκτοτε κατέστη πολιτική ιδεολογία σε εθνικό επίπεδο ο αντιφασισμός.

Ένα ελάχιστο μίνιμουμ συμφωνίας για αντιφασιστική δράση θα μπορούσε να είναι η ανάγκη να κυκλοφορούμε χωρίς φόβο και να μπορούμε να συζητάμε και να οργανωνόμαστε καλύτερα..

Αν αποδεχτούμε ότι ο φασισμός έρχεται σε περιόδους υποχώρησης των ιδεών της Αριστεράς  για μια επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας τότε ο αντιφασισμός είναι πάντα επίκαιρος. Μπορούμε όμως να μιλήσουμε για την ιδέα της επαναστατικής αλλαγής μέσω του αντιφασισμού; Για ποιο λόγο ο αντιφασισμός ή ο αντι-αντιφασισμός είναι σήμερα σημαντικός για την ιδέα της αλλαγής της κοινωνίας;

Αντώνης Γαζάκης: Δεν πιστεύω ότι ο φασισμός υποχωρεί όταν αναδύεται η Αριστερά αλλά ως αντίβαρο στην ενδεχόμενη άνοδό της. Γιατί πρέπει όλοι οι άνθρωποι να είναι Αριστεροί ή να γοητεύονται από τον κομμουνισμό; Μπορεί εξίσου κάποιοι να γοητεύονται με τη δύναμη του έθνους και την αντίθεση στις αριστερές ιδέες. Ο αντιφασισμός είναι για πολλούς ανθρώπους η επιστροφή σε ένα δημοκρατικό ευνομούμενο κράτος.

Ειπώθηκε ότι η Χρυσή Αυγή έφερε την ήττα της εξέγερσης. Σε τι συνίσταται αυτή η εξέγερση; Υπάρχει ο διαχωρισμός και η διάκριση της κοινωνίας και του κράτους;

Μάριος Εμμανουηλίδης: Δεν λέω κράτος εναντίον κοινωνίας, μίλησα για κρατικές στρατηγικές και στρατηγικές εξουσιών.

Η Χρυσή Αυγή έπεται δύο πραγμάτων. Το πρώτο είναι ότι έπεται της κρατικής στρατηγικής, εντασσόμενη οριακά σε αυτή και έπεται της αντίστασης. Η εξέγερση του 2008 που αποτέλεσε την κρίση του πυλώνα ασφαλείας της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής και αποτέλεσε το σημείο εμφάνισης της Χρυσής Αυγής.

Η Χρυσή Αυγή εμφανίστηκε επίσης μετά την κρίση του δεύτερου πυλώνα του νεοφιλελευθερισμού που είναι η ελευθερία. Από το 2010 έως το Φλεβάρη του 2012 όλη η κοινωνία βρισκόταν σε εξέγερση. Κατόπιν το πράγμα διοχετεύεται στον κοινοβουλευτικό δρόμο. Η Χρυσή Αυγή πήρε το πεδίο από το Σύνταγμα που ήταν ένα εργαστήρι δημοκρατίας, όπως και να το κρίνουμε, μετατοπίζοντάς το στο κυνήγι των μεταναστών. Αυτό το πράγμα οδήγησε στην ομαλοποίηση. Το σύστημα δε θα μπορούσε να διαβεί κανένα κατώφλι νομιμοποίησης χωρίς τη Χρυσή Αυγή.

Αν όντως είτε μέσω της εξέγερσης είτε μέσω των ιδεών παράγεται η Χρυσή Αυγή ως λόγος και ως πρακτική τότε παράγουμε ίσως κάτι αναποτελεσματικό ή μια καρικατούρα, που παρόλα αυτά όμως θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει. Είναι μεταφορική η ερώτηση αλλά υπάρχει ανάγκη να «παράξουμε» μέσω της δράσης μας μία πραγματική αντεπανάσταση και ένα πραγματικό φασιστικό κίνημα που δε θα κρύβεται πίσω από το κράτος, ή τους εγκληματίες της νύχτας;

Αντώνης Γαζάκης: Είναι παράδοξο να μιλάμε για κοινωνικό πόλεμο και να μην υπάρχουν θύματα έστω στο συμβολικό πεδίο. Η κρατική ή φασιστική καταστολή σαν απάντηση στις κινήσεις του εργατικού κινήματος και των διαδηλωτών δεν αναγκάστηκε να σκοτώσει. Παρόλα αυτά αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει δεν είναι η αντίδραση από τη μεριά των φασιστών ή του κράτους αλλά η αποτελεσματικότητα των δράσεων μας.

Κατερίνα Κλείτσα: Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να θεωρούμε σήμερα τη Χρυσή Αυγή καρικατούρα και να νομίζουμε ότι δεν πρέπει να κάνουμε τίποτα για να τη σταματήσουμε. Η Χρυσή Αυγή θα δείξει τα δόντια της αν την αφήναμε να ανοίξει γραφεία σε κάθε πόλη ή να συμμετέχει στο συνδικαλιστικό κίνημα. Με αυτό τον τρόπο προδίδουμε το εργατικό κίνημα αφήνοντάς το απογοητευμένο και βορά στο φασισμό.

29/5/2014- νέα πτέρυγα Φιλοσοφικής Α.Π.Θ.

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Το ερώτημα τι είναι ο ιμπεριαλισμός και γιατί πρέπει να είμαστε ενάντια του συνεχίζει να βασανίζει ακόμα και σήμερα την Αριστερά. Ερωτήματα όπως αν ακόμα ζούμε σε μία εποχή ιμπεριαλισμού, τι σημαίνει αντι-ιμπεριαλιστικός αγώνας και αν αυτός ο αγώνας είναι ταυτόχρονα αντικαπιταλιστικός επιμένουν να τίθενται στο μέτρο που δεν απαντήθηκαν οριστικά με το πρακτικό ξεπέρασμα του καπιταλισμού. Η κριτική της Αριστεράς και των κινημάτων στον ιμπεριαλισμό μοιάζει αδιευκρίνιστη, αδύναμη σήμερα να εμπνεύσει και να συμβάλει στη συγκρότηση επαναστατικών συνθηκών.

Πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις προσπάθησαν να αντιταχθούν ή και να συμπληρώσουν τη θεωρία για τον ιμπεριαλισμό και υιοθετούνται από μεγάλα κομμάτια της Αριστεράς (ενώ άλλες προσπάθησαν να την ξεπεράσουν). Οι εξελίξεις στην Ουκρανία αναζωπύρωσαν το ενδιαφέρον για τον ιμπεριαλισμό αλλά το αποτέλεσμα και η προοπτική αυτών των ερμηνειών τόσο στην περίπτωση της Ουκρανίας όσο και σε πολλές άλλες παραμένουν αμφίβολα.

Σε τι αναφέρεται κατά τη γνώμη σας ο όρος ιμπεριαλισμός σήμερα; Έχει επιλυθεί οριστικά η διευθέτηση της έννοιας αυτής ή είναι ανοιχτή σε ιστορική εξειδίκευση;

Ο ιμπεριαλισμός προκύπτει ως αναγκαιότητα ή από συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές; Μπορεί ο ιμπεριαλισμός να γίνει βάση επαναστατικής πολιτικής και με ποιον τρόπο; Αναδεικνύει σήμερα επαναστατικές δυνατότητες και αν ναι ποιες;

Πως θα προσδιορίζατε χρονικά την ύπαρξη του ιμπεριαλισμού; Ο καπιταλισμός ήταν πάντα ιμπεριαλιστικός; Ή αντίθετα η επίκληση του ιμπεριαλισμού συσκοτίζει το πρόβλημα του καπιταλισμού;

Κατά τη γνώμη σας σχετίζεται ο ιμπεριαλισμός ως φαινόμενο με την ιστορική ενδυνάμωση διεθνώς της εργατικής τάξης το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα μέχρι ιδιαίτερα τις αρχές του 20ού; Επηρεάζεται ως φαινόμενο από την κατοπινή (ή τρέχουσα) αποδυνάμωση της τάξης αυτής;

Βρίσκει συγκεκριμένη εφαρμογή η κλασική ανάλυση του Λένιν (και του Μπουχάριν) σήμερα; Με ποιον ακριβώς τρόπο;

Ποια είναι η σχέση του ιμπεριαλισμού με τον διεθνισμό; Τι θα σήμαινε πρακτικά η αναγνώριση και η περιγραφή της σημερινής φάσης του καπιταλισμού ως ιμπεριαλισμό;

Ομιλητές

Δημήτρης Μάνος: ΚΚΕ μ-λ

Γιάννης Τσαμασλίδης: Αριστερή Ανασύνθεση

Νίκος Νικολαΐδης: Σημειώσεις της στέπας

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Γιάννης Τσαμασλίδης: Θα επιχειρήσω να κάνω περισσότερο μια πολιτική τοποθέτηση πάνω στο ζήτημα του ιμπεριαλισμού παρά μία θεωρητικής και ιδεολογική εμβάθυνσης. Έχει σημασία να γίνεται μία συζήτηση γύρω από την πολιτική και τη συγκυρία, καθώς και στο πως απαντούμε σε τέτοια ζητήματα σήμερα.

Καταρχάς θεωρώ ότι το θέμα είναι επίκαιρό όσον αφορά τις διεθνείς εξελίξεις. Τα γεγονότα της Ουκρανίας επανάφεραν το ερώτημα του ιμπεριαλισμού μέσα στην Αριστερά και στο κίνημα. Ο ιμπεριαλισμός σαν στάδιο του καπιταλισμού δεν είχε φυσικά εκλείψει όμως υπήρχαν στην Αριστερά κομμάτια που είχαν υποβαθμίσει το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Οι εξελίξεις στην Ουκρανία, μία χώρα που σπαράσσεται από κινητοποιήσεις όπου η βία εξασφαλίζεται μέσω ακροδεξιών και νεοναζιστικών μορφωμάτων όσο και ελεύθερων σκοπευτών, παρουσία και εκπροσώπων των δυτικών χωρών και των Η.Π.Α., δείχνει σε πείσμα θεωριών όπως η παγκοσμιοποίηση και του τερματισμού των ενδοιμπεριαλιστικών διαμάχεων καθώς και θεωριών που έβλεπαν τα γεγονότα στην Ουκρανία με αυστηρά ταξικό πρόσημο ότι ο ιμπεριαλισμός είναι παρών, καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός έχει την ικανότητα να εκμεταλλεύεται τυχόν συλλογικές μορφές διαμαρτυρίας, όπως π.χ. η αμερικάνικη υποστήριξη του αντιαποικιακού πολέμου μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Μέσα στην Αριστερά υπήρξαν ρεύματα που εναντιώνονται στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα θεωρώντας πως ο ιμπεριαλισμός είναι μία μη αντιστρέψιμη, αντικειμενική διαδικασία που ενδεχομένως να βοηθάει και την επαναστατική διαδικασία αφού επεκτείνει τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και άρα τις αντιθέσεις της σύγχρονης εποχής. Σε πολλές περιπτώσεις αυτό συνδυαζόταν με ένα γραμμικό διεθνισμό που έβλεπε μόνο ταξικές αντιθέσεις, υποτιμούσε σε μεγάλο βαθμό τα απελευθερωτικά κινήματα και οδηγούσε σε γραμμές ηττοπάθειας. Τα ίδια ρεύματα δεν κατάφεραν να κατανοήσουν τις εξελίξεις που είχαμε στα Βαλκάνια μετά τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Η αδυναμία τους αυτή «νομιμοποίησε και τα αστικά στρώματα της περιοχής και συμπαρατάχτηκαν με μια αντισερβική υστερία που επικράτησε εκείνη την περίοδο παρακολουθώντας αμήχανα τη βάρβαρη ιμπεριαλιστική επέμβαση που ακολούθησε. Η αμφισβήτηση του ιμπεριαλισμού ως θεωρητικού εργαλείου συνδέεται με την αμηχανία της Αριστεράς μπροστά στη σχέση ιμπεριαλισμός-ανθρώπινα δικαιώματα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν χρησιμοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό για να δικαιολογήσουν ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, π.χ. τα σκίτσα του προφήτη ή η μαντίλα που χρησιμοποιήθηκαν για την επίθεση σε μια σειρά από χώρες της μέσης Ανατολής. Κάποια άλλα ρεύματα στην Αριστερά αναπαρήγαν μία φιλοσοβιετική, μονομερή αντιιμεριαλιστική αντίληψη που έβλεπε τον ιμπεριαλισμό μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πόλων ΕΣΣΔ-Η.Π.Α. παραβλέποντας τις ταξικές αντιθέσεις.

Ο κόσμος μας βρίσκεται σε μία συνθήκη μετάβασης. Ήδη από το 1989 και την κατάρρευση των σοσιαλιστικών χωρών υπήρξε μία προσπάθεια από πλευράς Η.Π.Α. να εδραιώσουν μια ηγεμονική θέση στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Την τελευταία δεκαετία αυτό τίθεται σε αμφισβήτηση λόγω αλλαγών στον παγκόσμιο καταμερισμό. Η ανάδυση της Κίνας, η ανάδυση της Ινδίας, η σταθεροποίηση της Ρωσίας και η άνοδος αρκετών λατινοαμερικάνικων χωρών δείχνουν ότι η αμερικάνικη ηγεμονία δεν είναι τόσο αυτονόητη. Για την ανάδειξη μιας ηγεμονίας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα δεν αρκούν ούτε οι οικονομικοί, ούτε οι στρατιωτικοί όροι. Πολύ περισσότερο αφορούν την εξαγωγή ενός συγκεκριμένου καθεστώτος συσσώρευσης, μιας συγκεκριμένης οικονομικής αρχιτεκτονικής, την εξαγωγή ενός ιδεολογικού και πολιτιστικού προτύπου. Παρά τη μη αμφισβήτηση της αμερικάνικης ηγεμονίας υπάρχει χώρος για αρκετές εξελίξεις, όπως αποδεικνύουν οι επεμβάσεις σε Ιράκ και Αφγανιστάν, οι εξελίξεις στην Ουκρανία, στη Βενεζουέλα ακόμα και στην Τουρκία.

Στο ζήτημα της Ουκρανίας προσπαθήσαμε να πάρουμε εξαρχής θέση τονίζοντας το χαρακτήρα των κινητοποιήσεων, οι οποίοι «εύκολα» χαρακτηρίζονταν ως λαϊκοί και συνδέοντάς τους με το διεθνές περιβάλλον, τους ανταγωνισμούς και τον ιμπεριαλισμό. Η Αριστερά δεν πρέπει να επιλέγει μια λογική ίσων αποστάσεων, θα πρέπει με τα κατάλληλα θεωρητικά εργαλεία να διακρίνει ποιος είναι ο επιτιθέμενος και ποιος ο αμυνόμενος, ποιος προβάλλει σχέδια αποσταθεροποίησης, ποιος επιδιώκει την ανατροπή των συσχετισμών. Το να παίρνεις θέση σε μία σύγκρουση δε σημαίνει ταύτιση με τον ένα ή τον άλλο πόλο  αλλά ότι αντιλαμβάνεσαι πιθανά αποτελέσματα που μπορεί να έχει αυτή η σύγκρουση για τους ίδιους τους λαούς. Παρόμοιο λάθος με αυτό των ίσων αποστάσεων είναι όταν η Αριστερά φαντασιώνεται ότι μπορεί να παίξει στο παιχνίδι των ενδοιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, όπως για παράδειγμα η αποστολή αντιπροσωπείας του Σύριζα στις Η.Π.Α.

Μια σύγχρονη Αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι αντιιμπεριαλιστική. Μία Αριστερά που θα μιλήσει για την εθνική ανεξαρτησία από τη σκοπιά του λαού και όχι ενός υπερταξικού, εθνικιστικού λόγου. Η εθνική αυτή ανεξαρτησία περιλαμβάνει και τους μετανάστες αλλά όχι τους εκπροσώπους του πλούτου.

Δημήτρης Μάνος: Μιλώντας για τον ιμπεριαλισμό, αλλά και για το φασισμό ο Στάλιν τον χαρακτήριζε ως καπιταλισμό σε επιθανάτια αγωνία. Η ρήση αυτή φωτογραφίζει με χαρακτηριστικό τρόπο και τη σημερινή μας εποχή. Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα στάδιο του καπιταλιστικού συστήματος στο οποίο εκφράζονται με πολύ οξυμένο τρόπο οι αντιθέσεις που οδήγησαν το καπιταλιστικό σύστημα σε αυτό το στάδιο. Όλες οι εναλλακτικές προσεγγίσεις (απέναντι στη λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό) των τελευταίων πενήντα χρόνων ήταν μια προσπάθεια αναπαραγωγής της υπεριμπεριαλιστικής θεωρίας. Εναλλακτικές προσεγγίσεις για τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό, η θεωρητική προσέγγιση της αυτοκρατορίας του Νέγκρι αλλά και οι παλιότερες θεωρίες περιφέρειας-κέντρου του Σαμίρ Αμίν, οι θεωρίες για την παγκοσμιοποίηση και την αντι-παγκοσμιοποίηση. Όλα αυτά απηχούν το ιδεολογικό σπέρμα ενός μετασταδίου του συστήματος, το οποίο έχει ολοκληρωθεί και έχει καταφέρει να δημιουργήσει τέτοιες παγκόσμιες δομές που μπορούν να ξεπεράσουν τις αβάσταχτα οξυμένες αντιθέσεις του.

Ο Λένιν όταν βλέποντας τα μητροπολιτικά κέντρα να μετατρέπονται σε κέντρα χρηματοπιστωτικής ληστείας των λαών θέτει το ερώτημα: «αυτή είναι λοιπόν η μοίρα του καπιταλισμού» για να απαντήσει λέγοντας « μπορεί να είναι αυτή αν η ταξική πάλη του προλεταριάτου δεν καταφέρει να την αλλάξει». Ο Λένιν συνεπώς όσον αφορά τη θεωρία του ιμπεριαλισμού θέτει ένα δυναμικό στοιχείο το οποίο είναι η ταξική πάλη. Με αυτόν τον τρόπο εισάγεται στην ιστορία και η έννοια του υποκειμένου. Η κρίση του 2008, που είναι βέβαια το επιφαινόμενο της βαθιάς κρίσης στη βάση του συστήματος καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού, δείχνει να επιβεβαιώνει αυτή την άποψη. Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να δούμε πως εξειδικεύεται η έννοια του ιμπεριαλισμού με βάση σύγχρονα στοιχεία.

Βασικό εργαλείο παραμένει η λενινιστική ανάλυση του ιμπεριαλισμού από το Λένιν με τα 5 χαρακτηριστικά: εξαγωγή κεφαλαίου, πόλεμος για την ανακατανομή των αγορών και του κόσμου, χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο κτλ.

Ο Λένιν χαρακτήρισε τον προηγούμενο αιώνα σαν αιώνα του ιμπεριαλισμού και των προλεταριακών επαναστάσεων. Έτσι βάση της λενινιστικής θεωρίας ορίζεται στον καπιταλισμό μια λογική ρηγμάτων. Αυτού του είδους η λογική των ρηγμάτων και των αδύναμων κρίκων, αναιρέθηκε μετά τη δεκαετία του 1950 με τη θεωρία της ειρηνικής συνύπαρξης αλλά και με τη θεωρία των τριών κόσμων που επικράτησε στην Κίνα τη δεκαετία του 70 , με άμεσα αποτελέσματα τη μη υποστήριξη του αγώνα στο Βιετνάμ, ενώ η  πιο σοβαρή επανάσταση της δεκαετίας του ’80 στο Ιράν που συντάραξε το ιμπεριαλιστικό σύστημα, καπηλεύτηκε και ηγεμονεύτηκε από φονταμενταλιστές, ενώ σε άλλα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα επικράτησαν εθνικιστικές ή και φασιστικές τάσεις.

Το ζήτημα του καπιταλισμού μπορεί να συσκοτίσει το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Υπάρχουν πολλές αριστερές δυνάμεις οι οποίες αναγνωρίζουν αντιιμπεριαλιστικές διαθέσεις σε μερίδες της αστικής τάξης, όπως για παράδειγμα στη Συρία ή στη Λιβύη ή ακόμα και σε αγώνες με θρησκευτική χροιά. Υπάρχουν στοιχεία ιμπεριαλισμού και στον καπιταλισμό, όμως στην ολοκλήρωσή του ο ιμπεριαλισμός είναι το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού.

Ένας καπιταλιστής δεν εμποδίζεται σε ένα εθνικό ιμπεριαλιστικό κράτος μόνο από τον αντίπαλο ανταγωνιστή του εντός και εκτός συνόρων αλλά και από τους αγώνες της εργατικής τάξης. Εδώ πρέπει να αναρωτηθούμε «από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα ποιος είναι ο ρόλος της εργατικής τάξης;» Η τομή της Οκτωβριανής επανάστασης δημιουργεί το εξής παράξενο ιστορικό σχήμα: επί τη εμφανίσει του το ιμπεριαλιστικό σύστημα έχει στο σώμα του ένα ξενιστή, μία εργατική τάξη που έχει οικοδομήσει το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος και απειλεί να οικοδομήσει και άλλα. Ο ιμπεριαλισμός κάνει προσπάθειες να απομονώσει αυτόν τον ξενιστή και σήμερα βρισκόμαστε στο σημείο που αυτές οι προσπάθειες ολοκληρώνονται και φαίνεται να οδηγούμαστε σε ένα νέο είδος μεσαίωνα. Ο ξενιστής αυτός, αποσπώντας αγορές από τον ιμπεριαλισμό και δίνοντας το παράδειγμα προς τους λαούς, ανάγκαζε τον ιμπεριαλισμό να κάνει ταυτόχρονα δύο αντιφατικά πράγματα: από τη μία όξυνε την κρίση του ενώ από τη άλλη λειτουργούσε ορθολογιστικά, εξαναγκάζοντας το ιμπεριαλιστικό σύστημα να εξορθολογικοποιείται. Η αφαίρεση αυτού του ξένου σώματος βρίσκεται πίσω από τη σημερινή απορρύθμιση.

Η αναπαραγωγή του ιμπεριαλιστικού συστήματος όπως τη ζούμε σήμερα σε βάρος των λαών και της εργατικής τάξης μερικώς μόνο απαντάει το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Αυτό συμβαίνει γιατί η γεωπολιτική διάταξη των πολιτικών δυνάμεων του κόσμου δε διευκολύνει την ανακατανομή των αγορών. Είναι μια γεωπολιτική διάταξη προηγούμενου αιώνα και αυτό εμποδίζει το σύστημα να κάνει το επόμενο βήμα δηλαδή να υπάρξει ένας ιμπεριαλιστής ή ένα ιμπεριαλιστικό μπλόκ.

Το σημερινό δράμα του ιμπεριαλισμού,  είναι ότι ακριβώς η πυρηνική υπεροπλία εμποδίζει προς το παρόν την έναρξη κάποιου νέου κύματος παγκοσμίων πολέμων.

Όσον αφορά το διεθνισμό, νομίζω έγινε τα τελευταία χρόνια μια προσπάθεια να αποκοπεί το κομμάτι του διεθνισμού από τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα. Συγκεκριμένα για την Ελλάδα, πολιτικές θεωρίες για την ιμπεριαλιστική Ελλάδα ή θεωρίες για την αλληλεξάρτηση με τον ιμπεριαλισμό κονιορτοποιούνται μπροστά στην πολιτική πραγματικότητα. Ο δρόμος της εθνικής ανεξαρτησίας είναι ταυτόσημος με την πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση. Ο λαός πρέπει να προετοιμάζεται μέσω της δημιουργίας ενός πραγματικού κινήματος που θα υπερασπίσει το δικαίωμα της ζωής σε όλα τα επίπεδα, καθώς και λαϊκών οργανώσεων εν σπέρματι δυνάμεις μιας άλλης εξουσίας.

Νίκος Νικολαΐδης: Εγώ θα διαφοροποιηθώ αρκετά από τις προηγούμενες τοποθετήσεις. Είναι θετικό ότι μπορούμε να συζητάμε παρότι υπάρχουν εκ διαμέτρου αντίθετες τοποθετήσεις.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ προσέγγιζε το ζήτημα του ιμπεριαλισμού όχι ως το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού αλλά το συνεχές στάδιό του. Αυτή η περιγραφή δείχνει μια διάσταση του καπιταλισμού που δεν προσεγγίζεται από αρκετούς μαρξιστές, ότι δηλαδή πέρα από τους νόμους της οικονομίας και τους κύκλους κεφάλαιο-εργασία υπάρχει επίσης βία, απάτη, καταπίεση, λεηλασία. Είναι πολύ δύσκολο μέσα σε αυτό το πλαίσιο πολιτικής βίας και κτηνωδίας να ανακαλυφτούν οι νόμοι του οικονομικού προτσές.

Καταρχάς ο όρος ιμπεριαλισμός δεν εισήχθη ούτε από το Λένιν ούτε από το Μπουχάριν, ούτε καν από τον Τόμσον. Υπήρχε ήδη από την εποχή του Ντισραέλι όταν οι Άγγλοι έλεγαν ότι είναι οι νέοι ιμπεριαλιστές μετά τη βιομηχανική επανάσταση για να το αντιπαραβάλλουν με την πρώτη πορτογαλική-ισπανική αποικιοκρατία.

Έχει ενδιαφέρον συζητώντας για το ιμπεριαλισμό να δούμε αν αναφερόμαστε στον όρο «ιμπεριαλισμός» ως το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού και αν ναι πόσο διαρκεί αυτό το στάδιο. Από το 1917 έως σήμερα, έχουν περάσει σχεδόν 95 χρόνια, διάστημα αρκετά μεγάλο για να είναι το τελευταίο στάδιο. Θα πρέπει ίσως να σκεφτούμε ότι ο ιμπεριαλισμός μπορεί να προκαλεί καταστροφές και αυτό να μην φέρει το τέλος του. Αυτό που φαίνεται ότι φθείρει τον καπιταλισμό μπορεί να τον συντηρεί.

Μία άλλη συζήτηση που έχει ενδιαφέρον είναι ότι ένα μοντέλο αποικιοκρατίας τον 15ο αιώνα αφορούσε το 35% του πλανήτη είναι διαφορετικό από ένα μοντέλο αποικιοκρατίας που το βιομηχανικό καπιταλισμό αφορούσε το 80% του πλανήτη καθώς και ένα σημερινό μοντέλο που αφορά όχι μόνο το σύνολο του πλανήτη αλλά και το σύνολο του φαντασιακού. Η αποικιοκρατία σήμερα στοχεύει και το μυαλό, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να φανταστούμε σαν εναλλακτική, εκτός ίσως από κάποιες προσπάθειες που για την Αριστερά θα φάνταζαν ιδεαλιστικές ή ρομαντικές όπως π.χ. οι Ζαπατίστας, το κίνημα της αντιπαγκοσμιοποίησης κτλ.

Δεν πιστεύω ότι ο ιμπεριαλισμός ήταν το τελικό στάδιο του καπιταλισμού. Η σύγκρουση των εθνικών μονοπωλιακών καπιταλισμών δεν έφερε την κατάρρευση αλλά άλλες μορφές όπως οι κρατομονοπωλιακοί, η διεθνοποίηση του καπιταλισμού. Με αυτή την έννοια δεν υπάρχουν εξαρτημένες χώρες αφού υπάρχει ο τέταρτος κόσμος μέσα στον πρώτο ή χώρες οι οποίες είναι τμήματα μιας παγκόσμιας μηχανής.

Υπήρχαν εξεγέρσεις ενάντια σε αυτό που θα λέγαμε καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός πριν καν υπάρξουν αστικές επαναστάσεις. Η πρώτη εξέγερση αυτής της μορφής έγινε στην Αϊτή 40 χρόνια πριν τη γαλλική επανάσταση, παρέμενε όμως πάντα αγνοημένη. Την ίδια τύχη είχε και η επανάσταση στον Άγιο Δομήνικο, η οποία περιγράφεται στο βιβλίο του Τζέιμς «μαύροι Ιακωβίνοι» τη δεκαετία του 1830. Το βιβλίο αυτό επιχειρηματολογούσε για την ύπαρξη παραδόσεων ελευθερίας στους καταπιεσμένους πληθυσμούς του πλανήτη. Όπως αναφερόταν δε χρειάζεται να ακολουθούν τις ευρωπαϊκές αναλύσεις ούτε χρειάζεται αυτές οι κοινωνίες να περάσουν από αστικοποίηση, εθνογένεση, ανάπτυξη αλλά ότι μπορεί να είναι από μόνες τους αντικαπιταλιστικές. Σε ένα βαθμό ο Μαοισμός δέχθηκε αυτό επιχείρημα υποστηρίζοντας εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, την βιομηχάνιση σε τρίτες χώρες, καθώς και την ύπαρξη του μοντέλου της οικονομίας ως το κυρίαρχο . Σε κάποιες χώρες του κόσμου αυτό δημιούργησε επαναστατικά κινήματα, τα οποία συνδέονταν με πληθυσμούς και τα οποία σε ένα βαθμό ξέφυγαν από κρατικές αντιλήψεις όπως στη Λατινική Αμερική.

Αυτό όμως που σήμερα κατά τη γνώμη μου εμπνέει περισσότερο κόσμο, είναι αντιλήψεις που δεν έχουν να κάνουν με εξουσιαστικά μπλόκ ή με καταλήψεις της κεντρικής εξουσίας αλλά με μορφές κοινωνικών κινημάτων που αυτοοργανώνονται και συνδέονται. Αυτό που απειλεί περισσότερο σήμερα την παγκόσμια ισορροπία δεν είναι τόσο το Νεπάλ όσο η Via Campesina μία διεθνής οργάνωση αγροτών που εφαρμόζει την αυτοοργάνωση και τη διεθνή αλληλεγγύη και όχι απαραίτητα το διεθνισμό δηλαδή την αλληλεγγύη μεταξύ εθνών.

Το μοντέλο της εθνογένεσης, αστικοποίησης και εκβιομηχάνισης που στη συνέχεια θα έφερνε εγγύτερα το σοσιαλισμό, ακολουθήθηκε για πολλές δεκαετίες και σε μεγάλο βαθμό ολοκλήρωσε το μοντέλο της αστικής αντίληψης για τον κόσμο, δηλαδή ότι κυρίαρχη είναι η οικονομία, ότι οι λαοί μοιράζονται σε έθνη, ότι αυτά κυβερνώνται από ανώτερους οικονομικούς σχηματισμούς. Ειπώθηκε ότι στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έγιναν ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Όμως όλη η αποικιοκρατία του 17ου και 18ου αιώνα ήταν στο όνομα του εκπολιτισμού. Αυτές ήταν οι βάσεις που επέτρεψαν στον καπιταλισμό να γίνει παγκόσμιο σύστημα.

Πολλές φορές έχει αναγγελθεί το τέλος του καπιταλισμού είτε μέσω της υπερσυσσώρευσης, είτε μέσω του ανταγωνισμού. Παρόλα τις αναγγελίες ο καπιταλισμός έγινε παγκόσμιο σύστημα το οποίο διακατέχει την αντίληψη του καθενός μας σε τρομακτικό βαθμό. Η μεγαλύτερη αποικιοκρατία που έχει επιτύχει ο καπιταλισμός σήμερα είναι να μην μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι μπορεί κάποιος να ζήσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ενώ έχουν υπάρξει πάρα πολλοί κοινωνικοί σχηματισμοί οι οποίοι αυτό το έχουν αμφισβητήσει στην πράξη.

Όσον αφορά τους ενδοιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, είναι διαφορετικό να λες ότι υπάρχει αντιπαράθεση μεταξύ των δυνάμεων που συγκροτούν το πλανητικό καπιταλιστικό σύστημα και άλλο να θεωρεί κανείς ότι αυτές θα οδηγήσουν στην κατάρρευσή του, όπως σε μεγάλο βαθμό έκανε ο λενινισμός.

Αν θέλουμε να μιλήσουμε για μια αντιιμπεριαλιστική τακτική είναι καλό να κάνουμε σχέδια επί χάρτου, όπως για παράδειγμα να υποστηρίζουμε την αντίσταση στη συνεργασία φιλοκαπιταλιστών νεοφιλελεύθερων και ναζιστών στην Ουκρανία. Αυτό όμως είναι απλά μια ανακοίνωση. Το ζητούμενο είναι τι κάνουμε εμείς εδώ. Αν θέλουμε να μιλήσουμε όμως για μια αντίσταση που έχει να κάνει με πρακτικές του παγκόσμιου συστήματος κυριαρχίας αυτό σημαίνει αλληλεγγύη στους μετανάστες και συγκρούσεις στο δρόμο με φασίστες.. Το κίνημα δεν πρέπει απλά να κατακρίνει αλλά και να συντρίβει με κοινωνικούς όρους. Όταν οπισθοχωρεί το επίπεδο κοινωνικής δικαιοσύνης, ο κατήφορος αρχίζει και για όλα τα υπόλοιπα.

Γιάννης Τσαμασλίδης: Οι ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις και αντιθέσεις έτσι όπως τονίζονται από τον ίδιο το Λένιν δε σηματοδοτούν μία ντετερμινιστική πορεία αλλά μία δυνατότητα μέσω της ταξικής πάλης να εξελιχθούν τα πράγματα προς όφελός μας. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους αποδεικνύει ότι μπορεί να ανοικοδομηθεί μέσα από τις αντιφάσεις του και ότι το τέλος του δεν είναι καθόλου δεδομένο.

Το  μεταβατικό πρόγραμμα δεν αποτελεί πρόγραμμα για το σοσιαλισμό. Είναι ένα πρόγραμμα που θα μπορεί να συσπειρώνει κόσμο πάνω σε υπαρκτά κοινωνικά ζητήματα προς μία κατεύθυνση σε ρήξη με τον κυρίαρχο λόγο και σε ρήξη με τον καπιταλισμό-ιμπεριαλισμό.

Δημήτρης Μάνος: Σε σχέση με το μεταβατικό πρόγραμμα: όλα του τα αιτήματα κρίνονται και θα κριθούν στο πραγματικό πεδίο ταξικής αντιπαράθεσης πάλης.

Δεν υπάρχει θέση του Λένιν για κατάρρευση του ιμπεριαλισμού. Επίσης η θέση του Μάο δεν ήταν ότι όλες οι χώρες όφειλαν να περάσουν από τη φάση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και της εκβιομηχάνισης. Αντιθέτως ο Μάο υποστήριζε ότι υπάρχει η δυνατότητα για κάποιες χώρες να αναπτύξουν ένα εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης και σοσιαλισμού που δεν θα περνάει απαραίτητα από την εκβιομηχάνιση. Δεν υπάρχει γραμμική αντίληψη της ιστορίας και της ταξικής πάλης από το μαρξισμό. Η ταξική πάλη δεν είναι ζήτημα σιδερένιων οικονομικών νόμων αλλά παραπέμπει και στο τι να κάνουμε σήμερα.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Θα ήθελα να αναφερθώ στην εμπειρία των αντιιμπεριαλιστικών αγώνων μέχρι σήμερα. Ένα παράδειγμα είναι ο πόλεμος στο Ιράκ και ο αγώνας ενάντια στην αμερικάνικη κατοχή. Το κομμουνιστικό κόμμα στο Ιράκ δίνοντας έμφαση σε έναν αγώνα με ταξικά χαρακτηριστικά, αρνούνταν να υποστηρίξει και να συνεργαστεί με φιλοκαπιταλιστικά τμήματα όπως οι μπααθιστές ενάντια στον κατακτητή ενώ από μεγάλα κομμάτια της Αριστεράς μία τέτοια υποστήριξη φαινόταν αυτονόητη. Μπορούμε να μάθουμε κάτι από αυτή την εμπειρία;

Δημήτρης Μάνος: Το κομμουνιστικό κόμμα του Ιράκ ήταν υπέρ της κατοχής. Τα πρώτα δύο χρόνια της κατοχής διαμορφώνονταν ένα αρκετά σημαντικό αντιστασιακό κίνημα στο οποίο όμως στη συνέχεια κυριάρχησαν οι σιίτες και κομμάτια συναφή με την Αλ Κάιντα.

Αυτό καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει καθαρή επανάσταση. Η αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση πρέπει να μπολιάζεται με ταξικά χαρακτηριστικά για να είναι πραγματικά ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό.

Θα ήθελα εδώ να κάνω ένα μικρό σχόλιο σε σχέση με τον τρόπο που η αριστερή διανόηση αντιλαμβάνεται τον τρόπο υποστήριξης των αντιιμπεριαλιστικών αγώνων. Υποστηρίζω όσο μπορώ έμπρακτα τον αγώνα των Ζαπατίστας αλλά αναρωτιέμαι γιατί άραγε δε γίνεται καθόλου λόγος εντός της Αριστεράς για τον τεράστιο αντιιμπεριαλιστικό, λαϊκό και ένοπλο αγώνα των Ναξαλιτών και των Αντιβάσι στην Ινδία, όπου σε ένα τεράστιο γεωγραφικό διάδρομο αναπτύσσεται ένα μαζικό κίνημα που προσπαθεί να φτιάξει τη δυαδική εξουσία.

Νίκος Νικολαΐδης: Oι Ζαπατίστας μνημονεύονται γιατί ακριβώς η συνύπαρξη και συνεργασία τους με ιθαγενικές κοινότητες τους δίδαξε κάτι και τους απομάκρυνε από μία ευρωκεντρική ή δυτικοκεντρική αντίληψη. Ακόμα και ο Τσε Γκεβάρα έκανε αναφορά στην καταπίεση των ινδιάνων αλλά μόνο για να συσπειρώσει κόσμο στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα που προσπαθούσε να κάνει. Σε σχέση με τους Ναξαλίτες υπάρχει ενστικτωδώς μία ταύτιση με τη μαοϊκή Κίνα όπου ακολουθήθηκε μία παρόμοια πορεία. Ακόμα και η Ρωσία που αναφέρθηκε ως παράδειγμα ξέσπασμα της επανάστασης στην Ευρώπη δεν αναιρεί το γεγονός ότι στο Μεξικό κάτι ανάλογο είχε γίνει πολύ πιο πριν.

Ένα τελευταίο σχόλιο. Υπήρξε μία μακρά ιστορία καταστάσεων που παρουσιάστηκαν ως επαναστατικές και κατέληξαν να είναι αποτρόπαιες για την ανθρώπινη ύπαρξη. Πρέπει να διακρίνουμε τις υποτιθέμενες αντιστάσεις που όμως ουσιαστικά σκότωσαν το όνειρο της αλλαγής. Θα έπρεπε να μας προβληματίζει ότι σε χώρες που αναπτύχθηκαν τέτοιες αντιστάσεις όπως π.χ. στις πρώην ανατολικές χώρες τώρα υπάρχουν μόνο φασίστες..

Έγινε λόγος για τις αστικές επαναστάσεις. Οι υποσχέσεις των αστικών επαναστάσεων για ελευθερία, αδελφότητα, ισότητα, ατομική ιδιοκτησία φάνηκε ότι δεν πραγματώθηκαν σε καθολικό επίπεδο για αυτό και ο Μαρξ παρατήρησε χαρακτηριστικά ότι η παρισινή κομμούνα εκπλήρωσε πραγματικά το αίτημα για ατομική ιδιοκτησία. Αν όμως, μιλώντας σχηματικά, οι αστικές επαναστάσεις εκπλήρωναν τις υποσχέσεις  θα υπήρχε κάτι αρνητικό στο να εξαπλωθούν και να εξαχθούν σε όλο τον κόσμο και να αποτελέσουν παράδειγμα προς μίμηση; Μπορούμε από θέση αρχής να αρνούμαστε την «εισαγωγή» της ελευθερίας με τη θέση ότι πρέπει να σεβόμαστε την πολιτιστική ιδιαιτερότητα του κάθε λαού;

Νίκος Νικολαΐδης: Έχω διαφορετική άποψη. Τα κινήματα εκτός Ευρώπης ήταν και είναι πολύ πιο ριζοσπαστικά από τα αστικά κινήματα της Ευρώπης. Τα κινήματα στην Ευρώπη επαναστατούσαν μεν ενάντια σε κάποια μορφής εξουσία αλλά αποδέχονταν ότι η ανισότητα είναι ένα φυσικό φαινόμενο στον άνθρωπο, ότι ο ανταγωνισμός είναι μια αρετή που κινεί την οικονομία και την κοινωνία. Δεν υπήρχε ούτε η έννοια της αλληλεγγύης, ούτε η έννοια της ισότητας αλλά ούτε και η έννοια της μη επέκτασης στον άλλο. Η πολιτιστική καταπίεση του καπιταλισμού ήταν υπαρκτή και όχι αφηρημένη. Οι αστικές επαναστάσεις δεν έθιξαν ποτέ το ζήτημα της αποικιοκρατίας.

Δημήτρης Μάνος: Η μεγαλύτερη απόδειξη ότι ο λενινισμός δεν αποδέχτηκε την ευρωπαιοκεντρική αντίληψη για την επανάσταση είναι ότι η επανάσταση πραγματοποιήθηκε σε αντίθεση με τις εκτιμήσεις της πλειοψηφίας των μαρξιστών της εποχής πραγματοποιήθηκε στην πιο καθυστερημένη χώρα της Ευρώπης.

Οι ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις ανήκουν στη γεωπολιτική σφαίρα ή είναι κομμάτι της ίδιας της ταξικής πάλης; Αν πούμε ότι οι ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και η ταξική πάλη είναι δύο διακριτά πράγματα «παραβιάζεται» η λενινιστική αρχή που έβλεπε τον ιμπεριαλισμό ως το έσχατο στάδιο του καπιταλισμού με την έννοια ότι κυοφορεί και τη δυνατότητα υπέρβασης του;

Γιάννης Τσαμασλίδης: Αυτά τα δύο είναι διαλεκτικά συνδεδεμένα. Κατά την άποψή μου δεν υπάρχει καθαρά διατυπωμένος αντικαπιταλιστικός αγώνας. Η Αριστερά πρέπει να απαντήσει σε κρίσιμα ερωτήματα σε κάθε ιδιαίτερη συγκυρία έτσι ώστε να αναπτυχθούν δυναμικές που θα φέρουν την ανατροπή.

Δημήτρης Μάνος: Η κινητήριος δύναμη στον καπιταλισμό-ιμπεριαλισμό για το μαρξισμό δεν είναι η αντίθεση μεταξύ παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων αλλά η ταξική πάλη. Αυτό είναι το πραγματικό πεδίο αντιπαράθεσης και ο λόγος που παρά τα τεχνολογικά επιτεύγματα φαίνεται ότι ο καπιταλισμός σήμερα είναι σε κρίση αφού δεν μπορεί να πραγματωθεί η υπεραξία. Η επανάσταση του ίντερνετ δε συγκρίνεται με την επανάσταση του εξηλεκτρισμού και των σιδηροδρόμων, αφού η τελευταία εφαρμόστηκε σε ευρεία κλίμακα και διεύρυνε τους χώρους κερδοφορίας του κεφαλαίου. Με την επίθεση στην εργασία, δηλαδή τη μόνη παραγωγό της υπεραξίας, η κρίση οξύνεται. Αυτό που κρατάει τον ιμπεριαλισμό δεν είναι ο οικονομικός ιμπεριαλισμός αλλά τα αεροπλανοφόρα των Η.Π.Α.

Ποια είναι η ερμηνεία των υπερεθνικών μηχανισμών σήμερα δεδομένου ότι δημιουργήθηκαν μετά την περίοδο που ο Λένιν αναφερόταν στον ιμπεριαλισμό ως το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού;

Δημήτρης Μάνος: Η παγκοσμιοποίηση είναι ένα ιδεολόγημα που έχει να κάνει με την ανάδειξη του ιμπεριαλισμού σε κυρίαρχο μοντέλο σκέψης όχι μόνο σε οικονομικό αλλά και σε ιδεολογικό επίπεδο. Δεν υπάρχει παγκοσμιοποίηση με μείωση των αντιθέσεων μεταξύ των εθνών κρατών αλλά με συγκρούσεις εθνικών κεφαλαίων. Στο μοναδικό παράδειγμα υπερεθνικών μηχανισμών δηλαδή την ευρωπαϊκή ένωση, το πρόβλημα που αναδύεται δεν είναι οικονομικό αλλά κατά βάση πολιτικό.

Νίκος Νικολαΐδης: Το ότι υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ ευρωπαϊκής ένωσης και μεταξύ πολυεθνικών δεν σημαίνει ότι συνεχίζει να υπάρχει ο ιμπεριαλισμός όπως είχε περιγραφεί από το Λένιν.

Η ιστορική σύλληψη ότι υπάρχει μία ιστορική κοινωνική δυναμική που ολοκληρώνεται χρησιμοποιείται τόσο στο Μαρξ όσο και στους μαρξιστές. Αυτή η αντίληψη μπορεί να συνυπάρχει με την άποψη ότι υπάρχει μία πολιτική ή στάση ζωής η οποία είναι από τη φύση της αντικαπιταλιστική;

Νίκος Νικολαΐδης: Μπορεί κάποιος να είναι αντικαπιταλιστής πριν ολοκληρωθεί ο καπιταλισμός με τον ίδιο τρόπο που μπορεί κάποιος να είναι αντιφασίστας πριν την ύπαρξη φασισμού. Για να είναι όμως πραγματικά αντιφασίστας πρέπει να γνωρίζει τι είναι φασισμός. Η ενστικτώδης αντίδραση σε κάποια χαρακτηριστικά που θεωρεί κάποιος αρνητικά μπορεί στη συνέχεια να πάρει τη μορφή γνώσης.

Στις ευρωεκλογές στην περιοχή της Θράκης από την οποία κατάγομαι το μειονοτικό κόμμα ισότητας, ειρήνης και φιλίας πήρε τα μεγαλύτερα ποσοστά. Στην προσπάθειά μου να διαβάσω μία ανάλυση σε σχέση με το πρόγραμμα του εν λόγω κόμματος τα μόνα άρθρα ή σχόλια που βρήκα ήταν από ακροδεξιά και φασιστικά μορφώματα είτε ελληνικά είτε τούρκικα που υποστήριζαν ότι η δράση τέτοιων κομμάτων είναι αποτέλεσμα μίας άτυπης ιμπεριαλιστικής τακτικής του τούρκικου προξενείου και διεθνών δυνάμεων. Δεν κατάφερα να βρω κάποια ερμηνεία ή ανάλυση από μεριάς της Αριστεράς. Ήθελα το σχόλιό σας πάνω σε αυτό. Πόσο επικίνδυνα θεωρείτε ότι είναι μια διαλεκτική πάνω σε ζητήματα έκφρασης μιας μειονότητας;

Δημήτρης Μάνος: Θα μεταφέρω την εμπειρία κάποιων συντρόφων Πομάκων που δρουν στην περιοχή.

Ο κοσμοπολιτισμός αλλά και η ενδυνάμωση του εθνικισμού είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος του συστήματος. Η εθνικιστική παρέμβαση του τούρκικου προξενείου ήταν αντίδραση στην εξίσου εθνικιστική πολιτική του ελληνικού κράτους η οποία δε στρέφεται μόνο ενάντια στους αλλοεθνείς μειονοτικούς αλλά κυρίως ενάντια στα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα. Οι προσπάθειες του ελληνικού κράτους για προσεταιρισμό των μειονοτήτων έγιναν κυρίως από αστικές δυνάμεις και ήταν επομένως ελλιπείς. Αυτές οι προσπάθειες ήταν συνέχεια των επιταγών των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων οι οποίες εκείνη την εποχή, αλλά όχι απαραίτητα τώρα, στόχευαν σε κάποιου είδους συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Νίκος Νικολαΐδης: Νομίζω ότι αυτό που περιγράφεις έχει σχέση και με την αυξημένη παρουσία της αστυνομίας στην περιοχή. Όταν η οικονομία μίας περιοχής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία ένστολων σημαίνει ότι ο φασιστικός λόγος τους διαχέεται και εντός κοινωνικού ιστού πολύ ευκολότερα.

 

1/4/2014 - νέο κτίριο Φιλοσοφικής Α.Π.Θ.

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Ο Τρότσκι και ο τροτσκισμός, στο όνομα της υπεράσπισης της επανάστασης του 1917, επηρέασαν τη ριζοσπαστική πολιτική κατά τον 20ό αιώνα. Από τη γέννησή του ο τροτσκισμός ως πολιτικό ρεύμα, προσπαθώντας να ακολουθήσει την παράδοση του Τρότσκι, φιλοδοξούσε να αντιστρέψει την φθίνουσα πορεία της παγκόσμιας επανάστασης και να συμβάλει στο ξεπέρασμα του καπιταλισμού. Κριτική στον σταλινισμό και τον σοσιαλισμό σε μία χώρα, ενιαίο μέτωπο, μεταβατικό πρόγραμμα, παγκόσμια και διαρκής επανάσταση, είναι έννοιες και προβληματισμοί που στιγμάτισαν τις αντιπαραθέσεις εντός της Αριστεράς. Και συνεχίζουν να επιζούν ως αντιπαραθέσεις ακόμα και σήμερα, στο μέτρο που μεγάλες πολιτικές οργανώσεις στα καπιταλιστικά κέντρα (π.χ. ΗΠΑ και Αγγλία) εντάσσονται στην τροτσκιστική παράδοση.

Η πορεία των τροτσκιστικών οργανώσεων δεν ήταν παρόλα αυτά ποτέ ενιαία. Χαρακτηρίστηκε από συνεχείς διασπάσεις πάνω σε πολιτικά ζητήματα, πολιτικές διαμάχες γύρω από κινήματα και εξεγέρσεις και βαθιές διαφωνίες γύρω από πολιτικές τακτικές. Ωστόσο ο τροτσκισμός δεν φαίνεται να έγινε τελικά, προς το παρόν τουλάχιστον, αυτό που φανταζόταν ο Τρότσκι: καταλύτης για την παγκόσμια επανάσταση. Η εκτίμηση του Τρότσκι ότι με το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο θα ξεσπούσαν διεθνώς προλεταριακές επαναστάσεις δεν επαληθεύτηκε. Ενώ η πτώση της ΕΣΣΔ και των δορυφόρων της την περίοδο 1989-1991 δεν αποτέλεσε ευκαιρία ανάπτυξης του τροτσκιστικού κινήματος, στο μέτρο που δόθηκε προς στιγμήν η εντύπωση ότι δικαιώθηκαν οι εκτιμήσεις του για τον σταλινισμό. Η πορεία των τροτσκιστικών οργανώσεων καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την αποτυχία τους να ηγηθούν κινημάτων για την ανατροπή του καπιταλισμού, βαθαίνοντας έτσι ακόμα περισσότερο το πρόβλημα της ριζοσπαστικής πολιτικής θεωρίας και πράξης.

Η συζήτηση εξετάζει την κληρονομιά του Τρότσκι και του τροτσκισμού, το παρόν του τροτσκισμού αλλά και τις πιθανές προοπτικές του.

Είναι επίκαιρος ο τροτσκισμός σήμερα και γιατί;

Ποιος είναι κατά τη γνώμη σας ο πολιτικός στόχος των τροτσκιστικών οργανώσεων σήμερα; Τι έχει αλλάξει από την εποχή του "μεταβατικού προγράμματος"; Διατηρείται η σημασία του, και με ποιον τρόπο;

Ποια είναι η σχέση των σημερινών τροτσκιστικών ομάδων-οργανώσεων με την πολιτική θεωρία και δράση του Τρότσκι; Πώς προσδιορίζεται η ιστορική συνέχεια Τρότσκι και τροτσκισμού;

Πώς εξηγείται το γεγονός ότι υπάρχουν πχ στην Ελλάδα τροτσκιστικές οργανώσεις που στηρίζουν ΣΥΡΙΖΑ, άλλες που στηρίζουν ΑΝΤΑΡΣΥΑ, άλλες που είναι αυτόνομες, μέχρι και άλλες που υποστηρίζουν κριτικά το ΚΚΕ; Τι μπορεί να σημαίνει το γεγονός ότι όλες είναι τροτσκιστικές, ενώ συγχρόνως υιοθετούν τόσο διαφορετικές θέσεις;

Πως επιζεί σήμερα η ιστορική κληρονομιά του διεθνισμού; Πως αντικατοπτρίζεται ο διεθνής χαρακτήρας της αντικαπιταλιστικής πάλης στην πολιτική δράση των τροτσκιστικών οργανώσεων στην Ελλάδα;

Τι σήμαινε για την αυτοκατανόηση των Τροτσκιστικών οργανώσεων η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού το '89; Πώς επηρεάστηκε η δράση των Τροτσκιστικών οργανώσεων μετά από αυτό το γεγονός; Νομίζετε ότι η "τροτσκιστική θεωρία" επιβεβαιώθηκε και αν ναι με ποιο τρόπο;

Ομιλητές:

Παναγιώτης Βογιατζής- οργάνωση Ξεκίνημα

Χάρης Παπαδόπουλος- περιοδικό "Κόκκινο"

Περικλής Παυλίδης- καθηγητής Παιδαγωγικής Α.Π.Θ.

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Παναγιώτης Βογιατζής: Είναι πολύ σημαντικό να αναλύονται σήμερα θεωρητικές ιδέες και αυτό μπορεί να αποκτήσει κεφαλαιώδη σημασία. Γνώμονάς μας είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατική πράξη χωρίς επαναστατική θεωρία. Την ίδια στιγμή θέλουμε να τονίσουμε ότι η επαναστατική θεωρία δε σημαίνει τίποτα από μόνη της και αποκτάει τη σημασία της όταν γίνεται οδηγός για την πράξη. Δε θα αναφερθούμε στον Τρότσκι ως άτομο αλλά θα επικεντρώσουμε σε κάποιες πτυχές του έργου του οι οποίες θεωρούμε ότι έχουν πρακτική χρησιμότητα σήμερα.

Όταν λέμε τροτσκισμός υπάρχουν κάποια συγκεκριμένα πράγματα που εννοούμε: στο θεωρητικό πεδίο η θεωρία της διαρκούς επανάστασης, στην οποία περιλαμβάνεται υποχρεωτικά ο διεθνιστικός χαρακτήρα της επανάστασης, είναι η τακτική του ενιαίου μετώπου και η τακτική του μεταβατικού προγράμματος. Υπάρχουν και άλλα πράγματα που είναι σημαντικά για τον τροτσκισμό όπως η ανάλυση και πάλη ενάντια στο σταλινισμό που αναπτύχθηκε στη Σοβιετική Ένωση μετά τη δεκαετία του ’20 καθώς και η ανάλυσή του φαινομένου του φασισμού. Στις μέρες μας δύο από αυτά τα χαρακτηριστικά παίρνουν εκρηκτικό χαρακτήρα: το ενιαίο μέτωπο και το μεταβατικό πρόγραμμα.

Το ενιαίο μέτωπο είναι η τακτική που είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει το εργατικό κίνημα μέχρι τις παραμονές της κατάληψης της εξουσίας. Η κατάκτηση της εξουσίας είναι κάτι διαφορετικό από την κατάκτηση της κυβέρνησης. Το ενιαίο μέτωπο είναι η τακτική που υιοθετήθηκε από το 3ο και 4ο συνέδριο της κομμουνιστικής διεθνούς και υποστηρίχθηκε από το Λένιν, αλλά για διάφορους λόγους εγκαταλείφθηκε αργότερα και συνέχιζε να το υποστηρίζει μόνο ο Τρότσκι. Η αντίληψη του ενιαίου μετώπου συμπυκνώνεται στο σύνθημα «προχωράμε χώρια, χτυπάμε μαζί». Η ενότητα είναι μία αυτόματη επιλογή για την εργατική τάξη. Ένας εργαζόμενος γνωρίζει ότι όταν συμμετέχει σε μια απεργία, σε ένα πολιτικό αγώνα πρέπει να ενωθεί με άτομα τα οποία έχουν τα ίδια συμφέροντα μαζί του και να παλέψουν οργανωμένα για την ανατροπή. Φυσικά αυτό δε σημαίνει ενότητα σε επίπεδο αρχών.

Τι θα σήμαινε στις μέρες μας η ιδέα του ενιαίου μετώπου στην ελληνική πραγματικότητα; Στο όνομα αυτής της τακτικής κατάφερε ο Σύριζα να εκτοξεύσει τα ποσοστά του πριν από τις τελευταίες εκλογές (2012). Ο Σύριζα παρουσίασε την προοπτική της κυβέρνησης της Αριστεράς και ξεχώρισε από τις υπόλοιπες αριστερές οργανώσεις. Εδώ μπαίνει και το ζήτημα του μεταβατικού προγράμματος που πρέπει να ενωθεί με την τακτική του ενιαίου μετώπου.

Τι θα σήμαινε ενότητα της Αριστεράς πριν τις εκλογές; Θα σήμαινε συμφωνία για ένα μίνιμουμ πρόγραμμα με όλα τα κομμάτια της Αριστεράς (ΚΚΕ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ) με στόχο την κατάργηση των μνημονίων και την παύση των πληρωμών του χρέους. Οι άλλες δυνάμεις της Αριστεράς αρνήθηκαν να συμφωνήσουν γύρω από αυτό το πρόγραμμα βάζοντας «πιο σοσιαλιστικά» αιτήματα όπως έξοδος από την Ε.Ε., λαϊκή εξουσία κτλ.

Ας γυρίσουμε στο τι έγινε και στο τι μπορούσε να γίνει. Το ενιαίο μέτωπο στη λογική αυτού του μίνιμουμ προγράμματος θα μπορούσε να υλοποιηθεί; Όχι, αλλά μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε ένα κόμμα να πάρει μαζί του τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων και της κοινωνίας που θα καταλάβαινε με τον πιο απόλυτα πειστικό τρόπο ότι ακόμα και αυτά τα μίνιμουμ αιτήματα θα μπορούσαν να επιτευχθούν μόνο με μια συνολική ρήξη. Αυτό είναι και η έννοια του μεταβατικού προγράμματος: να παρουσιάζεις τα αναγκαία και εντελώς απαραίτητα αιτήματα εξηγώντας ότι την αδυναμία παραχώρησής τους από το σύστημα. Η Οκτωβριανή επανάσταση έγινε ακριβώς στη βάση ενός τέτοιου μεταβατικού προγράμματος.

Γιατί όμως αυτά που παρουσιάζουμε δεν γίνονται αποδεκτά από το σύνολο της Αριστεράς ή τουλάχιστον από ένα μεγάλο κομμάτι της; Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους οι Αριστερές οργανώσεις αρνούνται την ιδέα του ενιαίου μετώπου και του μεταβατικού προγράμματος. Ο πιο σημαντικός λόγος κατά τη γνώμη μου είναι ο ψυχολογικός. Είναι πολύ δύσκολο σε αυτή την κοινωνία να πειστεί κάποιος ότι είναι αναγκαίο να περάσουμε  από το βήμα της υπομονετικής εξήγησης μέχρι να δοθεί η τελική μάχη. Είναι λογικό και ανθρώπινο να επιλέγει κάποιος να πάρει το πιο σύντομο μονοπάτι. Αλλά για να χρησιμοποιήσουμε μια αναλογία από τη στρατιωτική τέχνη, μπορείς να στείλεις μια διμοιρία από ένα μονοπάτι για να πλαγιοκοπήσεις τον εχθρό, αλλά ο υπόλοιπος στρατός, η εργατική τάξη εν προκειμένω μπορεί να δώσει τη μάχη μόνο σε ανοιχτό πεδίο.

Το τροτσκιστικό στρατόπεδο υπήρξε το πιο συκοφαντημένο ρεύμα στην ιστορία του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς. Ωστόσο υπάρχουν πολλά πράγματα τα οποία θα ήταν καλό σιγά σιγά να τα ξεκαθαρίζουμε. Θα αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα από το κείμενο που μας έστειλαν οι διοργανωτές και αναφέρεται στη διατύπωση του σκεπτικού της εκδήλωσης ότι «η εκτίμηση του Τρότσκι ότι μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο θα ξεσπούσαν διεθνώς προλεταριακές επαναστάσεις δεν επαληθεύτηκε». Αυτό όμως δεν ισχύει. Η πρόβλεψη αυτή επαληθεύτηκε πλήρως. Ο μαρξισμός δεν είναι κρυστάλλινη σφαίρα, δεν προβλέπει γεγονότα αλλά δυνατότητες. Η κατάσταση μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο ήταν λαός οπλισμένος οργανωμένος σε κομμουνιστικά κόμματα. Αυτή είναι η προλεταριακή επανάσταση. Αυτό που έλειπε ήταν το επαναστατικό κόμμα που θα έφερνε σε πέρας τα επαναστατικά καθήκοντα. Υπήρχαν όλες οι αντικειμενικές συνθήκες για επανάσταση αλλά ο υποκειμενικός παράγοντας δηλαδή το κόμμα απουσίαζε.

Χάρης Παπαδόπουλος: Δεν ξέρω τι θα καταλάβαινε κάποιος που θα έβλεπε την αφίσα της εκδήλωσης. Ποιος είναι αυτός ο Τρότσκι και πιο είναι το νόημα να χάσει κάποιος τον χρόνο του διαβάζοντας και συζητώντας για τον τροτσκισμό; Αυτό δεν είναι μόνο συζήτηση μεταξύ ανθρώπων που δεν γνωρίζουν για τον Τρότσκι και τον τροτσκισμό αλλά και μία συζήτηση μεταξύ ανθρώπων της Αριστεράς. Θυμάμαι έναν σύντροφο που έλεγε ότι «είμαστε τα απομεινάρια μιας ηττημένης στρατιάς και τώρα θα πρέπει να αφήσουμε στην άκρη τις διαφορές μας και να προχωρήσουμε μαζί».

Εγώ θεωρώ ότι δεν μπορούμε να παραμερίσουμε τις διαφορές μας αν είναι να προχωρήσουμε. Δεν μπορείς να βάλλεις στο ίδιο στρατόπεδο τον Τρότσκι ή την Λούξεμπουργκ και ανθρώπους που τους δολοφόνησαν. Θα πρέπει επομένως να διαλέξουμε ποιες παραδόσεις να κρατήσουμε για έναν πολύ απλό λόγο: για να καταλάβουμε την αξία που έχει να ασχολείσαι με τον Τροτσκισμό σήμερα, πρέπει να δει τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει η Αριστερά συνολικά σήμερα. Αυτή τη στιγμή σε όλη την Ευρώπη ο καπιταλισμός χάνει την ανάσα του, πάει να χρεοκοπήσει, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ελλάδα. Ταυτόχρονα υπάρχει ένα πολύ έντονο πρόβλημα στην Αριστερά: η πλειοψηφία των φτωχών ανθρώπων της εργατικής τάξης θεωρεί ότι ο σοσιαλισμός είναι αυτό που συνέβη στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, κάτι που εγώ χωρίς να επεκταθώ θα όριζα καλύτερα ως κρατικό καπιταλισμό. Δεν μπορείς να μιλήσεις για μια άλλη κοινωνία αν δεν απαντήσεις σε αυτό το ζήτημα. Αν είναι σοσιαλισμός να περιορίζεις εκατομμύρια αγρότες μέσα στα κολχόζ χωρίς καμιά ελευθερία, τότε για την ανώτερη κοινωνία δεν υπάρχει καμιά ανάγκη και κανένας λόγος να υπάρχει εργατική δημοκρατία. Αν είναι σοσιαλισμός η πρωταρχική συσσώρευση σε βαθμό κτηνωδίας που γινόταν στη Σοβιετική Ένωση τότε δεν έχει κανένα νόημα να αποκαλείσαι υποκείμενο της επανάστασης στην εργατική τάξη. Με αυτή τη λογική η συζήτηση για τον Τροτσκισμό πρέπει να πιάσει τα ζητήματα που αφορούν ένα νέο αγωνιστή που μπαίνει αυτή τη στιγμή στο κίνημα-στην Αριστερά και προσπαθεί να καταλάβει κάποια στοιχειώδη πράγματα. Τι πήγε στραβά στην επανάσταση του ‘17; Είναι η μοίρα όλων των επαναστάσεων να καταλήγουν σε γραφειοκρατίες; Υπάρχει τρόπος να παλέψουμε και να κάνουμε μια κοινωνία καλύτερη από τον καπιταλισμό; Εμείς στην οργάνωσή μας καλούμε για σοσιαλισμό.

Ο Τρότσκι ήταν κάτι παραπάνω από άνθρωπος της θεωρίας: ήταν ένα επαναστάτης αφιερωμένος στην υπόθεση της αλλαγής της κοινωνίας. Αν ο Τρότσκι ξεχώριζε για κάτι ήταν ότι προσπαθούσε να εκπαιδεύσει και να οργανώσει αγωνιστές για να μπορέσουν να επανδρώσουν τις γραμμές ενός καινούριου παγκόσμιου επαναστατικού στρατού, ο οποίος θα συνέχιζε τον αγώνα.

Ο Τρότσκι ήταν μια μεγαλοφυία, καθώς προσπαθούσε συνεχώς να μεταφράσει σε θεωρία όσα έβλεπε να συμβαίνουν γύρω του. Για παράδειγμα στην εποχή του ήταν πολύ διαδεδομένη η αντίληψη ότι μια καθυστερημένη καπιταλιστικά χώρα σαν τη Ρωσία βλέπει το μέλλον της σε μία ανεπτυγμένη καπιταλιστικά κοινωνία όπως π.χ η Αγγλία ή οι Η.Π.Α. Ο Τρότσκι συνειδητοποίησε ότι παρόλα αυτά πουθενά αλλού η εργατική τάξη δεν ήταν τόσο συγκεντρωποιημένη όσο στη Ρωσία. Τα εργοστάσια του Πουτίλοφ με 40 χιλιάδες εργάτες δεν υπήρχε σε κανένα άλλο καπιταλιστικό κράτος στο κόσμο. Επίσης οι συνθήκες παράνομης δράσης των συνδικάτων και της Αριστεράς στη Ρωσία είχε πολύ διαφορετικά αποτελέσματα απ’ ότι στη Δύση. Από εδώ οδηγήθηκε ο Τρότσκι να θεμελιώσει τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης η οποία υποστήριζε ότι σε καθυστερημένες χώρες σαν τη Ρωσία η επανάσταση μπορεί να πάρει σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά και να επιβιώσει αν επεκταθεί σε προηγμένες καπιταλιστικά χώρες.

Την περίοδο των μεγάλων διώξεων στη Σοβιετική Ένωση ο Τρότσκι δήλωνε: αν τίποτα δεν μπορούμε να καταφέρουμε, τουλάχιστον ας παραδώσουμε στις επόμενες γενιές μια ακηλίδωτη σημαία. Αυτό έγινε. Ο Τροτσκισμός δεν έχει να χρεωθεί τις προδοσίες, τις ήττες και τις καταστροφές που έφερε στο εργατικό κίνημα ο σταλινισμός και η σοσιαλδημοκρατία. Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Δε θα μπορούσα να στοιχηματίσω ότι ο Σύριζα στον οποίο ανήκω δε θα προδώσει τις αρχές αυτές όταν έρθει στην εξουσία, μάλιστα για να κάνω πιο πρακτική τη δράση μου μέσα σε αυτόν θεωρώ δεδομένο ότι θα το κάνει.

Αυτή τη στιγμή όμως, για το μεγαλύτερο κομμάτι της εργατικής τάξης δεν είναι πολιτικό εργαλείο οργανώσεις όπως το Ξεκίνημα, το Κόκκινο ή ακόμα και το ΚΚΕ, αλλά ο Σύριζα. Όποιος μιλάει για επανάσταση σήμερα και καταλαβαίνει τις τεράστιες τεκτονικές αλλαγές τις οποίες υφίσταται ο καπιταλισμός δεν έχει κανένα δικαίωμα να κοιτάει την πυρκαγιά από το μπαλκόνι αλλά πρέπει να πάρει μέρος στη μάχη. Ακόμα και αν αποτύχει ο Σύριζα, η δράση εντός του οφείλει να εκπαιδεύσει νέους ανθρώπους ώστε να αντιμετωπίσουν τόσο τις ρεφορμιστικές ιδέες όσο και τις τεράστιες δυσκολίες που προκύπτουν από την τρομακτική κρίση του καπιταλισμού.

Περικλής Παυλίδης: Ειπώθηκε από τον πρώτο ομιλητή ότι η θεωρία είναι ζήτημα πράξης. Πράγματι έτσι είναι, αλλά όταν η θεωρία δεν υπηρετεί την πράξη σημαίνει ότι είναι κακή θεωρία.

Θα καταπιαστώ κριτικά με τον Τροτσκισμό από τη σκοπιά της ανάδειξης των κρίσιμων και ανοικτών θεμάτων για την προσέγγιση του σοσιαλισμού.

«Το κράτος σαν γραφειοκρατικός μηχανισμός αρχίζει να σβήνει από την πρώτη μέρα της προλεταριακής δικτατορίας», «ένα σοσιαλιστικό κράτος, ακόμα και στην Αμερική, στη βάση του πιο προχωρημένου καπιταλισμού, δε θα μπορούσε άμεσα να προμηθεύει στον καθένα όλα όσα χρειάζεται και έτσι θα ήταν υποχρεωμένο να σπρώχνει τον καθένα να παράγει όσο το δυνατόν περισσότερα», «όπως η λάμπα βγάζει την πιο ζωηρή φλόγα πριν σβήσει, έτσι και το κράτος παίρνει τη μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου πριν εξαφανιστεί, δηλαδή την πιο ανελέητη μορφή κράτους που υπάρχει». Ο ίδιος άνθρωπος έχει κάνει αυτές τις εξόχως αντιφατικές δηλώσεις, έτσι είναι όλο το έργο του Τρότσκι.

Οι αντιφάσεις αυτές δεν είναι πρωτότυπες. Είναι παρόμοιες οι αντιφάσεις στο έργο όλων των μεγάλων ηγετών των πρώτων σοσιαλιστικών εγχειρημάτων του προηγούμενου αιώνα (Λένιν, Μάο, Στάλιν) και δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, καθώς δεν υπήρχε η παραμικρή δυνατότητα αναστοχασμού αυτής της νέας κατάστασης. Ο 20ος αιώνας ανέδειξε όχι μόνο την ανεπάρκεια των ηγετών του αλλά την αναπόδραστη ανεπάρκεια του κεκτημένου του Μαρξ. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν οι πρωταγωνιστές του σοσιαλισμού ήταν να διακρίνουν κάποιες πολύ γενικές, σχεδόν αφοριστικές επισημάνσεις που αφορούσαν σε ένα πολύ μακρινό τέλος.

Από τους μεγάλους του σοσιαλισμού θεωρώ ότι μόνο ο Λένιν είχε στοιχεία θεωρητικής σκέψης. Θα εστιάσω στα σημεία στη σκέψη του Τρότσκι τα οποία θεωρώ προβληματικά σε σχέση με τη θεωρία του σοσιαλισμού.

Στο ερώτημα τι είναι ο σοσιαλισμός, ο Τρότσκι δεν απάντησε αλλά ουσιαστικά ταύτισε το σοσιαλισμό με τον κομμουνισμό. Ο Τρότσκι παραγνωρίζει τις οξυδερκείς επισημάνσεις του Μαρξ για το σοσιαλισμό ως αντιφατική κοινωνία και προσπαθεί να ξεπεράσει τις αντιφάσεις επινοώντας ένα μεταβατικό στάδιο στο οποίο δεν μπορείς να προσδιορίσεις τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας (ύπαρξη τάξεων, θέση γραφειοκρατίας κτλ.).

Έχω τη γνώμη ότι ο Τρότσκι δεν ασχολήθηκε ποτέ σοβαρά με το Κεφάλαιο. Ποιες είναι οι υλικές προϋποθέσεις του σοσιαλισμού; Το καλύτερο που μπορεί να πει ο Τρότσκι είναι ότι αυτές βρίσκονται στον πιο ανεπτυγμένο καπιταλισμό. Ποιοτικός προσδιορισμός δεν υπάρχει στον Τρότσκι.

Με βάση λοιπόν αυτές τις αντιλήψεις του ο Τρότσκι προτάσσει, στην κριτική του προς το Σοβιετικό καθεστώς το ζήτημα της γραφειοκρατίας. Έχει θεωρία ο Τρότσκι για τη γραφειοκρατία; Όχι, έχει αποσπασματικές δηλώσεις πολύ αντιφατικές μεταξύ τους. Για να εξηγήσει ο Τρότσκι τη γραφειοκρατία καταφεύγει στην «κόπωση και την απογοήτευση των μαζών». Αυτή η προσέγγιση παραπέμπει σε μία συγκυριακή κατάσταση. Η άνιση κατανομή του παραγόμενου προϊόντος είναι η πιο βαθιά ανάλυση του Τρότσκι για την ύπαρξη της γραφειοκρατίας. Όμως και σε αυτό το σημείο παλινδρομεί, όταν αναφέρεται στην ανάγκη για αντιγραφειοκρατική επανάσταση. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι: θα καταργούσε άραγε η αντιγραφειοκρατική επανάσταση το ζήτημα της έλλειψης αγαθών; Δε θα γεννούσε άραγε η κοινωνία τις ίδιες ακριβώς σχέσεις ακόμα και η αντιγραφειοκρατική επανάσταση ήταν νικηφόρα; Η αντίληψη του Τρότσκι εδώ είναι και πάλι βουλησιαρχική, αφού απέτυχε να δει τη γραφειοκρατία ως οργανικό κομμάτι της εργασίας και της παραγωγής. Όταν ο άνθρωπος παραμένει φυσικός συντελεστής της εργασίας μπορεί άραγε να καταργηθεί η διεύθυνση ανθρώπου από άνθρωπο; Η γραφειοκρατία αφορά μια μεγάλη περίοδο αλλαγής του χαρακτήρα της εργασίας.

Η σοσιαλιστική σκέψη στον 20ο αιώνα είναι δηλωτική της δραματικής προσπάθειας να ανιχνευθεί σε πιο επίπεδο στις συνθήκες του 20ου αιώνα ήταν εφικτή η κομμουνιστική αλλαγή της κοινωνίας. Η συνειδητοποίηση των ορίων ήταν δραματική αλλά από την άλλη όλος ο 20ος αιώνας είχε όρια. Αυτό δεν αφορούσε μόνο τη Ρωσία αλλά ακόμα και τις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Τα φαινόμενα που παρατηρήσαμε στη Σοβιετική Ένωση είναι αναπόδραστα για όλη την κλίμακα του 20ου αιώνα.

Με βάση αυτές τις επισημάνσεις πρέπει να δούμε το έργο του Τρότσκι και των πρώτων ανθρώπων που ως πολιτικά υποκείμενα προσπάθησαν να αλλάξουν την κοινωνία καθώς και του περιορισμούς που είχαν. Νομίζω ότι η εμβέλεια αυτής της επανεξέτασης και αυτού του αναστοχασμού στο έργο αυτών των πρωταγωνιστών εκτείνεται και στο έργο του Μαρξ. Ο ίδιος ο 20ος αιώνα ανέδειξε το αναπόδραστο κενό στη σκέψη του Μαρξ.

Παναγιώτης Βογιατζής: Πρέπει να αποφασίσουμε πρώτα από όλα αν η κοινωνία μας μπορεί να δεχτεί το σοσιαλισμό. Οτιδήποτε έχει ειπωθεί στην ανάλυση του Τρότσκι (ακόμα και του Λένιν) ξεκινούσε από μία συγκεκριμένη αφετηρία: η Ρωσία μετά τον εμφύλιο (1921) είναι μια κατεστραμμένη κοινωνία. Η παραγωγή είχε πέσει στο ένα όγδοο της παραγωγής που είχε το 1913, πριν δηλαδή ξεσπάσει ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Μέσα σε αυτό το κλίμα ο Τρότσκι, ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι προσπαθούν να διατυπώσουν τη θεωρία τους.

Διεύθυνση ανθρώπου από άνθρωπο θα υπάρχει πάντα με την έννοια της πραγματοποίησης μιας εργασίας με συγκεκριμένο τρόπο. Η κομμουνιστική θεωρία μας λέει ότι όλη η κοινωνία θα μπορεί να παίξει το ρόλο του ελεγκτή αυτής της διαδικασίας μέσω της συνεχής εναλλαγής ρόλων και της ανακλητότητας.

Ακόμα και ο Λένιν στο «Κράτος και επανάσταση» διατυπώνει την άποψη ότι μετά την επανάσταση θα υπάρχει κράτος το οποίο όμως αρχίζει να σβήνει.

Η επανάσταση είναι η πιο πολύπλοκη κοινωνική διαδικασία. Αν κάτι πρέπει να κρατήσουμε από το μαρξισμό σαν βάση, αυτό είναι η δυναμική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η κοινωνία και κατ’ επέκταση η επανάσταση. Μέσα σε αυτή τη δυναμική κατάσταση πρέπει να μάθουμε να σκεφτόμαστε, να μελετάμε, να αμφισβητούμε και να τροποποιούμε τη θεωρία μας.

Χάρης Παπαδόπουλος: Ο Μαρξ μελετούσε την πραγματική κίνηση της εργατικής τάξης. Για παράδειγμα η θεωρία του για τη δικτατορία του προλεταριάτου προήλθε από την πείρα της Παρισινής Κομμούνας. Το ίδιο έκανε και ο Τρότσκι. Ήταν ένας μεγάλος θεωρητικός γιατί κατάφερνε να παίρνει μαθήματα από το ζωντανό εργατικό κίνημα.

Το βιβλίο του Τρότσκι «η προδομένη επανάσταση» είναι η πρώτη σοβαρή μαρξιστική ανάλυση γύρω από το ζήτημα της ανόδου της γραφειοκρατίας στην Ρωσία και την υποχώρηση της επανάστασης και μάλιστα τη στιγμή που των γεγονότων. Για αυτό αξίζει κατά τη γνώμη μου περισσότερο από οποιαδήποτε εκ των υστέρων προσπάθεια αναζήτησης αντιφάσεων και προβληματικών.

Περικλής Παυλίδης: Δε θα περίμενα από ανθρώπους που ανήκουν στο τροτσκιστικό στρατόπεδο να δουν τον Τρότσκι αναστοχαστικά. Αναφέρθηκα στα θεμέλια της τροτσκιστικής σκέψης. Η ατέρμονη περιγραφή και ένα ανερμάτιστο συμπέρασμα δεν είναι σοσιαλιστική θεωρία.

Ο Τρότσκι δε λέει κάτι καινούριο για τη γραφειοκρατία. Ο Λένιν αναφέρει ότι ήδη από το ’18 η Ρωσία είναι γραφειοκρατικοποιημένη. Λέει ο Λένιν το 1921: «Η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας θα απαιτήσει δεκαετίες. Θα είναι μία πάλη πολύ δύσκολη και όποιος πει ότι θα απαλλαγούμε αμέσως από τη γραφειοκρατία, είναι απλά ένας αγύρτης που του αρέσουν τα ωραία λόγια. Μπορεί να διώξει κανείς τον Τσάρο, να διώξει τους τσιφλικάδες και τους καπιταλιστές, δεν μπορείς όμως να εξαλείψεις τη γραφειοκρατία σε μία αγροτική χώρα, ούτε καν από μια βιομηχανικά ανεπτυγμένη καπιταλιστικά χώρα, παρά μόνο με αργή επίμονη δουλειά». Η σημασία που έχει αυτό το απόσπασμα είναι να δούμε τι θα προκύψει σε περίπτωση που επιδιώξουμε ένα παρόμοιο εγχείρημα. Το άλλοθι ότι η επανάσταση είναι μια ζωντανή διαδικασία δεν μπορούμε να το έχουμε. Μπορούμε πλέον να διαπιστώσουμε τι αναπόδραστα θα προκύψει σε μία μελλοντική εκμηχανισμένη και όχι αυτοματοποιημένη σοσιαλιστική κοινωνία. Για τη μετάβαση από τη διεύθυνση ανθρώπου από άνθρωπο στη διεύθυνση πραγμάτων από ανθρώπους μίλησε ο Μαρξ και αυτό νομίζω πρέπει να δούμε με ποιο τρόπο μπορεί να καταστεί εφικτό. Η επίτευξη αυτού του στόχου σημαίνει κίνηση προς τον κομμουνισμό.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Στις εισηγήσεις των ομιλητών φάνηκε μια προσπάθεια να τονιστεί είτε θετικά είτε αρνητικά μια ενότητα της τροτσκιστικής θεωρίας. Αυτό μπορεί να είναι θεμιτό στα πλαίσια μιας εισήγησης ωστόσο πολλές από τις ιδέες και τις πρακτικές που εφάρμοσε ο Τρότσκι δεν ήταν υπεριστορικές αλήθειες. Οι ιδέες για ενιαίο μέτωπο, διαρκή επανάσταση και μεταβατικό πρόγραμμα δεν υπήρχαν πάντα στον Τρότσκι.

Αναφέρθηκε το ξέσπασμα προλεταριακών επαναστάσεων μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο και τονίστηκε η έλλειψη αντικειμενικών συνθηκών δηλαδή το κόμμα. Ταυτίζεται η ύπαρξη του υποκειμενικού παράγοντα με την ύπαρξη τροτσκιστικών κομμάτων; Ακόμα και αν πούμε ότι υπήρξαν νικηφόρες προλεταριακές επαναστάσεις, είχαν αυτές τροτσκιστικό υπόβαθρο;

Παναγιώτης Βογιατζής: Πρώτα απ’ όλα ένα σχόλιο. Ο Λένιν μίλησε για γραφειοκρατία ήδη από το 1918, σε αυτό θα συμφωνούσα με τον Περικλή. Θέλω όμως να τονίσω ότι είναι άλλο πράγμα η γραφειοκρατία το 1920 και άλλο το 1936. Μεταξύ 1920 και 1936 η παραγωγή, έστω και με ένα στρεβλό  τρόπο είχε αυξηθεί 20 φορές. Είμαι σίγουρος ότι αν ο Λένιν ζούσε το 1936 θα μιλούσε με πολύ διαφορετικό τρόπο για τη γραφειοκρατία.

Τόνισα ότι υπήρχε έλλειψη επαναστατικών κομμάτων. Για παράδειγμα στην Ελλάδα είχαμε το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ αν και επαναστατικό κόμμα δεν έκανε την επανάσταση αλλά την πρόδωσε. Ένα επαναστατικό κόμμα π.χ. οι μπολσεβίκοι αν υπήρχαν το ’44 δε θα έφερνε το ίδιο καταστροφικό αποτέλεσμα. Δε θα οδηγούνταν σε λάθη όπως τα Δεκεμβριανά ή όπως η Βάρκιζα, αλλά θα έκανε την προλεταριακή επανάσταση. Η επανάσταση σημαίνει τη μεταφορά δύναμης από το στρατόπεδο της αστικής τάξης στο στρατόπεδο των εργαζομένων.

Χάρη, ενώ είπες ότι ο τροτσκισμός μας επιτρέπει να δούμε πως είναι σήμερα τα πράγματα και άρα είναι επίκαιρος, εντούτοις όλη η τοποθέτησή σου βασίστηκε στην αντίθεση του τροτσκισμού με το σταλινισμό. Πρέπει σήμερα να τονιστεί αυτή η αντίθεση; Στη σημερινή της φάση η Αριστερά συζητάει για τον τροτσκισμό και το σταλινισμό και πρέπει εμείς να πάρουμε το μέρος του ενός ή του άλλου; Είναι διακύβευμα ο σοσιαλισμός σήμερα;

Χάρης Παπαδόπουλος: Αν αυτή τη στιγμή, με την τρομερή καταστροφή που υπάρχει η Αριστερά δε μιλήσει για σοσιαλισμό και για την ανάγκη οι εργαζόμενοι να πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους, τότε πολύ φοβάμαι ότι μετά από μερικά χρόνια η Αριστερά θα είναι απλά μια υποσημείωση σε διδακτορικές εργασίες. Όλη η κοινωνία θα έχει κατρακυλήσει στη βαρβαρότητα. Αυτή η στιγμή δεν είναι τυχαία. Στη Ευρώπη της κρίσης ο φασισμός σαν φαινόμενο επανέρχεται. Αν δε μιλήσει τώρα η Αριστερά για αυτά τα πράγματα τότε δεν έχει κανένα νόημα η Αριστερά. Ζούμε σε στιγμές εξαιρετικά σημαντικές.

Μία ερώτηση για τον Παυλίδη. Μίλησες για το αναπόφευκτο της ύπαρξης γραφειοκρατίας τον 20ο αιώνα. Η πορεία της σοσιαλιστικής θεωρίας είπες είχε όρια. Σήμερα θεωρείς ότι αυτό έχει ξεπεραστεί; Οι προϋποθέσεις για θεωρία είναι καλύτερες και τι είναι αυτό που έχει δημιουργήσει αυτές τις προϋποθέσεις;

Περικλής Παυλίδης: Στις συνθήκες του 20ου αιώνα η Σοβιετική Ένωση είναι ένα τυπικό παράδειγμα. Αυτό θα συνέβαινε και σε καπιταλιστικές χώρες γιατί όσο η πλειονότητα των ανθρώπων ως χειρώνακτων εργαζομένων, δηλαδή αντιπροσώπων της αρχέγονης μορφής εργασίας  διατηρείται, δεν υπάρχει η δυνατότητα για εποπτική αντίληψη της εργασίας από αυτό τον τύπο των εργαζομένων. Αυτό δεν είναι μομφή αλλά ανάλυση ενός σταδίου της ανθρωπότητας.

Δεν μπορούμε ακόμα και σήμερα στη μεταφορντική και μεταβιομηχανική κοινωνία όπως λένε κάποιοι να φανταστούμε μία κοινωνία πλήρως απαλλαγμένη από τη γραφειοκρατία ακόμα και μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτό θα ήταν μια αυταπάτη. Ωστόσο σήμερα μπορούμε να θέσουμε καλύτερα τους όρους για την απελευθέρωση της εργασίας και τη συρρίκνωση της γραφειοκρατίας. Αυτό βέβαια προϋποθέτει από τη μεριά μας να θέσουμε το ζήτημα της εργασίας καθώς και των εμπορευματικών χρηματικών σχέσεων. Τα πρώτα στοιχεία της αυτοματοποίησης στην παραγωγή, π.χ. με την εμφάνιση της υδροπονίας και της αεροπονίας, η διαδικασία ελέγχου των ίδιων των οργανισμών, η οργάνωση σε επίπεδο παραγωγής, οι σχέσεις μεταξύ των επιχειρήσεων, η αυτοματοποίηση της παρατήρησης και η διαχείριση-έλεγχος  των πληροφοριών μας ενδιαφέρουν μιας και στο κέντρο της σοσιαλιστικής κοινωνίας είναι η έξοδος του ανθρώπου από την εργασία. Η διατήρηση του χειρώνακτα εργάτη σημαίνει ότι δεν υπάρχει προοπτική για την ανθρωπότητα.

Χάρης Παπαδόπουλος: Εποπτικός έλεγχος θα σήμαινε οι εργαζόμενοι να δίνουν αναφορά σε συνελεύσεις εργαζομένων και όχι σε κάθε αφεντικό τους καπιταλιστή. Η εμπειρία των εργαζομένων μέσα στην κοινωνία είναι διπλή: η μία είναι η σκληρή εμπειρία της πραγματικότητας με τις δύσκολες συνθήκες εργασίας και η δεύτερη είναι η στιγμή του αγώνα όπου τα οι εργαζόμενοι συζητούν και οργανώνονται. Όταν η δεύτερη εμπειρία μαζικοποιηθεί και απειλήσει την εξουσία μπορεί να αποτελέσει το έμβρυο μιας άλλης κοινωνίας.

Παναγιώτης Βογιατζής: Σήμερα οι άνθρωποι δουλεύουν 8 ή και παραπάνω ώρες, σε άθλιες συνθήκες και για κάποιους άλλους. Τα επίπεδα παραγωγής έχουν αυξηθεί δραματικά και το ζήτημα είναι πως παραγωγή θα ελεγχθεί προς το συμφέρον της κοινωνίας. Σε συνθήκες με λιγότερες ώρες εργασίας, με καλύτερες συνθήκες όπου οι άνθρωποι θα εργάζονται και θα παράγουν χρήσιμα αντικείμενα δε θα ήταν καθόλου παράξενο οι άνθρωποι να απορροφούν περισσότερες δεξιότητες και να δημιουργήσουν μία καλύτερη κοινωνία.

Ο τροτσκισμός παρόλη τη σχέση του και καταγωγή του από το αντικείμενο κριτικής του δηλαδή το σταλινισμό στηρίζεται σε κάτι πολύ σημαντικό που είναι η έννοια της διαρκούς επανάστασης. Αυτήν η έννοια δεν αναφέρεται σε μία συνεχιζόμενη επανάσταση που κάνουν οι επαναστάτες αλλά στο ότι ο κόσμος είναι ενιαίος και μέσα σε αυτόν υπάρχει το φαινόμενο της επανάστασης. Με αυτή την έννοια είναι το ίδιο πράγμα η επανάσταση σαν κοινωνική διαδικασία και η επαναστατική πολιτική;

Έχει όρια το ενιαίο μέτωπο και από πού προκύπτουν; Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι Μπολσεβίκοι ήταν διασπαστικοί από το Φεβρουάριο έως τον Οκτώβριο του ’17; Θα μπορούσε σήμερα ένα αντιμνημονιακό μέτωπο να περιλαμβάνει και δεξιά ή ακροδεξιά στοιχεία αφού υπάρχει ένα είδους αντιμνημονιακός λόγος και από αυτούς. ; Με ποιο τρόπο η συγκεκριμένη τακτική του ενιαίου μετώπου μας φέρνει πιο κοντά στην ιδέα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας; Σε ποιες συνθήκες μπορούμε να πούμε ότι ξεπερνάμε αυτή την ιδέα του ενιαίου μετώπου μπροστά στην ιδέα για κατάληψη της εξουσίας;

Παναγιώτης Βογιατζής: Οι μπολσεβίκοι από το Φεβρουάριο ως το Νοέμβριο του 1917 ακολούθησαν την τακτική του ενιαίου μετώπου. Το βασικό τους σύνθημα ήταν «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» αλλά στα Σοβιέτ την υπεροχή είχαν οι ιδεολογικοί τους αντίπαλοι. Στο πραξικόπημα του Κορνίλοφ τον Αύγουστο του ’17 οι μπολσεβίκοι παίρνουν θέση υποστήριξης της προσωρινής κυβέρνησης του Κερένσκυ, η οποία είχε φυλακίσει τους Μπολσεβίκους, ενάντια στην επιστροφή του τσαρισμού. Αυτό είναι το πιο καθαρό παράδειγμα ενιαίου μετώπου στην ιστορία! Όταν οι Μπολσεβίκοι παίρνουν την καθαρή πλειοψηφία στα Σοβιέτ τότε η τακτική τους αλλάζει και δίνουν το σύνθημα για την εξέγερση. Το ενιαίο μέτωπο πρέπει να το ακολουθούμε μέχρι να είμαστε ένα βήμα πριν την κατάληψη της κεντρικής εξουσίας. Ακόμα και στην μετεπαναστατική κυβέρνηση συμμετείχαν αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες.

Η δικτατορία του προλεταριάτου εξαντλείται απλώς στην εκδίωξη των αστών ή υπάρχει ένα είδους αυταρχισμού και στο σοσιαλισμό; Αν υπάρχει ποιος τον ασκεί και έναντι ποιου;

Χάρης Παπαδόπουλος: Όταν μιλάμε για δικτατορία του προλεταριάτου δεν εννοούμε τη μορφή αλλά μια έκφραση που αντιστοιχεί σε ένα περιεχόμενο. Δικτατορία του προλεταριάτου ή της αστικής τάξης σημαίνει ποια τάξη έχει την εξουσία. Είναι δύσκολο να καταλάβουμε την έννοια του αυταρχισμού σε συνθήκες τρομακτικού πολέμου όπως στη Ρωσία. Η ρωσική επανάσταση είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα σε εξαιρετικά κακές συνθήκες. Δεν νομίζω ότι ο αυταρχισμός που μπορεί να έχει σήμερα μια δικτατορία του προλεταριάτου θα ήταν ίδιος με αυτόν στη Ρωσία.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι η αντιγραφειοκρατική επανάσταση έτσι όπως τέθηκε από τον Τρότσκι δε θα έλυνε το πρόβλημα της γραφειοκρατίας, παρόλα αυτά επειδή θα έδινε μια νέα ώθηση στο διεθνές επαναστατικό κίνημα και θα μπορούσε το πρόβλημα της γραφειοκρατίας να τεθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να αντιμετωπιστεί από το διεθνές κίνημα. Αν δεχτούμε ότι η ανάγκη διεύθυνσης προκύπτει από το επίπεδο της παραγωγής τους όρους εργασίας αυτό θα ήταν αποδεκτό, ωστόσο δεν εξηγεί επαρκώς το φαινόμενο της ανάδειξης ενός στρώματος με συγκεκριμένη διαδικασία τη διεύθυνση της παραγωγής.

Περικλής Παυλίδης: Ο ίδιος ο Τρότσκι θεωρεί ότι η γραφειοκρατία μπορεί με πολιτικά μέσα να ανατραπεί. Όμως η επανάσταση τον 20ο αιώνα πήρε το δρόμο της ανεξάρτητα από το τι ήθελε η Μόσχα. Τις επαναστάσεις τις γεννά ολόκληρη η κοινωνία, δεν τις ορίζει καμία Μόσχα. Ακόμα και αν γίνονταν όλες αυτές οι επαναστάσεις δε θα εξαλείφονταν η γραφειοκρατία, η έλλειψη αγαθών αλλά και η δομή της εργασίας.

Σε σχέση με τη δημιουργία ενός στρώματος διευθυντών, όπως συνέβη στη Σοβιετική Ένωση: η γραφειοκρατία δεν γεννιέται από κάποιον αλλά γεννιέται de facto και αυθόρμητα. Στη Σοβιετική Ένωση υπήρχε η δυνατότητα για κάποιον εργάτη να γίνει διευθυντής χωρίς να είναι τελείως αποξενωμένος από τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Υπήρχαν επίσης πολλά ενδιάμεσα στρώματα που ασχολούνται με ποικίλες διευθυντικές δραστηριότητες μέσα στο εργοστάσιο και σε διάφορους άλλους υποστηρικτικούς τομείς.

Το δίλημμα για την ανθρωπότητα με βάση τις τεχνολογικές δυνατότητες είναι ορατό πια: ή κοινωνία των ελεύθερων, δημιουργικών δραστηριοτήτων του ανθρώπου ή κοινωνία της περιθωριοποίησης και της ανεργίας.

 

17/12/2013- Νομική Α.Π.Θ.

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Φαίνεται πως υπάρχουν ακόμη μόνο δύο ριζοσπαστικές ιδεολογίες: ο αναρχισμός και ο μαρξισμός. Αναδύθηκαν από την ίδια χοάνη – τη βιομηχανική επανάσταση, τις ανεπιτυχείς επαναστάσεις το 1848 και το 1871, έναν αδύναμο φιλελευθερισμό, την συγκεντροποίηση της κρατικής εξουσίας, την άνοδο του εργατικού κινήματος και την υπόσχεση του σοσιαλισμού. Αυτές οι ιδεολογίες αποτελούν επαναστατική κληρονομιά. Όλες οι σημαντικές ριζοσπαστικές εξεγέρσεις των τελευταίων 150 ετών σε αυτές φαίνεται να επιστρέφουν προκειμένου να νοηματοδοτήσουν την τρέχουσα κατάσταση. Η στιγμή που διανύουμε δε φαίνεται να είναι διαφορετική.

Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι, με τους οποίους αυτές οι εξεγέρσεις έχουν συνεχιστεί. Οι πρόσφατες καταλήψεις πλατειών διεθνώς αντικατοπτρίζουν για παράδειγμα έναν τύπο: μία εκδοχή μαρξιστικής θεωρίας –που κατανοείται ως μία κριτική της πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού– χρησιμοποιείται προκειμένου να κατανοήσουμε τον κόσμο, ενώ μία αναρχική πρακτική –που κατανοείται ως μία αντι-ιεραρχική αρχή η οποία επιμένει σε μία άμεση δυνατότητα επανάστασης– χρησιμοποιείται προκειμένου να οργανωθούμε, ούτως ώστε να τον αλλάξουμε. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, κάποιοι αντιστέκονται στον παραπάνω συνδυασμό, ισχυριζόμενοι ότι ο μαρξισμός απορρίπτει τον αντικρατικό τυχοδιωκτισμό και καλεί σε μία στρατηγική αναδιοργάνωση της εργατικής τάξης με στόχο την αντίσταση στη λιτότητα και ίσως την προώθηση ενός νέου «Νιου Ντιλ». Αυτή η άποψη προσανατολίζεται στην ενδυνάμωση ενός κοινωνικού κράτους και στη διαχείριση του καπιταλισμού. Αμφότεροι οι προσανατολισμοί φαίνονται περισσότερο ως απλές χειρονομίες, παρά ως κάτι ουσιαστικότερο – όσον αφορά τη βάση της πολιτικής, την τακτική και στρατηγική και την προσέγγιση του τελικού στόχου. Τέλος, υπάρχουν και άλλες εκδοχές που παραμένουν περισσότερο περιθωριακές, μεταξύ των οποίων ενδιαφέρον παρουσιάζουν και απόπειρες να εγκαταλειφθεί πλήρως το έδαφος αυτών των θεωριών, του αναρχισμού και του μαρξισμού – αλλά αυτές φαίνονται συχνά να επανέρχονται σε ένα από τα δύο στρατόπεδα.

Για να δράσουμε σήμερα προσπαθούμε να συντάξουμε τον απολογισμό του 20ου αιώνα. Η ιστορική εμπειρία που έχει συγκεντρωθεί στις έννοιες του μαρξισμού και αναρχισμού θα πρέπει να εκφραστεί, αν πρόκειται να χρησιμεύσουν ως σημεία κατάδειξης ενός χειραφετητικού ορίζοντα. Με ποιον τρόπο σηματοδοτεί η επιστροφή αυτών των ιδεολογιών μία αυθεντική πολιτική δέσμευση και με ποιον τρόπο την επιστροφή ενός φαντάσματος; Σε ποιο σημείο μας έχουν αφήσει οι διαμάχες του παρελθόντος; Ποιες θεωρητικές και πρακτικές μορφές διαθέτουμε προκειμένου να σταθούμε στο ύψος των προβλημάτων του παρόντος;

Τι έχει να πει ο μαρξισμός και ο αναρχισμός σε αυτούς που πολιτικοποιούνται σήμερα; Έχουν κάτι να μας διδάξουν, ως προς το πώς μπορούμε να δράσουμε τώρα; Θα πρέπει να επιστρέψουμε σε αυτές τις κατευθύνσεις; Αν ναι, πώς;

Πολλές πρόσφατες αριστερές συνομαδώσεις τείνουν προς την κατάληψη πλατειών και την χωρίς ηγεσία οριζοντιότητα, διατηρώντας συνάμα έναν ασαφή ίσως και ρεφορμιστικό ιδεολογικό προσανατολισμό προς τον καπιταλισμό και το κράτος. Πώς αντιλαμβάνεστε την άνοδο αυτών των μορφών; Αποτελούν μία πρόκληση για την παραδοσιακή μαρξιστική θεωρία και τους τρόπους οργάνωσης; Αποτελούν μία επιβεβαίωση αναρχικών τρόπων σκέψης και πρακτικής; Γενικότερα, ποιες μορφές οργάνωσης απαιτούνται από τις θεωρίες που κληρονομούμε και τα καθήκοντα του παρόντος;

Μπορείτε εν συντομία να αποτιμήσετε τις σημαντικότερες διασπάσεις και ρήξεις ανάμεσα και εντός των δύο αυτών παραδόσεων; Η ιστορική διαίρεση σε μαρξισμό και αναρχισμό διατηρεί την σημασία της; Ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι σημαντικότερες ρήξεις εντός του μαρξισμού και εντός του αναρχισμού; Θεωρείτε ίσως κάποιες ρήξεις τόσο ενάντια στον μαρξισμό όσο και ενάντια στον αναρχισμό ως σπουδαιότερες;

Ποιες είναι οι αναπαλλοτρίωτες αξίες και τελικοί στόχοι της ριζοσπαστικής πολιτικής; Είναι ο μαρξισμός και ο αναρχισμός ιδεολογίες της ελευθερίας; Της δημοκρατίας; Της εργατικής τάξης; Πώς διαχειρίζονται τις αντικειμενικές αντιφάσεις κατά την απόπειρα πραγμάτωσης αυτών των αρχών υπό τις συνθήκες της καπιταλιστικής ζωής;

Γιατί θα έπρεπε να αγωνιστούμε σήμερα – περισσότερο ή λιγότερο κράτος;

Η ιστορία έχει δικαιώσει τον μαρξισμό, τον αναρχισμό ή κανέναν από τους δύο;

Ομιλητές

Λία Γιόκα: εκδόσεις των ξένων

Νίκος Νικήσιανης: Δίκτυο για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα

Τάσος Σαπουνάς: ΚΚΕ μ-λ

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Νίκος Νικήσιανης: Είναι χρήσιμες και ριζοσπαστικές ιδεολογίες σήμερα ο μαρξισμός και ο αναρχισμός; Μπορούν να συμβάλλουν θετικά στο σημερινό κοινωνικό ανταγωνισμό;

Θα μιλήσω περισσότερο για το μαρξισμό. Κατά τη γνώμη μου ο μαρξισμός είναι μία καλή θεωρία για το πώς λειτουργεί το κεφάλαιο και το αστικό κράτος αλλά μάλλον μία κακή ιδεολογία.

Ο μαρξισμός έχει δαπανήσει ελάχιστη ενέργεια για να περιγράψει την αταξική κοινωνία που θέτει ως στόχο. Όλοι οι μεγάλοι και μικροί θεωρητικοί αλλά και οι συλλογικοί φορείς (κόμματα, οργανώσεις) έδωσαν το μεγαλύτερο βάρος της προσπάθειάς τους στο να εξηγήσουν την ταξική πάλη και τον κοινωνικό ανταγωνισμό. Από το 19ο αιώνα μέχρι σήμερα ο μαρξισμός έμεινε πιστός στην περιγραφή του Λένιν «συγκεκριμένη ανάλυση στη συγκεκριμένη κατάσταση».

Όμως στο πεδίο της ιδεολογικής πάλης το να μη στηρίζεσαι σε ένα όραμα απλό και κατανοητό είναι σοβαρό μειονέκτημα. Διαφορετικές ιδεολογίες από το μαρξισμό χρησιμοποιούν ως ιδεολογικό τους όπλο την περιγραφή μίας άλλης κοινωνίας κάτι που ο μαρξισμός αρνείται συνειδητά.

Ο μαρξισμός προσπαθώντας να αναλύσει όχι μόνο τις παραγωγικές σχέσεις αλλά και ολόκληρο το σύμπλεγμα των κοινωνικών σχέσεων συσσώρευε και αναγκαζόταν να διαχειριστεί στο εσωτερικό του τεράστιες αντιφάσεις. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι  σχέση του μαρξισμού με το κράτος.

Ήδη από πολύ νωρίς ο μαρξισμός προσπάθησε να πείσει το εργατικό κίνημα για το βαθιά ταξικό ρόλο και περιεχόμενο του αστικού κράτους, ως μηχανισμός καταπίεσης της εργατικής τάξης, ιδεολογικής και πολιτικής αναπαραγωγής των κυρίαρχων σχέσεων και διαιώνισης της εκμετάλλευσης. Ταυτόχρονα ο μαρξισμός αναγνώριζε τις ρωγμές που άφηνε η κυρίαρχη ταξική συμμαχία που έλεγχε το αστικό κράτος και προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί τους δημοκρατικούς θεσμούς και τα πολιτικά δικαιώματα παλεύοντας για τη διεύρυνσή τους. Επίσης αποτελούσε πάγιο αίτημά του η αύξηση του κοινωνικού μισθού, δηλαδή του μεριδίου που θα επέστρεφε στην εργατική τάξη όχι άμεσα αλλά μέσω της πρόσβασης σε δημόσιες λειτουργίες (παιδεία, υγεία, πρόνοια).

Οι παροχές του κοινωνικού κράτους έχουν μία αμφίσημη σχέση με την προοπτική της κοινωνικής χειραφέτησης. Από τη μία ενσωματώνουν τις εργατικές τάξεις, ιδιαίτερα των πλούσιων δυτικών κρατών αμβλύνοντας την ταξική αντιπαράθεση από την άλλη μπορεί να συντελούν στην αυτοοργάνωση της εργατικής τάξης, στο ανέβασμα της ταξικής αυτοπεποίθησης, να διατηρούν όρθια και να εκπαιδεύουν την κοινωνία και την εργατική τάξη και τέλος να περιορίζουν το συνολικό ποσοστό κέρδους της αστικής τάξης. Ποια από τις δύο τάσεις της αμφισβήτησης ή της ενσωμάτωσης εξαρτάται από έναν περίπλοκο συσχετισμό δυνάμεων.

Για το μαρξισμό είναι σαφές ότι σε περιόδους κρίσης η αστική τάξη προσπαθεί να πάρει πίσω το μερίδιο του κοινωνικού μισθού και να περιορίσει τα δημοκρατικά δικαιώματα. Συνεπώς εφόσον «σωστό» για το μαρξισμό είναι αυτό που ευθυγραμμίζεται σε κάθε στιγμή και συγκυρία με τη βασική αντίθεση της στιγμής, η πάλη σήμερα μπορεί να είναι ενάντια στον περιορισμό του κοινωνικού κράτους. Η παραπάνω αντιπαράθεση φαίνεται ότι συμπυκνώνει την ταξική πάλη, κινητοποιεί τις μάζες και οξύνει την ταξική πάλη. Συνεπώς στην ερώτηση «παλεύουμε για περισσότερο ή λιγότερο κράτος» απαντάμε για περισσότερο.

Με δεδομένες αυτές τις αντιφάσεις, ότι δηλαδή παλεύουμε ενάντια στο κράτος την ίδια στιγμή που ζητάμε περισσότερο κράτος, είναι αδύνατο να σταθούμε στο επίπεδο της ιδεολογίας. Ωστόσο για μια θεωρία που θέλει συνεχώς να αναπτύσσεται και να είναι χρήσιμη στην κοινωνία αυτές οι αντιφάσεις αποτελούν προϋπόθεση. Από θεωρητική σκοπιά οι αντιφάσεις αποτελούν αναπόφευκτα συμπτώματα της σχέσης μιας θεωρίας με την εξωτερική πραγματικότητα την οποία προσπαθεί να ερμηνεύσει.

Ανασκευάζοντας λοιπόν την αρχική μου θέση ο μαρξισμός δεν είναι μία καλή θεωρία και μία κακή ιδεολογία, αλλά είναι μία κακή ιδεολογία ακριβώς επειδή είναι καλή θεωρία.

Ποιο είναι το σημείο διαραφής του μαρξισμού, δηλαδή το σταθερό σημείο που νοηματοδοτεί όλα τα υπόλοιπα;

Η ελευθερία αποτελεί το σημείο διαραφής της αντίπαλής μας θεωρίας, δηλαδή του φιλελευθερισμού. Ο μαρξισμός έδειξε το πώς μία ελεύθερη σχέση μεταξύ υποκειμένων που ανταλλάσσουν εμπορεύματα στην αγορά μετατρέπεται μέσα από την παραγωγική διαδικασία σε σχέση εκμετάλλευσης, χωρίς να καταλύεται η ελεύθερη σύμβαση μεταξύ υποκειμένων.

Η δημοκρατία αποτέλεσε το σημαντικότερο ιδεολογικό και πολιτικό όπλο από τη μεριά της αστικής τάξης την περίοδο των αστικών δημοκρατιών. Η επίκληση στο καθολικό δικαίωμα  ψήφου και του δημοκρατικού πολιτεύματος λειτουργεί ως ασπίδα ενάντια σε κάθε απόπειρα συνολικής αμφισβήτησης. Σήμερα η έννοια της άμεσης δημοκρατίας χρησιμοποιείται από πολλά ριζοσπαστικά κινήματα.

Ο μαρξισμός ως θεωρία στέκεται κριτικά στην δημοκρατία. Η αντίθεσή του πηγάζει από το γεγονός ότι η αφετηρία για τον μαρξισμό δεν είναι ο άνθρωπος αλλά η κοινωνική σχέση, δηλαδή την αντίθεση και την πάλη. Από την άλλη μεριά η δημοκρατία είναι ένα σύστημα αξιών που προϋποθέτει την ύπαρξη ατομικών υποκειμένων που συνδιαλλάσσονται  στη βάση μιας κοινώς αποδεκτής ισότητας.

Η εργατική τάξη ως σημείο συνένωσης είναι εξαιρετικά αδύναμο. Αντί να ενώνει, διασπά, χωρίζει, διαχωρίζει και αναδεικνύει αντί για ενότητα τον ανταγωνισμό.

Ο μαρξισμός ως ιδεολογία αντί να ενοποιεί, τείνει να αποσταθεροποιεί, να αναδεικνύει τις αντιθέσεις μέσα από τις ενότητες, τις αναγκαίες ρήξεις, τον ανταγωνισμό και την πάλη. Δεν είναι μία καλή συνθήκη για να κάνεις ιδεολογία αλλά είναι μία αναγκαία συνθήκη για να κάνουμε θεωρία.

Για το μαρξισμό η βασική αντίθεση είναι μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας . Αυτό όμως δε σημαίνει ότι είναι παρούσα σε κάθε πεδίο αντιπαράθεσης αλλά αυτή που δείχνει ποια αντίθεση θα είναι η κύρια σε κάθε συγκεκριμένο πεδίο και σε κάθε συγκεκριμένη συγκυρία. Η κύρια αντίθεση δεν ταυτίζεται με τη βασική αλλά θα οφείλεται σε αυτήν. Ο μαρξισμός κατανοεί αρκετά καλά την κύρια αντίθεση κάθε χρονική στιγμή και να οργανώνει τι δυνάμεις του γύρω από αυτήν. Για αυτό νομίζω ότι είναι χρήσιμος.

Λία Γιόκα: Ο μαρξισμός παραπέμπει στα κείμενα ενός ανθρώπου με ονοματεπώνυμο ενώ ο αναρχισμός αντλεί το όνομά του από μια σειρά αρχών που τάσσονται ενάντια στις αρχές εξουσίας αλλά κατόπιν γίνονται ιδεολογική τάση.

Ο μαρξισμός έγινε το θεμέλιο του διαλεκτικού υλισμού δηλαδή μετέτρεψε ένα σώμα από συγγράμματα σε γενική κοσμοθεώρηση, ενώ ο αναρχισμός ιδεολογικοποιεί μία τάση δηλαδή την αναρχία.

Στο όνομα του μαρξισμού δεν έγιναν μόνο μελέτες, αναλύσεις και φιλοσοφικές επιστημονικές δοκιμές, προγράμματα σπουδών και πενταετή προγράμματα διακυβέρνησης αλλά ο ίδιος ο μαρξισμός ταυτίστηκε με την ανάλυση είτε ως θεωρία είτε ως απλή μεθοδολογία. Τόσο στην κοινωνιολογία όσο και στη θεωρία συστημάτων αλλά και σε άλλα κείμενα διαβάζουμε συχνά «με τη μέθοδο της ταξικής ανάλυσης» ή «από τη μαρξιστική οπτική».

Ο Μαρξ δεν διατείνεται ότι απλώνεται σε όλες τις γνωστικές περιοχές. Ο μαρξισμός ωστόσο ανήγαγε ένα συγκεκριμένο τύπο υλισμού σε απόλυτη επεξηγητική επικάλυψη του νοητού κόσμου.

Στον αντίποδα ο αναρχισμός δεν έγινε αναλυτικό εργαλείο. Ο Κροπότκιν γράφοντας για την πολεοδομία, ο Ελιζέ Ρεκλύ μελετώντας γεωγραφία, ο Μπακούνιν διαβάζοντας λογοτεχνία δεν ενδιαφέρθηκαν για μια αναρχική θεωρία του επιστημονικού τους ενδιαφέροντος ούτε σε μία σειρά αρχών με βάση τον αναρχισμό.

Η τέχνη και η ιστοριογραφία είναι παραδείγματα που εξηγούν την παραπάνω διαφορά όσον αφορά το μαρξισμό και τον αναρχισμό.

Η τέχνη δεν εντάσσεται ούτε στη θεωρία της εργασίας του Μαρξ ούτε σε κάποια θεώρηση του έργου τέχνης μαρξικής προέλευσης. Η εξήγηση της τέχνης ως φαινόμενο που προκύπτει από μία πρωθύστερη προϋποτιθέμενη οικονομική θεωρία είναι κοινή σε όλους τους μαρξιστές.

Ο ακαδημαϊκός μαρξιστής ιστορικός της περασμένης γενιάς με το μεγαλύτερο κύρος, Έρικ Χόμπσμπαουμ ανέφερε ότι η ισπανική επανάσταση δεν ήταν καν προλεταριακή επανάσταση αλλά μία υπόθεση διανοουμένων και καλλιτεχνών που ασπάστηκαν ριζοσπαστικές ιδέες στο πλαίσιο ενός διεθνούς λαϊκομετωπικού πολέμου ενάντια στο φασισμό. Ο επίσης μαρξιστής Μαρκ Μαζάουερ στο βιβλίο του για την ιστορία της Ευρώπης «σκοτεινή ήπειρός» ούτε καν αναφέρει την ισπανική επανάσταση.

Η πιο ξεκάθαρη διαφορά στη δύναμη και στους περιορισμούς των δύο παραδόσεων στο πεδίο των νοητικών και επιστημονικών πρακτικών διαφαίνεται στην παιδαγωγική. Από τη μεριά του μαρξισμού κανείς δε συμφωνεί για το τι είναι μαρξιστική παιδαγωγική ενώ υπάρχει μία σαφή αναρχική παιδαγωγική παράδοση από τον καταλανό Φραντσισκο Φερέρ μέχρι το βραζιλιάνο Πάουλο Φρέιρε.

Αυτό που προκύπτει με βάση τα παραπάνω είναι ότι ο αναρχισμός είναι ηθικοπολιτικό ρεύμα.

Η σχέση του αναρχισμού με την αντιπροσώπευση δεν ήταν ποτέ κεντρικό σημείο αλλά ποτέ δεν αποκλείστηκαν εξ ορισμού. Ο αναρχοσυνδικαλισμός συχνά εμπιστεύτηκε εκπροσώπους και ομιλητές σε συνελεύσεις και συγκρούσεις με τη εργοδοσία. Το 1905 ο ρώσος αναρχικός Βολίν αρνήθηκε την προεδρία του σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης που οι εξεγερμένοι εργάτες τον πίεζαν να αναλάβει γιατί δεν ήταν ο ίδιος εργάτης.

Το να διαβάσουμε τις όποιες θέσεις του Μαρξ και του Μπακούνιν ως αντικατοπτρισμούς μιας τελολογικής σύγκρουσης δεν αρκεί για να αντιληφθούμε το πραγματικό σχίσμα των δύο ρευμάτων τον 20ο αιώνα. Η διεθνής των εργατών είχε 5 εκατομμύρια μέλη και περιλαμβάνει μία πληθώρα πολιτικών και συνδικαλιστικών τάσεων οι οποίες συνεργάστηκαν σε ένα βαθμό για δώδεκα περίπου χρόνια. Αν μας ενδιαφέρει να αποστάξουμε τα απελευθερωτικά στοιχεία των παραδόσεων θα πρέπει να τονίσουμε ξανά ότι δεν είναι ομόλογες και όπου υπήρξαν παράλληλες συχνά αλλά όχι πάντοτε βρέθηκαν αντιμέτωπες. Σήμερα η επανάσταση των Ζαπατίστας πατώντας σε μαρξιστικές παραδόσεις προχώρησε πολύ πέρα από αυτές.

Στη Γαλλία όπου τα δύο ρεύματα αλληλουποστηρίχτηκαν, άνθρωποι συντάχτηκαν με το κομμουνιστικό κομμάτι της Γαλλίας προσφέροντας μια  σπάνια ευαισθησία και εγρήγορση ενάντια στο κοινωνικό συμβόλαιο της αστικής κοινωνίας και ο αναρχισμός υπήρξε ένα συμπληρωματικό ρεύμα. Η λεγόμενη προπαγάνδα της δράσης, μορφών όπως ο Ραβασόλ και ο Εμίλ Ανρί δεν αναπτύχθηκε ποτέ αντίπαλα με το εργατικό κίνημα και τις σαφείς κομμουνιστικές του αναφορές αλλά παράλληλα με αυτό. Τη δεκαετία του 1930 υπερρεαλιστές καλλιτέχνες, κάποιο αναρχικοί και κάποιοι μέσα στο ΚΚΓ καθώς και ριζοσπάστες εθνολόγοι και συγγραφείς θα εργαστούν με το ΚΚΓ για την έκθεση της γαλλικής αποικιοκρατίας. Τέλος οι κατασταστιακοί επικαλούνται τόσο το Μαρξ όσο και τους αναρχικούς.

Πιο εύκολο από όλα τα παραπάνω είναι να μιλήσουμε για τις διαφορές των δύο ρευμάτων στους κόλπους των κοινωνικών κινημάτων μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Παραφράζοντας τον Αντόρνο θα λέγαμε ότι επειδή δεν υπάρχει ποίηση μετά το Άουσβιτς υπάρχει μόνο πολιτική.

Ακόμα και στα ξεκάθαρα διλήμματα του ψυχρού πολέμου οι αναρχικοί αναρωτιούνταν ποια θα ήταν κάθε φορά η πιο δίκαιη λύση. Αντίθετα το κύρος του μαρξισμού διατηρείται μόνο με το χάος και την ασάφεια δηλαδή τη σταθερά αντιπολιτική στάση ενάντια στην άλλη πλευρά.

Ο Μαλατέστα, από τις πλέον αναγνωρίσιμες φιγούρες του αναρχισμού είχε πει «σε ομάδες εντασσόμαστε για να φέρουμε εις πέρας μία συγκεκριμένη δουλειά όχι για να λέμε ότι κάπου ανήκουμε». Ο ίδιος ταυτόχρονα με την υποστήριξη της ίδρυσης του πρώτου συνδικάτου στην Αργεντινή υποστήριζε ότι ο συνδικαλισμός είναι ρεφορμιστικός και αντιδραστικός. Αν μπορούμε να του προσάψουμε κάτι βαθιά αντιμαρξιστικό είναι ότι δεν υπέφερε ποτέ από το φετιχισμό της ιδεολογικής ένταξης αλλά ούτε και από τον κυνισμό, την παθητικότητα της σοσιαλδημοκρατίας, του φιλελευθερισμού ή του μικροαστισμού χαρακτηρισμοί οι οποίοι κατά καιρούς αποδίδονται σε αναρχικούς από μαρξιστές που τυχαία διαφεύγει η εξόντωση των αναρχικών πριν τους δύο παγκοσμίου πολέμους.

Γιατί να αναρωτιόμαστε για τη σημασία των ιδεολογικών παραδόσεων αν δεν υπάρχει σήμερα μια ζωντανή συζήτηση  για το επίκαιρο πρόταγμα μιας συλλογικής και προσωπικής πράξης; Η ιστορία εδώ έχει αποκτήσει νέα νοήματα. Το ελληνικό κοινωνικό κίνημα της τελευταίας 15ετίας υπήρξε ένα από τα δυναμικότερα στην Ευρώπη. Η παρέμβαση του κοινωνικού κινήματος εδώ επηρέασε και άλλαξε τους όρους της συζήτησης και χρειάστηκε η προώθηση των αγανακτισμένων από τα μίντια και η κατασκευή σχεδόν εκ του μη όντος μίας δεξαμενής φασιστών ψηφοφόρων για να κατασταλεί η ορμή των μετασχηματισμών που επέφεραν  στην κοινωνία αντιεξουσιαστικές και αντιστασιακές δράσεις.

Το να είναι κανείς μαρξιστής είναι δύσκολο αλλά εφικτό και σχετίζεται με το βαθμό της πολιτικής στράτευσης και την αφομοίωσης της αναλυτικής σκέψης που μας κληροδοτεί η πλούσια παράδοση του μαρξισμού. Όμως το να είναι κανείς αναρχικός κρίνεται από τους γύρω του αντιλαμβανόμενοι τη δράση και το ήθος του, το κρίνει η ίδια η ιστορία.

Τάσος Σαπουνάς: Τα τελευταία 150 χρόνια η κοσμοθεωρητική αντίληψη και πρακτική η οποία συνέδεσε το όνομά της με την πάλη για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης και των λαών από τα καπιταλιστικά ιμπεριαλιστικά δεσμά είναι η επαναστατική κομμουνιστική θεωρία.

Ο μαρξισμός θεμελίωσε πάνω στη βάση της θεωρίας της αξίας το ανειρήνευτο της αντίθεσης κεφαλαίου εργασίας και συνέδεσε τους προαιώνιους πόθους των λαών για δικαιοσύνη, ισότητα, κατάργηση της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης με μία τάξη, την εργατική η οποία εντός της παραγωγικής διαδικασίας αποτελεί το δημιουργό του κοινωνικού πλούτου.

Η σύνδεση του σοσιαλισμού με το εργατικό κίνημα είναι απαραίτητος όρος για να υπάρξει νικηφόρα έκβαση στον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό-ιμπεριαλισμό.

Ο λενινισμός αποτελεί τομή στο μαρξισμό την εποχή του ιμπεριαλισμού και των επαναστάσεων. Ήταν η απόδειξη ότι η κοινωνία μπορεί να κυβερνηθεί από αυτούς που παράγουν τον πλούτο και όχι από αυτούς που τον σφετερίζονται.

Ο Οκτώβρης του 1917 αποτέλεσε την πιο σημαντική και ιστορική τομή της σύγχρονης ιστορίας. Σε αυτή την τομή το υποκειμενικό στοιχείο, η μπολσεβίκικη θεωρία συνάντησε το αντικειμενικό δηλαδή την ανάγκη των εργαζόμενων μαζών να αποτινάξουν την εκμετάλλευση την ίδια στιγμή που η δεύτερη διεθνής συνέχιζε τη δεξιά της πορεία συναινώντας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Οι μπολσεβίκοι μετά την επανάσταση που έφερε στην εξουσία τους εργαζόμενους, κατάφεραν να αποκρούσουν την επέλαση του ιμπεριαλισμού και τη λευκή τρομοκρατία, και λίγο αργότερα να στραφούν στην κολεκτιβοποίηση στο πλαίσιο της επιβίωσης και αντίστασης απέναντι στον ιμπεριαλισμό. Ακόμα και ο πόλεμος του ’40-’45 είχε πρώτα και κύρια σαν στόχο την εξάλειψη από το χάρτη της κόκκινης κηλίδας.

Τέσσερις δεκαετίες αργότερα πατώντας πάνω στις αδυναμίες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης το στρώμα που ο Στάλιν ονόμασε εργατική διανόηση, αναπτύσσονται στοιχεία τα οποία υπερτονίζουν το ρόλο τους σε αυτή τη διαδικασία και θεωρούν φυσιολογικές τις αυξημένες αρμοδιότητές τους τόσο στην παραγωγή όσο και στη διοίκηση και οικονομία. Αυτή η μεταφορά της εξουσίας στους μηχανισμούς παράλληλα με την απορρόφηση του κόμματος στο κράτος λόγω πολέμου και της μετέπειτα ανοικοδόμησης μετά το θάνατο του Στάλιν, οδηγούν στην ανατροπή της επαναστατικής διαδικασίας.

Η πολιτιστική επανάσταση έθεσε τα κρίσιμα ζητήματα που προέκυψαν από αυτή τη διαδικασία, δηλαδή πως μπορεί να αποτραπεί σε συνθήκες σοσιαλισμού η δημιουργία νεοαστικών στοιχείων και πως γίνεται πρακτικά κτήμα των εργαζόμενων μαζών η ανάγκη για ταξική πάλη στο σοσιαλισμό. Οι μεταβατικές κοινωνίες του σοσιαλισμού μπορούν να οδηγηθούν είτε στον κομμουνισμό είτε στον καπιταλισμό.

Σήμερα θεωρούμε ότι σε μια οι αυξημένες αρμοδιότητες και παροχές στην εργατική τάξη, ο ρόλος των επαναστατικών κομμάτων, η καταστροφή των ταξικών διαιρέσεων και του κράτους δεν είναι ζήτημα διαταγμάτων αλλά ταξικής πάλης.

Αν εξαιρέσει κανείς τις δεκαετίες 1860-1890 και τον ισπανικό εμφύλιο το αναρχικό κίνημα δε συμμετείχε στη διαδικασία ανατροπής της καπιταλιστικής κοινωνίας και στην οικοδόμηση μίας άλλης. Ως απούσα η αναρχική θεωρία μπορεί να αισθάνεται μονίμως δικαιωμένη. Ταυτόχρονα αισθάνεται μονίμως προδομένη αφού η θεωρητική της επεξεργασία ούτε δικαιώνεται ούτε πραγματώνεται. Το κομμουνιστικό κίνημα έχει τις νίκες και τις ήττες του, κάτι που δε συμβαίνει με το αναρχικό.

Τι αντέταξε η αναρχική στη μαρξιστική θεωρία; Απέναντι στο Μαρξ που θεμελίωσε τη θεωρία της αξίας και την αντίθεση κεφαλαίου εργασίας ο Προυντόν αντέταξε τη αντικατάσταση του καπιταλιστικού συστήματος με τη δημιουργία ενός διευρυμένου συστήματος παραγωγικών και καταναλωτικών συνεταιρισμών. Ο Μπακούνιν διατήρησε όλη την ιδεαλιστική αναρχική αντίληψη για το κράτος θεωρώντας το ως ενσάρκωση του κακού και όχι ως προϊόν της ταξικής διαίρεσης της κοινωνίας.

Όσον αφορά τον ισπανικό εμφύλιο τα γεγονότα είναι αμείλικτα. Πως γίνεται μία οργάνωση σαν την CNT-FAI με 300 χιλιάδες μέλη και περισσότερα από 2 εκατομμύρια επιρροή να κάνει κριτική στο κομμουνιστικό κόμμα που είχε περίπου 30 χιλιάδες μέλη; Στην πραγματικότητα το παράδοξο αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι το ΚΚΙ ήταν το μόνο κόμμα που είχε επαναστατική γραμμή γειωμένη στην πραγματικότητα και η οποία συνοψίζεται ως εξής: αν δεν είναι νικηφόρος ο αντιφασιστικός αγώνας δεν μπορούμε να μιλάμε για κολλεκτιβοποίηση ή για επαναστατικό μετασχηματισμό. Οι χιλιάδες νεκροί από την επιβολή του φασισμού επιβεβαίωσαν αυτή τη θέση του ΚΚΙ.

Σήμερα το κομμουνιστικό κίνημα έχει μετατραπεί από καθοδηγητικό πυρήνα της πάλης των λαών σε δεκανίκι του συστήματος. Στο έδαφος αυτής της ήττας υπάρχουν δυνάμεις που αναφέρονται και στο μαρξισμό και στον αναρχισμό και τους ενώνει η κοινή αποδοχή του καπιταλιστικού μονόδρομου. Έτσι βλέπουμε από τη μία άρνηση συμμετοχής σε λαϊκούς αγώνες όταν αυτοί δε θέτουν το ζήτημα της λαϊκής εξουσίας (ΚΚΕ) και από την άλλη υπεράσπιση μεταρρυθμιστικών πολιτικών κεϋνσιανού τύπου ενώ η επίθεση του συστήματος είναι συντριπτική. Ο αναρχικός χώρος στην πλειοψηφία του πηγαίνει πίσω στον Προυντόν υποστηρίζοντας επαναστατικές νησίδες μέσα στον καπιταλιστικό ωκεανό.

Θα ήθελα να αναφερθώ στις πλατείες: κατά τη γνώμη μου άμεση δημοκρατία δεν είναι να μιλάς ενάμιση λεπτό και να απαγορεύονται κόμματα και παρατάξεις. Οι πλατείες αποτέλεσαν τη φωνή των μικροαστικών κομμάτων που βυθίζονται στην κοινωνική πυραμίδα και αυτή η εξέλιξη ήταν θετική. Όμως η αντιμετώπιση τους είτε σαν εκλογικό ακροατήριο, είτε ως πεδίο που κάποιοι ήθελαν να πάρουν τη ρεβάνς από την οργανωμένη πάλη οδήγησε στο να αναδειχθούν κρυπτοφασίζουσες συμπεριφορές.

Σήμερα είναι αναγκαία η συμβολή της Αριστεράς στην οργάνωση της αντίστασης των λαών απέναντι στην ανελέητη επίθεση του συστήματος του καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού. Χωρίς αυτή την αναγκαία προϋπόθεση κάθε συζήτηση περί ανατροπής της κοινωνικής πραγματικότητας θα φαντάζει προσχηματικού χαρακτήρα.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Θεωρείται ότι υπάρχει μία κατευθυντικότητα στον τρόπο που λειτουργεί η κοινωνία ή η οργάνωσή της θα εξαρτηθεί από τις αντιπαλότητες που υπάρχουν σήμερα;  Ένα σχόλιο για τις πλατείες. Θεωρώ ότι η ύπαρξη φασιστικών απόψεων στις πλατείες ήταν θετικό από μία έννοια γιατί είχαμε τη δυνατότητα να αντιπαρατεθούμε σε ένα κοινό πεδίο με τέτοιες απόψεις.#

Και στις τρεις εισηγήσεις έλειπε αρκετά το στοιχείο της αυτοκριτικής. Από τη μία είκοσι χρόνια μετά την πτώση του ανατολικού μπλοκ οι μαρξιστές δεν μπορούν ακόμα να απαντήσουν στο ερώτημα γιατί ο μαρξισμός στις χώρες όπου επικράτησε δεν κατάφερε να εξαλείψει την κυριαρχία και να αποφύγει την αντικατάσταση μίας κυρίαρχης τάξης με μία άλλη. Από την άλλη η κριτική που γίνεται στον αναρχισμό από μαρξιστές είναι βάσιμη: ο αναρχισμός δε δείχνει να έχει ένα πρόγραμμα μετάβασης σε μία άλλη κοινωνία. Επίσης υπήρξε και στις τρεις εισηγήσεις ταύτιση της διακυβέρνησης και του κράτους, αφού οι αναρχικοί θεωρούν ότι το κράτος και συνεπώς η διακυβέρνηση είναι αμιγώς κακά ενώ οι μαρξιστές ότι χωρίς κράτος δεν υπάρχει διακυβέρνηση.

Και τα δύο ρεύματα δεν μπορούν σήμερα να εξηγήσουν τον κόσμο. Ο 21ος αιώνας μας δείχνει το δρόμο μέσα από τη σύνθεση των δύο ρευμάτων. Οι πλατείες και κινήματα όπως οι Ζαπατίστας είναι προς την κατεύθυνση μιας διακυβέρνησης χωρίς κράτος.

Τάσος Σαπουνάς: Δε με ενδιαφέρει να κάνω μια φιλολογική συζήτηση που δε θα εδράζεται στα δεδομένα που παρήγαγε ο 20ος αιώνας. Θα αναφερθώ σε ένα παράδειγμα.

Στην Κίνα την περίοδο της πολιτιστικής επανάστασης ανοίχτηκε το ζήτημα των εργοστασιακών πανεπιστημίων δηλαδή να πάνε οι εργάτες στα πανεπιστήμια και να γυρίσουν ξανά στα εργοστάσια. Γυρνώντας οι εργάτες στα εργοστάσια είχαν διαφορετική άποψη για το παραγόμενο προϊόν, για τις μηχανές παραγωγής καθώς για την ίδια την οργάνωση του εργοστασίου από τους διανοούμενους-ειδικούς, οι οποίοι αν και είχαν παραχθεί σε ένα σοσιαλιστικό μοντέλο εκπαίδευσης αναπαρήγαν αστικές ιδέες. Αυτό προσπάθησα να εξηγήσω στην εισήγησή μου, ότι δηλαδή υπάρχουν υλικοί και πολιτιστικοί όροι για την ταξική πάλη των εργαζομένων ώστε να αποκτήσουν ουσιαστικά την αρμοδιότητα για το τι παράγεται.

Νίκος Νικήσιανης: Αυτή τη στιγμή, μετά από 15 χρόνια αδράνειας και μιζέριας μετά το 1989 η καλύτερη αυτοκριτική είναι να είμαστε στην επίθεση. Από την απολογία για την πάλη των τάξεων που συνέβαινε σε κοινωνίες με αναφορά στον κομμουνισμό ο μαρξισμός σήμερα οφείλει να υπενθυμίζει ότι η πάλη των τάξεων δε σταμάτησε και δεν σταματά.

Στις κοινωνίες που την εξουσία ανέλαβαν κόμματα με αναφορές στο μαρξισμό, σαφώς και η κυρίαρχη τάξη αντικαταστάθηκε από μία άλλη και συνέχισε η ταξική πάλη. Δυστυχώς όμως χάσαμε..

Υπάρχει ένας ελιτισμός στο αναρχικό κίνημα. Ενώ η αναρχική θεωρία πρεσβεύει ότι στο δρόμο γεννιούνται συνειδήσεις η δεύτερη ομιλήτρια έφτασε στο σημείο να πει ότι οι πλατείες ήταν κατασκεύασμα των media.

Λία Γιόκα: Το γεγονός ότι σήμερα στην Αθήνα υπάρχουν δεκάδες συνελεύσεις γειτονιάς και εγχειρήματα συνεργατικής οικονομίας δεν έχει αναφερθεί από κανένα μέσο μαζικής ενημέρωσης. Αντίθετα η πρώτη συνάντηση των αγανακτισμένων στο Σύνταγμα. προβλήθηκε μέσα από την τότε κρατική τηλεόραση. Σε συνθήκες μαζικής επικοινωνίας αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.

Από τον Οκτώβριο του 2011 έως τον Μάϊο του 2012 η Χρυσή Αυγή πολλαπλασίασε τα ποσοστά της. Αν φοβόμαστε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «κατασκευάστηκε» θεωρώ ότι δεν μπορούμε να κάνουμε σοβαρή πολιτική ανάλυση στην Ελλάδα. Χρειάζεται αρκετή προσπάθεια έτσι ώστε να κατασταλεί ένα ζωντανό κοινωνικό κίνημα.

Ένα από τα σημεία που γίνεται κριτική στον αναρχικό χώρο, αλλά μπορεί να αποτελεί και σημείο ηθικής και ιστορικής του δικαίωσής είναι ότι ποτέ δεν προσπάθησε να χειραγωγήσει την μαζική επικοινωνία. Η επικοινωνία μέσω της φυσικής άμεσης επικοινωνίας και όχι πολιτικής διαμεσολάβησης η οποία πολλές φορές στηρίζεται στο ψέμα και στην πολιτική εξαπάτηση, είναι ο τρόπος με τον οποίο οργανώνονται κινήματα όπως το MST στη Βραζιλία.

Νίκος Νικήσιανης: Θα διαφωνήσω με τη Λύια. Κατά τη γνώμη μου οι αναρχικές θέσεις είναι υπερβολικά συνεκτικές. Η εναντίωση στο κράτος και στην εξουσία συνήθως συνοδεύεται από πολύ συγκεκριμένα αιτήματα και μέσα πάλης. Ο μαρξισμός είναι μία θεωρία γεμάτη αντιφάσεις σε αντίθεση με τον αναρχισμό (ή η πράσινη ιδεολογία) που παρουσιάζεται ως ένα πολύ συνεκτικό ιδεολογικό σύνολο.

Για το μαρξισμό οι μορφές της οργάνωσης του κοινωνικού ανταγωνισμού προκύπτουν από τον ίδιο τον κοινωνικό ανταγωνισμό και δεν υπακούν σε πρότυπα φετίχ και προσυμφωνημένα σχέδια. Η ανάδυση τόσο των σοβιέτ όσο και των πλατειών αποτελούν αυθόρμητη πηγή του κοινωνικού ανταγωνισμού και σαφώς δεν έρχονται σε καμία αντιπαράθεση με το μαρξισμό.

Τάσος Σαπουνάς: Οι μαρξιστές τόνιζαν ότι η οργάνωση και το κόμμα είναι ένα αναγκαίο κακό, ένα εργαλείο που εμπεριέχει κινδύνους. Όμως μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να μαζεύονται 50 άνθρωποι που να είναι τυπικά ισότιμοι αλλά δύο από αυτούς να είναι πιο πάνω σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο που θα «επιβάλλουν» την άποψή τους στους άλλους αλλά να μη παίρνουν την ευθύνη για αυτό!

Το βασικό ερώτημα για το μαρξισμό και τον αναρχισμό σήμερα είναι η στάση τους απέναντι στο ερώτημα: πως διαμορφώνεται η ανθρώπινη πράξη μέσα από το δίπολο ντετερμινισμός-βολονταρισμός; Ένα δεύτερο ζήτημα είναι η σχέση ατόμου και κοινωνίας.

Ο μαρξισμός προσπάθησε να συγκεράσει τις έννοιες ντετερμινισμός και βολονταρισμός μιλώντας για τη θετική ενότητα λογικής και ιστορίας. Η βασική διαφορά με τον αναρχισμό έγκειται στο ότι για το μαρξισμό η εξουσία θεμελιώνεται σε ιστορικά δοσμένες κοινωνικές σχέσεις και συνεπώς μπορούμε να φανταστούμε το τέλος της. Μπορούμε σήμερα να μιλάμε για το τέλος του κράτους και το τέλος της εξουσίας;

Τάσος Σαπουνάς: Ο αναρχισμός έχει μία ιδεαλιστική αντιμετώπιση του κράτους μέσω της δαιμονοποίησης και της αυτόματης ανατροπής του. Αντίθετα ο μαρξισμός θεωρεί αναγκαίο στάδιο τη δικτατορία του προλεταριάτου για να μπορέσουμε να περάσουμε σε μια κοινωνία χωρίς τάξεις.

Θα συμφωνήσω με το Νίκο, ο Μαρξ δεν φανταζόταν πως θα είναι η άλλη κοινωνία αλλά με βάση τα κοινωνικά δεδομένα πως θα μπορούσε να γίνει η ανατροπή της άρχουσας τάξης και τις μετασχηματισμούς θα επέφερε. Για αυτό ενώ στο μανιφέστο δεν αναφέρει τι σημαίνει δικτατορία του προλεταριάτου το 1871 αναφωνεί «ορίστε η δικτατορία του προλεταριάτου!».

Αποτελεί ο μαρξισμός μία καλή κριτική που δεν έχει όμως θετικό περιεχόμενο; Πως και για ποιο λόγο κατά τη γνώμη σας ο μαρξισμός μπόρεσε να εμπνεύσει τα πιο μεγάλα ταξικά κινήματα στην ιστορία;

Νίκος Νικήσιανης: Η ιδεολογία είναι μία και όχι όσες οι πλευρές των ενδιαφερομένων. Είναι ένα ενιαίο πεδίο που διέπει την λειτουργία μιας κοινωνίας, επικαθορίζει και αναπαράγει τις κυρίαρχες σχέσεις ή και τις ανατρέπει. Σε αυτό το πεδίο υπάρχουν και αναπτύσσονται στιγμιαίες ενοποιήσεις και διαφορετικά στρατόπεδα, αυτή τη στιγμή όμως καθορίζεται από την ηγεμονία της αστικής ιδεολογίας και των δικών της κομβικών αξιών. Η αποδοχή των αυτονόητων αυτών αξιών είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να ταχθεί μία ιδεολογία σε αυτή τη θέση ηγεμονίας.

Συνεπώς ο μαρξισμός είναι μία κακή ιδεολογία αφού δε σέβεται αυτονόητα αξίες όπως τη δημοκρατία, την ελευθερία και γενικά τον άνθρωπο. Η ιδεολογική πάλη είναι αναγκαστική αλλά σε καμία περίπτωση η κύρια. Ο μαρξισμός πρέπει συνεχώς να υπενθυμίζει «ποτέ να μην ξεχνάμε την πάλη των τάξεων!».

Όταν ο αναρχισμός γίνεται ιδεολογία, παύει να είναι αναρχισμός. Ως φιλοσοφική-ηθική τάση ο αναρχισμός ιστορικά υιοθέτησε κάποιες πρακτικές. Δεν έχει νόημα να συγκρίνουμε τα δύο ρεύματα του μαρξισμού και του αναρχισμού ως ιδεολογίες αλλά σαν πρακτικές. Ο αναρχισμός πολλές φορές κατηγορήθηκε για βολονταρισμό και ατομικισμό ωστόσο αυτές οι τάσεις ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα έχουν ξεπεραστεί. Συγκρίνοντας τα δύο ρεύματα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο μαρξισμός αποσκοπούσε στην κατάληψη της πολιτικής εξουσίας ενώ ο αναρχισμός στην κοινωνική επανάσταση.

Ο μαρξισμός και ο αναρχισμός ήταν σε μεγάλο βαθμό παιδιά του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος. Σε μεγάλο βαθμό όμως το ευρωπαϊκό προλεταριάτο απολάμβανε δικαιώματα χάρη στη λεηλασία και στη σφαγή όλου του πλανήτη. Οι ινδιάνοι αντιστέκονταν εδώ και 500 χρόνια χωρίς να έχουν καν διαβάσει Μαρξ και Μπακούνιν!

Τάσος Σαπουνάς: Είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρησή σου αλλά νομίζω ότι έχεις άδικο. Δεν είναι τυχαίο το σύνθημα του Λένιν «προλετάριοι όλων των χωρών και καταπιεζόμενα έθνη και λαοί ενωθείτε» και η ανάλυση για την εκμετάλλευση των αποικιών υπάρχει ήδη από τη λενινιστική ανάλυση για τον ιμπεριαλισμό. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι το κομμουνιστικό κίνημα μπήκε μπροστά στην εθνικολαϊκή πάλη των εθνών. Το ’45-’50 άρχισε να γκρεμίζεται η αποικιοκρατία και το κομμουνιστικό κίνημα ήταν μία από τις βασικές αιτίες.

Σε τι συνιστά ο μαρξισμός ως καλή θεωρία; Υπάρχει κάποια διαβάθμιση στην πρακτική συσχέτιση της θεωρίας με την κοινωνική πραγματικότητα, όπως επεσήμανε ο τρίτος ομιλητής με την αναφορά στην ήττα του κομμουνιστικού κινήματος, ή υπάρχει μόνο ιστορική εξειδίκευση της θεωρίας;

Νίκος Νικήσιανης: Αν ο μαρξισμός είναι μια καλή ιδεολογία είναι για τον εξής λόγο: έχοντας ως δεδομένο την ταξική εκμετάλλευση μπορούμε να αντιληφθούμε ποια είναι η κύρια αντίφαση σήμερα και να ασχοληθούμε με αυτή. Για αυτό το λόγο φθάνουμε σήμερα να παρακαλάμε να μείνει ανοιχτή η κρατική τηλεόραση, δηλαδή ο κατεξοχήν ιδεολογικός μηχανισμός. Η ανισόμετρη αιτιότητα και η αντιφατική σκέψη είναι που κάνει το μαρξισμό καλή θεωρία. Αντίθετα μετατρέπεται σε κακή θεωρία όταν αγνοεί πως εκφράζεται η κύρια αντίφαση και μετατρέπεται σε οικονομισμό. Εξίσου κακή θεωρία είναι να αφαιρέσουμε τελείως τη βασική αντίθεση.

Τάσος Σαπουνάς: Μία διευκρίνιση: η ήττα του κομμουνιστικού κινήματος αφορά την έκβαση της ταξικής πάλης στον αιώνα μας, όχι την νίκη ή ήττα μιας θεωρίας.

Θα μιλήσω με ένα απλό παράδειγμα. Όταν το σύστημα είδε ότι υπήρχε δυνατότητα να συνδεθούν οι πλατείες και οι δρόμοι, δηλαδή κάποια μικροαστικά στρώματα που βγήκαν στις πλατείες με κάποιο δυναμικό με χρόνια παρουσία στους κοινωνικούς αγώνες επέλεξε ιδεολογικά, πολιτικά και εν τέλει κατασταλτικά να ματαιώσει αυτή τη συνάντηση των αντιστάσεων. Το κίνημα δεν στάθηκε ικανό να υπερασπίσει την παρουσία του στο σύνταγμα ούτε για μία μέρα, φαντάζεται κανείς ότι μπορεί να υπερασπίσει την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών και την αδυσώπητη βία που θα προκαλούσε; Η περίπτωση της Χιλής είναι ενδεικτική για τα όρια του ρεφορμισμού.

Ακόμα και αν λάβουμε τον αναρχισμό ως ηθική φιλοσοφική τάση όπως τονίστηκε ποιος είναι ο σκοπός της αναρχικής θεωρίας σαν σύνολο ιδεών; Είναι επαναστατική θεωρία και με ποιον τρόπο;

Λία Γιόκα: Με ενδιαφέρουν περισσότερο οι εμπειρικές παρατηρήσεις. Αυτό που θεωρώ σημαντικό είναι να δικαιολογήσω γιατί στη Θεσσαλονίκη άνθρωποι που εμπνέονται από τα δύο ρεύματα έχουν συνυπάρξει και συνεργαστεί σε διάφορους εργατικούς αγώνες ή σε απεργίες μεταναστών.

Ως σύνολο πολιτικής δράσης και απόψεων καθώς και ως σχέσεις συνεργασίας ο αναρχισμός δεν ήθελε να καθυποτάξει στον πολιτικό στόχο τα ηθικά ή αξιακά διλήμματα που αναφέρονται είτε σε μία συνέλευση είτε σε μία ερωτική σχέση. Ο αναρχισμός είναι ηθικό πολιτικό ρεύμα. Ο αναρχισμός σαφώς μπορεί να γίνει ιδεολογία, όμως ως αυτοσκοπός παραμένει η ηθική και όχι η αυτοδικαίωση ή η πολιτική του επιτυχία.

Ο αναρχισμός είναι επαναστατική θεωρία. Οι Ζαπατίστας εμπνέονται από το ηθικοπολιτικό ρεύμα του αναρχισμού και είναι επαναστάτες καθώς παλεύουν για την ελευθερία, με την ελευθερία και μέσα από την ελευθερία. Πολιτικός στόχος, πολιτικές μέθοδοι και αξίες είναι ένα.

Μία ερώτηση στον τρίτο ομιλητή. Τόνισες αρκετά τι ιδεολογικές διαφορές των δύο ρευμάτων και αναφέρθηκες στην ανάγκη ύπαρξης ενός κινήματος αντίστασης από τα κάτω στο σήμερα. Παρά τις ιδεολογικές διαφορές αυτό θα μπορούσε να το προτείνει εξίσου και ένας αναρχικός. Πως αυτό που προτείνεις σε διαφοροποιεί σε πρακτικό επίπεδο από έναν αναρχικό;

Τάσος Σαπουνάς: Δε θεωρώ ότι η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία είναι κομμάτι της αντίστασης. Σήμερα που απαλλοτριώνεται το δικαίωμα στην εργασία και στη ζωή έχει σημασία όπως τόνισε και η Λύια να βρεθούμε στους κοινωνικούς αγώνες. Πιστεύουμε ότι μέσα από τους αγώνες θα αναδειχθούν τα μέσα πάλης, οι μορφές οργάνωσης και οι συλλογικότητες οι οποίες θα προωθούν με τον καλύτερο τρόπο τα κοινωνικά αιτήματα.

Θεωρείτε ότι η πολιτική εξόντωση των φασιστών μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την φυσική-βιολογική τους εξόντωση και αν ναι με ποιους τρόπους; Μπορεί να πετύχει μια επανάσταση χωρίς βία; Κατά τη γνώμη μου η δολοφονία έδωσε ένα μήνυμα ότι κάποιοι θα αντιδράσουν στο ενδεχόμενο να συνεχίσει η Χρυσή Αυγή να χρησιμοποιεί βία;

 

Λία Γιόκα: Αν χρειαζόταν να συμβεί αυτό, είναι πολύ λυπηρό για την ελληνική κοινωνία και για όλους εμάς.

Ναι αλλά είναι ψέμα;

Λία Γιόκα: Ορισμένα ζητήματα δεν είναι ζητήματα συζήτησης. Δεν μπορούμε να συζητάμε για το πως θα βασανίσουμε ή θα σκοτώσουμε κάποιον άνθρωπο. Αντίθετα είναι πολύ ανθρώπινο να υπερασπίζεσαι κάτι δικό σου που καταστρέφεται με όποια μέσα μπορείς. Αν στην ελληνική κοινωνία πρέπει να φοβάσαι για να μην είσαι φασίστας τότε νομίζω το παιχνίδι έχει τελειώσει.

Οι οπαδοί του ΠΑΟΚ που πήγαν στα γραφεία της Χρυσής Αυγής επέλεξαν να το κάνουν μέρα και μετά από προτροπή σε όσους βρίσκονταν στα γραφεία να κατέβουν. Ανέλαβαν άμεση αντιφασιστική δράση για ένα ζήτημα που αφορούσε την παρουσία οπαδών εντός του συλλόγου και μάλιστα πολύ πριν η κυβέρνηση αναγκαστεί σε αντιφασιστική στροφή μετά τη δολοφονία του Φύσσα.

Τάσος Σαπουνάς: Η λογική της εξόντωσης ατόμων σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο είναι φασίζουσα λογική και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ηρωοποίηση των εκτελεσθέντων.

 

 

Δημοσιεύουμε παρακάτω την εισήγηση της Δώρας Βέττα, μέλους της διεθνούς ομάδας του Πλατύποδα, στην ανοιχτή συζήτηση που διοργανώσαμε στο στέκι Νομικής του Α.Π.Θ. με θέμα "Η επικαιρότητα του μαρξισμού (;)".

 4/10/2013

«Η ιστορία όλων των κοινωνιών που υπήρξαν μέχρι σήμερα είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων[1]». Με αφορμή την περίφημη αυτή φράση από το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Αντόρνο[2] ακολουθώντας τον Μπένγιαμιν [Θέσεις πάνω στη Φιλοσοφία της Ιστορίας, 1940] παρατήρησε ότι αυτή η σύλληψη των Μαρξ και Ένγκελς, όλης της ιστορίας ως της ιστορίας των ταξικών αγώνων, ήταν εν τοις πράγμασι μία κριτική όλης της ιστορίας· η κριτική της ίδιας της ιστορίας.

Η ιστορία είναι έννοια της αστικής κοινωνίας. Η τελευταία, καθώς στρέφει το βλέμμα της προς τα πίσω, αφομοιώνει ό,τι υπήρξε πριν από αυτήν στο όνομα της δικής της αναγκαιότητας. Ό,τι είχε προηγηθεί είχε λάβει χώρα, προκειμένου να αναδυθεί η αστική κοινωνία, ως η κοινωνία της ελευθερίας. Έτσι, η αστική κοινωνία νοηματοδοτεί όλη την προηγούμενη πορεία ως την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού και κατανοεί τον εαυτό της ως το υψηλότερο στάδιο που έχει κατακτηθεί εντός του. Με αυτόν τον τρόπο εισάγει την ίδια την ιστορικότητα ως διαδικασία [ιστορία ως η πρόοδος στην συνείδηση της ελευθερίας] και την καθολικότητα της έννοιας του πολιτισμού. Δεν υπάρχει πολιτισμός με την νεώτερη σημασία του πριν την άνοδο της αστικής κοινωνίας.

Αυτό που είναι κρίσιμο εδώ είναι η εσωτερική προοπτική της αστικής κοινωνίας. Η τελευταία συλλαμβάνει την προϊστορία της αναδρομικά. Με αυτό τον τρόπο την θέτει και την οικειοποιείται. Αυτό σημαίνει ότι η κοινή παράσταση περί ιστορίας, ως μίας γραμμικής διαδοχής σταδίων στην πορεία μίας εξέλιξης δε μας παραδίδεται από το παρελθόν, αλλά είναι η προβολή που κάνουμε εμείς, ως μοντέρνοι  επί του παρελθόντος.

Η άνοδος της νεωτερικής κοινωνίας των «αστών» ή της κοινωνίας του σύγχρονου αστικού κέντρου σηματοδότησε μία ρήξη με κάθε προγενέστερη μορφή κοινότητας. Η ριζοσπαστική αυτή αλλαγή περιγράφεται γλαφυρότατα στο Μανιφέστο: «Μέσα στην ιστορία, η αστική τάξη διαδραμάτισε έναν εξόχως επαναστατικό ρόλο……[Αυτή]..δεν μπορεί να υπάρχει αν δεν επιφέρει αδιάκοπα επαναστάσεις στα μέσα παραγωγής και μαζί τους σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Η διατήρηση σε αμετάβλητη μορφή των παλιών τρόπων παραγωγής ήταν, απεναντίας, ο πρώτος όρος ύπαρξης όλων των προηγούμενων βιομηχανικών τάξεων. Οι συνεχείς επαναστάσεις στην παραγωγή, η αδιάκοπη αναστάτωση όλων των κοινωνικών συνθηκών, η αιώνια αβεβαιότητα και κινητικότητα, ιδού τι διακρίνει την εποχή της αστικής τάξης από όλες τις προηγούμενες. Όλες οι παγιωμένες, καθηλωμένες στέρεες σχέσεις και οι ουραγοί τους, η συνοδεία τους από σεβάσμιες προκαταλήψεις, παραστάσεις και απόψεις, σαρώθηκαν· και όλες οι νεότευκτες απαρχαιώνονται προτού καν αποστεωθούν. Ό,τι ήταν στερεό εξαϋλώνεται, ό,τι ήταν ιερό βεβηλώνεται και οι άνθρωποι υποχρεώνονται πια να αντικρύσουν με βλέμμα νηφάλιο τις πραγματικές συνθήκες της ζωής τους και τις σχέσεις μεταξύ τους..[3]».

Η εξέγερση της αστικής τάξης εγκαθιδρύει την κοινωνία ως κοινωνία ανεξάρτητων, συναλλασσόμενων ατόμων, ως κοινωνία της εργασίας και της καθολικής συσχετιστικότητας. Έτσι, η κεντρική ιδέα είναι η εργασία, η παραγωγή της αυτοτέλειας ενός εκάστου διαμέσου της υλικής αναπαραγωγής της κοινωνίας. Υπό αυτό το πρίσμα, όλη η ιστορία εμφανίζεται ως η ιστορία διαφορετικών, προοδευτικά αναπτυσσόμενων τρόπων παραγωγής, διαφορετικών «οικονομιών». Η άνοδος της αστικής κοινωνίας είναι η άνοδος της οικονομίας καθ’ εαυτήν. Ακολούθως και ομοίως, ήταν η άνοδος της πολιτικής ως πολιτικής, της τέχνης και της φιλοσοφίας. Όσο κι αν είναι αληθές ότι οι τελευταίες αποτελούσαν μορφές κοινωνικής παραγωγής και πριν τη νεωτερικότητα, άλλο τόσο καλούμαστε να αναγνωρίσουμε ότι ωστόσο κατακτούν την πλήρη αυτονομία και ελευθερία κατά τη νεώτερη εποχή. Επί παραδείγματι, η τέχνη δεν τίθεται απλώς στην υπηρεσία της θρησκείας, αλλά υπάρχει ως τέτοια, για τον εαυτό της· η φιλοσοφία δεν είναι πλέον μία αλλοτριωμένη μορφή του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά επιστρέφει στο υποκείμενο, επιτυγχάνει την αυτοκατανόησή της. Όπως παρατηρεί ο Μαρξ «….τώρα η Φιλοσοφία έχει εκκοσμικευθεί και η πιο λαμπρή απόδειξη αυτού είναι ότι η φιλοσοφική συνείδηση η ίδια έχει συρθεί στην ένταση της μάχης όχι μόνον εξωτερικά, αλλά και εσωτερικά…..[4]>». Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτές οι έννοιες προϋπήρχαν -ας πούμε στην κλασική αρχαιότητα- και άρα η νεωτερικότητα έρχεται απλά να τις επαναλάβει. Πολύ πιο διαφωτιστικό θα ήταν όμως, αν αναρωτηθούμε αντιστρόφως πώς προέκυψε ο χαρακτηρισμός αυτής της συγκεκριμένης περιόδου της ιστορικής αρχαιότητας ως κλασικής-εδώ καθίσταται σαφές ότι ανακαταλαμβάνουμε τον αρχαίο κόσμο, τον παραδοσιακό πολιτισμό επιλεκτικά· ότι διαχωρίζουμε τα στοιχεία εκείνα που είναι εγγύτερα στη δική μας εποχή και μάλιστα στην σύγχρονη έννοια ελευθερίας.

Έτσι, αν είναι να συλλάβουμε την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού ως ένα συνεχές, θα πρέπει να το δούμε ως ένα συνεχές υπό την κατηγορία του ριζικού του μετασχηματισμού. Η συνέχεια αποκαθίσταται μέσα από τη μεταβολή και τη διάρρηξη της γραμμικότητάς της. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Μαρξ είδε στην άνοδο της αστικής εποχής τον επαναστατικό μετασχηματισμό όχι μόνον ενός κόσμου αλλά και του ίδιου του κοσμοειδώλου, δηλαδή της ίδιας μας της παράστασης περί αυτού του κόσμου. Πράγματι, μία θεμελιώδης προϋπόθεση του μαρξισμού είναι ακριβώς η συνείδηση της ιστορικής ιδιαιτερότητας της αστικής εποχής που την διακρίνει από κάθε άλλη περίοδο του ανθρώπινου πολιτισμού. Για να καταστεί αυτό σαφές, ας τεθεί το ζήτημα υπό το ευρύτερο δυνατό πλαίσιο: αν ακολουθήσουμε την αναστοχαστική προβολή της αστικής κοινωνίας επί του παρελθόντος, θα πρέπει να πάμε πίσω 10.000 χρόνια περίπου στον εμπειρικό χωροχρόνο, στην απαρχή του πολιτισμού και της ταξικής κοινωνίας, όπου ανατρέχει η ίδια η αστική σκέψη, προκειμένου να χαράξει το όριο ανάμεσα στον εαυτό της και την ετερότητά της, τη «φυσική κατάσταση». Φαίνεται ως εάν κατά τον χρόνο πριν την απαρχή του πολιτισμού, το ανθρώπινο ον να είναι αφομοιωμένο στη φύση, ενώ μετά από αυτήν η φύση να αφομοιώνεται σταδιακά στο ανθρώπινο ον. Πρόκειται  δηλαδή για την περίοδο μίας μεγάλης ιστορικής αλλαγής, τη μετάβαση από τον νομαδικό τρόπο ζωής στην συγκρότηση κοινοτήτων με σταθερή εγκατάσταση σε μία γη, στην ανάπτυξη της γεωργίας και την σταδιακή εμφάνιση θεσμών της κοινοτικής ζωής. Ο κυρίαρχος τρόπος διαβίωσης πέρασε από τον κυνηγό-τροφοσυλλέκτη στον καλλιεργητή-αγρότη και αυτό σηματοδότησε εν πολλοίς την οκονομία του λεγόμενου παραδοσιακού πολιτισμού.

Μία ανάλογης σημασίας μετάβαση έλαβε χώρα κατά την ανάδυση της νεωτερικότητας, όπου ο κυρίαρχος τρόπος διαβίωσης πέρασε σταδιακά από τον αγροτικό σε αυτόν του εργάτη του αστικού κέντρου: μισθωτός, κατασκευαστής και βιομηχανικός παραγωγός. Η συνέχεια αυτής της εξέλιξης, η έλευση της βιομηχανικής επανάστασης, που έλαβε χώρα κατά τον ύστερο 18ο και πρώιμο 19ο αιώνα έφεραν στο φως  όψεις της αστικής εποχής που έθεσαν εν εμφιβολία τις πεποιθήσεις των πρώτων στοχαστών της περί ενός «τέλους της ιστορίας» με τη μετάβαση προς την κοινωνία της ελευθερίας που οραματίστηκαν.

Τον 19ο αιώνα στην σκέψη του Μαρξ έρχεται η επίγνωση ότι η αστική κοινωνία με όλες της τις κατηγορίες, του «αστικού δικαιώματος», της «ατομικής ιδιοκτησίας» και της «αξιοποίησης της εργασίας» συντάσσεται και μεσολαβείται από την εργασία, από την οποία και αποσπάται η ατομική ιδιοκτησία. Ήδη από την εποχή συγγραφής του Μανιφέστου, ο Μαρξ βλέπει την εμφάνιση του προλεταριάτου ιστορικά και την κατανοεί διορατικά ως γενική μοίρα της κοινωνίας υπό το κεφάλαιο. Ο Μαρξ έθεσε το ερώτημα αν και με ποια αναγκαιότητα η ανθρωπότητα υπό προλεταριακή μορφή δύναται να απελευθερώσει τον εαυτό της, ή αν το προλεταριάτο μπορεί να υπερβεί και να καταργήσει τους όρους ύπαρξής του. Με άλλα λόγια, στην σκέψη του Μαρξ υπάρχει η συνείδηση ότι η αστική κοινωνία, όντας η ίδια αποτέλεσμα μίας μετάβασης, είναι και η ίδια μεταβατική: η ίδια αποκαλύπτει έναν επαμφοτερίζοντα χαρακτήρα, καθώς τίθεται ως η στιγμή κορύφωσης του πολιτισμού και συνάμα [ως η στιγμή] δυνατότητας μίας μεταπολιτισμικής μορφής της ανθρωπότητας: η αστική κοινωνία παραπέμπει πέραν του εαυτού της.

Αν διαβάσουμε την σκέψη του 18ου αιώνα μέσα από τους στοχασμούς του Ρουσσώ και μέσα σε αυτούς εντοπίσουμε μία κριτική αποτίμηση της ανόδου της αστικής εποχής, τότε η τελευταία μας αποκαλύπτεται ως η κρίση της ιστορίας του πολιτισμού: μέσα από την υποθετική επίκληση σε μία «φυσική κατάσταση», ως της συνθήκης εκείνης κατά την οποία η ανθρωπότητα τοποθετείται στον ορίζοντα των άπειρων δυνατοτήτων της, η έννοια του πολιτισμού τίθεται ως προβληματική. Βέβαια, πέραν του εδάφους του πολιτισμού δεν δύναται να τεθεί το ερώτημα περί διεύρυνσης της ανθρώπινης ελευθερίας υπεράνω των ορίων του. Η θέση του ερωτήματος αποτελεί δική του κατάκτηση. Η ύπαρξη του πολιτισμού είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την υπέρβασή του. Με αυτήν την έννοια, η αστική κοινωνία αποτελεί την ολοκλήρωση του πολιτισμού, και ακριβώς για αυτόν τον λόγο το πρώτο βήμα για την υπέρβασή του.

Αν ο Ρουσσώ συνέλαβε την ανάδυση της αστικής εποχής ως την κρίση της ιστορίας του πολιτισμού, τότε ο Μαρξ είδε στην κατάσταση της σύγχρονης εργατικής τάξης των μητροπόλεων τον μετασχηματισμό της κρίσης εντός της ίδιας της αστικής κοινωνίας. Έτσι, το κεφάλαιο είναι η αστική κοινωνία σε κρίση – η αστική κοινωνία καθώς αλλοτριώνεται από τον εαυτό της. Η εσωτερική της αντίφαση εκδηλώνεται στην συγκρουσιακή σχέση ανάμεσα στην κοινωνική αρχή [principium] της τάξης των αστών [μπουρζουαζίας] και σε αυτήν της εργατικής ή εργαζόμενης τάξης ή άλλως σε αυτήν της ατομικής ιδιοκτησίας και της εργασίας. Ο Μαρξ αναγνώρισε ότι η προλεταριοποιημένη εργασία είναι όρος συγκρότησης του κεφαλαίου και συνεπώς η πολιτική της [σοσιαλισμός, Προυντόν, Λασάλ, Μπακούνιν κλπ] αποτελεί το σύμπτωμα του γεγονότος ότι η κοινωνία που υπόκειται στο κεφάλαιο είναι και η ίδια μεταβατική, παραπέμπει πέραν του εαυτού της. Ο Μαρξ προχώρησε σε αυτήν τη διάγνωση ακριβώς επειδή υπήρχε το σύγχρονό του εργατικό κίνημα για τον σοσιαλισμό. Σε αυτό το πλαίσιο η προλεταριοποίηση της κοινωνίας είναι η πλήρης πραγμάτωση του κεφαλαίου [επί του συνόλου της κοινωνίας] και αυτή ακριβώς παρέπεμπε πέραν του εαυτού της: η προλεταριοποιημένη κοινωνία του κεφαλαίου.

Έτσι, ο Μαρξ, πέραν του να είναι ο ίδιος σοσιαλιστής ή κομμουνιστής, αποτέλεσε την ριζοσπαστική συνείδηση εκείνη που αναγνώρισε κριτικά το νόημα της ανάδειξης του κινήματος του προλεταριακού σοσιαλισμού στην ιστορία. Στον Μαρξ δεν ανατρέχουμε για την δογματική του ορθότητα, αλλά πολλώ μάλλον για την ιστορική και άρα βαθύτατα κριτική αυτοεπίγνωση. Με αυτήν την έννοια στην σκέψη του Μαρξ παρακολουθούμε την γένεση μίας φιλοσοφίας της ιστορίας της Αριστεράς. Αυτή αναδεικνύει ως κεντρικό το ζήτημα της συνείδησης και μάλιστα της ιστορικής συνείδησης· δηλαδή του είδους εκείνου της γνώσης που συλλαμβάνει την πραγματικότητα και τις δυνατότητες του παρόντος της μέσα από την κριτική ανάκτηση του λογικού και ιστορικού περιεχομένου του παρελθόντος. Ή άλλως, της μορφής της γνώσης που έχει συνείδηση των οικείων της όρων δυνατότητας, των προϋποθέσεών της, λογικών και ιστορικών.

«Η ιστορία όλων των κοινωνιών που υπήρξαν μέχρι σήμερα είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων». Η πρόταση αυτή θέτει όλη την ιστορία ως ιστορία εκμετάλλευσης. Η προϊστορία της καταπίεσης δεν έχει παρέλθει· ζούμε ακόμη εντός της προϊστορίας. Η πραγματική ανθρώπινη ιστορία δεν έχει ακόμη εκκινήσει. Ωστόσο, αφετηρία του Μαρξ αποτελούσε η αναγνώριση της ιστορικής ιδιαιτερότητας της αστικής κοινωνίας, της ρήξης που επέφερε με την έως τότε ιστορική πραγματικότητα. Αν παραγνωρίσουμε την σημασία αυτής της μετάβασης, τότε αποτυγχάνουμε να κατανοήσουμε ποιο είναι το ειδοποιό στοιχείο που διαφοροποιεί την εποχή του κεφαλαίου από προγενέστερες μορφές πολιτισμού. Αυτό δεν είναι η εκμετάλλευση. Όλες οι προγενέστερες κοινωνίες γνώριζαν την ανοιχτή εκμετάλλευση κάποιων κοινωνικών ομάδων επί άλλων ή επί του συνόλου του πληθυσμού. Το νέο στοιχείο της εποχής του κεφαλαίου είναι  η κοινωνική κυριαρχία, δηλαδή η κυριάρχηση του συνόλου της κοινωνίας υπό τη δυναμική του κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει την λειτουργία μίας κοινωνικής δυναμικής στην οποία υπόκεινται όλες οι κοινωνικές ομάδες – η κοινωνία στην ολότητά της. Αυτό που έχει αλλάξει δεν είναι η καταπίεση ή η εκμετάλλευση, αλλά το γεγονός ότι αυτή αποτελεί το αποτέλεσμα και όχι την αιτία της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Αυτή η παραδοχή δεν αρνείται την εκμετάλλευση, αλλά την ερμηνεύει υπό την κατηγορία της κυριαρχίας του κεφαλαίου, η εμφάνιση της οποίας δεν γνωρίζει ιστορικό προηγούμενο. Αν εμμείνουμε στην αμεσότητα της εκμετάλλευσης και θεωρήσουμε ότι το πρόβλημα είναι η ανοιχτή καταπίεση μίας κοινωνικής τάξης από μία άλλη, τότε υπαναχωρούμε από το επίπεδο ιστορικής αυτοσυνείδησης που κατακτήθηκε στη μαρξική σκέψη και καθηλωνόμαστε στην αυτοκατανόηση της λεγόμενης Τρίτης Ταξης [tiers état] δηλαδή της αστικής τάξης την στιγμή της εξέγερσής της ενάντια στα δεσμά των φεουδαρχικών σχέσεων. Αυτή η επαναφομοίωση του μαρξισμού στην ιδεολογία που είναι χαρακτηριστική της εξέγερσης της Τρίτης Τάξης σημαίνει την απώλεια της προοπτικής που προσέδωσε στο μαρξικό εγχείρημα το νόημα και την επιτακτικότητά του. Διότι η προοπτική αυτή ενεργοποιούσε έναν  ορίζοντα δυνατότητας μετάβασης σε μία μετα-καπιταλιστική και μετα-προλεταριακή κοινωνία. Υπό αυτή την έννοια, ο αγώνας ενάντια στην εκμετάλλευση θα πρέπει να περάσει μέσα από την ανάκτηση της ιστορικής μας συνείδησης. Η πράξη θα πρέπει να περάσει μέσα από την ανάκτηση της συνείδησης της διαλεκτικής σχέσης θεωρίας- πράξης. Τουναντίον παρατηρείται η επανάληψη -ως πολιτική μορφή- της εξέγερσης της Τρίτης Τάξης, δηλαδή των ανθρώπων που δεν έχουν τίποτα πέραν της εργασίας τους, ενάντια στην αυθαιρεσία της εξουσίας, τη διαφθορά της πολιτικής, την έλλειψη δημοκρατικότητας, της εξέγερσης των «από τα κάτω» εναντίον των «από τα πάνω» κλπ. Η επανάληψη αυτής της πολιτικής, όσο αναγκαία κι αν είναι, μας εκθέτει στον κίνδυνο ανασύστασης των σχέσεων του κεφαλαίου, με τον ίδιο τρόπο που η ίδια αυτή πολιτική το είχε προηγουμένως παράξει. Ο κίνδυνος αυτός δεν συναρτάται προς την επανάληψη καθ’ εαυτήν, όσο προς την μη συνειδητή επανάληψη.

Τι ρόλο έχει λοιπόν η κριτική θέαση της ιστορίας εντός της κριτικής του κεφαλαίου; Δεν έχει να κάνει με την πληρέστερη ή μη θεωρητική πρόσληψη της πραγματικότητας. Η σημασία της έγκειται στο ότι θέτει ως κριτήριο της ιστορικής προόδου την χειραφέτηση και την ελευθερία. Αλλά ακόμη και αυτό το σημείο οράσεως κινδυνεύει να λησμονηθεί σήμερα, εφ’ όσον βλέπουμε την ιστορία ως ένα φυσικό γεγονός, το οποίο δεν είμαστε ικανοί να ελέγξουμε, πόσο μάλλον να μετασχηματίσουμε. Δε θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι σήμερα πάσχουμε από έναν  γενικό αποπροσανατολισμό: δεν αντιμετωπίζουμε απλώς το πρόβλημα του να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά θεμελιωδέστερα του να τον κατανοήσουμε. Η οπισθοδρόμηση αυτή έλαβε χώρα μάλιστα και στο όνομα του μαρξισμού, ο οποίος κατά τον 20ο αιώνα κατέληξε να είναι μία καταφατική ιδεολογία της βιομηχανικής κοινωνίας.

Έτσι, στην παρούσα ιστορική στιγμή όλα είναι ανοιχτά: δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα για το αν ο μαρξισμός είναι επί του παρόντος ιστορικά κρίσιμος. Θα μπορούσε να είναι πλέον ουτοπικός. Αλλά ακόμη κι αν είναι έτσι, τι σημαίνει η προβολή μίας πιθανής ανθρώπινης κοινωνίας πέρα από το κεφάλαιο και την προλεταριακή εργασία; Τί θα σήμαινε να κατανοήσουμε το μαρξικό εγχείρημα ως την αναγνώριση της ιστορίας της νεωτερικότητας ως της παθολογίας της μετάβασης· από την απαρχή του πολιτισμού και την παραδοσιακή κοινότητα που εγκαθιδρύθηκε τότε, μέχρι την άνοδο των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων , και διαμέσου αυτών, προς μία μορφή ανθρωπότητας που μπορεί να ιδρυθεί πέρα από αυτές;

Η Αριστερά είναι ιστορικά η πολιτική έκφραση της δυνατότητας ποιοτικού μετασχηματισμού της κοινωνίας προς μία χειραφετητική κατεύθυνση. Η εστίαση στην ιστορία της Αριστεράς ή η αριστεροκεντρική θέαση της ιστορίας εμπεριέχει την υπόθεση ότι οι σημαντικότεροι καθορισμοί του παρόντος είναι απότοκο αυτού που η Αριστερά έπραξε ή απέτυχε να πράξει. Η θέση του προβλήματος της ιστορικής συνείδησης της Αριστεράς και της απουσίας της κριτικής της αυτοκατανόησης ενέχουν την παραδοχή της οπισθοδρόμησής της. Η Αριστερά έχει εκπέσει από το επίπεδο αυτοσυνείδησης που είχε κατακτήσει, όχι μόνο κατά τον 19οαιώνα αλλά ήδη από τις απαρχές της εμφάνισής της, τον 18ο αιώνα. Και καθώς αποτελεί την ιστορική έκφραση της δυνατότητας της κοινωνίας για χειραφέτηση, διαμέσου αυτής διαγιγνώσκεται η οπισθοδρόμηση σύνολης της κοινωνίας.


[1]. Καρλ Μαρξ-Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 1997, σ. 15 επ.

[2]. Πρόκειται για το δοκίμιο Στοχασμοί πάνω στην ταξική θεωρία (1942), το οποίο δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Μπορεί όμως να ανευρεθεί στα αγγλικά στον τόμο Theodor W. Adorno, CanoneliveafterAuschwitz?: Aphilosophicalreader, εκδόσειςStanfordUniversitypress, Stanford-California 2003.

[3]. Καρλ Μαρξ-Φρίντριχ Ένγκελς, ό.π., σ. 20-22.

[4]. Καρλ Μαρξ, Γράμματα από τα Γαλλογερμανικά Χρονικά, Μαρξ προς Ρούγκε, Σεπτέμβρης 1843. Μπορεί να βεθεί στα ελληνικά στην παρακάτω διεύθυνση  http://thessaloniki.platypus1917.org/?p=296