RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Archive for category Thessaloniki Media

27/5/2015- Μικρόπολις Θεσσαλονίκη

Σκεπτικό και ερωτήσεις

"Το Κεφάλαιο δεν είναι ένα βιβλίο για την πολιτική, ούτε καν ένα βιβλίο για την εργασία· είναι ένα βιβλίο για την ανεργία", Φρέντρικ Τζέιμσον, "Αναπαριστώντας το Κεφάλαιο: Μια ανάγνωση του πρώτου τόμου".

"...η δυστυχία του να σε εκμεταλλεύονται οι καπιταλιστές δεν είναι τίποτα συγκρινόμενη με την δυστυχία του να μην σε εκμεταλλεύονται καθόλου", Τζόαν Ρόμπινσον.

"Το λάθος συνίσταται στην πεποίθηση πως η εργασία -υπό αυτόν τον όρο εννοώ την ετερόνομη και μισθωτή εργασία- μπορεί και πρέπει να παραμείνει το ουσιώδες ζήτημα. Απλώς δεν είναι έτσι. Σύμφωνα με αμερικανικές προβλέψεις, μέσα σε είκοσι χρόνια ο χρόνος εργασίας θα μειωθεί στο μισό του ελεύθερου χρόνου. Νομίζω ότι καθήκον της αριστεράς είναι η καθοδήγηση και η προαγωγή αυτής της διαδικασίας της κατάργησης της εργασίας με έναν τρόπο, ο οποίος δεν θα έχει ως αποτέλεσμα από τη μια πλευρά μια μάζα ανέργων και από την άλλη μια αριστοκρατία της εργασίας, ενώ ανάμεσά τους βρίσκεται ένα προλεταριάτο που διεκπεραιώνει τις πιο δυσάρεστες δουλειές επί σαράντα πέντε ώρες την εβδομάδα. Αντίθετα, ας αφήσουμε καθέναν να εργάζεται πολύ λιγότερο για τον μισθό του και, έτσι, ας είναι ελεύθερος να ενεργεί με έναν πολύ περισσότερο αυτόνομο τρόπο... Σήμερα, ο κομμουνισμός είναι μια πραγματική δυνατότητα και, ακόμη, μια ρεαλιστική πρόταση, καθώς η κατάργηση της μισθωτής εργασίας μέσω της αυτοματοποίησης διαβρώνει αμφότερες την καπιταλιστική λογική και την οικονομία της αγοράς", Αντρέ Γκορζ.

Υπάρχει η διαδεδομένη πεποίθηση πως οι μαρξιστές και οι άλλοι αριστεροί έχουν την πολιτική ευθύνη να στηρίζουν μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των εργατών. Ωστόσο, ηγετικές μορφές της μαρξιστικής παράδοσης -όπως ο Λένιν, η Λούξεμπουργκ και ο Τρότσκι- κατάλαβαν επιπλέον ότι τέτοιες μεταρρυθμίσεις θα διεύρυναν την κρίση του καπιταλισμού και, δυνητικά, θα ενέτειναν τις αντιφάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αντιστρόφως την άμεση κατάσταση των εργατών. Για παράδειγμα, η πλήρης απασχόληση, ενώ αποτελεί μια αυτονόητη διεκδίκηση από την πλευρά των συμφεροντων όλων των εργατών, απειλεί επίσης τους όρους της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (η οποία στηρίζεται σε ένα πλεόνασμα διαθέσιμης εργασίας), θέτοντας σε κίνδυνο το σύστημα της εργασίας συνολικά. Υπό το φως τέτοιων εύγλωττων παραδόξων, το πάνελ επιχειρεί να διερευνήσει την πολιτική της εργασίας από διάφορες αριστερές προοπτικές. Θα επιδιώξει να προκαλέσει τον αναστοχασμό και την συζήτηση των αμφισημιών και των διλημμάτων της πολιτικής της εργασίας συμπεριλαμβάνοντας ομιλητές από διαφορετικές προοπτικές, ορισμένες από τις οποίες επιδιώκουν την άμεση εγκατάλειψη της εργασία, ενώ άλλες επιδιώκουν να αυξήσουν την διαθεσιμότητα των ευκαιριών απασχόλησης. Ελπίζουμε πως αυτή η συζήτηση θα βαθύνει την κατανόηση των σύγχρονων προβλημάτων, τα οποία αντιμετωπίζει η αριστερά στις προσπάθειές της να συγκροτήσει μια πολιτική κατάλληλη για την αυτοχειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Πώς θα χαρακτηρίζατε την εργασία και την απασχόληση ως πολιτικό ζήτημα στην σύγχρονη κοινωνία; Σε τι συνίσταται το πρόβλημα της ανεργίας; Και/ή σε τι συνίσταται το πρόβλημα της εργασίας;

Συνήθως γίνεται μια διάκριση μεταξύ της εργασίας ως σκόπιμης ανθρώπινης δραστηριότητας (προφανώς υπαρκτής πριν και μετά τον καπιταλισμό), αφενός, και της εργασίας υπό την έννοια της δουλειάς στον καπιταλισμό, αφετέρου, όπου ο εργαζόμενος αναλαμβάνει μια σκόπιμη δραστηριότητα έναντι χρημάτων υπό την απειλή της υλικής ένδειας (τυπικά με την μορφή της μισθωτής εργασίας). Έχει αυτή η διάκριση πολιτική σημασία όταν σκεπτόμαστε την εργασία; Σε μια ελεύθερη κοινωνία, η εργασία θα εμφανιζόταν με τη μία ή και με τις δύο σημασίες;

Αν το ευρέως παρατηρούμενο φαινόμενο της υπερεργασίας και της ανεργίας είναι ένα αναγκαίο χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοινωνίας, γιατί και πώς συμβαίνει αυτό; Ποιες μορφές κοινωνικής αναγκαιότητας, στην σημερινή οργάνωση του κόσμου, αποτελούν τη βάση αυτού του φαινομένου; Σε συνάρτηση με τη δική σας ερμηνεία αυτής της αναγκαιότητας, ποια σημασία έχει ο ριζικός μετασχηματισμός της;

Στην ιστορία της αριστεράς, ποια παραδείγματα θεωρείτε πως διαμορφώνουν τη στάση σας απέναντι στη σημερινή πολιτική της εργασίας και της ανεργίας; Τι καθιστά αυτά τα ορόσημα σημαντικά για μας σήμερα;

Ιστορικά, η αριστερά έχει επιχειρήσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της υπερεργασίας και της ανεργίας με διάφορους τρόπους: πλήρης απασχόληση, εγγυημένο κατώτερο εισόδημα ανεξάρτητα από την απασχόληση και/ή λιγότερες ώρες εργασίας για όσους εργάζονται. Αν επιλέγατε κάποιες, ποιες θα θεωρούσατε επαρκείς απαντήσεις; Πώς θα έπρεπε η αριστερά να επιδιώξει την πραγμάτωσή τους;

Δεδομένου του εύρους των θεμάτων και των αγώνων που διεξάγει η αριστερά ιστορικά αλλά και σήμερα -φυλή και ρατσισμός, ισότητα των φύλων, περιβαλλοντικές ανησυχίες, παγκοσμιοποίηση, μιλιταρισμός κλπ-, ποια είναι η σχέση μεταξύ της πολιτικής της εργασίας και του ευρύτερου σχεδίου της κοινωνικής απελευθέρωσης; Πόσο ακριβώς περιφερειακή ή κεντρική είναι η πολιτική της εργασίας για την κοινωνική χειραφέτηση;

Ποιο ρόλο, εάν υπάρχει, αποδίδετε στην πολιτική οργάνωση, όπως ένα υπαρκτό ή δυνητικά υπαρκτό πολιτικό κόμμα, στην προσπάθεια του προοδευτικού μετασχηματισμού των σύγχρονων σχέσεων της εργασίας και της ανεργίας; Ποια θα όφειλε να είναι η σχέση μεταξύ ενός τέτοιου οργανισμού και της εργατικής τάξης;

Έναν αιώνα πριν, αυτές οι ερωτήσεις αντιμετωπίστηκαν συνειδητά από ένα πολιτικά οργανωμένο εργατικό κίνημα στο οποίο συμμετείχαν μαρξιστές και σοσιαλιστές. Σήμερα, συζητήσεις αυτού του θέματος κινδυνεύουν να καταστούν ουτοπικές με την απολιτίκ έννοια. Με ποιο τρόπο καθορίζει η παρακμή των εργατικών κινημάτων και ο θάνατος της αριστεράς την ικανότητά μας να εμπλεκόμαστε στην πολιτική της εργασίας;

Ομιλητές:

Ανέστης Ταρπάγκος: Γραμματεία Συριζα Θεσσαλονίκης

Γιώργος Κρεασίδης: Νέο αριστερό Ρεύμα

Άρης Τσιούμας

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Ανέστης Ταρπάγκος: Θα ήθελα να μιλήσω για αυτό το θέμα κάνοντας μια μελέτη πεδίου με βάση την περίοδο από το 1980 μέχρι σήμερα και εξετάζοντας πως εξελίχθηκε ο ελληνικός καπιταλισμός αυτά τα χρόνια, πως επέδρασε η πάλη των τάξεων σε αυτές τις εξελίξεις, ποιες ήταν οι συνέπειες και οι μορφές αυτής της εξέλιξης πάνω στο περιεχόμενο και στους όρους της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα. Το κάνω αυτό για να γίνει συγκεκριμένο και απτό το υλικό πεδίο στο οποίο μπορούμε να έχουμε αναφορά, δηλαδή το πεδίο της εργασίας σε σχέση με την καπιταλιστική ανάπτυξη και την ταξική πάλη.

Το 1980 εκδηλώθηκε ετεροχρονισμένα στην ελληνική πραγματικότητα η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1973. Την περίοδο 1980-1985 έχουμε μία πρώτη κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου η οποία οδηγεί στην κατακόρυφη μείωση στην κερδοφορία του κεφαλαίου, των παγίων επενδύσεων και του τζίρου των επιχειρήσεων. Αυτά σε μία περίοδο σοσιαλδημοκρατικής μεταλλαγής όπου στόχοι ήταν η μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και ταυτόχρονα οι μεταρρυθμίσεις φιλολαϊκού χαρακτήρα που θα διασφάλιζαν μία ορισμένη πολιτική υποστήριξη.

Η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης την περίοδο αυτή, μέσα κυρίως από τα εργοστασιακά-επιχειρησιακά σωματεία και σε ένα βαθμό από τα κλαδικά συνδικάτα εκπροσωπούνταν πολιτικά από το ρεύμα της σοσιαλδημοκρατίας (στην ομοσπονδία βιομηχανικών εργατοϋπαλληλικών σωματείων επί 100 επιχειρησιακών σωματείων τα 95 ανήκαν στη δύναμη της ΠΑΣΚΕ).

Η πρώτη αυτή περίοδος κρίσης καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης καθόρισε την ανάγκη για μια σοβαρή μεταστροφή και ανασυγκρότηση του κεφαλαίου την περίοδο 1985-1995. Αυτή ήταν η απαρχή εφαρμογής του μονεταρισμού και στη συνέχεια του ανοιχτού νεοφιλελευθερισμού.

Την περίοδο 1980-1985 η ανάπτυξη του κινήματος και η πολιτική του εκπροσώπηση από τη σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα είχε ως προϋπόθεση το γεγονός ότι η ανεργία ήταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, μία ανεργία τριβής της τάξης του 3-4% και όχι μία μαζική ανεργία η οποία θα μπορούσε να επιδράσει στις εξελίξεις.

Τη δεύτερη περίοδο την οποία συζητάμε δηλαδή τη δεκαετία ’85-’95 παρατηρούμε: 1) έναν τεχνολογικό εκσυγχρονισμό του ελληνικού καπιταλισμού με την εισαγωγή διαδικασιών ρομποτικής αυτοματοποίησης, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την ελληνική κλωστοϋφαντουργία όπου η μαζική εισαγωγή μηχανών και τεχνολογιών οδήγησε στη μαζική μείωση του εργατικού δυναμικού 2) με τη λήψη νεοφιλελεύθερων μέτρων όπως η προσωρινή και η μερική απασχόληση, τα οποία αποσκοπούσαν στο να εφαρμόσουν τις πρώτες μορφές ελαστικοποίησης της μισθωτής εργασίας και 3) μία μαζική εκκαθάριση των προβληματικών επιχειρήσεων, δηλαδή όσων επιχειρήσεων η λειτουργία είχε καταστεί ζημιογόνα λόγω κρίσης γεγονός που εκτόξευσε την ανεργία καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 στο 10-12%.

Οι εξελίξεις αυτές άρχισαν να κάμπτουν και να μετασχηματίζουν και την ίδια τη σύνθεση, τη μορφή, τις παρεμβάσεις του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος ενώ ταυτόχρονα τα αυξημένα επίπεδα ανεργίας άρχισαν να παίζουν περισσότερο σημαντικό ρόλο.

Το 1986 το ενεργητικό του εταιρικού τομέα της οικονομίας βρίσκονταν στο επίπεδο των 13 τρισεκατομμυρίων δραχμών ενώ μέχρι το 2000 εκτινάχτηκε στα 88 τρις. Η κερδοφορία αυτών των επιχειρήσεων τα ίδια χρόνια ήταν για το 1986 (με την κρίση υπερσυσσώρευσης) στα 82 δις δραχμές ενώ το 2000 εκτινάχτηκε στα 4,3 τρις δραχμές. Μιλάμε δηλαδή για μια επιτυχημένη ανασυγκρότηση του ελληνικού καπιταλισμού με τη συνέργεια της νεοφιλελεύθερης πολιτικής η οποίο προώθησε μια ισχυρή συσσώρευση και συγκεντροποίηση κεφαλαίου κάνοντας τον ελληνικό καπιταλισμό ισχυρό και την αστική τάξη να επιδιώκει την ένταξη στην οικονομική και νομισματική ένωση καθώς και στην ενιαία ζώνη του ευρώ.

Η διαδικασία αυτή συνεχίστηκε και την περίοδο 2000-2008, με όρους σημαντικής κερδοφορίας για το σύνολο των ελληνικών επιχειρήσεων (οι 22.500 επιχειρήσεις του εταιρικού τομέα) περίπου στο 12-15 δις ευρώ το χρόνο.

Στο τέλος αυτής της περιόδου έχουμε τη μεγάλη έκρηξη της κρίσης της υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου το 2008, του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε παγκόσμιο επίπεδο και ταυτόχρονα της μεταβίβασης αυτής της κρίσης στο επίπεδο της πραγματικής παραγωγής, στο επίπεδο της πραγματική οικονομίας. Το 2008 κλονίζεται κυριολεκτικά ο ελληνικός καπιταλισμός, δηλαδή η αποδοτικότητα του κεφαλαίου πέφτει κατακόρυφα σε αρνητικά επίπεδα, οι επιχειρήσεις συσσωρεύουν τεράστια ζημιογόνα αποτελέσματα της τάξης των 10 δις ευρώ για το 2010-2011 και ξεκινάει η διαδικασία αντιμετώπισης αυτής της κρίσης.

Η πρώτη απάντηση που δόθηκε ήταν να τεθεί σε λειτουργία ο μηχανισμός εκκαθάρισης αυτής της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, δηλαδή το σταδιακό κλείσιμο εκατοντάδων εργοστασίων και επιχειρήσεων από το 2008 μέχρι σήμερα. Αυτό το φαινόμενο εκτίναξε την ανεργία από το 7 στο 27% και αυτή ήταν η πιο σπουδαία μεταλλαγή στο επίπεδο της μισθωτής εργασίας και θα αποτελέσει από δω και πέρα το επίκεντρο του ενδιαφέροντος για όλους μας, για το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί και να ξεπεραστεί αφού εξακολουθεί να δρα με τρόπο παραλυτικό πάνω στην ενεργό εργατική τάξη.

Ωστόσο η ανεργία που δημιουργήθηκε με το κλείσιμο των επιχειρήσεων δεν έφτανε. Έτσι υιοθετήθηκε η πολιτική του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή η πολιτική των μνημονίων η οποία είχε πρωτίστως σαν σκοπό να καταστήσει την εργατική δύναμη φθηνή, πειθήνια και ελαστικοποιημένη και να συμβάλλει κατά αυτόν τον τρόπο στην ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου και δευτερευόντως την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα.

Αν στην Ευρώπη μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε ο καπιταλισμός της εξαγωγής μορφών σχετικής υπεραξίας, μοντέλο που βασιζόταν σε τεχνολογικές επαναστάσεις και εκσυγχρονισμούς, με την κρίση ξεκίνησε να εισάγεται στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες μορφές εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας, κάτι που βασίστηκε στην απόλυτη μείωση μισθών, στην πλήρη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, στην κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Αυτό συνέβη τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες, όμως στην Ελλάδα με την τόσο βαθιά κρίση του ελληνικού καπιταλισμού απαιτούνταν δραστικά μέτρα από την πλευρά της αστικής τάξης ούτως ώστε να επανέλθει στο επίπεδο κερδοφορίας.

Στη Γαλλία αυτό πραγματοποιήθηκε πρόσφατα με το νόμο Εμμανουέλ Μακρόν, ο οποίος κατοχυρώνει τη δυνατότητα σύναψης συμφωνιών μεταξύ μισθωτού εργαζόμενου και εργοδότη απευθείας, εκφεύγει του πλαισίου των συλλογικών συμβάσεων και υπάγει αυτές τις επιμέρους συμφωνίες στη δικαιοδοσία όχι του εργατικού αλλά του αστικού και εμπορικού δικαίου. Αντίστοιχα και στη Γερμανία στα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 2000 επί κυβέρνησης Σρέντερ με τη χάρτα Χαρτς η οποία είχε εισάγει τη μορφή εβδομαδιαίας απασχόλησης 15 ωρών με την αντίστοιχη μηνιαία πληρωμή 400 ευρώ, ή στην Αγγλία επί Μπλέρ με τη σύμβαση μηδενικής απασχόλησης, όπου ένας εργαζόμενος καλούνταν να εργαστεί όποτε υπήρχε ανάγκη με αντίστοιχη πληρωμή μόνο για τις ώρες αυτές.

Όλα αυτά τα μέτρα κατόρθωσαν να συγκρατήσουν την κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε ελληνικό επίπεδο. Από το 2013-2014 έχουμε μία σαφή ανάκαμψη του ελληνικού καπιταλισμού αφού μηδενίστηκαν οι ζημίες των ελληνικών επιχειρήσεων και στο σύνολο των ελληνικών επιχειρήσεων το 60% μπήκε πλέον στην τροχιά της κερδοφορίας με ετήσια κέρδη 11 δις ευρώ. Αυτή όμως η καπιταλιστική ανάπτυξη δε συνοδεύεται από κοινωνική ανάπτυξη. Για τη σταθεροποίηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης απαραίτητος όρος είναι η πλήρης απορρύθμιση της εργασίας και η μαζική ανεργία.

Γιώργος Κρεασίδης: Στη συζήτηση μας οφείλουμε να πάρουμε υπόψιν τρία πολύ σημαντικά στοιχεία: 1) την νεοφιλελεύθερη εμπειρία σαν απάντηση στην καπιταλιστική κρίση το 1973, 2) τη σημερινή κρίση και πως απαντάει σε αυτή η άρχουσα τάξη και 3) την κατάσταση του εργατικού κινήματος έτσι όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά το 1989 και την στρατηγική υποχώρηση της Αριστεράς αλλά και μετά την ανάκαμψη των αγώνων με νέα θετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά μετά το 2000.

Η εκμετάλλευση της εργασίας είναι το θεμέλιο της κοινωνικής θέσης και της εξουσίας που έχει η άρχουσα-αστική τάξη. Η ανεργία, ο αποκλεισμός από την εργασία καθιστά διπλά ευάλωτο τον κόσμο της εργασίας τόσο στους καταναγκασμούς του κεφαλαίου όσο και στην επακόλουθη περιθωριοποίηση και βίαιη έξοδο από την κοινωνική ζωή.

Έχει σημασία να δούμε τη σχέση που έχει ο παραγωγός εργαζόμενος με το προϊόν που παράγει, τους όρους της εργασίας του καθώς και τι είδους προϊόντα παράγει, αν δηλαδή είναι χρήσιμα ή άχρηστα.

Από μία κομμουνιστική απελευθερωτική προοπτική, η απελευθέρωση της εργασίας θα την μετατρέψει σε κάτι δημιουργικό απαλλάσσοντας την από τα σημερινά χαρακτηριστικά της μισθωτής εργασίας.

Η υπερεργασία και η ανεργία είναι επιλογές του κεφαλαίου στον αγώνα του ενάντια τόσο στην κρίση του όσο και απέναντι στην εργασία και στο εργατικό κίνημα. Με το χειρισμό της υπερεργασίας, της ελαστικοποίησης της εργασίας καθώς και της ανεργίας αντιμετωπίζεται το κόστος της εργασίας, διασφαλίζεται ο έλεγχος της παραγωγής, καθώς και η διάσπαση και διαφοροποίηση της εργατικής τάξης. Απέναντι σε αυτές τις μορφές ελέγχου ένα εργατικό κίνημα θα έπρεπε να προτείνει την κατάργηση κάθε μορφή ελαστικοποίησης της εργασίας και συμπίεσης των μισθών, η απαίτηση για συλλογικές συμβάσεις εργασίας με βάση τις σύγχρονες εργατικές ανάγκες, η ισότητα των δικαιωμάτων μέσα στους χώρους δουλειάς.

Θεωρούμε κληρονομιά του εργατικού κινήματος το σύνολο της σκέψης και της πάλης των οργανωμένων ρευμάτων των εργατών από τις απαρχές του. Με αυτή τη λογική δεν μπορούμε να μη δούμε, με κριτικό τρόπο φυσικά, τη συνεισφορά  και την προσφορά ρευμάτων όπως το αναρχικό, το μαοϊκό, το τροτσκιστικό ακόμα και το ευρωκομμουνιστικό. Οφείλουμε να αντλήσουμε από την ιστορική εμπειρία ούτως ώστε να πετύχουμε το μεγάλο ζητούμενο της εποχής μας που είναι ένα νέο πολιτικό, δημοκρατικό, διεκδικητικό και συγκρουσιακό εργατικό κίνημα που θα ξεπεράσει τις παθογένειες του παρελθόντος.

Η αντιμετώπισης της μαζικής ανεργίας του 30% και της «μαζικής» μαύρης εργασίας δεν μπορεί να λυθεί αν δεν μειωθεί ριζικά ο χρόνος εργασίας με αμοιβή στη βάση των σύγχρονων αναγκών. Επίσης είναι αναγκαίο να απαιτηθούν προσλήψεις σε δημόσιους τομείς με εργασιακά δικαιώματα για τους εργαζόμενους.

Χωρίς απελευθέρωση της εργασίας δεν μπορεί να απελευθερωθεί η ανθρωπότητα και ταυτόχρονα ένα κίνημα για την απελευθέρωση της εργασίας δεν μπορεί να μιλάει μόνο για τους χώρους απασχόλησης αλλά οφείλει να είναι ταυτόχρονα αντιρατσιστικό, αντιφασιστικό, αντισεξιστικό και να υπερασπίζεται τον πολιτισμό, τις δημοκρατικές ελευθερίες και δικαιώματα που αντιστοιχούν στη σύγχρονη εποχή μας. Υπάρχει επίσης αναγκαιότητα για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό κόμμα (η οργάνωσή μου πιστεύει ότι δεν είναι αυτό το κόμμα) που θα «μπολιάσει» το εργατικό κίνημα με στρατηγική σκέψη, δηλαδή ότι η δικαίωση του κόσμου της εργασίας δεν μπορεί να έρθει παρά με την ανατροπή του καπιταλισμού και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Το κόμμα μπορεί να αποτελέσει φορέα αναζήτησης της γενικευμένης ιστορικής εμπειρίας του εργατικού κινήματος και τέλος να συμβάλλει στην κοινωνική και ταξική ενότητα στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο.

Η κρίση του κομμουνιστικού κινήματος και της Αριστεράς μετά το 1989 έγινε και κρίση του εργατικού κινήματος. Η μεγάλη υποχώρηση του εργατικού κινήματος έρχεται όταν από τις σημαίες του εργατικού κινήματος «φεύγει» η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης και η στόχευση μιας άλλης κοινωνίας και μπαίνει ο ανταγωνισμός και ο ευρωπαϊσμός, ιδέες της αστικής τάξης που οδηγούν πρώτα στην κοινωνική συναίνεση και μετά στην στρατηγική ήττα και τη διάσπαση. Αντίθετα με αυτή τη λογική εμείς πιστεύουμε ότι το εργατικό κίνημα πρέπει να αντιστέκεται στον κυβερνητικό συνδικαλισμό, να ενώνει κοινωνικές δυνάμεις πέρα από πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα πάνω σε ένα πλαίσιο διεκδικήσεων και εκεί να κριθεί το κάθε ρεύμα.

Άρης Τσιούμας: Οι πολιτικές απελευθέρωσης της εργασίας μπορούν να νοηθούν μέσα στο σχήμα απελευθέρωσης από την εργασία. Αντιστρέφοντας το μότο της Ρόμπινσον θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι «η ευτυχία του να μη σε εκμεταλλεύονται εντατικά οι καπιταλιστές δεν είναι τίποτα συγκρινόμενη με την ευτυχία να μην υπάρχουν καθόλου εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι».

Μπορούμε να κατηγορηθούμε ότι ήδη από τον πρώτο λόγο μας έχουμε πάει πολύ μακριά. Ποιος άνθρωπος ή πολιτικός φορέας τολμά να αναφέρεται στην ευτυχία μέσα στην έρημο του πραγματικού όπως διαμορφώνεται στη σύγχρονη καπιταλιστική συνθήκη;

Για να αγγίξουμε έστω και λίγο τα ζητήματα που προκύπτουν από τα ερωτήματα της εκδήλωσης θα περιορίσουμε τον πυρήνα του κακού στο διογκούμενο πρόβλημα της ανεργίας. Ποια θα μπορούσε να είναι η λύση στο πρόβλημα αυτό;

Η προφανής απάντηση είναι η ίδια η εργασία. Όμως εδώ προκύπτει το εξής πρόβλημα: δεδομένης της αλληλένδετης σχέσης εργασίας-ανεργίας και του γεγονότος ότι στον καπιταλισμό η εργασία είναι εμπόρευμα για τη μείωση της τιμής του οποίου διαγωνίζονται το σύνολο των δυνάμεων της κυριαρχίας το εμπόρευμα εργασία βρίσκεται σε υπερπροσφορά από τη μεριά των εργατών-προλεταριάτο. Η μηχανή του αυτοματοποιημένου εκβιασμού έχει πάρει ήδη φωτιά χωρίς κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια εξαιτίας της απλής, δήθεν αντικειμενικής παρατήρησης από τη μεριά των αφεντικών ότι «η δουλειά δεν φτάνει για όλους». Αυτή η ανακοίνωση των καπιταλιστών συστήνεται ως η κοινωνική μηχανική ενός κοινωνικού δαρβινισμού με βασική φιλοσοφική ύλη την υποτιθέμενη ικανότητα του καθενός ξεχωριστά.

Η κατάκτηση του 8ώρου έστω σε επίπεδο αναγνώρισης δικαιώματος έγινε δυνατή στη βάση της δολοφονίας των 4 τεσσάρων αναρχικών εργατών  το 1886. Ας θέσουμε το κεντρικό ερώτημα που προκύπτει: αν το 1886 ο καπιταλισμός υπό την πίεση ενός επαναστατικά οργανωμένου επαναστατικού κινήματος να υποχωρήσει στην παραχώρηση του 8ώρου, η αυτοματοποίηση της παραγωγής που έχει συντελεστεί τα τελευταία 130 χρόνια πως είναι δυνατόν να μην έχει μειώσει συνολικά τις θέσεις εργασίας αλλά να έχει οδηγήσει ουσιαστικά στην αύξησή τους;

Η ρίζα του προβλήματος είναι και προφανής: ο μοναδικός τρόπος για να εκμηδενιστεί η ανεργία είναι η εκμετάλλευση του ξέφρενου αυτοματισμού στην παραγωγή με τρόπο βέβαια που θα σέβεται το περιβάλλον, η στροφή υπέρ των εργατικών αναγκών με ριζική μείωση των ωρών εργασίας σε τέτοια ελάχιστα επίπεδα ώστε να εργάζονται όλοι οι άνθρωποι χωρίς φυσικά μείωση των μισθών. Σε αυτή την περίπτωση θα είχαμε διατυπώσει τουλάχιστον ένα ριζοσπαστικό αίτημα εντός του καπιταλιστικού πλαισίου, με την έννοια ότι το αίτημα αυτό αναδεικνύει ποιος ευθύνεται για τη σημερινή κατάσταση ενώ ταυτόχρονα καταδεικνύει πόσο πιο απλή και ευκολότερη θα ήταν η ζωή αν είχαμε την ευκαιρία να επιλέξουμε διαφορετικές δυνατότητες όπως π.χ. την καταστροφή της μηχανής παραγωγής του καπιταλιστικού κέρδους δηλαδή της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας.

Η επίνευση στην οριστική ματαίωσής μιας τέτοιας δυνατότητας αποτελεί τον λόγο που οι εξουσιαστές διεξάγουν τέτοιο ανηλεή πόλεμο, απαιτώντας την άνευ όρων παραίτησή μας από τη διεκδίκησή της.

Μέσα στα συγκεκριμένα ιστορικά συμφραζόμενα της ανεργίας, υπερεργασίας, φτώχειας, πολέμων στην περιφέρεια, σκλαβιάς και παιδικής εργασίας στις χώρες με φθηνό εργατικό δυναμικό πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αν από τη μία πλευρά δικαιώνεται η θέση πως με βάση τις δυνατότητες της παραγωγής βρισκόμαστε αντικειμενικά πιο κοντά από ποτέ στην περίπτωση της εξάλειψης της υλικής σπάνης των αγαθών, από την άλλη πλευρά παραμένει αναπάντητη η διερώτηση: γιατί υποκειμενικά απέχουμε τόσο πολύ από την πυροδότηση αυτής της διαδικασίας συνολικής απαλλοτρίωσης του παραγόμενου πλούτου από τους παραγωγούς του;

Ίσως το σημείο ενδείκνυται για να κατονομάσουμε τη διαδικασία ως κοινωνική επανάσταση, όχι για να προκαλέσουμε την αξία χρήσης μιας ακραίας ρητορικής σε μία εποχής διευρυμένης απάθειας αλλά γιατί θα δυσκολευτούμε πολύ να εφεύρουμε κάποια άλλη διαδικασία πέρα από την κοινωνική επανάσταση που να απαντά στο ποιος και τι θα εξαναγκάσει τα αφεντικά να μειώσουν την εργάσιμη ημέρα σε 3-4 ώρες χωρίς να μειώσουν τους μισθούς.

Η ανάπτυξη των παραγωγικών μέσων τόσο σημαντική στον κλασσικό μαρξισμό αποδείχτηκε ανίκανη από μόνη της να πυροδοτήσει από μόνη της μια αναμενόμενη διαδικασία κοινωνικοποίησής τους. Η υποβάθμιση από την Αριστεράς του γεγονότος ότι ο καπιταλισμός αποτελεί μία κοινωνική σχέση αλλοτρίωσης που ταυτόχρονα υπαγορεύει την αναπαραγωγή της εξουσίας στις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται στο περιβάλλον του αλλοίωσε σε βάθος μια προοπτική της εργασίας που θα στρεφόταν ανυποχώρητα σε ένα χειραφετητικό προσανατολισμό. Ακόμα περισσότερο αγνοήθηκε και η ίδια η μαρξική προσταγή για κατάργηση της μισθωτής εργασίας και το σύνολο των Αριστερών δυνάμεων επανέφερε θριαμβικά το σύνθημα «δίκαιο μεροκάματο για μια μέρα δουλειάς». Εδώ θα μου επιτρέψετε να εξαιρέσω τη γενναία άρνηση των αναρχικών να συνεισφέρουν σε αυτή την αναστήλωση.

Το πρόβλημα είναι όπως έχει περιγράψει έγκυρα ο Ράσελ Τζάκομπι ότι «έχει πάψει ο κοινωνικός οραματισμός». Καμιά Αριστερά δεν σκέφτεται ένα κόσμο λυτρωτικά απολυτρωμένο από την καπιταλιστική προσταγή. «Η ιδέα της ουτοπίας» σχολίαζε ο Αντόρνο «εξαφανίστηκε ολοσχερώς από την αντίληψη του σοσιαλισμού, αυτός είναι ο λόγος που η τεχνική υποδομή, ο τρόπος και τα μέσα έχουν προσλάβει κάθε δυνατό περιεχόμενο». Εδώ η ρητορική ερώτηση του Ράιτ Μιλλς «δεν είναι άλλωστε ο ουτοπισμός η κύρια πηγή της δύναμής μας;» διατυπωμένη ήδη από τη δεκαετία του ’60 παραμένει επίκαιρη.

Από τη θορυβώδη πτώση των φιλοσοφικών στοχασμών της μαρξιστικής Αριστεράς γύρω από την εργασία και την κοινωνική απελευθέρωση επιλέγουμε να αναφερθούμε εν συντομία κυρίως στην αποτυχία της νέας Αριστεράς επειδή αυτή τουλάχιστον προσπάθησε να επαναδιατυπώσει την επαναστατική συνθήκη ορμώμενη από την ουτοπική δύναμη της σκέψης της. Η αναγνώριση μιας επίφασης ως να επρόκειτο για την ίδια την ουσία των πραγμάτων ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τα αδιέξοδα αυτού του τρόπου σκέψης. Όταν ο Αντρέ Γκόρζ ένας μεταξύ των πολλών καταπιάνεται με το τέλος των εργατικών κινημάτων ρίχνει το βάρος στη σημασία των νέων μεταϋλιστικών κινημάτων, συγχέει σε τεράστιο βαθμό την πρόνοια για μείωση της εργασίας με τη νεοφιλελεύθερη αναμόρφωση της δομικής ανεργίας, η οποία επιλέγεται από τις καπιταλιστικές ελίτ ως η πλέον πρόσφορη λύση σε συνδυασμό με τον ιδιωτικό δανεισμό σε ατομικό και διακρατικό επίπεδο για την αντιμετώπιση των συνθηκών εκείνης της περιόδου δηλαδή την αύξηση του πάγιου κεφαλαίου έναντι του μεταβλητού στις αρχές του 1970.

Η συνθήκη αυτή φθάνει γρήγορα σε ένα όριο, η δε διατήρηση της εργασίας σε εξάρτηση από την εργοδοσία σηματοδοτεί σταθερά την κατάσταση της εργατικής δύναμης σαν ένα εμπόρευμα που πρέπει να υποτιμηθεί. Ο κρισιακός κύκλος που ανοίγει εξαιτίας του ελλείμματος στην κατανάλωση απαντάται με τον δανεισμό, ήτοι την επιλογή αποικιοποίησης του μελλοντικού εργασιακού χρόνου από το μεταφορντικό μοντέλο του καπιταλισμού, η δε ελαστικοποίηση της εργασίας δε συνοδεύτηκε από αύξηση των εισοδημάτων.

Η εξάντληση των δυνατοτήτων της σκέψης του είδους του Αντρέ Γκόρζ υπογραμμίστηκε από τις αστοχίες των θεωρητικών επεξεργασιών τόσο του ύστερου Νέγκρι όπως τον διαβάζουμε στις εργασίες του Διόνυσου με το ολοένα επαναφερόμενο ζήτημα του τέλους της εργασίας όσο και με τις θεωρητικές κατασκευές του Πάολο Βίρνο στη “γραμματική του πλήθους». Η αντιμετώπιση ως εν δυνάμει θετικών των αναδιαρθρώσεων της μεταφορντικής παραγωγής στις εργασιακές σχέσεις πάσχει από διάφορες οπτικές.

Όλα αυτά τα αμιγώς ευρωπαϊκά σκεπτικά αν και ελλιπώς απηχούν ίσως κάποιους προβληματισμούς των λευκών δυτικών εργαζόμενων και ανέργων, μοιάζουν να φλερτάρουν ανοικτά με μία αποικιακού τύπου θεώρηση στο βαθμό που επιμένουν να υποβαθμίζουν την υπόθεση της εργασίας στην καπιταλιστική περιφέρεια εκεί που οι θεωρίες περί τέλους της εργασίας δεν μπορούν να γίνουν μήτε παιχνίδι στα χέρια των νηπίων που περνούν το χρόνο τους σε εργάσιμες μέρες των 12 ωρών. Ο George Kaffentzis με σειρά άρθρων του βάζει ένα όριο σε αυτό τον θεωρητικό ακροβατισμό και στην ανοησία ότι το καπιταλιστικό κέρδος έχει αυτονομηθεί από την παραγωγική διαδικασία.

Που βρισκόμαστε λοιπόν; Το «Κεφάλαιο» μπορεί να ήταν ένα εγχειρίδιο απομάγευσης της καπιταλιστικής συνθήκης όμως το φιλοσοφικό εγχειρίδιο της απελευθέρωσης από την εργασία μπορούμε να το αναζητήσουμε σε ένα λιγότερο γνωστό βιβλίο «το δικαίωμα στην τεμπελιά» του Πωλ Λαφάργκ.

Είτε ως υποτιθέμενη στρατηγική απελευθέρωση της εργασίας από τα καπιταλιστικά δεσμά είτε ως κρατικές πολιτικές επαναθεμελίωσης της προτεσταντικής ηθικής περί εργασίας τα επιμέρους αιτήματα περί πλήρους εργασίας έχουν χάσει την όποια δυναμική τους αφού έχασαν το πραγματικό τους ρόλο στη υπόθεση της ταξικής πάλης. Για παράδειγμα ο συνδικαλισμός από αρένα αντιπαράθεσης των εργατών με τα αφεντικά έχει μετατραπεί με τη μεσολάβηση του κράτους στην πλέον χυδαία μεσολάβηση παρασίτων που στοχεύουν αποκλειστικά στην απονέκρωση των διεκδικήσεων των εργαζομένων.

Αν δεν μπορέσουμε να φανταστούμε ένα κίνημα που θα οραματίζεται την άμεση, αδιαμεσολάβητη και ριζοσπαστική διαπάλη με τους εκμεταλλευτές ως απαραίτητη συνθήκη για την ολική απελευθέρωση τότε θα καταλήξουμε με έναν σωρό υποτακτικών εργαζομένων που διαρκώς θα χάνουν τα αυτονόητα. Στον καπιταλισμό το πρόβλημα της εργασίας έγκειται στην οντολογία της εργασίας δηλαδή στον τρόπο που αυτή υφίσταται ή εκλείπει. Αυτό δε σημαίνει ότι θα πάψουμε να αγωνιζόμαστε σε καθημερινό επίπεδο, όμως έχει απόλυτη σημασία η αποσαφήνιση των τρόπων που θα παλέψουμε όπως και οι στόχοι μας. Η ανάπτυξη σωματείων βάσης με ταξικά χαρακτηριστικά ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συνδικαλιστική και κομματική γραφειοκρατία, τα όποια κινούνται σε σταθερή τροχιά σύγκρουσης με το κράτος ανεξαρτήτως του πολιτικού διαχειριστή των υποθέσεών του, με αντικαπιταλιστική στρατηγική αλλά και απτή καθημερινή ριζοσπαστική δράση στους χώρους δουλειάς αποτελεί την αρχή της καθημερινής παρέμβασης στο πεδίο της εργασίας. Ο συντονισμός αυτών των πρωτοβουλιών, η ποιοτική αναβάθμιση των χαρακτηριστικών τους, η κατάληψη και αυτοδιαχείριση δομών, η προετοιμασία των εργαζομένων μέσα σε συνεταιρισμούς και συνεργατικά εγχειρήματα, το σπάσιμο της νομιμότητας και η πυροδότηση της οργής των καταπιεσμένων ενάντια στους θεσμούς και στη νομιμότητα αποτελούν θετικά και αναγκαία βήματα.

Θα πρέπει να είμαστε ειλικρινείς: η ιστορία δεν έχει φερθεί γενναιόδωρα σε ιστορικά παραδείγματα απελευθέρωσης και όχι μόνο αντίστασης από την εργασία. Ένα τέτοιο αποκαλυπτικό και ίσως μοναδικό παράδειγμα είναι η επαναστατημένη Ισπανία όπου η χειρότερη πραγματικότητα ενός εμπόλεμου παραδείγματος έμπρακτης αλληλεγγύης με εθελοντικές κοινωνικοποιήσεις των παραγωγικών μέσων, την άρνηση της μισθωτής εργασίας και τη σταθερή αποστροφή απέναντι στο κράτος και τη γραφειοκρατία είναι πολύ πιο αισιόδοξη από την απατηλή υπόσχεση του καπιταλιστικού κόσμου.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Πως εννοείτε την πάλη σε ένα πρώτο επίπεδο στους χώρους δουλειάς; Αν το αίτημα είναι η κατάργηση της εργασίας πως παλεύουμε στην καθημερινότητά μας μαζί με άλλους εργαζόμενους και ανέργους ενάντια στα αφεντικά;

Άρης Τσιούμας: Κατανοούμε το συνδικαλισμό ως μέσο πάλης αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την ιστορική θέση που είχε μέσα στην ταξική πάλη, της προετοιμασίας των εργαζομένων για την ολική ανατροπή. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν αγώνες που αναγνωρίζουν την πάλη κατά των αφεντικών στους χώρους δουλειάς ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύουν μία πληθώρα ζητημάτων είτε από φορείς αλληλεγγύης είτε από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Η μεταφορά από τη διαμεσολάβηση στην πράξη σε πρώτο χρόνο και πρόσωπο έχει τεράστια αξία.

Νομίζω ότι διανοίγονται δύο προτάσεις: η μία είναι αυτή που ανέφερε ο Άρης με τους αδιαμεσολάβητους αγώνες ενάντια στο κράτος και η άλλη που ίσως είναι πιο κυρίαρχη, που είναι η αποστασιοποίηση από αυτή την παραδοσιακή τακτική και η εργασία σε εναλλακτικές δομές παράλληλα με την αγνόηση του κράτους. Διακρίνω μία αντίφαση στο να θέλουμε την κατάργηση του καπιταλισμού και της εργασίας αλλά να διεκδικώ ταυτόχρονα την επαναπρόσληψή μου στα πλαίσια μιας επιβίωσης.

Γιώργος Κρεασίδης: Η απομάκρυνση από την εργασία ως ανεργία οδηγεί στην περιθωριοποίηση. Σήμερα πρέπει να διεκδικήσουμε το δικαίωμα στην εργασία. Κάτι τέτοιο είναι αντιφατικό φυσικά, αλλά για να έχουμε ένα ιδεολογικό ρεύμα που θα αμφισβητήσει την κυριαρχία του κεφαλαίου αμφισβητώντας παράλληλα ότι εργασία μπορεί να υπάρχει μόνο αν υπάρχει αφεντικό ή ότι κάθε εργασία είναι κοινωνικά θετική. Το διευθυντικό δικαίωμα για δυνατότητα απολύσεων, η ανοχή στη μαύρη εργασία, η δυνατότητα της εργοδοσίας να μην καλύπτει τις εργοδοτικές εισφορές όλα αυτά τα παραδείγματα πρέπει να χτυπηθούν από τη συλλογική δράση του εργατικού κινήματος. Με αυτό τον τρόπο βελτιώνουμε τη θέση μας και τη δυνατότητά μας να αγωνιζόμαστε.

Σε σχέση με τα συνεργατικά εγχειρήματα: είναι μεγάλη η συζήτηση για το αν μπορούν να διαμορφώσουν μία κοινωνική ζώνη απελευθερωμένου καταναγκασμού από το κεφάλαιο, ενώ το κεφάλαιο έχει την πολιτική και οικονομική εξουσία. Καταναγκασμοί δεν είναι μόνο τα αφεντικά αλλά εξίσου η εφορία ή η σχέση με το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε διαφορετικό καταμερισμό του κοινωνικού πλούτου για την κοινωνική πλειοψηφία αν δεν θίξουμε την ίδια την εξουσία του κεφαλαίου.

Ανέστης Ταρπάγκος: Θα ήθελα να θέσω το ζήτημα με τις δυνατότητες των συνεργατικών εγχειρημάτων με μία διαφορετική μορφή, πιο σύγχρονη και πιο πιεστική. Το γεγονός ότι ο σύγχρονος ελληνικός καπιταλισμός προκειμένου να αντιμετωπίσει την κρίση υπερσυσσώρευσης οδηγήθηκε στο να κλείσει και να καταστρέψει τις ζωντανές παραγωγικές δυνάμεις και πάγια κεφάλαια σε εκατοντάδες χιλιάδες εργοστάσια και ευρύτερα εμπορικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών. Αυτό είναι ένα πεδίο δόξης λαμπρό για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά. Η λύση απέναντι σε αυτή την εκκαθάριση κεφαλαίων θα ήταν η κήρυξη αυτών των επιχειρήσεων καταρχήν σε δημόσια κυριότητα. Το εγχείρημα του κατειλημμένου εργοστασίου της Βιομε είναι και άκρως περιορισμένο και είχε και ως στοιχείο της εγκατάλειψης του εργοστασίου από τους εργοδότες. Οι μεγάλες επιχειρήσεις που κλείνουν δεν εγκαταλείπονται από τους εργοδότες αλλά τα πάγια κεφάλαια παραμένουν στην ιδιοκτησία των καπιταλιστών. Συνεπώς μία προϋπόθεση είναι να έχεις μία κυβερνητική και πολιτική εξουσία που να θέσει αυτές τις επιχειρήσεις σε δημόσια κυριότητα. Η δεύτερη είναι να τις θέσεις σε λειτουργία.

Άρης Τσιούμας: Αναφέρθηκα ήδη στην εξάντληση των παραδοσιακών αιτημάτων από το εργατικό κίνημα. Τα αιτήματα για πλήρη εργασία υπήρξαν ως στρατηγικές για την Αριστερά μέσα από την ανάλυση ότι μέσω αυτής της στρατηγικής ο καπιταλισμός δε θα μπορούσε να ανταπεξέλθει σε αυτά τα αιτήματα. Μετά από 40 χρόνια σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώθηκε. Η μόνη διαφορά είναι η διαμεσολάβηση του συνδικαλισμού από επαγγελματίες πολιτικούς κηφήνες.

Όσο η εργασία παραμένει εμπόρευμα, ακόμα και σε συνεταιριστικά εγχειρήματα, και καθώς κανένα κίνημα δεν έχει στα χέρια του τον καταμερισμό της εργασίας σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά είναι στα χέρια του κεφαλαίου, το να δημιουργήσουμε ένα πλαίσιο αυτοθέσμισης δεν ευσταθεί. Αυτό όμως που μπορούν να κάνουν τέτοιου είδους πλαίσια είναι να προεικονίσουν κάποια συγκεκριμένα ζητήματα και να πάρουν πίσω αυτό άφησε η προηγούμενη πολιτική της Αριστεράς πάνω στην εργασία δηλαδή το τρίπτυχο διαμεσολάβηση- συνδικαλισμός-μεγαλύτερα μεροκάματα μετατρέποντάς το σε παλεύω μόνος μου-κερδίζω και προεικονίζω. Τα συνεργατικά εγχειρήματα δεν είναι η ίδια η επανάσταση.

Υπάρχει ελληνικός καπιταλισμός; Τι είναι αυτό που συγκροτεί το φαινόμενο του ελληνικού καπιταλισμού;

Άρης Τσιούμας: Αν δεν υπάρχει μία ολοκληρωμένη ανάλυση για το που βρίσκεται ο ελληνικός και ο διεθνής καπιταλισμός δεν μπορεί να δοθεί καμία ακριβής απάντηση. Κατά τη γνώμη μου η διεθνοποίηση του κεφαλαίου είναι η παγκόσμια τάση και μεταφράζεται σε συγκεντροποίηση του κεφαλαίου διεθνώς, σύμπτυξη του βιομηχανικού και χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, η χρησιμοποίηση της κρίσης χρέους σε παγκόσμιο επίπεδο από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο με εκβιαστικό τρόπο. Στα πλαίσια του διεθνοποιούμενου κεφαλαίου υπάρχουν κεφαλαιακές δυνάμεις που έχουν αναφορά στην ελληνική επικράτεια με την έννοια ότι χρησιμοποιούν το ελληνικό νομικό σύστημα για την εκμετάλλευση των ελλήνων και ξένων εργαζομένων. Το γεγονός ότι υπάρχει ελληνικός καπιταλισμός δε σημαίνει ότι υπάρχει ενιαία γραμμή για τα συμφέροντά του αυτή την περίοδο και για τις διεθνείς συμμαχίες στις οποίες πρέπει ενταχθεί.

Γιώργος Κρεασίδης: Η αναφορά στον ελληνικό καπιταλισμό έγινε ως σύμβαση για να κάνουμε συζήτηση, ο κόσμος της εκμετάλλευσης είναι παγκόσμιος. Εμείς αναφερόμαστε σε ένα ολοκληρωτικό καπιταλισμό ο οποίος επιτείνει χαρακτηριστικά που είχε ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός και διέπεται από διεθνοποίηση, καπιταλιστικές ολοκληρώσεις όπως είναι η Ε.Ε. Ο ελληνικός καπιταλισμός έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πχ. το θεσμικό πλαίσιο το οποίο τον διέπει. Η ταξική πάλη πολλές φορές γίνεται με εθνικούς και όχι ιδεολογικούς όρους. Το ελληνικό κεφάλαιο για παράδειγμα χρειάστηκε τον εμφύλιο πόλεμο του ’46-’49 για να επιβληθεί πράγμα που δεν χρειάστηκε να γίνει σε χώρες όπως η Ιταλία. Κοινωνική απελευθέρωση σε μια χώρα δεν μπορεί να υπάρξει. Παρόλα αυτά νίκη σε επαναστατικά γεγονότα μπορούμε να έχουμε, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν παραδείγματα (όπως η επανάσταση στην Ισπανία) για τον υπόλοιπο κόσμο.

Ο καπιταλισμός είναι σήμερα πιο διεθνοποιημένος από ότι πριν 30 χρόνια με την έννοια ότι έχει μεταφερθεί σε περιοχές που δεν ήταν αντικείμενο εκμετάλλευσης, του καπιταλισμού και των σχέσεων αγοράς όπως τις έχουμε μάθει στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, αλλά στηρίζονταν σε φεουδαρχικές, ημιφεουδαρχικές και άλλες κοινωνικές δομές.

Ας κρατήσουμε τέλος τη σχέση του ελληνικού καπιταλισμού με την Ε.Ε. που είναι συμμαχία ζωής για το ελληνικό κεφάλαιο με το βορειοευρωπαϊκό κεφάλαιο.

Επαναστάτες προηγούμενων αιώνων όπως ο Λένιν ή η Λούξεμπουργκ εστίαζαν στην κρίση του καπιταλισμού και στο πως αυτή μεταφέρεται ή αντανακλάται μέσα στο εργατικό κίνημα. Οι ομιλητές της συζήτησης εστίασαν στο πως φαίνεται αντικειμενικά ο καπιταλισμός από τη σκοπιά του καθενός, και φάνηκε σαν να μην έχουν ιδεολογικές διαφορές. Υπάρχει ανάγκη για ιδεολογική διαμάχη σήμερα ή αυτή εξαντλείται στην περιγραφή του αντικειμένου του καπιταλισμού;

Γιώργος Κρεασίδης: Η ιδεολογική διαμάχη εντός της Αριστεράς υπάρχει, αυτό που λείπει είναι η ιδεολογική διαμάχη για ένα πολιτικό δια ταύτα, δηλαδή μια κοινωνικοπολιτική πρόταση που σε δοσμένο χρόνο θα βοηθήσει αν επικρατήσει η μία ή η άλλη αντίληψη έτσι ώστε να ξεπεραστούν εμπόδια και να πάνε τα πράγματα σε μια καλύτερη πορεία.

Ένα παράδειγμα είναι η συζήτηση για την Ε.Ε. Η εναντίωση στην Ε.Ε. από θέσεις εργατικές δεν είναι η κυρίαρχη θέση εντός της Αριστεράς. Πολλές φορές παρατηρούμε ότι ακόμα και οργανώσεις ή κόμματα με διεθνιστικές επαναστατικές αντιλήψεις υποτιμούν του θέματος της Ε.Ε. και τη στρατηγική συμμαχία για την ελληνική αστική τάξη. Αυτή η στάση είναι υπεκφυγή στον πολιτικό στόχο της εναντίωσης στην Ε.Ε.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι η συνδικαλιστική δομή. Θα διαφωνήσω με τον Άρη. Είναι διαφορετικό πράγμα η συμμετοχή με πρωτοβάθμια σωματεία και στο διοικητικό συμβούλιο αυτού ως εργαζόμενος και διαφορετικό η συμμετοχή επαγγελματιών σε δομές όπως η ΓΣΕΕ. Πολλές δυνάμεις προβάλλουν το αίτημα για τον καλύτερο συσχετισμό δυνάμεων κάτι που όμως δεν εξηγεί πολλά πράγματα όπως π.χ. ο συντονισμός των πρωτοβάθμιων σωματείων και η διεκδίκηση συνολικότερων αιτημάτων όπως συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Υπήρξαν αναφορές τόσο για κατάργηση όσο και για απελευθέρωση της εργασίας. Θεωρείτε ότι αυτά είναι ταυτόσημα;

Άρης Τσιούμας: Το ιστορικό παράδειγμα της Ισπανίας ήταν η απόπειρα που ενείχε τα περισσότερα ποιοτικά χαρακτηριστικά για να ξεκινήσει επαναστατικά η απελευθέρωση από την εργασία. Αν έμενε στο παράδειγμα της Ισπανίας αυτό θα σήμαινε μία ήττα πρώτου μεγέθους.

Δεν μπορούμε να φανταστούμε πως μπορεί να είναι η απελευθέρωση της εργασίας σε ένα κόσμο ο οποίος θα κινείται σύμφωνα με τη ρήση του Μαρξ «από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Αυτό που κρύβεται πίσω από «τις δυνατότητες» δεν μπορούμε να το ονομάσουμε εργασία. Αυτό που εννοούμε λέγοντας απελευθέρωση συνίσταται στην πλήρη αποεμπορευματοποίηση της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Γιώργος Κρεασίδης: Θα συμφωνήσω εν μέρει με τον Άρη. Αυτό που χρειάζεται η κοινωνία για να σταματήσει να βυθίζεται στην καπιταλιστική βαρβαρότητα είναι η εργασία να μην έχει τα χαρακτηριστικά του εμπορεύματος με όλους τους καταναγκασμούς που αυτό φέρνει.

Σε μεγάλες σύγχρονες βιομηχανίες αυτό που διαχειρίζεται και ελέγχεται είναι περισσότερο το περιεχόμενο (content) της πληροφορίας και λιγότερο το κεφάλαιο και το εργατικό δυναμικό. Υπό μία έννοια το να τραφεί ο πληθυσμός της γης είναι αστείο αλλά ταυτόχρονα φαίνεται ότι ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί τον άνθρωπο ως πηγή πλούτου.

Άρης Τσιούμας: Η αναφορά στα έξυπνα δίκτυα, στις τεχνολογίες και στους αυτοματισμούς ως ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού έχει ένα συγκεκριμένο όριο. Δεν έχει ακόμα εφευρεθεί ο άνθρωπος ο οποίος θα τρέφεται μόνο με πληροφορίες. Για να υπάρχουν όλα τα παραπάνω απαραίτητη προϋπόθεση είναι να καταπιέζεται ένα τεράστιο μέρος του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού το οποίο ούτε καν έχει κάποιο όφελος από όλες αυτές τις εξελίξεις.

Γιώργος Κρεασίδης: Αν παρατηρήσουμε τις θέσεις εργασίας που χάθηκαν από το κλείσιμο των επιχειρήσεων και τις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν το νέο στοιχείο είναι περισσότερο η ελαστικοποίηση της εργασίας. Αν ο μονοπωλιακός καπιταλισμός ήταν η εποχή της απόλυτης υπεραξίας και της υπερεκμετάλλευσης, ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός γίνεται η εποχή της σχετικής υπεραξίας και της επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας η δική μας εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού είναι μία προσπάθεια του κεφαλαίου να συνδυάσει και τα δύο.

 

 

Πέτρος Πέτκας- 24/5/2015

Α) Περί ιστορίας

Στην δημοσιευόμενη, πιο πάνω, κριτική του Θοδωρή Βελισσάρη (στο εξής Θ.Β), όπως και στο βιβλίο μας, γίνονται συχνές αναφορές σε προγενέστερες ιστορικές περιόδους όπως στην Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, στην Παρισινή Κομμούνα του 1871 και στην Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917. Όσον αφορά, τουλάχιστον το βιβλίο μας, δεν πρόκειται για ιστορική μελέτη αλλά για μερικές σκέψεις που εδράζονται πάνω σε ιστορικά γεγονότα. Τούτο σημαίνει πως αναγκαστικά προβαίνουμε σε περιγραφή γεγονότων και, στην συνέχεια, στην ερμηνεία τους. Είχε επισημανθεί έγκαιρα απ’ τον Ευτύχη Μπιτσάκη πως «άλλο η περιγραφή ενός γεγονότος και άλλο η ερμηνεία του γεγονότος». Μόνο που η ερμηνεία του γεγονότος, για να είναι αξιόπιστη, πρέπει να στηρίζεται σε μια προγενέστερη μεν, ακριβή δε, περιγραφή του. Αν η περιγραφή είναι ανακριβής τότε και η ερμηνεία αναποδράστως θα είναι αναξιόπιστη, εσφαλμένη. Στον Όμηρο, όταν αναφύονταν μια νομική διαφορά, την έφεραν μπροστά στον Ίστορα, άνθρωπο επιδέξιο να ερευνά τα αμφισβητούμενα γεγονότα και να αποφασίζει ποιό ήταν το αληθινό. Ιστορίη (ο ιωνικός τύπος της λέξης ιστορία) σήμαινε μιαν έρευνα αυτού του είδους. Η ιστορία, λοιπόν, προσπαθεί να ανεύρει την αλήθεια, να κατανοήσει το παρελθόν, δεν επιδιώκει να προσφέρει ψυχαγωγία, να κερδίσει δημοτικότητα, να θυσιάσει την αλήθεια χάριν του εντυπωσιασμού – Μ’ άλλα λόγια, η ιστορία δεν «ποζάρει» (βλ. JOHN B. BURY, Οι αρχαίοι Έλληνες ιστορικοί, εκδόσεις Παπαδήμα, σελ. 20,141,176,186 (σημείωση 29), 9). Τούτο σημαίνει πως σκοπός της ιστορίας δεν μπορεί να είναι η σφυρηλάτηση του εθνικού φρονήματος, ούτε η υπόθαλψη αλυτρωτικών προσδοκιών, όπως δεν μπορεί να είναι η εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων ή ιδεολογικών προτιμήσεων του σήμερα με την ασυνείδητη ή συνειδητή προβολή πάνω στην οθόνη του παρελθόντος ορισμένων ανικανοποίητων πολιτικών πόθων του παρόντος. (Βλ. το άρθρο μας στην εφημερίδα «Νέα προοπτική» της 26 – 10 -2013 με τίτλο «Απ’ τα σπάργανα μέχρι τα σάβανα» – «Μαθήματα Ελληνικής Ιστορίας»).

Για να καταστήσουμε σαφέστερη την περί ιστορίας αντίληψή μας, ας χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα που σχετίζεται άμεσα και με το θέμα μας: Ο Δημήτρης ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ, με άρθρο του στην ΟΥΤΟΠΙΑ (τεύχος 100, Σεπτ-Οκτ. 2012 σελ. 135 επ. και ιδία σελ. 140), υποστηρίζει, μεταξύ των άλλων, και τ’ ακόλουθα: «Χαρακτηριστικό, εξάλλου, στοιχείο της εσωκομματικής δημοκρατίας στο κόμμα των Μπολσεβίκων ήταν ότι οι θέσεις της Εργατικής Αντιπολίτευσης τυπώθηκαν και μοιράσθηκαν στους συνέδρους» του 10ου  Συνεδρίου. Απ’ το προπαρατεθέν απόσπασμα προκύπτει α) ότι η Εργατική Αντιπολίτευση είχε κάθε δυνατότητα πολιτικής δράσης χωρίς προσκόματα στο πλαίσιο του κόμματος των Μπολσεβίκων και της Σοβιετικής Ένωσης. Η διαπίστωση αυτή συνιστά το «γεγονός». Β) Το προπαρατεθέν «γεγονός» ερμηνεύεται ως αποκαλυπτικό της ύπαρξης δημοκρατίας στο κόμμα των Μπολσεβίκων και στην σοβιετική κοινωνία στο πλαίσιο της οποίας μπορούσαν να εκφρασθούν δημόσια ακωλύτως όλες οι αντίθετες προς την κρατούσα άποψη απόψεις. Η πραγματικότητα, όμως, διέφερε ουσιωδώς απ’ τα προαναφερθέντα: Η ατύπως μεν, ουσιαστικώς δε, αρχηγός της Εργατικής Αντιπολίτευσης Αλεξάνδρα Κόλονταϊ, η συγγραφέας του αποκαλυπτικού βιβλίου με τίτλο «Η Εργατική Αντιπολίτευση», (κυκλοφορεί στα ελληνικά απ’ τις εκδόσεις Βέργος και Άρδην), αυτής της πολύτιμης πρωτογενούς ιστορικής πηγής, κατήγγειλε από του βήματος του χειραγωγηθέντος 10ου  Συνεδρίου ότι η κυκλοφορία αυτού του βιβλίου της είχε παρεμποδιστεί εσκεμμένα. (Βλ. αναλυτικά – λεπτομερώς, MAURICE BRINTON, Οι Μπολσεβίκοι και ο εργατικός έλεγχος. Το κίνημα των εργοστασιακών επιτροπών 1917 – 1921, εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη, 2007, σελ. 181 με περαιτέρω παραπομπή σε πρωτογενή πηγή – υλικά του 10ου  Συνεδρίου). Μόνο που η καταγγελία της Κόλονταϊ ήταν – εν αγνοία της – λειψή: το βιβλίο της απαγορεύτηκε και κατασχέθηκε ευθύς μετά την έκδοσή του (βλ. Ντανιέλ Γκερέν, Ο Αναρχισμός, από την θεωρία στην πράξη, εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος», Δ΄ Έκδοση, σελ 105). Την αυτού περιεχομένου διαβεβαίωση μας παρέχουν η Έμμα Γκόλντμαν (Η απογοήτευσή μου στην Ρωσία. Δύο χρόνια στη Ρωσία 1920-1921, εκδόσεις Απόπειρα) και ο Αλεξάντερ Μπέρκμαν ( Η Ρωσική Τραγωδία, εκδόσεις «ΑΡΔΗΝ» σελ. 95 και ιδία σελ. 97), με την επισήμανση ότι οι δύο τελευταίοι ήσαν αυτόπτες μάρτυρες. Και όλα αυτά συνέβαιναν τον Φλεβάρη και τον Μάρτη του 1921. Με αριστουργηματική συμπύκνωση το διατύπωσε ο ιστορικός του πολιτισμού, την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, Walter Goetz: «Το καθήκον του ιστορικού είναι όχι η καλλιέργεια της ευσέβειας προς ένα παρανοημένο παρελθόν, αλλά η ανελέητη εξερεύνηση της αλήθειας» (Βλ. ΠΗΤΕΡ ΓΚΑΙΥ, Η πνευματική ζωή στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης – Γερμανία 1919-1933, εκδόσεις Νησίδες, σελ.81).

Πρέπει, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, να τονίσουμε και τούτο: Μια πολιτική οργάνωση της Αριστεράς δεν μπορεί να λειτουργεί και να δρα με όρους και προϋποθέσεις επιστημονικού ιστορικού ινστιτούτου, Ακαδημίας Επιστημών. Έχει άλλην αποστολή και άλλα προτάγματα. Αν, όμως, «γυρίσει τις πλάτες της» στα επιστημονικά δεδομένα, τότε θα ναρκοθετήσει την δράση της και θα ακυρώσει τα προτάγματά της.

Β) Η περίπτωση της Ρόζας Λούξεμπουργκ

Ο Θ.Β στην κριτική του επισημαίνει την «συνεχή επίκληση της Λούξεμπουργκ», χαρακτηρίζει την κριτική της Λούξεμπουργκ ως «παρωχημένη», την εμφανίζει να μην επικρίνει «τον αυταρχισμό και τις ιδέες περί δικτατορίας του προλεταριάτου» του Λένιν, να μην υιοθετεί την κατηγορία «περί μπλανκισμού» κατά του Λένιν (την οποία αποδίδει σε μας) και επισημαίνει αμφίσημα ότι το έργο της «Ρώσικη Επανάσταση» τόγραψε στην φυλακή χωρίς νάχει  πρόσβαση σε επαρκή στοιχεία και πληροφορίες και ότι «δεν το κυκλοφόρησε όσο ζούσε». Στο σημείο τούτο ο Θ.Β υιοθετεί απόλυτα, ίσως και ακουσίως, την κοινώς παραδεδεγμένη αριστερή άποψη για την Ρόζα Λούξεμπουργκ με κοινή συνισταμένη την υποτιθέμενη απουσία θεμελιώδους διάστασης μεταξύ των θέσεών της και του Λένιν. (βλ. λ.χ το άρθρο του Πάνου Πέτρου στην «Εργατική Αριστερά» της 15-1-2014 με τίτλο «Η κόκκινη Ρόζα, «Φλόγα και ξίφος της επανάστασης», ως και το άρθρο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΡΗΡΟΡΟΠΟΥΛΟΥ στο «ΠΡΙΝ» της 26-1-2014 όπου αισθάνεται την ανάγκη να τονίσει ότι «Η διαφορά αυτή» (μεταξύ Λένιν και Λούξεμπουργκ, που την οριοθετεί μόνο ως προς την Συντακτική Συνέλευση) «διογκώνεται απ’ τον παλαιό και σύγχρονο ρεφορμισμό στην προσπάθειά του να αμαυρώσει τη σοσιαλιστική δημοκρατία και να προβάλει την ανωτερότητα της αστικής δημοκρατίας»). Η Λούξεμπουργκ σε μια σειρά ζητήματα-εθνικισμός, ιμπεριαλισμός και οργάνωση – κράτησε μιαν ιδιάζουσα θέση, διαφορετική από των μειζόνων συγχρόνων της μαρξιστών – Μπερνστάιν, Κάουτσκι και Λένιν. Για να ταυτιστεί με την «κρατούσα ορθοδοξία» κρίθηκε απαραίτητο ν’ απορριφθούν ορισμένα κείμενά της, ιδίως η ανάλυση της Ρώσικης Επανάστασης, ως δήθεν, καρποί κακής ή ελλιπούς πληροφόρησης και να επανερμηνευτούν ορισμένα άλλα. Έτσι, ο Arnold Reisberg καταγγέλει το 1970 ως αντικομμουνιστική την ερμηνεία του ανταγωνισμού Λούξεμπουργκ – Λένιν. Τονίζει την προσέγγισή τους μετά το 1905 και παραθέτει αποσπάσματα από ένα γράμμα της Λούξεμπουργκ που καλωσορίζει την Ρώσικη Επανάσταση (του 1905). Ο Norman Geras, το 1976, μειώνει την σημασία της κριτικής της στον Λένιν, ενώ ο J.P Nettl το 1966, θεωρεί πως έχει μικρή σημασία. (Βλ. Ράσελ Τζάκομπι, Διαλεκτική της ήττας, Περιγράμματα του Δυτικού μαρξισμού, εκδόσεις Νησίδες, σελ. 76 και 159 σημείωση μ’ αριθμό 39 όπου περαιτέρω παραπομπές στα έργα προπαρατεθέντων συγγραφέων).  Η αμφισβήτηση της επανάστασης με άνωθεν εντολές ή με την μίμηση ενός υποδείγματος παλλόταν σ’ όλο το έργο της Λούξεμπουργκ. Κεντρική της πίστη ήταν το προλεταριάτο ως υποκείμενο της επανάστασης. Δυσπιστούσε απέναντι στο κόμμα που υποκαθιστούσε την τάξη, απέναντι στην ηγεσία ή στην γραφειοκρατία προς όφελος του προλεταριάτου. Παραθέτοντας τον Μαρξ και τον Ένγκελς, ότι η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να είναι έργο του ίδιου του προλεταριάτου, σχολίασε: «Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μια κάποια επιτροπή διανοουμένων, που παραπειστικά αυτοαποκαλείται ηγέτης της εργατικής τάξης, ΄΄διατάσσει΄΄ ή ΄΄αποφασίζει΄΄ πότε και πώς η εργατική τάξη θ’ αρχίσει να ενεργεί με στόχο την χειραφέτησή της· σημαίνει ότι οι πλατιές μάζες του ίδιου του προλεταριάτου πρέπει να αναγνωρίσουν την ανάγκη, την προϋπόθεση και τα μέσα για χειραφέτηση και με την θέληση τους…να ξεκινήσουν ανοιχτά τον αγώνα» (στο ίδιο πιο πάνω, σελ. 75 με περαιτέρω παραπομπές (Για τους διανοούμενους και την σχέση τους με το επαναστατικό κίνημα βλ. τα άρθρα μας στην «Νέα Προοπτική» με τίτλους «Ο Σιδηρούς Νόμος της Ολιγαρχίας…σε επανεμφάνιση!» στο φύλλο της 31-12-2014 και «΄΄Πνευματικοί΄΄ άνθρωποι άνευ..πνεύματος» στο φύλλο της 10-1-2015). Ούτε η αξιολόγηση εκ μέρους της Λούξεμπουργκ της Ρωσικής Επανάστασης μπορεί να απορριφθεί εύκολα, ούτε μπορεί να διαχωριστεί από την κριτική που άσκησε στον Λένιν το 1904. Τουναντίον, η πρώτη αποτελεί επικαιροποίηση της δεύτερης! Αμφότερες καταδεικνύουν την εξαιρετική ιστορική οξυδέρκειά της. Οι επικριτές μας αναφέρονται, με ιδιαίτερη προτιμησιακή διάθεση, στην επιστολή της του 1906 με την οποία φέρεται να απέσυρε ορισμένα μέρη της κριτικής της του 1904. Αποφεύγουν,όμως, να υπομνήσουν ότι εξακολουθούσε να διατηρεί τις επιφυλάξεις τηςαπέναντι στους Μπολσεβίκους όπως φανερώνουν τα σχόλιά της για την Συνδιάσκεψη του RSPD το 1907 και, το σπουδαιότερο, επιλέγουν να λησμονούν ότι το 1918 κατηγόρησε τον Λένιν και τον Τρότσκυ για γιακωβινισμό (βλ. στο ίδιο πιο πάνω σελ. 76 και 160 σημείωση μ’ αριθμό 44 όπου παράθεση πρωτογενών πηγών). Λόγω στενότητας χώρου, είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε εξοικονόμηση σκέψεων (τις οποίες αναπτύξαμε αναλυτικά αλλού. βλ. το άρθρο μας με τίτλο «Επαναστατικές αδολεσχίες 2» στην ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ (Κοζάνης), τεύχος 156, Άνοιξη 2011, σελ. 99 επ. και ιδία σελ. 103-105 και 116-117, όπου αναλυτική αναφορά στο κεφαλαιώδες έργο της « Συγκεντρωτισμός και Δημοκρατία, ή οργανωτικά ζητήματα της Ρώσικης σοσιαλδημοκρατίας» που αποτελεί εξοντωτική, ανηλεή κριτική του Λένιν και των θέσεών του. Εκδόθηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κοροντζή με τίτλο «Σοσιαλισμός και Δημοκρατία», και στο έργο της «Ρωσική Επανάσταση»). Ας μας επιτραπεί να παραθέσουμε ψήγματα μόνον της σκέψης της: Επικεντρώνοντας στον σκληρό πυρήνα της λενινιστικής πρότασης, υποστηρίζει πως αντί της κυριαρχίας της πλειοψηφίας των συνειδητών εργατών στο κόμμα, έχουμε την απόλυτη εξουσία μιας κεντρικής επιτροπής που ενεργεί, κατά κάποιον τρόπο, δυνάμει μιας άρρητης ΄΄πληρεξουσιότητας΄΄, αντί του ελέγχου που ασκούν οι εργατικές μάζες στα όργανα του κόμματος, έχουμε τον αντεστραμμένο έλεγχο της κεντρικής επιτροπής επί της δραστηριότητας του προλεταριάτου (σελ. 45 στην έκδοση Κοροντζή). Ο προτεινόμενος υπερσυγκεντρωτισμός του Λένιν δεν είναι διαποτισμένος από θετικό και δημιουργικό πνεύμα, αλλά από το στείρο πνεύμα του νυχτοφύλακα. Η όλη προσπάθειά του τείνει να ελέγξει την δραστηριότητα του κόμματος και όχι να την γονιμοποιεί, να περιορίζει, παρά να διευρύνει το κίνημα, να το ανακόπτει και όχι να το ενοποιεί (σελ 49, πιο πάνω). Ο αυστηρός συγκεντρωτισμός του Λένιν θα παρέδιδε το κίνημα των ακαλλιέργητων ακόμη προλεταρίων στα χέρια των διανοούμενων αρχηγών της κεντρικής επιτροπής (σελ. 58). Προειδοποιεί τον Λένιν ότι σταματώντας τους παλμούς μιας υγιούς οργανικής ζωής, εξασθενεί το σώμα και ελαττώνεται η αντίστασή του καθώς και το μαχητικό του πνεύμα…Το προτεινόμενο μέτρο στρέφεται εναντίον του σκοπού (σελ. 63). Στο έργο της «Ρώσικη Επανάσταση» (έχουμε υπόψη μας την έκδοση των εκδόσεων Ύψιλον), γράφει, μεταξύ των άλλων σημαντικών, και τ’ ακόλουθα: «Ο Λένιν και ο Τρότσκυ εγκατέστησαν στην θέση των αντιπροσωπευτικών σωμάτων, που βγαίνουν από γενικές λαϊκές εκλογές, τα σοβιέτ σαν μοναδική πραγματική αντιπροσώπευση των εργαζομένων μαζών. Αλλά πνίγοντας την πολιτική ζωή σε όλη την χώρα είναι μοιραίο να παραλύει ολοένα και περισσότερο η ζωή μέσα σε αυτά τα ίδια τα σοβιέτ. Χωρίς γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία Τύπου και συγκεντρώσεων, ελεύθερη πάλη των ιδεών, η ζωή ξεψυχάει μέσα σε όλους τους δημόσιους θεσμούς, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία μένει το μόνο ενεργό στοιχείο. Από τον νόμο αυτό κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει. Η δημόσια ζωή σιγά-σιγά βυθίζεται στον ύπνο..» (σελ. 73) Καθώς επίσης και «…Η σοσιαλιστική δημοκρατία όμως δεν αρχίζει από την γη της επαγγελίας αφού δημιουργηθεί πρώτα το υπόβαθρο της σοσιαλιστικής οικονομίας, σαν ένα έτοιμο χριστουγεννιάτικο δώρο προς τον καλό λαό, που στο μεταξύ υποστήριζε την χούφτα των σοσιαλιστών δικτατόρων. Η σοσιαλιστική δημοκρατία αρχίζει ταυτοχρόνως με το έργο της κατάλυσης της ταξικής κυριαρχίας και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, από την στιγμή της κατάληψης της εξουσίας από το σοσιαλιστικό κόμμα…» (σελ. 78-79)

Το να προσπαθεί, μετά ταύτα, ο οιοσδήποτε να ταυτίσει την Λούξεμπουργκ με την κρατούσα «ορθοδοξία» των Λένιν-Τρότσκυ, συνιστά απροκάλυπτη κακοπιστία! Κλείνουμε αυτήν την ενότητα με δύο (2) παρατηρήσεις: 1) Η δυτικοευρωπαϊκή οπτική της Λούξεμπουργκ ελαχιστοποιήθηκε ως μη όφειλε. Καταδίκασε τις μπολσεβίκικες πρακτικές όχι μόνο αυτές καθαυτές αλλά σε σχέση με την επίδρασή τους στην Δ.Ευρώπη. Η επιτυχία τους ενθάρρυνε την δουλική μίμηση: αυτός ήταν ο κίνδυνος! Φοβήθηκε ότι η ευρωπαϊκή εργατική τάξη θα υπέκυπτε στην μίμηση των μπολσεβίκων. Γι’ αυτό θέλησε να αναβάλει την ίδρυση της Γ΄ Διεθνούς έως ότου ορισμένα δυναμικά δυτικοευρωπαϊκά κόμματα να μπορέσουν ν’ αναχαιτίσουν την επιρροή των μπολσεβίκων. Εναντιώθηκε και στην υιοθέτηση της ονομασίας «κομμουνιστικό κόμμα» που την θεώρησε ξένη προς τις γερμανικές επαναστατικές παραδόσεις (παράβ. Ράσελ Τζάκομπυ, Διαλεκτική της ήττας, σελ. 78 και 160, σημείωση μ’ αριθμό 52 όπου περαιτέρω παραπομπές). Γι’ αυτόν τον λόγο και έδωσε εντολή στον αντιπρόσωπο του Κ.Κ.Γ Ούγκο Έμπερλαϊν στο πρώτο συνέδριο της Γ΄ Διεθνούς, να αντιταχθεί στην ίδρυση μιας νέας διεθνούς, ενώ ο Λέο Γιόγκισες τούδωσε εντολή ν’ αποχωρήσει απ’ το Συνέδριο αν αυτό δεν υιοθετούσε την περί αναβολής του άποψη. Ο φόβος της Λούξεμπουργκ και του Γιόγκισες συνίστατο εις τούτο: η νέα διεθνής θα είχε αποκλειστικώς ρωσικό χαρακτἠρα! (Βλ. Ε.Χ ΚΑΡΡ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, τόμος 3, σελ. 158)

2) Ας μας επιτραπεί να παραθέσουμε απ’ το βιβλίο μας τ’ ακόλουθο απόσπασμα: Η Ρόζα Λούξεμπουργκ «δεν πίστευε σε μια «νίκη» στην οποία ο πολύς κόσμος δεν θα είχε κανένα ρόλο, ούτε φωνή, φοβόταν πολύ περισσότερο μια διαστρεβλωμένη επανάσταση από μια αποτυχημένη επανάσταση, πίστευε, με μια θαυμαστή ιστορική οξυδέρκεια πως η ηθική κατάρρευση της επανάστασης, θα προξενούσε μεγαλύτερη ζημιά απ’ όσο θα μπορούσαν να κάνουν «όλες οι πολιτικές ήττες…σε τίμιους αγώνες εναντίον υπέρτερων δυνάμεων και σε αντίξοες ιστορικές συνθήκες» (Βλ. Χάννα Άρεντ, Άνθρωποι σε ζοφερούς καιρούς, εκδόσεις Νησίδες, 1998, σελ. 38-39) – Η νεοτοποθετηθείσα απ’ την Εκτελεστική Επιτροπή της Τρίτης (Κομουνιστικής) Διεθνούς γενική γραμματέας του Κ.Κ Γερμανίας εικοσάχρονη Ρουθ Φίσερ (Ελφρίντε Άισνερ) έλεγε, κατ’ επιταγήν των εντολέων της, στους Γερμανούς συντρόφους της ότι « Η Ρόζα Λούξεμπουργκ και η επιρροή της, δεν ήταν τίποτε λιγότερο από σύφιλη!» (βλ. σελ 82 του βιβλίου μας όπου και ακριβείς παραπομπές).

Γ) Η ελευθεριακή Αριστερά και ο Μπορντίγκα

Ο Θ.Β,  σε μιαν αποστροφή του λόγου του, λέει «όχι μόνον μπολσεβίκοι, αλλά και μορφές που συμπαθεί ή περιλαμβάνει η ελευθεριακή Αριστερά, όπως οι Σερζ, Μπορντίγκα και Άβριτς τόνιζαν..». Ο Μπορντίγκα έγινε διαφωνών και αντίπαλος της Κομμουνιστικής Διεθνούς, γι’ αυτό άλλωστε και ο Λένιν τον χαρακτήρισε «αριστερό» κομμουνιστή. Τούτο ήταν, εν μέρει, σωστό καθόσον ο Μπορντίγκα διακρινότανε από μια άρνηση της κοινοβουλευτικής τακτικής. Για τον Μπορντίγκα, ο κοινοβουλευτισμός μύριζε ρεφορμισμό και οπορτουνισμό. Αμφισβήτησε ανοιχτά τον σοβιετικό μαρξισμό. Λίγο αργότερα, στην Διευρυμένη Εκτελεστική Επιτροπή της Κομιντέρν το 1926, μίλησε χωρίς περιστροφές και υποστήριξε ότι το ρωσικό μοντέλο επανάστασης δεν μπορούσε να εφαρμοστεί παντού, με το αιτιολογικό ότι ο ευσταθής αστικός κρατικός μηχανισμός της Δύσης ήταν «κάτι άγνωστο στην ρωσική ιστορία». Μίλησε για «κρίση» στην Κομ. Διεθνή, για μια «θεμελιώδη ατέλεια στην εσωτερική μέθοδο δουλειάς», απέρριψε το σύνθημα και την πραγματικότητα της μπολσεβικοποίησης επισημαίνοντας ότι «Σημαίνει μια τεχνητή και μηχανιστική μεταφύτευση στα Δυτικά κόμματα μεθόδων που προσιδιάζουν στο ρωσικό κόμμα. Με την μπολσεβικοποίηση, γίνεται μια απόπειρα να λύσουμε πολιτικά ζητήματα με ενέργειες οργανωτικού χαρακτήρα». Τέλος, κατήγγειλε την «τρομοκρατία» που ασκούνταν κατά των αντιπάλων της Κομ. Διεθνούς λέγοντας, χαρακτηριστικά, αυτή «η αυτοκαταστροφική μανία πρέπει να σταματήσει» ( Βλ. Ράσελ Τζάκομπυ, πιο πάνω, σελ. 112-114 και περαιτέρω παραπομπές σε πρωτογενείς πηγές).

Στο σημείο τούτο, όμως, χωρίζουν ξεκάθαρα οι δρόμοι του Μπορντίγκα και των λοιπών «αριστερών κομμουνιστών»: Οι δεσμοί του Μπορντίγκα με τους υπόλοιπους «αριστερούς κομμουνιστές», ΔΕΝ εκτείνονται σε μια θεωρία της οργάνωσης. Η απόρριψη, κατά τον Μπορντίγκα, του κοινοβουλευτισμού, βασιζόταν σ’ ένα σφριγηλό και πειθαρχημένο κόμμα, και ΟΧΙ, όπως σ’ άλλους «αριστερούς» κομμουνιστές, σε αντιεξουσιαστικές προλεταριακές οργανώσεις. Ήταν ο πιο ένθερμος υποστηρικτής του λενινιστικού κόμματος, συνεπής δε προς τον άκαμπτο λενινισμό του, εναντιώθηκε σθεναρά στα εργοστασιακά συμβούλια! (βλ. στο ίδιο πιο πάνω σελ. 122 με περαιτέρω παραπομπές σε πρωτογενείς πηγές). Οι «αριστεροί κομμουνιστές» όπως ο Πάνεκουκ (ο τόσο απαξιωμένος και παραγκωνισμένος) και ο Γκόρτερ προέβαιναν σε μια βαθύτερη και ουσιαστικότερη κριτική της Ρωσικής επανάστασης και του Λένιν: Κατά την σαφή διατύπωση του Πάνεκουκ «Τον Νοέμβριο του 1918, η κρατική εξουσία ξεγλίστρησε από τα άνευρα χέρια της αστικής τάξης στην Γερμανία και στην Αυστρία.. οι μάζες είχαν τον έλεγχο· και, εν τούτοις, η αστική τάξη στάθηκε ικανή να οικοδομήσει πάλι αυτήν την κρατική εξουσία και να υποτάξει για μιαν ακόμη φορά τους εργάτες. Αυτό αποδεικνύει ότι η αστική τάξη κατείχε μιαν άλλη κρυφή πηγή εξουσίας (ισχύος), που παρέμεινε άθικτη και της επέτρεψε να εγκαθιδρύσει εκ νέου την ηγεμονία της όταν όλα φαίνονταν γκρεμισμένα. Αυτή η κρυφή εξουσία (ισχύς) είναι η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ (τα κεφαλαία δικά μας..). Οι ίδιες οι προλεταριακές μάζες αποκατέστησαν την ηγεμονία της αστικής τάξης αφού είχε καταρρεύσει». Αυτή η αστική ηγεμονία, ριζωμένη στην μακρά ιστορία μιας αποφασιστικής και ευέλικτης αστικής τάξης ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΟΥΣΕ την Δ.Ευρώπη από την Σοβιετική Ένωση! Ο Γκόρτερ τόνιζε ότι η ιδεολογία της αστικής τάξης «έχει ποτίσει βαθιά τα μυαλά και τις καρδιές των εργατών» της Δύσης. Η συμβατική, λοιπόν, εξάρτηση από ηγέτες, κοινοβούλια και συνδικάτα όχι μόνο δεν θα βοηθούσε αλλά θα ήταν κάτι χειρότερο: θα επικύρωνε τις μορφές της αστικής κυριαρχίας. (στο ίδιο, πιο πάνω, σελ. 87,88 όπου περαιτέρω παραπομπές σε πρωτογενείς πηγές).

Ο «αριστερός κομμουνισμός» στην Γερμανία, στην Ολλανδία και – εν μέρει – στην Ιταλία, ξέγραψε τα κοινοβούλια και τα συνδικάτα από φορείς της επανάστασης. Διακρινότανε από ένα βαθύ μίσος για την εξουσιαστικότητα – αυταρχισμό και την γραφειοκρατία. Θεωρούσε πως τα κοινοβούλια και τα συνδικάτα ενθάρρυναν αυταπάτες για την επαναστατική διαδικασία στην εργατική τάξη. Εκτιμούσαν την αυτονομία και την αυτορύθμιση του προλεταριάτου. Γι’ αυτό και ΥΜΝΗΣΑΝ τα Συμβούλια (Σοβιέτ), τα οποία, σε αντίθεση προς την κοινοβουλευτική ή συνδικαλιστική γραφειοκρατία, βασίζονταν στην αυτονομία και στην ανεξαρτησία του προλεταριάτου. Αυτός ήταν και ο λόγος εξ αιτίας του οποίου, η Κομ. Διεθνής και ο ίδιος ο Λένιν διέλυσαν τα Περιφερειακά Γραφεία της Κομ. Διεθνούς στο Άμστερνταμ (που περιλάμβανε τον Γκόρτερ, την Ενριέττα Ρόλαντ-Χόλστ και τον Πάννεκουκ, τον πνευματικό του ηγέτη) και της Βιέννης (που βρέθηκε υπό την επιρροή των εξορίστων της ηττημένης Ουγγρικής επανάστασης και, πρωτίστως, του Λούκατς). Έτσι, έσβησαν και τα τόσο πολύτιμα θεωρητικά τους όργανα, τα περιοδικά «Δελτίο» (Bulletin) και «Kommunismus»,  αντίστοιχα. (βλ. στο ίδιο πιο πάνω, σελ. 84, 85 όπου περαιτέρω παραπομπές σε πρωτογενείς πηγές). {Το γραφείο του Άμστερνταμ, δημιουργήθηκε τον Οκτώβρη 1919 με εξουσιοδότηση του Λένιν. Το γραφείο της Βιέννης άνοιξε μετά τον Αύγουστο του 1919. Αμφότερα επισκίαζαν το ευάγωγο Γραφείο του Βερολίνου της Κομ. Διεθνούς. (Βλ. Ε.Χ Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, τόμ. 3 σελ. 174,171, 214, 215 και 210)}.Συνακόλουθα, η ήττα της Επανάστασης στην Κεντρική Ευρώπη είχε βαθύτερα και συνθετότερα αίτια που, σε κάθε περίπτωση, δεν εξαντλούνται στην απλοϊκή συλλογιστική του Θ.Β σύμφωνα με την οποία η αποτυχία της οφειλότανε στην απουσία ενός μπολσεβικοποιημένου Κομμουνιστικού Κόμματος!

Δ) Ο Θ.Β μας κατηγορεί ότι επιχειρούμε αφενός μεν την «ελευθεριακή διεκδίκηση του Μάρξ» αφετέρου δε, ότι διεκδικούμε τον Μάρξ στο «αντιλενιστικό στρατόπεδο». Η ταπεινότητά μας εις ουδεμίαν διεκδίκηση του Μάρξ προβαίνει, μια και δεν διακατέχεται από τόσο θαλερή αυτοπεποίθηση, εν αντιθέσει με άλλους. Περιοριστήκαμε μόνο να επισημάνουμε ένα γεγονός: Η Παρισινή Κομμούνα του 1871 ήταν μια εξέγερση εναντίον του συγκεντρωτικού κράτους καθεαυτού, είχε επηρεαστεί πολύ από αντιαυταρχικές συνομοσπονδιακές αντιλήψεις. Η ελευθεριακή δομή της και πολιτική της συμπεριφορά ήσαν πρόδηλες. Ο Μάρξ αυτήν την Κομμούνα ύμνησε με το έργο του «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία». Τούτο αποτελεί ένα γεγονός. Το ότι η εκτίμηση αυτή του Μάρξ είναι ασυνήθιστη και παράταιρη, σε σχέση με το σύνολο των γραπτών του σχετικά με το κράτοςˑ το ότι η ελευθεριακή ατμόσφαιρα της περιγραφής του, στο πιο πάνω βιβλίο του, έρχεται σε αντίθεση με τις συνήθως συγκεντρωτικές κρατικιστικές του απόψειςˑ το ότι ευνοούσε γενικά ένα ισχυρό συγκεντροποιημένο εργατικό κράτος, σε αντίθεση με τις συνομοσπονδίες, για να διευθύνει την οικονομική και κοινωνική ζωή κι’ έναν ισχυρό συγκεντροποιημένο κομματικό μηχανισμό για να καθοδηγήσει το σοσιαλιστικό κίνημα, είναι ένα άλλο γεγονός. Έτερον, εκάτερον! (ΜURRAY BOOKCHIN, Η Τρίτη Επανάσταση, λαϊκά κινήματα στην επαναστατική εποχή, τόμος 2, εκδόσεις Αλεξάνδρεια σελ 234, 315, 316, 339, 341). Πέρα απ’ όσα σχετικά τονίζουμε στην οικεία θέση του βιβλίου μας (βλ. σελ. 39-44) συμπληρωματικά προσθέτουμε και τ’ ακόλουθα: Ο Μάρξ, λίγο πριν τον θάνατό του, με την από 22-2-1881 επιστολή του προς τον κορυφαίο Ολλανδό αναρχικό στοχαστή Φέρντιναντ Ντομέλα Νιούβενχουις, ομιλεί υποτιμητικά για την Κομμούνα χαρακτηρίζοντάς την μιαν αχρείαστη, με μεγάλο κόστος, κοινοτική εξέγερση, «μιας πόλης κάτω από ασυνήθιστες συνθήκες» που θα μπορούσε να αποφευχθεί αν οι Κομμουνάροι είχαν επιδείξει μεγαλύτερη ευθυκρισία στις δοσοληψίες τους με την Εθνοσυνέλευση (βλ. στο ίδιο πιο πάνω σελ. 340 με περαιτέρω ακριβή παραπομπή στα άπαντα του Μάρξ). Όλα αυτά, όμως, δεν αναιρούν την ελευθεριακή εξύμνηση της Κομμούνας από τον Μάρξ-συγγραφέα του βιβλίου « Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία»!

Ε) Περί «ηθικισμού» και σκοπού που αγιάζει τα μέσα

Ο Θ.Β αναφέρεται στις «αντιφάσεις στις οποίες πέφτει κανείς όταν μπλέκει τον ηθικισμό με την πολιτική..» ενώ, παράλληλα, καίτοι αναφέρεται στο «ρητό» «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», καταλήγει να θεωρεί ότι «Σαφώς υπάρχουν νόμιμα ερωτήματα, τα οποία όμως θα πρέπει να τίθενται στη διάρκεια ενός σοβαρού πολιτικού αγώνα και όχι ως παραλυτικά αναχώματα στην ανάπτυξη οποιουδήποτε αγώνα». Μέτα ταύτα, δεν είναι περίεργο που επικροτεί ή, τουλάχιστον, ανέχεται την μπολσεβίκικη πρακτική της σύλληψης ομήρων (αυτήν την μελανή κηλίδα στον θυρεό της ρωσικής Επανάστασης) που είχε προσλάβει μαζικές διαστάσεις. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι οι μέθοδοι και τα μέσα δεν μπορούν να διαχωριστούν από τον τελικό στόχο τους. Με τον εθισμό των ατόμων και την παγίωση μιας κοινωνικής πρακτικής, τα μέσα γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι του τελικού σκοπού. Τον επηρεάζουν, τον τροποποιούν ολοένα, ώσπου πολύ γρήγορα ταυτίζονται εντελώς μαζί του. Αν αφαιρέσεις ως επαναστάτης, τους ηθικούς ενδοιασμούς από τις πράξεις σου, τότε βουλιάζεις στον πάτο του χειρότερου αμοραλισμού. Καμιά επανάσταση δεν μπορεί να φέρει την ελευθερία του ανθρώπου, αν τα μέσα που χρησιμοποιεί δεν ταυτίζονται με το πνεύμα και τον προσανατολισμό του επιδιωκόμενου σκοπού. «Εν ονόματι ενός μεγαλοπρεπούς μέλλοντος, γεμίζετε το παρόν με αποτροπιασμούς» έλεγε ο Λέων Τολστόι (παρατίθεται στο Γκούσταβ Λαντάουερ, Το μήνυμα του Τιτανικού, εκδόσεις Τροπή, σελ. 118. Υπενθυμίζουμε ότι ο ελευθεριακός φιλόσοφος Γκούσταβ Λαντάουερ ήταν ο Επίτροπος (υπουργός) Παιδείας της Σοβιετικής (Συμβουλιακής) Δημοκρατίας της Βαυαρίας που δολοφονήθηκε στο κελί της φυλακής του στις 2-5-1919). Αν η παρουσία ηθικών αναστολών και πολιτισμικών ενδοιασμών αντιμετωπίζονται ως «ηθικισμός», (αποκρουστικός νεολογισμός!) που δρα ως «παραλυτικό ανάχωμα» στην ανάπτυξη «οποιουδήποτε αγώνα», τότε οδηγούμαστε αναποδράστως στην εκβαναύσωση των ηθών των ανθρώπων, στην εξουθένωση και αποκτήνωσή τους· τότε αναφύονται ένστικτα αρπακτικού ζώου που προκαλούν ποταπή έλλειψη εμπιστοσύνης μετατρέποντας ολόκληρη την ανθρώπινη κοινωνία σε σκευωρία αλληλοεξαπάτησης. Μια τέτοια πολιτική πρακτική ισοδυναμεί με πρόσκληση σε «Θυέστεια δείπνα». (Για τα «Θυέστεια δείπνα» και τα ρωμαϊκά flagitia βλ. το άρθρο μας με τίτλο ΄΄ «Ταξική» μεροληψία;΄΄ στην «Νέα Προοπτική» της 14-2-2015 και αναλυτικότερα στο G.E.M DE STE CROIX, Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη, Διωγμοί, Αιρέσεις και Ήθη, εκδόσεις ΜΙΕΤ, σελ.33,34,72,73 και 121). Εκεί καταλήγει η κοινωνική και πολιτική δομή που ταυτίζει την καλόπιστη κριτική με την ηθικήν εξαχρείωση και την εσχάτη προδοσία. Ας δώσουμε τον λόγο σε δύο (2) κατ’ εξοχήν γνώστες της «επαναστατικής» τρομοκρατίας, στον αρχιτέκτονά της και θεωρητικό της Σαιν Ζυστ και στον Γενικό Διοικητή της ΤΣΕΚΑ Φέλιξ Ντζερντζίσκυ. Ο πρώτος (Σαιντ Ζυστ) έγραφε στο ημερολόγιό του (θεσμούς του) τ’ ακόλουθα: «Η Επανάσταση πάγωσε! Όλες οι θεωρητικές αρχές έχουν ατονήσει. Δεν υπάρχουν παρά μόνο κόκκινοι σκούφοι που τους φοράνε ραδιούργοι. Η άσκηση της τρομοκρατίας έχει κάνει τους εγκληματίες αναίσθητους, όπως τα δυνατά ποτά κάνουν αναίσθητο τον ουρανίσκο» (βλ. σελ. 27 του βιβλίου μας με περαιτέρω παραπομπή). Η ΤΣΕΚΑ δημιουργήθηκε στις 7-12-1917 με διάταγμα του Λένιν. Μετά τις 16-6-1918 της δόθηκε η εξουσία να συλλαμβάνει, να κατηγορεί, να δικάζει σε θάνατο και να εκτελεί την ποινή. Δηλαδή, ήταν αστυνόμος, εισαγγελέας, δικαστής και δήμιος ταυτόχρονα. Ήδη από τις αρχές του 1919 δεν μπορούσε πια να ελέγξει την ψυχολογική διαστροφή και την διαφθορά. Ο ίδιος ο Τζερντζίσκυ θεωρούσε τους ανθρώπους της ΤΣΕΚΑ, δηλαδή τους υφισταμένους του, «σαπίλα» (βλ. Βίκτωρ Σερζ, Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, εκδόσεις SCRIPTA, σελ. 128).

Δεν ήταν θέμα κακής βούλησης συγκεκριμένων ατόμων· ήταν θέμα δομής. Ο Σαιν Ζυστ και Ο Φέλιξ Τζερντζίσκυ μας εκπλήσσουν δυσάρεστα με την ασύγγνωστη πολιτική τους αφέλεια και την ολοκληρωτική απουσία διαίσθησης που τους διέκρινε. Η Νέμεσις που έπληξε το διεθνές επαναστατικό κίνημα το 1989, ήταν δικό του δημιούργημα. Το να το παραβλέπουμε, εμμένοντας σε μεθοδολογίες του παρελθόντος που μας οδήγησαν σε «νικηφόρα» πολιτική και ηθική πανωλεθρία, συνιστά περιφρόνηση αμαθούς έναντι της ιστορίας.

ΣΤ) Οι ενστάσεις της βιβλιοκριτικής παρουσίασης είναι πάρα πολλές αλλά ασυστηματοποίητες, χωρίς συνεκτικό δεσμό και, ενίοτε, μεστές προφανούς παρανόησης (ως λ.χ ο καινοφανής ισχυρισμός ότι « πολλοί στην λεγόμενη ελευθεριακή Αριστερά» «ξεχνούν» ότι «κάθε κράτος είναι αυταρχικό»! Η ελευθεριακή Αριστερά ποτέ δεν το λησμόνησε, εν αντιθέσει με άλλους) ή, ακόμη, και ασύγγνωστης σύγχυσης (ως λ.χ ο ισχυρισμός του «επί Γιακωβίνων δεν υπήρχε ΄’κεφάλαιο’’ δηλαδή η αστική τάξη που με την Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση κυριάρχησε πολιτικά, οικονομικά και ιδεολογικά ήταν χωρίς κεφάλαιο; Το ότι δεν υπήρχε ο σύγχρονος βιομηχανικός καπιταλισμός δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε και κεφάλαιο π.χ εφοπλιστικό, τραπεζικό, εμπορικό κ.λ.π!). Μετά ταύτα, καθίσταται πρόδηλο ότι τέτοιες απόψεις είναι ανεπίδεκτες απάντησης. Γι’ αυτόν τον λόγο-και όχι μόνον λόγω στενότητας διατεθέντος χώρου- περιοριστήκαμε να αναφερθούμε στις προμνησθείσες ενδείξεις Α-Ε της παρούσας τοποθέτησής μας. {Πριν γράψουμε αυτό το κείμενο τέθηκε υπόψη μας η από 8-12-2014 πολυσέλιδη βιβλιοκριτική παρουσίαση του Θ.Β}

13/3/2015- Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Πέρα από τις πολλές διαφορετικές τάσεις και ρεύματα, το σημαντικότερο ίσως ζήτημα που χαρακτηρίζει την Αριστερά σήμερα είναι αυτό του «πολιτικού κόμματος». Στην επαύριο της οικονομικής κρίσης του 2008 και της επακόλουθης ύφεσης, μετά το κίνημα του Occupy Wall street και την "Αραβική άνοιξη" έλαβαν χώρα διάφορες πρωτοβουλίες «αριστερής ενότητας»  (και στην Ελλάδα μεταξύ άλλων τον Δεκέμβρη του 2008 μέχρι τους "Αγανακτισμένους"): συνεχιζόμενες «μετα-πολιτικές» τάσεις που κληρονομήθηκαν από τις δεκαετίες 1980-1990, (προοπτικές που εκφράστηκαν στο έργο Αυτοκρατορία, Πλήθος και Δημοκρατία των Χαρντ και Νέγκρι, στο Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία του Τζον Χόλογουεϊ), ο σχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, και το καινούριο κόμμα Ποδέμος στην Ισπανία (που απορρίπτει την οργανωμένη «μαρξιστική αριστερά» όπως και τα καθιερωμένα εργατικά συνδικάτα, ως μέρος της υπάρχουσας «πολιτικής κάστας»). Στη  Γερμανία, το κόμμα Ντι Λίνκε [Die Linke] φαίνεται έτοιμο να αναλάβει υψηλά πολιτικά αξιώματα. Ταυτόχρονα, έχει σημειωθεί μία εντεινόμενη κρίση των μεγαλύτερων «ορθόδοξων μαρξιστικών» [«τροτσκιστικών»] πολιτικών οργανώσεων στις αγγλόφωνες και δυτικοευρωπαϊκές χώρες, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως «η κρίση του (υπαρκτού) λενινισμού» στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες. Στο μεταξύ, αναδύονται νέες εκδόσεις, όπως η περιοδική έκδοση Jacobin,  και η Endnotes, ως ένας νέος «μαρξισμός της χιλιετίας», που δίνει έμφαση στη δημοσιογραφία αντί για τις παραδοσιακές μορφές οργάνωσης. Επίσης έχει αναδυθεί μία σχετική συζήτηση περί της παρακαταθήκης του μαρξισμού στις αρχές της πολιτικής οργάνωσης που ανατρέχει στη Δεύτερη Διεθνή 1889-1914, μία συζήτηση περί "νεοκαουτσκισμού" όπως χαρακτηρίστηκε [περιστρεφόμενη γύρω από την ιστορική έρευνα του Lars Lih και το βιβλίο περί επαναστατικής στρατηγικής του Mike Macnair, το οποίο συνόδευσε την ανάδυση του κόμματος Respect στην Αγγλία και του "Νέο Αντικαπιταλιστικού Κόμματος" (NPA) στη Γαλλία].Ίσως η πιο σημαντική ερώτηση που αντιμετωπίζει σήμερα η «Αριστερά» διεθνώς ανατρέχει πίσω στη διαμάχη του Μαρξ με τους αναρχικούς κατά την Α΄Διεθνή: Τι θα σήμαινε για την Αριστερά να αναλάβει «πολιτική δράση» σήμερα;

Ωστόσο, το ζήτημα του «πολιτικού κόμματος» φαίνεται να προκαλεί για την Αριστερά περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύει. Η τυποποιημένη πολιτική οργάνωση εμφανίζεται απαραίτητη για μία μακροπρόθεσμη προοπτική, πέρα από την άνοδο και την υποχώρηση των κινημάτων. Εν τούτοις, ο ρόλος του κόμματος στην συντήρηση του επιπέδου (πολιτικής) δραστηριότητας και δυσαρέσκειας μέσα στον χρόνο –στο χτίσιμο προς την κατεύθυνση της επανάστασης– αποτελεί μία μάλλον αμφιλεγόμενη παρακαταθήκη, καθώς έχει οδηγήσει τόσο στην ορθολογικοποίηση πολιτικά αναποτελεσματικών στρατηγικών ή έχει παράσχει κάλυψη σε ποικίλες μορφές οπορτουνισμού (π.χ. ρεφορμισμός, καριερισμός κλπ). Σήμερα είναι δύσκολο να οραματιστούμε την ιδέα του πολιτικού κόμματος ως ένα μέσο για την Αριστερά, παρά ως αυτοσκοπό –με το οποίο να μπορούσε να αναπτυχθεί η αναγκαιότητα για κοινωνικό μετασχηματισμό στο εσωτερικό της κοινωνίας. Παρ’ όλα αυτά η παρούσα απουσία – πολιτική χωρίς κόμματα– φαίνεται ανίκανη να κάνει κάτι παραπάνω από την επικύρωση των μετασχηματισμών, διαμέσου των οποίων ο καπιταλισμός ναι μεν αλλάζει, αλλά παραμένει σταθερός. Ακόμη χειρότερα, χωρίς δικά της κόμματα, η Αριστερά αναγκάζεται είτε να στηρίξει ενεργητικά ή παθητικά άλλα κόμματα είτε τουλάχιστον να εναποθέσει τις ελπίδες της σε αυτά. Φαίνεται πως η Αριστερά δεν μπορεί να ξεφύγει από το ερώτημα του πολιτικού κόμματος.

Πιστεύετε ότι η θέση του ερωτήματος του πολιτικού κόμματος και της οργάνωσης σήμερα δυνητικά βοηθά ή μάλλον υπονομεύει την Αριστερά, ως ιδέα χειραφετητικού μετασχηματισμού του κόσμου;

Πώς βλέπετε το πρόβλημα της πολιτικής οργάνωσης σε σχέση με τα διάφορα ρεύματα της Αριστεράς που αναδύθηκαν τα τελευταία τρία χρόνια μετά το κίνημα Occupy; Ποιο θα έπρεπε να είναι το μακροπρόθεσμο όραμα της Αριστεράς αναφορικά προς το ζήτημα του πολιτικού κόμματος/οργάνωσης;

Τα πολιτικά κόμματα, τα κινήματα και το κράτος έχουν μακρά ιστορία. Ο τρόπος που συσχετίζονταν στο παρελθόν είναι διαφορετικός από τον τρόπο που συσχετίζονται τώρα; Θεωρείτε κάποιες από αυτές τις συσχετίσεις -ή όλες- ως μόνιμες ή παροδικές; Ειδικότερα, η ανάγκη για ένα κόμμα, όπως και τα πιο θεμελιώδη χαρακτηριστικά του, είναι πάγια υπό την συνθήκη του καπιταλισμού;  Ή πρόκειται για χαρακτηριστικά ανοιχτά σε αναθεώρηση;

Πώς σχετίζονται τα πολιτικά κόμματα/οργανώσεις προς την κοινωνία ως σύνολο; Πώς θα όφειλαν (να σχετίζονται) κατά την άποψη της Αριστεράς; Πώς μπορεί η Αριστερά να υπερβεί τα συγκεκριμένα συμφέροντα των πολιτικών συνιστωσών (π.χ. εργάτες, φτωχοί, περιθωριοποιημένοι) αποβλέποντας στον μετασχηματισμό της κοινωνίας ως όλον; Θα έπρεπε να το κάνει; Πώς μπορεί ένα πολιτικό κόμμα/οργάνωση της Αριστεράς να είναι αντιπροσωπευτικό και συνάμα επαναστατικό;

Με ποια έννοια είναι διαφορετικό ένα κόμμα από μία πολιτική οργάνωση; Ποια είναι η ιδιαιτερότητά του;

α) Ποια είναι η σχέση της σύγχρονης δημοκρατίας και του καθολικού εκλογικού δικαιώματος με την κομματική πολιτική;
β) Πώς και με ποια έννοια είναι τα κόμματα δημοκρατικά ή μη δημοκρατικά στην εσωτερική λειτουργία τους; Υπάρχει σχέση της κομματικής πολιτικής και της εσωτερικής λειτουργίας;

Με ποιον τρόπο έχει επιβεβαιωθεί σήμερα η ανάγκη της Αριστεράς για κατάληψη της πολιτικής εξουσίας; Ποια είναι τα σημαντικότερα ιστορικά προηγούμενα ως προς αυτό; Πώς εμφανίζεται αυτό το πρόβλημα στο παρόν, εν σχέσει προς το παρελθόν;

Η τρέχουσα τάση προς την πολιτική οργάνωση (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ Ποδέμος) ανέδειξε μία Αριστερά αντιτιθέμενη στα παραδοσιακά σοσιαλδημοκρατικά και κομμουνιστικά κόμματα. Ποια είναι η σημασία αυτής της τάσης; Είναι κάτι παροδικό ή σημαίνει μία μονιμότερη αλλαγή; Το βλέπετε ως μία πρόοδο ή οπισθοδρόμηση εν αναφορά προς την προσέγγιση στα πολιτικά κόμματα εκ μέρους της Αριστεράς;

Ομιλητές

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Λέκτορας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών

Χρήστος Λάσκος: ΣΥΡΙΖΑ

Μπάμπης Κουρουνδής: Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Eίτε βάλουμε την αρχή της από τη γαλλική επανάσταση είτε μεταγενέστερα, η Αριστερά εμφανίστηκε ως ένας χώρος, ο οποίος επιδίωξε και επιδιώκει την ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή στην κατεύθυνση της ισότητας, της ενσωμάτωσης και της ανάδειξης των κατώτερων κοινωνικών σωμάτων με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης.

Από τη μία υπάρχει το στοιχείο του εξισωτισμού, της επιδίωξης της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, από την άλλη, σε ότι αφορά το κόμμα, είναι μία συγκροτημένη πολιτική οργάνωση που αντιπροσωπεύει πολιτικά και ιδεολογικά κοινωνικά στρώματα και συνδέεται στενά με το κράτος. Η σύνδεση αυτή μπορεί να έχει διάφορες μορφές: η αναγνωρισμένη κοινοβουλευτική Αριστερά είναι κόμματα τα οποία συμμετέχουν στους θεσμούς, ενώ η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά στις πιο επαναστατικές της εκδοχές επιδιώκει να επηρεάσει είτε απ’ έξω ως εξωκοινοβουλευτικός μηχανισμός είτε συμμετέχοντας στο κοινοβούλιο, μέχρι και να καταλάβουν το κράτος και να το αναδιαμορφώσουν με βάση το πολιτικό τους σχέδιο.

Ιστορικά, αν δούμε τα αποτελέσματα της σύνδεσης Αριστεράς και των πολιτικών της αρχών και του κόμματος, δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει ότι έχει υπάρξει ένας πολύ αποτελεσματικός μηχανισμός. Από την αλλαγή ενός καθεστώτος μέχρι την ικανοποίηση λαϊκών κοινωνικών αιτημάτων, μέχρι σημαντικές θεσμικές αλλαγές του κράτους πρόνοιας, η διαμεσολάβηση του κόμματος είτε στο κοινοβούλιο είτε στην κυβέρνηση είτε του επαναστατικού κόμματος που καταλαμβάνει το κράτος υπήρξε καθοριστική.

Από την άλλη, ξεκινώντας από αυτή την αναγνώριση, θέλω να αναφερθώ στα προβληματικά στοιχεία αυτής της κληρονομιάς, σε έναν τομέα στον οποίο το κόμμα μοιάζει να έχει αποτύχει οικτρά και πιθανόν να ήταν δομικά καταδικασμένο να αποτύχει. Αυτός ο τομέας είναι η κοινωνική χειραφέτηση. Μια μεγάλη μερίδα της μαρξιστικής επαναστατικής Αριστεράς από τα τέλη του 19ου αιώνα δεν είχε στόχο απλώς να ικανοποιήσει κάποια άμεσα κοινωνικά αιτήματα ούτε να συμμετάσχει στη διακυβέρνηση σε μία φιλελεύθερη αστική δημοκρατία αλλά είχε ως απώτατο στόχο να δημιουργήσει μία κοινωνία χειραφετημένη και αυτοοργανωμένη, στην οποία η ισότητα σχεδιάζεται με την άμεση συμμετοχή όλων των πολιτών χωρίς καμία διάκριση φύλου/φυλής, τάξης στη διαμόρφωση της κοινωνικής ζωής. Αυτό είναι το πρόταγμα του κομμουνισμού όπως μπορεί κανείς να το δει από τη γερμανική ιδεολογία του Μαρξ και το κομμουνιστικό μανιφέστο μέχρι τα κείμενά του για την κομμούνα του Παρισιού αλλά και το ίδιο το ιστορικό παράδειγμα της κομμούνας.

Σε αυτό το επίπεδο της κοινωνικής χειραφέτησης, δηλαδή της προώθησης της αυτοοργάνωσης των πολλών στη βάση της ισότητας, το κόμμα εξ αρχής είναι ένας μηχανισμός ο οποίος δεν προσφέρεται. Αυτό μπορούμε να το δούμε  και στις δύο μεγάλες παραδόσεις του αριστερού κόμματος.

Η παράδοση του λενινιστικού επαναστατικού κόμματος χτίστηκε επάνω στη λογική ότι χρειάζεται η εμφύτευση μιας πιο προωθημένης ταξικής και επαναστατικής συνείδησης απ’ έξω είτε επειδή οι μάζες είναι ανώριμες είτε επειδή δεν υπάρχουν οι κατάλληλες κοινωνικές συνθήκες σε χώρες όπως η Ρωσία. Αυτός ήταν ο ρόλος του κόμματος δηλαδή η οργάνωση και καθοδήγηση των μαζών προς στην κατεύθυνση ενός σχεδίου επαναστατικής αλλαγής.

Αυτή η λογική του κόμματος δεν μπορεί να οδηγήσει στην αυτοοργάνωση των πολλών καθώς αναπαράγει τον αυτοπροσδιορισμό τους από μία μειοψηφία.

Η άλλη μεγάλη κομματική παράδοση στον αριστερό χώρο είναι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στις διάφορες μορφές τους, τα οποία επιδίωξαν μεταρρυθμίσεις μέσα από τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, πχ η γερμανική σοσιαλδημοκρατία ή το ιταλικό ΚΚ. Ενώ σε τέτοια κόμματα υπάρχει σε μικρότερο βαθμό η λογική μιας πεφωτισμένης ηγεσίας, η οποία θα αλλάξει τις κοινωνικές σχέσεις καθοδηγώντας τις μάζες, παρόλα αυτά εξακολουθεί να υπάρχει ο διαχωρισμός μεταξύ ηγεσίας και κομματικών στελεχών καθώς και αντιπροσώπων και αντιπροσωπευόμενων. Αυτό οφείλεται στις ίδιες τις δομές και τους θεσμούς του κοινοβουλευτικού κράτους, δηλαδή στις δομές της φιλελεύθερης αντιπροσώπευσης.

Το φιλελεύθερο κράτος κτίστηκε από την αρχή με τη λογική ότι δημιουργεί πολιτικές ελίτ, οι οποίες προσπαθούν να αποκλείσουν την άμεση λαϊκή κοινωνική επιρροή πάνω στη διακυβέρνηση, περιορίζοντας την στη διαδικασία της συμμετοχής των εκλογών σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα. Τη λογική αυτή μπορούμε να τη δούμε σε πολλούς τομείς όπως στα συνταγματικά κείμενα αλλά αναπτύσσεται και στον πολιτικό διάλογο μεταξύ Βρετανίας και ΗΠΑ όσον αφορά τον πολιτικό μηχανισμό που θα επιτρέπει τη συμμετοχή στους πολλούς, αλλά που θα περιορίζει την επιρροή τους.

Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τα οποία εντάχθηκαν στο φιλελεύθερο κράτος δεν μπορούσαν παρά να αναπαράγουν τη λογική του. Το κόμμα δεν μπόρεσε να λειτουργήσει ως εκείνος ο μηχανισμός ο οποίος θα ενδυναμώσει, θα προωθήσει την χειραφέτηση των πολλών, αντίθετα αναπαρήγαγε την καθοδήγηση και την κυριαρχία κάποιων λίγων πάνω στους πολλούς.

Το πρόβλημα είναι ότι στις συνθήκες στις οποίες βρισκόμαστε σήμερα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το κράτος. Οι αντιλήψεις που υπήρχαν στην αναρχική παράδοση για διάλυση του κράτους από την αρχή και την οικοδόμησης μιας άλλης κοινωνία, έχουν τεράστια φιλοσοφικά και ιδεολογικά προβλήματα αφού προϋποθέτουν ότι υπάρχει ήδη μια χειραφετημένη κοινωνία και απλώς εμποδίζεται από το κράτος και το κεφάλαιο. Εκτός αυτού σήμερα αυτό είναι ανέφικτο. Το κράτος δεν είναι απλώς αρνητικό αλλά έχει διεισδύσει στην κοινωνία, παρέχοντας ζωτικές υπηρεσίες για την αναπαραγωγή της κοινωνικής ζωής, κατά συνέπεια, ακόμη και να μπορούσαμε να εξαφανίσουμε το κράτος, αυτό θα είχε το αποτέλεσμα απλώς της κατάρρευσης της κοινωνικής αναπαραγωγής χωρίς να έχουμε κάτι άλλο να το αντικαταστήσουμε. Ο μηχανισμός για να επηρεάσουμε το κράτος εξακολουθεί να είναι μία μορφή κόμματος, πολιτικής οργάνωσης, που θα συμμετέχει στη διακυβέρνηση ή θα την ελέγχει.

Η πρόκληση σήμερα είναι να σκεφτούμε ότι η κοινωνική αλλαγή για τη χειραφέτηση δεν μπορεί να γίνει μέσα από τα κόμματα, αλλά μέσα από άλλες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, διαφόρων ειδών κοινωνικά κινήματα. Παρόλα αυτά χρειάζονται τα κόμματα για να επηρεάζουν το κράτος, το οποίο διαχέεται στην κοινωνική ζωή και παίζει σημαντικό ρόλο στην καθημερινότητα των περισσότερων καθώς και να αντιμετωπίσουμε τα άμεσα ζητήματα της πολιτικής διακυβέρνησης. Χρειάζεται να σκεφτούμε τις μορφές σύνδεσης του κόμματος με μορφές κοινωνικής οργάνωσης και δραστηριότητες που θα περιορίζουν τον ελιτίστικο αυτό μηχανισμό. Τέτοιες προσπάθειες γίνονται διεθνώς τα τελευταία χρόνια στη Λατινική Αμερική και στην Ισπανία. Η αρχική ιδέα πίσω από το ποδέμος είναι ότι θα έχουμε ένα κόμμα το οποίο θα λειτουργεί με δημοκρατία στη βάση, θα είναι ανοιχτό και πλουραλιστικό μεταφέροντας την κουλτούρα και τις δομές των κινημάτων διατηρώντας παράλληλα την αυτονομία τους, ώστε να μη συμβεί αυτό που συνέβη ιστορικά, δηλαδή το κόμμα να αφομοιώσει το κίνημα, αλλά και το κόμμα να έχει τη δική του δύναμη και συγκρότηση και να παίξει ρόλο στη διακυβέρνηση.

Χρήστος Λάσκος: Το ζήτημα του κόμματος για την Αριστερά επανέρχεται συνεχώς με παρόμοιους όρους. Όταν ο Μαρξ το 1848 θέτει το ζήτημα της διαφοράς των κομμουνιστών από τα άλλα κόμματα, αποδεχόμενος ότι υπάρχουν και άλλα κόμματα της εργατικής τάξης, ορίζει το κομμουνιστικό κόμμα με τον εξής τρόπο: είναι το τμήμα της τάξης, το οποίο για κάποιους λόγους οι οποίοι μπορεί να είναι και συμπτωματικοί, κατανοεί κάποια πράγματα περισσότερο. Οι κομμουνιστές αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως τμήμα της τάξης και όχι ως εξωπολιτική οργάνωση  και προτάσσουν τα κοινά της τάξης, δηλαδή αυτά που ενώνουν την τάξη συνολικά. Αυτό είναι άμεσα συνδεδεμένο με το καταληκτήριο του κομμουνιστικού μανιφέστο «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» αλλά και στην επισήμανση ότι οι κομμουνιστές ενώνουν την εργατική τάξη πέρα από σύνορα και από τις διαφορές της στο εσωτερικό της κάθε περιοχής ενώνουν την εργατική τάξη σε έναν αγώνα για την απελευθέρωσή της.

Οι συζητήσεις για το κόμμα στην εποχή του Μαρξ είναι πολιτικού και όχι θεωρητικού χαρακτήρα και γίνονται στο εσωτερικό των ομάδων εκείνης της εποχής της ένωσης των δικαίων, της λίγκας των κομμουνιστών κτλ. Η πρώτη διεθνής είναι η πρώτη συγκρότηση πολιτικής οργάνωσης με πρόθεση πολιτική, η οποία συμπεριλαμβάνει από κόμματα μέχρι συνεταιρισμούς εργατικούς, ενώσεις αλληλοβοήθειας, συνδικάτα κτλ. Δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη μορφή κόμματος, η οποία να αποτελεί το τοπικό παράρτημα της διεθνούς, αλλά υπάρχουν διαφορετικές μορφές οι οποίες είναι από άμεσα οικονομικής παρέμβασης μέχρι πολύ σκληρά πολιτικές.

Θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι αυτή η πολλαπλή συγκρότηση είναι αναγκαία στο μέτρο που αποτελεί το πρώτο εγχείρημα και όσοι ενδιαφέρονται, βρίσκονται ή επιχειρούν να βρεθούν μαζί. Ισχυρίζομαι ότι δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και πρόθεση των ιδρυτών. Την ίδια εποχή υπάρχει έντονη σύγκρουση των μαρξιστών με τους προυντονιστές για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την οργάνωση, παρόλα αυτά είναι μαζί στη διεθνή.

Στην δεύτερη διεθνή έχουμε για πρώτη φορά τα αριστερά κόμματα όπως τα αναγνωρίζουμε σήμερα, δηλαδή κόμματα μαζικά και ισότιμα βάσει καταστατικού. Παράλληλα έχουμε και μία προσπάθεια η οποία καρποφόρησε. Κυρίως στην Ιταλία και τη Γερμανία συγκροτείται ένα είδος αντικοινωνίας, δηλαδή θεσμοί οι οποίοι είναι μαζικοί και κόντρα στους υπάρχοντες όπως εφημερίδες, εκδοτικοί οίκοι, ταμεία αλληλοβοήθειας μέχρι πανεπιστήμια σχολεία κτλ. Με άλλα λόγια επιχειρείται να μετατραπεί θεσμικά το κόμμα σε κάτι άλλο από την υπόλοιπη κοινωνία ήδη πριν κατακτήσει την εξουσία. Ενώ η Β’ διεθνής θεωρείται η περίοδος κατά την οποία το κράτος και  το κοινοβουλευτικό σύστημα γίνονται αποδεκτοί στόχοι από τους κομμουνιστές για παρέμβαση στο εσωτερικό τους την ίδια στιγμή φτιάχνονται και πράγματα που είναι εκτός κράτους.

Η τρίτη διεθνής κληρονομεί τα χαρακτηριστικά της από τη β’ διεθνή. Το παράδειγμα των μπολσεβίκων έχει ενδιαφέρον από μια άλλη πλευρά, από το γεγονός δηλαδή ότι φτιάχνεται ένα πολιτικό μόρφωμα το οποίο θεωρεί την ισχυρή δέσμευση των μελών ως βασικό στοιχείο της ένταξής τους, για αυτό όσοι συγκροτούν και εντάσσονται στο συγκεκριμένο κόμμα είναι επαγγελματίες επαναστάτες. Οι επαγγελματίες επαναστάστες δε δρουν σε μία μικρολίμακα, αφού το μπολσεβίκικο κόμμα έχει δεκάδες χιλιάδες μέλη ακόμα και πριν τη μεγάλη του μαζικοποίηση.

Η μεγάλη σύγκρουση στο εσωτερικό της ρώσικης σοσιαλδημοκρατίας γίνεται για ένα άρθρο του καταστατικού, για το πώς ορίζεται το μέλος, και πάνω σε αυτό διασπώνται τα δύο ρεύματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας και όχι για το αν είμαστε ρεφορμιστές ή περισσότερο επαναστάτες. Αυτή η ισχυρή δέσμευση δίνει τις δυνατότητες με τις οποίες ένα δημοκρατικό κόμμα, το οποίο δηλαδή λειτουργεί με συλλογικό και δημοκρατικό τρόπο και είναι ιστορικό κρίμα που έχει μείνει ως το αντίθετο λόγω του σταλινισμού ο οποίος ήρθε ως κληρονομιά του.

Τις τελευταίες μέρες έγινε μία συζήτηση εντός του Σύριζα περί επώδυνου, έντιμου ή μη συμβιβασμού της υπαναχώρησης. Ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησαν οι οπαδοί του συμβιβασμού ήταν η στάση των μπολεσβίκων στο Μπρεστ Λιτόφσκ, όταν έδωσαν το 1/3 των πόρων και της βιομηχανίας της Ρωσίας στη Γερμανία. Ωστόσο, υπάρχει μια διαφορά: υπήρξε συζήτηση για δύο μήνες πριν αποφασιστεί. Επί δύο μήνες δηλαδή, ενώ οι γερμανοί ήταν μέσα και πυροβολούσαν, αυτοί συζητούσαν στην κεντρική τους επιτροπή, βγάζαν περιοδικά και λέγαν αυτό ή το άλλο είναι σωστό! Όταν κατέληξε η συζήτηση στο πλαίσιο άγριου πολέμου είχε μεσολαβήσει μία ολόκληρη συζήτηση.

Παραλείποντας τα ενδιάμεσα στάδια μέχρι να φτάσουμε στη νέα χιλιετία από το σοσιαλδημοκρατικό και το σταλινικό ρεύμα, η συζήτηση για το κόμμα ξεκίνησε εκ νέου με την αφορμή του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, το οποίο έθεσε ξανά το ζήτημα του κόμματος και της σύνδεσης με τα κινήματα και έφερε ελευθεριακά στοιχεία στη συζήτηση ακόμα και μεταξύ των μαρξιστών. Στο πλαίσιο αυτό ο δικός μου πολιτικός χώρος της παραδοσιακής Αριστεράς, από μία ιδιαίτερη βέβαια παράδοση αριστερού ευρωκομμουνισμού, συζήτησε αυτά τα θέματα (πχ στο τελευταίο βιβλίο του Πουλαντζά αυτά τα ζητήματα είχαν τεθεί). Στο κέντρο της στρατηγικής βρίσκεται μία προσπάθεια να λειτουργήσει μέσα και έξω από το κράτος, αμεσοδημοκρατικά και ταυτόχρονα μέσα στους θεσμούς.

Η συζήτηση που γίνεται σήμερα γύρω από τέτοια ζητήματα είναι περίπου αυτή που έγινε τη δεκαετία ‘70-‘80. Ο λόγος για τον οποίο τα πράγματα μοιάζουν να έχουν μείνει στάσιμα είναι τα ελευθεριακά στοιχεία που εισήχθησαν σε μεγάλο βαθμό αντανακλούν μία φιλελεύθερη και όχι ελευθεριακή αντίληψη για τα πράγματα για το πώς λειτουργεί η δημοκρατία.

Παρόλο που ο Μπαντιού δε μου αρέσει καθόλου, ένα στοιχείο που βάζει στην περιοδολόγηση του αριστερού κινήματος έχει ενδιαφέρον να το σκεφτούμε. Σε αντίστοιχη συζήτηση του Πλατύποδα στον Καναδά ο Λέο Πάνιτς είπε ότι ο λόγος για τον οποίο μπερδευόμαστε είναι ότι θεωρούμε πως ο κομμουνισμός θα γίνει στα χρόνια μας. Αν αποδεχθούμε ότι είναι κάτι σαν τους καθολικούς ναούς που ξεκινούσαν το 1100 και τελείωναν το 1350, τότε θα λύσουμε πολλά ψυχολογικά προβλήματα και ίσως και πολιτικά. Η περιοδολόγηση που κάνει ο Μπαντιού έχει ως εξής: από την πρώτη ιδρυτική φάση του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης περνάμε στη δεύτερη φάση επίθεσης και υλοποίησης του εγχειρήματος  το οποίο χάνει το 1968 οπότε και τελειώνει αυτός ο κύκλος. Σήμερα βρισκόμαστε στην τρίτη  φάση που δεν πρέπει να τη θεωρήσουμε σαν την δεύτερη αλλά σαν τη πρώτη.

Οι καλύτερες εκδοχές της κομμουνιστικής παράδοσης είναι συνδεδεμένες ιστορικά με το παράδειγμα της κομμούνας του Παρισιού, (ας μη ξεχνάμε ότι το κράτος και επανάσταση είναι γραμμένο πάνω στο παράδειγμα της κομμούνας του Παρισιού και την 72η μέρα μετά την  ο Λένιν χόρευε πάνω στη χιονισμένη κόκκινη πλατεία γιατί η ρωσική επανάσταση είχε περάσει μία μέρα περισσότερο από την κομμούνα του Παρισιού). Το κόμμα είναι αναγκαίο ως μόνιμη δομή την οποία δεν μπορεί κανένα κίνημα να υποκαταστήσει, αφού μπορεί να συνδεθεί με το κράτος χωρίς να είναι απέναντι του (με άλλα λόγια αν δεν είσαι μέσα δεν μπορείς να προωθείς το χειραφετητικό πρόταγμα) και κυρίως είναι ένα εργαλείο, αν λειτουργεί σωστά, ταξικής αυτονομίας. Η τάξη δεν έχει αυτονομία μόνη της παρά μόνο αν αντιληφθεί με οργανωμένο τρόπο τι είναι αυτά που έχει να κάνει σε διάφορες εκδοχές.

Μπάμπης Κουρουνδής: Αν γινόταν διεθνώς μια δημοσκόπηση για τα κόμματα και τα κινήματα, οι απαντήσεις θα ήταν σίγουρα πλειοψηφικά θετικές για τα κινήματα και πιθανότατα αρνητικές για τα κόμματα.

Τα κινήματα στη συλλογική συνείδηση είναι συνδεδεμένα με τη συλλογικότητα και την κοινή προσπάθεια, ενώ τα κόμματα θεωρούνται συνήθως κλειστά γραφειοκρατικά διεφθαρμένα κυκλώματα. Κυρίαρχα στις ΗΠΑ οι ρεπουμπλικάνοι και οι δημοκρατικοί, δύο κατεξοχήν κόμματα της αστικής τάξης, ωστόσο και στην Ευρώπη όπου υπάρχει πιο δυνατή και οργανωμένη αριστερά, υπάρχουν αντίστοιχοι προβληματισμοί οι οποίοι έχουν ενταθεί ειδικά μετά το 1989, καθότι αποτέλεσε το σημείο τομής στο οποίο απαξιώθηκαν κατά μείζονα λόγο τα σταλινικά κομμουνιστικά κόμματα αλλά και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τα οποία από τότε πήραν το δρόμο του νεοφιλελευθερισμού. Κάτι τέτοιο, όπως είπε και ο προηγούμενος ομιλητής, φάνηκε ιδιαίτερα στις αρχές του 2000 όταν ξέσπασε το κίνημα ενάντια στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και οι μορφές οργάνωσης που αρχικά υιοθέτησε είχαν τον τύπο όπως το ATTAC που συσπείρωνε τον κόσμο γύρω από το φόρο Tobin ή τα κοινωνικά φόρουμ στη συνέχεια.

Μια πρώτη εύκολη απάντηση θα ήταν ότι η κατάληξη εκείνου του κινήματος, το οποίο κατά τη γνώμη μου διαλύθηκε/χρεωκόπησε σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας του ότι η κομμουνιστική επανίδρυση μπήκε στην κυβέρνηση Πρόντι στις αρχές του 2006 ακολουθώντας σοσιαλφιλελεύθερη πολιτική, αλλά δεν είναι η μόνη. Όταν τα κινήματα ξεσπούν, οι διαφορές μοιάζουν περιττές και μίζερες. Σύντροφοι από την Ανταρσύα που επισκέφθηκαν τις ΗΠΑ στην καρδιά του το κινήματος Occupy μου μετέφεραν ότι όποιος έβαζε τη συζήτηση πού πάει το  κίνημα έπαιρνε την απάντηση ότι “occupy everywhere” (να συνεχίσουμε αυτό που κάνουμε). Αντίστοιχα μπορώ να σας το πω και σαν εμπειρία αυτό όταν είχα πάει στη Γένοβα το 2001 ήμαστασν 300000, στη Φλωρεντία έγινε 70000 που συμμετείχαν στις συζητήσεις και 1000000 στη διαδήλωση, ένα κίνημα ριζοσπαστικό μεγάλο υπήρχε και σε μένα μία αίσθηση ότι τα πράγματα πάνε εδώ γραμμικά, δηλαδή πηγαίνουμε σε βαθύτερη ριζοσπαστικοποίηση μεγαλύτερη μαζικοποίηση και κάπως έτσι τα πράγματα θα συνεχίσουν. Δεν ήταν έτσι.

Χαρακτηριστικό  κάθε πραγματικού κινήματος είναι ότι τα κινήματα είναι ποικιλόμορφα, ανακατωμένα, κατακερματισμένα. Αυτή είναι και η ομορφιά και η δύναμη των κινημάτων αλλά και η αδυναμία τους ταυτόχρονα. Γιατί όμως υπάρχει αυτή η πολυμορφία;

Ξεκινά από τις πολλές και διαφορετικές μορφές καταπίεσης που δημιούργησε ή διαιωνίζει ο καπιταλισμός. Υπάρχουν κινήματα εθνικής αυτοδιάθεσης ενάντια στον ιμπεριαλισμό, υπάρχουν κινήματα γυναικών ενάντια στο σεξισμό και την καταπίεση, ομοφυλόφιλων, ενάντια στο ρατσισμό, για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος. Οι εστίες καταπίεσης και αντίστασης είναι πολλαπλές και όταν συγκλίνουν δημιουργούν ένα πολύβουο ποτάμι. Παλαιότερα το είδαμε στο κίνημα κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, το ίδιο είδαμε και στην ελλάδα των μνημονίων, όπου οι 32 πανεργατικές και πολλές κλαδικές και τοπικές απεργίες συμπληρώθηκαν από το κίνημα των αγανακτισμένων στις πλατείες, από τις Σκουριές και την Κερατέα, από το αντιφασιστικό κίνημα.

Η ποικιλομορφία των κινημάτων όμως οφείλεται και στο μεγάλο φάσμα των ιδεών που υπάρχουν στο εσωτερικό των κινημάτων. Ένα μαζικό κίνημα σημαίνει ότι άνθρωποι, οι οποίοι μέχρι χθες ήταν αδρανείς, μπαίνουν στη διαδικασία του αγώνα. Οι ιδέες του «δε γίνεται τίποτα» συνυπάρχουν σε διαφορετικά ποσοστά μέσα στα κινήματα με τις επαναστατικές ιδέες. Το ζήτημα του πώς η κοινή δράση μέσα στο κίνημα συγκεντρώνει τη ενέργειά της απέναντι στον κοινό εχθρό, τον καπιταλισμό, μέχρι να τον ανατρέψει δεν είναι λυμένο εκ των προτέρων. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που απαιτεί επιλογές, θεωρία, πρωτοβουλία, άρα οργανωμένη πολιτική συζήτηση και δράση. Ακόμα και αν δεχθούμε το κίνημα σαν μία διαρκή μαζική αμεσοδημοκρατική διαδικασία συνέλευσης, και πάλι χρειαζόμαστε οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις, γιατί καμία συζήτηση δεν είναι μονόλογος και ο διάλογος χρειάζεται συγκροτημένες απόψεις για να υπάρχει.

Με αυτή την έννοια οι οπαδοί του καθαρού αυθορμητισμού καταλήγουν στο απολίτικο και αυτό δεν είναι βοηθητικό για να αντιμετωπίσει  το κίνημα την πιο οργανωμένη άρχουσα τάξης της ιστορίας, όπως είναι η αστική τάξη. Το πραγματικό ερώτημα συνεπώς δεν είναι αν χρειαζόμαστε κόμματα αλλά τι είδους κόμματα χρειαζόμαστε. Εδώ φτάνουμε στο ερώτημα: υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στη γνωστή φράση του Μαρξ «η απελευθέρωσης της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας» και στη λενινιστική έμφαση για την αναγκαιότητα ενός επαναστατικού κόμματος στρατευμένου στην ανατροπή του καπιταλισμού;

Καταρχήν η ευαισθησία απέναντι στα ζητήματα γραφειοκρατικοποίησης δεν είναι μονοπώλιο των αναρχικών, αντιθέτως ξεκινά στις αρχές του 20ου αιώνα στις κριτικές συζητήσεις μεταξύ μεταξύ του Τρότσκυ, της Λούξεμπουργκ, του Λένιν. Η διαφορά των επαναστατών μαρξιστών εκείνης της γενιάς ήταν ότι προχώρησαν στην αναζήτηση της ρίζας του προβλήματος καθώς και τρόπων για το ξεπέρασμά της.

Θα επιχειρηματολογήσω υπέρ του λενινισμού. Ο λενινισμός είναι η μορφή οργάνωσης η οποία επιχειρηματολογεί υπέρ μιας καθαρής επιλογής στο δίλημμα μεταρρύθμιση ή επανάσταση που στον 21ο αιώνα δεν είναι καθόλου ξεπερασμένο. Επιχειρηματολογεί δηλαδή για το ότι το σύστημα δεν μεταρρυθμίζεται, το αστικό κράτος δεν είναι ένα ουδέτερο εργαλείο στα χέρια μιας οποιασδήποτε κυβέρνησης το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει για τους δικούς της σκοπούς. Αυτό η ιστορία του 20ου αιώνα το έχει αποδείξει από τα λαϊκά μέτωπα της Γαλλίας και της Ιταλίας μέχρι τη Χιλή και την τραγική της εμπειρία το 1973.

Υπάρχουν πολλές κριτικές στον λενινιστικό τύπο κόμματος και θα επικεντρωθώ σε αυτές. Στο τι να κάνουμε του Λένιν υπάρχει η γνωστή φράση ότι η συνείδηση έρχεται από έξω. Με το που ξέσπασε η επανάσταση του 1905 μια λιγότερο γνωστή φράση του Λένιν λέει ότι «η εργατική τάξη είναι αυθόρμητα σοσιαλιστική». Φαινομενικά δηλαδή έχει υποστηρίξει δύο εξαιρετικά αντίθετες απόψεις σχετικά με αυτό το ζήτημα. Γνώμη μου είναι ότι υπάρχει ένας κοινός πυρήνας που μπορούμε να ανιχνεύσουμε χωρίς να ταυτίσουμε το λενινισμό με την καρικατούρα του την οποία ζωγράφισε ο σταλινισμός. Καταρχήν ο επαγγελματισμός των επαναστατών του λενινιστικού κόμματος δεν είχε σαν στόχο την αντιπαράθεση με τον αυθορμητισμό των μαζών, αλλά τη σύγκρουση με τη διάβρωση της αστικής ιδεολογίας και τη ρεφορμιστική πρακτική, με την κοινοβουλευτική εξαχρείωση και τον γραφειοκρατικό εκφυλισμό. Στην κόντρα για το ποιος είναι μέλος, η οποία οδήγησε στην γνωστή διάσπαση μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων, το διακύβευμα από την πλευρά των μπολεσεβίκων ήταν η αντιμετώπιση των επίδοξων γεφυροποιών με την αστική τάξη.

Το ζήτημα δεν ήταν οργανωτικό αλλά πολιτικό. Ο επαναστάτης πρέπει να είναι δεσμευμένος και η δράση του οριοθετημένη  όπως έγινε αρκετά χρόνια μετά με τους περίφημους 21 όρους της Κομιντερν για την εισδοχή ενός κόμματος στην κομμουνιστική διεθνή. Αυτό γινόταν σε κόντρα με τη συνδικαλιστική αντίληψη, όχι φυσικά με την αντίληψη ότι οι εργάτες πρέπει να είναι οργανωμένοι στα σωματεία, που φυσικά και ο Λένιν ήταν με αυτό, αλλά με την αναπαραγωγή της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας μέσα από το ίδιο το κόμμα και της συνδικαλιστικής αντίληψης, του περιορισμένου συνδικαλιστικού ορίζοντα που είναι ο ορίζοντας της διαπραγμάτευσης της εργατικής τάξης και της εργατικής δύναμης με το κεφάλαιο και όχι της ανατροπής του καπιταλισμού και του αστικού κράτους. Συγκεκριμένα ο Λένιν το έλεγε με μία φράση «ο επαναστάτης είναι ένα είδος λαϊκού κήρυκα ενάντια σε κάθε μορφής καταπίεση».

Η αντίληψη ότι η ταξική συνείδηση υπάρχει μέσα στο κόμμα σε αντίθεση με τις μη συνειδητές μάζες είναι σταλινισμός. Λενινισμός είναι η αντίληψη για το κόμμα της εργατικής πρωτοπορίας. Τι σημαίνει όμως κόμμα της εργατικής πρωτοπορίας; Στην εργατική τάξη υπάρχουν πολλά επίπεδα συνείδησης. Η κίνηση της εργατικής τάξης είναι αυτή η οποία γεννά την πρωτοπορία. Ο διαχωρισμός της εργατικής τάξης σε επίπεδα συνείδησης είναι αντανάκλαση, όπως έλεγε ο Γκράμσι στο σύγχρονο ηγεμόνα, της ίδιας ταξικής διαίρεσης και του καταμερισμού εργασίας. Το κόμμα λοιπόν οφείλει να συσπειρώσει την πρωτοπορία χωρίς να ταυτίζει τον εαυτό του με την εργατική τάξη. Να είναι ένα κόμμα το οποίο δεν αντικαθιστά δεν εκπροσωπεί την εργατική τάξη αλλά που παλεύει για να ανεβάσει την οργανωτικότητά της στο ύψος των πρωτοπόρων τμημάτων της και των ιστορικών της συμφερόντων. Αυτό δε σημαίνει ότι το επαναστατικό κόμμα είναι η συνένωση κάποιων που αυτοαποκαλούνται επαναστάτες και κάποιων εργατών που αυτοαποκαλούνται πρωτοπόροι. Ο Μαρξ στις θέσεις για το Φόυερμπαχ το έλεγε πολύ ωραία «ο εκπαιδευτής πρέπει και αυτός να εκπαιδευτεί». Αυτός που διδάσκει το κόμμα είναι η ίδια η εργατική τάξη με τους αγώνες της και την αυτενέργειά της. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δε σημαίνει οργανωτικές επιτροπές και πολιτικά γραφεία, είναι αντίληψη για τη σχέση κόμματος και εργατικής τάξης που βασίζεται στο τρίπτυχο δοκιμή, έλεγχος, διόρθωση. Ο Γκράμσι το έλεγε επίσης πολύ καλά «το κόμμα δεν αυτοανακηρύσσεται ηγεσία, κατορθώνει πραγματικά να κινήσει τις μάζες και να το αναγνωρίσουν σαν δικό της». «Η αναγκαιότητα για αυτή τη δράση μέσα στις μάζες βαρύνει περισσότερο από οποιονδήποτε κομματικό πατριωτισμό», συνεχίζει ο Γκράμσι στις θέσεις της Λυών, που ήταν το συνέδριο του κομμουνιστικού κόμματος Ιταλίας του 1926.

Το πρόβλημα τη συγκρότησης της εργατικής τάξης σε πολιτική δύναμη ικανή να θέσει και να λύσει το πρόβλημα της ανατροπής του καπιταλισμού είναι όντως το πρόβλημα κλειδί για την απελευθέρωση της τάξης. Η ιστορία της εργατικής τάξης είναι στρωμένη με τα συντρίμμια των αποτυχημένων προσπαθειών που νικήθηκαν ή διαβρώθηκαν από τον αστισμό, ο κύκλος όμως δεν είναι φαύλος και οι προσπάθειες δεν είναι σισύφειες. Τα 70 χρόνια που μεσολάβησαν από την άνοιξη των λαών του 1848 ως το βαθύτερο και πλατύτερο κύμα που ξέσπασε το 1917 δεν εμπόδισε τους επαναστάτες της 2ης γενιάς να ξεθάψουν την παράδοση του Μαρξ και να την προχωρήσουν. Σήμερα η αναζήτηση του ανατρεπτικού εργατικού κόμματος που σκιαγράφησε το κομμουνιστικό μανιφέστο και ζωντάνεψε ο Λένιν, ο Τρότσκυ, η Λούξεμπουργκ είναι επίκαιρη όσο ποτέ.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Θα επικεντρωθώ στο θέμα του λενινισμού, εκεί προέκυψε η διαφοροποίηση. Δεν αντιλέγω ότι σε κάποια περίοδο οργάνωσης του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στη Ρωσία μέχρι να φτάσουμε στο 1917 υπήρχε ένας δημοκρατικός χαρακτήρας, ο οποίος διατηρήθηκε μέχρι τις αρχές του 1918 τουλάχιστον. Αν διαβάσει κανείς ιστορικές μαρτυρίες από εκείνη την περίοδο βλέπει αυτό που λέμε πολιτική αντιπαράθεση στο εσωτερικό των μπολσεβίκων που ξεπερνά αριστερές κυβερνήσεις στο παρελθόν και σήμερα. Παρόλα αυτά δε θεωρώ τυχαία τη σταδιακή εξέλιξη του σοβιετικού κράτους προς το συγκεντρωτισμό από την ίδια τη λογική του λενινιστικού κόμματος, που  περιέχει στοιχεία που καλλιεργούν και την ιεραρχία, το συγκεντρωτισμό και την καθοδήγηση του λαού της εργατικής τάξης ως μάζας. Αυτά τα στοιχεία συνυπάρχουν με την ιδέα πχ ότι θα πρέπει να φέρουμε απ’ έξω τη συνείδηση στην εργατική τάξη αλλά έχει να κάνει και με μία σύνδεση λογική της ανάλυσης του στόχου κυρίως. Εδώ έχουμε ένα κόμμα που γνωρίζει την αλήθεια. Ήδη στο κομμουνιστικό μανιφέστο λέει ο Μαρξ ότι οι κομμουνιστές είναι αυτοί οι οποίοι γνωρίζουν πού πηγαίνει το κίνημα καλύτερα από τους άλλους. Εκεί βρίσκεται η βάση της πρωτοπορίας η οποία καθοδηγεί κυριαρχικά, εξουσιάζοντας.  Πώς μπορούμε σήμερα να κρίνουμε ποιο τμήμα της εργατικής τάξης έχει πιο προωθημένη ταξική συνείδηση τη στιγμή που η εργατική τάξη σήμερα είναι κάτι πολύμορφο, διασπασμένο όσον αφορά στα επίπεδα παραγωγής, τις μορφές ιδεολογίας, τους  στόχους και τις αξίες τους; Για να πούμε κάτι τέτοιο πρέπει να έχουμε μια θεωρία η οποία να μας λέει που βρίσκεται η αλήθεια, ποια είναι η πιο επαναστατημένη συνείδηση και πορεία.

Πιο συγκεκριμένα, ο επαναστατικός μαρξιστικός λόγος έχει σήμερα ελάχιστη κοινωνική απήχηση. Αυτό είναι μία εμπειρική διαπίστωση. Εφόσον αυτό συμβαίνει ακόμα και σε συνθήκες κρίσης είτε στον ευρωπαϊκό νότο είτε στη Λατινική Αμερική, πώς μπορεί ένα κόμμα χωρίς κοινωνική απήχηση σήμερα να συνδεθεί με την κοινωνία; Στο Ποδέμος η ηγεσία λέει σταματάμε να μιλάμε με αυτόν τον τρόπο γιατί δεν είναι ένας τρόπος ο οποίος θα μας συνδέσει οργανικά με την κοινωνία.

Χρήστος Λάσκος: Το γεγονός ότι ο μαρξισμός συνολικά δεν έχει απήχηση είναι ιστορικά εξηγήσιμο. Δεν έχει να κάνει με κάποια περιεχομενικά στοιχεία αλήθειας, αλλά η συντριπτική ήττα του ρεύματος που συνδέθηκε με τον μαρξισμό στον 20ο αιώνα καθορίζει ακόμα σε μεγάλο βαθμό τα πράγματα. Φαίνεται ότι χρειάζεται πολύς χρόνος ακόμα για να αναιρεθεί ή χρειάζονται πυκνοί χρόνοι, γεγονότα. Δε θεωρώ ότι είναι η ετυμηγορία της ιστορίας απέναντι σε αυτό. Έχω παρόμοιους προβληματισμούς σχετικά με το λενινισμό με αυτούς που εξέφρασε ο Αλέξανδρος αν μείνουμε σε αυτό που οι παραδόσεις θεωρούν και προσλαμβάνουν ως λενινισμό. Ιστορικά ήταν τυχαίο το γεγονός ότι κατέληξαν έτσι τα πράγματα? Ο Αλέξανδρος είπε όχι. Υπήρχαν στοιχεία τα οποία οδηγούσαν προς τα εκεί αλλά υπήρχαν και άλλα στοιχεία και το τι γίνεται κρίνεται ιστορικά. Πχ το γεγονός ότι οι συμβουλιακοί κομμουνιστές στις αρχές της δεκαετίας του 1920, όπως εκφράστηκαν και μέσα στο μπολσεβίκικο κόμμα, μια πολύ μεγάλη σύγκρουση η οποία καθόρισε την πορεία του πράγματος, δεν ήταν η αριστερή αντιπολίτευση αλλά η εργατική αντιπολίτευση το 1921, η Κολοντάι και ο Σλιάπνικοφ. Τα θέματα που θέτουν είναι βασική παράδοση της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, δεν είναι κάτι μειοψηφικό και άρα θα μπορούσε ιστορικά να κερδίσει.

Θα συμφωνήσω ότι η υπεράσπιση του λενινισμού έτσι με όλη την ιστορική εμπειρία είναι πρόβλημα. Θα πρέπει ο λενινισμός πρέπει να ειδωθεί σε όλες του τις εκδοχές και το πώς στάθηκε το κάθε πρόσωπο και το κάθε ρεύμα στη συγκεκριμένη ιστορική συνθήκες. Επομένως η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας της τάξης, αυτό σημαίνει ότι δεν είναι το κόμμα το σημαντικότερο αλλά οι εργατικοί θεσμοί. Που σημαίνει ότι η επανάσταση του 1917 έγινε από τα σοβιέτ και όχι από το κόμμα. Τα σοβιέτ δεν έγιναν από το κόμμα αλλά παρήχθησαν από τη θεσμική δημιουργικότητα της εργατικής τάξης για να απαντήσει σε προβλήματα, άρα είναι κινηματικό γεγονός. Πώς μπορούν οι πολιτικές οργανώσεις να βοηθήσουν σε αυτό το κρίσιμο θέμα δηλαδή στη δημιουργία θεσμών εργατικού και κοινωνικού ελέγχου; Η μαοική αντίληψη ότι η μεγαλύτερη εφεύρεση είναι το κόμμα νέου τύπου. Δε συμφωνώ. Η μεγαλύτερη εφεύρεση του 20ου αιώνα είναι τέτοιου τύπου συμβούλια και σοβιέτ.

Μια τελευταία παρατήρηση για τους Ποδέμος. Είναι ένα άλλο παράδειγμα το οποίο μπορεί να αποδειχθεί μεγάλης ισχύος σε ότι αφορά τα αποτελέσματά του, μπορεί και όχι. Έχει ωστόσο μία σειρά από προβλήματα. Είναι εύκολο την ίδια στιγμή που αναφέρεται σε αμεσοδημοκρατικά να λειτουργεί με έναν τρόπο αδιαμεσολάβητο σε επίπεδο ηγεσίας. Μορφώματα πιο παραδοσιακά όπως ο σύριζα ίσως διαθέτουν περισσότερες δικλείδες ασφαλείας σε αυτά τα ζητήματα.

Μπάμπης Κουρουνδής: Το μανιφέστο της εργατικής αντιπολίτευσης το 1921 που όντως απέναντί του στάθηκε ο Λένιν και  ο Τρότσκι τυπώθηκε σε 200.000 αντίτυπα κυκλοφόρησε και συζητήθηκε κανονικά. Μέχρι το 1929, την ήττα και της δεξιάς αντιπολίτευσης του Μπουχάριν, είχε προηγηθεί και η ήττα της αριστερής το 1927, υπήρχε έστω και προβληματικά εσωτερική εσωκομματική ζωή μέσα στο μπολσεβικικο κόμμα. Ο σταλινισμός ήταν η ανατροπή του λενινισμού με το χειρότερο τρόπο. Με τις δίκες της Μόσχας του 1936-1938 εκτελέστηκε  η πλειοψηφία της κεντρικής επιτροπής της περιόδου του 1917.

Ο Μαρξ θέτει ακόμα και στο κομμουνιστικό μανιφέστο τη δικτατορία του προλεταριάτου σαν πρόταγμα. Το πια μορφή θα έχει δεν μας το έχει πει. Περίμεναν τη ζωντανή εμπειρία της εργατικής τάξης και ο Ένγκελς βλέποντας την παρισινή κομμούνα θα πει «αυτή είναι η δικτατορία του προλεταριάτου!». Το ίδιο με το σοβιέτ το 1905. Αρχικά οι μπολσεβίκοι ήταν ενάντια στα σοβιέτ, αλλά επειδή ήταν συνδεδεμένοι με την εργατική πρωτοπορία που έφτιαξε τα σοβιέτ, τα προέκριναν ως λύση. Δώσαν την πολιτική μάχη για την ηγεσία, καθώς στα σοβιέτ υπήρχαν όλα τα κόμματα τα εργατικά και τα φιλελεύθερα σε κάποιο βαθμό (καντέτοι κτλ).

Όταν έγινε η επανάσταση του Φλεβάρη του 1917 αυτοί που είχαν την ηγεσία στο μπολσεβίκικο κόμμα Κάμενεφ, Ζηνόβιεφ και Σταλιν υποστηρίζαν την προσωρινή κυβέρνηση αλλά απ’ έξω. Εκείνο το οποίο έπαιξε καθοριστικό ρόλο ήταν ότι οι μπολσεβίκοι του Βιμπόργκ, των εργατογειτονιών της Πετρούπολης, οι πρωτοπόροι μεταλλεργάτες, που δεν είχαν πια καμία εμπιστοσύνη στην προσωρινή κυβέρνηση. Από αυτούς πήρε ο Λένιν τη φράση καμία εμπιστοσύνη στην προσωρινή κυβέρνηση στις θέσεις του Απρίλη, δόθηκε μάχη στο μπολσεβίκικο κόμμα και άλλαξε ο προσανατολισμός του. Ο Λένιν για δύο μήνες ήταν στη μειοψηφία σε σχέση με τη συζήτηση για το Μπρεστ Λιτόβσκ, το πάνω χέρι το είχαν οι αριστεροί κομμουνιστές με επικεφαλής τον Μπουχάριν. Συνεπώς το μπολσεβίκικο κόμμα ήταν ένας πολύ ζωντανός επαναστατικός οργανισμός. Το πώς φτάσαμε μετά το 1917 στο μονοπώλιο της πολιτικής δύναμης έχει να κάνει με πολλά, τα οποία δεν άπτονται της σημερινής συζήτησης. Σε μεγάλο βαθμό έχει να κάνει με το ότι η επανάσταση δεν εξαπλώθηκε στο εξωτερικό, απομονώθηκε και πολλά άλλα στοιχεία ενδογενή.

Το Ποδέμος κάλυψε με έναν τρόπο το κενό της πολιτικής έκφρασης του κινήματος των πλατειών που αποτελούσε συνέχεια του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος του 2002. Όμως ο γραφειοκρατικός  έλεγχος που έχει ο Ιγγλέσιας στο Ποδεμος και αναπαράγεται στη δομή του μέσω της ιντερνετικής δημοκρατίας μοιάζει πολύ περισσότερο με Γιώργο Παπανδρέου και είναι πολύ λιγότερο δημοκρατικός και από το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό του λενινισμού.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Πώς θα διακρίνατε ένα δεξιό κόμμα από ένα αριστερό; Τι είναι αυτό που κάνει τα δεξιά κόμματα τόσο εύκολα δημοφιλή, αφού εμπλέκονται στη μαζική πολιτική διαχρονικά με μια μεγάλη ευκολία σε αντίθεση με αριστερά κόμματα; Μια απάντηση που δίνει ο Κολακόφσκι είναι ότι η δεξιά είναι οπορτουνιστική, δεν την ενδιαφέρει μακροπρόθεσμα η αλλαγή της κοινωνίας, αλλά απλά η προσαρμογή σε αυτό που υπάρχει.

Χρήστος Λάσκος: Σχετικά με τη διαφορά αριστερού - δεξιού κόμματος: Αναφέρθηκε ο δεξιός οπορτουνισμός. Υπάρχει και μία άλλη λέξη η οποία αφορά όλους αυτούς στους οποίους απευθύνονται τα κόμματα. Είναι κομφορμισμός. Τα αριστερά κόμματα έχουν ως πρόταγμα την ισοελευθερία και την απελευθέρωση και δημιουργούν με τις παρεμβάσεις τους συνθήκες διακινδύνευσης. Ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού δεν αποδέχεται εύκολα αυτές τις συνθήκες και είναι πολύ λογικό να συμβαίνει. Ένα παρόμοιο παιχνίδι παίζεται αυτές τις μέρες με τη διαπραγμάτευση και τη ρήξη. Το στοιχείο της διακινδύνευσης και του άγνωστου παίζει καθοριστικό ρόλο στις εκλογές και είναι ένας εχθρός που είχε πάντα να πολεμήσει η αριστερά. Με αυτή την έννοια τα δεξιά και ρεφορμιστικά κόμματα είναι ευκολότερα στην πρόσβαση που έχουν.

Σχετικά με το τι θα πει για την αριστερά να αναλάβει πολιτική δράση σήμερα: Το κύριο βάρος πρέπει να πέσει στην εμπλοκή μεγάλου αριθμού ανθρώπων σε μία θεσμική δημιουργικότητα που αλλάζει από σήμερα την κοινωνική και πολιτική κατάσταση όπως π.χ. μορφές εναλλακτικής οικονομίας, νέες μορφές αντιπροσώπευσης και συμμετοχής. Η παρέμβαση στους υπάρχοντες θεσμούς είναι αναγκαία, είναι κάτι που πρέπει να γίνει ταυτόχρονα.

Οι 21 όροι στους οποίους αναφέρθηκε ο Μπάμπης ήταν ένα στοιχείο αποτυχίας, δηλαδή επιχείρησε να καναλιζάρει και να γενικεύσει πράγματα τα οποία ήταν πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Οι γερμανοί κομμουνιστές, οι λουξεμπουργκιστές, και το ανεξάρτητο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δεν είχαν όμοιες παραδόσεις με τους Ρώσους. Η προσπάθεια να συμπιεστεί και να ομοιογενοποιηθεί το κίνημα άφησε πολλές δυνάμεις απ’ έξω και καθόρισε τα πράγματα με τρόπο αναποτελεσματικό στη συνέχεια.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Τη διαφορά αριστερού δεξιού κόμματος θα την προσδιόριζα με βάση στους γνωστούς άξονες προοδευτικό-συντηρητικό. Προοδευτικό σημαίνει μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη και μεγαλύτερη υλική ισότητα όπου το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης αποτελεί μέρος του ορίζοντα της πολιτικής. Ο λόγος που έχουν απήχηση τα δεξιά κόμματα είναι ακριβώς ότι είναι συντηρητικά δηλαδή επικοινωνούν πιο εύκολα και γρήγορα με τις κυρίαρχες κοινωνικές αντιλήψεις σε συνθήκες μη κρίσης. Σε συνθήκες κρίσης τα πράγματα αλλάζουν γιατί οι καθιερωμένες κοινωνικές αντιλήψεις κλονίζονται  και αναζητείται μια εναλλακτική για να αντιμετωπίσει αυτό τον κλονισμό.

Μπάμπης Κουρουνδής: Θα προσέθετα μόνο ότι ο Μαρξ το έλεγε απλά ότι οι ιδέες που επικρατούν σε μία κοινωνία είναι οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης. Άρα είναι λογικό σε συνθήκες κανονικότητας τα συντηρητικά κόμματα να έχουν ένα προβάδισμα γιατί η βασική τους επιχειρηματολογία είναι ότι ο κόσμος μας είναι ο καλύτερος δυνατός κόσμος.

Δεν είμαι της άποψης ότι στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο οδηγηθήκαμε λόγω της ανόδου του SPD, αλλά ήταν οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί εκείνης της περιόδου που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για το πώς φτάσαμε στον πόλεμο.

Στο ζήτημα της ρήξης ή όχι έχει σημασία ότι η αριστερά δεν διαμορφώνει τις προϋποθέσεις της ρήξης. Είναι και εκείνη η οποία πείθει, παίρνει πρωτοβουλίες, μιλάει για το τι σημαίνει εναλλακτικό σχέδιο, ζωή μετά από την ΕΕ, το ευρώ, τον καπιταλισμό.

Η βασική αντίληψη και λογική των 21 όρων ήταν κατά τη γνώμη μου σωστή και αφορούσε  τον αποκλεισμό από τη διαμόρφωση των νέων επαναστατικών κομμάτων όλων αυτών των καριεριστικών, ρεφορμιστικών και καριεριστικών στοιχείων που υπήρχαν που είχαν δείξει το ποιόν τους λίγα χρόνια πιο πριν κρατώντας σοσιαλπατριωτική στάση στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά που βλέπετε σε διεθνές επίπεδο για την ανάλυση μιας αριστερής πολιτικής; Ποιες τάσεις δείχνουν ότι η αριστερά μπορεί να αναλάβει τέτοια τάση σήμερα; Η προοπτική κομμάτων σαν των Ποδέμος ή των κομμάτων στα οποία συμμετέχουν ο Χρήστος και ο Μπάμπης είναι να γενικευθεί ανά χώρα και να συναδελφωθούν διεθνώς στη συνέχεια; Έχουμε ένα τέτοιο κόμμα σήμερα ή πρέπει να δημιουργηθεί ένα κόμμα επαναστατικό με διεθνή απήχηση;

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Όσον αφορά το Ποδέμος συμμερίζομαι τον προβληματισμό για το τι συμβαίνει στην πράξη σήμερα. Ωστόσο η αρχική ιδέα, η οποία είναι η συνάρθρωση της άμεσης και πλουραλιστικής συμμετοχής στη βάση, η οποία τυπικά στην αρχική αντίληψη είναι αυτή που θα διαμορφώνει και την εθνική εκπροσώπηση πρέπει να μας ενδιαφέρει. Το βήμα που έκανε το Ποδέμος σε σχέση με τα κινήματα του 2011 ήταν να πει ότι θα πρέπει να ασχοληθούμε με τους θεσμούς, να δημιουργήσουμε δομές όπου τα κινήματα θα μπουν μέσα στους θεσμούς κάτι με το οποίο διαφωνούσε μεγάλο μέρος των αγανακτισμένων στις πλατείες του 2011 στην Ισπανία. Ένας από τους λόγους που συνέβη αυτό που περιγράψατε είναι ότι ο Ιγγλέσιας προέρχεται από τη λενινιστική παράδοση και πίστευε ότι θέλουμε μία ισχυρή ηγεσία η οποία ξέρει που πρέπει να πάει το πράγμα.

Μία διευκρίνιση σε σχέση με το λενινισμό απέναντι στον οποίο έχω αρνητική στάση: σε καμία περίπτωση δεν πιστεύω ότι όλο το μαρξιστικό κίνημα, και βάζω μέσα το λενινισμό, είναι κάτι ομοιογενές, μία δύναμη αντιδραστική και καταπιεστική. Είναι μία πολύ ζωντανή παράδοση με εσωτερικές δημιουργικές αντιφάσεις και επίσης μία παράδοση η οποία όταν δημιουργούνταν είχε μία πολύ στενή και άμεση σχέση με τα πραγματικά κινήματα χειραφέτησης τα οποία εκτυλίσσονταν εκείνη την εποχή.

Είναι πολύ σημαντικό το ζήτημα της αλήθειας. Υπάρχει στα ελληνικά ένα κείμενο «η ηθική τους και η ηθική μας» όπου ο Τρότσκυ απαντά σε μία δημοκρατική κριτική στην πρακτική των μπολσεβίκων λέγοντας ότι εμείς δεν είμαστε υπέρ μιας δημοκρατίας γενικά και αόριστα, δηλαδή να αποφασίζει ότι θέλει η μάζα, γιατί η μάζα μπορεί να πάει σε οποιαδήποτε κατεύθυνση και είναι ευεπίφορη σε διάφορες πρόσκαιρες και εξωτερικές επιρροές. Εμείς θέλουμε τη δημοκρατία και τα λαϊκά και εργατικά στρώματα μαζί μας σε αυτό το σχέδιο. Δεν είμαστε υπέρ της δημοκρατίας γενικά και αόριστα γιατί υπάρχει ένα σχέδιο το οποίο ξέρουμε ποιο είναι, δεν το συνδιαμορφώνουμε.

Μπάμπης Κουρουνδής: Σχετικά με αυτά που είπε ο Αλέξανδρος για τη δημοκρατία: αυτό που έλεγε ο Τρότσκυ θα σας καλούσα να το δείτε υπό ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Είμαστε στη Θεσσαλονίκη. Πριν 20 χρόνια κατέβαινε 1.000.000 κόσμος στην πλατεία Αριστοτέλους για το ζήτημα των Σκοπίων. Θεωρώ πολύ υγιές ότι υπήρχε ένα πρωτοπόρο κομμάτι, όχι μόνο της οργάνωσής μου, το οποίο έλεγε όχι σε αυτό. Ήταν εξαιρετικά μειοψηφικό αλλά είχε σημασία να υπάρχει. Δεν ήταν ο μέσος όρος και για αυτό έκανα το λόγο ότι χρειάζεται κόμμα της εργατικής πρωτοπορίας, όχι που αυτοανακηρύσσεται, αλλά που είναι ενάντια στο τι σημαίνει διάβρωση, η επιρροή της αστικής ιδεολογίας μέσα στο εργατικό κίνημα..

Στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο όταν φεύγανε οι στρατιές για το μέτωπο τραγουδώντας και υπήρχε η αντίληψη των μπολσεβίκων που έλεγε όχι, όντας με τον επαναστατικό ντεφετισμό. Παρότι εξαιρετικά μειοψηφικό κομμάτι φτάσαμε το 1917 να στρέφουν οι εργάτες τα όπλα ενάντια στους αξιωματικούς και όχι ενάντια στους αντίπαλους φαντάρους.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Οι επισημάνσεις που έκανες Μπάμπη σχετικά με το πώς στεκόμαστε απέναντι στον εθνικισμό ή στον πόλεμο με βρίσκουν συμφωνο, αλλά υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να το κάνεις αυτό. Ο ρόλος μιας αριστερής ή ριζοσπαστικής δημοκρατικής οργάνωσης δεν είναι να ακολουθεί το ρεύμα χωρίς κριτήρια, είναι να παρεμβαίνει και να κρατά κοινωνικά κάποιες θέσεις.

Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό της Αριστεράς που πρέπει να κρατηθεί είναι η κριτική στάση απέναντι στα πράγματα. Δε θα την απεμπολήσουμε στο όνομα του να κερδίσουμε κάποιες ψήφους για να γίνει κυβέρνηση. Το κύριο ερώτημα είναι στο όνομα τίνος και από ποια σκοπιά κάνεις αυτή την κριτική. Μπορείς να την κάνεις όπως το ΚΚΕ λέγοντας ότι η αντικειμενική ανάλυση βρίσκεται εντός κόμματος και έξω από αυτό είτε έχετε πλαστή ιδεολογική συνείδηση είτε εξαπατάτε τον κόσμο ή με τη λογική ότι υπάρχει μια άλλη θέαση στα πράγματα αλλά δε γνωρίζουμε την απόλυτη αλήθεια, άρα υπάρχει ανάγκη για διαλογική προσπάθεια επίδρασης του άλλου. Ταυτόχρονα όσον αφορά στο σχέδιο, η κοινωνική ζύμωση επιτυγχάνεται μέσα από τους εναλλακτικούς θεσμούς που χτίζονται μέχρι να βγει συμμετοχικά και να αναπτυχθεί το συνολικό σχέδιο.

Χρήστος Λάσκος: Η σύζήτηση για την αλήθεια θα απαιτούσε μία ξεχωριστή εκδήλωση. Η δεξιά μετατόπιση που αναφέρθηκε από το 2012 στο 2014 δεν ισχύει, είναι η έκβαση σύγκρουση ταξική πάλη στο εσωτερικό μας και απέξω θα δούμε πώς θα εξελιχθεί.

Σήμερα ο κόσμος αλλάζει , δεν τον αλλάζουμε. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προβλέψουμε πώς αλλάζει και να κάνουμε την πολιτική μας ανάλογα. Δεν έχει αξία πια ο λόγος μας αλλά αυτό που κάνουμε είναι ήδη πιο προχωρημένο από το λόγο μας.Με αυτή τη λογική θεωρώ ότι πρέπει να δούμε τι συμβαίνει σήμερα στο πολιτικό σύστημα της Ελλάδας που είναι μοναδικό. Θεωρώ ότι η μορφή σύριζα είναι επαναστατική γιατί σήμερα περικλείει όλες τις πολιτικές ιδέες που υπάρχουν όλες τις φιλοσοφικές αντιλήψεις, μέσα σε κάτι που το λέει κόμμα ενώ δεν είναι. Είναι μια απομίμηση της κοινωνίας στο επίπεδο της κυβέρνησης και του κόμματος.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Ο Σύριζα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς επηρεάζει η θεσμοθετημένη φιλελεύθερη αντιπροσώπευση στην κυβέρνηση, στο κράτος, σε ένα κόμμα, σε μία πολιτική. Συμφωνώ ότι είναι ένα ρεύμα το οποίο συγκέντρωνε πολλά ρεύματα κοινωνικά, είναι πλουραλιστικό, είχε αρκετά στοιχεία δημοκρατικής ζωής και υπήρχαν και υπάρχουν ριζοσπαστικά ρεύματα μέσα στο Σύριζα. Είναι αυτά τα οποία κυριαρχούν και αν όχι από τι θα καθοριστεί αυτό; Θα καθοριστεί μήπως από το αν υπάρχει η σύνδεση με την κοινωνική βάση; Αν δε κριθεί σε επίπεδο μαζικής κοινωνικής παρέμβασης και όχι εξουσίας δεν πρόκειται να πετύχει κάτι.

Βασική διαφορά μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς είναι η ευθύνη όσον αφορά τη συμμετοχή και τη δράση. Ο Σύριζα είναι αριστερό κόμμα γιατί δημιουργεί όρους ευθύνης και απόφασης στη βάση. Για την Αριστερά είναι σημαντικό να δημιουργηθούν τα ανάλογα δίκτυα αλληλεγγύης, δομές οργάνωσης, συμμετοχικά συνδικάτα και να δημιουργηθούν μορφές κοινωνικής πολιτικής από τα κάτω. Πρέπει να σκεφτούμε ποια είναι η συνείδηση του κόσμου που ψήφισε Σύριζα.

Χρήστος Λάσκος: Το πιο ενδεικτικό είναι ότι οι καλύτερες αναλύσεις για την κρίση καθώς και αυτές που προέβλεψαν τα φαινόμενα της κρίσης, προέρχονται από το χώρο που αποδέχεται την κεντρικότητα της ταξικής αντίθεσης. Δηλαδή υπάρχουν 3-4 κείμενα χαρακτηριστικά του 2000, τα οποία περιγράφουν πολύ καλά την κρίση όπως του Μπρένερ από το 1998 και του Χάρβει οι συγγραφείς των οποίων είναι μαρξιστές, ταξικά προσανατολισμένοι κατά τον παραδοσιακό τρόπο.  Τα κείμενα του Σύριζα είναι επίσης παραδοσιακά μαρξιστικά. Το πόσο είναι αφομοιωμένα από την ηγεσία του είναι άλλο ζήτημα, ως πολιτικός οργανισμός τέτοιου τύπου αναφορές έχει. Το ποια είναι η συνείδηση του κόσμου που ψήφισε Σύριζα δεν μπορεί να προσδιοριστεί, ούτε ξέρω τι είναι αυτό που λέμε αριστερή συνείδηση.

Αυτό που με φοβίζει είναι η εμπειρία του κόμματος των εργατών της Βραζιλίας. Ήταν ένα εξαιρετικό παράδειγμα κινηματικής σύνδεσης, εσωτερικού πλουραλισμού, ριζοσπαστικού λόγου, εργατικής αναφοράς με πολύ γνήσιο τρόπο, και αφομοιώθηκε πολύ γρήγορα. Αν δεν κινηθεί η βάση δε γίνεται κάτι, το θεσμικό παιχνίδι είναι συμπληρωματικό.

Όλες οι επαναστάσεις έγιναν και χρωματίστηκαν από μια συνειδητή μειοψηφία η οποία είχε ένα σχέδιο για το πώς θα πάρουμε την εξουσία και τι θα την κάνουμε, τι θα φτιάξουμε την επόμενη μέρα.  Οι γιακωβίνοι, μπλανκιστές, μπολσεβίκοι, το αντάρτικο του Κάστρο, του Τίτο είχαν όλοι ένα σχέδιο και ανέλαβαν την ευθύνη πραγματοποίησής του. Δεν επικαλούνταν το λαό να μπει μπροστά και να δημιουργήσει  την εργατική τάξη. Έχει σημασία να κατανοήσουμε ότι οι πολιτικές εξελίξεις εκφράζουν μια ιστορική πλημμυρίδα, δηλαδή το ότι σήμερα έστω μεσοβέζικα αμφισβητείται το κυρίαρχο δόγμα της λιτότητας.  

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Επειδή η αριστερά έχει μια ιστορία την οποία επικαλείται θέλω να πω ότι η ιστορία αυτούσια ποτέ δεν επαναλαμβάνεται και η ιστορία της Αριστεράς είναι εξίσου ιστορία επιτυχιών αλλά και αποτυχιών.

Πράγματι οι περισσότερες επαναστάσεις έγιναν από πρωτοπορίες. Θέλω να μου πείτε ένα παράδειγμα όπου μία από αυτές τις επαναστάσεις της Αριστεράς όχι πέτυχε να αλλάξει το καθεστώς, αλλά απέτυχε να προωθήσει την κοινωνική χειραφέτηση σε βάθος χρόνου; Αν δεν υπάρχει μήπως πρέπει να σκεφτούμε ότι υπήρχαν και σοβαρά λάθη σε αυτή την προσέγγιση;

Χρήστος Λάσκος: Δεν πιστεύω ότι όλες οι επαναστάσεις είχαν πρωτοπορία, όπως αναφέρθηκε. Όλες έγιναν χωρίς καμία πρωτοπορία και στη συνέχεια εμφανίστηκαν στο εσωτερικό τους πολιτικές οργανώσεις που έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη συνέχεια πχ στη γαλλική επανάσταση οι Γιακωβίνοι ήρθαν μετά την επανάσταση και εν πολλοίς και οι μπολσεβίκοι ήρθαν μετά ως μπολσεβίκοι της επανάστασης. Άρα χρειάζεται ένα συγκροτημένο σώμα έτοιμο να παρέμβει αν χρειαστεί, όχι μία πρωτοπορία.

Μπάμπης Κουρουνδής: Για τις επαναστάσεις η αλήθεια είναι ότι ξέσπασαν πάντοτε αυθόρμητα, τέλειωσαν όμως πάντοτε οργανωμένα είτε θετικά είτε αρνητικά. Οι μάζες εισβάλλουν, όπως το λέει ο Τρότσκυ στην ιστορία της ρώσικης επανάστασης, στο χώρο που γράφονται τα πεπρωμένα τους, στον οποίο είναι παθητικές στη συντριπτική πλειοψηφία του ιστορικού χρόνου και γράφουν την ιστορία οι ίδιες. Εκεί αμέσως αναπτύσσονται τα διάφορα ρεύματα πχ στη γαλλική επανάσταση φτιάχτηκαν οι λέσχες ακριβώς μετά την επανάσταση  εξ ανάγκης αφού υπήρχαν κάποιοι οι οποίοι είχαν πιο ριζοσπαστικές ιδέες. Οι πολιτικές πρωτοπορίες διαμορφώνονται γιατί υπάρχουν κοινωνικές πρωτοπορίες.

 

Για το θέμα του αστικού κράτους: Άκουσα από τους ομιλητές ότι πρέπει να γίνεται παρέμβαση και από τα πάνω και από τα κάτω αλλά σε ποιο επίπεδο; Πως τοποθετείστε σε σχέση με μια παραδοσιακή μαρξιστική θέση που μιλά για τη συντριβή του αστικού κράτους, των ενόπλων σωμάτων του κράτους, όπως έλεγε ο Μαρξ και ο Λένιν, και παρέμβαση σε ένα άλλο επαναστατικό κρατικό μόρφωμα;

Χρήστος Λάσκος: Γιατί το κράτος είναι σημαντικό και για το πιο επαναστατικό κόμμα; Με ένα παράδειγμα: οι σύντροφοι της ΒΙΟΜΕ έχουν ως βασικό τους αίτημα την νομοθέτηση συγκεκριμένων προτάσεων. Αυτό είναι θεσμική παρέμβαση και μια κυβέρνηση της Αριστεράς υποχρεούται να το κάνει. Θα υπάρξει μια στιγμή ρήξης στη μακρά πορεία μέσα από τους θεσμούς, αλλά δεν μπορώ να την προσδιορίσω.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Εάν σκεφτόμαστε μια κοινωνία η οποία είναι συμμετοχικά οργανωμένη στη βάση της ουσιαστικής πολιτικής και οικονομικής ισότητας το κράτος είναι αντίπαλος. Δεν υπάρχει αμφιβολία για αυτό, αλλά το κράτος δεν μπορεί να εξαλειφθεί από τη μια μέρα στην άλλη, είναι μια διαδικασία η οποία αργεί πολύ και σήμερα ακόμα πολύ περισσότερο γιατί δεν έχουμε ένα κράτος όπως στη Ρωσία, όπου υπάρχει ένας κατασταλτικός μηχανισμός εντοπισμένος κάπου συγκεκριμένα και είτε τον κατακτούμε είτε τον καταστρέφουμε και τελειώσαμε με το πρόβλημα για την ώρα. Το κράτος υπάρχει μέσα στην κοινωνική καθημερινότητα, συμβάλει στην αναπαραγωγή της κοινωνίας όπως είναι σήμερα. Θα καταρρεύσει η κοινωνία αν καταρρεύσει το κράτος, οπότε το πρόβλημα είναι πολύ πιο δύσκολο.

Η Λούξεμπουργκ δεν ήταν αναγκασμένη να λέει ότι  φεμινίστρια, υπήρχε ένα επαναστατικό σοσιαλιστικό κίνημα και όχι ένα που ήθελε να προστατεύσει τους καταπιεσμένους με βάση το φύλο ή τη φίλη. Αυτή η αλλαγή είναι οπισθοδρομική ή προοδευτική κατά τη γνώμη σας;

Δύο ιστορικές υποσημειώσεις: Πολλοί λένε ότι η γερμανική επανάσταση απέτυχε επειδή δεν υπήρχε κομμουνιστικό κόμμα, γίνεται επανάσταση το Νοέμβρη και κομμουνιστικό κόμμα έχουμε το Γενάρη, σε αντίθεση με την επανάσταση του 1917. Το SPD δεν είναι κομμουνιστικό κόμμα που υπάρχει. Και για τον ιμπεριαλισμό έχει σημασία να σημειωθεί ότι οι καλά οργανωμένοι εργάτες στην καρδιά του καπιταλισμού, το SPD, αναγκάζει τις μεγάλες δυνάμεις να εκμεταλλεύονται περισσότερο τις αποικίες και οξύνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των ιμπεριαλιστών, δηλαδή υπάρχει μία διαλεκτική σχέση.

Υπάρχει κατά τη γνώμη σου ανάγκη για εναντίωση στο κράτος; Θα μπορούσε ένα κίνημα όπως αυτό των Ζαπατίστας να υπάρχει αιώνια και να μη στρέφεται ενάντια στο κράτος ταυτόχρονα με σοσιαλδημοκρατικά/αριστερά κόμματα στο Μεξικό ή σε άλλες περιοχές. Υπάρχει εδώ μία σύγκρουση μεταξύ αυτών των απόψεων; Θέτει και το ίδιο το κίνημα από τα κάτω το στόχο για υπέρβαση του αστικού κράτους;

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Οι Ζαπατίστας καταρχάς εναντιώνονται στο κράτος, η ίδια τους η εσωτερική οργάνωση έχει σε κάποιο βαθμό μία λογική αντικρατική. Η ιδέα τους είναι να φτιάξουμε μία δομή πολιτειακή η οποία δεν είναι η δομή του κράτους που αποξενώνει την κυβέρνηση από την κοινωνία αλλά το αντίθετο. Αυτό δε λύνει όμως το πρόβλημα τι γίνεται με την υπόλοιπη κοινωνία στο Μεξικό και παγκόσμια.

Η διάσπαση στο ρωσικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ήταν πράγματι για τον ορισμό του μέλους. Αυτό για τον Λένιν δε σηματοδοτούσε μια παραξενιά για το πώς θα οριζόταν το μέλος αλλά επειδή πίστευε ότι εκεί κρινόταν το μέλλον της επανάστασης. Ο Λένιν με το να μπορεί να οριστεί το μέλος με ένα συγκεκριμένο τρόπο νόμιζε ότι προωθεί τα συμφέροντα της επανάστασης.

Χρήστος Λάσκος: Το ζήτημα του ορισμού του μέλους και της διάσπασης είναι σημαντικό και έχει να κάνει με το είδος της δέσμευσης του μέλους στην επανάσταση.

Η Λούξεμπουργκ στο τέλος του βιβλίου σοσιαλισμός ή επανάσταση ευχαριστεί τον Μπερνσταιν γιατί σηματοδοτεί τη θεωρητική επεξεργασία αυτών των ρεφορμιστικών ιδεών, δηλαδή η Λουξεμπουργκ υπό μία έννοια προϋποθέτει ότι υπάρχει το ρεύμα του ρεφορμισμού, εκφράζεται ορατά από τον Μπερνστάιν και πάνω εκεί πατάει για να πει ότι από τις ίδιες εξελίξεις βγάζει άλλα συμπεράσματα. Και ο  Μπέρνσταιν ήταν επίσης με το σοσιαλισμό, οι μεταρρυθμίσεις δε θα γίνονταν στο πλαίσιο του καπιταλισμού, αλλά οδηγούν στο σοσιαλισμό ενώ αντίθετα η Λούξεμπουργκ υποστήριζε ότι χωρίς την επανάσταση αυτό δε γίνεται. Η άποψη του Μπέρνσταιν θα μπορούσε να είναι πολύ πιο μπροστά από τους σημερινούς μαρξιστές, που ελλείψει εργατικών κινημάτων και διεθνούς Αριστεράς μιλάνε για την επανάσταση.

Μπάμπης Κουρουνδής:   Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έλεγε ξεκάθαρα ότι οι δρόμοι μας δεν είναι δύο διαφορετικοί δρόμοι οι οποίοι φτάνουν στο ίδιο τέρμα, δηλαδή εμείς λέμε ότι θα φτάσουμε στο σοσιαλισμό επαναστατικά εσείς λέτε μεταρρυθμιστικά αλλά επισημαίνει ότι οι δύο αυτοί δρόμοι οδηγούν και σε διαφορετικές κατευθύνσεις, σε διαφορετική κατάληξη.

Ήταν κοινός τόπος σε όλες τις παρατηρήσεις ότι απέτυχε η επανάσταση. Δε συμφωνώ, είναι σαν να λέμε ότι απέτυχε η ιστορία. Μπορούμε να διδαχθούμε ποιες μορφές οργάνωσης αντιστοιχούσαν σε εκείνη την ιστορική βαθμίδα οργάνωσης της κοινωνίας, να δούμε ποιες ήταν οι συντηρητικές και επαναστατικές απόψεις.

Μέσα από την οργάνωση των σοσιαλιστικών κοινωνιών τέθηκαν παρόμοια ζητήματα. Τη δεκαετία του 1960  με την πολιτιστική επανάσταση μπήκε το ζήτημα της σχέσης κόμματος – κράτους με την κοινωνία. Όταν έλεγαν ότι η αστική τάξη βρίσκεται μέσα στο κόμμα, να βομβαρδίσουμε τα επιτελεία, έθεσαν αυτό το ζήτημα. Η μορφή του λενινιστικού κόμματος επεκτάθηκε και στο υπόλοιπο του κόσμου, όπως για παράδειγμα το ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1980 δεν είναι μια προσπάθεια εφαρμογής του λενινιστικού κόμματος μέσα σε μία αστική λογική; Από το 2000 και μετά αυτό το οργανωτικό μοντέλο δεν δουλεύει, δεν μπορεί να αναπαράγει το κυρίαρχο οργανωτικό μοντέλο της κοινωνίας. Οι παλιές οργανωτικές μορφές της κοινωνίας δεν ανταποκρίνονται σε αυτή την ιστορική βαθμίδα και αυτό είναι στοιχείο της κρίσης. Η κρίση δεν είναι μόνο μία αδυναμία αναπαραγωγής των όρων συγκρότησης της κοινωνίας, είναι συνολική αδυναμία της αναπαραγωγής του κοινωνικού δεσμού. Με αυτή την έννοια όντως έχει ενδιαφέρον αυτό που γίνεται στο Σύριζα, έχει ενδιαφέρον το ότι νιώθουμε την ανάγκη να συζητάμε για αυτό το θέμα. Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να δούμε ποια είναι η συντηρητική και ποια η επαναστατική άποψη.

Μπάμπης Κουρουνδής: Θεωρώ ότι το επαναστατικό κόμμα της λενινιστικής παράδοσης είναι αναγκαίο όχι με την έννοια της αντιγραφής του τι ήταν οι μπολσεβίκοι αλλά με τη σύλληψη ότι χρειάζεται να υπάρχει ένα επαναστατικό κόμμα, το οποίο θα προσπαθεί να συσπειρώσει μέσα στην εργατική πρωτοπορία, θα διδάσκει και θα διδάσκεται ταυτόχρονα διαλεκτικά μέσα από τους αγώνες την κίνηση και την αυτενέργεια της ίδιας της εργατικής τάξης.

Αν ο Μίκελς είχε ένα δίκιο με το σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας θα έλεγα όπως προσθέτει ο Μολινιού ότι υπάρχει και ο σιδερένιος νόμος της δημοκρατίας. Ένα πράγμα που έχει κοινό το ΣΕΚ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ο Σύριζα μέχρι και η Νέα Δημοκρατία είναι ότι ως κόμματα αποτελούν εθελοντικές οργανώσεις. Άρα αν σε στοιχειώδη βαθμό δεν ανταποκρίνονται στο τι θέλουν τα μέλη τους και οι ψηφοφόροι τους υπάρχει πάντα η επιλογή να τα εγκαταλείψουν. Δεν είναι τόσο απλό αλλά υπάρχει και αυτή η αντίρροπη τάση. Δεν είναι στατική η συνείδηση του κόσμου, αλλάζει και κυρίως μέσα από τη διαδικασία του αγώνα..

Το SPD εγκατέλειψε την ιδέα της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής στο πρόγραμμά του στο Μπατγκότερμπεργκ στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Το εργατικό κόμμα το έκανε στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Όλα αυτά τα είχαν εγκαταλείψει πολλές δεκαετίες πιο πριν. Το ΠΑΣΟΚ θεωρητικά ακόμα στο πρόγραμμά του έχει τη διακήρυξη της 3/9 αλλά η πραγματική κίνηση έχει οδηγήσει σε πολύ διαφορετικούς δρόμους. Το βασικό που έχει ένα κόμμα δεν είναι αυτό το πρόγραμμά του αλλά αυτό που πρεσβεύει στην πραγματική του κίνηση.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Ενδιαφέρουσα η παρατήρηση για το σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας. Ο Μίχελς δε λέει ότι καταργεί τον εθελοντισμό στα κόμματα, αλλά ότι η ολιγαρχική  οργάνωση που είναι εγγενής στα κόμματα, αφομοιώνει τον ριζοσπαστισμό και την κίνηση προς τη χειραφέτηση, όχι ότι εξαλείφουν τον εθελοντισμό αλλά ότι τον μεταφέρουν ειδικά στον αριστερό και στον αναρχοσυνδικαλιστικό χώρο τον καναλιζάρουν στην κατεύθυνση της αφομοίωσης και της ιεραρχίας.

Θοδωρής Βελισσάρης- 8/12/2014

 

“Η επανάσταση είναι κακή, για όσο χρόνο δεν έχει νικήσει.” Μαξ Χορκχάιμερ, Λυκόφως

Το βιβλίο «“Δικτατορία του Προλεταριάτου” και “Εργατικά Συμβούλια”: Ασύμβατες έννοιες!» αποτελεί χρήσιμη συνεισφορά στο πρόβλημα της κοινωνικής χειραφέτησης και της σχέσης, ιστορικά, της εργατικής τάξης με τις πολιτικές οργανώσεις και τη δημοκρατία εν γένει. Χρήσιμη γιατί, αφενός, αποτελεί ευσύνοπτη περίληψη των επιχειρημάτων μίας πλευράς, αυτής που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε “αντιλενινιστική”. Αφετέρου, επειδή συζητά τα ζητήματα αυτά, όχι με ακαδημαϊκή πρόθεση, αλλά με στόχευση στην ανασυγκρότηση μίας σύγχρονης επαναστατικής πολιτικής.

Η παραπάνω επισήμανση δεν σημαίνει ότι πρόσκειμαι αναγκαστικά σε μια άλλη πλευρά, αυτή των σημερινών “λενινιστών”. Αν οι αντιλενινιστές, για παράδειγμα. τείνουν στη δαιμονοποίηση του Λένιν και της Οκτωβριανής Επανάστασης, οι λενινιστές τείνουν στην άκριτη εξύμνησή τους. Η Οκτωβριανή Επανάσταση είχε εντούτοις τόσο επιτυχείς όσο και ανεπιτυχείς στιγμές και διαστάσεις. Οι αντιλενινιστές γραπώνονται από τις ανεπιτυχείς και οι λενινιστές από τις επιτυχείς. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός πως πρόκειται για το σημαντικότερο γεγονός στην ιστορία του εργατικού κινήματος, κάτι που δικαιολογεί και τον διαχρονικό διχασμό του επαναστατικού στρατοπέδου απέναντι στον αδιαμφισβήτητο πολιτικό εκφραστή της: τον Λένιν (ο Μαρξ δεν γεννά τόσα πάθη).

Μία παρατήρηση πριν περάσω στο κυρίως θέμα: καθώς γράφω το κείμενο αυτό, λόγω ειδικών συνθηκών, μακριά από τη βιβλιοθήκη και τις σημειώσεις μου, θα παραλείψω αρκετές βιβλιογραφικές παραπομπές και θα περιορίσω όσο μπορώ τα παραθέματα. Ο συγγραφέας, από την άλλη, προσπάθησε στο βιβλίο του να εμπλουτίσει όσο μπορεί τα επιχειρήματά του με βιβλιογραφικές αναφορές, ειδικά στα σημεία όπου πραγματεύεται τη Γαλλική Επανάσταση. Δεν κάνει όμως το ίδιο όταν στρέφεται κατά του Λένιν. Όταν παραθέτει αποσπάσματα από γραπτά του Λένιν τα αντλεί πολλές φορές από βιβλία τρίτων, όχι από τα ίδια τα κείμενα του Λένιν, στα οποία βέβαια θα αναδεικνυόταν καλύτερα και το ευρύτερο νοηματικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το εκάστοτε παράθεμα.[1]

Εξουσία και επανάσταση

Το επιχείρημα του βιβλίου είναι ότι οι κατακτήσεις των μεγάλων επαναστάσεων υφαρπάζονται, για να στρεβλωθούν και να αναιρεθούν, από εξουσιαστές ηγέτες, όπως τους γιακωβίνους στη Γαλλική και τους μπολσεβίκους στη Ρωσική επανάσταση. Το πρόβλημα αυτό μπορεί να λυθεί, σύμφωνα με τον συγγραφέα, μόνο μέσω της άμεσης δημοκρατίας και της κατάργησης κάθε πολιτικής αντιπροσώπευσης που δεν περιλαμβάνει μία δεσμευτική εντολή, με ταυτόχρονη εγκαθίδρυση θεσμών όπως τα εργατικά συμβούλια. Τα εργατικά συμβούλια εξέφραζαν και ασκούσαν την πραγματική δημοκρατία, την οποία κατέστρεψαν υποστηρικτές της “δικτατορίας του προλεταριάτου” όπως ο Λένιν. Για τον συγγραφέα, οι παραπάνω έννοιες είναι ασύμβατες, και τις χρησιμοποιούν ως συμβατές μόνο φιλόδοξοι εξουσιαστές μέχρι να επικρατήσουν και να εγκαθιδρύσουν αυτό που υποτιθέμενα εξαρχής επιδίωκαν, μία κομματική δικτατορία. Υπάρχει απόλυτη ασυμβατότητα μεταξύ κόμματος και εργατικών συμβουλίων, δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και άμεσης δημοκρατίας.

Εγώ θα ξεκινήσω με μια παρατήρηση του Ένγκελς, η οποία σχολιάζεται και στο ίδιο το βιβλίο. Αυτός έγραψε κάποτε ότι, αν είχε δει ποτέ κανείς έστω και μία επανάσταση, θα γνώριζε ότι οι επαναστάσεις είναι σίγουρα το πιο εξουσιαστικό πράγμα που υπάρχει. Δεν φαίνεται να έχει άδικο. Μία από τις προϋποθέσεις για το ξέσπασμα μίας επανάστασης είναι η εξάντληση όλων των αποθεμάτων “ειρηνικής” επίλυσης μίας κοινωνικής και πολιτικής κρίσης εντός του καθορισμένου πλαισίου της καθεστηκυίας τάξης. Μεταξύ των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων η εξέλιξη της επανάστασης καθορίζει αυτό που θα επικρατήσει και αναδεικνύει νικήτρια την ομάδα που το εκπροσωπεί. Αυτή η διαδικασία δεν μοιάζει ούτε με απογευματινό περίπατο ούτε με διεξοδική συζήτηση: είναι μια διαδικασία επιβολής και ισχύος – όχι βέβαια αναγκαστικά βίαιη.[2] Ο ίδιος ο συγγραφέας για να αναιρέσει τον παραπάνω ισχυρισμό του Ένγκελς (σσ. 69-70) παραθέτει έναν σχετικό σχολιασμό του Μπούμπερ, ο οποίος αποδεχόταν αυτή τη φράση του Ένγκελς μόνο αν σήμαινε ότι “ο επαναστατικός αγώνας πρέπει να διεξάγεται με οξυδερκή ηγεσία και αυστηρή πειθαρχία”. Την απέρριπτε εάν σήμαινε τον απεριόριστο καθορισμό όλων των κλάδων της κοινωνικής ζωής από μία κεντρική, εξουσιαστική θέληση. Δεδομένου ότι δεν εννοούσε κάτι τέτοιο ο Ένγκελς, μένει ακατανόητη η παράθεση ως αντεπιχείρημα. Γιατί η ανάγκη κεντρικού συντονισμού δεν σημαίνει “απεριόριστο καθορισμό όλων των κλάδων της κοινωνικής ζωής”!

Γιατί όμως η επανάσταση είναι εξουσιαστική; Επειδή μία κοινωνική ομάδα διέπεται από αυταρχισμό τον οποίο εξαπολύει εναντίον άλλων, μη αυταρχικών, ατόμων και ομάδων; Ή επειδή οι κοινωνικές σχέσεις γενικότερα είναι αυταρχικές, άρα και κάθε ομάδα επιδεικνύει αυταρχισμό, αναπόφευκτα, κατά τη διεκδίκηση των συμφερόντων της; Η πρώτη περίπτωση θα σήμαινε, καταρχάς, το παράδοξο να υπάρχουν μη αυταρχικά άτομα σε μία αυταρχική κοινωνία και, κατά δεύτερον, το δυσεπίτευκτο τα μη αυταρχικά άτομα να επικρατήσουν επί των αυταρχικών. Επίσης, θα σήμαινε ότι ο καπιταλισμός είναι μία κοινωνία χωρίς καμία ιστορική ιδιαιτερότητα σε σχέση με τις υπόλοιπες ιστορικές κοινωνίες. Το σύγχρονο κράτος είναι ένα φαινόμενο που προκύπτει “από τα πάνω” ή “από τα κάτω”; Από μία αμετάβλητη κληρονομημένη ιεραρχία που διατηρείται επ’ αόριστον, ή από την απρόβλεπτη έκβαση των απαιτήσεων των ίσων, οι οποίοι επιλέγουν εκπροσώπους σε έναν μαζικό πολιτικό στίβο; Με άλλα λόγια: είναι το κράτος σήμερα ένας δεδομένος, παγιωμένος μηχανισμός που επιβάλλεται ελέω θεού στους υπηκόους του, ή αποτελεί σύμπτωμα των κοινωνικών σχέσεων στην παθολογική μεταβολή των οποίων προσαρμόζεται;

Αν οι αστικές επαναστάσεις δεν ήταν απλά αφελή παιδιαρίσματα αλλά ιστορικές τομές που άλλαξαν τη μοίρα του κόσμου, σαφώς το κράτος δεν μπορεί να έμεινε ανέπαφο από τις μεταβολές που έφεραν την ίδια την κοινωνία[3] και τις μαζικές μορφές πολιτικής στο προσκήνιο. Το κράτος είναι σύμπτωμα της κοινωνίας, και όχι η κοινωνία σύμπτωμα του κράτους. Κι αν το κράτος είναι αυταρχικό, αυτό οφείλεται στον διάχυτο κοινωνικό αυταρχισμό. Από αυταρχισμό διέπεται τόσο η συμπεριφορά των μηχανισμών που προσφέρουν προστασία στους πολλούς, όσο και η συμπεριφορά των πολλών που την απαιτούν. Αν όλη η κοινωνία διέπεται από αυταρχισμό, τότε και η επανάσταση θα διέπεται από αυταρχισμό, στο μέτρο που η επανάσταση αποτελεί οξύ σύμπτωμα της κοινωνίας της οποίας τον ριζικό μετασχηματισμό επιδιώκει.[4]

Γι’ αυτό η επανάσταση ποτέ δεν περιορίζεται στη σύγκρουση του λαού με τις άρχουσες τάξεις αλλά δίνει έκφραση, επίσης, στις αντιφάσεις εντός της εργατικής τάξης, εντός του “λαού” (οποιαδήποτε έννοια κι αν χρησιμοποιήσουμε) και στις συγκρούσεις που τις εκφράζουν. Γι’ αυτό και ο Μαρξ και οι μαθητές του, όπως ο Λένιν, έβλεπαν μια επιτυχημένη επανάσταση όχι σαν αφετηρία της προσπάθειας εδραίωσης της εξουσίας της αγαθής εργατικής τάξης, αλλά ως αφετηρία προσπάθειας αυτοκατάργησης της τάξης αυτής, και μαζί της όλων των τάξεων (σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες επαναστάσεις). Πως θα μπορούσε εξάλλου ο αυταρχισμός να περιορίζεται στη σχέση καπιταλιστή και εργάτη, όταν οι ίδιοι οι εργάτες διαγκωνίζονται μεταξύ τους για περιορισμένες θέσεις εργασίας. Αν κάτι χαρακτηρίζει περισσότερο απτά και διαχρονικά το κεφάλαιο, αυτό είναι το φαινόμενο της ανεργίας, το οποίο καθιστά μεγάλο μέρος της κοινωνίας πλεονάζον και περιττό.

Αντιφάσεις

Εδώ αναδύεται ένα πρόβλημα: πως μπορεί κανείς να μετασχηματίσει ριζικά την κοινωνία της οποίας αποτελεί και ο ίδιος μέρος; Πως μπορεί κάποιος να γίνεται παράγοντας αλλαγής και συγχρόνως να αποτελεί μέρος αυτού που αλλάζει; Αυτού του είδους τα προβλήματα και οι αντιφάσεις ήταν που οδήγησαν τον Μαρξ και τους μαρξιστές να εκφράζονται μέσω φαινομενικά αντιφατικών διατυπώσεων, όπως αυτή για τη δικτατορία του προλεταριάτου ως προϋπόθεση της δημοκρατίας (και το ανάποδο). Όσο κι αν ο συγγραφέας θέλει να εξαιρέσει τον Μαρξ από αυτή την κληρονομιά, ο ίδιος ο Μαρξ, όχι μόνο ο Ένγκελς και αργότερα οι Λένιν, Λούξεμπουργκ και Τρότσκι, υποστήριζε πως η επανάσταση θα λάβει αυτόν τον χαρακτήρα. Η επανάσταση για τον Μαρξ και τους μαρξιστές, θα είναι αναπόφευκτα αυταρχική, “δικτατορική”. Το θέμα είναι ποια κατεύθυνση θα πάρει αυτός ο αυταρχισμός, και ποιους σκοπούς θα εξυπηρετήσει: εναντίον των λίγων ή εναντίων των πολλών; Θα είναι μια δικτατορία της εργατικής τάξης ή θα παραμείνει μία δικτατορία του κεφαλαίου;

Κι εδώ οδηγούμαστε στην αμφισβήτηση της κεντρικής προβληματικής του βιβλίου. Δεν ζούμε σε μία συνεκτική πραγματικότητα εντός της οποίας κάποιοι εκφράζουν αντιφατικές θέσεις και υιοθετούν ασύμβατες έννοιες, όπως αυτές στον τίτλο του βιβλίου. Οι έννοιες φαίνονται ασύμβατες γιατί εκφράζουν μια αντιφατική πραγματικότητα, με την αντίφαση να διέπει όχι μόνο τις σχέσεις μεταξύ ομάδων αλλά το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων υπό το κεφάλαιο. Η ιδιάζουσα μαρξιστική πολιτική συνίσταται στην πεποίθηση ότι η ρητή έκφραση και αναγνώριση των αντιφάσεων αποτελούσε αναγκαία συνθήκη για τον χειρισμό και την υπέρβασή τους.

Κόμμα και εργατικά συμβούλια

Οι κοινωνικές αντιφάσεις δεν περιορίζονται εντός της εργατικής τάξης. Αν περιορίζονταν εκεί, θεσμοί όπως τα συνδικάτα και τα εργατικά συμβούλια, ή ευρύτερες πολιτικές οργανώσεις, θα ήταν ίσως αρκετές για την πολιτική τους έκφραση. Οι αντιφάσεις εξαπλώνονται και στο στρατόπεδο των πολιτικών εκπροσώπων της τάξης αυτής. Στο μέτρο ειδικά που, από το 1848 και δώθε, κάθε προσπάθεια κοινωνικού μετασχηματισμού αποτύγχανε, η κοινωνία ριχνόταν σε ένα βαθύτερο επίπεδο αντιφάσεων. Το 1914, για παράδειγμα, εκτός από τη διεθνή αλληλοσφαγή μεταξύ των ίδιων των εργατών, σήμανε και έναν αμείλικτο πόλεμο στους κόλπους, όχι απλά των επαναστατών σοσιαλιστών (όπως με την Α’ Διεθνή), αλλά των ίδιων των μαρξιστών.

Ο ίδιος ο μαρξισμός έχει μία σύνθετη ιστορία. Ο Μαρξ, ενώ το 1848 έγραφε ότι οι κομμουνιστές δεν οργανώνονται σε ένα ξεχωριστό κόμμα, προς το τέλος της ζωή του ενέκρινε (πάντα κριτικά!) τη δημιουργία ενός γερμανικού κόμματος, και έγραψε μαζί με τον Γκεντ το πρόγραμμα του μαρξιστικού γαλλικού εργατικού κόμματος (ενώ συγκρούστηκε ακόμη νωρίτερα με τους αναρχικούς στη Διεθνή, απαιτώντας και πετυχαίνοντας την αποβολή τους). Από την άλλη πλευρά, ο Λένιν και η Λούξεμπουργκ δεν ήταν κομματικοί καρεκλοκένταυροι. Σιχαίνονταν και οι δύο τη ζέουσα κομματική γραφειοκρατία. Αλλά έβλεπαν το κόμμα ως αναγκαία έκφραση των βαθύτερων κοινωνικών αντιφάσεων της ιστορικής εξέλιξης, όχι ως ντεπόν για το καταλάγιασμά τους.

Κι εδώ έρχομαι σε ένα άλλο σημαντικό σημείο της κριτικής μου στο βιβλίο. Οι σημερινοί λενινιστές, ακολουθώντας βασικά τη σταλινική κληρονομιά, φετιχοποιούν το κόμμα ως το απόλυτο κλειδί για την επαναστατική επιτυχία. Οι αντιλενινιστές, από τους αναρχικούς και τους συμβουλιακούς κομμουνιστές μέχρι τους καταστασιακούς, φετιχοποιούν τα εργατικά συμβούλια (ή άλλους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς) ως επαναστατικό κινητήρα. Και οι δύο πλευρές πραγμοποιούν την επανάσταση και αντί να την προάγουν τείνουν να την υποτάξουν στα προκάτ σχήματά τους.

Ο Λένιν αντίθετα, στην πολιτική του διαδρομή, ακολούθησε εντελώς διαφορετικό δρόμο. Δεν έλειψαν οι στιγμές όπου απείλησε να παρατήσει το κόμμα, στο μέτρο που αυτό υιοθετούσε αντιδραστική γραμμή. Και δεν έλειψαν οι στιγμές όπου σκέφτηκε να αντικαταστήσει τη στήριξη στα σοβιέτ, τα εργατικά συμβούλια, με τη στήριξη σε άλλους θεσμούς της κοινωνίας των πολιτών, όπως τα συνδικάτα, στο μέτρο που τα σοβιέτ έτειναν να μετατραπούν σε όργανο των αστών και των συνοδοιπόρων τους.

Σημαντική για μαρξιστές όπως οι Λένιν και Λούξεμπουργκ ήταν η γόνιμη ένταση και μη-ταυτότητα μορφών όπως τα εργατικά συμβούλια, η μαζική απεργία, τα συνδικάτα και το κόμμα (και θεωρούσαν τον μαρξισμό ως ιστορική συνείδηση αυτής της μη-ταυτότητας). Τη θέση αυτή διατύπωσε η Λούξεμπουργκ σε μία διάσημη μπροσούρα της για το φαινόμενο της μαζικής απεργίας, την οποία έγραψε σε μία περίοδο όπου βρισκόταν και συζητούσε συντροφικά καθημερινά με τον Λένιν.[5] Κι εδώ ίσως είναι ευκαιρία να σχολιάσουμε το φαινόμενο της συνεχούς επίκλησης της Λούξεμπουργκ από τους αντιλενινιστές. Η επίκληση της αρχικής κριτικής της από το 1904, είναι παρωχημένη, στο μέτρο που η Λούξεμπουργκ την αναθεώρησε πολύ γρήγορα, όταν διαπίστωσε το 1905 ότι ο Λένιν είχε δίκιο για τον χαρακτήρα της επανάστασης του 1905 στη Ρωσία, η οποία δεν ήταν “αστική” όπως περίμεναν, λανθασμένα, πολλοί μαρξιστές, μεταξύ των οποίων και η Λούξεμπουργκ. Από το 1905 κι έπειτα, στην πλειοψηφία των ετών, οι Λένιν και Λούξεμπουργκ (παρά τις επιμέρους διαφωνίες) είναι σύντροφοι στον αγώνα εναντίον του ρεβιζιονισμού, εντός του μαρξιστικού στρατοπέδου, και η τελική αποτίμηση που κάνουν ο ένας για τον άλλο είναι θετική. Ακόμα και στην κριτική της για τη ρωσική επανάσταση, που κυκλοφορεί ευρέως (χωρίς να τονίζεται ότι δεν τη δημοσίευσε η ίδια όσο ζούσε, ούτε ότι είχε γραφτεί στη φυλακή χωρίς να έχει πρόσβαση σε επαρκή στοιχεία και πληροφορίες), η Λούξεμπουργκ εξυμνεί τους μπολσεβίκους με τρόπο που οι αντιλενινιστές δεν θα έκαναν ποτέ. Τους μπολσεβίκους τους στήριζε με κάθε ευκαιρία, ακόμα και απέναντι σε κατηγορίες περί υποτιθέμενου μπλανκισμού, παρόμοιες με αυτές που εξαπολύει και ο συγγραφέας του βιβλίου. Στη μόνη κριτική για τους μπολσεβίκους που δημοσίευσε η ίδια όσο ζούσε και την οποία έγραψε εκτός φυλακής (“Η ρωσική τραγωδία”), επισημαίνει ως λάθος τους την υπογραφή της συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ, όχι τον αυταρχισμό τους και τις ιδέες τους περί δικτατορίας του προλεταριάτου. Και πως θα μπορούσε να είναι αλλιώς όταν η Λούξεμπουργκ, όχι απλά ήταν ηγετικό στέλεχος του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, αλλά ηγούνταν, μαζί με τον Γιόγκισες, του συγκεντρωτικού πολωνικού κόμματος. Τέλος, η Λούξεμπουργκ, ιδρύτρια του γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος, δεν θα μπορούσε να φετιχοποιεί τα σοβιέτ καθώς τα είχε δει στην επανάσταση του 1918-19 να περνάνε στα χέρια των σοσιαλδημοκρατών προδοτών της εργατικής τάξης!

Μια τελευταία παρατήρηση σχετικά με το κόμμα. Τα κόμματα είναι εθελοντικές οργανώσεις. Δεν σε υποχρεώνει κανείς να συμμετέχεις και να πειθαρχείς σ΄ αυτά, όπως υποχρεωνόμαστε να συμμετέχουμε στην ευρύτερη πολιτική ζωή. Κι ούτε μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι η αντίδραση και η αντεπανάσταση έχει στη διάθεσή της ισχυρούς συγκεντρωτικούς μηχανισμούς με τους οποίους το επαναστατικό στρατόπεδο πρέπει να συγκρουστεί. Όση ηθική ακεραιότητα κι αν επέδειξαν οι αναρχικοί και οι συμβουλιακοί κομμουνιστές ιστορικά, η σύγκρουση των μαζών με τους μηχανισμούς αυτούς έληξε (έστω προσωρινά) υπέρ του επαναστατικού στρατοπέδου μόνο στην περίπτωση της Ρωσικής Επανάστασης του 1917 (ο Λένιν χαιρόταν σαν παιδί όταν η επανάσταση ξεπέρασε σε διάρκεια την Κομμούνα του Παρισιού, η οποία αποτελούσε προσωρινό στιγμιότυπο χωρίς γενικευμένο διεθνή χαρακτήρα). Δεν είναι τυχαίο ότι ο συγγραφέας επιδοκιμάζει τις σύντομες επαναστάσεις που έχουν ηρωικό αλλά τραγικό τέλος (1871 και 1905) και αποδοκιμάζει όσες ήταν, για τα δικά του μέτρα, αντι-ηρωικές, παρότι (εν μέρει έστω) νικήτριες (1789 και 1917).

Στον καπιταλισμό η πολιτική έχει λάβει μαζικά χαρακτηριστικά, δεν υπάρχει μη-καπιταλιστική πρακτική εντός του καπιταλισμού. Όσες πολιτικές οργανώσεις θέλουν να ασχοληθούν με την κυρίαρχη πολιτική, παίρνουν χαρακτηριστικά κόμματος, χαρακτηριστικά δημοκρατίας, αντιπροσώπευσης αλλά και συγκεντρωτισμού και πειθαρχίας. Οι μαρξιστές προσπαθούσαν να καταστήσουν αυτές τις ήδη υπάρχουσες μορφές πολιτικής περισσότερο αυτοκριτικά συνειδητές και να τις θέσουν έτσι στην υπηρεσία ενός επαναστατικού κινήματος, δεν προσπαθούσαν να αντιπαραθέσουν ιδεαλιστικά σ’ αυτές κάποιες εξωτερικές, μη-καπιταλιστικές, πρακτικές. Η εργατική τάξη, ο λαός, κατάφεραν στο παρελθόν με πολύ κόπο να εμπλακούν στα χωράφια της “υψηλής” πολιτικής. Οι απίστευτες δυσκολίες και προκλήσεις της εμπλοκής αυτής δεν σημαίνει ότι θα έπρεπε να την αποφύγουν εντελώς.

Η Κομμούνα του Παρισιού

Ο συγγραφέας προσπαθεί να αντιδιαστείλει σε όλη την έκταση του κειμένου τις θέσεις των Μαρξ και Λένιν ως προς την Κομμούνα. Όμως, ήταν ο ίδιος ο Ένγκελς ο οποίος είχε γράψει ότι αν θέλει κανείς να δει τι σημαίνει δικτατορία του προλεταριάτου, δεν χρειάζεται παρά να κοιτάξει την Παρισινή Κομμούνα. Αυτά δεν τα έγραψε διαστρεβλώνοντας τον αδερφικό του φίλο Μαρξ, αλλά ακριβώς στον απόηχο όσων είχε πει ο ίδιος ο Μαρξ για την Παρισινή Κομμούνα στην ομιλία του για την έβδομη επέτειο της Α’ Διεθνούς (15 Οκτωβρίου 1871): εκεί έλεγε ότι οποιαδήποτε επαναστατική αλλαγή για την Κομμούνα προϋπέθετε αναγκαία μία προλεταριακή δικτατορία, πρώτη συνθήκη της οποίας ήταν ένας προλεταριακός στρατός. Η Κομμούνα για τον Μαρξ, εάν πετύχαινε, θα πετύχαινε μόνο ως εργατικό κράτος, στο μέτρο που το σύγχρονο κράτος για τον Μαρξ ήταν ένα αναγκαίο σύμπτωμα της αλλοτρίωσης των κοινωνικών σχέσεων από το κεφάλαιο.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο Μαρξ ύμνησε την Κομμούνα του Παρισιού, ενώ ο Λένιν την επέκρινε επειδή αυτή μπέρδευε τους στόχους του αγώνα για τη δημοκρατία, με τους στόχους του αγώνα για τον σοσιαλισμό. Όμως ο Μαρξ δεν ύμνησε απλά την Κομμούνα, της άσκησε σημαντική κριτική. Η κριτική του αφορούσε ακριβώς στο ότι δεν λειτούργησε επαρκώς ως όργανο ταξικής κυριαρχίας, ως δικτατορικό όργανο της εργατικής εναντίον της αστικής τάξης, της πλειοψηφίας εναντίον της μειοψηφίας.[6]

Ο Μαρξ άσκησε κριτική στην Κομμούνα επειδή δεν απαλλοτρίωσε τους εθνικούς θησαυρούς στις παρισινές τραπεζες και επειδή δεν συγκρότησε τακτικό στρατό, ώστε να επιτεθεί οργανωμένα στους εχθρούς της στις Βερσαλλίες, προτού της επιτεθούν αυτοί, με την απλόχερη βοήθεια των Πρώσων. Αυτά τα μέτρα μπορεί να φαίνονται αμφιβόλου δημοκρατικής νομιμοποίησης (μπορούσαν να πουν με απόλυτη βεβαιότητα ότι εκπροσωπούσαν την πλειοψηφία του γαλλικού έθνους;), όπως όμως το έθετε και η Λούξεμπουργκ, δεν μπορείς να περάσεις από μια δημοκρατία στην επανάσταση, αλλά μάλλον από μία επανάσταση στη δημοκρατία. Δεν προκρίνεται εδώ βέβαια μία παραλλαγή του ρητού: “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα”. Σαφώς υπάρχουν νόμιμα ερωτήματα, τα οποία όμως θα πρέπει να τίθενται στη διάρκεια ενός σοβαρού πολιτικού αγώνα και όχι ως παραλυτικά αναχώματα στην ανάπτυξη του αγώνα αυτού.

Οι προυντονιστές και μπλανκιστές ηγέτες της Κομμούνας στάθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων, και το τέλος της Κομμούνας σήμανε και το δικό τους τέλος ως πολιτικών δυνάμεων (άρα υπονομεύεται ο ισχυρισμός του συγγραφέα ότι η εξουσία της Κομμούνας δεν όφειλε τίποτα σε «κομματικές επιρροές και τερτίπια, ή σε αρχηγικό κύρος»). Εντούτοις, ακόμα κι αυτοί οι ηγέτες προσπάθησαν να προσαρμοστούν στις ανάγκες της στιγμής, επιδιδόμενοι σε “δικτατορικά” μέτρα όπως η αιχμαλώτιση ομήρων. Οι αντιφάσεις στις οποίες  οδηγεί ο συμφυρμός ηθικισμού και πολιτικής γίνονται έκδηλες αν σκεφτούμε ότι ο Κροπότκιν γκρίνιαζε στον Λένιν επειδή αυτός και οι μπολσεβίκοι, μιμούμενοι την Κομμούνα, κρατούσαν για αντίμετρο ως όμηρους εκπρόσωπους της αντίδρασης, τον καιρό του αιμοσταγούς εμφυλίου πολέμου. Αυτό βέβαια δεν είχε εμποδίσει τον ευγενή πρίγκιπα, λίγο νωρίτερα, να στηρίζει τον εγκληματικό Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο από την πλευρά των συμμάχων και της Ρωσίας.

Γενικότερα, ο συγγραφέας τείνει να υπερτονίζει το αυθόρμητο στοιχείο των εξεγέρσεων και επαναστάσεων. Ωστόσο, δεν υπάρχει εμβόλιο με το οποίο μπορεί να εισέλθει κανείς στον στίβο της μαζικής πολιτικής. Ούτε το αυθόρμητο, ούτε τα εργατικά συμβούλια, ούτε οι αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις, ούτε ένα πειθαρχημένο κόμμα, έχουν εγγενή ανοσία στις αντιδραστκές πολιτικές.

Η Ρωσική Επανάσταση

Στις περισσότερες αποτιμήσεις της περιόδου περί το 1917 λησμονείται ότι τη συγκεκριμένη περίοδο δεν ξεσπά μία εθνική επανάσταση, αλλά μία σειρά πολλών επαναστάσεων σε διεθνές επίπεδο (Ρωσική, Ουγγρική, Ιταλική, Γερμανική). Κι αυτές μέσα στο κλίμα διεθνούς κρίσης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν που το ένα λάθος φέρνει το άλλο: η κάθε επανάσταση αποτιμάται με εθνικά κριτήρια, και όχι με διεθνή. Η ρωσική επανάσταση, κατά τους ισχυρισμούς αυτούς, απέτυχε από εσωτερικά αίτια, αεροστεγώς αποκλεισμένα από τα εξωτερικά.

Η παραπάνω σκοπιά έχει σχέση με ένα σταλινικό κατάλοιπο που μπορεί να ανιχνεύσει κανείς, λίγο ή πολύ, σε όλη την Αριστερά, ακόμα και στους αναρχικούς, σύμφωνα με το οποίο μπορεί να οικοδομεί κανείς “σοσιαλισμό σε μία μόνο χώρα”, αρκεί να υιοθετηθούν οι σωστές αρχές. Στο σενάριο αυτό, η παρακμή των εργατικών συμβουλίων οφείλεται στους μπολσεβίκους, οι οποίοι υποτιθέμενα τα χρησιμοποίησαν αδίστακτα για να ανέλθουν στην εξουσία, και στη συνέχεια τα εξάλειψαν.

Άνευ περιστροφών πρέπει εδώ να δηλώσουμε ότι η παρακμή των εργατικών συμβουλίων έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την αποτυχία της επανάστασης στο εξωτερικό και τη συνεπαγόμενη περικύκλωση της επανάστασης από εχθρικούς στρατούς, εξωτερικούς και εσωτερικούς. Όχι μόνο χάθηκε η ευκαιρία οι επαναστατικές δυνάμεις να ενισχυθούν από την απαλλοτρίωση του κεφαλαίου σε Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία, και πιθανώς αλλού, αλλά ενισχύθηκαν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις από την επικράτηση των ιμπεριαλιστών σε όλα τα  μέτωπα. Οι δυνάμεις των σοβιέτ λοιπόν αποδεκατίστηκαν κυρίως λόγω του βίαιου εμφυλίου που ακολούθησε και τη συνακόλουθη ατυχή μετατροπή της επανάστασης σε καταναγκαστική διαχείριση της οικονομικής εξαθλίωσης.

Όχι μόνο ακραιφνείς μπολσεβίκοι, αλλά και μορφές που συμπαθεί και επικαλείται η ελευθεριακή Αριστερά, όπως οι Σερζ, Άβριτς και Μπορντίγκα, τόνιζαν ότι στις συγκεκριμένες συνθήκες η εφαρμογή του προγράμματος των ναυτών της Κροστάνδης ή άλλων εξεγερμένων ενάντια στους μπολσεβίκους οδηγούσε, αντικειμενικά, στο πέρασμα της εξουσίας στα χέρια της αντίδρασης. Προς τιμήν του, ο Λένιν, λέγοντας τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη, χαρακτήριζε το 1922 όλη αυτή την κατάσταση, όχι ως επαναστατική, αλλά ως ένα είδος οπισθοδρόμησης σε μία μορφή κρατικού καπιταλισμού (“Σημειώσεις ενός δημοσιολόγου”). Η νίκη έπρεπε να κρατηθεί, αλλά χωρίς να ωραιοποιήσει κανείς την κατάσταση, χωρίς να κάνει την ανάγκη φιλοτιμία, όπως έκανε ο σταλινισμός που ακολούθησε.

Η Ρωσία (τόσο του 1905 όσο και) του 1917 δεν ήταν μια κατά τ’ άλλα ειρηνική χώρα την οποία λεηλατούσαν συμμορίες μπολσεβίκων. Υπήρχε διάχυτος αυταρχισμός, τόσο στο αντιδραστικό στρατόπεδο, από τις μαύρες εκατονταρχίες και τα αντισημιτικά πογκρόμ μέχρι τους πράκτορες της αστυνομίας και την εξωτερική επίθεση, όσο και στο επαναστατικό στρατόπεδο, με τους αντιμαχόμενους στρατούς σε όλοι την επικράτεια (μην ξεχνάμε για παράδειγμα και τις δύο απόπειρες δολοφονίας εναντίον του Λένιν, όχι από τσαρικούς αναγκαστικά, αλλά από δημοκράτες ή επαναστάτες άλλων πολιτικών απόψεων). Όσον αφορά το «αυθόρμητο» που εκθειάζεται από τον συγγραφέα, ειδικά για το κύμα των απεργιών του 1905, δεν πρέπει να παραλείπουμε να τονίζουμε εξίσου εμφατικά ότι το κύμα αυτό ήταν γεμάτο τσαρικούς πράκτορες που εξέλεγαν «αυθόρμητα» οι εργάτες.

Για τον συγγραφέα, τα σοβιέτ ή συμβούλια δεν ανήκαν σε κανένα πολιτικό κόμμα και η κομματική ένταξη των μελών δεν έπαιζε κανένα ρόλο. Αυτό παραβλέπει το γεγονός ότι στα σοβιέτ δραστηριοποιούνταν κομματικές οργανώσεις που επιδίωκαν και κέρδιζαν την πλειοψηφία (και πολλές απ’ αυτές είχαν βαθιά αντεργατικό και αντιδραστικό πρόγραμμα). Δεν γίνεται να αγνοούμε το γεγονός ότι υπήρχαν οργανωμένες κοινωνικές δυνάμεις στις οποίες δεν μπορείς να αντιπαρατεθείς ατομικά (όπως κάποιοι αναρχικοί υποψήφιοι που είχαν ελάχιστη επιρροή στα συμβούλια).

Αδιαμβισβήτητο γεγονός, τέλος, αποτελεί η κατάκτηση της πλειοψηφίας των σοβιέτ από τους μπολσεβίκους, με κινηματικούς και πολιτικούς όρους. Η παρακμή των σοβιέτ δεν είχε να κάνει με τη μεταστροφή των μπολσεβίκων, αλλά με την παρακμή της ίδιας της επανάστασης. Η επανάσταση δεν θα είχε νικήσει, στη Ρωσία και αλλού, αν οι μπολσεβίκοι είχαν ένα καλύτερο αξιακό σύστημα (όπως αυτό που επικαλείται ρητά και επιδοκιμάζει το βιβλίο) ή αν αντικαθιστούσαν τη μαρξιστική με μία στενά συμβουλιακή πολιτική. Εξάλλου, μας ενδιαφέρει μόνο η επανάσταση που στοχεύει στο ξεπέρασμα κάθε “Απόλυτου” στο οποίο πρέπει να προσαρμοζόμαστε, ηθικού, ή ακόμα και ενός δημοκρατικού.

Παράλληλα, την ίδια περίπου περίοδο στη Γερμανία, η επανάσταση φάνηκε να κλονίζεται και εν τέλει να αποτυγχάνει να επικρατήσει, ακριβώς επειδή δεν υπήρχαν περισσότερα κόμματα (ενώ υπήρχαν συμβούλια)! Το Κομμουνιστικό κόμμα δημιουργήθηκε δύο ολόκληρους μήνες μετά την επανάσταση!

 

Η Γαλλική Επανάσταση

Σήμερα έχει υποχωρήσει πολιτικά τόσο πολύ το αίτημα για ατομική και κοινωνική ελευθερία, ώστε οι ιστορικοί αγώνες που την έθεσαν στο προσκήνιο δυσφημούνται από πολλές πλευρές. Εκπρόσωποι όλου του πολιτικού φάσματος, δεν έχουν να επιδείξουν άλλο παρά περιφρόνηση για τις οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις, όπως οι Γιακωβίνοι, που ηγήθηκαν των επαναστάσεων που γκρέμισαν τα προνόμια και την “ιερή τάξη” των χιλιετιών του παραδοσιακού πολιτισμού.

Στην αφήγηση του βιβλίου, οι Γιακωβίνοι δεν ήταν παρά αντεπαναστάτες υποκριτές, οι οποίοι στήριξαν τις εργαζόμενες τάξεις μόνο για να υφαρπάξουν την εξουσία και να εγκαθιδρύσουν, εκ των υστέρων, ένα εκμεταλλευτικό καθεστώς. Και ο Λένιν δεν έκανε τίποτα άλλο από το να τους αντιγράψει. Ο συγγραφέας, όπως προτιμά τους συμβουλιακούς ή αναρχικούς στη Ρωσική επανάσταση, προτιμά στη Γαλλική επανάσταση όσους έθεταν εαυτώ αριστερότερα των Γιακωβίνων, δηλαδή τους εμπερτιστές, “λυσσασμένους” και άλλους, οι οποίοι ήθελαν να εγκαθιδρύσουν μία μορφή άμεσης δημοκρατίας. Η τελευταία είναι εξάλλου η απόλυτη λυδία λίθος που παρουσιάζεται στο βιβλίο για τα επαναστατικά ζητήματα.

Όμως, στις αντίστοιχες επαναστάσεις, οι εργαζόμενες τάξεις κατέκτησαν την εξουσία με πολιτικά εργαλεία και όπλα, όχι τους περιθωριακούς Κροπότκιν και Ζακ Ρου, αλλά τον Λένιν και τον Ροβεσπιέρο. Οι αντιλενινιστές διαμαρτύρονται συνεχώς επειδή οι πολιτικές οργανώσεις που βοήθησαν τους καταπιεσμένους να κατακτήσουν την εξουσία, δεν υιοθέτησαν τις ιδέες τους. Ίσως, αντί να εστιάζουμε μονίμως στη μπολσεβίκικη και γιακωβίνικη προδοσία, θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε για τις αιτίες της αδυναμίας συγκρότησης αποτελεσματικού κόμματος και οργάνωσης από τους “λυσσασμένους” στη Γαλλική επανάσταση και τους συμβουλιακούς και αναρχικούς στη Ρωσική.

Φυσικά αυτά δεν αναιρούν όλα τα προβληματικά σημεία της γιακωβίνικης πολιτικής, τα οποία έχουν επισημάνει πολλές φορές μαρξιστές όπως ο Λένιν (τον οποίο ο συγγραφέας απλά ταυτίζει με τους γιακωβίνους). Ποτέ όμως δεν έφτασαν οι τελευταίοι στο σημείο των «φιλελεύθερων», να διασύρουν τους γιακωβίνους παρουσιάζοντάς τους μόνο σαν ένα στυγνό δικτατορικό πολιτικό εξάμβλωμα, δικαιώνοντας έτσι κάθε πολιτικό συντηρητισμό.

Η Γαλλική επανάσταση, παρ’ όλα τα φρικτά προβλήματά της, πέτυχε στο να θέσει το πρόβλημα της ελευθερίας στη διεθνή πρακτική πολιτική ατζέντα. Εντούτοις, στους άμεσους στόχους της, παρέμεινε δυστυχώς εθνική, περικυκλωμένη από επιθετικές και εκδικητικές ευρωπαϊκές μοναρχίες. Αυτό το κλίμα ήταν που οδήγησε στην όξυνση του πολιτικού αυταρχισμού, και όχι κάποια εγγενής κακία των επαναστατών. Στην τρομοκρατική εξολόθρευση των πολιτικών αντιπάλων δεν συμμετείχαν μόνο οι γιακωβίνοι, αλλά και όσοι βρίσκονταν υποτιθέμενα στα αριστερά τους: δεν ζητούσαν κεφάλια, ακόμα και επαναστατών, οι αμεσοδημοκράτες εμπερτιστές και κομμουνάροι;

Εν τω μεταξύ, η πίστη σε απόλυτες ηθικές αρχές ήταν που χαρακτήριζε ορισμένες από τις χειρότερες πλευρές των Γιακωβίνων, όπως για παράδειγμα η “αρετή” του Ροβεσπιέρου. Παρόμοια υποκειμενικά “απόλυτα” επέτειναν το πρόβλημα του αυταρχισμού σε χειρότερη κατεύθυνση. Ο Λένιν επέκρινε αυτή τη στάση των αστών επαναστατών, όχι από την πλευρά του αμοραλισμού, αλλά από την πλευρά της ένταξης των ηθικών προβλημάτων στα πλαίσια μίας κοινωνικής και ιστορικής συνείδησης. Συνεπώς, αν κάτι μπορεί να γείρει επικίνδυνα υπέρ ενός τυφλού αυταρχισμού, είναι τα ίδια τα συμβούλια, η αμεσοδημοκρατία και άλλα στοιχεία, όταν μετατρέπονται σε απόλυτες ηθικές αρχές και αξίες. Όλη η βαρβαρότητα του παραδοσιακού πολιτισμού βασίστηκε σε απόλυτες ηθικές αξίες και “αξιακά συστήματα”. Ιδού τι έγραψε κι ένας κομμουνιστής της εποχής (τηρουμένων των αναλογιών), ο Μπαμπέφ, για τον Ροβεσπιέρο:

“Ας του επιστρέψουμε την αρχική του, δίκαιη δόξα, και όλοι οι μαθητές του θα αναδυθούν ξανά και θα θριαμβεύσουν σύντομα. Ο ροβεσπιερισμός ανατρέπει εκ νέου όλες τις φατρίες. Δεν μοιάζει με καμία εξ αυτών, δεν είναι ούτε τεχνητός ούτε περιορισμένος. Ο εμπερτισμός υπάρχει μόνο στο Παρίσι και μεταξύ μίας μικρής μερίδας ανθρώπων, και μπορεί μόνο με δυσκολία να διατηρηθεί. Ο ροβεσπιερισμός υπάρχει σε όλο το Δημοκρατικό καθεστώς (Republic), σε όλη την τάξη των δικαίων και οξυδερκών και, φυσικά, σε όλο το λαό. Ο λόγος είναι απλός: ο ροβεσπιερισμός είναι η Δημοκρατία, και οι δύο λέξεις ταυτίζονται: η αναβίωση του ροβεσπιερισμού σημαίνει σίγουρα την αναβίωση της δημοκρατίας”.[7]

Τα παραπάνω παρατίθενται όχι για να υποστηρίξουμε τον ροβεσπιερισμό, αλλά για να δείξουμε πόσο σύνθετη είναι η επαναστατική πραγματικότητα, όπως αυτό καταδεικνύεται και από τη ματιά ενός ριζοσπάστη της εποχής εκείνης, του οποίου την επαναστατική ακεραιότητα δύσκολα θα αμφισβητούσε κανείς.

Η βία και ο αυταρχισμός υπάρχουν διάχυτα στον περίγυρό μας, δεν θα τα γεννήσει η επανάσταση. Η επανάσταση θα τα οικειοποιηθεί από τη σκοπιά της οργανωμένης πλειοψηφίας και θα τα ρίξει στη μάχη για την ελευθερία. Χρειάζεται όμως προσοχή να μη μετατραπούμε σε απολογητές της δημοκρατίας, σε απλούς θιασώτες του αυταρχισμού που εκφράζει η ανάγκη για δημοκρατία. Η μαρξιστική πολιτική στόχευε ιστορικά πέραν της δημοκρατίας αλλά μονάχα μέσω της δημοκρατίας. Αυτό το «πέραν» είναι που λησμονείται ή υποβαθμίζεται στην προβληματική του συγγραφέα.

 

Μαρξ και Λένιν

Τα επαναστατικά προβλήματα ιστορικής ανάπτυξης φωτίζονται αν διατηρήσουμε τη σύνδεση μεταξύ Μαρξ και Λένιν, και δεν την αποκηρύξουμε μέσω μίας ελευθεριακής διεκδίκησης του Μαρξ. Ο σοσιαλισμός για τον Μαρξ ήταν συμπτωματικός του κεφαλαίου, όχι το εξαγνισμένο εξωτερικό αντίδοτο σε κάθε τι καπιταλιστικό. Οι αποτυχίες του σοσιαλισμού οδήγησαν περαιτέρω στον συμπτωματικό χαρακτήρα του ίδιου του μαρξισμού. Την κρίση του μαρξισμού ως συμπτωματικού του κεφαλαίου συνειδητοποίησε και θεματοποίησε ο ίδιος ο Λένιν, και τη μετέτρεψε πρώτος σε απτή δυνατότητα επαναστατικής αλλαγής. Η ευκολία παραμερισμού του Λένιν από τους αντιλενινιστές οδηγεί, πιθανώς, στον παραμερισμό των πραγματικών επαναστατικών προβλημάτων.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, κλείνω με ένα παράθεμα του Αντόρνο, όπου προσπαθεί να αναδείξει τη σημασία του Λένιν, τόσο εμφατικά ώστε πιθανώς αδικεί τον Μαρξ, αλλά καθιστά έτσι πιο ξεκάθαρη την πολυπλοκότητα των προβλημάτων της επανάστασης. Της επανάστασης, όχι ως νίκης των καλών επί των κακών, αλλά ως επίπονης και μακράς διαδικασίας υποκειμενικού αυτομετασχηματισμού:

“Ο Μαρξ ήταν πολύ ακίνδυνος. Πιθανότατα φανταζόταν αφελώς ότι οι άνθρωποι είναι κατά βάση ίδιοι σε όλα τα ουσιώδη και τέτοιοι θα παρέμεναν. Συνεπώς, θεώρησε καλή ιδέα να τους στερήσουμε τη δεύτερη φύση τους. Δεν ασχολήθηκε με την υποκειμενικότητά τους. Πιθανότατα δεν εστίασε σ΄αυτήν τόσο προσεκτικά. Την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι προϊόντα της κοινωνίας βαθιά, μέχρι τον εσώτατο πυρήνα τους, θα την απέρριπτε ως θεωρία επίδρασης του περιβάλλοντος (milieu theory). Ο Λένιν ήταν ο πρώτος που υποστήριξε αυτή την ιδέα”.[8]

 

[1] Λίγα σχόλια για την έκδοση: παρότι καλαίσθητη και φροντισμένη θα μπορούσαν ίσως σε μια πιθανή μελλοντική επανέκδοση να προτιμηθούν οι υποσημειώσεις αντί για τις εκτενείς σημειώσεις εντός αγκυλών και παρενθέσεων που διακόπτουν τη ροή του κειμένου, να περιληφθεί στην αρχή πίνακας περιεχομένων, και να αποφευχθούν, όπου είναι εφικτό, οι πολύ μεγάλες παράγραφοι.

[2] Όσο περισσότερο επιτυχημένη είναι μια επανάσταση τόσο λιγότερη βία θα χρειαστεί να ασκήσει. Όσο ευρύτερη η πολιτική στήριξη της επανάστασης και περισσότερα τα μέσα ισχύος που θα έχουν περάσει στα χέρια της, τόσο μικρότερη θα είναι η αντίσταση απέναντί της, άρα και η ανάγκη προσφυγής στη βία. Οι νεκροί της Οκτωβριανής Επανάστασης ήταν λιγότεροι από τους νεκρούς των γυρισμάτων της αντίστοιχης ταινίας του Αϊζενστάιν! Εντούτοις, η συγκέντρωση και ο μετασχηματισμός των μέσων ισχύος και επιβολής, βίαιη ή μη, παραμένει μια εξουσιαστική διαδικασία, ακόμα και στην (καλοδεχούμενη) περίπτωση όπου μέσω μίας επανάστασης αυτή που εξουσιάζει είναι η πλειοψηφία, κι αυτή που εξουσιάζεται η μειοψηφία.

[3]   Η οποία κοινωνία, κατά Αντόρνο, είναι ένα δημιούργημα της Τρίτης Τάξης!

[4]    Έχω συζητήσει διεξοδικότερα το πρόβλημα της σχέσης αυταρχισμού και δημοκρατίας, καθώς και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του νεώτερου κράτους, στο κείμενο “Δημοκρατία και κινήματα στην ιστορία”, όπου παράλληλα ασκώ κριτική στην αμεσοδημοκρατική κριτική της αντιπροσώπευσης. http://thessaloniki.platypus1917.org/?p=475

[5]    J.P. Nettl, Rosa Luxemburg, vol.1

[6]    Η έμφαση στον όρο δικτατορία εδώ έρχεται να υπενθυμίσει ότι κάθε κράτος είναι αυταρχικό, ακόμα και το πιο δημοκρατικό, κάτι που ξεχνούν πολλοί στη λεγόμενη ελευθεριακή Αριστερά: η πλειοψηφία μπορεί να τυραννά, όχι μόνο τη μειοψηφία, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό της ακόμα. Το θέμα δεν είναι η κατάφαση, οποιασδήποτε επανάστασης, αλλά η κριτική επαγρύπνηση εντός της.

[7]    http://www.marxists.org/archive/bax/1911/babeuf/ch10.htm (δική μου μετάφραση)

[8]    Αναφέρεται στο: Detlev Claussen, Theodor W. Adorno: One Last Genius (Cambridge: Harvard University Press, 2008), σ. 233 (δική μου μετάφραση)

Συζήτηση με θεματική την "Εξουσία στο Μαρξισμό" που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 13 Νοεμβρίου στο χώρο της κατάληψης Libertatia (http://libertatiasquat.blogspot.gr/). Η συζήτηση ήταν το τρίτο μέρος της θεματικής για την εξουσία (οι δύο προηγούμενες ήταν για την προσέγγιση του Φουκώ και την προσέγγιση του αναρχισμού) και έγινε από την ομάδα Πλατύπους (https://platypus1917.org/thessaloniki).