RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Archive for category Thessaloniki Media

Η Παρακμή της Αριστεράς στον 20ο αιώνα.

Προς μια θεωρία ιστορικής οπισθοδρόμησης

Platypus Review 17 | November 2009

Μετάφραση: Ισιδώρα Στανιμεράκη

Επιμέλεια: Θοδωρής Βελισσάρης

[PDF]  [Video Recording]

[English]  [Deutsch]

Στις 18 Απριλίου του 2009, η διεθνής ομάδα του Πλατύποδα διεξήγαγε την ακόλουθη εκδήλωση-συζήτηση στο συνέδριο του Αριστερού Φόρουμ στο Pace University της Νέας Υόρκης. Οι ομιλίες και η συζήτηση οργανώθηκαν γύρω από τέσσερις σημαίνουσες στιγμές στον προοδευτικά βίαιο διαχωρισμό μεταξύ θεωρίας και πράξης κατά την πορεία του 20ου αιώνα: 2001 (Spencer A. Leonard), 1968 (Atiya Khan), 1933 (Richard Rubin), και 1917 (Chris Cutrone). Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εισαγωγής στη συζήτηση από τον Benjamin Blumberg, των προετοιμασμένων τοποθετήσεων των ομιλητών και της συζήτησης που ακολούθησε. Η επιθεώρηση Platypus Review (στην οποία δημοσιεύτηκε αυτή η απομαγνητοφώνηση) ενθαρρύνει τους ενδιαφερόμενους αναγνώστες να δουν σε βίντεο ολόκληρη αυτή τη συζήτηση.

Εισαγωγή

Benjamin Blumberg

Τι σημαίνει να πούμε, όπως κάνει ο Πλατύποδας, ότι η Αριστερά είναι νεκρή; Και τι σημαίνει να μιλάμε για την ιστορία της Αριστεράς έπειτα από τον θάνατό της; Είναι καθήκον μας να διευθετήσουμε αυτά τα ερωτήματα.

Καταρχήν, θα μπορούσαμε να αναλογιστούμε πώς αυτά τα ερωτήματα συνέβαλαν στη διαμόρφωση των ιδεών και των δραστηριοτήτων του Πλατύποδα. Ο Πλατύποδας ξεκίνησε ως μια ομάδα μελέτης με έδρα την Σχολή του Ινστιτούτου Τέχνης στο Σικάγο. Η εν λόγω ομάδα συνενώθηκε μέσω της κοινής συνειδητοποίησης πως η κοινωνική και πολιτιστική θεωρία του Αντόρνο και των άλλων μελών του ινστιτούτου κοινωνικής έρευνας της Φρανκφούρτης περιείχε την κληρονομιά του επαναστατικού μαρξισμού της προγενέστερης περιόδου. Η συνειδητοποίηση αυτή συζεύχθηκε με μια άλλη: ο ισχυρισμός ότι οι θεωρητικές ιδέες του Αντόρνο ήταν το κληροδότημα των πολιτικών πρακτικών του Λένιν, της Λούξεμπουργκ και του Τρότσκι έφερε σε αντίθεση τον Πλατύποδα με την υπάρχουσα Αριστερά υπό πολυάριθμες απόψεις.

Επί του παρόντος, η Αριστερά έχει απομακρυνθεί από το ερώτημα του πώς ο ηττημένος επαναστατικός μαρξισμός των πρώτων και των δεύτερων δεκαετιών του 20ου αιώνα συνεχίστηκε στα μέσα του με τη Σχολή της Φρανκφούρτης. Για την Αριστερά, η κριτική θεωρία της Σχολής της Φρανκφούρτης θεωρείται ως δικαιολόγηση της αποχής, την οποία υποκρύπτει μία κριτική της συμμετοχής ενώ, αντίθετα, η κυρίαρχη σύλληψη του επαναστατικού μαρξισμού είναι εκείνη ενός αδίστακτου πρακτικισμού, στον οποίο οι σκοποί δικαιολογούν οποιαδήποτε μέσα. Κάτω από αυτές τις μονομερείς συλλήψεις βρίσκεται ένα μεγαλύτερο πρόβλημα που υπήρχε φανερά τουλάχιστον από την εποχή του Μαρξ, ότι, δηλαδή, η θεωρία και η πράξη μοιάζουν αντιπαρατιθέμενες, αλλά επίσης και αδιαχώριστες. Επίσης, από την εποχή του Μαρξ και μετά, ο καλύτερος ορισμός για την Αριστερά είναι αυτός που τη θεωρεί ως τη μετασχηματιστική δύναμη στην ιστορία που αντιμετωπίζει άμεσα το προαναφερθέν πρόβλημα, ακόμη και αν συχνά το κάνει με τυφλότητα και αναποτελεσματικά. Αυτό το πρόβλημα της σχέσης θεωρίας και πράξης βρισκόταν στο επίκεντρο της πολιτικής του Μαρξ, και της σημαντικότερης μαρξιστικής παράδοσης έως τον Αντόρνο και τη Σχολή της Φρανκφούρτης.

Η αποτυχία της να αντιμετωπίσει τη σχέση μεταξύ της κριτικής θεωρίας και του επαναστατικού μαρξισμού καταδεικνύει μια βαθύτερη αποτυχία της σύγχρονης Αριστεράς. Η ανάγκη να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα της συσχέτισης της θεωρίας προς την πράξη εκμηδενίστηκε με την μετατροπή της θεωρίας και της πράξης σε δύο αντιτιθέμενα στρατόπεδα. Ακόμη και όταν κανείς διατείνεται πως η θεωρία και η πράξη συνυπάρχουν, είναι φανερό πως αυτό απλώς σημαίνει ότι η μία είναι υφιστάμενη στην άλλη.

Επιλύοντας, κατ’ επίφαση, το πρόβλημα θεωρίας και πράξης, η Αριστερά παραιτήθηκε από το καθοριστικό στοιχείο της πολιτικής της και έπαψε να είναι Αριστερά εξολοκλήρου. Τούτο, έχει βαθύτατες επιδράσεις στην εξέλιξη της ιστορίας του καπιταλισμού, στην οποία η Αριστερά παραδοσιακά έδρασε ως μορφοποιητικός καταλύτης. Καθώς οι πολιτικές της δεν διαμεσολαβούσαν πλέον τη θεωρίας και την πράξη, η Αριστερά άρχισε να αποσυντίθεται. Ακολουθώντας τον Αντόρνο, ο Πλατύποδας αποκαλεί αυτή την διαδικασία ιστορική οπισθοδρόμηση.

Επομένως, οι απαρχές της θεωρητικής έρευνας του Πλατύποδα έθεσαν το πολιτικό καθήκον της κριτικής και, εν τέλει, της υπέρβασης της υπάρχουσας Αριστεράς, η οποία εκούσια κατέστησε τον εαυτό της αδιάφορο ενώπιον της αναγκαιότητας να επεξεργάζεται το πρόβλημα της συσχέτισης της θεωρίας προς την πράξη. Ωστόσο, η αναγνώριση του καθήκοντος αυτού δεν συνεπάγεται αυτόματα και τη διεκπεραίωσή του. Η αδιαφορία της υπάρχουσας Αριστεράς για το πρόβλημα οδήγησε στη συσσώρευση επιστρωματώσεων εκλογικεύσεων και δικαιολογιών, προκειμένου αυτή να συνεχίζει με την επίφαση πως τίποτα δεν πάει λάθος. Αυτό έθαψε το πρόβλημα βαθιά κάτω από την επιφάνεια των πολιτικών της σημερινής Αριστεράς. Ο Πλατύπους υπάρχει για να απομακρύνει το καθίζημα. Η ομάδα ιδρύθηκε το 2006 για να ενθαρρύνει τον δημόσιο διάλογο και τη συζήτηση στην Αριστερά που αφορά στο ερώτημα: πώς προσπεράσαμε το γεγονός ότι η Αριστερά είναι νεκρή και πώς θα μπορούσαμε εμείς, στη δεδομένη κατάσταση, να εκπληρώσουμε το σύνθημα «Ζήτω η Αριστερά»; |P

Platypus banner at anti-war demonstration, Chicago, March 19, 2008
Με αφορμή το φεστιβάλ άμεσης δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη διοργανώσαμε μία μκρή συζήτηση με θέμα “Δημοκρατία και κινήματα στην ιστορία”, που φιλοξενήθηκε στο Μικρόπολις (κοινωνικός χώρος για την ελευθερία). Δημοσιεύουμε την εισήγηση από το μέλος της διεθνούς ομάδας του Πλατύποδα, Θοδωρή Βελισσάρη, η οποία αποτέλεσε τη βάση της συζήτησης που ακολούθησε.

A panel discussion organized by the Platypus Affiliated Society, held on June 13, 2013, at the Labour Center of Thessaloniki in Thessaloniki, Greece.

Description:
Recently, following a steady pace, a new series of social struggles has emerged in Greece: struggles based on direct democracy and horizontal organizational forms. These struggles share an aversion to the traditional left politics, while on the same time they are considered as social movements opposing state administration and neoliberalism. Square occupations, local assemblies, cooperatives against the privatization of the water, producers-consumers movements, factories occupation under workers control have come to light while the crisis is going deeper. Even if these struggles affect only a handful of the "victims" of the crisis, those involved in them want to fulfill their needs and at the same time overcome old forms of politics by creating new ones. Have new types of struggles really appeared? If yes, is it desirable to replace the previous ones? Do these struggles have an anticapitalistic content? How people involved imagine the escalation and continuation of these struggles? How is the Left related to and influence them? Can solidarity fill in the gap between politics "from above" and politics "from below"?

Speakers:
1) Kostas Nikolaou, member of PROSKALO (initiative for social and solidarity economy) and of Initiative 136 (union of Non-Profit Water Cooperatives of the Municipalities of the Thessaloniki: http://www.136.gr/article/citizens-bid-control-thessalonikis-water).

2) Christos Manoukas, member of KEHA (movement for workers' emancipation and self-management) and of solidarity committee of Vio.Me. factory.

3) Dimitris, worker of Vio.Me. self-managed factory (http://www.viome.org/)

4) Iraklis Christoforidis, member of OKDE (greek section of the 4th International, http://www.okde.gr/)

Questions:
1) Which is the role, in your opinion, of the political organizations in relation to social struggles? Is there a difference between political and social struggles according to their conception and the way they are being conducted?

2) Is the politicization of these struggles a desirable goal? How can this goal be achieved?

3) How do you conceive solidarity as a political goal for social initiatives? Is solidarity always radical or can it be conservative as well? Is there a "tension" between solidarity and critical political consciousness?

4) Some social struggles, especially under tough economic and social circumstances, may express the interests of a group of people at the expense of general social interests. How can this relationship between the part and the whole be expressed in a fertile way? What does it mean to characterize a struggle with limited participation as radical?

5) Do the social struggles that have emerged share a new form and a new content? Do these struggles continue past struggles in Greece or abroad? Are they part of a broader national or international movement, and if yes, which is it?

6) Can there be a common basis on which all these struggles be united and radicalized? If yes, how can this common basis be combined with the obvious local characteristics of the struggles? Is there an antagonistic relationship between local and broader scale of the struggles?

7) Who is the real enemy of these struggles? Do they have explicitly or implicitly anticapitalistic goal? How can these goals be achieved in a local or a national level in the midst of an international economy?

8) Do these struggles have a prefigurative character (do they partly substantiate some of the aspects of a free future society)? Is this character compatible with the necessity for fulfilling the basic needs of those involved in social struggles?

9) Do the alternative economic initiatives wish to compete and replace the existing dominant economy (with its massive industrial and technological forms or financial forms etc.)? Is this a conscious choice of departing from past movement whose ambition was to socialize the existing economy?

Platypus Review 53 | February 2013

[PDF] [Audio Recording]

   [English]

5/30/2013- Στέκι συλλόγων φοιτητών Φιλοσοφικής Α.Π.Θ.

Σκεπτικό και ερωτήσεις- Μια συζήτηση για τις προβληματικές μορφές αντικαπιταλισμού σήμερα

«Μετά την αποτυχία της Νέας Αριστεράς τη δεκαετία του 1960, η υποβόσκουσα απόγνωση αναφορικά προς την πραγματική αποτελεσματικότητα της πολιτικής βούλησης και παρέμβασης (σε μια ιστορική κατάσταση αυξημένης ανημπόριας) αυτοσυγκροτήθηκε ως κάτι παρείσακτο και αλλότριο, παρά ως εργαλείο μετασχηματισμού. Εστιάζοντας στη γραφειοκρατική στασιμότητα του φορντιστικού, όψιμου κόσμου του 20ού αιώνα, απηχούσε την καταστροφή αυτού του κόσμου από τη δυναμική του κεφαλαίου: τον νεοφιλελευθερισμό και την παγκοσμιοποίηση.Η ιδέα ενός θεμελιώδους μετασχηματισμού απομονώθηκε και, αντ’ αυτού, αντικαταστάθηκε από την ασαφέστερη έννοια της “αντίστασης”. Η έννοια της αντίστασης, ωστόσο, δεν διευκρινίζει τη φύση του πράγματος που προκαλεί την αντίσταση, ή τη φύση των εμπλεκόμενων πολιτικών της αντίστασης – δηλαδή τον χαρακτήρα των προσδιορισμένων μορφών της κριτικής, της αντίθεσης, της εξέγερσης και της “επανάστασης”. Η έννοια της “αντίστασης” εκφράζει συχνά μια βαθιά δυιστική κσμοαντίληψη που τείνει να πραγμοποιήσει τόσο το σύστημα της κυριαρχίας όσο και την ιδέα της μεσολάβησης.Η “αντίσταση” στηρίζεται σπάνια σε μια αναστοχαστική ανάλυση των δυνατοτήτων για θεμελιώδη αλλαγή, οι οποίες παράγονται αλλά και καταπιέζονται από μία δυναμική ετερόνομη τάξη [του κεφαλαίου]. [Η "αντίσταση"] είναι μια μη διαλεκτική κατηγορία που δεν συλλαμβάνει τις δικές της συνθήκες δυνατότητας· αποτυγχάνει δηλαδή να συλλάβει το δυναμικό ιστορικό πλαίσιο του οποίου αποτελεί μέρος.» – Μόις Ποστόουν, “Ιστορία και ανημπόρια: Μαζική κινητοποίηση και σύγχρονες μορφές αντικαπιταλισμού”, 2006

Ομιλητές

Νικόλας Σεβαστάκης: αναπλ. καθηγητής του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ.

Θοδωρής Καρυώτης: συμμετέχει σε εγχειρήματα άμεσης δημοκρατίας και αλληλέγγυας οικονομίας

Άρης Τσιούμας: μέλος της Κίνησης Εργατικής Χειραφέτησης και Αυτοοργάνωσης

Κώστας Γούσης: μέλος του ΝΑΡ (νέο αριστερό ρεύμα)

 

Νικόλας Σεβαστάκης: Παρά τα όρια που έχει η λογική των αντιστάσεων ( και της αντιστασιακής έκκλησης), παρά δηλαδή το γεγονός ότι όντως «φέρει εντός της» την εμπειρία των απωλειών και των πολλαπλών αποτυχιών των κινημάτων χειραφέτησης, θεωρώ προβληματική, πολιτικά και ηθικά, την «απώθηση» αυτής της εμπειρίας [της απώλειας ή της αποτυχίας] στο βωμό κάποιας νέας αλήθειας ως κατάφασης, ως πράξης με την οποία «απαλλασσόμαστε με ένα άλμα» από το βάρος μιας θλιμμένης ή ένοχης συνείδησης. Για να το εκφράσω διαφορετικά: πιστεύω ότι η εμπειρία της απώλειας ως αφετηρία για την τολμηρή αναγνώριση του ηθικού και πολιτικού κακού το οποίο αναδύθηκε και στο εσωτερικό της ριζοσπαστικής παράδοσης (κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά εντός του κομμουνισμού) είναι προτιμότερη από τη γοητεία την οποία ασκεί στις μέρες μας ένας ορισμένος δογματικός τόνος. Η αναγκαία απόσταση από τις παλαιότερες «αποπροσανατολιστικές» στιγμές της μεταμοντέρνας θρηνολογίας για το χαμένο Νόημα ή της φιλελεύθερης πτωματολογίας (αναφορικά, για παράδειγμα, με τις σκοτεινές πτυχές των επαναστατικών κινημάτων του εικοστού αιώνα) δεν πρέπει να δώσει τη θέση της σε ένα είδος «ηθικής αναισθησίας» καλυμμένης κάτω από το πέπλο της Ριζικής Πράξης, της ριζικής Απόφασης (σε αυτό το σημείο συνάντησης ενός Καρλ Σμιτ και ενός Λένιν το οποίο ελκύει πολλούς ριζοσπάστες της εποχής μας). Όσο κριτική και αν οφείλει να είναι η προσέγγισή μας στις παραλυτικές πλευρές της όποιας «μελαγχολικής» πολιτικής, δεν επιτρέπεται να λησμονήσουμε ούτε στιγμή το τεράστιο πλήγμα που υπέστη και υφίσταται ακόμα η ιδέα της χειραφέτησης από τις λογικές μιας δίχως αναστολές «θετικότητας», μιας «πολεμικής αποφασιστικότητας» η οποία έστηνε απέναντί της τη διαφωνία ως μικροαστικό συναισθηματισμό ή «ασυνάρτητη μελαγχολία»… […]

Νομίζω καταρχάς ότι όλοι εδώ θα συμφωνήσουμε στην παραδοχή ότι το σημερινό πλαίσιο (το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο της κρίσης και της κατάρρευσης των «ευημεριστικών» συμβιβασμών του παρελθόντος) αλλάζει σημαντικά τους όρους των κοινωνικών και πολιτικών ανταγωνισμών. Από τη σκοπιά της δομής (ή της κυρίαρχης τάσης πολιτικών συστημάτων και οικονομικής αρχιτεκτονικής) ο μεταρρυθμισμός, τουλάχιστον στην εξελικτική και ήπια θεσμοκρατική του εκδοχή, μοιάζει πράγματι «μπλοκαρισμένος» και δίχως περιθώρια κινήσεων. Αυτός ο παλιός, «αξιοσέβαστος» και καθηλωμένος στην ιδέα της ορθολογικής συναίνεσης ρεφορμισμός ανήκει, πράγματι, στις περιόδους των μεγάλων κοινωνικών συμβιβασμών και των σοσιαλδημοκρατικών συμβολαίων. Αλλά αν λάβουμε σοβαρά υπόψη το συλλογικό ήθος και τις κοινωνικές αναπαραστάσεις των εργαζομένων τάξεων (στις ευρωπαϊκές τουλάχιστον κοινωνίες), η επανάσταση, η ιδέα της επανάστασης, δεν διαθέτει καμιά αξιοπιστία. Είναι εν πολλοίς κάτι εντελώς αόρατο και ξένο. Για πολλούς και διάφορους λόγους, το Επαναστατικό Εγχείρημα, έτσι όπως διαμορφώθηκε στο εποχικό διάνυσμα από το 1789 ως το 1968, δεν αναγνωρίζεται πλέον ως «ιστορικά ενεργό» ούτε, για να είμαστε ειλικρινείς, ως ηθικά-πολιτικά επιθυμητό. Από τη μεγάλη πλειονότητα των λαϊκών τάξεων και όχι μόνο από τους διανοουμένους ή τους καθηγητές πανεπιστημίων. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε λοιπόν είναι να αποκαταστήσουμε τον δεσμό της μεταρρύθμισης με τη δομική ρήξη, με συγκεκριμένα δραστικά ρήγματα στο «καθεστώς παγίωσης» του «Δεν Υπάρχει Άλλος Δρόμος», there is no Alternative. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ανοιχτεί εκ νέου μια δυνατότητα: μέσα από τέτοια «μεταρρυθμιστικά ρήγματα» που στις σημερινές συνθήκες θα επιτρέψουν στους από κάτω την ελπίδα, την επιθυμία για το καλύτερο, ενδέχεται να επανεισαχτεί η «δυναμική της αμφισβήτησης» στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι εξαιρετικής σημασίας. Και πιστεύω ότι μια ριζοσπαστική πολιτική, αν δεν θέλει να είναι απλώς αναμνηστική, οφείλει να επιμείνει πλέον στην ιδέα της δημοκρατίας έτσι όπως αυτή συναρθρώνεται ξανά με το κοινωνικό ζήτημα, με το ζήτημα της κατανομής της κοινωνικής εξουσίας.

Δουλεύοντας πάνω σε αυτό τον κόμβο (δημοκρατίας-κοινωνικού ζητήματος) θα μπορούσαμε ενδεχομένως να προσδοκούμε βάσιμα στην επανεμφάνιση ενός «πληθυντικού» στις πηγές του αντικαπιταλισμού. Γιατί ο αντικαπιταλισμός, παρά τη λαϊκή δυσφορία για τους πλούσιους και για τη διαφθορά των νέων αδίστακτων ολιγαρχιών, παρά τις «διάσπαρτες αντιπλουτοκρατικές» διαθέσεις που αναπτύσσονται στον αέρα των σκανδάλων και των διαψεύσεων του κόσμου, παραμένει μια εξαιρετικά μειονοτική ευαισθησία. Και σε πολλές άλλες κοινωνίες από τη δική μας, ο αντικαπιταλισμός είναι περισσότερο απόμακρος και από την ιδέα του εποικισμού του πλανήτη Άρη. Μπορεί παρόλα αυτά να ξαναϋπάρξει ως σοβαρή προοπτική, ως στοιχείο της «ενεργού πραγματικότητας» μόνο μέσα από μια εμπειρία της δημοκρατίας στην οποία θα «ενσωματώνονται» τα κριτικά στοιχεία και αυτής ακόμα της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Εννοείται φυσικά ότι το πέρασμα από την ιδέα της δημοκρατίας στον αντικαπιταλισμό και ειδικότερα σε έναν αριστερό και σοσιαλιστικό αντικαπιταλισμό είναι μια υπόθεση που προϋποθέτει την άρση της κατάστασης του κοινωνικού ζόφου. Η μείωση της κοινωνικής καχεξίας και ατροφίας, η «αποτροπή» της περαιτέρω βιοτικής απαθλίωσης ευρύτερων στρωμάτων, η ανάσχεση ας πούμε του πιο επιθετικού πυρήνα των «μνημονιακών προγραμμάτων» δεν είναι έτσι κάτι ασήμαντο το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί ως Εμπόδιο, αυταπάτη ή παραπλάνηση. Σε συνθήκες όπου υφίσταται ουσιαστική αναστολή των όρων μιας φιλελεύθερης και κοινωνικής δημοκρατίας, η απαίτηση για πραγματική δημοκρατία και η συμβολική επικύρωση των συντακτικών αξιών της κοινωνικής αλληλεγγύης και της αξιοπρέπειας, μπορούν να είναι, εν δυνάμει, πολύ πιο δραστικές από άλλες «εκκλήσεις». […]

Η σύγχυση μεταξύ γλωσσικής «επαναστατικής» ευφορίας και ριζοσπαστισμού συνιστά κατά τη γνώμη μου κατάλοιπο μιας στατικής τοποθέτησης για τη σχέση μεταρρύθμισης και επανάστασης. Αυτή η μαγεία των ανατρεπτικών λέξεων έχει βέβαια μια αξία: μπορεί να είναι μια υπενθύμιση των «συγκρουσιακών» θεμελίων κάθε κανονιστικής τάξης, κάθε ορθολογικής συναίνεσης, κάθε πολιτικής μεσολάβησης σε μια ανταγωνιστική και βαθιά άνιση κοινωνία. Αλλά η αξία της υπενθύμισης μετατρέπεται συχνότατα σε αυταπάτη περί «καθαρότητας των μετώπων», σε ένα είδος πολιτικής της άρνησης των αποχρώσεων, της περιφρόνησης για τις πολύπλοκες μεταβάσεις και τις «μικτές στιγμές».

Τελειώνω, λέγοντας ότι κατά τη γνώμη μου ζούμε μια κατεξοχήν μικτή και ακάθαρτη πολιτική συγκυρία. Και η Αριστερά καλείται να «κάνει κάποια πράγματα» περισσότερο από το να εμμένει στα σεβάσμια λεξιλόγια και στις γνώριμες μεθόδους με τις οποίες αυτοσυντηρείται στο χρόνο με τους φίλους και τους αποστάτες της, τις ενοχές και τις προδοσίες της, τις ορθοδοξίες και τις αιρέσεις της…

Αυτά τα πράγματα, αν και εφόσον τα προσπαθήσει, είναι φυσικά «λίγα», είναι υποδεέστερα του σκοπού της, του ονείρου ή του σχεδίου της στη νεωτερικότητα. Αναδύονται ωστόσο ως ανάγκες από την ίδια την οδύνη του κοινωνικού είναι, από την σημερινή κατάπτωση των σωμάτων που ζητούν να στηθούν ξανά όρθια, να διεκδικήσουν περιθώρια συγκεκριμένης ελευθερίας από τον δεσποτισμό της «μνημονιακής τάξης» και των πολιτικών της κελευσμάτων.

Θοδωρής Καρυώτης: Ας τολμήσουμε να αντιστρέψουμε την – κοινή στην ελευθεριακή σκέψη – παραδοχή ότι το κράτος και η αγορά είναι «εξωκοινωνικοί θεσμοί». Πράγματι σήμερα είναι δύσκολο να βρούμε κάποια αγνή και αμόλυντη “κοινωνία” κάτω από το κράτος και την αγορά, με την έννοια ότι οι βασικοί δεσμοί που αναπαράγουν την κοινωνική ζωή είναι δομημένοι μέσα από το κράτος και την αγορά. Οι καταναγκαστικοί μηχανισμοί του κράτους και της αγοράς, όπως το μονοπώλιο της νόμιμης βίας και ο μηχανισμός του χρέους, είναι οι τελευταίοι σε μια σειρά μηχανισμών στους οποίους καταφεύγουν αυτοί οι θεσμοί για να επιβάλλουν τη λογική τους. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας εσωτερικεύουμε τους μηχανισμούς με τους οποίους αναπαράγονται, για παράδειγμα μέσα από την αρχή της ανάθεσης/αντιπροσώπευσης ή μέσα από την αρχή της μεγιστοποίησης του κέρδους, κτλ.

Ακολουθώντας τον Φουκώ, ας ονομάσουμε «βιοπολιτικό» αυτό το πεδίο αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων . Το υποκείμενο είναι προϊόν της εξουσίας: οι εμπορευματικές, ταξικές και κυριαρχικές σχέσεις μάς έχουν καθορίσει σε τέτοιο βαθμό που είμαστε καταδικασμένοι να τις αναπαράγουμε. Κάθε ένας από εμάς είναι ένας φορέας αναπαραγωγής του καπιταλισμού. Το κράτος και η αγορά λοιπόν δεν κυριαρχούν παρασιτικά, από έξω, αλλά από το εσωτερικό της κοινωνικής ζωής.

Φυσικά το βιοπολιτικό πεδίο δεν είναι αρκετό για την αναπαραγωγή του καπιταλισμού, απαιτείται επίσης ένα«πολιτικό» πεδίο με την παραδοσιακή έννοια του όρου: το κράτος, το αντιπροσωπευτικό σύστημα, οι νόμοι, οι οικονομικοί θεσμοί, οι μηχανισμοί καταστολής και ενσωμάτωσης, οτιδήποτε έχει να κάνει με τη διαχείριση της καπιταλιστικής ολότητας.

Υπό αυτή την οπτική, οι στρατηγικές κοινωνικής χειραφέτησης που επικεντρώνονται στην αλλαγή του «πολιτικού» χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους το «βιοπολιτικό», θα καταφέρουν στην καλύτερη περίπτωση πολύ αποσπασματικές και πρόσκαιρες νίκες: είμαστε προγραμματισμένοι να αναπαράγουμε τον καπιταλισμό.

Είναι βέβαια υπερβολή να πούμε ότι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων καθορίζονται από το κράτος και την αγορά. Επιβιώνουν στην κοινωνία σχέσεις κοινοτικές, συλλογικές συνεργατικές που βγαίνουν από την λογική της εξατομίκευσης και της μεγιστοποίησης του οφέλους, της αφηρημένης εργασίας και της συσσώρευσης.

Η παρούσα οικονομική κρίση δημιούργησε μια έκρηξη κοινωνικής δημιουργικότητας προς αυτή την κατεύθυνση. Η απόσυρση του κοινωνικού κράτους και η επιβολή της λογικής της αγοράς σε νέους τομείς της κοινωνικής ζωής είχαν ως “παρενέργεια” την απαγκίστρωση μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας από την κρατική κηδεμονία, και την ανάδειξη των δυνάμεων συνεργασίας και αλληλεγγύης της ίδιας της κοινωνίας.

Θα ήταν βέβαια αφελές να υποστηρίξουμε ότι όλα αυτά τα νέα εγχειρήματα είναι ανοιχτά ανταγωνιστικά προς τον καπιταλισμό, ή ότι αποτελούν μια ξεκάθαρη και ομογενή πρόταση υπέρβασης του καπιταλισμού με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Πρόκειται περισσότερο για την ανάδειξη του «πλήθους» όπως το αντιλαμβάνονται οι Χαρντ και Νεγκρι, παρά για την ανάδειξη ενός νέου επαναστατικού υποκειμένου με την μαρξιστική έννοια. […]

Εμείς λοιπόν φτιάχνουμε τον καπιταλισμό. Πρέπει να σταματήσουμε να τον φτιάχνουμε και να κάνουμε κάτι άλλο. Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να κατανοήσουμε την ανάδυση αυτής της πληθώρας νέων εγχειρημάτων βασισμένων στην αρχή της ισότητας, της οριζοντιότητας, της συμμετοχής.

Κοινωνικά κέντρα, καταναλωτικοί και παραγωγικοί συνεταιρισμοί, αστικές καλλιέργειες, οικοκοινότητες, πειράματα κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, δίκτυα ανταλλαγών, χαριστικά παζάρια, συνελεύσεις γειτονιών, κινήσεις για την προάσπιση των κοινωνικών αγαθών, δομές κοινωνικής αλληλεγγύης, και η λίστα εμπλουτίζεται συνεχώς.

Ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητες της κάθε μίας, θα μπορούσε κανείς να πει ότι όλες αυτές οι νέες συλλογικότητες εκφράζουν μία απογοήτευση από τα πολιτικά κόμματα και το κράτος, ως ενιαίων χώρων διοχέτευσης και επίλυσης των αιτημάτων τους, και προτάσσουν ένα στόχο ριζοσπαστικό: μια συνολική μεταμόρφωση του τρόπου δράσης και σκέψης. Σε περιορισμένο βαθμό, και με τις αντιφάσεις και αμφισημίες που χαρακτηρίζουνε όλα τα κοινωνικά κινήματα ως απόπειρες υπέρβασης του υπάρχοντος, τα εγχειρήματα αυτά έχουν δημιουργήσει στο εσωτερικό τους κοινωνικές σχέσεις αντίθετες στη δυναμική της αγοράς και στην “κρατικο-κεντρική” ιεραρχία.

Πρόκειται για πειράματα κοινωνικής χειραφέτησης από τα κάτω τα οποία δεν επιβάλλουν αλλαγές σε όλο τον κοινωνικό ιστό. Δημιουργούν ξεκάθαρες προτάσεις αλλά δεν έχουν ένα σχέδιο συνολικού κοινωνικού μετασχηματισμού από τα πάνω. Δεν θέλουν να επιβάλουν το όραμά τους, ίσως αυτό θα τους φαινόταν αντιφατικό . Η ίδια τους η πολυμορφία είναι ένδειξη ελευθερίας στην πράξη: Δεν έχουμε ένα μοναδικό μοντέλο που θα πρέπει να εφαρμοστεί, αλλά μία πληθώρα μοντέλων βασισμένων σε παρόμοιες αξίες, αρχές και πρακτικές.

Αυτά τα εγχειρήματα αποτελούν ταυτόχρονα λύση σε άμεσες πρακτικές ανάγκες, αλλά και κοινωνικό πειραματισμό, δηλαδή απόπειρα κοινωνικής αλλαγής στο εδώ και στο τώρα, αφού δεν περιμένουν την αβέβαιη μαγική στιγμή της επανάστασης. Αλλά και όταν έρθει αυτή η στιγμή, θα έχουν μια καλή ιδέα για το τι μπορεί να λειτουργήσει στη μετεπανασταστική κοινωνία και τι όχι.

Το να τα χαρακτηρίσουμε «κινήματα αντίστασης» σημαίνει ελλιπή κατανόηση τους: πρόκειται για μικρά πειράματα «αυτονομίας» ή, καλύτερα, «αυτονόμησης», για να δοθεί έμφαση στην διαδικασία και όχι στην κατάσταση, που περνάν από την καταγγελία του υπάρχοντος προς την προεικονιστική οικοδόμηση διαφορετικών κοινωνικών σχέσεων και δομών. Δεν περιορίζονται στο «βιοπολιτικό» πεδίο, αν και αυτό είναι το κατεξοχήν πεδίο δράσης τους, αλλά το παίρνουν ως αφετηρία με σκοπό τη δημιουργία ενός νέου πολιτισμού, ενός νέου ανθρωπολογικού τύπου που συνειδητά θα απορρίψει τις αξίες του καπιταλισμού.

Φυσικά όπως είπα και πιο πάνω ούτε όλα αυτά τα εγχειρήματα είναι ανοιχτά ανταγωνιστικά προς τον καπιταλισμό, ούτε αποτελούν πανάκεια για όλα τα πολιτικά μας προβλήματα. Σίγουρα από μόνα τους δεν είναι αρκετά τα εγχειρήματα αυτονομίας. Το πολιτικό πλαίσιο στο οποίο κινούνται βάζει περιορισμούς και πρέπει να βρεθούν δημιουργικοί τρόποι υπέρβασης τους. Πάντα επίσης υποβόσκει ο κίνδυνος του αναχωρητισμού και της απομόνωσης από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. […]

Κατά τη γνώμη μου, αυτή η κίνηση προς την αυτονομία περνάει απαραίτητα από τη δημιουργία φορέων από την ίδια την κοινωνία για τη δικτύωση μεταξύ κοινοτήτων, τη διαχείριση των κοινών και την επίλυση διαφορών. Είναι απαραίτητη η δημιουργία θεσμών που θα ενώσουν το βιοπολιτικό πεδίο με το πολιτικό και θα συγκροτήσουν ένα νέο πόλο «από τα κάτω» στην πολιτική ζωή.

Κάποια από τα χαρακτηριστικά των νέων αυτών θεσμών θα πρέπει να είναι:

  • Να επιτρέπουν έναν καταμερισμό εργασίας που να μην ευνοεί όμως την εξειδίκευση και την ανάθεση, πχ μέσω κληρωτών θέσεων ευθύνης.
  • Να επιτρέπουν έναν «ήπιο» βαθμό εκπροσώπησης χωρίς να φτάνουν όμως στην αντιπροσώπευση.
  • Να οριοθετούν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συλλογικοτήτων που τους αποτελούν.
  • Να θεσμίσουν μηχανισμούς συλλογικής απόφασης, σύνθεσης των απόψεων, επίλυσης διαφορών.

Με αυτό τον τρόπο τα εγχειρήματα βάσης θα μπορούν να μεταφέρουν την πολιτική κουλτούρα των συνελεύσεων τους σε ένα ανώτερο επίπεδο δικτύωσης, και θα αποτελέσουν έτσι εργαλεία «εποικισμού» της πολιτικής ζωής με τις αξίες των κινημάτων κοινωνικής χειραφέτησης από τα κάτω, αντίθετα με τους μηχανισμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που αποτελούν ακριβώς το ανάποδο.

 Άρης Τσιούμας: Η δική μου συνεισφορά στη κουβέντα θα γίνει μέσω της παρουσίασης ενός σχήματος το οποίο επιθυμεί να παράξει ένα πολιτικό πρόσημο μέσω της παρακολούθησης των ταξικών ανα-διαρθρώσεων του καπιταλισμού τα τελευταία χρόνια, και την επακόλουθη αλληλεπίδραση τους με τις δυναμικές συγκροτήσεις, αφηγήσεις και τακτικές του ευρύτερου αντικαπιταλιστικού κινήματος και των προβληματικών που αυτό ανέπτυξε.

Κάνοντας μια εισαγωγή, θα ορίσω ως ιστορική αφετηρία του σχήματος, το έτος 1933, όπου η ρύθμιση του New Deal, θα αποτελέσει την πρώτη διαμόρφωση μιας σοσιαλδημοκρατικής οικονομικής βάσης, στην προσπάθεια της κυβέρνησης των ΗΠΑ να απαντήσει αποτελεσματικά στην κρίση του 1929. Η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία της Γερμανίας την ίδια χρονιά και η σταδιακή αναβάθμιση του ρόλου της ΕΣΣΔ την ίδια περίοδο θα καταδείξουν ένα σημαντικό πρόβλημα. Η ρύθμιση του New Deal και η νέα διαχείριση που εισάγει δεν αποτελούν ακόμα ένα οικουμενικό μοντέλο. Οι εναλλακτικές διαχειρίσεις του καπιταλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο θα αποτελέσουν έναν ακόμα από τους πολλούς λόγους, εξ αιτίας των οποίων η ανθρωπότητα θα οδηγηθεί σε μια παγκόσμια πολεμική σύρραξη.

Η επόμενη μέρα του πολέμου θα βρει την Ευρώπη στη μέση δυο υπερδυνάμεων με μόνη ελπίδα μια μεγεθυμένη ανάπτυξη από αυτές που μπορούν να υπάρξουν μόνο πάνω στα ερείπια ενός ολοκληρωτικού πολέμου. Την περίοδο μεταξύ 1950–1970 η Ευρώπη – και οι λαοί της – θα γνωρίσουν την πλήρη ανάπτυξη του σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου. Πρόκειται για την αναβάθμιση της σοσιαλδημοκρατικής οικονομικής βάσης μέσω κυρίως του κρατικού παρεμβατισμού σε νέα βιοπολιτική διαχείρισης του καπιταλισμού. […]

Ο τρόπος λειτουργίας του σοσιαλδημοκρατικού συστήματος υπήρξε σχετικά απλός. Ένα κρατικό πλέγμα προστασίας απλώνεται με όρους ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και την εργατική δύναμη. Παράλληλα καλλιεργείται ο χυδαίος ορισμός του δημόσιου αγαθού ως κρατικού προϊόντος. Παρακολουθούμε δηλαδή την ανάπτυξη της διαδικασίας εισδοχής των δημόσιων αγαθών στην αγορά, την εμπορευματοποίηση τους.

Οι βασικοί στόχοι της όλης διαδικασίας είναι: η διατήρηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και η συνεχής διαχείριση της εξουσίας από την αστική ελίτ μέσω του ελέγχου του κράτους από το πολιτικό προσωπικό.

Με θεωρητικό πλαίσιο τις υποσχέσεις ευμάρειας και πρακτικό εργαλείο τους μαζικούς φορείς ενσωμάτωσης [τα πολιτικά κόμματα, και τα συνδικάτα ως μέρος του κρατικού μηχανισμού] ξεκινά η διαδικασία πρόσδεσης της εργατικής τάξης στο πλάνο ανάπτυξης του καπιταλισμού.

Πρόκειται για την προσπάθεια ευνουχισμού μέσω της αποπολιτικοποίησης της εργατικής τάξης που εκ της θέσης της [είναι η τάξη η οποία αναπαράγει τον καπιταλισμό] είναι δυνάμει επαναστατική. Αυτή η διαπίστωση μας φέρνει και στο κύριο σώμα της σημερινής εκδήλωσης. […]

Με μήτρα και γέννημα ταυτόχρονα το Μάη του 1968, θα αναπτυχθεί η Νέα Αριστερά της οποίας βασικό στοιχείο χαρακτηροδομής θα αποτελέσουν τα νέα κοινωνικά κινήματα.

Σε ένα πρόχειρο πλαίσιο ο J. Alexander θα πει ότι: «τα κοινωνικά κινήματα αποτελούν βάση έκφρασης των μεταμοντέρνων κοινωνιών και ταυτόχρονα βασικό χαρακτηριστικό τους».

Ο A. Touraine θα συμπληρώσει επεξηγηματικά: «το κοινωνικό κίνημα αποτελεί ένα πλαίσιο πολιτισμικών μοντέλων που θέτουν κοινωνικές πρακτικές», ενώ τονίζει ότι: «οι υλικές απαιτήσεις και οι ταξικές διακρίσεις δεν βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο». Η δε συνοχή των κοινωνικών κινημάτων δεν εδράζεται στο έδαφος του ταξικού, αλλά μέσα από το σχήμα του «ενεργού πολίτη» [της ταυτότητας δηλαδή υπηκόου της κοινωνίας των πολιτών] εδράζεται πλέον σε διαταξικά σχήματα. Στόχος είναι είτε οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις υπέρ της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων ή η εδραίωση νέων συλλογικών συμπεριφορών[1]

Μη αναγνωρίζοντας ως βασική αντίθεση της καπιταλιστικής διάρθρωσης της κοινωνίας την αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας, αυτά τα κινήματα μετακινούνται από την ταξική σύγκρουση στην ενασχόληση με ζητήματα εποικοδομήματος [φύλο, μειονότητες, μεταναστευτικό, αντιψυχιατρικό, εγκλεισμού κλπ].

Αυτή η διαδικασία θα έχει ως αποτέλεσμα να μετατεθεί το βάρος από την επανάσταση ως μέσο απελευθέρωσης στη μεταρρύθμιση μέσω του συμπεριφορισμού του μαζικού ατόμου που πετυχαίνει τη νομοθετική ρύθμιση προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το ίδιο το πλαίσιο εξουσίας στο οποίο εναντιώνεται.

Στην Ελλάδα λόγω της λενινιστικής επικυριαρχίας το κίνημα αυτό θα εκπροσωπηθεί σχεδόν αποκλειστικά από το νεοελευθεριακό ρεύμα και μετά το 1990 από το μετα-αναρχικό[2]

Πρόκειται ουσιαστικά για τη θέσμιση του κοινωνικού ρεφορμισμού μέσω των διαταξικών σχημάτων πρωτοβουλίας πολιτών σε πολιτικό ρεφορμισμό, μια διορθωτική κίνηση εν τέλει μέσα στον καπιταλισμό με τη μορφή παρέμβασης στο νομοθετικό του πλαίσιο. Μια διαδικασία η οποία μιλά στο όνομα της επανάστασης, φέρει όμως το ονοματεπώνυμο «Μεταρρύθμιση».

Σε έναν εντελώς φανταστικό αντίποδα θα καλλιεργήσει μετά το 1990 και με αφορμή την κατάρρευση των σοσιαλιστικών σχηματισμών ένα κομμάτι της μετά-σταλινικής αριστεράς το δικό του κίνημα «αντίστασης».

Χρησιμοποιώντας μια επίφαση μαρξικής κληρονομιάς, αυτή η αριστερά θα επικαθορίσει το κοινωνικό με βάση μια πολιτική φαντασιακή θέσμιση. Συγκεκριμένα, ερμηνεύοντας τον κόσμο με όρους αναδίπλωσης των χειραφετησιακών κινημάτων, θα διατηρήσει τις αναφορές της στην ταξική πάλη, η οποία πλέον όμως στη βάση μιας «ρεαλιστικής προσέγγισης» θα συνδικαλιστικοποιηθεί.

Ενώ η συνοχή του κινήματος αντίστασης δεν διαφέρει ουσιαστικά από την διαταξική σύσταση του μεταμοντέρνου κινήματος μεταρρύθμισης, η διαφορά θα σημειωθεί στους όρους χρήσης.

Και πάλι στο όνομα της επανάστασης ένας πολιτικός ρεφορμισμός, ο οποίος συνέχεται στο πεδίο της άρνησης περιγραφής ενός άλλου παραγωγικού μοντέλου, μιας «μεγάλης αφήγησης» της απελευθέρωσης με κοινωνικούς όρους, θα εκφυλιστεί σε έναν κοινωνικό ρεφορμισμό μέσω της οριοθέτησης αυστηρά συντεχνιακών αιτημάτων τα οποία μπορούν να βρουν πεδίο ανάπτυξης σε όλες τις κοινωνικές τάξεις διαμέσου μιας πολιτικής του χώρου.

Η απόφαση του κινήματος αντίστασης, [το οποίο στην Ελλάδα θα εκπροσωπήσουν όλες οι δυνάμεις του αριστερού εξωκοινοβουλίου] ότι οι εργαζόμενοι [με τους οποίους δεν θα αποκτήσουν ποτέ οργανική σχέση] βρίσκονται σε μαζική άμυνα, θα μετατρέψει την ίδια την αντίσταση σε ένα αποκομμένο, κούφιο νοήματος, κέλυφος, έναν φαύλο κύκλο, καθώς η διαλεκτική σχέση της αντίστασης, ως προοίμιο της επανάστασης, θα διακοπεί βίαια. Το όνομα που θα φέρει αυτή η διαδικασία είναι το όριο της αιώνιας αντίστασης· πρόκειται ουσιαστικά για την μετουσίωση του πολιτικού ρεφορμισμού σε κοινωνικό ρεφορμισμό. […]

Ρόλος των χειραφετησιακών κινημάτων σήμερα που μιλούν και όντως τάσσονται με την επαναστατική διαδικασία είναι να υπενθυμίζουν διαρκώς στην τάξη και την κοινωνία των καταπιεσμένων ότι:

Δεν μπορεί να υπάρξει καμιά επαναστατική πολιτική, εάν δεν μιλάς για την αυτοδιεύθυνση της κοινωνίας από αυτούς που παράγουν τον πλούτο, εάν δεν μιλάς για την ολοκληρωτική άρση της διαχωρισμένης εξουσίας σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.

Δεν μπορεί να υπάρξει καμιά χειραφετησιακή πολιτική από τα πάνω προς τα κάτω, κανένα λαϊκό κίνημα στη βάση επικυριαρχίας του πολιτικού στο κοινωνικό. Η άμεση δημοκρατία ως μια πολιτική μορφή κομμουνισμού αποτελεί απαραίτητο συντελεστή στην προσπάθεια χειραφέτησης του ανθρώπου.

Δεν μπορεί να υπάρξει καμιά αριστερά και καμιά αναρχία, εάν δεν μιλούν για το ζήτημα αλλαγής παραγωγικού μοντέλου, εάν δεν μιλούν για το ζήτημα της κατάργησης της ιδιοκτησίας, της κατάργησης της εξουσίας ανθρώπου σε άνθρωπο σε όλα τα επίπεδα.

Μένει να υπενθυμίζουμε και να δρούμε διαρκώς με βάση την αποστροφή: «Όσα είπαμε ισχύουν».

 Κώστας ΓούσηςΤην ώρα που ξεσπά η μάχη αποτελεί πολυτέλεια και συχνά θρασυδειλία να κάθεσαι άπραγος, επειδή οι συνθήκες δεν είναι αρκετά ώριμες, ο διεθνής συσχετισμός είναι αρνητικός κ.ο.κ. Η λενινιστική τομή άλλωστε του Οκτώβρη του 1917 συνίσταται στην επαναστατική πολιτική παρέμβαση που αξιοποιεί τις δυνατότητες της κοινωνικής ρήξης με το ρίσκο των αντίξοων συνθηκών. Ταυτόχρονα όμως το λενινιστικό δίδαγμα μας υπενθυμίζει την ανάγκη να αναγνωρίζονται οι ανεπάρκειες, τα ελλείμματα, οι δυσκολίες, τα πράγματα με μια πιο γενική έννοια ως έχουν και να μη βαφτίζεται η ανάγκη αρετή.

Επομένως, η πρόσληψη της πραγματικότητας τοποθετεί στο κέντρο της την προτεραιότητα της κομμουνιστικής στρατηγικής και τις συνολικές εξελικτικές τάσεις της ανθρωπότητας έναντι των τακτικών επιλογών μιας περιόδου. Το αντίθετο, σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του Λούκατς, αποτέλεσε το κέντρο της μεθόδου του Στάλιν, σαν ουσία της οντολογίας του κοινωνικού είναι[3]. Ο επαναστατικός μαρξισμός επομένως παρακμάζει όταν η θεωρία έχει την αποστολή να έρθει εκ των υστέρων για να καθαγιάσει την τακτική επιλογή και να την εμφανίσει σαν αναγκαίο συμπέρασμα της μαρξιστικής και λενινιστικής μεθόδου. […]

Σε αυτή την εισήγηση θα δώσουμε βαρύτητα στη θεωρητική πλευρά της σχέσης κοινωνικής αντίστασης, μεταρρύθμισης κι επανάστασης. Σπεύδω όμως να τονίσω πως σε κάθε περίπτωση ανάμεσα στη θεωρητική, την πολιτική, την οργανωτική και κινηματική διάσταση της συζήτησης δεν υπάρχουν σινικά τείχη και, όπως δεν πρέπει να ταυτίζονται, έτσι δεν πρέπει και να αυτονομούνται μεταξύ τους τα διαφορετικά επίπεδα μιας δυναμικής σχέσης αλληλεπίδρασης. Άλλωστε, μία σοβαρή παγίδα που μπορεί να εγκλωβίσει τον επαναστατικό μαρξισμό στον βάλτο της ακινησίας σε μια περίοδο, όπου όλα κινούνται και όλα αλλάζουν, βρίσκεται σε μια υποθετική θεώρηση των πραγμάτων σαν την παρακάτω ∙ η θεωρία ασχολείται με τον κομμουνισμό ως αφηρημένη ιδέα, το κίνημα περιορίζεται στην κοινωνική αντίσταση χωρίς άλλο ορίζοντα πάλης ή έστω προσδοκιών και οι επαναστατικές οργανώσεις – αριστερές περιθωριακές τάσεις μεγάλων κομμάτων προπαγανδίζουν την επανάσταση ως ιδεολογικό συμπλήρωμα σε μια κυρίαρχη στρατηγική που συνίσταται σε μεταρρυθμίσεις με όρους προοδευτικής κυβερνητικής διαχείρισης κι ενός νέου ιστορικού συμβιβασμού για τη διέξοδο από την κρίση.

Προφανώς, οι ομοιότητες της παραπάνω υπόθεσης με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις της τρέχουσας κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας και τα νέα διακυβεύματα της κρίσης δεν είναι καθόλου τυχαίες. Για να αντιληφθούμε όμως τους όρους και τους δρόμους επανεμφάνισης της προγραμματικής συζήτησης για μεταρρυθμίσεις, επαναστάσεις, τακτική και στρατηγική τη νέα περίοδο, πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη το σοκ της κατάρρευσης και την ισχύ της ρεβανσιστικής και αλαζονικής διακήρυξης του «τέλους της ιστορίας» τη δεκαετία του ’90. Το παράδοξο μάλιστα με το «τέλος της ιστορίας» είναι πως πολλοί απ’ όσους έριχναν κατάρες ενάντια στον Φουκουγιάμα κατά βάθος ήταν και οι ίδιοι πολύ απαισιόδοξοι σε σχέση με τη δυνατότητα των μαζών να καθορίσουν τις εξελίξεις. Δεν έλειψαν βέβαια κι εκείνη την περίοδο όσοι επεσήμαναν πως η ιστορία δεν τέλειωσε και αργά ή γρήγορα νέοι κοινωνικοί τριγμοί θα τραντάξουν την «ησυχία, τάξη και ασφάλεια» των όπου γης κεφαλαιοκρατών. […]

Οι ουδέποτε ηγεμονεύουσες επαναστατικές απόπειρες του εξεγερσιακού κύκλου που άνοιξε με τον Μάη του ’68 κατέρρευσαν τότε μαζί με τις δεκαετίες των ιστορικών συμβιβασμών και αυταπατών για το δημοκρατικό, κοινοβουλευτικό και ειρηνικό μετασχηματισμό του καπιταλιστικού κράτους. Τη δεκαετία του ’90 με βάση τον πρώτο κύκλο ριζοσπαστισμού στη Λατινική Αμερική με το παράδειγμα των Ζαπατίστας και τις νέες κινηματικές εμπειρίες του κινήματος κατά της καπιταλιστικής διεθνοποίησης διάφορες αυτόνομες κι αναρχικές προσεγγίσεις αναπτύχθηκαν δυσανάλογα σε σχέση με τη θεωρητική δυναμική τους.

Την ίδια στιγμή κι εντός της πολλαπλότητας των αναρχικών ρευμάτων πήρε προβάδισμα μια μετα–ηγεμονική και αντιπολιτική διάσταση, όπως χαρακτηριστικά εκφράζεται στο βιβλίο του Ρίτσαρντ Ντέι Gramsci is Dead[4]όπου το ίδιο το ερώτημα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» θεωρείται παρωχημένο, καθώς δεσμεύεται σε παραδόσεις θεμελιώδους κοινωνικής αλλαγής που χαρακτήρισαν τόσο τον κλασσικό μαρξισμό όσο και τον κλασσικό αναρχισμό. Ο μετα-αναρχισμός μοιράζεται με τις μεταμαρξιστικές προσεγγίσεις των Λακλάου και Μουφ τις αναφορές στον Λακάν και την παραίτηση από το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς κράτος, εξουσία κι εκμετάλλευση.

Από διαφορετικές αφετηρίες μια σειρά από προσεγγίσεις με διαφορετικές θεωρητικές καταβολές και διαδρομές καταλήγουν στο να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία[5], όπως διακήρυξε ο Τζον Χόλογουεϊ. Ο περιορισμός σε αυτόνομες νησίδες κατέληξε στην αυτονόμησή τους από κάθε γενικό πολιτικό σχέδιο και μια αντιπολιτική των συμβάντων χωρίς προϋποθέσεις και προοπτική. Στον αντίποδα στήθηκε μια εξιδανίκευση της λογικής των αριστερών προοδευτικών κυβερνήσεων με βάση τους λατινοαμερικάνικους ριζοσπαστισμούς που υποτίμησε τη δυναμική της ενσωμάτωσης, τα δομικά όρια των «από τα πάνω» μεταρρυθμίσεων στα πλαίσια του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού και τις «από τα κάτω» λαϊκές συγκροτήσεις σαν καθοριστικό παράγοντα των εξελίξεων.

Το ξέσπασμα της κρίσης του καπιταλισμού, η νέα ποιότητα και το βάθος της άλλαξαν άρδην τα δεδομένα. Έχοντας πλέον μια τετραετία πίσω μας ο αναρχικός χώρος φαίνεται να διαπερνιέται από μια στρατηγική αμηχανία απέναντι στα ερωτήματα της κρίσης, ενώ οι προτάσεις προοδευτικής διαχείρισης αυτού που ο Μπαντιού έχει αποκαλέσει καπιταλοκοινοβουλευτισμό συγκροτεί στη συγκυρία μια δυναμική σχέση με τα ρεύματα της κοινωνικής αντίστασης και της νέας πολιτικοποίησης. Στα πλαίσια αυτής της εισήγησης θέτουμε αφοριστικά την εκτίμηση πως η δυναμική της περιόδου θα σπρώχνει αντικειμενικά είτε προς αντικαπιταλιστικές ανατρεπτικές απαντήσεις είτε προς μια επικίνδυνη αντιδραστική αναμόρφωση του συνολικού σκηνικού. Κι αυτό όχι μόνο με όρους μακροπρόθεσμου ξεδιπλώματος ενεργών αντιφάσεων, αλλά και όσον αφορά στις άμεσες απαντήσεις «εδώ και τώρα» για την επιβίωση – ανακούφιση του λαού.

Με αυτή την έννοια χρειαζόμαστε μια πολιτική των καταπιεσμένων που να συγκροτηθεί ως μεταβατικό πρόγραμμα που θα ανοίξει τον δρόμο προς τον θεμελιώδη κοινωνικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Η λογική του μεταβατικού προγράμματος είναι η λογική της διαρκούς επαφής και πολιτικοποίησης της κοινωνικής αντίστασης με στόχο τη γέννηση νέων πρωτοποριών, αλλά και την προώθηση της επαναστατικής διαδικασίας μέσα από την πείρα των ίδιων των μαζών. Το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχουν προτείνει στο μαζικό κίνημα ένα τέτοιο πρόγραμμα με βασικούς άξονες: την αύξηση μισθών και συντάξεων, την κατάργηση των μνημονίων και των μέτρων τους, την παύση πληρωμών και διαγραφή του χρέους, την έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ με διεθνιστική προοπτική, το πέρασμα στο Δημόσιο των τραπεζών και των μονάδων στρατηγικής σημασίας χωρίς αποζημίωση, με εργατικό έλεγχο και προς όφελος του λαού, την απαγόρευση των απολύσεων – κοινωνική προστασία των ανέργων και των φτωχών, την εκδίωξη της τρόικας και την απελευθέρωση από τη σύγχρονη δικτατορία ΕΕ, κεφαλαίου.

Ένα σχέδιο ηγεμονίας όμως και μετασχηματισμού των ρευμάτων της κοινωνικής αντίστασης σε ρεύματα της επαναστατικής ανατροπής δεν θα κριθεί μόνο από ένα άμεσο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης, αλλά και από την επαναθεμελίωση μιας νέας κομμουνιστικής προοπτικής. Ενός κομμουνισμού ως ρυθμιστικής στρατηγικής υπόθεσης (hypothèse stratégique régulatrice) με τους όρους που το έθετε ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ σε ένα από τα τελευταία του κείμενα[6]. Μια στρατηγική υπόθεση που δίνει προσανατολισμό στην καθημερινή δράση και αποτελεί ασπίδα προστασίας απέναντι στον εκφυλισμό μιας ενσωματωμένης πολιτικής χωρίς αρχές. Η επανεξόρμηση των κομμουνιστικών ιδεών δεν δημιουργεί από μόνη της επαναστατικά γεγονότα, αλλά δημιουργεί το πιο προωθημένο ρεύμα που θα αποτελέσει πόλο έμπνευσης και πυξίδα προοπτικής στις κρίσιμες επόμενες καμπές, όπου η κοινωνική αντίσταση ή θα κάνει άλμα προς τα μπρος τα μπρός ή άλμα στο κενό.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Ακούω όλη αυτή την κουβέντα για τον μαρασμό του κράτους, για τον κομμουνισμό, για την ιδιωτικοποίηση και για την κρατικοποίηση των τραπεζών κι όλα αυτά, και αναρωτιέμαι αν έχουμε πάρει χαμπάρι συνολικά ότι δεν μιλάμε πια για ένα κράτος αλλά για ένα σύμπλεγμα κρατών, που συνιστά την Ε.Ε. Άλλο το εθνικό κράτος, άλλο αυτό που λέγεται Ε.Ε., που αύριο πιθανό μπορεί να μας οδηγήσει σε εθνικά κράτη, μπορεί να μας οδηγήσει και σε άλλα πράγματα. Λέω αν αντιλαμβανόμαστε εκ των πραγμάτων ότι αυτή τη στιγμή το πιο πιθανό για τη χώρα δεν είναι μια κυβέρνηση προς την αριστερή ή σοσιαλιστική κατεύθυνση, αλλά ως προς τη φασιστική κατεύθυνση. Αυτό είναι για μένα ορατό, δεν ξέρω αν είναι ορατό στους υπόλοιπους.

Κώστας Γούσης: Δύο ζητήματα. Το ένα είναι ότι νομίζω υπάρχει ένας συλλογικός εκφασισμός της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, ο οποίος αυτή τη στιγμή τροφοδοτεί την άνοδο του ρεύματος του φασισμού, χωρίς να εκκινεί όμως από τα φασιστικά ρεύματα. Είναι δηλαδή ένας νεοφασισμός ο οποίος ξεκίνησε με κοστούμια και γραβάτες από αξιωματούχους διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών όπως η Ε.Ε. και το Δ.Ν.Τ. και από κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους, καθ’ όλα αρεστούς στο σύστημα της αστικής δημοκρατίας. Έτσι μπήκε μια ολόκληρη διαπαιδαγώγηση πολιτική, πολιτισμική, και συνολική της κοινωνίας, μιντιακή κλπ, που δημιούργησε το υπόστρωμα για την ανάδυση του φασισμού. Κοινωνικός κανιβαλισμός, να θυμηθούμε την επίθεση στην Κούνεβα από πασόκο εργολάβο πριν από λίγα χρόνια, μια σειρά στοιχείων τα οποία έφτιαχναν το έδαφος. Τελικά μπήκε και το ζήτημα της μετανάστευσης στο προσκήνιο, και βγήκαν αυτοί με τη ριζικότερη λύση εν μία νυκτί με συντριπτικά ποσοστά. Σήμερα, επειδή βρισκόμαστε στα πλαίσια της βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης, υπάρχει ο κίνδυνος να πάρει προβάδισμα το ρεύμα του φασισμού, στον βαθμό που θα ηττηθεί και δεν θα πάρει προβάδισμα η δυνατότητα ενός αντικαπιταλιστικού και χειραφετητικού ρεύματος να απαντήσει και στο ερώτημα της επιβίωσης αλλά και στο ερώτημα μίας άλλης εναλλακτικής προοπτικής. Γι’ αυτό και έθεσα και το δίπολο ως τέτοιο. Θεωρώ ότι θα στρέφονται αντικειμενικά τα πράγματα είτε στην ανατρεπτική, αντικαπιταλιστική κι επαναστατική λύση, είτε προς την αντιδραστική αναμόρφωση και φασιστική απειλή, και ποιος θα πάρει προβάδισμα θα κριθεί στο κοινωνικό πεδίο. Μ’ αυτή κιόλας την έννοια, μία κυβερνητική διαχείριση η οποία θα συντριβεί στις συμπληγάδες της σχέσης της με τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, του προγραμματικού ρεφορμισμού της και του κοινωνικού καθωσπρεπισμού, νομίζω ότι μπορεί να ανοίξει και τον δρόμο για τον εκφασισμό αντί να τον προλάβει.

Νικόλας Σεβαστάκης: Η αίσθησή μου από τις περισσότερες ομιλίες είναι όντως σαν να κάνω ένα ταξίδι πίσω στη δεκαετία του ’80 (όχι του ’70, δεν την πρόλαβα). Δηλαδή ίσως δεν έχουμε καταλάβει το τι συμβαίνει γύρω, και το στοιχείο αυτό δείχνει μια περιφρόνηση ακόμα και για τα ζητήματα επιβίωσης ή για τα ζητήματα της μερικότητας, είτε μέσα από το κράτος και μία κυβέρνηση είτε μέσα από κοινωνικούς αγώνες. Δηλαδή μια περιφρόνηση για κάποια έγνοια για μια αποτελεσματικότητα. Η οποία δεν είναι ανάγκη να προσδιορίζεται με όρους αποκλεισμού, δηλαδή, ένα μέρος των όσων ανέφερες, εγώ το προσυπογράφω, το συμμερίζομαι. Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αυτή η προβληματική π.χ. προϋποθέτει τη ρήξη γενικά με την πολιτική αντιπροσώπευση ή με ένα κοινωνικό το οποίο φτιάχνει δικά του πράγματα αλλά δεν θέλει και κάποια εργαλεία βοήθειας ή, εν πάσει περιπτώσει, κάποιες καλύτερες συνθήκες για να λειτουργήσει. Γιατί είναι δεδομένο ότι το κράτος ή οι κεντρικοί μηχανισμοί πολιτικής, και όχι μόνο η κυβέρνηση – που όντως δεν είναι η κυβέρνηση το κέντρο, ούτε είναι το πρωταρχικό στοιχείο, ούτε μπορεί να γίνει ποτέ υποκείμενο αλλαγής – αλλά γιατί πρέπει ας πούμε να σκεφτόμαστε την κυβέρνηση ως κυβέρνηση ή κίνημα, ή αγώνας, αντιπροσώπευση ή κοινωνικές αυτοθεσμίσεις, με όρους πάντα αποκλεισμού; Μπορούμε να το σκεφτούμε με όρους έντασης, και με όρους ακόμα και αντιπαράθεσης, αλλά όχι με όρους αποκλεισμού.

Παρ’ όλο που αντιλαμβάνομαι ότι δεν υπάρχει μια ενιαία γραμμή, κι ούτε αξιώνει κανείς κάτι τέτοιο από τους ομιλητές, είχα την αίσθηση συνολικά ότι, παρ’ όλο που διατυπωνόταν κάπως το αντίθετο, υπάρχει μια αγωνία για τον προσδιορισμό του επαναστατικού υποκειμένου με ταξικούς όρους, και είδα και διάχυτη σε κάποιες τοποθετήσεις μία δυσπιστία απέναντι στα ταυτοτικά κινήματα, ειδικά από το ’90 και μετά. Το ερώτημά μου είναι απλό και έχει διατυπωθεί πολλά χρόνια πριν, με κλασικές ρήσεις του τύπου «άμα δεν μπορώ να χορέψω σ’ αυτήν, δεν είναι η επανάστασή μου»: αυτή τη στιγμή, στην πολυπλοκότητα των υποκειμένων, και χωρίς να θέλω να βάλω έναν γενικό, αφηρημένο, μεταμοντέρνο σχετικισμό του στυλ ότι από παντού μπορεί να έρθει η όποιου είδους εξέγερση, είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε ριζικά τη διαφορά ανάμεσα στην καταπίεση και την εκμετάλλευση; Είμαστε δηλαδή σε θέση να αντιληφθούμε ότι ένας γενικά αντικαπιταλιστικός λόγος δεν είναι επαρκής για να διαμορφώσει αυτό που θα θέλαμε να είναι το επαναστατικό υποκείμενο σήμερα;

Άρης Τσιoύμας: Μια παρένθεση, σ’ αυτό που θίχτηκε μόλις τώρα, για να απαντήσω όσο πιο γρήγορα και εύστοχα γίνεται: εάν είχαμε κερδίσει στην Ισπανική επανάσταση, αν είχε κερδίσει το επαναστατικό κομμάτι, CNT, FAI κλπ, σήμερα θα μπορούσαμε να μιλάμε πολύ πιο εύκολα γι’ αυτά τα ζητήματα. Δηλαδή γνωρίζοντας ότι η οικονομική ισότητα είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή προϋπόθεση για την ολοκληρωμένη χειραφέτηση του ανθρώπου, τότε θα μπορούσαμε να αρχίσουμε να μιλάμε για την πολιτική ισότητα. Εδώ πέρα όμως βλέπω ότι έχουμε κάνει μια παράκαμψη – και απαντώ γιατί νομίζω ήμουνα αρκετά δριμύς όσον αφορά τα ταυτοτικά κινήματα. Ότι ακόμα, έχουμε να αντιμετωπίσουμε καλώς ή κακώς, είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει, τον καπιταλισμό. Δηλαδή άμα κέρδιζε η Σοβιετική Ένωση προφανώς θα είχαμε να αντιπαλέψουμε έναν καπιταλισμό σε μία νέα βιοπολιτική, αυτήν ας πούμε που παράγει γραφειοκρατικοποίηση, δηλαδή, η εξουσία της εντολής και όχι τόσο του ζητήματος της ιδιοκτησίας. Αν και φυσικά αναπαράχθηκε η ιδιοκτησία ακόμα και μέσα στη Σοβιετική Ένωση, δεν είναι μόνο ζήτημα γραφειοκρατίας. Υπ’ αυτούς τους όρους λέω ότι αυτά τα ταυτοτικά κινήματα είναι σύμπτωμα της προηγούμενης σοσιαλδημοκρατικής ύπαρξης. Το ότι ερχόμαστε σήμερα, έχοντας περάσει μια τετρακονταετία που έχουν παρέλθει, μπορούμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα (πού οδήγησε ο Μάης του ’68). Δεν λέμε για τη συνεισφορά τους αλλά τι σχέση έχουν τελικά με το ζήτημα «αντίσταση, μεταρρύθμιση, επανάσταση». Ο Βαλλερστάιν, ας πουμε, έλεγε το 1989 ότι δύο εκρήξεις ήτανε παγκόσμιες, άλλαξαν τον κόσμο, αλλά τελικά δεν κυριάρχησαν: ήταν η άνοιξη των λαών το 1848, με τον εκδημοκρατισμό, τη μετέπειτα νίκη της αστικής τάξης, και το 1968, το οποίο άλλαξε τον κόσμο σίγουρα αλλά όχι με επανάσταση. Τον άλλαξε με αλλαγή της ατζέντας του κοινωνικού ζητήματος, το οποίο δεν μπορούμε να το βάλουμε σ’ αυτούς τους όρους. Σήμερα, όταν βλέπουμε ότι δεν έχουν αντιληφθεί αυτό το μεγάλο ζήτημα τα μετανεωτερικά κινήματα, όταν επανέρχεται ο Χόλογουεϊ συνέχεια και συνέχεια και συνέχεια λέγοντας πώς θ’ αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία, το θέμα είναι πώς εννοούμε την εξουσία. Αυτή έχει ξεκάθαρα μια απόφυση σε μία ρήση, που είναι διαχρονική, νομίζω, του Μπακούνιν από τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν είπε ότι «ελευθερία χωρίς σοσιαλισμό είναι προνόμιο και αδικία, σοσιαλισμός χωρίς ελευθερία είναι τυραννία». Νομίζω ότι έχει ξεφύγει απ’ αυτό το επίπεδο αυτή η συζήτηση.

Θοδωρής Καρυώτης: Όσον αφορά το θέμα των ταυτοτικών κινημάτων, ακριβώς γι’ αυτό το πράγμα μιλάω όταν μιλάω για μια πολυπλοκότητα του υποκειμένου. Δηλαδή, από όλα αυτά τα κινήματα, ακριβώς αυτό έχουμε μάθει, ότι δεν υπάρχει μία κεντρική διαμάχη. Οι κυριαρχίες είναι πολλαπλές. Το οποίο σημαίνει ότι ίσως θα πρέπει, εγώ θα ήθελα, να εγκαταλείψουμε αυτόν τον διαχωρισμό ανάμεσα σε υλική βάση και εποικοδόμημα. Δεν με βοηθάει. Μάλλον, με την έννοια της βιοπολιτικής, το γυρίζω στο κεφάλι του κατά κάποιο τρόπο. Όχι εγώ – αλλά έτσι το αντιλαμβάνομαι ας πούμε. Ότι δεν είναι η υλική βάση που γεννάει την κουλτούρα. Είμαστε εμείς οι ίδιοι που γεννάμε τον κόσμο, που τον αναπαράγουμε. Είναι η θεσμιζόμενη κοινωνία και η θεσμίζουσα κοινωνία κατά κάποιον τρόπο. Εμείς οι ίδιοι θεσμίζουμε την κοινωνία ως υποκείμενα. Το οποίο σημαίνει ότι δεν μπορούμε να επικεντρωθούμε σε μία κεντρική διαμάχη, και όλα τα υπόλοιπα να θεωρήσουμε ότι υπόκεινται σ’ αυτή την κεντρική διαμάχη. Και εδώ μιλάω ξεκάθαρα για τη διαμάχη ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, η οποία, αποτελεί από μόνη της ένα παράδοξο. Θα έπρεπε δηλαδή να ξεπεράσουμε και την ίδια την έννοια της εργασίας, αν θέλαμε πραγματικά να χτίσουμε έναν διαφορετικό πολιτισμό, δηλαδή να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πάρα πολύ στα σοβαρά πώς μπορούμε να δώσουμε μια καινούργια έννοια στην εργασία μέσα από την έννοια της κοινότητας κατά κάποιο τρόπο και παίρνοντας σοβαρές αποφάσεις για το πώς και ποιος παράγει με τρόπο δημοκρατικό.

Έχω μια ερώτηση προς τον ΘΚ: Αν πούμε για παράδειγμα, όπως πολλές φορές έχει ειπωθεί, ότι θα γυρίσω την πλάτη απέναντι στο κράτος, απέναντι στο κεφάλαιο και τα αφεντικά, μπορεί να σταθεί πραγματική άμεση δημοκρατία, αν αυτή η άμεση δημοκρατία έχει το πιστόλι στον κρόταφο των εργαζομένων; Μπορεί δηλαδή το αφεντικό, το δικό μου, κι εγώ, που είμαι εργαζόμενος, με την απειλή της απόλυσης, με την απειλή της ανεργίας, να κάνω κάποιου τύπου συνδιαλλαγή γιατί θέλουμε το καλό της ανθρωπότητας και οι δύο; Είναι πολύ καλός άνθρωπος, ισχύει. Αλλά είναι και πολύ καλός επιχειρηματίας επίσης.

Θοδωρής Καρυώτης: Σε καμιά περίπτωση δεν υπονοώ ότι η άμεση δημοκρατία αυτή… κατ’ αρχήν δεν χρησιμοποίησα τη λέξη μέσα στην παρέμβασή μου (και ήταν ατυχής η περιγραφή στην αφίσα). Δεν υπονοώ ότι όλη αυτή η κατάσταση θα έρθει με έναν πολύ ειρηνικό τρόπο, όπου όλοι θα τα βρούμε ξαφνικά μεταξύ μας και θα είμαστε μια ευτυχισμένη κοινωνία στην οποία δεν θα υπάρχουν αντιθέσεις. Ακριβώς το αντίθετο. Όλη αυτή η διαδικασία της αυτονομίας είναι μια διαδικασία πολλαπλών συγκρούσεων και αγώνων σε πάρα πολλά διαφορετικά πεδία, τα οποία όμως θα πρέπει να έχουν πάντα αυτήν τη διάσταση, την αμεσοδημοκρατική, δηλαδή τη διάσταση του πολιτικού ελέγχου από το σύνολο των ανθρώπων, οι οποίοι επηρεάζονται από αυτή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα χτυπηθεί, ότι δεν είναι απαραίτητο να χτυπηθεί η ταξική διάσταση. Δηλαδή δεν σημαίνει ότι πρέπει να πείσουμε το αφεντικό να μας παραχωρήσει…, όχι, έχει πολλές διαστάσεις αυτός ο αγώνας. Δηλαδή είπαμε, μέσα, ενάντια και πέρα από το κράτος, την εργασία, την αγορά. Σημαίνει ότι μέσα στον χώρο της εργασίας θα πρέπει αρχικά, έστω και να παλέψουμε για κάποια μεταρρύθμιση, βλέποντας πάντα πέρα από την εργασία, βλέποντας πώς θα υπερβούμε την εργασία, όχι βλέποντας πώς θα ενταχθούμε στη λογική της εργασίας. Σίγουρα όλη αυτή η διαδικασία της αυτονόμησης θα περνά από πάρα πολλές συγκρούσεις, σε πάρα πολλά διαφορετικά πεδία, όχι σε ένα πεδίο. Αυτό είναι [το σημείο] στο οποίο διαφοροποιούμαι ίσως από τους ομιλητές. Δεν είναι ένα το πεδίο στο οποίο πρέπει να συγκρουστούμε.

Νικόλας Σεβαστάκης: Γιατί να παρουσιάζεται απόλυτη διάζευξη ανάμεσα σε αυτόν τον κοινωνικό ρεφορμισμό, κινηματικού τύπου – που είναι ουσιαστικά αυτό το πλάνο, άσχετα αν δεν το ονομάζεις έτσι, μεταρρυθμιστικό είναι αυτό που λες – και στην πολιτική διαμεσολάβησή του; Δεν είναι το ίδιο πράγμα, ας πούμε, μια αυταρχική δομή με μια λιγότερο αυταρχική δομή. Μπορεί να σου φαίνεται πως είναι ποσοτικές αποχρώσεις, αλλά ιστορικά έχει μεγάλη σημασία. Οι χώροι της ελευθερίας, κοινωνικά, σχετίζονται, ακόμη και όταν γυρνάν την πλάτη, με το πολιτικό σύστημα και δομές τέτοιου τύπου, άρα πρέπει να ενδιαφέρονται, παρά το ότι δεν επενδύουν εκεί, δεν πρέπει να γυρίζουν την πλάτη. Δεν πρέπει να θεωρούν κατά κάποιο τρόπο ότι κάθε λογική της πολιτικής αντιπροσώπευσης είναι το ίδιο πράγμα, είναι ένα ενιαίο πράγμα, ας πούμε. Δεν είναι το ίδιο πράγμα το Νιου Ντηλ με τον φασισμό, έτσι;

Θοδωρής Καρυώτης: Κατ’ αρχήν, δεν μπορώ να δεχθώ την έννοια κοινωνικός ρεφορμισμός, γιατί ο ρεφορμισμός σε όλες του τις εκφάνσεις μιλάει για μια αλλαγή στην ολότητα των κοινωνικών σχέσεων. Σε όλες τις εκφάνσεις στις οποίες τον έχω δει εγώ είναι μια αλλαγή από τα πάνω…

Νικόλας Σεβαστάκης: Δηλαδή οι σύνδεσμοι αλληλοβοήθειας και οι πειραματισμοί με τους συνεταιρισμούς είναι τέτοιες δομές που τις είχε η ιστορία του εργατικού κινήματος δεν ήταν πάντα από τα πάνω. Ξεκινούσε και από τα κάτω.

Θοδωρής Καρυώτης: Ακριβώς, ξεκινούσε από τα κάτω και το κοινωνικό κράτος ήταν ακριβώς η ενσωμάτωση αυτών των μηχανισμών στη λογική του κράτους και του κεφαλαίου. Και τότε έγινε ρεφορμισμός. Αλλά πάντα ήταν μια μικρή περιορισμένη επανάσταση, ήταν μία νησίδα στην οποία επικρατούσαν εντελώς διαφορετικοί όροι. Δηλαδή ήταν μια νησίδα αυτονομίας. Το κράτος ενσωματώνει και ουσιαστικά τους κάνει ετερόνομους. Γι’ αυτό δεν μπορώ να δεχθώ την έννοια του ρεφορμισμού. Από την άλλη, το κράτος δεν μπορώ να το δεχθώ ως μια ενσωμάτωση κοινωνικής βούλησης ή ως ένα προνομιούχο πεδίο ανταγωνισμού ή διοχέτευσης των αιτημάτων. Θεωρώ ότι το κράτος σε όλες του τις εκφάνσεις έχει σκοπό την ενσωμάτωση συνολικά του πληθυσμού στη λογική της αγοράς. Το κράτος είναι συνυφασμένο με τον καπιταλισμό, είναι ο καπιταλισμός, είναι εργαλείο του καπιταλισμού. Τώρα, αυτό δεν σημαίνει ότι γυρνάμε την πλάτη. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε για τους σκοπούς μας.

Εξεπλάγην από την τοποθέτηση όλων, γιατί είδα ότι «τρέξατε» με κάποιο τρόπο να δικαιολογήσετε αρνητικά την έννοια της αντίστασης, να τη φορτίσετε εντελώς αρνητικά εν όψει της μεταρρύθμισης και της επανάστασης, ενώ όλο το κλίμα της εποχής μας και του παρόντος μας είναι θετικό προς της έννοια της αντίστασης, η έννοια της αντίστασης έχει ένα θετικό περιεχόμενο. Η αντίσταση επικρατεί κι εμείς μετέχουμε σε αυτήν. Αυτό σημαίνει, δηλ., ήδη μία έκπτωση από την επαναστατική προοπτική. Αλλά αυτό σαν αναγνώριση του παρόντος μας και από αυτή την άποψη μπορεί «οι λέξεις που ψεύδονται» να βγαίνουν και μέσα από το στόμα μας. Αυτό είναι το πρόβλημα.

Άρης Τσιούμας: Νομίζω ότι δεν βάλαμε στην αντίσταση ένα αρνητικό πρόσημο, εγώ τουλάχιστον δεν της έβαλα ένα αρνητικό πρόσημο, δεδομένου ότι αντίσταση υπάρχει de facto, όταν μιλάμε για ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, είναι, ακριβώς αυτό είπα, το ζήτημα της διακοπής, της διακοπής της διαλεκτικής σχέσης ως προοίμιο της επανάστασης. Αυτό είναι το ένα ζήτημα, δηλ. πώς μπορεί να τροφοδοτεί μόνο τη μεταρρύθμιση, το ένα είναι αυτό. Όπως επίσης σε πολιτικό επίπεδο – σε κοινωνικό επίπεδο το προοίμιο του μετασχηματισμού είναι ας πούμε η αμφισβήτηση, όπως λένε κι οι μεγάλοι. Ούτε μπορείς να βάλεις ένα αρνητικό ή θετικό πρόσημο στην αμφισβήτηση γιατί κι αυτή υπάρχει de facto. Εγώ, ας πούμε, αποκλείω κάποιες μορφές, ή μάλλον τονίζω ποιες μορφές μπορεί να οδηγήσουν σε μια επαναστατική προκείμενη και ποιες όχι. Παραδείγματος χάριν, και είναι πάλι μια απάντηση στο ζήτημα του τι είναι εφικτό σήμερα: Όταν π.χ. ήρθαμε σε επαφή με τους χαλυβουργούς κάτω στην Αθήνα, ας πούμε, προφανώς θα στηρίξεις το να μην απολυθούν, τη συλλογική σύμβαση και χίλια δυο ζητήματα. Αυτό που μας κάνει τρομερή εντύπωση, και ως ΚΕΧΑ μπορώ να το πω αυτό, είναι ότι ενώ φυσιολογικά θα έπρεπε να υπάρχει στο μυαλό των εργαζομένων το ζήτημα της αυτοδιαχείρισης, μπορεί να μην μπορεί να γίνει σήμερα, λόγω των τραστ, αλλά σαν συνείδηση θα έπρεπε να μπαίνει μέσα. Δεν μπορείς να πηγαίνεις συνέχεια σε μία αντίσταση η οποία σου διώχνει εκατό σήμερα, προσπαθείς να τους ξαναπάρεις, μα αύριο όταν η ανεργία φτάσει στο 38% και είναι η χειρότερη ώρα στην επόμενη στροφή, στη διαπραγμάτευση της εργατικής δύναμης, της δύναμής της αυτής καθεαυτής, θα βρεθείς πάντα στην ήττα. Και κλείνω σε αυτό.

Ήθελα να πω ότι υπάρχουν δύο τάσεις στο επαναστατικό στρατόπεδο. Υπάρχει μία αρχετυπικά «προυντονική» που θεωρεί τον καπιταλισμό ένα ¨Κακό¨ στο οποίο πρέπει να αντισταθούμε με κάποιο τρόπο, οπότε έβαζε προκαπιταλιστικές μορφές, κοινοτικές, πολλά κινήματα γνωρίζουμε τύπου Ζαπατίστας, όλα αυτά έχουν ένα κοινοτικό προκαπιταλιστικό μοντέλο, το οποίο αντιστέκεται στην επίθεση του κεφαλαίου. Η άλλη, η μαρξιστική πλευρά, λέει ότι, ό,τι γίνεται, γίνεται στη βάση του καπιταλισμού, δηλαδή ο καπιταλισμός δεν είναι κάτι ¨Κακό¨ από μόνος του. Οπότε, θα ήθελα, αν μπορείτε, στις καταληκτικές παρατηρήσεις σας να τοποθετηθείτε απέναντι σε αυτό: ποια είναι η σχέση σας, η άποψή σας σε σχέση με τον καπιταλισμό; Είστε κάτι έξω από αυτό που θα του αντισταθείτε ή κάτι που προσπαθεί να κάνει τις αντιφάσεις του καπιταλισμού ακόμα πιο οξείες, πιο έντονες;

Νικόλας Σεβαστάκης: Να πω κάτι πάνω σε αυτό; Αν πάρεις, ας πούμε, τον ορίζοντα του Μανιφέστου, υπάρχει περίπου, όχι έπαινος, αλλά μία έκσταση μπροστά στη δυναμική του καπιταλισμού, στη δυναμική καταστροφών που έχει σε σχέση με όλα τα παραδοσιακά συστήματα πεποιθήσεων, ιδεών, σε όλες τις φαντασμαγορίες αρχαιότητας, ας πούμε, εκεί ο Μαρξ δείχνει να είναι γοητευμένος παράδοξα από την ίδια τη δυναμική ενός συστήματος του οποίου προβλέπει την παγκοσμιότητα, την παγκόσμια δυναμική κ.ο.κ. Αυτή είναι η μία πλευρά – που έχει μία κληρονομιά, η οποία δεν είναι ενιαία, υπήρξε και επαναστατική αλλά υπήρξε και στη Β΄ Διεθνή – η κληρονομιά των παραγωγικών δυνάμεων, της προόδου, της καινοτομίας και της καταστροφής ταυτόχρονα του χωριού, της κοινότητας. Εγκωμιάστηκε αυτό το πράγμα. Από την άλλη υπάρχει η άμυνα, ας πούμε, ένα αντινεωτερικό, κοινοτικό, πιο συντηρητικό στοιχείο, συντηρητικό με την έννοια, όμως, από την πλευρά των εργατικών ταυτοτήτων, το οποίο έχει αναδείξει πολύ και ο Όργουελ και άλλοι συγγραφείς που λένε ότι η προοδευτική ταυτότητα του σοσιαλισμού είναι πιο κοντά στον συντηρητισμό, εννοώντας ως σοσιαλισμό τον ίδιο τον από κάτω σοσιαλισμό, όχι τον σοσιαλισμό των διανοουμένων. Ήθελε, δηλαδή, να διασώσει ταυτότητες, να διασώσει τρόπους ζωής απέναντι σε εκσυγχρονισμούς που έρχονταν από τα πάνω. Και οι δυο παραδόσεις ή μήτρες, νομίζω ότι έχουν αναδείξει ας πούμε τερατογενέσεις, προβληματικές πλευρές: και η αντίληψη αυτή που βλέπει τον καπιταλισμό ως απελευθέρωση από το έδαφος, από τις ρίζες, ως την αφηρημένη ελευθερία, η οποία όμως μπορεί να ενισχυθεί, αν κοινωνικοποιηθούν τα μέσα παραγωγής με κομμουνιστικούς όρους· και η άλλη όμως πλευρά, που είναι η πλευρά του κοινοτισμού, με την ευρεία έννοια, κι αυτή έχει για άλλους λόγους, ας πούμε, αναδείξει άλλα όρια μέσα στον 20ο αιώνα. Αλλά υπάρχουν κι οι δυο μήτρες αυτές που παράγουν δύο διαφορετικούς τρόπους να βλέπεις το πρόβλημα, δηλαδή πρέπει να δούμε τον καπιταλισμό και να δούμε και τις ανθρωπολογικές του όψεις και τις πολιτισμικές του όψεις, δηλαδή το ζήτημα είναι, ας πούμε, ότι είμαστε από την πλευρά αυτών που δεν φοβούνται την ανάπτυξη του καπιταλισμού, αυτών που πιστεύουν ότι θα είναι προϋπόθεση του κομμουνισμού. Θα έχει επιβιώσει ο ανθρωπολογικός τύπος που προϋποθέτει μια βούληση, προϋποθέτει, ας πούμε, κάποιους ηθικούς και πολιτιστικούς πόρους, ούτως ώστε να μπορέσει να γίνει ο τύπος της κομμουνιστικής κοινωνίας; Ή πρέπει να μπουν κάποια όρια στην ανάπτυξη, την καπιταλιστική ανάπτυξη, που είναι ουσιαστικά το πρότυπο της ανάπτυξης, της μεγέθυνσης; Είναι μια προβληματική που πρέπει να την κρατάμε, ανεξάρτητα αν κάποιος επιμένει νομίζω να συνομιλεί με τη μια ή την άλλη ευαισθησία…

Άρης Τσιούμας: Να πω κι εγώ σύντομα. Αυτό που νομίζω πρέπει να ειπωθεί είναι ότι δεν μπορούμε να αναιρέσουμε αυτό που υπάρχει, δηλαδή πεπεισμένοι ότι, όντως το καινούριο δυστυχώς θα προέλθει μέσα από το παλιό. Το ζήτημα της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής είναι αυτό που είπα πριν, είναι κάτι αναγκαίο, αλλά όχι ικανό από μόνο του, οπότε νομίζω ότι είναι μέχρι ενός σημείου άσκοπο να αντιπαραβάλλουμε τον ύστερο Αντόρνο, ας πούμε με τον Τράβεν – τον ύστερο Αντόρνο, τον μαρξιστή, με τον Τράβεν, τον αναρχοατομικιστή – που πάμε να τον συνδυάσουμε από τα καλαθάκια… γιατί; Γιατί χρειαζόμαστε μία νέα κουλτούρα της μη εκμετάλλευσης. Που σημαίνει τι; Ότι χρειαζόμαστε ασφαλώς τα μέσα αναπαραγωγής του καπιταλισμού, για να μην πεινάμε μεν, αλλά χρειαζόμαστε και την κοινοτική κληρονομιά, για να τρώμε όλοι. Έτσι; Νομίζω αυτό είναι το νόημα. Τώρα αν μπορεί ακριβώς πάνω σε αυτό το νόημα του ανθρωπότυπου, δηλαδή αν μπορείς να τραβήξεις έναν ανθρωπότυπο, ο οποίος αναιρώντας το προηγούμενο πλαίσιο θα διαμορφώσει έναν καινούριο, ε, αυτό είναι όλο το ζήτημα της επανάστασης, δηλαδή όσο ζούμε, ποτέ δεν ξέρεις τι θα φέρει η επανάσταση. Μπορεί να φέρει τραγωδία.

Θοδωρής Καρυώτης: Εγώ νομίζω ότι εδώ θα συμφωνήσουμε αναφέροντας αυτές τις δύο διαφορετικές ευαισθησίες. Ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει ένα παράδοξο, το οποίο δεν μπορούμε να αναιρέσουμε. Το παράδοξο είναι ότι ποτέ δεν ήμασταν τόσο εξατομικευμένοι και ταυτόχρονα ποτέ δεν ήμασταν τόσο εξαρτημένοι ο ένας από τον άλλον. Ποτέ δεν ήμασταν τόσο κοντά γεωγραφικά και ποτέ δεν είχαμε τόση απόσταση ουσιαστικά όσον αφορά τους κοινωνικούς μας δεσμούς. Αυτό δεν μπορούμε να το αναιρέσουμε από τη μια στιγμή στην άλλη. Οπότε, και μία ευαισθησία πιο κοινοτιστική, όσον αφορά τον Προυντόν, θα πρέπει απλά έμπνευση να δώσει σε αυτό το αντικαπιταλιστικό κίνημα. Δεν μιλάμε να γυρίσουμε πίσω σε προκαπιταλιστικές μορφές. Όχι, είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να διατηρήσουμε, δηλαδή, έχουν επιβιώσει στην κοινωνία μορφές μη καπιταλιστικές. Έχει επιβιώσει κάποιου είδους συνεργατισμός, κάποιου είδους σχέση που να μην στηρίζεται πάνω στη μεγιστοποίηση του κέρδους και του οφέλους. Πάνω σε αυτές τις αξίες μπορούμε να χτίσουμε αυτόν τον καινούριο ανθρωπολογικό τύπο, για τον οποίο μιλάμε.

Κώστας Γούσης: Κατ’ αρχήν και ξεκινώντας από το πολιτισμικό πεδίο νομίζω ότι δεν πρέπει να χάσουμε αυτό που έλεγα πριν, το μεταμοντέρνο ως πολιτισμική κρίση του καπιταλισμού έχει ήδη οδηγήσει σε έναν συγκεκριμένο ανθρωπότυπο της ύστερης νεωτερικότητας, τον οποίο τον βρίσκουμε ως όριο σε σχέση με τα συλλογικά πολιτικά σχέδια είτε του μαρξιστικού, είτε του αναρχικού αυτόνομου χώρου. Γιατί, το είχε εκφράσει πολύ ωραία ο Νικόλας, στο ότι είναι ένας ανθρωπότυπος που δεν έχει συλλογικό προσανατολισμό προς το μέλλον και επομένως ειδικά την περίοδο του ξεσπάσματος της καπιταλιστικής κρίσης σε μια πρώτη φάση είδε τις αλλαγές σαν ένας πρωτόγονος, χωρίς κανένα εργαλείο να τις αναλύσει και χωρίς κανένα πεδίο να εκφραστεί απέναντί τους. Αυτό νομίζω ότι είναι ένα πρώτο όριο και έχει να κάνει με τη δυναμική του σύγχρονου καπιταλισμού, αν αντιληφθούμε το μεταμοντέρνο στην σχέση του και την αλληλοδιαπλοκή του με τις αλλαγές που κινούσαν από την οικονομία, εγώ δέχομαι το σχήμα ότι είναι υλικοί οι όροι που γεννούν την συνείδηση και το εποικοδόμημα, βέβαια με πιο διαλεκτικό τρόπο πολλές φορές από τη διαλεκτική ανάγνωση που είχαμε στο ορθόδοξο κυρίως μαρξιστικό ρεύμα αλλά χωρίς να πάρουμε το βασικό αυτής της θέσης κατά την γνώμη μου. Η δεύτερη πλευρά είναι ότι η δυναμική του σύγχρονου καπιταλισμού έχει γεννήσει τεράστια καταστροφή, έχει γεννήσει νομίζω συνθήκες όπου το οικολογικό δένεται με άλλο τρόπο και μπαίνει στο επίκεντρο της κουβέντας μας, έχει σχέση με τη δυναμική του σύγχρονου καπιταλισμού, το γεγονός ότι πολλές φορές κι εμείς το χάνουμε από την κουβέντας μας. Η τρίτη όμως πλευρά και με αυτήν θέλω να κλείσω είναι ότι η δυναμική του σύγχρονου καπιταλισμού αποτελεί και αφετηρία για τη δυνατότητα της κομμουνιστικής χειραφέτησης. Το υπαινίχθηκα στην εισήγηση λέγοντας ότι η κομμουνιστική προοπτική πρέπει να τεκμηριωθεί κιόλας επιστημονικά – εκεί θα τεκμηριωθεί επιστημονικά – αυτό δηλαδή που αντικειμενικά μπαίνει στην σημερινή συζήτηση, και μπήκε σε ορισμένες ερωτήσεις, και διαρκώς εμφανίζεται ως όριο είναι η μελέτη του ποια είναι η κοινωνική βάση σήμερα, πώς διαρθρώνονται οι κοινωνικές τάξεις, ποιες είναι οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις, πώς έχουν αναπτυχθεί, τι αποτελέσματα έχουν παράξει; Αυτή η μεγάλη συζήτηση, κατά τη γνώμη μου οδηγεί σε ένα συμπέρασμα και με αυτό θέλω να κλείσω. Το συμπέρασμα που λέει ότι, ενώ σήμερα η επανάσταση είναι πολύ πιο δύσκολο να προσεγγιστεί ως διαδικασία, η κομμουνιστική απελευθέρωση είναι πολύ πιο εύκολο ως δυναμική συγκρότησης, εάν και εφ’ όσον έχεις καταφέρει το πεδίο της κοινωνικής επανάστασης να το εγκαθιδρύσεις.


[1]. Πάνω ακριβώς στην ίδια περιγραφόμενη βάση θα πρέπει να ενσκήψουμε για να ανακαλύψουμε τις ρίζες των (κατά Bookchin) life-style κινημάτων που θα ξεπηδήσουν την αμέσως επόμενη περίοδο.

[2]. Πρόκειται για το ρεύμα του μεταμοντέρνου αναρχισμού.

[3]. Λούκατς Γκ., Αστική και σοσιαλιστική δημοκρατία, Κριτική, Αθήνα, 1987, σελ. 92, 118.

[4]. Ντέι, Ρ., Το τέλος της ηγεμονίας, αναρχικές τάσεις στα νεότατα κοινωνικά κινήματα, Ελευθεριακή κουλτούρα, Αθήνα, 2007.

[5]. Χόλογουεϊ Τζ., Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία, Σαββάλας, Αθήνα, 2006.

Bensaid D., The powers of communism, στο <http://www.internationalviewpoint.org/spip.php?article1799>.

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Από την οικονομική κρίση και τη διάσωση των τραπεζών στο ζήτημα του «δημόσιου χρέους»· από την αραβική άνοιξη στο κίνημα Occupy· από την προσπάθεια για μία ενοποιημένη πανευρωπαϊκή πολιτική, στις εκλογές στην Ελλάδα και Αίγυπτο, οι οποίες φαίνεται να υποσχέθηκαν τόσα πολλά και απείλησαν εν τέλει τόσα λίγα. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, η ανάγκη να πάμε πέρα από την απλή «διαμαρτυρία» έχει επιβεβαιωθεί: η πολιτική επανάσταση είναι ξανά στην ατμόσφαιρα. Ταυτοχρόνως, οι εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες έμοιαζαν συγκριτικά ένα ασήμαντο γεγονός, παρά του ότι έχουν δυνητικά μακροπρόθεσμες συνέπειες για σημαντικά ζητήματα παγκοσμίως. Σήμερα, οι άνθρωποι, ο λαός –ο δήμος– φαίνεται να έχουν παραιτηθεί και αποδεχθεί την πολιτική τους αδυναμία, ακόμη κι αν μαίνονται ενάντια στη διαφθορά του πολιτικού συστήματος. Ως εκ τούτου, ενώ τα σύγχρονα αιτήματα για εκδημοκρατισμο της πολιτικής του “δήμου” αυξάνονται, είναι πιθανόν επίσης να είναι ενδεικτικά της κοινωνικής και πολιτικής οπισθοδρόμησης, η οποία χρήζει επειγόντως αναγνώρισης και αναστοχασμού. Αιτήματα για δημοκρατία «από τα κάτω» καταλήγουν να εκφράζονται «από τα πάνω»: το 99%, με τον ήδη συσκοτισμένο και ανοργάνωτο χαρακτήρα του, δεν εκφράστηκε ως τέτοιο στις διάφορες πρόσφατες εκλογές, αλλά διασκορπίστηκε σε ποικίλες τάσεις, πολλές εκ των οποίων ήταν αντιδραστικές. Η δημοκρατία διατηρεί έναν αινιγματικό χαρακτήρα, εφ’ όσον μονίμως διαφεύγει κάθε σταθερής μορφής και περιεχομένου, εφ’ όσον οι άνθρωποι υπό τη δυναμική του κεφαλαίου συνεχίζουν να διεκδικούν κατά καιρούς «περισσότερη» δημοκρατία και «πραγματική» δημοκρατία. Ωστόσο η δημοκρατία μπορεί να είναι όπως ο διπρόσωπος Ιανός: εκφράζει συχνά τόσο τα προοδευτικά κοινωνικά και χειραφετητικά αιτήματα, όσο επίσης και την ήττα τους, την αρπαγή τους από έναν εκλεγμένο «Βοναπάρτη». Ποια είναι η ιστορία που διατρέχει τα αιτήματα για ευρύτερη δημοκρατία σήμερα και κατά πόσον η Αριστερά προωθεί επαρκώς – ή όχι – το πρόταγμα της ενίσχυσης της δημοκρατικής λαϊκής εξουσίας; Ποιο είναι το πιθανό μέλλον μίας «δημοκρατικής» επανάστασης, ειδικότερα όπως κατανοείται από την Αριστερά;

Τι είναι για σας η “πραγματική δημοκρατία”, ειδικά στο μέτρο που αυτή αποτελούσε κυρίαρχο αίτημα στις πρόσφατες αυθόρμητες κινητοποιήσεις (π.χ. στην “Αραβική Άνοιξη”, το κίνημα Occupy στις ΗΠΑ, τις κινητοποιήσεις κατά της λιτότητας στην Ευρώπη);

Υπάρχει διαφορά μεταξύ της αρχαίας και της νεώτερης έννοιας της δημοκρατίας και, εάν ναι, σε τι συνίσταται η διαφορά αυτή; Μοιράζεται μία “πραγματική” δημοκρατία περισσότερα χαρακτηριστικά με την αρχαία ελληνική πόλη;

Γιατί η δημοκρατία έχει αναδυθεί ως κεντρικό αίτημα στις πρόσφατες αυθόρμητες κινητοποιήσεις; Το θεωρείτε κι εσείς αναγκαίο, ή επαρκές, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της εποχής μας;

Πιστεύετε ότι για την οικοδόμηση ενός δημοκρατικού κινήματος είναι απαραίτητο να αποφεύγονται οι κατεστημένες μορφές “μαζικής” πολιτικής, για χάρη νέων μορφών; Ή είναι οι τρέχουσες μορφές πολιτικής επαρκείς για μία δημοκρατική κοινωνία;

Ο Ένγκελς έγραψε ότι “Μία επανάσταση είναι, αναμφίβολα, το αυταρχικότερο πράγμα που μπορεί να υπάρξει.” Συμφωνείτε; Μπορεί αυτή η οπτική να είναι συμβατή με τους αγώνες για δημοκρατία;

Είναι η δημοκρατία καταπιεστική, ή μπορεί να γίνει καταπιεστική; Πώς κρίνετε τη διατύπωση του Λένιν ότι “…η δημοκρατία είναι επίσης κράτος και ότι, συνεπώς, και η δημοκρατία θα εξαφανιστεί επίσης, όταν θα εξαφανιστεί το κράτος”;

Πως σχετίζεται σήμερα η δημοκρατία με την εργατική τάξη; Θεωρείται ότι οι ιστορικοί αγώνες της εργατικής τάξης για δημοκρατία ήταν στην ουσία ένα μέσο για την αφομοίωσή της από το σύστημα, ή ο μοναδικός χειραφετητικός δρόμος που δεν μπορούσε να αποφύγει;

Πως σχετίζεται η δημοκρατία με το ζήτημα του πιθανού ξεπεράσματος του καπιταλισμού;

Ομιλητές

Γιώργος Οικονόμου- Διδάκτωρ Φιλοσοφίας

Βασίλης Σαμαράς- ΚΚΕ μ-λ

Σάββας Μιχαήλ- Επαναστατικό Εργατικό Κόμμα

Μιχάλης Μπαρτσίδης- Διδάκτωρ Φιλοσοφίας

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Βασίλης Σαμαράς: Η δημοκρατία αποτελεί σύστημα πολιτικής λειτουργίας, σαν το σύνολο των τρόπων, μορφών και θεσμών μέσα από τους οποίους τα μέλη μιας κοινωνίας διαμορφώνουν τους όρους και τους κανόνες της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής τους ζωής. Ιδιαίτερη σημασία έχουν ή θα όφειλε να έχουν οι αντιλήψεις, δηλαδή η ισότητα, η ελευθερία, η κοινωνική δικαιοσύνη γύρω από τις οποίες παίρνει νόημα αυτή η λειτουργία.

Σε σχέση με αυτές τις αντιλήψεις θα κάνω κάποιες επισημάνσεις. Επί χιλιετίες η ανθρωπότητα υποστήριζαν πως η φυσική τάξη πραγμάτων θέλει τους ανθρώπους διαχωρισμένους σε ελεύθερους και δούλους, ευγενείς και δουλοπάροικους, εκλεκτούς και κατώτερους. Μια έκβαση αυτών των διαχωρισμών συναντάμε και στην αθηναϊκή δημοκρατία με την ύπαρξη και εκμετάλλευση 400 χιλιάδων δούλων.

Χρειάστηκαν σκληροί αγώνες έτσι ώστε να κατανικηθούν προλήψεις αιώνων και κυρίως η αντίδραση των κρατούντων μέχρις ότου οι παραπάνω αντιλήψεις καθιερωθούν σαν πανανθρώπινες αξίες. Αποτελούν πλέον μια ισχυρή παρακαταθήκη στις συνειδήσεις των λαϊκών μαζών αφού και όσοι δεν τις αποδέχονται είναι εντούτοις «αναγκασμένοι» να τις αναγνωρίζουν.

Ωστόσο το γεγονός ότι καθημερινά παραβιάζονται σε όλο τον κόσμο δείχνει ότι δεν αρκεί η τυπική αναγνώρισή τους σαν πανανθρώπινες αξίες για να διασφαλίζεται η ισχύς και η εφαρμογή τους. Στις μέρες μας και στα πλαίσια των συνολικότερων ανατροπών που έχουν συντελεστεί βλέπουμε όχι μόνο να βαθαίνει το χάσμα μεταξύ των «πάνω» και των «κάτω» αλλά και τους δυνάστες των λαών να επιζητούν θρασύτατα την αναγνώριση, δικαίωση και νομιμοποίησή του.

Αυτές οι διαπιστώσεις θα πρέπει να μας οδηγήσουν στο να πάμε πέρα από ιδέες και αντιλήψεις και να αναζητήσουμε τους όρους μέσα από τους οποίους οι εξελίξεις διαμορφώνονται προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Το πρώτο που οφείλουμε να δούμε είναι ότι οποιοδήποτε σύστημα κοινωνικής λειτουργίας στην οποιαδήποτε μορφή του δεν στέκεται στον «αέρα», αλλά εδράζεται πάνω στην κοινωνική, οικονομική και ταξική του βάση, διαμορφώνεται και λειτουργεί ανάλογα. Με αυτή την έννοια δεν έχουν κανένα νόημα σχήματα και αρχιτεκτονικές ιδανικής δημοκρατικής λειτουργίας που σχεδιάζονται ερήμην των πραγματικών κοινωνικών δεδομένων και προσπερνούν το πώς είναι συγκροτημένη η κοινωνική και οικονομική βάση, πως είναι διαμορφωμένες οι τάξεις, τη θέση και το ρόλο της καθεμίας καθώς και τις αντιθέσεις και τους συσχετισμούς μεταξύ τους. Αυτοί οι συσχετισμοί κάθε άλλο παρά στατικοί είναι αλλά διαμορφώνονται ανάλογα με τις συνθήκες ταξικής πάλης. Συμπερασματικά λοιπόν, η δημοκρατία όπως και αν την ορίσουμε αποτελεί ένα διαρκές ζητούμενο, ένα ζήτημα πάλης.

Η επίθεση του συστήματος ενάντια στον κόσμο της δουλειάς και στους λαούς έχει δημιουργήσει μία πολύ αρνητική κατάσταση. Απέναντί της αναπτύσσεται η πάλη των λαών ενώ ταυτόχρονα έχει ανοίξει μία μεγάλη συζήτηση όπου διάφοροι πολιτικοί παράγοντες και κύκλοι της διανόησης ανάγουν το όλο ζήτημα σε πρόβλημα δημοκρατίας. Επίκεντρο αυτής της συζήτησης είναι η επικράτηση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στην οικονομία και στην πολιτική που θεωρείται ότι οδήγησε στην υποχώρηση του κοινωνικού κράτους απέναντι στις αγορές. Η κυριαρχία των αγορών συνοδεύεται από έλλειμα δημοκρατίας που τη δημιουργεί και την αναπαράγει και η λύση θα έρθει μέσα από την ανατροπή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και την αποκατάσταση της δημοκρατικής λειτουργίας.

Σύμφωνα με την παραπάνω αντιμετώπιση του ζητήματος το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα είναι ικανό να αυτομεταρρυθμίζεται και να γίνεται καλύτερο μέσα από τις δικές του εσωτερικές λειτουργίες, όπως συνέβη στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μεταπολεμικά με την εμφάνιση του κοινωνικού κράτους, δημοκρατικών θεσμών και την κατοχύρωση των δικαιωμάτων. Η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού έθεσε τέρμα στις κατευθύνσεις αυτές και για αυτό πρέπει να αντιστραφούν.

Κατά τη γνώμη μου οι αντιλήψεις αυτές συνιστούν άρνηση της πραγματικότητας. Οι ανατροπές που συντελέστηκαν προς κάθε κατεύθυνση αποτελούν εκφράσεις της ταξικής πάλης. Οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αποτελούν τη βάση στήριξης αυτών των αντιλήψεων είχαν στην προηγούμενη κοινωνική διάταξη μία ορισμένη θέση και έναν ορισμένο ρόλο καθώς και την αντίστοιχη διασφάλισή τους. Αυτό που επιδιώκουν είναι ένα είδος ανανέωσης του συμβολαίου τους και η επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση.

Στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο η άνοδος του εργατικού και λαϊκού κινήματος και η ύπαρξη των σοσιαλιστικών χωρών είχε ως συνέπεια το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα να προσανατολιστεί στη διεύρυνση της κοινωνικής του βάσης με παραχωρήσεις στα μεσοστρώματα και ρυθμίσεις στις εργατικές και λαϊκές διεκδικήσεις.

Οι αλλαγές που συντελέστηκαν την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού είχαν ως βάση τις ανατροπές σε ταξικό-πολιτικό επίπεδο διεθνώς σε βάρος των λαών, η υποχώρηση και ήττα του εργατικού-κομμουνιστικού κινήματος και η παλινόρθωση των πρώην σοσιαλιστικών χωρών. Η επιστροφή όμως σε μια προηγούμενη κατάσταση δεν είναι εφικτή, ο κόσμος θα προχωρήσει με βάση τις τάσεις και τις δυνάμεις που έχουν αναδειχτεί. Η έκβαση της μάχης ανάμεσα στις δυνάμεις του συστήματος και του κόσμου της δουλειάς και τους λαούς θα καθορίσει τη μορφή του κόσμου για όλη την επόμενη ιστορική περίοδο. Σε αυτή την έκβαση ο καθένας διαλέγει την πλευρά με την οποία συντάσσεται.

Ανεξάρτητα από παλιές ή νέες κοινωνικές μορφές η πολύπλευρη βάση των ιδεών και αντιλήψεων πάνω στην οποία θα συγκροτηθεί ένα κίνημα το καθιστά ικανό ή αδύναμο να αντιπαρατεθεί στις δυνάμεις και τους μηχανισμούς του συστήματος. Η εργατική τάξη από την ίδια της τη θέση της στην παραγωγή και την κοινωνία είναι φύσει ανταγωνιστικός με την αστική τάξη και το καπιταλιστικό σύστημα, συνεπώς η εργατική τάξη δεν δύναται να αφομοιωθεί. Η υπεράσπιση της δημοκρατίας από τη μεριά της εργατικής τάξης αποτελεί πλευρά του συνολικότερου αγώνα της για υπεράσπιση των δικαιωμάτων της και τη συνολική της χειραφέτηση.

Η επανάσταση αν και μπορεί όπως έλεγε ο Ένγκελς να εμφανίζεται σαν το αυταρχικότερο πράγμα είναι ωστόσο το πιο βαθιά δημοκρατικό. Καμιά επανάσταση δεν μπορεί να πετύχει αν δεν στηρίζεται στην πολύμορφη και πολύπλοκη υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού. Στην ουσία η επανάσταση αποτελεί τη συμπυκνωμένη σε μια ιστορική περίοδο θέληση των λαϊκών μαζών να αποτινάξει την κυριαρχία των δυνάμεων που τις εκμεταλλεύονται. Το μόνο πράγμα που δεν βλέπω στο γκρέμισμα της Βαστίλλης είναι ο αυταρχισμός εκείνων που πιάσαν τους γκασμάδες.

Σάββας Μιχαήλ: Η χωρίς προηγούμενο παγκόσμια κρίση τους καπιταλισμού απεξαρθρώνει το χρόνο και δημιουργεί εκατομμύρια ανθρώπους χωρίς μέλλον. Το παρόν μας αποτελεί την αρένα μέσα στην οποία δίνεται σήμερα η μάχη.

Η πλατεία Ταχρίρ είναι εμβληματική για τους επαναστατικούς αγώνες σε ολόκληρο τον πλανήτη τα τελευταία δύο χρόνια. Μετά την ανατροπή του Μουμπάρακ και της προσπάθεια ανασυγκρότησης των αντιδραστικών δυνάμεων με τη βοήθεια του ιμπεριαλισμού, οι αδελφοί μουσουλμάνοι ήταν το τελευταίο χαρτί που παίχτηκε στην Αίγυπτο αν και παρόμοια παραδείγματα έχουμε σε Συρία και Λιβύη.

Παρόλες τις ιδιαιτερότητες που έχει η περίπτωση της αιγυπτιακής και γενικότερα της αραβικής άνοιξης δεν μπορεί να μη δει κάποιος τις κοινωνικές ρίζες που πυροδότησαν την εξέγερση και δεν μπορούν να περιοριστούν σε μία απλή προσπάθεια αλλαγής καθεστώτος. Αν και το σύνθημα για ελευθερία και δημοκρατικά δικαιώματα βρίσκονταν στην σημαία των εξεγερμένων η επαναστατική διαδικασία είχε βαθύτερο κοινωνικό περιεχόμενο.

Την πρωτοκαθεδρία στα γεγονότα την έχει η επανάσταση και όχι ο ιμπεριαλισμός και η αντίδραση. Αυτή άλλαξε τον πολιτικό χάρτη στη Μέση Ανατολή και την Αραβία με μη τελεσίδικό τρόπο. Τα πάντα ακόμα διακυβεύονται και τα πάντα μπορούν να χαθούν όμως όπως έδειξαν τα παραδείγματα της αυτοπυρπόλησης του Μπουαζίζι ή οι αγώνες των εργαζομένων στην κλωστοϋφαντουργία στην Αίγυπτο ο κοινωνικό χαρακτήρας της εξέγερσης είναι ακόμα πολύ έντονος.

Υπάρχει ένας κοινός πυροδότης των κοινωνικών αυτών εξελίξεων και αγώνων είτε μιλάμε για χώρες κέντρα του καπιταλισμού είτε μιλάμε για χώρες της περιφέρειας: η ίδια παγκόσμια κοινωνική και οικονομική κρίση. Παρόλες τις εθνικές ιδιομορφίες και ιδιαιτερότητες υπάρχει κάτι καινούριο στη σκηνή του πλανήτη: αυτό που συντελείται δεν είναι μια απλή εξέγερση σαν τις χιλιάδες που έχουν γίνει και καταπνιγεί στον αραβικό κόσμο αλλά η παγκόσμια κρίση διαπερνά και συναρθρώνει το καθολικό και το επιμέρους χωρίς να εξαφανίζει κανένα από τα δύο.

Δεν μπορεί να υπάρχει σήμερα νικηφόρα έκβαση του κοινωνικού αγώνα χωρίς μια μαρξιστική ανάλυση της κρίσης. Αφού υιοθετήσουμε αυτή την ανάλυση διαπιστώνουμε ότι σε κάθε χώρα η ίδια κρίση του συστήματος έχεις αναχθεί σε κρίση εξουσίας. Η κρίση που αρχίζει με την κατάρρευση της αγοράς ενυπόθηκων δανείων στην Αμερική και προχωράει με την κρίση χρέους στην ευρωπαϊκή ένωση. Τα τελευταία δύο χρόνια αν παρατηρήσουμε έχουν «πέσει» 27 εκλεγμένες ή μη κυβερνήσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι αναδύεται μία μορφή της δημοκρατίας από τα κάτω.

Οι διάφορες μορφές αστικής διακυβένρησης και κυριαρχίας έχουν φτάσει παντού σε ένα συγκεκριμένο όριο. Η πολιτική αποσταθεροποίηση, το αδιέξοδο στη διακυβερνησιμότητα σε διαφορετικούς σχηματισμούς, η καθεστωτική κρίση έχει πίσω της όχι μόνο την παγκόσμια κρίση αλλά και ένα στρατηγικό αδιέξοδο του παρηκμασμένου καπιταλισμού την εποχή του ιμπεριαλισμού. Οι δύο προσπάθειες αποφυγής της επανάληψης του κραχ του 1929 δηλαδή το new deal τη δεκαετία του ’30 και ο νεοφιλελευθερισμός τις δεκαετίες μετά το 1970 έχουν πλέον αποτύχει.

Σε όλους τους αγώνες που διεξάγονται αυτό το διάστημα εκφράζεται το δημοκρατικό αίτημα. Στις πλατείες υπήρχε το αίσθημα ότι οι πάνω δεν μπορούν να κυβερνήσουν καθώς και το αίτημα για μια νέου τύπου πολιτειακής μορφή διακυβέρνησης από τα κάτω που ξεφεύγει από τα αστικά δημοκρατικά πλαίσια. Η ελευθερία δεν ταυτίζεται με την μορφή της αστικής δημοκρατίας και οι μάζες πρέπει να αυτοοργανωθούν με πολλαπλές μορφές. Η λύση δεν μπορεί να δοθεί παρά από τα κάτω διεθνιστικά, ενιαιομετωπικά και επαναστατικά.

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Συμφωνώ σε πολλά σημεία με την προηγούμενη εισήγηση, τόσο όσον αφορά την πλατεία Ταχρίρ και το παγκοσμιοτοπικό χαρακτήρα, όσο και στο ότι οι αγανακτισμένοι δεν οδήγησαν στη Χρυσή Αυγή αλλά ήταν μια χειραφετητική τάση και τέλος στο ζήτημα της αυτοοργάνωσης των μαζών. Ωστόσο θα μιλήσω με μια διαφορετική γλώσσα σε σχέση με τις δύο προηγούμενες εισηγήσεις που διέκριναν το δημοκρατικό αίτημα από την επανάσταση τονίζοντας ότι κατά τη γνώμη μου επαρκεί το αίτημα για δημοκρατία καθώς το αντιλαμβάνομαι σαν δημοκρατική επανάσταση.

Η σχέση της δημοκρατίας και του καπιταλισμού είναι μία σχέση συνάντησης  και δεν φωτίζεται δομικά. Ένα παράδειγμα είναι η Ιαπωνία που καπιταλιστικοποιήθηκε με εντελώς διαφορετικό και μη δημοκρατικό τρόπο αλλά μπορούμε να συζητήσουμε περαιτέρω πάνω σε αυτή τη θέση που προανέφερα.

Αντιλαμβάνομαι τη δημοκρατία ως ιδεώδες, ως πολιτική πρακτική και ως αστική νομιμότητα. Ένα επιπλέον στοιχείο που θα ήθελα να σκεφτούμε είναι τη δημοκρατία ως διαδικασία όχι ως καθεστώς αλλά σαν μία μετάβαση. Θα λέγαμε ότι εμφανίζονται ταυτόχρονα τάσεις αποδημοκρατικοποίησης και επαναδημοκρατικοποίησης. Αυτές οι τάσεις έχουν να κάνουν τόσο με την εξουσία όσο και με τη γνώση.

Ανάμεσα στις δυνάμεις της κυριαρχίας και στις δυνάμεις της χειραφέτησης μπορούμε να φανταστούμε τη δημοκρατία σαν μεταβατικό καθεστώς και πρακτική του πολίτη. Υπό αυτή την έννοια η δημοκρατία είναι αντιεξουσία και το κράτος αντιπροσωπεύει τη νομιμότητα και την αντιβία ενάντια στις δυνάμεις που σκοπεύουν να καταλύσουν το νόμο του. Η δημοκρατική μορφή καθορίζει τις μορφές του κράτους. Η σημερινή κρίση της ηγεμονίας ανάγεται όπως ειπώθηκε και στην πρώτη εισήγηση στις αρχές του 1990 όπου πράγματι έχουμε κρίση της πολιτικής και αποδυνάμωσης του εθνικοκοινωνικού κράτους.

Αντιλαμβάνομαι το κράτος ως αποτέλεσμα του συσχετισμού των κοινωνικών δυνάμεων. Υπό αυτή την έννοια η αποδυνάμωση του κράτους συμπίπτει με την αποδυνάμωση των συλλογικοτήτων. Το κράτος αποδυναμώνεται στο βαθμό που υπάρχει μια προϊούσα κρίση των συλλογικών δικαιωμάτων καθώς και των δυνάμεων-κινημάτων που μπορούν να διεκδικήσουν αυτά τα δικαιώματα.

Το 2011 παρουσιάζεται το κοσμοϊστορικό συμβάν των πλατειών και ιδιαίτερα της πλατείας Ταχρίρ. Τα γεγονότα της αραβικής άνοιξης δείχνουν ότι μπαίνουμε σε μια νέα φάση που εγώ θα την ονόμαζα μετά-μεταποικιοκρατική. Μετά από 40 χρόνια όπου ετίθετο το ερώτημα ως τι θα συγκροτηθούν οι αποικιοκρατούμενες χώρες, αν δηλαδή θα ακολουθήσουν το δυτικό παράδειγμα και μοντέλο ή αν θα επιστρέψουν στις πολιτισμικές ρίζες τους, οι πλατείες δίνουν μία καινούρια απάντηση και ένα διαφορετικό μοντέλο με νέες μορφές πολιτικής οργάνωσης. Αποτελούν συνεπώς την πρωτοπορία του παρόντος.

Για να κατανοήσουμε την κίνηση των πλατειών καθώς και το προσφέρουν ως νέο μοντέλο πολιτικής θα πρέπει να σκεφτούμε ότι οι πλατείες προσφέρουν ένα μοντέλο ενδυνάμωσης. Από τη φάση της αποδυνάμωση του κράτους και των συλλογικοτήτων και του αποκλεισμού πληθυσμών οι πλατείες προσφέρουν ένα μοντέλο πολλαπλασιασμού δυνάμεων μεταξύ αλλήλων. Με αυτή την έννοια η άμεση δημοκρατία είναι ένα συμβολικό όνομα για μία κατάσταση ενδυνάμωσης όπου από την έκφραση των συλλογικών παθών περνάμε σε μία διαδικασία αυτοκυβέρνησης, ως εάν αυτή η διαδικασία να καθοδηγούνταν από το λόγο.

Γιώργος Οικονόμου: Πολλοί σήμερα σε όλο το πολιτικό φάσμα «τάσσονται» υπέρ της δημοκρατίας. Στην περίοδο και τη χώρα που ζούμε υπάρχει ανάγκη για διευκρίνιση δύο όρων: της δημοκρατίας και της Αριστεράς.

Η δημοκρατία κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί παρά να είναι άμεση τόσο εννοιολογικά όσο και ιστορικά. Η δημοκρατία είναι η κυριαρχία του δήμου, η εξουσία των πολλών και όχι των λίγων, των κομμάτων, των αντιπροσώπων και των ιδεολογιών.

Τα σημερινά δημοκρατικά πολιτεύματα σήμερα δεν είναι τίποτα άλλο από φιλελεύθερες ολιγαρχίες και η κρίση μας βοηθάει να το αντιληφθούμε καθαρά. Για να ξεκαθαριστεί τι συμβαίνει στην Ελλάδα και διεθνώς οφείλουμε να διευκρινίσουμε το χαρακτήρα αυτών των πολιτευμάτων και των κοινωνιών. Η δημοκρατία όπως και η ολιγαρχία δεν είναι μόνο ένα πολίτευμα ή ένα καθεστώς αλλά εξίσου δημοκρατική κοινωνία και δημοκρατικά άτομα.

Σήμερα, στην ολιγαρχική κοινωνία που ζούμε τα ολιγαρχικά άτομα έχουν αποδεχτεί σε ένα βαθμό ότι κάποιος άλλος (αντιπρόσωπος) κυβερνάει για αυτούς. Ολιγάρχης είναι αυτός που δεν θέλει την εξουσία αλλά την εκχωρεί στους αντιπροσώπους και στα κόμματα. Αντιθέτως η δημοκρατική κοινωνία αποτελείται από δημοκρατικά άτομα δηλαδή από ανθρώπους που θέλουν να ασκούν άμεσα την εξουσία.

Η δημοκρατία δεν μπορεί να ανατεθεί σε ειδικούς αφού αποτελεί το μοναδικό τομέα που δεν μπορούμε να προστρέξουμε σε αυτούς. Η πολιτική δεν απαιτεί ειδικούς. Ευθύνη για τη διαστρέβλωση αυτής της θέσης φέρουν τόσο η δεξιά όσο και η αριστερά. Ωστόσο προβλήματα που αναπτύσσονται εντός της κοινωνίας μόνο η κοινωνία μπορεί να τα αντιμετωπίσει. Η δημοκρατία απαιτεί ελευθερία τόσο στη λήψη όσο και στην εφαρμογή των αποφάσεων.

Μέσα από ένα δημοκρατικό πλαίσιο μπορούμε να δούμε και το παρελθόν της Αριστεράς και συγκεκριμένα τα καθεστώτα των πρώην ανατολικών χωρών. Τα καθεστώτα αυτά ήταν γραφειοκρατικά, αντιδημοκρατικά, ανελεύθερα και αυταρχικά. Υποστηρίζω ότι η Αριστερά όπως υπήρξε δεν έχει καμία σχέση με την άμεση δημοκρατία αλλά είναι μία από τα πάνω ιδεολογία.

Αυτό που πρέπει να δούμε σήμερα είναι ο τρόπος που το ζήτημα της δημοκρατίας εκφράστηκε στις πλατείες. Στις συνελεύσεις της πλατείας συντάγματος αναδύθηκε για πρώτη φορά η πολιτική, όχι σαν προκατασκευασμένο πράγμα που κατέχουν κάποιοι ειδικοί αλλά η συνεύρεση ατόμων που επιθυμούν κοινωνική και πολιτική συνύπαρξη. Το αίτημα αυτό χτυπήθηκε ανεξαιρέτως από όλα τα κόμματα της Αριστεράς, τα οποία προσπάθησαν να τονίσουν μόνο ότι βόλευε την ανάλυσή τους. Το βασικό δίδαγμα των πλατειών είναι όχι στην εκτέλεση των αποφάσεων χωρίς συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων.

Βασίλης Σαμαράς: Εγώ δεν βλέπω καμία αποδυνάμωση του κράτους, αντιθέτως ισχυροποίησή του. Καταρχάς σε επίπεδο ιμπεριαλιστικών δυνάμεων βλέπω αύξηση των στρατιωτικών εξοπλισμών και ισχυροποίηση των δυνάμεων καταστολής και ταχείας επέμβασης. Οι χώρες του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου με όργανό τα ισχυρά τους κράτη επεμβαίνουν σε μια σειρά από χώρες όπως Γιουγκοσλαβία, Ιράκ κτλ. Αυτό που καταργείται είναι το κοινωνικό κεϋνσιανό κράτος με παράλληλη ενδυνάμωση του καθεαυτού κράτους και των κρατικών κατασταλτικών και εισπρακτικών μηχανισμών.

Σε σχέση με την αραβική άνοιξη σίγουρα υπήρξε αρκετή οργή που συμπυκνώθηκε και εκφράστηκε στις πλατείες. Το γιατί όμως δεν πέτυχαν αυτά που ήθελαν  οι εξεγέρσεις είναι αποτέλεσμα άλλων παραγόντων όπως: η ανυπαρξία επαναστατικού κινήματος το οποίο είχε χτυπηθεί τα προηγούμενα χρόνια από δυνάμεις όπως ο Νάσσερ και μία τάση αστικοποίησης που ενισχύεται από τους ιμπεριαλιστές σε αντίθεση με την πρώτη περίοδο αστικών μετασχηματισμών στις αραβικές χώρες και που εκφράζει με αντιδραστικό τρόπο τα αντιιμπεριαλιστικά αισθήματα αυτών των λαών.

Παρόλα τα αρνητικά στοιχεία αυτό που πιστεύουμε θα καθορίσει τις εξελίξεις είναι η οργή του κόσμου που συμπυκνώνεται και βγαίνει στον δρόμο. Σε αυτή την κίνηση του κόσμου η οποία μπορεί να καταλήγει σε λύσεις που δεν εξυπηρετούν τα λαϊκά συμφέροντα αναπτύσσονται και γεννιούνται οι απαντήσεις που αναζητούμε.

Σάββας Μιχαήλ: Δεν πρέπει να ταυτίζουμε την ελευθερία με την αστική δημοκρατία. Η κριτική στην αστική δημοκρατία δε σημαίνει ότι είσαι με τον αυταρχισμό ή τον ολοκληρωτισμό. Υπάρχει μία ακόμα πιο προκλητική θέση του Ένγκελς που αναφέρει ότι «τη στιγμή του κινδύνου της αστικής εξουσίας η αντίδραση θα συσπειρωθεί κάτω από την σημαία της καθαρής δημοκρατίας». Τι άλλο είναι σήμερα η θεωρία των δύο άκρων; Η επίκληση της δημοκρατίας μπορεί να γίνει απειλή.

Οι ειδικοί της πολιτικής δε θα μπορούσαν να υπάρχουν αν δεν υπήρχε από τα κάτω ο κοινωνικός και τεχνικός καταμερισμός της εργασίας. Χωρίς την υπέρβαση αυτού του καταμερισμού ακόμα και οι ειδικοί της άμεσης δημοκρατίας θα μας κάτσουν στο σβέρκο.

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Συμφωνώ με τον Σαμαρά ότι οι εξελίξεις είναι συνυφασμένες με την ταξική πάλη. Κατά τη γνώμη μου η αποδυνάμωση του κράτους έχει να κάνει όχι με την καταστολή αλλά με το κράτος σαν κοινωνική σχέση.

Όσον αφορά την ανάμιξη του ιμπεριαλισμού στις αραβικές χώρες ακόμα και αν συμβαίνει δεν πρέπει να μπαίνει ως πρώτο στην ανάλυσή μας αλλιώς χάνουμε την αυθεντική ιστορική διαδικασία από τα κάτω.

Σε σχέση με την εισήγηση του Γιώργου Οικονόμου η άρνηση των ειδικών σχετίζεται με αυτό που ανέφερα για εκδημοκρατισμό της γνώσης. Στις πλατείες υπήρξε πράγματι η ανάδυση της πολιτικής καθώς και μια διαδικασία διαρκούς επανάστασης όπου ο κόσμος ξαναέβγαινε στις πλατείες παρά την ανάδειξη διαφορετικών κυβερνώντων.

Γιώργος Οικονόμου: Αυτό που λείπει από την Αριστερά και την ελληνική κοινωνία είναι το όραμα που έχει χαθεί εδώ και πολλά χρόνια και θεσμικά κατέρρευσε το 1989. Τα παραδείγματα των πρώην ανατολικών χωρών δεν μπορούν να αποτελούν έμπνευση για τη δημοκρατία.

Η πλατεία Ταχρίρ είναι διαφορετική από την πλατεία Συντάγματος. Ενώ εκεί οι άνθρωποι πάλευαν για αντιπροσωπευτικούς θεσμούς εδώ αναπτύχθηκε το αίτημα για άμεση δημοκρατία. Δεν πρέπει να απαξιώνουμε αυτά που έχουν κατακτηθεί από τους αγώνες του παρελθόντος και αποτελούν όχι τυπικές αλλά ουσιαστικές ελευθερίες. Αυτό το πλαίσιο των δικαιωμάτων και ελευθεριών είναι που θέλουμε να διευρύνουμε με ένα πολιτικό νόημα της ελευθερίας ως συμμετοχή στην εξουσία και στη λήψη αποφάσεων.

Η δημοκρατία ως θεσμός και διαδικασία είναι αντίθετη με το κράτος, αφού το κράτος είναι μια γραφειοκρατία έξω από την κοινωνία που στρέφεται εναντίον της κοινωνίας. Όταν θα εξαφανιστεί το κράτος θα έχουμε δημοκρατία.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Η δημοκρατία και η ελευθερία είναι ιστορικές έννοιες. Η αστική δημοκρατία προέκυψε από το διαφωτισμό και τη γαλλική επανάσταση. Η ελευθερία στην αστική εποχή ορίστηκε ως ελευθερία να κάνω ότι θέλω αρκεί να μη περιορίζεται η ελευθερία του άλλου. Αυτή η έννοια της ελευθερίας έχει ένα εγωιστικό στοιχείο εντός της, βλέπει το άτομο σαν απομονωμένη προσωπικότητα που απλά δεν επιθυμεί να περιορίζεται. Αυτή η ελευθερία αγνοεί στοιχεία συλλογικότητας. Τα δημοκρατικά δικαιώματα δεν υπερασπίζονται υποκριτικά από την αστική τάξη τουναντίον! Η υλική βάση αυτής της ελευθερίας είναι η αυτή του αστού κεφαλαιοκράτη που πουλάει ελεύθερα τα εμπορεύματά του. Η αστική ελευθερία και δημοκρατία δεν αφορά του κομμουνιστές και τα κινήματα.

Σάββας Μιχαήλ: Ελευθερία δεν υπάρχει χωρίς κατάλυση του κράτους. Το κράτος είναι η συμπύκνωση όλων των εξουσιαστικών σχέσεων.

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Οι αστικές επαναστάσεις δεν ήταν αστικές αλλά δημοκρατικές. Χωρίς να αδιαφορώ για το τι κάνουν τα κράτη προτιμώ να βλέπω τις πρακτικές των λαϊκών μαζών. Αν μιλάμε για δημοκρατία και πολιτική μας ενδιαφέρει το τι κάνουν οι από κάτω.

Γιώργος Οικονόμου: Ο καπιταλισμός δεν έχει σχέση με τη δημοκρατία. Είναι αντιπροσωπευτικό ολιγαρχικό σύστημα. Πουθενά στις αστικές επαναστάσεις δεν μπαίνει το αίτημα για δημοκρατία αλλά τα αιτήματα είναι ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα. Οι ηγέτες αυτών των επαναστάσεων δεν θέλουν δημοκρατία αλλά μία ισχυρή κυβέρνηση όπου θα εξουσιάζουν οι λίγοι. Η κοινωνιολογική σύνδεση της δημοκρατίας με τον καπιταλισμό έγινε αργότερα με τον Τοκβίλ. Πραγματικά το ζήτημα της δημοκρατίας μπαίνει από τα κάτω. Ακόμα και αν θέλουμε κομμουνισμό ή αναρχία πρέπει να τεθεί το θέμα σε δημόσια διαβούλευση και συνέλευση.

Το μεγαλύτερο παράδειγμα άμεσης δημοκρατίας, το παράδειγμα της ρώσικης επανάστασης οδήγησε σε συγκρούσεις εντός των σοβιέτ, στην κυριαρχία των μπολσεβίκων  και στη συνέχεια του Στάλιν.

Βασίλης Σαμαράς: Όπως ανέφερα και στην εισήγησή μου μπορεί να οραματιζόμαστε μία δημοκρατική κοινωνία αλλά σημασία έχει πως προχωράει και εξελίσσεται η κοινωνία με τους δικούς της όρους, διαχωρισμούς και αντιθέσεις. Το όραμα αυτό είναι προαιώνιο και πανάρχαιο, γεννήθηκε από την πρώτη στιγμή που η κοινωνία χωρίστηκε σε προνομιούχους και μη προνομιούχους. Υπήρξαν χιλιάδες απελπισμένες εξεγέρσεις ανά τους αιώνες που βάφτηκαν στο αίμα από τους κρατούντες. Η ιστορική πορεία δεν είναι γραμμική ούτε σχεδιασμένη, είναι μια ιστορία συγκρούσεων.

Αν δεν υπάρξουν βήματα κατάκτησης προς το πεδίο κατοχής και ελέγχου των μέσων παραγωγής από τον κόσμο της δουλειάς, το όποιο δημοκρατικό εποικοδόμημα ακόμα και καλύτερο θα πάσχει.

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Σημασία έχει ότι αυτή η εξέλιξη είναι αποτέλεσμα μιας τεράστιας ιστορικής διαδικασίας. Το ότι εν τέλει καταλήγουμε σε μια κυριαρχία των μορφωμένων κοινωνικών στρωμάτων σχετίζεται με αυτό που ανέφερα στην εισήγησή μου για ανάγκη εκδημοκρατισμού της γνώσης.

Γιώργος Οικονόμου: Τα σοβιέτ που ήταν μία μορφή αυτοοργάνωσης των εργατών, αγροτών και των στρατιωτών. Αυτό που οδήγησε στον ολοκληρωτισμό δεν ήταν η δράση των σοβιέτ αλλά η μπολσεβίκικη ιδεολογία και η καταστρατήγηση των σοβιέτ.

Πως μπορεί σήμερα να εφαρμόσει η Αριστερά τη δημοκρατία σε ευρωπαϊκό επίπεδο τη στιγμή που το κράτος έχει χάσει την εξουσία του από τους υπερεθνικούς μηχανισμούς όπως π.χ. η Ε.Ε.;

Σάββας Μιχαήλ: Η έλλειψη οποιασδήποτε στρατηγικής και οι εθνικοί ανταγωνισμοί ανάμεσα στον προνομιούχο Βορρά και το Νότο, ανάμεσα σε μεγάλα καπιταλιστικά κράτη και η κατάρρευση του ευρωπαϊκού οράματος είναι χαρακτηριστικά της κρίσης. Ακόμα και να «ξεζούμιζαν» όλους τους εργαζόμενους στον πλανήτη θα συνέχιζε να υπάρχει τεράστιο συσσωρευμένο κεφάλαιο που αδυνατεί να παράξει ένα μέσο ποσοστό κέρδους.

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Η δημοκρατία επινοείται, βρίσκεται και αναζητείται παγκοσμιοτοπικά. Όταν λέμε παγκοσμιοτοπικά εννοούμε όπως λέει και ο συνομιλητής Σαμαράς ότι οι εσωτερικές συγκρούσεις έχουν προτεραιότητα έναντι των διεθνών διαδικασιών. Η απευθείας διάδραση παγκοσμίου και τοπικού χωρίς τη διάδραση του κράτους είναι η διαφορά στις προσεγγίσεις μας. Οι φιλελεύθεροι δίνουν προτεραιότητα στο άτομο και ορίζουν την κοινωνία ως άθροισμα ατόμων οι δε ολιστές, στους οποίους συγκαταλέγονται και οι μαρξιστές δίνουν την προτεραιότητα στην κοινωνία και θεωρούν ότι τα άτομα «παράγονται» από αυτήν. Δεν μπορούμε άραγε να σκεφτούμε το trans δηλαδή ότι υπάρχει ταυτόχρονα μία διαμόρφωση ατόμου και κοινωνία;

Γιώργος Οικονόμου: Αυτοδιαχείριση δε σημαίνει άμεση δημοκρατία. Η άμεση δημοκρατία έχει να κάνει εξίσου με άτομα και κοινωνία και σχετίζεται με θεσμούς που αφορούν το σύνολο τοπικό. Τα πράγματα ξεκινάνε από τοπικές κοινωνίες αλλά αυτό που λείπει είναι η πίστη μας στη δημοκρατία δηλαδή του αυτοκαθορισμού της ζωής μας.

Εκφράστηκαν πολύ αισιόδοξες αναλύσεις για την κοινωνική πραγματικότητα. Εγώ θα ήθελα να μιλήσω κάπως διαφορετικά. Η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους σύμφωνα με το Μαρξ επιλύεται είτε με την αύξηση της υπεραξίας έτσι ώστε να περάσουμε σε ένα ακόμα πιο διευρυμένο κύκλο αναπαραγωγής του κεφαλαίου εις βάρος βέβαια της εργατικής τάξης ή θα γίνει κοινωνική επανάσταση. Ενώ η συστημική τάση εφαρμόζει αυστηρά την πρώτη λύση η αριστερή τάση προβάλλει είτε μια περιχαράκωση σε εθνικό επίπεδο ενάντια στην παγκοσμιοποίηση είτε λοιδορεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα ως το μοναδικό φταίχτη. Σε σχέση με τα παραπάνω το «δημοκρατικό» στοιχείο που εκφράστηκε ήταν από τη μεν δεξιά η πάταξη της φοροδιαφυγής ενώ από την Αριστερά η δίκαιη φορολόγηση. Το ανέφικτο αυτό αίτημα προβάλλεται συνεχώς για να τονιστεί η ανάγκη για καλύτερη θεσμική και λειτουργική δημοκρατία.

Βασίλης Σαμαράς: Σε αυτό το σημείο που περιέγραψες θεωρώ ότι βρισκόμαστε. Η παγκόσμια κρίση δεν είναι μόνο κρίση οικονομική αλλά κυρίως κρίση μετάβασης. Το πέρασμα σε ένα άλλο είδος παραγωγής δεν είναι ούτε οικονομικό ούτε τεχνικό και φαίνεται ότι «σκοντάφτει» στις ίδιες τις αντινομίες του συστήματος και στις ανταγωνιστικές σχέσεις των ιμπεριαλιστικών κρατών.

Όσον αφορά την περιχαράκωση της Αριστεράς σε εθνικό επίπεδο θα έλεγα ότι καταρχάς ο όρος παγκοσμιοποίηση δεν υπάρχει. Αντ’ αυτού υπάρχει η επιβολή των όρων του ιμπεριαλιστικού συστήματος και κεφαλαίου. Τα ιμπεριαλιστικά κράτη δεν αποδυναμώνονται, αντιθέτως ενδυναμώνονται. Τα μόνα κράτη που αποδυναμώνονται είναι αυτά στα οποία μετακυλίονται οι συνέπειες της κρίσης του συστήματος. Το εθνικό πεδίο είναι απλά το πεδίο πάνω στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν οι δυνάμεις της επανάστασης σε συνάρτηση με την πάλη των μαζών σε παγκόσμια κλίμακα.

Σάββας Μιχαήλ: Πολλές φορές όταν μιλάμε για κρίση οι μαρξιστές και αναφερόμαστε σε πτώση του ποσοστού κέρδους, κρίση υπερσυσσώρευσης δεν μιλάμε για τον ίδιο πράγμα. Ο Μαρξ στις θεωρίες υπεραξίας αναφέρει ότι «η κρίση είναι μία έκρηξη του συνόλου της οικονομίας της αστικής κοινωνία ς και όχι της μίας ή της άλλης όπως συνήθως αναφέρουν».

Πρέπει να δούμε το ιδιαίτερο αυτής της παγκόσμιας κρίσης. Εμένα δε με σοκάρει ο όρος της παγκοσμιοποίησης απορρίπτω όμως την ερμηνεία που του δίνουν οι αστοί του Χάρβαρντ. Υπάρχουν πολλές αλλαγές στη μορφή της διεθνοποίησης της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτιστικής ζωής. Το κράτος παρόλες αυτές τις αλλαγές δεν καταργείται στον καπιταλισμό. Πρέπει οι εργαζόμενοι να χτυπήσουν στο σκληρό πυρήνα της παραγωγής και αυτό απαιτεί άλλου είδους μέτρα.

Με δεδομένο το στροφή των αποδοκιμασιών στο κοινοβούλιο και την ύπαρξη των συνελεύσεων μπροστά στο Σύνταγμα μήπως το αίτημα που εκφράστηκε από τις πλατείες ήταν «κυβερνήστε καλύτερα»;#

Υπάρχουν συνελεύσεις κατοίκων που αποφασίζουν να φύγουν οι μετανάστες. Πως στεκόμαστε απέναντι σε αυτό; Μπορεί η άμεση δημοκρατία να λύσει τα κοινωνικά προβλήματα χωρίς επαναστατικό υποκείμενο; Στοχεύει η άμεση δημοκρατία σε ένα επαναστατικό μετασχηματισμό;

Γιώργος Οικονόμου: Αυτοί που συγκεντρώνονται με αυτό το αίτημα δε σημαίνει ότι λειτουργούν αμεσοδημοκρατικά. Η αμεσοδημοκρατία είναι πολίτευμα, κοινωνία και άτομα όπως προσπάθησα να πω στην εισήγησή μου. Τα άτομα με ένα τέτοιο αίτημα μπορεί την επόμενη στιγμή θα δουν τηλεόραση και θα πάνε να ψηφίσουν τον αντιπρόσωπο και το κόμμα τους.

Σε ισχυρά καπιταλιστικές χώρες δεν υπάρχουν πλέον κομμουνιστικά κόμματα και η ήττα της Αριστεράς περιλαμβάνει όλες τις τάσεις ακόμα και του αντιεξουσιαστικού χώρου. Αυτή ήταν μία εσωτερική διαδικασία χωρίς επιβολή. Μήπως υπάρχει κάτι στις θεωρίες των ομιλητών που είναι προβληματικό και ποιο είναι το σημερινό επαναστατικό πρόταγμα;

Βασίλης Σαμαράς: Είναι παραπάνω από αναγκαία η αυτοοργάνωση τόσο σε πολιτικό όσο και σε άλλα επίπεδα των εργατικών λαϊκών στρωμάτων. Αυτό ξεκινάει από τις εστίες αντίστασης και φτάνει μέχρι το ανώτατο κεντρικό πολιτικό όπου συγκροτούνται στο πολιτικό πεδίο τα πρωτοπόρα στοιχεία της εργατικής τάξης. Το περιεχόμενο αυτής πρωτοπορίας είναι επίσης ένα τεράστιο ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση όμως η πολιτική πρωτοπορία αποτελεί ένα ζητούμενο και όχι ένα δεδομένο.

Σάββας Μιχαήλ: Δεν πιστεύω ότι η επανάσταση θα γίνει αντιγράφοντας μια προηγούμενη ιστορική εμπειρία αλλά εξίσου δε θα γίνει και με ιστορική αμνησία. Η κινητήρια δύναμη της ιστορίας είναι η επανάσταση και έχουμε να διδαχθούμε τόσο από το Σπάρτακο όσο και απ’ την Ταχρίρ.

Η πολιτική οργάνωση και το κόμμα είναι πιο αναγκαία από ποτέ. Όμως ο υποκειμενικός παράγοντας δεν είναι μόνο το κόμμα. Είναι η εργατική τάξη που πρέπει να γίνει η επαναστατική υποκειμενικότητα και αυτό συμβαίνει όταν δρα όχι μόνο για τα δικά της συμφέροντα απέναντι στους εργοδότες αλλά ενάντια σε κάθε καταπίεση και εκμετάλλευση.

Είναι δυνατόν να υπάρξει οποιαδήποτε μορφή δημοκρατίας σήμερα με το πιστόλι στον κρόταφο πάνω στους εργαζόμενους, στους ανέργους; Μπορεί να υπάρξει συζήτηση μεταξύ του πρύτανη του πανεπιστημίου και του εργολαβικού απεργού; Μπορεί να υπάρξει οποιουδήποτε τύπου ισότητα σε μια συζήτηση χωρίς να συμπεριλάβουμε τα πραγματικά  υλικά όρια που εμπεριέχει;

Βασίλης Σαμαράς: Το ζήτημα του σοσιαλισμού είναι ζήτημα οπτικής. Αλλιώς βλέπει το σοσιαλισμό κάποιος από ένα υπόγειο και αλλιώς κάποιος από ένα σαλέ, αλλιώς αυτός που του κόβουν το μισθό και αλλιώς όποιος μετατρέπει σε κεφάλαιο τους μισθούς που καρπώνεται ως υπεραξία. Ο σοσιαλισμός σε όσες χώρες υπήρξε απάντησε σε καίρια ερωτήματα και αιτήματα: εξασφάλισε στέγη, τροφή, υγεία και παιδεία ενώ καθιέρωσε το 7ωρο και 6ωρο για κάποια επαγγέλματα. Προσπάθησε να πάει ακόμα παραπέρα αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερε. Αυτή η τάση δεν ανατράπηκε από το Στάλιν αλλά από τις δυνάμεις της νέας αστικής τάξης που διαμορφώθηκε στα πλαίσια της ανεπάρκειας αυτής της τιτάνιας προσπάθειας για απελευθέρωση της εργατικής τάξης.

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Δεν αρνούμαι καθόλου αυτή την προβληματική απλά επισημαίνω ότι οι άνεργοι και εργάτες δρουν στην κατεύθυνση της αντιεξουσίας. Δεν υπάρχει μόνο επικοινωνία μεταξύ πολιτικής και δημοκρατίας αλλά και σύγκρουση.

Γιώργος Οικονόμου: Δεν πιστεύω ότι σήμερα είμαστε πολίτες αλλά υπήκοοι. Το ζήτημα δεν είναι να αντιδρούμε ως υπήκοοι αλλά α γίνουμε πολίτες μέσα από την άμεση δημοκρατία. Πολίτης σημαίνει αυτός που συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι πλατείες έθεσαν το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας και όχι του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού.

Στην άμεση δημοκρατία, σε αντίθεση με το καπιταλιστικό, κομμουνιστικό και σοσιαλιστικό μοντέλο, το κοινωνικό ταυτίζεται με το πολιτικό. Σε μία συνέλευση μπορούν ελεύθερα να τεθούν όλα τα ζητήματα και να πειστεί η ίδια η συνέλευση, όχι μέσω επιβολής, να ακολουθήσει οποιαδήποτε κατεύθυνση. Το πολιτικό υποκείμενο δημιουργείται με την αυτοοργάνωση και τον αυτοκαθορισμό του κάθε ατόμου.

Θα πρέπει να κάνουμε ένα διαχωρισμό μεταξύ των πλατειών. Θα πρέπει να δούμε την κυριαρχία της μικροαστικής ιδεολογίας που εκφράστηκε στις ίδιες τις πλατείες τόσο στα κατώτερα στρώματα όσο και εντός της εργατικής τάξης. Οι ίδιες οι πλατείες αναζήτησαν νέες διαμεσολαβήσεις τις οποίες δεν μπορούμε ακόμα να ορίσουμε ως δημοκρατικές επί της ουσίας.

Σάββας Μιχαήλ: Ο Φουκώ έλεγε ότι ο πιο κυβερνήσιμος άνθρωπος είναι ο homo economicus. Υπάρχει μία διπλή κρίση τόσο στο επίπεδο του κράτους όσο και της κοινωνίας των πολιτών. Ο κυκεώνας των ατομικών συμφερόντων αποτελεί μία ζώνη διαπραγμάτευσης με το κράτος αλλά όπως έλεγε ο Μαρξ πρέπει να υπερβούμε και το κράτος και την κοινωνία των πολιτών.

Γιώργος Οικονόμου: Οι πλατείες έθεσαν το αίτημα για άμεση δημοκρατία, δεν είναι οι ίδιες η άμεση δημοκρατία.

Όλες οι διαδικασίες που αφορούν έναν εργαζόμενο έχουν περάσει πλέον από την αντιπαράθεση εργοδοτών και συνδικάτων στα χέρια του κράτους. Το κράτος σαν διαμεσολαβητής αποφασίζει για το μισθό μας, για τις προσλήψεις.. Αυτό μοιάζει περισσότερο για ενίσχυση παρά για αποδυνάμωση. Υπάρχει μια σύγχυση μεταξύ κράτους και πραγματικής εξουσίας. Μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο Τζορτζ Μπους εξουσίαζε πραγματικά τον καπιταλισμό των Ηνωμένων Πολιτειών. Η εξουσία βρίσκεται στα χέρια της πραγματικής υλικής, οικονομικής ελίτ.#

Είναι δυνατόν να υπάρχει σήμερα Αριστερά που αγωνίζεται εντός των κοινοβουλευτικών θεσμών; Πως γίνεται να υπάρξει κάποιου είδους συνειδησιακή αλλαγή στη βάση του αυτοκαθορισμού της εργατικής τάξης μέσα από δημοκρατικούς κοινοβουλευτικούς θεσμούς;#

Το πιο σημαντικό για ένα κίνημα που θέλει να αυτοαποκαλείται επαναστατικό αυτή τη στιγμή είναι ζήτημα αυτοκριτικής, ενότητας και αλληλεγγύης.#

Τέθηκε το ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει άμεση δημοκρατία με το πιστόλι στον κρόταφο. Θα ήθελα να θέσω ένα παράδειγμα που νομίζω αναδεικνύει ότι μπορεί να υπάρξει, το παράδειγμα της Αργεντινής. Σε μία οικονομία χειραγωγούμενη από διεθνείς οργανισμούς και με ένα κράτος υπό κατάρρευση είχαμε ανάληψη χειραφετητικών πρωτοβουλιών από τη μεριά των από τα κάτω με αμεσότητα, ανακλητότητα και αυτοδιαχείριση. Αυτό το αμεσοδημοκρατικό πρόταγμα υπάρχει παράλληλα με την κυρίαρχη εξουσία η οποία μαζί με τη διαμεσολάβηση της Αριστεράς προσπαθεί να το τοποθετήσει στα δικά της καλούπια, δηλαδή μια αντιπροσωπευτική, διαμεσολαβητική δημοκρατία.

Σάββας Μιχαήλ: Η κρίσιμη στιγμή της εξέγερσης ήταν όταν οι εργάτες, οι Πικετέρος εισβάλλουν στα σούπερ μάρκετ του Μπουένος Άϊρες. Τότε ο Ντε Λα Ρούα απευθύνεται στους μικροαστούς αποκαλώντας τους εργάτες εχθρούς της μικροαστικής ιδιοκτησίας, όμως οι μικροαστοί επιστρέφουν τις κατηγορίες και ενοποιούνται με τους Πικετέρος. Το σπάσιμο αυτής της συμμαχίας μεταξύ εργατών και μικροαστών μετέπειτα και η διεθνής ανάκαμψη της οικονομίας οδήγησαν στην ομαλοποίηση των πραγμάτων στην Αργεντινή.

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Τι ηθικό τρόπο πολιτικής δράσης μπορεί να προτείνει κάποιος; Το αμεσοδημοκρατικό πρόταγμα μέσα από παραδείγματα σαν και αυτό της Αργεντινής δεν υπάρχει σαν παράδειγμα που πρέπει να αποτελέσει καθολική αξία αλλά σαν παράδειγμα που «δείχνει» τον εαυτό του. Η ηθικότητα δηλαδή των όσων δρουν φαίνεται από την ίδια την πράξη τους και ενδεχομένως μπορεί να συναντήσει και άλλες. Αυτό είναι ένα νέο μοντέλο ηθικής.

Φαίνεται από αυτά που είπαν οι ομιλητές να αυτονομούνται εξίσου και η ταξική πάλη και το αίτημα για δημοκρατία. Πως συνδέονται κατά τη γνώμη σας σήμερα το αίτημα για βελτίωση των όρων εργασίας και του αιτήματος για δημοκρατία;

Βασίλης Σαμαράς: Η δημοκρατία υπάρχει σαν κοινωνική λειτουργία πάνω σε μια συγκεκριμένη κοινωνική βάση. Η πάλη για δημοκρατία αποτελεί κομμάτι της συνολικής πάλης της εργατικής τάξης για τη συνολική χειραφέτηση.

Γιώργος Οικονόμου: Πρέπει να απαντήσουμε σε δύο ερωτήματα: πρώτον αν μπορούμε να εκχωρούμε τη συνείδησή μας για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα σε κάποιους άλλους και δεύτερον γιατί έχουμε συνείδηση. Σε αυτές τις ερωτήσεις η απάντηση που δίνουν τα κόμματα κάθε είδους είναι ότι διαθέτουμε συνείδηση για να την αναθέτουμε. Αντιθέτως η δημοκρατική αντίληψη είναι ότι έχουμε συνείδηση για να την ασκούμε εμείς οι ίδιοι.

Με ποιο τρόπο οι εξεγερμένοι στις πλατείες ένιωσαν ότι αντιδρούσαν σε μία κοινή καταπιεστική κατάσταση και εν μέσω μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης;

Σάββας Μιχαήλ: Η πλατεία Ταχρίρ έστειλε μήνυμα στο Occupy Wall Street το οποίο διαβάστηκε. Υπάρχει η ανάπτυξη μιας διεθνικής συνείδησης μέσα από τους αγώνες αφού οι αγώνες και οι δρόμοι πλάθουν τις συνειδήσεις.

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Κατά τη γνώμη μου αυτό που συνδέει τις πλατείες είναι η πολιτική. Η οικονομική κρίση είναι το φόντο αλλά όχι η αιτία. Οι πλατείες όπως είπε ο Σάββας επικοινώνησαν όχι επειδή έχουν ίντερνετ ή κινητά αλλά επειδή τους συνδέει το ίδιο είδος πολιτικής. Επικοινωνούν με το ίδιο τρόπο που παράγουν πολιτική από τα κάτω αλλά και με έναν λίγο διαφορετικό με την έννοια της αξιοπρέπειας, μια ηθική ιδέα που παράγεται επίσης από τα κάτω.

Η κριτική που γίνεται στις πλατείες δεν είναι ότι οδήγησαν στην άνοδο ακροδεξιών μορφωμάτων σαν τη Χρυσή Αυγή αλλά ότι υιοθέτησαν χαρακτηριστικά όπως η καταδίκη των κομμάτων που έστησαν το έδαφος για να πατήσουν φασιστικές ιδεολογίες. Είναι έτσι κατά τη γνώμη σας;

Σάββας Μιχαήλ: Η Χρυσή Αυγή καταδίκασε την πλατεία Συντάγματος. Υπήρχαν σαφώς αντιδραστικά χαρακτηριστικά όπως ο ξυλοδαρμός συντρόφων από το ΚΚΕ μ-λ. Η πλατεία Συντάγματος όμως δεν ήταν η ίδια στην αρχή και μετέπειτα με τις  γενικές απεργίες ή τις μεγάλες διαδηλώσεις. Ήταν και είναι ένα αντιφατικό φαινόμενο.

Γιώργος Οικονόμου: Κατά τη γνώμη μου η πλατεία Συντάγματος έθεσε σωστά το ζήτημα «όχι στα κόμματα, όχι στους συνδικαλιστές». Σε κάθε αμεσοδημοκρατική συνέλευση είσαι ως πρόσωπο, όχι ως αντιπρόσωπος είτε εκπρόσωπος κάποιου κόμματος.