RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Archive for tag Platypus

Ακούστε την ηχογράφηση της εκδήλωσης εδώ: 

27/5/2015- Μικρόπολις Θεσσαλονίκη

Σκεπτικό και ερωτήσεις

"Το Κεφάλαιο δεν είναι ένα βιβλίο για την πολιτική, ούτε καν ένα βιβλίο για την εργασία· είναι ένα βιβλίο για την ανεργία", Φρέντρικ Τζέιμσον, "Αναπαριστώντας το Κεφάλαιο: Μια ανάγνωση του πρώτου τόμου".

"...η δυστυχία του να σε εκμεταλλεύονται οι καπιταλιστές δεν είναι τίποτα συγκρινόμενη με την δυστυχία του να μην σε εκμεταλλεύονται καθόλου", Τζόαν Ρόμπινσον.

"Το λάθος συνίσταται στην πεποίθηση πως η εργασία -υπό αυτόν τον όρο εννοώ την ετερόνομη και μισθωτή εργασία- μπορεί και πρέπει να παραμείνει το ουσιώδες ζήτημα. Απλώς δεν είναι έτσι. Σύμφωνα με αμερικανικές προβλέψεις, μέσα σε είκοσι χρόνια ο χρόνος εργασίας θα μειωθεί στο μισό του ελεύθερου χρόνου. Νομίζω ότι καθήκον της αριστεράς είναι η καθοδήγηση και η προαγωγή αυτής της διαδικασίας της κατάργησης της εργασίας με έναν τρόπο, ο οποίος δεν θα έχει ως αποτέλεσμα από τη μια πλευρά μια μάζα ανέργων και από την άλλη μια αριστοκρατία της εργασίας, ενώ ανάμεσά τους βρίσκεται ένα προλεταριάτο που διεκπεραιώνει τις πιο δυσάρεστες δουλειές επί σαράντα πέντε ώρες την εβδομάδα. Αντίθετα, ας αφήσουμε καθέναν να εργάζεται πολύ λιγότερο για τον μισθό του και, έτσι, ας είναι ελεύθερος να ενεργεί με έναν πολύ περισσότερο αυτόνομο τρόπο... Σήμερα, ο κομμουνισμός είναι μια πραγματική δυνατότητα και, ακόμη, μια ρεαλιστική πρόταση, καθώς η κατάργηση της μισθωτής εργασίας μέσω της αυτοματοποίησης διαβρώνει αμφότερες την καπιταλιστική λογική και την οικονομία της αγοράς", Αντρέ Γκορζ.

Υπάρχει η διαδεδομένη πεποίθηση πως οι μαρξιστές και οι άλλοι αριστεροί έχουν την πολιτική ευθύνη να στηρίζουν μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των εργατών. Ωστόσο, ηγετικές μορφές της μαρξιστικής παράδοσης -όπως ο Λένιν, η Λούξεμπουργκ και ο Τρότσκι- κατάλαβαν επιπλέον ότι τέτοιες μεταρρυθμίσεις θα διεύρυναν την κρίση του καπιταλισμού και, δυνητικά, θα ενέτειναν τις αντιφάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αντιστρόφως την άμεση κατάσταση των εργατών. Για παράδειγμα, η πλήρης απασχόληση, ενώ αποτελεί μια αυτονόητη διεκδίκηση από την πλευρά των συμφεροντων όλων των εργατών, απειλεί επίσης τους όρους της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (η οποία στηρίζεται σε ένα πλεόνασμα διαθέσιμης εργασίας), θέτοντας σε κίνδυνο το σύστημα της εργασίας συνολικά. Υπό το φως τέτοιων εύγλωττων παραδόξων, το πάνελ επιχειρεί να διερευνήσει την πολιτική της εργασίας από διάφορες αριστερές προοπτικές. Θα επιδιώξει να προκαλέσει τον αναστοχασμό και την συζήτηση των αμφισημιών και των διλημμάτων της πολιτικής της εργασίας συμπεριλαμβάνοντας ομιλητές από διαφορετικές προοπτικές, ορισμένες από τις οποίες επιδιώκουν την άμεση εγκατάλειψη της εργασία, ενώ άλλες επιδιώκουν να αυξήσουν την διαθεσιμότητα των ευκαιριών απασχόλησης. Ελπίζουμε πως αυτή η συζήτηση θα βαθύνει την κατανόηση των σύγχρονων προβλημάτων, τα οποία αντιμετωπίζει η αριστερά στις προσπάθειές της να συγκροτήσει μια πολιτική κατάλληλη για την αυτοχειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Πώς θα χαρακτηρίζατε την εργασία και την απασχόληση ως πολιτικό ζήτημα στην σύγχρονη κοινωνία; Σε τι συνίσταται το πρόβλημα της ανεργίας; Και/ή σε τι συνίσταται το πρόβλημα της εργασίας;

Συνήθως γίνεται μια διάκριση μεταξύ της εργασίας ως σκόπιμης ανθρώπινης δραστηριότητας (προφανώς υπαρκτής πριν και μετά τον καπιταλισμό), αφενός, και της εργασίας υπό την έννοια της δουλειάς στον καπιταλισμό, αφετέρου, όπου ο εργαζόμενος αναλαμβάνει μια σκόπιμη δραστηριότητα έναντι χρημάτων υπό την απειλή της υλικής ένδειας (τυπικά με την μορφή της μισθωτής εργασίας). Έχει αυτή η διάκριση πολιτική σημασία όταν σκεπτόμαστε την εργασία; Σε μια ελεύθερη κοινωνία, η εργασία θα εμφανιζόταν με τη μία ή και με τις δύο σημασίες;

Αν το ευρέως παρατηρούμενο φαινόμενο της υπερεργασίας και της ανεργίας είναι ένα αναγκαίο χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοινωνίας, γιατί και πώς συμβαίνει αυτό; Ποιες μορφές κοινωνικής αναγκαιότητας, στην σημερινή οργάνωση του κόσμου, αποτελούν τη βάση αυτού του φαινομένου; Σε συνάρτηση με τη δική σας ερμηνεία αυτής της αναγκαιότητας, ποια σημασία έχει ο ριζικός μετασχηματισμός της;

Στην ιστορία της αριστεράς, ποια παραδείγματα θεωρείτε πως διαμορφώνουν τη στάση σας απέναντι στη σημερινή πολιτική της εργασίας και της ανεργίας; Τι καθιστά αυτά τα ορόσημα σημαντικά για μας σήμερα;

Ιστορικά, η αριστερά έχει επιχειρήσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της υπερεργασίας και της ανεργίας με διάφορους τρόπους: πλήρης απασχόληση, εγγυημένο κατώτερο εισόδημα ανεξάρτητα από την απασχόληση και/ή λιγότερες ώρες εργασίας για όσους εργάζονται. Αν επιλέγατε κάποιες, ποιες θα θεωρούσατε επαρκείς απαντήσεις; Πώς θα έπρεπε η αριστερά να επιδιώξει την πραγμάτωσή τους;

Δεδομένου του εύρους των θεμάτων και των αγώνων που διεξάγει η αριστερά ιστορικά αλλά και σήμερα -φυλή και ρατσισμός, ισότητα των φύλων, περιβαλλοντικές ανησυχίες, παγκοσμιοποίηση, μιλιταρισμός κλπ-, ποια είναι η σχέση μεταξύ της πολιτικής της εργασίας και του ευρύτερου σχεδίου της κοινωνικής απελευθέρωσης; Πόσο ακριβώς περιφερειακή ή κεντρική είναι η πολιτική της εργασίας για την κοινωνική χειραφέτηση;

Ποιο ρόλο, εάν υπάρχει, αποδίδετε στην πολιτική οργάνωση, όπως ένα υπαρκτό ή δυνητικά υπαρκτό πολιτικό κόμμα, στην προσπάθεια του προοδευτικού μετασχηματισμού των σύγχρονων σχέσεων της εργασίας και της ανεργίας; Ποια θα όφειλε να είναι η σχέση μεταξύ ενός τέτοιου οργανισμού και της εργατικής τάξης;

Έναν αιώνα πριν, αυτές οι ερωτήσεις αντιμετωπίστηκαν συνειδητά από ένα πολιτικά οργανωμένο εργατικό κίνημα στο οποίο συμμετείχαν μαρξιστές και σοσιαλιστές. Σήμερα, συζητήσεις αυτού του θέματος κινδυνεύουν να καταστούν ουτοπικές με την απολιτίκ έννοια. Με ποιο τρόπο καθορίζει η παρακμή των εργατικών κινημάτων και ο θάνατος της αριστεράς την ικανότητά μας να εμπλεκόμαστε στην πολιτική της εργασίας;

Ομιλητές:

Ανέστης Ταρπάγκος: Γραμματεία Συριζα Θεσσαλονίκης

Γιώργος Κρεασίδης: Νέο αριστερό Ρεύμα

Άρης Τσιούμας

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Ανέστης Ταρπάγκος: Θα ήθελα να μιλήσω για αυτό το θέμα κάνοντας μια μελέτη πεδίου με βάση την περίοδο από το 1980 μέχρι σήμερα και εξετάζοντας πως εξελίχθηκε ο ελληνικός καπιταλισμός αυτά τα χρόνια, πως επέδρασε η πάλη των τάξεων σε αυτές τις εξελίξεις, ποιες ήταν οι συνέπειες και οι μορφές αυτής της εξέλιξης πάνω στο περιεχόμενο και στους όρους της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα. Το κάνω αυτό για να γίνει συγκεκριμένο και απτό το υλικό πεδίο στο οποίο μπορούμε να έχουμε αναφορά, δηλαδή το πεδίο της εργασίας σε σχέση με την καπιταλιστική ανάπτυξη και την ταξική πάλη.

Το 1980 εκδηλώθηκε ετεροχρονισμένα στην ελληνική πραγματικότητα η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1973. Την περίοδο 1980-1985 έχουμε μία πρώτη κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου η οποία οδηγεί στην κατακόρυφη μείωση στην κερδοφορία του κεφαλαίου, των παγίων επενδύσεων και του τζίρου των επιχειρήσεων. Αυτά σε μία περίοδο σοσιαλδημοκρατικής μεταλλαγής όπου στόχοι ήταν η μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και ταυτόχρονα οι μεταρρυθμίσεις φιλολαϊκού χαρακτήρα που θα διασφάλιζαν μία ορισμένη πολιτική υποστήριξη.

Η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης την περίοδο αυτή, μέσα κυρίως από τα εργοστασιακά-επιχειρησιακά σωματεία και σε ένα βαθμό από τα κλαδικά συνδικάτα εκπροσωπούνταν πολιτικά από το ρεύμα της σοσιαλδημοκρατίας (στην ομοσπονδία βιομηχανικών εργατοϋπαλληλικών σωματείων επί 100 επιχειρησιακών σωματείων τα 95 ανήκαν στη δύναμη της ΠΑΣΚΕ).

Η πρώτη αυτή περίοδος κρίσης καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης καθόρισε την ανάγκη για μια σοβαρή μεταστροφή και ανασυγκρότηση του κεφαλαίου την περίοδο 1985-1995. Αυτή ήταν η απαρχή εφαρμογής του μονεταρισμού και στη συνέχεια του ανοιχτού νεοφιλελευθερισμού.

Την περίοδο 1980-1985 η ανάπτυξη του κινήματος και η πολιτική του εκπροσώπηση από τη σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα είχε ως προϋπόθεση το γεγονός ότι η ανεργία ήταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, μία ανεργία τριβής της τάξης του 3-4% και όχι μία μαζική ανεργία η οποία θα μπορούσε να επιδράσει στις εξελίξεις.

Τη δεύτερη περίοδο την οποία συζητάμε δηλαδή τη δεκαετία ’85-’95 παρατηρούμε: 1) έναν τεχνολογικό εκσυγχρονισμό του ελληνικού καπιταλισμού με την εισαγωγή διαδικασιών ρομποτικής αυτοματοποίησης, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την ελληνική κλωστοϋφαντουργία όπου η μαζική εισαγωγή μηχανών και τεχνολογιών οδήγησε στη μαζική μείωση του εργατικού δυναμικού 2) με τη λήψη νεοφιλελεύθερων μέτρων όπως η προσωρινή και η μερική απασχόληση, τα οποία αποσκοπούσαν στο να εφαρμόσουν τις πρώτες μορφές ελαστικοποίησης της μισθωτής εργασίας και 3) μία μαζική εκκαθάριση των προβληματικών επιχειρήσεων, δηλαδή όσων επιχειρήσεων η λειτουργία είχε καταστεί ζημιογόνα λόγω κρίσης γεγονός που εκτόξευσε την ανεργία καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 στο 10-12%.

Οι εξελίξεις αυτές άρχισαν να κάμπτουν και να μετασχηματίζουν και την ίδια τη σύνθεση, τη μορφή, τις παρεμβάσεις του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος ενώ ταυτόχρονα τα αυξημένα επίπεδα ανεργίας άρχισαν να παίζουν περισσότερο σημαντικό ρόλο.

Το 1986 το ενεργητικό του εταιρικού τομέα της οικονομίας βρίσκονταν στο επίπεδο των 13 τρισεκατομμυρίων δραχμών ενώ μέχρι το 2000 εκτινάχτηκε στα 88 τρις. Η κερδοφορία αυτών των επιχειρήσεων τα ίδια χρόνια ήταν για το 1986 (με την κρίση υπερσυσσώρευσης) στα 82 δις δραχμές ενώ το 2000 εκτινάχτηκε στα 4,3 τρις δραχμές. Μιλάμε δηλαδή για μια επιτυχημένη ανασυγκρότηση του ελληνικού καπιταλισμού με τη συνέργεια της νεοφιλελεύθερης πολιτικής η οποίο προώθησε μια ισχυρή συσσώρευση και συγκεντροποίηση κεφαλαίου κάνοντας τον ελληνικό καπιταλισμό ισχυρό και την αστική τάξη να επιδιώκει την ένταξη στην οικονομική και νομισματική ένωση καθώς και στην ενιαία ζώνη του ευρώ.

Η διαδικασία αυτή συνεχίστηκε και την περίοδο 2000-2008, με όρους σημαντικής κερδοφορίας για το σύνολο των ελληνικών επιχειρήσεων (οι 22.500 επιχειρήσεις του εταιρικού τομέα) περίπου στο 12-15 δις ευρώ το χρόνο.

Στο τέλος αυτής της περιόδου έχουμε τη μεγάλη έκρηξη της κρίσης της υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου το 2008, του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε παγκόσμιο επίπεδο και ταυτόχρονα της μεταβίβασης αυτής της κρίσης στο επίπεδο της πραγματικής παραγωγής, στο επίπεδο της πραγματική οικονομίας. Το 2008 κλονίζεται κυριολεκτικά ο ελληνικός καπιταλισμός, δηλαδή η αποδοτικότητα του κεφαλαίου πέφτει κατακόρυφα σε αρνητικά επίπεδα, οι επιχειρήσεις συσσωρεύουν τεράστια ζημιογόνα αποτελέσματα της τάξης των 10 δις ευρώ για το 2010-2011 και ξεκινάει η διαδικασία αντιμετώπισης αυτής της κρίσης.

Η πρώτη απάντηση που δόθηκε ήταν να τεθεί σε λειτουργία ο μηχανισμός εκκαθάρισης αυτής της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, δηλαδή το σταδιακό κλείσιμο εκατοντάδων εργοστασίων και επιχειρήσεων από το 2008 μέχρι σήμερα. Αυτό το φαινόμενο εκτίναξε την ανεργία από το 7 στο 27% και αυτή ήταν η πιο σπουδαία μεταλλαγή στο επίπεδο της μισθωτής εργασίας και θα αποτελέσει από δω και πέρα το επίκεντρο του ενδιαφέροντος για όλους μας, για το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί και να ξεπεραστεί αφού εξακολουθεί να δρα με τρόπο παραλυτικό πάνω στην ενεργό εργατική τάξη.

Ωστόσο η ανεργία που δημιουργήθηκε με το κλείσιμο των επιχειρήσεων δεν έφτανε. Έτσι υιοθετήθηκε η πολιτική του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή η πολιτική των μνημονίων η οποία είχε πρωτίστως σαν σκοπό να καταστήσει την εργατική δύναμη φθηνή, πειθήνια και ελαστικοποιημένη και να συμβάλλει κατά αυτόν τον τρόπο στην ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου και δευτερευόντως την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα.

Αν στην Ευρώπη μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε ο καπιταλισμός της εξαγωγής μορφών σχετικής υπεραξίας, μοντέλο που βασιζόταν σε τεχνολογικές επαναστάσεις και εκσυγχρονισμούς, με την κρίση ξεκίνησε να εισάγεται στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες μορφές εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας, κάτι που βασίστηκε στην απόλυτη μείωση μισθών, στην πλήρη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, στην κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Αυτό συνέβη τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες, όμως στην Ελλάδα με την τόσο βαθιά κρίση του ελληνικού καπιταλισμού απαιτούνταν δραστικά μέτρα από την πλευρά της αστικής τάξης ούτως ώστε να επανέλθει στο επίπεδο κερδοφορίας.

Στη Γαλλία αυτό πραγματοποιήθηκε πρόσφατα με το νόμο Εμμανουέλ Μακρόν, ο οποίος κατοχυρώνει τη δυνατότητα σύναψης συμφωνιών μεταξύ μισθωτού εργαζόμενου και εργοδότη απευθείας, εκφεύγει του πλαισίου των συλλογικών συμβάσεων και υπάγει αυτές τις επιμέρους συμφωνίες στη δικαιοδοσία όχι του εργατικού αλλά του αστικού και εμπορικού δικαίου. Αντίστοιχα και στη Γερμανία στα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 2000 επί κυβέρνησης Σρέντερ με τη χάρτα Χαρτς η οποία είχε εισάγει τη μορφή εβδομαδιαίας απασχόλησης 15 ωρών με την αντίστοιχη μηνιαία πληρωμή 400 ευρώ, ή στην Αγγλία επί Μπλέρ με τη σύμβαση μηδενικής απασχόλησης, όπου ένας εργαζόμενος καλούνταν να εργαστεί όποτε υπήρχε ανάγκη με αντίστοιχη πληρωμή μόνο για τις ώρες αυτές.

Όλα αυτά τα μέτρα κατόρθωσαν να συγκρατήσουν την κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε ελληνικό επίπεδο. Από το 2013-2014 έχουμε μία σαφή ανάκαμψη του ελληνικού καπιταλισμού αφού μηδενίστηκαν οι ζημίες των ελληνικών επιχειρήσεων και στο σύνολο των ελληνικών επιχειρήσεων το 60% μπήκε πλέον στην τροχιά της κερδοφορίας με ετήσια κέρδη 11 δις ευρώ. Αυτή όμως η καπιταλιστική ανάπτυξη δε συνοδεύεται από κοινωνική ανάπτυξη. Για τη σταθεροποίηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης απαραίτητος όρος είναι η πλήρης απορρύθμιση της εργασίας και η μαζική ανεργία.

Γιώργος Κρεασίδης: Στη συζήτηση μας οφείλουμε να πάρουμε υπόψιν τρία πολύ σημαντικά στοιχεία: 1) την νεοφιλελεύθερη εμπειρία σαν απάντηση στην καπιταλιστική κρίση το 1973, 2) τη σημερινή κρίση και πως απαντάει σε αυτή η άρχουσα τάξη και 3) την κατάσταση του εργατικού κινήματος έτσι όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά το 1989 και την στρατηγική υποχώρηση της Αριστεράς αλλά και μετά την ανάκαμψη των αγώνων με νέα θετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά μετά το 2000.

Η εκμετάλλευση της εργασίας είναι το θεμέλιο της κοινωνικής θέσης και της εξουσίας που έχει η άρχουσα-αστική τάξη. Η ανεργία, ο αποκλεισμός από την εργασία καθιστά διπλά ευάλωτο τον κόσμο της εργασίας τόσο στους καταναγκασμούς του κεφαλαίου όσο και στην επακόλουθη περιθωριοποίηση και βίαιη έξοδο από την κοινωνική ζωή.

Έχει σημασία να δούμε τη σχέση που έχει ο παραγωγός εργαζόμενος με το προϊόν που παράγει, τους όρους της εργασίας του καθώς και τι είδους προϊόντα παράγει, αν δηλαδή είναι χρήσιμα ή άχρηστα.

Από μία κομμουνιστική απελευθερωτική προοπτική, η απελευθέρωση της εργασίας θα την μετατρέψει σε κάτι δημιουργικό απαλλάσσοντας την από τα σημερινά χαρακτηριστικά της μισθωτής εργασίας.

Η υπερεργασία και η ανεργία είναι επιλογές του κεφαλαίου στον αγώνα του ενάντια τόσο στην κρίση του όσο και απέναντι στην εργασία και στο εργατικό κίνημα. Με το χειρισμό της υπερεργασίας, της ελαστικοποίησης της εργασίας καθώς και της ανεργίας αντιμετωπίζεται το κόστος της εργασίας, διασφαλίζεται ο έλεγχος της παραγωγής, καθώς και η διάσπαση και διαφοροποίηση της εργατικής τάξης. Απέναντι σε αυτές τις μορφές ελέγχου ένα εργατικό κίνημα θα έπρεπε να προτείνει την κατάργηση κάθε μορφή ελαστικοποίησης της εργασίας και συμπίεσης των μισθών, η απαίτηση για συλλογικές συμβάσεις εργασίας με βάση τις σύγχρονες εργατικές ανάγκες, η ισότητα των δικαιωμάτων μέσα στους χώρους δουλειάς.

Θεωρούμε κληρονομιά του εργατικού κινήματος το σύνολο της σκέψης και της πάλης των οργανωμένων ρευμάτων των εργατών από τις απαρχές του. Με αυτή τη λογική δεν μπορούμε να μη δούμε, με κριτικό τρόπο φυσικά, τη συνεισφορά  και την προσφορά ρευμάτων όπως το αναρχικό, το μαοϊκό, το τροτσκιστικό ακόμα και το ευρωκομμουνιστικό. Οφείλουμε να αντλήσουμε από την ιστορική εμπειρία ούτως ώστε να πετύχουμε το μεγάλο ζητούμενο της εποχής μας που είναι ένα νέο πολιτικό, δημοκρατικό, διεκδικητικό και συγκρουσιακό εργατικό κίνημα που θα ξεπεράσει τις παθογένειες του παρελθόντος.

Η αντιμετώπισης της μαζικής ανεργίας του 30% και της «μαζικής» μαύρης εργασίας δεν μπορεί να λυθεί αν δεν μειωθεί ριζικά ο χρόνος εργασίας με αμοιβή στη βάση των σύγχρονων αναγκών. Επίσης είναι αναγκαίο να απαιτηθούν προσλήψεις σε δημόσιους τομείς με εργασιακά δικαιώματα για τους εργαζόμενους.

Χωρίς απελευθέρωση της εργασίας δεν μπορεί να απελευθερωθεί η ανθρωπότητα και ταυτόχρονα ένα κίνημα για την απελευθέρωση της εργασίας δεν μπορεί να μιλάει μόνο για τους χώρους απασχόλησης αλλά οφείλει να είναι ταυτόχρονα αντιρατσιστικό, αντιφασιστικό, αντισεξιστικό και να υπερασπίζεται τον πολιτισμό, τις δημοκρατικές ελευθερίες και δικαιώματα που αντιστοιχούν στη σύγχρονη εποχή μας. Υπάρχει επίσης αναγκαιότητα για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό κόμμα (η οργάνωσή μου πιστεύει ότι δεν είναι αυτό το κόμμα) που θα «μπολιάσει» το εργατικό κίνημα με στρατηγική σκέψη, δηλαδή ότι η δικαίωση του κόσμου της εργασίας δεν μπορεί να έρθει παρά με την ανατροπή του καπιταλισμού και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Το κόμμα μπορεί να αποτελέσει φορέα αναζήτησης της γενικευμένης ιστορικής εμπειρίας του εργατικού κινήματος και τέλος να συμβάλλει στην κοινωνική και ταξική ενότητα στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο.

Η κρίση του κομμουνιστικού κινήματος και της Αριστεράς μετά το 1989 έγινε και κρίση του εργατικού κινήματος. Η μεγάλη υποχώρηση του εργατικού κινήματος έρχεται όταν από τις σημαίες του εργατικού κινήματος «φεύγει» η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης και η στόχευση μιας άλλης κοινωνίας και μπαίνει ο ανταγωνισμός και ο ευρωπαϊσμός, ιδέες της αστικής τάξης που οδηγούν πρώτα στην κοινωνική συναίνεση και μετά στην στρατηγική ήττα και τη διάσπαση. Αντίθετα με αυτή τη λογική εμείς πιστεύουμε ότι το εργατικό κίνημα πρέπει να αντιστέκεται στον κυβερνητικό συνδικαλισμό, να ενώνει κοινωνικές δυνάμεις πέρα από πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα πάνω σε ένα πλαίσιο διεκδικήσεων και εκεί να κριθεί το κάθε ρεύμα.

Άρης Τσιούμας: Οι πολιτικές απελευθέρωσης της εργασίας μπορούν να νοηθούν μέσα στο σχήμα απελευθέρωσης από την εργασία. Αντιστρέφοντας το μότο της Ρόμπινσον θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι «η ευτυχία του να μη σε εκμεταλλεύονται εντατικά οι καπιταλιστές δεν είναι τίποτα συγκρινόμενη με την ευτυχία να μην υπάρχουν καθόλου εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι».

Μπορούμε να κατηγορηθούμε ότι ήδη από τον πρώτο λόγο μας έχουμε πάει πολύ μακριά. Ποιος άνθρωπος ή πολιτικός φορέας τολμά να αναφέρεται στην ευτυχία μέσα στην έρημο του πραγματικού όπως διαμορφώνεται στη σύγχρονη καπιταλιστική συνθήκη;

Για να αγγίξουμε έστω και λίγο τα ζητήματα που προκύπτουν από τα ερωτήματα της εκδήλωσης θα περιορίσουμε τον πυρήνα του κακού στο διογκούμενο πρόβλημα της ανεργίας. Ποια θα μπορούσε να είναι η λύση στο πρόβλημα αυτό;

Η προφανής απάντηση είναι η ίδια η εργασία. Όμως εδώ προκύπτει το εξής πρόβλημα: δεδομένης της αλληλένδετης σχέσης εργασίας-ανεργίας και του γεγονότος ότι στον καπιταλισμό η εργασία είναι εμπόρευμα για τη μείωση της τιμής του οποίου διαγωνίζονται το σύνολο των δυνάμεων της κυριαρχίας το εμπόρευμα εργασία βρίσκεται σε υπερπροσφορά από τη μεριά των εργατών-προλεταριάτο. Η μηχανή του αυτοματοποιημένου εκβιασμού έχει πάρει ήδη φωτιά χωρίς κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια εξαιτίας της απλής, δήθεν αντικειμενικής παρατήρησης από τη μεριά των αφεντικών ότι «η δουλειά δεν φτάνει για όλους». Αυτή η ανακοίνωση των καπιταλιστών συστήνεται ως η κοινωνική μηχανική ενός κοινωνικού δαρβινισμού με βασική φιλοσοφική ύλη την υποτιθέμενη ικανότητα του καθενός ξεχωριστά.

Η κατάκτηση του 8ώρου έστω σε επίπεδο αναγνώρισης δικαιώματος έγινε δυνατή στη βάση της δολοφονίας των 4 τεσσάρων αναρχικών εργατών  το 1886. Ας θέσουμε το κεντρικό ερώτημα που προκύπτει: αν το 1886 ο καπιταλισμός υπό την πίεση ενός επαναστατικά οργανωμένου επαναστατικού κινήματος να υποχωρήσει στην παραχώρηση του 8ώρου, η αυτοματοποίηση της παραγωγής που έχει συντελεστεί τα τελευταία 130 χρόνια πως είναι δυνατόν να μην έχει μειώσει συνολικά τις θέσεις εργασίας αλλά να έχει οδηγήσει ουσιαστικά στην αύξησή τους;

Η ρίζα του προβλήματος είναι και προφανής: ο μοναδικός τρόπος για να εκμηδενιστεί η ανεργία είναι η εκμετάλλευση του ξέφρενου αυτοματισμού στην παραγωγή με τρόπο βέβαια που θα σέβεται το περιβάλλον, η στροφή υπέρ των εργατικών αναγκών με ριζική μείωση των ωρών εργασίας σε τέτοια ελάχιστα επίπεδα ώστε να εργάζονται όλοι οι άνθρωποι χωρίς φυσικά μείωση των μισθών. Σε αυτή την περίπτωση θα είχαμε διατυπώσει τουλάχιστον ένα ριζοσπαστικό αίτημα εντός του καπιταλιστικού πλαισίου, με την έννοια ότι το αίτημα αυτό αναδεικνύει ποιος ευθύνεται για τη σημερινή κατάσταση ενώ ταυτόχρονα καταδεικνύει πόσο πιο απλή και ευκολότερη θα ήταν η ζωή αν είχαμε την ευκαιρία να επιλέξουμε διαφορετικές δυνατότητες όπως π.χ. την καταστροφή της μηχανής παραγωγής του καπιταλιστικού κέρδους δηλαδή της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας.

Η επίνευση στην οριστική ματαίωσής μιας τέτοιας δυνατότητας αποτελεί τον λόγο που οι εξουσιαστές διεξάγουν τέτοιο ανηλεή πόλεμο, απαιτώντας την άνευ όρων παραίτησή μας από τη διεκδίκησή της.

Μέσα στα συγκεκριμένα ιστορικά συμφραζόμενα της ανεργίας, υπερεργασίας, φτώχειας, πολέμων στην περιφέρεια, σκλαβιάς και παιδικής εργασίας στις χώρες με φθηνό εργατικό δυναμικό πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αν από τη μία πλευρά δικαιώνεται η θέση πως με βάση τις δυνατότητες της παραγωγής βρισκόμαστε αντικειμενικά πιο κοντά από ποτέ στην περίπτωση της εξάλειψης της υλικής σπάνης των αγαθών, από την άλλη πλευρά παραμένει αναπάντητη η διερώτηση: γιατί υποκειμενικά απέχουμε τόσο πολύ από την πυροδότηση αυτής της διαδικασίας συνολικής απαλλοτρίωσης του παραγόμενου πλούτου από τους παραγωγούς του;

Ίσως το σημείο ενδείκνυται για να κατονομάσουμε τη διαδικασία ως κοινωνική επανάσταση, όχι για να προκαλέσουμε την αξία χρήσης μιας ακραίας ρητορικής σε μία εποχής διευρυμένης απάθειας αλλά γιατί θα δυσκολευτούμε πολύ να εφεύρουμε κάποια άλλη διαδικασία πέρα από την κοινωνική επανάσταση που να απαντά στο ποιος και τι θα εξαναγκάσει τα αφεντικά να μειώσουν την εργάσιμη ημέρα σε 3-4 ώρες χωρίς να μειώσουν τους μισθούς.

Η ανάπτυξη των παραγωγικών μέσων τόσο σημαντική στον κλασσικό μαρξισμό αποδείχτηκε ανίκανη από μόνη της να πυροδοτήσει από μόνη της μια αναμενόμενη διαδικασία κοινωνικοποίησής τους. Η υποβάθμιση από την Αριστεράς του γεγονότος ότι ο καπιταλισμός αποτελεί μία κοινωνική σχέση αλλοτρίωσης που ταυτόχρονα υπαγορεύει την αναπαραγωγή της εξουσίας στις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται στο περιβάλλον του αλλοίωσε σε βάθος μια προοπτική της εργασίας που θα στρεφόταν ανυποχώρητα σε ένα χειραφετητικό προσανατολισμό. Ακόμα περισσότερο αγνοήθηκε και η ίδια η μαρξική προσταγή για κατάργηση της μισθωτής εργασίας και το σύνολο των Αριστερών δυνάμεων επανέφερε θριαμβικά το σύνθημα «δίκαιο μεροκάματο για μια μέρα δουλειάς». Εδώ θα μου επιτρέψετε να εξαιρέσω τη γενναία άρνηση των αναρχικών να συνεισφέρουν σε αυτή την αναστήλωση.

Το πρόβλημα είναι όπως έχει περιγράψει έγκυρα ο Ράσελ Τζάκομπι ότι «έχει πάψει ο κοινωνικός οραματισμός». Καμιά Αριστερά δεν σκέφτεται ένα κόσμο λυτρωτικά απολυτρωμένο από την καπιταλιστική προσταγή. «Η ιδέα της ουτοπίας» σχολίαζε ο Αντόρνο «εξαφανίστηκε ολοσχερώς από την αντίληψη του σοσιαλισμού, αυτός είναι ο λόγος που η τεχνική υποδομή, ο τρόπος και τα μέσα έχουν προσλάβει κάθε δυνατό περιεχόμενο». Εδώ η ρητορική ερώτηση του Ράιτ Μιλλς «δεν είναι άλλωστε ο ουτοπισμός η κύρια πηγή της δύναμής μας;» διατυπωμένη ήδη από τη δεκαετία του ’60 παραμένει επίκαιρη.

Από τη θορυβώδη πτώση των φιλοσοφικών στοχασμών της μαρξιστικής Αριστεράς γύρω από την εργασία και την κοινωνική απελευθέρωση επιλέγουμε να αναφερθούμε εν συντομία κυρίως στην αποτυχία της νέας Αριστεράς επειδή αυτή τουλάχιστον προσπάθησε να επαναδιατυπώσει την επαναστατική συνθήκη ορμώμενη από την ουτοπική δύναμη της σκέψης της. Η αναγνώριση μιας επίφασης ως να επρόκειτο για την ίδια την ουσία των πραγμάτων ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τα αδιέξοδα αυτού του τρόπου σκέψης. Όταν ο Αντρέ Γκόρζ ένας μεταξύ των πολλών καταπιάνεται με το τέλος των εργατικών κινημάτων ρίχνει το βάρος στη σημασία των νέων μεταϋλιστικών κινημάτων, συγχέει σε τεράστιο βαθμό την πρόνοια για μείωση της εργασίας με τη νεοφιλελεύθερη αναμόρφωση της δομικής ανεργίας, η οποία επιλέγεται από τις καπιταλιστικές ελίτ ως η πλέον πρόσφορη λύση σε συνδυασμό με τον ιδιωτικό δανεισμό σε ατομικό και διακρατικό επίπεδο για την αντιμετώπιση των συνθηκών εκείνης της περιόδου δηλαδή την αύξηση του πάγιου κεφαλαίου έναντι του μεταβλητού στις αρχές του 1970.

Η συνθήκη αυτή φθάνει γρήγορα σε ένα όριο, η δε διατήρηση της εργασίας σε εξάρτηση από την εργοδοσία σηματοδοτεί σταθερά την κατάσταση της εργατικής δύναμης σαν ένα εμπόρευμα που πρέπει να υποτιμηθεί. Ο κρισιακός κύκλος που ανοίγει εξαιτίας του ελλείμματος στην κατανάλωση απαντάται με τον δανεισμό, ήτοι την επιλογή αποικιοποίησης του μελλοντικού εργασιακού χρόνου από το μεταφορντικό μοντέλο του καπιταλισμού, η δε ελαστικοποίηση της εργασίας δε συνοδεύτηκε από αύξηση των εισοδημάτων.

Η εξάντληση των δυνατοτήτων της σκέψης του είδους του Αντρέ Γκόρζ υπογραμμίστηκε από τις αστοχίες των θεωρητικών επεξεργασιών τόσο του ύστερου Νέγκρι όπως τον διαβάζουμε στις εργασίες του Διόνυσου με το ολοένα επαναφερόμενο ζήτημα του τέλους της εργασίας όσο και με τις θεωρητικές κατασκευές του Πάολο Βίρνο στη “γραμματική του πλήθους». Η αντιμετώπιση ως εν δυνάμει θετικών των αναδιαρθρώσεων της μεταφορντικής παραγωγής στις εργασιακές σχέσεις πάσχει από διάφορες οπτικές.

Όλα αυτά τα αμιγώς ευρωπαϊκά σκεπτικά αν και ελλιπώς απηχούν ίσως κάποιους προβληματισμούς των λευκών δυτικών εργαζόμενων και ανέργων, μοιάζουν να φλερτάρουν ανοικτά με μία αποικιακού τύπου θεώρηση στο βαθμό που επιμένουν να υποβαθμίζουν την υπόθεση της εργασίας στην καπιταλιστική περιφέρεια εκεί που οι θεωρίες περί τέλους της εργασίας δεν μπορούν να γίνουν μήτε παιχνίδι στα χέρια των νηπίων που περνούν το χρόνο τους σε εργάσιμες μέρες των 12 ωρών. Ο George Kaffentzis με σειρά άρθρων του βάζει ένα όριο σε αυτό τον θεωρητικό ακροβατισμό και στην ανοησία ότι το καπιταλιστικό κέρδος έχει αυτονομηθεί από την παραγωγική διαδικασία.

Που βρισκόμαστε λοιπόν; Το «Κεφάλαιο» μπορεί να ήταν ένα εγχειρίδιο απομάγευσης της καπιταλιστικής συνθήκης όμως το φιλοσοφικό εγχειρίδιο της απελευθέρωσης από την εργασία μπορούμε να το αναζητήσουμε σε ένα λιγότερο γνωστό βιβλίο «το δικαίωμα στην τεμπελιά» του Πωλ Λαφάργκ.

Είτε ως υποτιθέμενη στρατηγική απελευθέρωση της εργασίας από τα καπιταλιστικά δεσμά είτε ως κρατικές πολιτικές επαναθεμελίωσης της προτεσταντικής ηθικής περί εργασίας τα επιμέρους αιτήματα περί πλήρους εργασίας έχουν χάσει την όποια δυναμική τους αφού έχασαν το πραγματικό τους ρόλο στη υπόθεση της ταξικής πάλης. Για παράδειγμα ο συνδικαλισμός από αρένα αντιπαράθεσης των εργατών με τα αφεντικά έχει μετατραπεί με τη μεσολάβηση του κράτους στην πλέον χυδαία μεσολάβηση παρασίτων που στοχεύουν αποκλειστικά στην απονέκρωση των διεκδικήσεων των εργαζομένων.

Αν δεν μπορέσουμε να φανταστούμε ένα κίνημα που θα οραματίζεται την άμεση, αδιαμεσολάβητη και ριζοσπαστική διαπάλη με τους εκμεταλλευτές ως απαραίτητη συνθήκη για την ολική απελευθέρωση τότε θα καταλήξουμε με έναν σωρό υποτακτικών εργαζομένων που διαρκώς θα χάνουν τα αυτονόητα. Στον καπιταλισμό το πρόβλημα της εργασίας έγκειται στην οντολογία της εργασίας δηλαδή στον τρόπο που αυτή υφίσταται ή εκλείπει. Αυτό δε σημαίνει ότι θα πάψουμε να αγωνιζόμαστε σε καθημερινό επίπεδο, όμως έχει απόλυτη σημασία η αποσαφήνιση των τρόπων που θα παλέψουμε όπως και οι στόχοι μας. Η ανάπτυξη σωματείων βάσης με ταξικά χαρακτηριστικά ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συνδικαλιστική και κομματική γραφειοκρατία, τα όποια κινούνται σε σταθερή τροχιά σύγκρουσης με το κράτος ανεξαρτήτως του πολιτικού διαχειριστή των υποθέσεών του, με αντικαπιταλιστική στρατηγική αλλά και απτή καθημερινή ριζοσπαστική δράση στους χώρους δουλειάς αποτελεί την αρχή της καθημερινής παρέμβασης στο πεδίο της εργασίας. Ο συντονισμός αυτών των πρωτοβουλιών, η ποιοτική αναβάθμιση των χαρακτηριστικών τους, η κατάληψη και αυτοδιαχείριση δομών, η προετοιμασία των εργαζομένων μέσα σε συνεταιρισμούς και συνεργατικά εγχειρήματα, το σπάσιμο της νομιμότητας και η πυροδότηση της οργής των καταπιεσμένων ενάντια στους θεσμούς και στη νομιμότητα αποτελούν θετικά και αναγκαία βήματα.

Θα πρέπει να είμαστε ειλικρινείς: η ιστορία δεν έχει φερθεί γενναιόδωρα σε ιστορικά παραδείγματα απελευθέρωσης και όχι μόνο αντίστασης από την εργασία. Ένα τέτοιο αποκαλυπτικό και ίσως μοναδικό παράδειγμα είναι η επαναστατημένη Ισπανία όπου η χειρότερη πραγματικότητα ενός εμπόλεμου παραδείγματος έμπρακτης αλληλεγγύης με εθελοντικές κοινωνικοποιήσεις των παραγωγικών μέσων, την άρνηση της μισθωτής εργασίας και τη σταθερή αποστροφή απέναντι στο κράτος και τη γραφειοκρατία είναι πολύ πιο αισιόδοξη από την απατηλή υπόσχεση του καπιταλιστικού κόσμου.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Πως εννοείτε την πάλη σε ένα πρώτο επίπεδο στους χώρους δουλειάς; Αν το αίτημα είναι η κατάργηση της εργασίας πως παλεύουμε στην καθημερινότητά μας μαζί με άλλους εργαζόμενους και ανέργους ενάντια στα αφεντικά;

Άρης Τσιούμας: Κατανοούμε το συνδικαλισμό ως μέσο πάλης αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την ιστορική θέση που είχε μέσα στην ταξική πάλη, της προετοιμασίας των εργαζομένων για την ολική ανατροπή. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν αγώνες που αναγνωρίζουν την πάλη κατά των αφεντικών στους χώρους δουλειάς ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύουν μία πληθώρα ζητημάτων είτε από φορείς αλληλεγγύης είτε από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Η μεταφορά από τη διαμεσολάβηση στην πράξη σε πρώτο χρόνο και πρόσωπο έχει τεράστια αξία.

Νομίζω ότι διανοίγονται δύο προτάσεις: η μία είναι αυτή που ανέφερε ο Άρης με τους αδιαμεσολάβητους αγώνες ενάντια στο κράτος και η άλλη που ίσως είναι πιο κυρίαρχη, που είναι η αποστασιοποίηση από αυτή την παραδοσιακή τακτική και η εργασία σε εναλλακτικές δομές παράλληλα με την αγνόηση του κράτους. Διακρίνω μία αντίφαση στο να θέλουμε την κατάργηση του καπιταλισμού και της εργασίας αλλά να διεκδικώ ταυτόχρονα την επαναπρόσληψή μου στα πλαίσια μιας επιβίωσης.

Γιώργος Κρεασίδης: Η απομάκρυνση από την εργασία ως ανεργία οδηγεί στην περιθωριοποίηση. Σήμερα πρέπει να διεκδικήσουμε το δικαίωμα στην εργασία. Κάτι τέτοιο είναι αντιφατικό φυσικά, αλλά για να έχουμε ένα ιδεολογικό ρεύμα που θα αμφισβητήσει την κυριαρχία του κεφαλαίου αμφισβητώντας παράλληλα ότι εργασία μπορεί να υπάρχει μόνο αν υπάρχει αφεντικό ή ότι κάθε εργασία είναι κοινωνικά θετική. Το διευθυντικό δικαίωμα για δυνατότητα απολύσεων, η ανοχή στη μαύρη εργασία, η δυνατότητα της εργοδοσίας να μην καλύπτει τις εργοδοτικές εισφορές όλα αυτά τα παραδείγματα πρέπει να χτυπηθούν από τη συλλογική δράση του εργατικού κινήματος. Με αυτό τον τρόπο βελτιώνουμε τη θέση μας και τη δυνατότητά μας να αγωνιζόμαστε.

Σε σχέση με τα συνεργατικά εγχειρήματα: είναι μεγάλη η συζήτηση για το αν μπορούν να διαμορφώσουν μία κοινωνική ζώνη απελευθερωμένου καταναγκασμού από το κεφάλαιο, ενώ το κεφάλαιο έχει την πολιτική και οικονομική εξουσία. Καταναγκασμοί δεν είναι μόνο τα αφεντικά αλλά εξίσου η εφορία ή η σχέση με το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε διαφορετικό καταμερισμό του κοινωνικού πλούτου για την κοινωνική πλειοψηφία αν δεν θίξουμε την ίδια την εξουσία του κεφαλαίου.

Ανέστης Ταρπάγκος: Θα ήθελα να θέσω το ζήτημα με τις δυνατότητες των συνεργατικών εγχειρημάτων με μία διαφορετική μορφή, πιο σύγχρονη και πιο πιεστική. Το γεγονός ότι ο σύγχρονος ελληνικός καπιταλισμός προκειμένου να αντιμετωπίσει την κρίση υπερσυσσώρευσης οδηγήθηκε στο να κλείσει και να καταστρέψει τις ζωντανές παραγωγικές δυνάμεις και πάγια κεφάλαια σε εκατοντάδες χιλιάδες εργοστάσια και ευρύτερα εμπορικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών. Αυτό είναι ένα πεδίο δόξης λαμπρό για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά. Η λύση απέναντι σε αυτή την εκκαθάριση κεφαλαίων θα ήταν η κήρυξη αυτών των επιχειρήσεων καταρχήν σε δημόσια κυριότητα. Το εγχείρημα του κατειλημμένου εργοστασίου της Βιομε είναι και άκρως περιορισμένο και είχε και ως στοιχείο της εγκατάλειψης του εργοστασίου από τους εργοδότες. Οι μεγάλες επιχειρήσεις που κλείνουν δεν εγκαταλείπονται από τους εργοδότες αλλά τα πάγια κεφάλαια παραμένουν στην ιδιοκτησία των καπιταλιστών. Συνεπώς μία προϋπόθεση είναι να έχεις μία κυβερνητική και πολιτική εξουσία που να θέσει αυτές τις επιχειρήσεις σε δημόσια κυριότητα. Η δεύτερη είναι να τις θέσεις σε λειτουργία.

Άρης Τσιούμας: Αναφέρθηκα ήδη στην εξάντληση των παραδοσιακών αιτημάτων από το εργατικό κίνημα. Τα αιτήματα για πλήρη εργασία υπήρξαν ως στρατηγικές για την Αριστερά μέσα από την ανάλυση ότι μέσω αυτής της στρατηγικής ο καπιταλισμός δε θα μπορούσε να ανταπεξέλθει σε αυτά τα αιτήματα. Μετά από 40 χρόνια σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώθηκε. Η μόνη διαφορά είναι η διαμεσολάβηση του συνδικαλισμού από επαγγελματίες πολιτικούς κηφήνες.

Όσο η εργασία παραμένει εμπόρευμα, ακόμα και σε συνεταιριστικά εγχειρήματα, και καθώς κανένα κίνημα δεν έχει στα χέρια του τον καταμερισμό της εργασίας σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά είναι στα χέρια του κεφαλαίου, το να δημιουργήσουμε ένα πλαίσιο αυτοθέσμισης δεν ευσταθεί. Αυτό όμως που μπορούν να κάνουν τέτοιου είδους πλαίσια είναι να προεικονίσουν κάποια συγκεκριμένα ζητήματα και να πάρουν πίσω αυτό άφησε η προηγούμενη πολιτική της Αριστεράς πάνω στην εργασία δηλαδή το τρίπτυχο διαμεσολάβηση- συνδικαλισμός-μεγαλύτερα μεροκάματα μετατρέποντάς το σε παλεύω μόνος μου-κερδίζω και προεικονίζω. Τα συνεργατικά εγχειρήματα δεν είναι η ίδια η επανάσταση.

Υπάρχει ελληνικός καπιταλισμός; Τι είναι αυτό που συγκροτεί το φαινόμενο του ελληνικού καπιταλισμού;

Άρης Τσιούμας: Αν δεν υπάρχει μία ολοκληρωμένη ανάλυση για το που βρίσκεται ο ελληνικός και ο διεθνής καπιταλισμός δεν μπορεί να δοθεί καμία ακριβής απάντηση. Κατά τη γνώμη μου η διεθνοποίηση του κεφαλαίου είναι η παγκόσμια τάση και μεταφράζεται σε συγκεντροποίηση του κεφαλαίου διεθνώς, σύμπτυξη του βιομηχανικού και χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, η χρησιμοποίηση της κρίσης χρέους σε παγκόσμιο επίπεδο από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο με εκβιαστικό τρόπο. Στα πλαίσια του διεθνοποιούμενου κεφαλαίου υπάρχουν κεφαλαιακές δυνάμεις που έχουν αναφορά στην ελληνική επικράτεια με την έννοια ότι χρησιμοποιούν το ελληνικό νομικό σύστημα για την εκμετάλλευση των ελλήνων και ξένων εργαζομένων. Το γεγονός ότι υπάρχει ελληνικός καπιταλισμός δε σημαίνει ότι υπάρχει ενιαία γραμμή για τα συμφέροντά του αυτή την περίοδο και για τις διεθνείς συμμαχίες στις οποίες πρέπει ενταχθεί.

Γιώργος Κρεασίδης: Η αναφορά στον ελληνικό καπιταλισμό έγινε ως σύμβαση για να κάνουμε συζήτηση, ο κόσμος της εκμετάλλευσης είναι παγκόσμιος. Εμείς αναφερόμαστε σε ένα ολοκληρωτικό καπιταλισμό ο οποίος επιτείνει χαρακτηριστικά που είχε ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός και διέπεται από διεθνοποίηση, καπιταλιστικές ολοκληρώσεις όπως είναι η Ε.Ε. Ο ελληνικός καπιταλισμός έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πχ. το θεσμικό πλαίσιο το οποίο τον διέπει. Η ταξική πάλη πολλές φορές γίνεται με εθνικούς και όχι ιδεολογικούς όρους. Το ελληνικό κεφάλαιο για παράδειγμα χρειάστηκε τον εμφύλιο πόλεμο του ’46-’49 για να επιβληθεί πράγμα που δεν χρειάστηκε να γίνει σε χώρες όπως η Ιταλία. Κοινωνική απελευθέρωση σε μια χώρα δεν μπορεί να υπάρξει. Παρόλα αυτά νίκη σε επαναστατικά γεγονότα μπορούμε να έχουμε, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν παραδείγματα (όπως η επανάσταση στην Ισπανία) για τον υπόλοιπο κόσμο.

Ο καπιταλισμός είναι σήμερα πιο διεθνοποιημένος από ότι πριν 30 χρόνια με την έννοια ότι έχει μεταφερθεί σε περιοχές που δεν ήταν αντικείμενο εκμετάλλευσης, του καπιταλισμού και των σχέσεων αγοράς όπως τις έχουμε μάθει στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, αλλά στηρίζονταν σε φεουδαρχικές, ημιφεουδαρχικές και άλλες κοινωνικές δομές.

Ας κρατήσουμε τέλος τη σχέση του ελληνικού καπιταλισμού με την Ε.Ε. που είναι συμμαχία ζωής για το ελληνικό κεφάλαιο με το βορειοευρωπαϊκό κεφάλαιο.

Επαναστάτες προηγούμενων αιώνων όπως ο Λένιν ή η Λούξεμπουργκ εστίαζαν στην κρίση του καπιταλισμού και στο πως αυτή μεταφέρεται ή αντανακλάται μέσα στο εργατικό κίνημα. Οι ομιλητές της συζήτησης εστίασαν στο πως φαίνεται αντικειμενικά ο καπιταλισμός από τη σκοπιά του καθενός, και φάνηκε σαν να μην έχουν ιδεολογικές διαφορές. Υπάρχει ανάγκη για ιδεολογική διαμάχη σήμερα ή αυτή εξαντλείται στην περιγραφή του αντικειμένου του καπιταλισμού;

Γιώργος Κρεασίδης: Η ιδεολογική διαμάχη εντός της Αριστεράς υπάρχει, αυτό που λείπει είναι η ιδεολογική διαμάχη για ένα πολιτικό δια ταύτα, δηλαδή μια κοινωνικοπολιτική πρόταση που σε δοσμένο χρόνο θα βοηθήσει αν επικρατήσει η μία ή η άλλη αντίληψη έτσι ώστε να ξεπεραστούν εμπόδια και να πάνε τα πράγματα σε μια καλύτερη πορεία.

Ένα παράδειγμα είναι η συζήτηση για την Ε.Ε. Η εναντίωση στην Ε.Ε. από θέσεις εργατικές δεν είναι η κυρίαρχη θέση εντός της Αριστεράς. Πολλές φορές παρατηρούμε ότι ακόμα και οργανώσεις ή κόμματα με διεθνιστικές επαναστατικές αντιλήψεις υποτιμούν του θέματος της Ε.Ε. και τη στρατηγική συμμαχία για την ελληνική αστική τάξη. Αυτή η στάση είναι υπεκφυγή στον πολιτικό στόχο της εναντίωσης στην Ε.Ε.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι η συνδικαλιστική δομή. Θα διαφωνήσω με τον Άρη. Είναι διαφορετικό πράγμα η συμμετοχή με πρωτοβάθμια σωματεία και στο διοικητικό συμβούλιο αυτού ως εργαζόμενος και διαφορετικό η συμμετοχή επαγγελματιών σε δομές όπως η ΓΣΕΕ. Πολλές δυνάμεις προβάλλουν το αίτημα για τον καλύτερο συσχετισμό δυνάμεων κάτι που όμως δεν εξηγεί πολλά πράγματα όπως π.χ. ο συντονισμός των πρωτοβάθμιων σωματείων και η διεκδίκηση συνολικότερων αιτημάτων όπως συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Υπήρξαν αναφορές τόσο για κατάργηση όσο και για απελευθέρωση της εργασίας. Θεωρείτε ότι αυτά είναι ταυτόσημα;

Άρης Τσιούμας: Το ιστορικό παράδειγμα της Ισπανίας ήταν η απόπειρα που ενείχε τα περισσότερα ποιοτικά χαρακτηριστικά για να ξεκινήσει επαναστατικά η απελευθέρωση από την εργασία. Αν έμενε στο παράδειγμα της Ισπανίας αυτό θα σήμαινε μία ήττα πρώτου μεγέθους.

Δεν μπορούμε να φανταστούμε πως μπορεί να είναι η απελευθέρωση της εργασίας σε ένα κόσμο ο οποίος θα κινείται σύμφωνα με τη ρήση του Μαρξ «από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Αυτό που κρύβεται πίσω από «τις δυνατότητες» δεν μπορούμε να το ονομάσουμε εργασία. Αυτό που εννοούμε λέγοντας απελευθέρωση συνίσταται στην πλήρη αποεμπορευματοποίηση της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Γιώργος Κρεασίδης: Θα συμφωνήσω εν μέρει με τον Άρη. Αυτό που χρειάζεται η κοινωνία για να σταματήσει να βυθίζεται στην καπιταλιστική βαρβαρότητα είναι η εργασία να μην έχει τα χαρακτηριστικά του εμπορεύματος με όλους τους καταναγκασμούς που αυτό φέρνει.

Σε μεγάλες σύγχρονες βιομηχανίες αυτό που διαχειρίζεται και ελέγχεται είναι περισσότερο το περιεχόμενο (content) της πληροφορίας και λιγότερο το κεφάλαιο και το εργατικό δυναμικό. Υπό μία έννοια το να τραφεί ο πληθυσμός της γης είναι αστείο αλλά ταυτόχρονα φαίνεται ότι ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί τον άνθρωπο ως πηγή πλούτου.

Άρης Τσιούμας: Η αναφορά στα έξυπνα δίκτυα, στις τεχνολογίες και στους αυτοματισμούς ως ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού έχει ένα συγκεκριμένο όριο. Δεν έχει ακόμα εφευρεθεί ο άνθρωπος ο οποίος θα τρέφεται μόνο με πληροφορίες. Για να υπάρχουν όλα τα παραπάνω απαραίτητη προϋπόθεση είναι να καταπιέζεται ένα τεράστιο μέρος του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού το οποίο ούτε καν έχει κάποιο όφελος από όλες αυτές τις εξελίξεις.

Γιώργος Κρεασίδης: Αν παρατηρήσουμε τις θέσεις εργασίας που χάθηκαν από το κλείσιμο των επιχειρήσεων και τις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν το νέο στοιχείο είναι περισσότερο η ελαστικοποίηση της εργασίας. Αν ο μονοπωλιακός καπιταλισμός ήταν η εποχή της απόλυτης υπεραξίας και της υπερεκμετάλλευσης, ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός γίνεται η εποχή της σχετικής υπεραξίας και της επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας η δική μας εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού είναι μία προσπάθεια του κεφαλαίου να συνδυάσει και τα δύο.

 

Ακούστε την ηχογράφηση της εκδήλωσης εδώ: 

24/6/2017- αντιρατσιστικό φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Μετά την αποσύνθεση των παραδοσιακών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, το 2015 εμφανίστηκαν καινούργιοι πολιτικοί σχηματισμοί όπως ο Σύριζα και οι Ποδέμος. Το 2016 σημειώθηκαν η άνοδος του Τζέρεμι Κόρμπιν στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος Μεγάλης Βρετανίας και η μαζική υποστήριξη προς τον Μπέρνι Σάντερς για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος στις ΗΠΑ. Η συζήτηση που διοργανώνουμε σκοπεύει να διερευνήσει το ζήτημα της σοσιαλδημοκρατίας σήμερα, υπό το πρίσμα τόσο των προαναφερόμενων πολιτικών σχηματισμών όσο και της μακράς ιστορίας της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής στο πλαίσιο της Αριστεράς.

Κάποτε η σοσιαλδημοκρατία αποτελούσε ένα παγκόσμιο κίνημα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης, βασισμένο στη μαρξιστική επαναστατική πολιτική. Σήμερα τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έχουν αντικαταστήσει πλήρως το καθήκον να οργανώσουν τους εργαζόμενους για να ανατρέψουν τον καπιταλισμό με το καθήκον να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν τις προϋποθέσεις για μια πιο δίκαιη οικονομία της αγοράς. Η σημερινή σκοπιά της σοσιαλδημοκρατίας είναι καθηλωμένη στην κοινωνία ως έχει, οριοθετημένη από τις εθνικές οικονομίες και τις διαμεσολαβημένη από τα εθνικά κράτη. Η σοσιαλδημοκρατία σήμερα υπόσχεται να καταπολεμήσει την κοινωνική αδικία στο όνομα των λαών, αλλά δεν υπόσχεται πλέον να πραγματώσει τον σοσιαλισμό. Αυτό που έχει μείνει είναι μόνο το όνομα, και μαζί με αυτό η υπόσχεση και η προβληματική της «σοσιαλδημοκρατίας».

Προσφέρει ακόμη η «σοσιαλδημοκρατία» μια προοπτική για την Αριστερά; Ενώ η σοσιαλδημοκρατία αναδύθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα ως έκφραση της πολιτικής απαίτησης των εργαζόμενων τάξεων για σοσιαλισμό, πέρασε μια σειρά κρίσεων στην πορεία του 20ου αιώνα. Πώς αυτές οι κρίσεις έχουν μετασχηματίσει τον τρόπο με τον οποίο η Αριστερά αντιλαμβάνεται τόσο την ιστορική μορφή της σοσιαλδημοκρατίας όσο και τους σοσιαλδημοκρατικούς πολιτικούς σχηματισμούς του σήμερα; Έχουν οδηγήσει οι διάφοροι μετασχηματισμοί –π.χ. η ρεβιζιονιστική διαμάχη στα έτη 1890-1900, η υποστήριξη των εθνικών κυβερνήσεων κατά τη διάρκεια του 1ου Παγκόσμιου Πολέμου, η διαμάχη σχετικά με τη ρωσική και τη γερμανική επανάσταση μεταξύ των ετών 1917 και 1919, η Νέα Αριστερά της δεκαετίας του 1960, η κρίση της δεκαετίας του 1970, η νεοφιλελεύθερη στροφή της δεκαετίας του 1980, η ανάδυση πολιτικών του «τρίτου δρόμου» κατά τη δεκαετία του 1990, η οικονομική κρίση του 2008– στον θάνατο της σοσιαλδημοκρατίας; Έχει αλλάξει για την Αριστερά η έννοια της κοινωνικής επανάστασης και του σοσιαλισμού, δεδομένου του μετασχηματισμού που έχει υποστεί η έννοια της «σοσιαλδημοκρατίας»; Θα μπορούσε η τροχιά που ακολούθησε η σοσιαλδημοκρατία να φωτίσει τους στόχους της Αριστεράς; Και αν ναι, με ποιον τρόπο;

Ομιλητές

Δημήτρης Μάνος: ΚΚΕ μ-λ

Κώστας Παλούκης: Ιστορικός, μέλος ΝΑΡ

Γιώργος Οικονόμου: Διδάκτωρ Φιλοσοφίας

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Κώστας Παλούκης: Αν πούμε ότι πέθανε η σοσιαλδημοκρατία τι μπορούμε άραγε να κάνουμε;

Η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα σοσιαλιστικό κίνημα που υποστηρίζει τη δημιουργία μιας σοσιαλιστικής οικονομίας μέσα από πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Το θεμελιώδες  χαρακτηριστικό της είναι η απόρριψη της επανάστασης και η πεποίθηση της ότι ο ρεφορμισμός είναι ένας επιθυμητός δρόμος για την επίτευξη του σοσιαλισμού. Στην πράξη αποδέχεται την ανάληψη της διακυβέρνησης ενός καπιταλιστικού πλαισίου αποδεχόμενη κάποιους συμβιβασμούς και υποχωρήσεις για την επίτευξη αυτών των στόχων.

Δεν υπάρχει ιστορικά μία τυπική μορφή σοσιαλδημοκρατίας αλλά πολλές, από τα τέλη του 19ου αιώνα έως και σήμερα. Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κύριες μορφές σοσιαλδημοκρατίας.

Η πρώτη είναι η κλασσική δυτικοευρωπαϊκή μορφή με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο το πλατύ, μαζικό, δημοκρατικό κόμμα του γερμανικού SPD, το οποίο εκπροσωπεί κοινοβουλευτικά την εργατική τάξη και στο οποίο συμμετέχουν πλατιά τμήματά της. Παράλληλα αναπτύσσει πολιτικές και πολιτιστικές δράσεις ενώ πάντα δρα στο όριο της πολιτικής νομιμότητας του εκάστοτε καθεστώτος.

Η δεύτερη είναι κάποιες πολύ μικρές ομαδοποιήσεις διανοουμένων και συνδικαλιστών που δεν μπορούν να αναδειχτούν σε μαζικό ρεύμα. Πολλές φορές έχουν έναν αναντίστοιχα με το μέγεθός τους και τη μικρή οργανωτική τους βάση μεγάλο και σημαντικό ρόλο και δράση στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Ενίοτε οι ομάδες αυτές εντάσσονται σε μεγαλύτερα φιλελεύθερα κόμματα με δημοκρατικό χαρακτήρα. Τέτοια παραδείγματα σοσιαλιστικών ομάδων μπορεί να βρει κανείς εντός του δημοκρατικού κόμματος των Η.Π.Α. ή άλλων δημοκρατικών κομμάτων της Ευρώπης.

Μία τρίτη μορφή σοσιαλδημοκρατίας είναι η ένοπλη σοσιαλδημοκρατία. Εμφανίζεται σε περιόδους επικράτησης αυταρχικών καθεστώτων και έχει έντονα εθνικοαπελευθερωτικά και δημοκρατικά χαρακτηριστικά. Τέτοιου είδους κόμματα μπορούν να χαρακτηριστούν το PKK και το Sinn Fein-IRA και παλαιότερα το κόμμα των μενσεβίκων.

Η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα πολιτικό ρεύμα που κινείται σε προοδευτική κατεύθυνση αλλά κρίνεται από τη στάση των εκάστοτε κομμάτων σε κρίσιμα κομβικά ιστορικά ζητήματα.

Στη σοσιαλδημοκρατία μπορεί κανείς να αναγνώσει και δύο ρεύματα με επαναστατικό χαρακτήρα. Το ένα θεωρεί αναγκαία και επιθυμητή την επανάσταση και υποτάσσει την τακτική του γύρω από αυτό το στόχο, ενώ μία δεύτερη εκδοχή αρνείται πλήρως οποιαδήποτε μεταβατική λογική και αίτημα στις σημερινές συνθήκες προβάλλοντας ως μόνη λύση την επαναστατική διαδικασία στο παρόν, χωρίς ενδιάμεσες καταστάσεις. Το ΚΚΕ σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους είχε είτε τη μία είτε την άλλη μορφή.

Για την ανάπτυξη της σοσιαλδημοκρατίας σε πλατύ κοινωνικό ρεύμα απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις: η ύπαρξη ενός πλατιού στρώματος εργατικής αριστοκρατίας, ένα πλαίσιο οικονομικών λειτουργιών μέσα στο οποίο η αστική τάξη δέχεται παραχωρήσεις προς την εργατική τάξη και τέλος ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται η ενδοαστική διαμάχη εντός ενός κράτους ή η ενδοϊμπεριαλιστική διαμάχη μεταξύ κρατών.

Στην Ελλάδα μέχρι το 1981 δεν υπήρχαν οι παραπάνω προϋποθέσεις για την εμφάνιση και την άνοδο μιας μαζικής σοσιαλδημοκρατίας. Τη δεκαετία του 1930 έχουμε την πρώτη εμφάνιση ενός πλατιού μετώπου κομμουνιστών και σοσιαλιστών το οποίο προλαμβάνεται από το Μεταξά, μέτωπο το οποίο θα πραγματωθεί με την εμφάνιση του Ε.Α.Μ. λίγα χρόνια αργότερα. Με την ήττα του Ε.Α.Μ.-ΕΛΑΣ το μέτωπο θα διαλυθεί. Αργότερα συσπειρώσεις των δύο ρευμάτων θα υπάρξουν και εντός της ΕΔΑ γύρω από μια πλατιά σωματειακή βάση. Ωστόσο και στην τελευταία περίπτωση δε δημιουργείται εργατική αριστοκρατία η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα τυπικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.

Ο βασικός λόγος για τον οποίο δεν είχαμε νωρίτερα από το 1980 σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα ήταν όχι γιατί η ελληνική αστική τάξη δεν υπήρξε ή δεν ήταν αναπτυγμένη αλλά γιατί δεν είχε τη διάθεση να κάνει παραχωρήσεις προς την εργατική τάξη, αναγκάζοντας τους σοσιαλδημοκράτες είτε να αποτελούν το μακρύ χέρι του κράτους είτε να συμμαχούν με τους κομμουνιστές.

Στην Ελλάδα η σοσιαλδημοκρατία δημιουργήθηκε από το ΠΑΣΟΚ. Είναι η περίοδος που οι προϋποθέσεις που προανέφερα μπορούν να πραγματωθούν έστω παροδικά. Ωστόσο η είσοδος στην ΕΟΚ και την ευρωπαϊκή ένωση θα επιφέρει την αναγκαστική υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Με την κρίση του 2010 στην Ελλάδα δοκιμάστηκαν ξανά οι δυνατότητες για μια νέου τύπου σοσιαλδημοκρατίας με την άνοδο του Σύριζα και πάλι φάνηκαν τα όρια αυτής της πολιτικής εντός ευρωπαϊκής ένωσης. Ο θάνατος της σοσιαλδημοκρατίας σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος δρόμος από την αντικαπιταλιστική λύση.

Δημήτρης Μάνος: Ας μη βιαστούμε να μιλήσουμε για το θάνατο της σοσιαλδημοκρατίας.

Η ένταξη της σοσιαλδημοκρατίας στο κυρίαρχο καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα συνέβη αμετάκλητα και οριστικά στον πρώτο παγκόσμιο όταν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα συμμάχησαν με τις εθνικές αστικές τάξεις τους για τη διεξαγωγή του πολέμου. Σήμερα η πολιτική έκφραση της σοσιαλδημοκρατίας υπό τις δεδομένες συνθήκες και το συσχετισμό δύναμης είναι δύναμη του συστήματος. Σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές εφαρμόστηκαν και από το Φράνκο στην Ισπανία ή τα χριστιανοδημοκρατικά κόμματα σε Ιταλία και Γερμανία (αλλά όχι από τον Πινοσέτ στη Χιλή) στη βάση της ρήσης του Τσώρτσιλ ότι από τις χώρες του παραπετάσματος πρέπει να αντιγράψουμε το κοινωνικό τους κράτους.

Η εργατική βάση της σοσιαλδημοκρατίας σύμφωνα με το Λένιν ήταν η εργατική αριστοκρατία.

Όσον αφορά την Ελλάδα, η άνοδος της σοσιαλδημοκρατίας καθορίστηκε τόσο από την εξάρτηση της χώρας από το διεθνή ιμπεριαλισμό που δεν επέτρεπε στην ελληνική αστική τάξη παραχωρήσεις όσο και από την υποχώρηση και ήττα της Αριστεράς. Η εργατική αριστοκρατία δεν δημιουργήθηκε στην Ελλάδα παρά από το ΠΑΣΟΚ το οποίο όμως είχε την «ατυχία» να αναπτύσσεται παράλληλα με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού.

Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς δεν υπάρχει η εναλλακτική επαναστατική πρόταση στον καπιταλισμό-ιμπεριαλισμό που να θέτει ζητήματα αμφισβήτησης του καπιταλισμού και εργατικής εξουσίας. Η λενινιστική λύση δηλαδή η κατάληψη του κράτους, η καταστροφή του αστικού κράτους και η οικοδόμηση του σοσιαλιστικού κράτους σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο που αποτέλεσε την εργατική απάντηση αν και σημαντική είναι ακόμα αδύναμη. Στο έδαφος αυτής της αδυναμίας υπάρχει ακόμα η δυνατότητα ανάπτυξης σοσιαλδημοκρατικών φαινομένων όπως για παράδειγμα στη χώρα μας.

Η επίθεση του ιμπεριαλιστικού συστήματος στη σημερινή φάση της κρίσης του, η οποία συμπιέζει τα μικροαστικά στρώματα, δεν δημιουργεί οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία κοινωνικών συμμαχιών υπό την κυριαρχία των αστικών τάξεων. Η επίθεση γίνεται ακόμα και στις ιμπεριαλιστικές χώρες όπως οι Η.Π.Α. και η Γαλλία. Το φαινόμενο κατάρρευσης των μεσοστρωμάτων είναι σημαντικό για την ανάλυση της σοσιαλδημοκρατίας.

Οι μετακομμουνιστικές λύσεις όπως οι πλατείες, το Occupy άνθισαν στο βαθμό που η κομμουνιστική λύση είναι ακόμα αδύνατη. Ανάλογα με τις τοπικές περιστάσεις δημιουργήθηκαν συμμαχίες μεταξύ κομματιών της αστικής τάξης και κομμάτια των λαϊκών κινημάτων προηγούμενων ετών. Σε ένα παράδειγμα διαμάχης των δύο αυτών ρευμάτων το κομμουνιστικό κόμμα Ινδίας μαοϊκό που διεξάγει έναν κοινωνικό και απελευθερωτικό αγώνα συγκρούεται ένοπλα με σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις με συμμετοχή ακόμα και μαρξιστικών-λενινιστικών κομμάτων! Η προβιά της σοσιαλδημοκρατίας μπορεί να φορεθεί από πολλούς.

Το φαινόμενο Σύριζα αναπτύχθηκε κάτω από την έλλειψη της κομμουνιστικής πολιτικής, από την πίεση του συστήματος, της συνειδητοποίησης των μικροαστικών κομμάτων ότι είναι και αυτά αναλώσιμα όπως η εργατική τάξη η οποία δεχόταν την κρίση και πριν την κρίση. Η αριστερά εντός και εκτός κοινοβουλίου «στήριξε» το Σύριζα κυρίως μέσω των μεταβατικών προγραμμάτων.

Ποια πρέπει να είναι η άλλη κατεύθυνση δεδομένης της συνέχισης της επίθεσης από τη μεριά του συστήματος; Ο αγώνας σήμερα οφείλει να είναι διμέτωπος τόσο απέναντι στις σοσιαλδημοκρατικές λύσεις που ενδεχομένως θα πλασαριστούν στο μέλλον αλλά και απέναντι στις φασιστικές λύσεις που προβάλλονται υπό το μανδύα του λαϊκισμού.

Πρέπει να διαχωριστεί η πάλη που δίνουμε σήμερα με τους στρατηγικούς στόχους. Πάνω σε αυτό το έδαφος των στρατηγικών στόχων λαμβάνει χώρα η άνοδος των απόψεων του Σύριζα.

Αυτό που κατά τη γνώμη μου θα παλέψουμε στο μέλλον είναι η αποδέσμευση από τα ιμπεριαλιστικά δεσμά και η ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό που συνδέει τη σημερινή και τη μελλοντική πάλη είναι η δημιουργία μετώπων αντίστασης, ο συντονισμός των εστιών αντίστασης και η συνεργασία με τους λαούς που δέχονται αυτή την επίθεση.

Γιώργος Οικονόμου: Θα προσπαθήσω να συνδέσω την αποτυχία της σοσιαλδημοκρατίας ως λύση για τα κοινωνικά προβλήματα με τους στόχους και τη φυσιογνωμία ευρύτερα της Αριστεράς.

Θα ήθελα να αναφερθώ σε τρεις περιπτώσεις σοσιαλιστικών κομμάτων, στα προγράμματά τους και στο πολιτικό αποτέλεσμα που επέφεραν.

Το 1971 γίνεται το συνέδριο του σοσιαλιστικού κόμματος της Γαλλίας όπου υπερνικά η μετριοπαθής τάση του Μιττεράν, που είχε στο πρόγραμμά της την κατάργηση της μισθωτής εργασίας. Δέκα χρόνια μετά από την κατάληψη της εξουσίας καμία από τις προγραμματικές δηλώσεις δεν εφαρμόστηκε. Το δεύτερο παράδειγμα είναι το ελληνικό ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα αυτό το 1974 μιλούσε για σοσιαλισμό, για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και για διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας. Μετά από πολύχρονη διακυβέρνηση δεν έκανε τίποτα από όλα αυτά. Τέλος η περίπτωση  του Σύριζα, που μιλούσε επίσης για σοσιαλισμό και μη αποδοχή των μνημονίων και δεν εφάρμοσε ούτε το μετριοπαθές πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.

Οι τρεις αυτές περιπτώσεις δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος που δεν αφορά μόνο τη σοσιαλδημοκρατία αλλά και ευρύτερα της Αριστεράς. Το πρόβλημα που θέλω να θίξω είναι αυτό της τεράστιας αποτυχίας της Αριστεράς τόσο σε ιδεολογικό όσο και οργανωτικό και πολιτικό επίπεδο. Όταν λέω Αριστερά εννοώ όχι μόνο τη σοσιαλδημοκρατία αλλά και τα κομμουνιστικά κόμματα.

Η σοσιαλδημοκρατία προσπάθησε να ενταχθεί μέσα στο σύστημα εφαρμόζοντας μεταρρυθμίσεις. Επειδή το αίτημα για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής ήταν πολύ δύσκολο να εφαρμοστεί κατέφυγε σε οικονομικά και κοινωνικά μέτρα και καλύτερη διανομή του κοινωνικού προϊόντος.

Το στοιχείο ωστόσο που καθόρισε και καθορίζει ακόμα και σήμερα την αποτυχία της Αριστεράς κατά τη γνώμη μου είναι αυτό της αντιπροσώπευσης. Αυτό που ζούμε σήμερα είναι μια κρίση του συστήματος της αντιπροσώπευσης όπως την εννοεί η Αριστερά αφού ακόμα και στις χώρες του υπαρκτού ολοκληρωτισμού όπως στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλόκ, το κόμμα που αντιπροσώπευε τα συμφέροντα της εργατικής τάξης οδήγησε σε αυταρχικές, ανελεύθερες, δικτατορικές δομές.

Η Αριστερά επίσης εμφανίζει τεράστιο έλλειμα όσον αφορά τη δημοκρατία. Αυτό που έδειξαν οι πλατείες αλλά και όλα τα κινήματα από τη δεκαετία του 1960 και τα γνήσια εργατικά κινήματα ήταν η αυτοδιεύθυνση των εργαζομένων, αίτημα και πρακτική που η Αριστερά απεμπόλησε. Ήδη από την εποχή της ρωσικής επανάστασης η επικράτηση του λενινιστικού κόμματος και της γραφειοκρατίας ενάντια στην αυτοδιεύθυνση των εργατών υπήρξε η ταφόπλακα της εξουσίας των σοβιέτ.

Εκ γενετής η Αριστερά και ολόκληρη η μαρξική ιδεολογία έπασχε από την αδυναμία σύλληψης της έννοιας της δημοκρατίας. Η έμφαση στο οικονομικό στοιχείο και στην πάλη ανάμεσα στις παραγωγικές σχέσεις και στις παραγωγικές δυνάμεις υπήρξε καταστροφική για το εργατικό κίνημα.

Η Αριστερά ευνοεί τέλος τον καταμερισμό της πολιτικής εργασίας αφού το κόμμα ή η οργάνωση παρέχει τη μοναδική δυνατότητα για επιστημονική ανάλυση και η κοινωνία πρέπει να υπακούει. Μιλάμε δηλαδή για μία τεχνική έννοια της πολιτικής και όχι της δυνατότητας των εργατών-πολιτών να αυτοκυβερνηθούν και να αυτοοργανωθούν.

Η βασική διαίρεση με βάση τη μαρξική θεωρία είναι ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Η έμφαση στην οικονομική αυτή διαίρεση απεμπολεί το πολιτικό και δημοκρατικό στοιχείο. Ο Καστοριάδης από πολύ νωρίς έδειξε ότι η κεντρική δομή της κοινωνίας και η ρίζα της εκμετάλλευσης και της αλλοτρίωσης δεν είναι η καπιταλιστική αγορά αλλά η ιεραρχική, γραφειοκρατική οργάνωση της κοινωνίας. Η γραφειοκρατία είναι μια πολιτική και όχι οικονομική δομή εξουσίας.

Η κύρια διαίρεση σήμερα είναι μεταξύ αυτών που λαμβάνουν τις αποφάσεις και θεσπίζουν τους νόμους και σε αυτούς που τις εκτελούν. Συνεπώς αυτό που προέχει είναι κυρίως η πολιτική ισότητα των ατόμων και η συμμετοχή τους στη λήψη των αποφάσεων και όχι η αφηρημένη κατάργηση του καπιταλισμού σε οικονομικό επίπεδο. Κατά τη γνώμη μου αυτό καταδεικνύουν και οι σύγχρονες μορφές αντίστασης όπως οι πλατείες οι οποίες αντιτίθενται στην αντιπροσώπευση των κομμάτων και τονίζουν το στοιχείο της αυτοδιεύθυνσης. Πρέπει να υπάρξουν ανεξάρτητες πολιτικές κινήσεις που θα δημιουργήσουν ένα δημοκρατικό κίνημα και θα προωθήσουν θεσμικές αλλαγές.

Κώστας Παλούκης: Το μεταβατικό πρόγραμμα όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ σχετίζεται με μια σειρά αιτημάτων από τη μεριά των εργαζομένων. Η διεκδίκησή των μερικών μεταβατικών αιτημάτων δημιουργεί τις συνθήκες για την επόμενη κλίμακα αιτημάτων και τη σταδιακή κατανόηση της σημερινής πολιτικής κατάστασης από τη μεριά των εργαζομένων καθώς και την πάλη για ολοένα πιο διευρυμένα και ριζοσπαστικά αιτήματα. Τα μεταβατικά αιτήματα δεν μπαίνουν για να εφαρμοστούν στον καπιταλισμό αλλά ως σημείο αφετηρίας για την πάλη ενάντια στην εργοδοσία και απέναντι στο κράτος και στο κεφάλαιο.

Σε σχέση με το ζήτημα της αντιπροσώπευσης και της αποτυχίας της αριστεράς: πως είμαστε σίγουροι ότι όσοι αναφέρονται σε τέτοια ζητήματα δεν είναι και οι ίδιοι κομμάτια της ήττας και της αποτυχίας; Αυτές οι ομάδες ή οι συλλογικότητες δε γέννησαν άραγε γραφειοκρατίες στο εσωτερικό τους καθώς και προβλήματα που δεν μπορούν να ξεπεράσουν;

Δημήτρης Μάνος: Η βασικότερη σύγκρουση με τη σοσιαλδημοκρατία έγινε το 1917. Η πορεία κατάκτησης της εξουσίας από τους εργάτες δεν είναι γραμμική και δεν έρχεται από ολοένα και πιο προχωρημένα αιτήματα. Ενδεχομένως σε μία κοινωνία που έχει κατακτηθεί η εξουσία από τους εργαζόμενους θα μπορούσα ίσως να συμφωνήσω με τον Οικονόμου ότι η διαίρεση είναι μεταξύ των διευθυντών και διευθυνομένων. Σήμερα όμως που ακόμα και ο συνδικαλισμός τείνει να εξαφανιστεί προέχει η συγκρότηση της εργατικής τάξης σαν τάξης για τον εαυτό της. Αυτό που πρέπει να αλλάξει είναι ο ταξικός συσχετισμός.

Γιώργος Οικονόμου: Βασικά δικαιώματα όπως η ελευθερία του λόγου δεν υπήρχαν ούτε υπάρχουν σε κράτη που επικράτησαν κομμουνιστικά καθεστώτα. Τα συνθήματα περί σοσιαλισμού και κομμουνισμού έχουν πεθάνει. Το μόνο αίτημα που μπορεί να διασωθεί είναι το δημοκρατικό αίτημα, δηλαδή αν θέλουμε να είμαστε πολίτες και υποκείμενα της πολιτικής μας. Η μαρξιστική λενινιστική λογική δεν έχει δώσει απολύτως τίποτα θετικό.  Ότι κερδήθηκε οφείλεται στο γνήσιο εργατικό και λαϊκό κίνημα που απέκτησε δικαιώματα μέσω των αγώνων του .

Συζήτηση-ερωτήσεις

Μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και στη βάση του κομμουνιστικού κινδύνου και της ανάγκης για ανοικοδόμηση του καπιταλισμού επενδύθηκαν μέσω της σοσιαλδημοκρατίας αντικομμουνιστικές τάσεις. Η σοσιαλδημοκρατία εξέφραζε τα μεσαία στρώματα και την αυταπάτη ότι μπορούν να μοιραστούν την εξουσία με το μεγάλο κεφάλαιο. Ακόμα και σήμερα η σοσιαλδημοκρατία μπορεί να υπάρξει με πολλές μορφές.

Αν παίρναμε μία εφημερίδα εκατό χρόνια πριν την περίοδο της ρώσικης επανάστασης θα διαβάζαμε ότι είπε ο Γιώργος Οικονόμου. Αυτή είναι η δειλή, έμμεση σοσιαλδημοκρατία. Ενώ κατηγορεί το κόμμα για την απόλυτη αλήθεια την ίδια στιγμή μιλάει και καθορίζει το πότε ένα κίνημα είναι γνήσιο ή όχι.

Γιώργος Οικονόμου: Το εργατικό κίνημα διεκδίκησε και πέτυχε την καθιέρωση πολλών δικαιωμάτων χωρίς τη βοήθεια των κομμουνιστών. Τα κομμουνιστικά κόμματα εξέφρασαν τα συμφέροντα και τους σκοπούς της κομμουνιστικής γραφειοκρατίας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δυσφημιστεί τόσο πολύ το αίτημα του σοσιαλισμού-κομμουνισμού ώστε σήμερα τέτοια συνθήματα υπάρχουν μόνο σε περιθωριακές αριστερές ομάδες. Η κοινωνία σήμερα δεν ακολουθεί τα κομμουνιστικά καθεστώτα.

Το δικαίωμα να ασκούμε κριτική είναι πολύ σημαντικό. Πρέπει να δούμε κάθε πολιτική άποψη και να την κριτικάρουμε μέσω επιχειρημάτων. Κατά τη γνώμη μου ο Καστοριάδης άσκησε μια πολύ σημαντική κριτική στο μαρξισμό και στο κομμουνιστικό κίνημα η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί αλλά πρέπει να απαντηθεί.

Αν πούμε ότι η σοσιαλδημοκρατία δεν έχει εκπνεύσει πολιτικά και ιστορικά πως θα μπορούσε ένας σχηματισμός όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή το ΚΚΕ μ-λ, που είναι εξαιρετικά κριτικός στις παρούσες μορφές σοσιαλδημοκρατίας, να πραγματώσει το πρόγραμμά του αν ερχόταν στην εξουσία;

Κώστας Παλούκης: Η απάντηση είναι ότι την εξουσία δε θα την πάρει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά η εργατική τάξη και ο λαός. Η χρήση των μεταβατικών αιτημάτων γίνεται στο βαθμό που επιδιώκουμε να προσεγγίσουμε την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα εκεί όπου αυτά υπάρχουν. Κατά τη γνώμη μου μπορεί να υπάρχουν επιμέρους νίκες σε διάφορα αιτήματα αλλά όχι ένα πρόγραμμα εφαρμογής μιας σειράς τέτοιων αιτημάτων μέσα στον υπαρκτό καπιταλισμό.

Δημήτρης Μάνος: Η εμπειρία του Σύριζα αναδεικνύει πόσο μακρύς είναι ο δρόμος που πρέπει να διανύσουμε. Ίσως αυτό το πισωγύρισμα να ήταν αναγκαίο, δηλαδή να φανερωθεί ο Σύριζα ως αστική δύναμη στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού.

 

Ακούστε την ηχογράφηση της εκδήλωσης εδώ: 

3/7/2016- αντιρατσιστικό φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Δανειζόμενες/οι τον τίτλο από το δοκίμιο που έγραψε η Τζούλιετ Μίτσελ (Juliet Mitchell) το 1966, σκοπός της συζήτησης είναι η διερεύνηση της  μακράς ιστορίας  του αγώνα για τη γυναικεία χειραφέτηση από τη σκοπιά της Αριστεράς σήμερα. Η Μίτσελ ασκεί κριτική στις αστικές φεμινιστικές διεκδικήσεις, όπως το δικαίωμα στην εργασία και την ίση αμοιβή, για να  προτάξει αντ' αυτών την ανάγκη για ίση εργασία· υποστηρίζει πολιτικές που προάγουν τον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και αμεσότερες  διεκδικήσεις με μία «κριτική της γυναικείας κατάστασης συνολικά».

Στο πνεύμα του δοκιμίου αυτού, θέτουμε πάλι το ερώτημα της πιθανής σχέσης μεταξύ του αγώνα για τη γενική κοινωνική χειραφέτηση και των συγκεκριμένων απαιτήσεων του φεμινισμού.

Ενώ το γυναικείο ζήτημα έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Αριστεράς, ο τρόπος που θεματοποιείται και ενσωματώνεται στην τρέχουσα ρητορική της  Αριστεράς δεν αντανακλά απαραίτητα μία σε βάθος κατανόηση του πολιτικού  νοήματος του αγώνα για τη γυναικεία απελευθέρωση· πολλές φορές, η “αυτονόητη” σημασία του φεμινισμού συσκοτίζει παρά αποκαλύπτει την κριτική δυναμική της ανάγκης για γυναικεία χειραφέτηση στον καπιταλισμό.

Με ποιον τρόπο ακριβώς αποτελεί το γυναικείο ζήτημα «τη διαρκέστερη επανάσταση»;

Πότε ξεκίνησε ο αγώνας για τη γυναικεία χειραφέτηση ως τέτοια; Αποτελεί έναν αγώνα που διατρέχει το σύνολο της ανθρώπινης ιστορίας; Ποια είναι η σχέση του με τη νεωτερικότητα και την εμφάνιση του καπιταλισμού; Πώς ερμηνεύετε τη συνάφεια μεταξύ της πατριαρχικής και της καπιταλιστικής κοινωνίας;

Αν η κρίση της αστικής κοινωνίας κατά τη βιομηχανική επανάσταση έθεσε την ανάγκη για τη γυναικεία απελευθέρωση σε απόλυτη συνάφεια με το στόχο της ανθρώπινης χειραφέτησης, τότε, πώς θα σχολιάζαμε την ύστερη αποσύνδεση του φεμινιστικού κινήματος από το εργατικό κίνημα για το σοσιαλισμό; Ποια είναι η γενικότερη πορεία της σύζευξης μεταξύ μαρξισμού και  φεμινισμού; Μπορούν αυτά τα δύο πολιτικά κινήματα να συνυπάρξουν ή να συνδυαστούν;

Η κατάσταση των γυναικών στις  σύγχρονες δυτικές κοινωνίες και παγκοσμίως έχει βελτιωθεί ή όχι από τη  δεκαετία του 1960 και έπειτα; Τι θα συμπεραίναμε από τη φαινομενική επίτευξη κάποιων στόχων του φεμινισμού σε συνάρτηση με την αποτυχία του προλεταριακού αγώνα για την εμπέδωση του στόχου της ανθρώπινης ελευθερίας και ξεπεράσματος του καπιταλισμού;

Πώς εντάσσεται ο αγώνας για τη γυναικεία απελευθέρωση στο ευρύτερο πλαίσιο του αγώνα για την ανθρώπινη ελευθερία; Τι απαιτείται για τη χειραφέτηση των γυναικών; Σχετίζεται αυτή με τη γενικότερη κοινωνική αλλαγή και πάλη; Είναι η επανάσταση προαπαιτούμενο για τη γυναικεία απελευθέρωση;

Ομιλήτριες

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Ακαδημαϊκός, μέλος του Κοινωνικού Εργαστηρίου Θεσσαλονίκης

Μαργαρίτα Κουταλάκη: ΟΚΔΕ

Α. Θεωδόρογλου: queer ακτιβιστ@, εικαστικ@

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Μαργαρίτα Κουταλάκη: Εκπροσωπώ την οργάνωση ΟΚΔΕ, που είναι κομμάτι του τροτσκιστικού ρεύματος και είμαι εργαζόμενη στον ιδιωτικό τομέα.

Η απαρχή της γυναικείας καταπίεσης ξεκινάει από το πέρασμα από την προταξική στην ταξική κοινωνία. Μία ομάδα ανθρώπων (που συνήθως ήταν ιερείς ή μεγαλύτερης ηλικίας) ιδιοποιείται το παραπάνω κοινωνικό προϊόν που παράγει η κοινότητα, εις βάρος της ίδιας της κοινότητας κομμάτι της οποίας είναι και οι γυναίκες. Η γυναίκα έχει το προσόν να γεννάει, δηλαδή να παράγει ανθρώπους που θα παράγουν αυτό το κοινωνικό υπερπροϊόν, λειτουργώντας έτσι σαν περιουσιακό στοιχείο, όπως τα ζώα και οι δούλοι. Η δημιουργία της πατριαρχίας περνάει μέσα από την καταστροφή της κοινοκτημοσύνης και της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας.

Με το πέρασμα του χρόνου η ανισότητα αυτή δημιούργησε το κράτος (λίγο πολύ όπως το γνωρίζουμε σήμερα με το στρατό, την αστυνομία και τα δικαστήρια) δηλαδή την κυρίαρχη ιδεολογία που βασίζεται στη λογική της διαίρεσης και της ανισότητας. Με λίγα λόγια η πατριαρχία είναι ο κοινωνικός και οικονομικός δεσμός που μεταφέρει από γενιά σε γενιά τις ταξικές διακρίσεις. Συνεπώς η αφετηρία της γυναικείας καταπίεσης έχει κοινωνικό και οικονομικό χαρακτήρα.

Το σύστημα της οικογένειας, το οποίο προσαρμόζεται πάντα στα νέα δεδομένα και στους τρόπους παραγωγής, είναι ο θεμελιώδης θεσμός της ταξικής κοινωνίας καθώς καθορίζει και διατηρεί τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της καταπίεση του γυναικείου φύλου. Ο ρόλος της οικογένειας είναι διαφορετικός για κάθε κοινωνική τάξη, αφού στην οικογένεια των πιο πλούσιων τάξεων εξυπηρετεί τη διατήρηση του πλούτου εντός της, στην τάξη των μικροβιοτεχνών χρησιμεύει ως μέσο για να διατηρείται και να αυξάνεται η περιουσία και τέλος στην εργατική τάξη η οικογένεια λειτουργεί ως πόλος υποστήριξης και αλληλεγγύης σε μία κοινωνία που δεν της παρέχει σχεδόν τίποτα.

Η οικογένεια υπάρχει και διατηρείται από την κυρίαρχη τάξη κάθε εποχής γιατί με αυτόν τον τρόπο καταργεί κάθε ευθύνη για τη συλλογική φροντίδα των μελών της κοινωνίας, μεταφέροντας την ευθύνη σε ατομικό επίπεδο. Επίσης μεταφέρει τον πλούτο και τις κοινωνικές διαιρέσεις από γενιά σε γενιά ενώ διευκολύνει και τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, αποδίδοντας έτσι στις γυναίκες ένας συγκεκριμένος ρόλος π.χ. ο ρόλος της τροφού ή της νοικοκυράς. Τέλος είναι ένας συντηρητικός θεσμός που αναπαράγει τις αυταρχικές και ιεραρχικές σχέσεις που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της ταξικής κοινωνίας.

Οι ρίζες του γυναικείου κινήματος (δεύτερο κύμα φεμινισμού) βρίσκονται στις αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και στις οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η γυναίκα με την ανάπτυξη και της ιατρικής και της επιστήμης μαθαίνει να ελέγχει το σώμα της, μέσω των γεννήσεων, αντισύλληψης και των εκτρώσεων. Η οικονομική ανάπτυξη και η ανύψωση του μέσου μορφωτικού επιπέδου τους μετατρέπει τις γυναίκες σε εργατικό δυναμικό και σε κομμάτι της παραγωγικής διαδικασίας βοηθώντας τες έτσι στην αναγνώριση του διπλού καταπιεστικού ρόλου τους ως εργαζόμενες και γυναίκες. Ταυτόχρονα όμως οι γυναίκες είναι αναγκασμένες να δουλεύουν πολλές ώρες.

Ενώ ο καπιταλισμός βγάζει τη γυναίκα από το σπίτι, την ίδια στιγμή είναι αναγκασμένος να διατηρήσει την οικογένεια. Η αντίφαση αυτή μεταξύ μύθου (η γυναίκα μητέρα είναι κολόνα της οικογένειας) και πραγματικότητας γίνεται φανερή και ανυπόφορη. Τα δικαιώματα που έχουν κατακτηθεί δεν ικανοποιούν τις γυναίκες, ιδίως τις νέες μορφωμένες γυναίκες που ζουν στις πόλεις και ζητούν περισσότερες ελευθερίες και δικαιώματα. Σε αυτό έπαιξαν ρόλο τόσο τα κινήματα των ομοφυλοφίλων και των λεσβιών, καθώς και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, τα κινήματα των μαύρων, η δυναμική του εργατικού κινήματος καθώς τέλος και η υποχώρηση των παραδοσιακών θρησκειών και της εκκλησίας.

Το κίνημα μετά τις δεκαετίες ’70-’80 αρχίζει να υποχωρεί, ακολουθώντας την υποχώρηση του εργατικού κινήματος. Η σοσιαλδημοκρατία που ανεβαίνει στην εξουσία όπως επίσης και τα σταλινικά κόμματα προσπαθούν να αγκαλιάσουν το γυναικείο κίνημα με σκοπό να το χειραγωγήσουν και να το καταπνίξουν.

Για μας η ύπαρξη ενός ανεξάρτητου φεμινιστικού κινήματος, ικανού να διεξάγει αγώνες για όλες τις πτυχές της καταπίεσης της γυναίκας είναι καθοριστική. Οι γυναίκες δεν είναι μόνο εργάτριες, καθώς υπάρχουν πολλά είδη καταπίεσης που πρέπει να αντιμετωπίζονται με μια σοβαρότητα. Μόνο με την καταστροφή του καπιταλιστικού συστήματος  μπορεί η γυναίκα να διεκδικήσει τη θέση που της αξίζει. Οι γυναίκες πρέπει επίσης να μπουν στα συνδικάτα και στα σωματεία.

Η μορφή ή το σχήμα ενός τέτοιου ανεξάρτητου γυναικείου κινήματος θα ποικίλει από χώρα σε χώρα ανάλογα με την ιστορία και τους αγώνες που διεξάγονται σε κάθε χώρα και ανάλογα με την συγκεκριμένη περίοδο και συγκυρία. Παρόλα αυτά η ανάγκη για συνέχεια και μεταφορά των θεωρητικών κατακτήσεων, των συζητήσεων για την στρατηγική και την εμπειρία των προηγούμενων αγώνων το καθιστά ένα παγκόσμιο κεντρικό ζήτημα.

Α. Θεοδώρογλου: Ασχολούμαι τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά με queer ζητήματα και θα μιλήσω από μία queer θέση. Στην εισήγησή μου θα προσπαθήσω να συνδέσω το κείμενο της Mitchell με κάποιες βασικές θέσεις της queer θεωρίας, δείχνοντας ότι το ζήτημα του φύλου και της σεξουαλικότητας είναι διαθεματικό με προεκτάσεις που συνδέονται άμεσα με τον καπιταλισμό.

Η Mitchell έγραψε το κείμενο το 1966 και σε αυτό προσπάθησε να συνδέσει ιδεολογικά την πατριαρχία με τον καπιταλισμό. Δηλαδή, πέρα από τις υλικές συνθήκες που ο καπιταλισμός δημιούργησε για να χειραγωγήσει τις γυναίκες υπήρχαν και κάποιες ιδεολογικές συνθήκες (υποτίμηση της γυναικείας-οικιακής εργασίας, η ιδέα ότι η γυναικεία σωματική υπόσταση είναι αδυναμία), οι οποίες επέτρεψαν σε αυτό να συμβεί. Η σύνδεση αυτή είναι σημαντική δεδομένου ότι γυναίκες της νέας Αριστεράς υποτιμούσαν το έμφυλο ζήτημα και το φεμινισμό θεωρώντας το κίνημα με αστικές καταβολές.

Στην queer θεωρία η πατριαρχία είναι κάτι που αναπαράγεται ιδεολογικά. Παράλληλα με την πατριαρχία αναπαράγεται και αυτό που αποκαλούμε ετεροκανονικότητα, δηλαδή ότι το φύλο υπάρχει σε μια διπολική κατάσταση, την φυσική κατάσταση του άντρα και της γυναίκας. Αυτή η ετεροκανονικότητα συλλειτουργοί με την πατριαρχία και τη συνολικότερη υποτίμηση της γυναικείας υπόστασης. Η queer θεωρία θέλει να πάει πέρα από αυτό το δίπολο αμφισβητώντας σε κάποιες περιπτώσεις και την βιολογική διάκριση άντρα-γυναίκας, αφού θεωρεί ότι και αυτή είναι κοινωνικά κατασκευασμένη.

Μέσα από μια queer θέση υπάρχει μία μεγάλη κίνηση προς αυτό που αποκαλούμε μικροπολιτικές, οι οποίες όμως μπορούν να ενεργοποιηθούν μόνο αν υπάρχει κριτική τόσο στον καπιταλισμό όσο και στη δυτική ηγεμονία. Σε αυτό το σημείο υπάρχει σαφώς μία ρήξη με τα λεγόμενα της Mitchell η οποία αναφέρει ότι μόνο σε μία δυτική ανεπτυγμένη κοινωνία μπορεί να υπάρξει γυναικεία χειραφέτηση, αγνοώντας ότι είναι αυτή η δυτική κοινωνία η οποία υπήρξε σημείο δημιουργίας και αναπαραγωγής καταπιέσεων έξω από το δυτικό κόσμο. Επίσης η θέση της Mitchell αγνοεί του ς αγώνες που γίνονται έξω από τα δυτικά πλαίσια για έμφυλη ισότητα όπως και τους αγώνες των μη δυτικών υποκειμένων μέσα στο δυτικό κόσμο.

Μια queer θεωρία είναι μία διαθεματική θεωρία που πέρα από το φύλο και σεξουαλικότητα λαμβάνει υπόψιν και την τάξη, την φυλή, την κατάσταση αναπηρίας και διάφορες άλλες καταπιέσεις που μπορεί να σχετίζονται με την ηλικία, το σώμα, και οι οποίες αναπαράγονται τόσο μέσα σε ατομικά όσο και σε συλλογικά υποκείμενα. Έτσι ενώ η Mitchell αναφέρεται σε μία ενιαία γυναικεία κατάσταση η queer αντίθετα φέρνει περισσότερα ζητήματα στην επιφάνεια και προσεγγίζει πολλαπλά την καταπίεση. Πόσο μπορεί να καταπιέζεται μία λευκή τρανς γυναίκα με ετεροφυλόφιλες έλξεις και μία μαύρη cis λεσβία οι οποίες και οι δύο ανήκουν στην εργατική τάξη;

Οι καταπιέσεις αυτές έχουν κοινές βάσεις τόσο στον καπιταλισμό όσο και στην δυτική ηγεμονία, στην πατριαρχία και στην ετεροκανονικότητα. Εντέλει αποτελούν πλέγματα καταπιέσεων και λειτουργούν σαν πολλά κεφάλια πάνω σε ένα σώμα παρά σαν πολλά μικρά κομμάτια πάνω σε ένα μεγαλύτερο σύστημα.

Στην queer θεωρία η έμφυλη σεξουαλικότητα έχει μια κεντρική θέση. Η queer συνείδηση, που μπορεί να δημιουργήσει μία τέτοια πολιτικοποίηση, έχει ως ρόλο να αντιλαμβάνεται τις πολλαπλές προκλήσεις που παρουσιάζονται μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο και στα διάφορα πλέγματα καταπίεσης και να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μία κριτική πολιτική και αμφισβήτηση και ένα εν δυνάμει σπάσιμο κανονικοτήτων με βάση τις μικροπολιτικές, τα βιώματα. Απώτερος στόχος είναι η δημιουργία ομάδων αλληλεγγύης και αμφισβήτησης αυτών των καταπιέσεων έμπρακτα.

Είναι επίσης χρήσιμο να αντιληφθούμε τον περιορισμό που έχουν οι queer μικροπολιτικές, καθώς δεν αποτελούν το στόχο αλλά την ενδυναμωτική βάση για την αμφισβήτηση σε μεγαλύτερα επίπεδα των κυριαρχιών που μας βασανίζουν. Για να δημιουργηθεί αυτό το δυναμικό μέσα από μια queer θέση-προσέγγιση πρέπει να υπάρχει μια πολιτικοποιημένη ορατότητα αυτής της προσέγγισης αφού τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία αποπολιτικοποίηση του κυρίως μέσα από κυρίαρχα media.

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Είμαι ακαδημαϊκός και ανθρωπολόγος και η τοποθέτησή μου σε σχέση με αυτή την εκδήλωση σχετίζεται με τη δουλειά μου και την επιτόπια έρευνά μου τόσο εντός Ελλάδας όσο και εκτός, κυρίως σε φεμινιστικές οργανώσεις-κινήματα trans στην Κωνσταντινούπολη. Προέρχομαι από το κοινωνικό εργαστήριο της Θεσσαλονίκης όπου μεταξύ των άλλων συζητάμε και τέτοια θέματα.

Στη διερώτηση αυτής της συζήτησης «Γυναίκες, η διαρκέστερη επανάσταση;» θα απαντούσα διαγωνίως, διατρέχοντας τα ερωτήματα και όχι απαντώντας ένας προς ένα.

Δύο είναι οι πηγές του κακού, δύο έννοιες του συστήματος στις οποίες πρέπει να εστιάσουμε. Ένα είναι το ζήτημα της κυριαρχίας του αρσενικού επί του θηλυκού και το δεύτερο είναι το ζήτημα της αναπαραγωγής που επαφίεται στα χέρια των γυναικών. Και τα δύο συνδέονται άμεσα με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, τους ρυθμούς ανάπτυξης και  το είδος της ανάπτυξης σε κάθε γωνιά της γης με διαφορετικό τρόπο σε μία διάδραση τοπικού-παγκόσμιου.

Η κυριαρχία του αρσενικού επί του θηλυκού θα πρέπει να μας ενδιαφέρει ως τρόπος, αντίθετα με το δεύτερο κύμα φεμινισμού που εστίαζε περισσότερο στην πολιτική της ταυτότητας, στη σεξουαλικότητα και στη γυναικεία υποτέλεια. Αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει σήμερα είναι η κυριαρχία ως τεχνολογία διαχείρισης της υποτέλειας με όρους ισχύος και βίας. Η αναπαραγωγή της ανθρώπινης ζωής ως όλον και όχι ως επιμέρους σφαίρες και έννοιες, παραγωγή σε σχέση με την εργασία, την οικογένεια, τα κοινά. Η αναπαραγωγή αυτή σχετίζεται με τη φυσικοποίηση της γυναίκας ως τροφού και καταλήγει σήμερα για τις γυναίκες ως βιοπολιτική ανάπτυξη του καπιταλισμού, είτε με τις μορφές πρωταρχικής συσσώρευσης είτε με τις νέες περιφράξεις που ασκεί ο καπιταλισμός πάνω στα σώματα των γυναικών.

Τόσο το πρόβλημα της κυριαρχίας όσο και το πρόβλημα της αναπαραγωγής θα πρέπει να μην παραμείνει στενά φεμινιστικό ζήτημα αλλά να ενταχθεί ως συστατικό και όχι ως συμπληρωματικό σε κάθε συζήτηση που κάνει η Αριστερά για την επανάσταση. Αν η Αριστερά στραφεί στη λεπτομερή παρατήρηση της κυριαρχίας επί των γυναικών βλέποντας και κατανοώντας χωρίς απλά να κοιτάζει ως απλός παρατηρητής, τη σημασία των γυναικών για την ανθρώπινη ζωή τότε μόνο θα αποκομίσει όλη τη γκάμα των εργαλείων και των τρόπων που χρειάζεται για να αναλύσει τις σχέσεις εξουσίας και υποτέλειας.

Αυτή η παρατήρηση είναι πολύ βοηθητική για την Αριστερά σε σχέση με τα δύο θεμελιώδη ταμπού της δηλαδή της διαρκής τροφοδότησης της προτεραιότητας των αρσενικών ως υποκείμενα, όσο και της αορατότητας-αντικειμενοποίησης των γυναικών ως αποτέλεσμα αυτής της συνθήκης σε κάθε συζήτηση και προβληματισμό για την επανάσταση. Ο συνεχής αποκλεισμός της γυναικείας ανισότητας ως συστατικό και όχι ως συμπληρωματικό κομμάτι της επανάστασης διαιωνίζει τις παθογένειες και μας εμποδίζει να οραματιστούμε ένα άλλο μέλλον.

Παρατηρώντας τι συμβαίνει στις γυναίκες και συσχετίζοντας τις δικές τους εμπειρίες με άλλες μειονοτικές κατηγορίες της διαφοράς και της εξαίρεσης π.χ. λόγω τάξης, φυλής, σεξουαλικού προσανατολισμού, στις εκάστοτε συνθήκες περιφράξεων από μεριάς κεφαλαίου αφενός πάμε τη μελέτη για τις σχέσεις εξουσίας σε βάθος αφετέρου οραματιζόμαστε τις κοινωνίες με όρους αλληλεγγύης και ανοχής, κάτι που μας επιτρέπει να οργανωνόμαστε αλλιώς.

Η κυριαρχία ασκείται επί των σωμάτων χωρίς σημασία, αναλώσιμα, αόρατα, άσεμνα, άσχημα αλλά και όμορφα, σώματα που πάντα χρειάζονται συμμόρφωση, ξεκινώντας πάντα από το γυναικείο σώμα. Η κυριαρχία και η αναπαραγωγή γίνονται αόρατες γιατί πατούν σε σχέσεις οικειότητας, πρώτα από όλα μέσα στην οικογένεια.

Η οικογένεια είναι ένας θεσμός που δεν αφορά μόνο τις δυτικές κοινωνίες, αλλά όλες τις κοινωνίες. Ο συγκεκριμένος τύπος της πυρηνικής οικογένειας γεννήθηκε και εδραιώθηκε από 17ο αιώνα στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Οι σχέσεις οικειότητας γίνονται αόρατες μέσα στην οικογένεια και αφού φυσικοποιούνται παράγουν νόρμες υπαγωγής και οδηγούν στην πατριαρχία.

Η πατριαρχία συνεπάγεται μία διπλή υπαγωγή: την υποταγή του θηλυκού στο αρσενικό και την υπαγωγή του μικρότερου σε ηλικία στους μεγαλύτερους. Μόνο υπό αυτή τη διπλή υπαγωγή μπορούμε να μιλάμε για πατριαρχία. Η πατριαρχία συνεχίζεται και αναπαράγεται ανά εποχές, φτάνοντας στο σημείο να μιλάμε για κρατική πατριαρχία, η οποία αναπαράγεται μέσα από πρακτικές και εφαρμογές του νόμου.

Σε περιόδους κρίσεις του καπιταλισμού η αναπαραγωγή της ζωής επαφίεται κυριολεκτικά στις γυναίκες κυρίως στις πρώην αποικιοκρατούμενες περιοχές του νότου. Στις παλιές μητροπόλεις αλλά και σε πόλεις όπως η Κωνσταντινούπολη ή το Σάο Πάολο, η αναπαραγωγή του κοινωνικού δεσμού ξεκινά από τις κινηματικές δράσεις του φεμινισμού ως κεντρικό κίνημα, που μαζί με την κριτική στο νεοφιλελευθερισμό, το μιλιταρισμό, το αυταρχικό κράτος και την πατριαρχία συμπορεύεται με κινήματα των μειονοτήτων, με τους υποστηρικτές δικαιωμάτων και ανοχής σε ένα άλλο σεξουαλικό προσανατολισμό.

Με το να αποσιωπούμε τις σχέσεις πατριαρχίας στις γυναίκες και σε όσους υποφέρουν σε κάθε κοινωνία και σε κάθε συνθήκη, αγνοούμε συνάμα τις σχέσεις ανισότητας στην αναπαραγωγή της ζωής. Αν το κεφάλαιο χρειάζεται την ανισότητα για να αναπαραχθεί, η Αριστερά έχει ανάγκη την εμπειρία αυτών που αναπαράγουν ζωή σε πείσμα της αορατότητας και των θανατοπολιτικών των περιφράξεων για συνεχή πρωταρχική συσσώρευση.

Με άλλα λόγια χρειάζεται να καταλάβουμε σε βάθος πως κυριαρχεί κάποιος σε ποιον εξετάζοντας και ξεκινώντας από την κυριαρχία των ανδρών επί των γυναικών. Επίσης πως οι περιφράξεις του κεφαλαίου στην ιστορία του καπιταλισμού ξεκινούν και καταλήγουν στις γυναίκες, οι οποίες τελικά αναλαμβάνουν την αναπαραγωγή της ζωής ως όλον.

Αν με ρωτούσατε πως θα ήθελα να κάναμε αυτή τη συζήτηση θα πρότεινα να ξεκινούσαμε δείχνοντας μία σημαίνουσα ταινία η οποία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, την ταινία Pride. Αφορά τη διάδραση μεταξύ δύο κινηματικών δράσεων, την πρωτοβουλία των κοινοτήτων ομοφυλοφίλων, λεσβιών και queer που θέλησαν να στηρίξουν οικονομικά τα συνδικάτα των ανθρακωρύχων στην Αγγλία. Η ταινία με τον ποιητικό της τρόπο δείχνει το πώς πρακτικές αλληλεγγύης και ανοχής στη διαφορετικότητα, όταν δικαιώματα συναισθήματα διαδρούν σε μικροκλίμακα κοινοτήτων και όχι σε μακροκλίμακα θεσμών αλλάζουν το τοπίο της επανάστασης στην καθημερινότητα.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Αναφερθήκατε στον τρόπο που η αστική οικογένεια είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή του συστήματος. Αυτό συνεπάγεται κατά τη γνώμη σας κάποιο πολιτικό αίτημα όπως π.χ. υπήρχαν τη δεκαετία του ’60 για κατάργηση του θεσμού της οικογένειας; Η Μίτσελ κάνοντας κριτική σε αυτό το αίτημα, δηλώνει ότι μπορεί εξίσου να αφομοιωθεί από τον καπιταλισμό. Επίσης πως ακριβώς εννοείτε το ανεξάρτητο φεμινιστικό κίνημα; Πρέπει να υπάρχουν ξεχωριστές πολιτικές οργανώσεις  γυναικών, ομοφυλοφίλων, τρανς;

Μαργαρίτα Κουταλάκη: Αν πάμε σε μία λαϊκή περιοχή μιας μεγάλης πόλης και ρωτήσουμε μια οποιαδήποτε γυναίκα οποιασδήποτε ηλικίας: τι αιτήματα θα υπέβαλλες απέναντι σε μία κυβέρνηση που θα μπορούσε να στα ικανοποιήσει; Εγώ πιστεύω θα έλεγε ότι δε θα ήθελε να ψηφιστεί το νομοσχέδιο που καταργεί νηπιαγωγεία και σχολεία και καταργεί θέσει εκπαιδευτικών. Επίσης θα έλεγε ότι θέλει νοσοκομεία και γηροκομεία, να μη πληρώσουμε τα δημόσια χρέη, να δουλεύει λιγότερο και όχι 12 ώρες, να μην είναι ο βασικός μισθός 500 ευρώ.

Κάθε επαναστατική οργάνωση πρέπει να αφουγκράζεται την κοινωνία και ιδιαίτερα με τα πιο καταπιεσμένα κομμάτια. Στην σημερινή τραγική κοινωνική κατάσταση δεν πιστεύω ότι οι γυναίκες θα έβαζαν αιτήματα π.χ. για την οικογένεια με τον ίδιο τρόπο που τα βάζουν οι επαναστατικές οργανώσεις. Υπάρχουν ζητήματα επιβίωσης, πως γίνεται να τεθούν θέματα που αφορούν την οικογένεια; Τώρα η συζήτηση και η πράξη πρέπει να στραφεί στην οργάνωση γυναικείων επιτροπών αντίστασης.

Ο καπιταλισμός δημιουργεί συνεχώς διαιρέσεις. Το να δημιουργηθεί ένα επαναστατικό κόμμα γυναικών είναι ακόμα μία διαίρεση. Όταν λέμε αυτόνομο εμείς εννοούμε: κάθε σωματείο θα βάλει ζητήματα που αφορούν τις γυναίκες; Θα βοηθήσει τις γυναίκες να κάνουν συνδικαλισμό και να οργανώνεται πολιτικά; Το ότι μπαίνουν αιτήματα από επαναστατικές οργανώσεις δε σημαίνει ότι αυτά γίνονται αποδεκτά από τις ίδιες τις γυναίκες, όμως πρέπει να βρούμε τον τρόπο να επικοινωνούμε.

Με ποιον τρόπο θα μπορούσε να ξεκινήσει η γυναικεία χειραφέτηση από τις μη δυτικές κοινωνίες δεδομένου ότι προϋποθέσεις όπως αυτές που αναφέρει η Μίτσελ όπως δομές για την φροντίδα των παιδιών, μέτρα αντισύλληψης και άλλες οικονομικές και κοινωνικές δομές απουσιάζουν;

Α. Θεοδώρογλου: Κινήματα υπάρχουν και σε μουσουλμανικές και σε μη δυτικές χώρες, όπως και κινήματα μη δυτικών σε δυτικά περιβάλλοντα. Δεν μπορώ να θέσω εγώ τις προϋποθέσεις για το πώς θα κάνει τον αγώνα της η μουσουλμάνα φεμινίστρια. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι αλληλεγγύη καθώς και αυτό που προαναφέρθηκε δηλαδή να ακούμε τι έχουν να μας πουν οι άλλοι.

Φωτεινή, στη διπλή υπαγωγή που περιέγραψες για την πατριαρχία θα προσέθετες την υπαγωγή του άνδρα στην πατριαρχία; Επίσης ποια είναι η σχέση του καπιταλισμού και της πατριαρχίας δεδομένου ότι ο καπιταλισμός ξεκίνησε ως μια εξέγερση ενάντια στην πατριαρχία; Σήμερα η πατριαρχία είναι υπόλειμμα από το παρελθόν που δεν έχει καταφέρει ο καπιταλισμός να εξαλείψει ή η πατριαρχία είναι σήμερα κάτι ριζικά νέο που έχει να κάνει με τον τρόπο που το κεφάλαιο κυριαρχεί πάνω στην κοινωνία και συνεπώς ο αγώνας εναντίον της πρέπει να θίξει το κεφάλαιο σαν κοινωνική κατηγορία;

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Η υπαγωγή περιλαμβάνει και την υπαγωγή των ανδρών. Δεν το τόνισα αρκετά, γιατί συνήθως όταν μιλάμε για το γυναικείο ζήτημα επικεντρωνόμαστε στις γυναίκες. Σε κάθε ιστορική περίοδο και σε κάθε παράδειγμα πρέπει να μελετάμε πως και με ποιους τρόπους δημιουργούνται αυτές οι σχέσεις οικειότητας και απόκρυψης της πατριαρχίας και επιπρόσθετα το πώς «κάθεται» κάθε φορά σε αυτές τις παραδοσιακές κοινότητες πατριαρχίας το κράτος αναπαράγοντας τις δικές του κρατικές πατριαρχίες. Η ταινία που προανέφερα το “Pride” έδειχνε το πώς διαφορετικές κατηγορίες ακτιβιστών, οι ανθρακωρύχοι από τη μία και οι τρανς-γκέυ-λεσβιακές κοινότητες μπορούν να ξεπεράσουν το ταμπού της συμπόρευσης και να αγωνιστούν από κοινού για το δικαίωμα στην εργασία, στην αλληλεγγύη. Ο ρόλος της αναπαραγωγή της ζωής από μεριάς των γυναικών ως όλον πρέπει να μας παραδειγματίσουν για να επεκτείνουμε αυτή την έννοια της κυριαρχίας και της αναπαραγωγής και στις άλλες μειονοτικές καταστάσεις. Πιστεύω ότι το αντίθετο από αυτό που λέει η Μαργαρίτα θα πρέπει να συμβεί: η αμηχανία να μιλήσουμε για το γυναικείο ζήτημα σε διάφορες αριστερές οργανώσεις δηλώνει ότι τέτοιου είδους ζητήματα δεν τα έχουν επεξεργαστεί σε ικανοποιητικό βαθμό. Το να μη μιλάμε για το γυναικείο ζήτημα επειδή τώρα προέχει να μιλάμε για την κρίση δηλώνει την υποβάθμιση του γυναικείου ζητήματος σε ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας.

Ο Άντονυ Γκίντενς στο βιβλίο του «η μεταμόρφωση της οικειότητας» αναφέρει ότι τα τελευταία χρόνια ζούμε μία από τις μεγαλύτερες σιωπηλές επαναστάσεις των 5000 τελευταίων χρόνων, αυτή των γυναικών. Η επανάσταση αυτή σύμφωνά με τον Γκίντενς έχεις ως πυρήνα της τη μεταμόρφωση της σεξουαλικότητας, δηλαδή την αποδέσμευση της σεξουαλικής πράξης από την αναπαραγωγή αλλά και τη διεκδίκηση και ικανοποίηση της σεξουαλικής επιθυμίας από μεριάς των γυναικών.

Ένα δεύτερο σχόλιο που ήθελα να κάνω είναι ότι αν θέλουμε σήμερα να μιλάμε για πατριαρχία ίσως θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν ότι υπάρχει μια ριζική διαφορά του καπιταλισμού ως το 1950 και του καπιταλισμού σήμερα. Περίπου μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα ο καπιταλισμός στηριζόταν στην αναβολή της απόλαυσης ενώ ο καπιταλισμός στη σύγχρονη εποχή έχει την επιταγή «απόλαυσέ το». Ένα διαφωτιστικό παράδειγμα: μία σοβιετική ταινία το 1949 στη Σοβιετική Ένωση απεικονίζει το Στάλιν σαν μεγάλο πατέρα και από κάτω τους άνδρες εργάτες να πολεμούν. Το μήνυμα είναι σαφές: θα έρθουν καλύτερες μέρες όμως τώρα υπάρχει ανάγκη για αύξηση της παραγωγής και πόλεμο. Στο gay parade που διοργανώθηκε πρόσφατα παρακολούθησα το λόγο μίας ομιλήτριας στο βήμα « Θα μπορούσαμε να κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή για τα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης στην Αμερική αλλά δεν μας ταιριάζει, για αυτό λοιπόν ας χειροκροτήσουμε!».

Α. Θεοδώρογλου: Σε σχέση με την αποδοχή και τις ορατότητες των ομοφυλοφίλων, τρανς και άλλων ατόμων: υπάρχει μία παγίδα που ονομάζεται ομοκανονικότητα δηλαδή ζητήματα γκέυ ή λεσβιών γίνονται ορατά αλλά απολιτικοποιούνται, αφού δεν αμβισβητούνται σχέσεις ταξικού προνομίου, φυλετικού προνομίου. Επίσης πέρα από το δίπολο ομοφυλοφιλία-ετεροφυλία υπάρχουν και άτομα που δεν εντάσσονται σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες όπως τρανς ή ιντερσέξ άτομα. Συνεπώς και λόγω των πολλών διασπάσεων πρέπει και εμείς οι ίδιοι να κάνουμε κριτική εντός της κοινότητας και να θέτουμε τα παραπάνω ζητήματα. Δεν είναι μόνο η σεξουαλικότητα η οποία μπορεί να μας ενώσει.

Μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες ήταν αποδεκτή στους πανεπιστημιακούς κύκλους η άποψη ότι πριν τη πατριαρχία υπήρχε ένα άλλο είδος κοινωνικής οργάνωσης με τη γυναίκα στο επίκεντρο και υποστήριζε την ισότητα ανάμεσα στα φύλα και στα μέλη της κοινότητας. Τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξε μία αμφισβήτηση αυτής της άποψης λόγω της ανεπάρκειας ιστορικών στοιχείων για αυτό. Θα ήθελα την άποψή σας για αυτό. Υπήρξε αυτή η περίοδος και αν ναι πως συνέβη η μετάλλαξη;

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Οι ανθρωπολόγοι έχουμε καταλήξει ότι η μητριαρχία δεν υπήρξε ποτέ μία κοινωνία ιδανική. Ακόμα και στις κοινωνίες όπου είχαμε εξισωτικές τάσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών πάντα υπήρξε ένα μικρό προβάδισμα υπέρ των ανδρών. Το γεγονός ότι η κοινωνία οδεύει από πιο εξισωτικές σε πιο πατριαρχικές κοινωνίες έχει αποσιωπηθεί και είναι αρνητικό. Αν κανείς μελετήσει τον οικονομικό τύπο συστημάτων πριν τον καπιταλισμό (κοινωνίες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών – κατά φυλές- κοινωνίες αρχηγίες- σύγχρονες κοινωνίες), όσο προχωράμε από το ένα στάδιο στο άλλο τόσο η ισότητα μεταξύ ανδρών γυναικών στενεύει εις βάρος των γυναικών. Αυτή η διαπίστωση είναι πολύ σημαντική για το πώς θα χρησιμοποιήσουμε αυτή την πρότερη ισότητα.

Με αφορμή τον πόλεμο στη Συρία, στην Ροτζάβα υπάρχει το μόνο στον κόσμο αποκλειστικά γυναικείο αντάρτικο, το οποίο ταυτόχρονα πίεσε σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο για να επικρατήσει η οργάνωση στη βάση της άμεσης δημοκρατίας, στην βάση των λαϊκών συνελεύσεων, της ισότιμης συμμετοχής κατά 50% από άνδρες και γυναίκες, της δημιουργίας μικτών πολιτοφυλακών. Αυτό είναι ένα παράδειγμα για την τοποθέτηση του γυναικείου ζητήματος σαν κεντρικό ζήτημα και πως αυτό οδηγεί στις πολιτικές δομές που προανέφερα. Αν αυτό αποτελεί ένα παράδειγμα γιατί δεν αναφέρεται;

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Θα πρέπει να δούμε τις καταβολές αυτού του κινήματος στο οποίο αναφέρεσαι. Πρώτα και κύρια το νέο είδος φεμινιστικής κινηματικής δράσης που ξεκινάει στην Τουρκία τη δεκαετία του 1980, αφού το παλιό είδος έχει υποστεί τεράστια δίωξη. Επίσης το γεγονός ότι οι Κούρδοι έχουν διεθνείς διασυνδέσεις και μεταφέρουν πολιτική εμπειρία από το εξωτερικό και τέλος η σύνδεση και επιρροή του κινήματος των Ζαπατίστας.

Μαργαρίτα Κουταλάκη: Το παράδειγμα αυτό αποτελεί απόδειξη τη δύναμη της αυτοοργάνωσης και της μη αποδοχής από τη μεριά των γυναικών του ρόλου που τους έχει ανατεθεί. Οι γυναίκες μπορούν να αποτελέσουν πρωτοπορία και να παλέψουν για αιτήματα όπως αλλαγή της κοινωνίας. Αποτελούν σίγουρα παράδειγμα προς μίμηση και παρακαταθήκη για τις κοινωνίες σε όλο τον κόσμο. Ζούμε σε μια εποχή πολέμων και επαναστάσεων.

Από τον τρόπο που μίλησαν οι ομιλήτριες μένει εντελώς θολός ο τρόπος της πολιτικής κατεύθυνσης που θα πάρουν τα διάφορα αιτήματα και διεκδικήσεις. Η περιγραφή του τρόπου που δομούνται οι ταυτότητες, ο τρόπος αυτοκατανόησης των ομοφυλοφίλων τον 20ο αιώνα και οι νέες μορφές συνείδησης που έρχονται να προστεθούν στις παραδοσιακές μορφές του εργατικού κινήματος παραπέμπουν σε κάποια συγκεκριμένη πολιτική μορφή; Ποια πολιτική μορφή είναι εγγύτερα σε αγώνες των ομοφυλοφίλων, τρανς κτλ; Είναι η άμεση δημοκρατία; Επίσης το πολιτικό κόμμα αποκλείεται ως μια ντε φάκτο αυταρχική μορφή; Πως γίνεται η μεταφορά της πολιτικής εμπειρίας εντός των ατόμων και των ομάδων χωρίς μια πολιτική οργάνωση;

Α. Θεοδώρογλου: Μέσα από αυτοοργανωτικές δομές μπορούν τέτοιες συνειδήσεις να λειτουργήσουν και να ενεργοποιηθούν και όχι μέσα από κόμματα. Αν μείνουν χωρίς πολιτική οργάνωση οδηγούμαστε σε όχι τόσο ευχάριστες πολιτικές αφομοιώσεις.

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Για να απαντήσω θα πρέπει να αντιστρέψω το ερώτημα, γιατί θεωρείς ότι αυτό που υποστηρίζεις είναι πολιτική και όχι αυτό που υποστηρίζουμε εμείς; Με την αντιστροφή του παραδείγματος θέτουμε ερωτήματα όπως πως ασκείται η πολιτική. Στην πράξη φαίνεται πως διαμορφώνεται μία νέα πολιτική η οποία κρατάει επιλεκτικά από το παρελθόν, εμπλουτίζεται. Η πολιτική στην οποία αναφέρεσαι, αυτή δηλαδή του μοντερνισμού, η οποία αφορά τα δικαιώματα και τις διεκδικήσεις και αποκλείει για παράδειγμα το συναίσθημα. Όμως όλο και περισσότερο διαπιστώνεται στην πράξη φαίνεται ότι δεν μπορούμε να δράσουμε ορμώμενοι από τον ορθό λόγο. Αυτό που χρειάζεται είναι να υπάρχει μία ανοικτότητα και όχι ταμπού μεταξύ των κινημάτων.

Τι σημαίνει διαθεματικότητα και πως αυτή η έννοια διαφοροποιείται από το παρελθόν; Σε κινήματα για παράδειγμα όπως το σοσιαλιστικό γυναίκες, ομοφυλόφιλοι, τρανς συμμετείχαν χωρίς να αυτοπροσδιορίζονται κάπως συγκεκριμένα πέρα από το ότι ήταν σοσιαλιστές.

Α. Θεοδώρογλου: Παλιότερα κινήματα όντως αντιμετώπιζαν τα διάφορα ζητήματα πέραν του κεντρικού της ταξικής επανάστασης ως επιμέρους παραμέτρους οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψιν ενώ όταν μιλάμε για διαθεματικότητα εννοούμε μία κατάσταση στην οποία λαμβάνουμε υπόψιν με ίσο τρόπο τα ζητήματα. Το ένα ζήτημα παραπέμπει στο άλλο δηλαδή η ταξική καταπίεση από μόνη της δεν λειτουργεί χωρίς την έμφυλη καταπίεση τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο δικτύων.

Συμμετέχω από θέση αρχής στο gay parade  και το θεωρώ πολύ θετικό που γίνεται. Η εμπορευματοποίηση ήταν εμφανής στο gay parade, για παράδειγμα μοίραζαν περιοδικά που απευθύνονταν με διαφημίσεις σε αυτό το κοινό. Υπάρχει κριτική μέσα στο ομοφυλόφιλο κίνημα για αυτά τα φαινόμενα;

Α. Θεοδώρογλου: Βασική ερώτηση. Όταν λέμε pride δεν εννοούμε μόνο γκέυ και λεσβίες αλλά μία κοινότητα που αποτελείται από διάφορους έμφυλους προσανατολισμούς. Τα pride οργανώνονται με θεσμικό τρόπο, υπάρχουν για να ικανοποιήσουν κάποιες νόρμες σε σχέση με τα μη ετεροφυλόφιλα υποκείμενα. Έτσι πολλές φορές αποσιωπούνται ζητήματα που σχετίζονται με προσανατολισμούς πέραν από των γκέυ ανδρών και γυναικών. Πάνω σε αυτό υπάρχει κριτική: η queer κριτική. Επίσης υπάρχει κριτική και στην εμπορευματοποίηση της όλης κατάστασης και στον πραγματισμό που υπάρχει μέσα στις θεσμικές προσεγγίσεις του ζητήματος της σεξουαλικότητας δηλαδή ότι αυτό που μας ενδιαφέρει είναι μόνο μία ικανοποίηση σε επίπεδο δικαιωμάτων και τίποτα παραπάνω.

 

1η συνάντηση 
Μενάντ  απόσπασμα σχετικά με τη νεώτερη ιστορία και ελευθερία (διατίθεται μόνο στα αγγλικά)
Μαρξ   περί του γίγνεσθαι
Κατρόουν   “Το κεφάλαιο στην ιστορία”
  “Η μαρξιστική υπόθεση”  (2010)

2η συνάντηση 
Καντ — “ Ιδέα μίας καθολικής ιστορίας υπό πρίσμα κοσμοπολίτικο ” και
  Τι είναι διαφωτισμός;  (1784)
Κονστάν — “ Η ελευθερία των αρχαίων εν συγκρίσει προς εκείνη των νεωτέρων” (1819)
(+) Ρουσσώ — “Πραγματεία περί της καταγωγής της ανισότητας” (1754) και  επιλογές από το “Κοινωνικό συμβόλαιο”  (1762)

3η συνάντηση 
Χορκχάιμερ   επιλογές από το “Λυκόφως”  (1926–31)
Αντόρνο — “Αμετροέπεια” (1944–47) (διατίθεται στα αγγλικά , και στα γερμανικά :GS4:297-300, Anhang in Minima Moralia, letzter Abschnitt)

4η συνάντηση 
Κολακόφσκι   Η έννοια της Αριστεράς  (1968)
Μαρξ — “ Να καταστήσουμε τον κόσμο φιλοσοφικό” (από τη διδακτορική διατριβή του Μαρξ, 1839-41) και “Για μια αμείλικτη κριτική του υπάρχοντος” (γράμμα στον Ρούγκε, Σεπτέμβρης 1843)

5η συνάντηση 
Μαρξ — επιλογές από τα “Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα” (1844) – [μόνο τις σελίδες 90 – 106 (Αλλοτριωμένη εργασία), 122 – 140 (Ατομική ιδιοκτησία και κομμουνισμός), 140 – 155,  (Ανάγκη, παραγωγή και καταμερισμός εργασίας)] – επιλογές από το “Κομμουνιστικό Μανιφέστο” (μαζί με τον Ένγκελς, 1848), [μόνο όλους τους προλόγους, πλην αυτόν του 1890 από τον Ένγκελς, και από το ίδιο το “Μανιφέστο”, την εισαγωγή, το πρώτο, το δεύτερο και το τέταρτο μέρος] – “Προσφώνηση της κεντρικής επιτροπής στην Ένωση των Κομμουνιστών” (1850)

6η συνάντηση
Ένγκελς — “Η τακτική της σοσιαλδημοκρατίας” (εισαγωγή του Ένγκελς το 1895 στο βιβλίο του Μαρξ “Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία”)
Μαρξ — επιλογές από τους “Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία” (1850) και τη “18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη” (1852)
[Τα κείμενα διατίθενται διαδικτυακά σ’ αυτόν τον τόμο, στις σελίδες:
Πρόλογος Ένγκελς: 123-148
Ταξικοί αγώνες: 149, 156-161, 171, 175-179, 191-192, 238-239, 250-252, 262-263
18η Μπρυμαίρ: Όλο το πρώτο μέρος (Ι), 282-293, και όλο το έβδομο (VII), 382-400]

7η συνάντηση
(+) Κορς — “Ο Μαρξισμός της Πρώτης Διεθνούς” (1924) (διατίθεται μόνο στα αγγλικά)
Μαρξ — “Ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς ένωσης των εργατών” (1864), επιλογές από τον “Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία” (1871, συμπεριλαμβανομένη της εισαγωγής του Ένγκελς του 1891) (σελ. 3-18, 58-91)
(+) Κορς — “Εισαγωγή στην ‘Κριτική του προγράμματος της Γκότα’ του Μαρξ” (1922) (διατίθεται μόνο στα αγγλικά)
Μαρξ  “Κριτική του προγράμματος της Γκότα” (1875), “Πρόγραμμα του Γαλλικού εργατικού κόμματος” (1880) (διατίθεται στα αγγλικά)

8η συνάντηση 
Μαρξ  επιλογές από τα “Grundrisse” (1857-61), “Ο φετιχιστικός χαρακτήρας των εμπορευμάτων” (από το “Κεφάλαιο”, τ.1, 1867)

9η συνάντηση
Λούκατς — “Το φαινόμενο της πραγμοποίησης” (πρώτο μέρος του κεφαλαίου “Η πραγμοποίηση και η συνείδηση του προλεταριάτου” από το βιβλίο “Ιστορία και ταξική συνείδηση“, 1923, σελ. 149-182 του βιβλίου)

 

10η συνάντηση
Λούκατς — “Αρχικός Πρόλογος” (1922), “Τι είναι ο ορθόδοξος μαρξισμός;” (1919), “Ταξική συνείδηση” (1920)  (περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Ιστορία και ταξική συνείδηση“, σελ. 45-82 και 105-148 του βιβλίου)
(+) Μαρξ — “Πρόλογος στην πρώτη γερμανική έκδοση” (1867) και “Επίλογος στη δεύτερη γερμανική έκδοση” (1873) του τ.1 του “Κεφαλαίου”(σελ. 11-26 του βιβλίου)

11η συνάντηση
Κορς  “Μαρξισμός και Φιλοσοφία” (1923)
(+) Μαρξ — “Να καταστήσουμε τον κόσμο φιλοσοφικό” (από τη διδακτορική διατριβή του Μαρξ, 1839-41), “Για μια αμείλικτη κριτική απέναντι σε ό,τι υπάρχει”, γράμμα στον Ρούγκε, Σεπτέμβρης 1843) και “Θέσεις για τον Φόυερμπαχ” (1845) — υπάρχουν σ’ αυτόν τον τόμο.

ΙΙ. Εισαγωγή στον επαναστατικό μαρξισμό

12η συνάντηση
Λούξεμπουργκ: Η κρίση της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, μέρος 1 (1915). Yπάρχει στα ελληνικά στο βιβλίο “Μπροσούρα του Γιούνιους” (Πρωτοποριακής Βιβλιοθήκη, σελ. 29-48). Επικοινωνήστε μαζί μας για να σας  ενημερώσουμε πώς μπορείτε να διαβάσετε την ελληνική εκδοχή.
Νετλ: Το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα την περίοδο 1890-1914 ως πολιτικό μοντέλο (1965) [διατίθεται μόνο στα αγγλικά] Σλότερ: Τι είναι η επαναστατική ηγεσία; (1960) [διατίθεται μόνο στα αγγλικά]

13η συνάντηση 
Λούξεμπουργκ: Μεταρρύθμιση ή επανάσταση; (1900-1908)

14η συνάντηση
Λίγκα των Σπαρτακιστών: Ο Λένιν και το κόμμα της πρωτοπορίας (1978) [διατίθεται μόνο στα αγγλικά]

15η συνάντηση
Λένιν : Τι να κάνουμε; (1902)
+Απινιάνεσι και Ζαράτε: Εισαγωγή στον Λένιν και τη ρώσικη επανάσταση, Λένιν για αρχάριους (1977) [αγγλικά]

16η συνάντηση 
Λούξεμπουργκ: Μαζική απεργία, κόμμα, συνδικάτα (1906)
+Λούξεμπουργκ: Μπλανκισμός και σοσιαλδημοκρατία (1906)

17η συνάντηση
Τρότσκυ: Αποτελέσματα και προοπτικές (1906)
+Αλί και Έβανς: Εισαγωγή στον Τρότσκυ και στον μαρξισμό: ο Τρότσκυ για αρχάριους (1980)

18η συνάντηση
Λένιν: Κράτος και επανάσταση (1917)

19η συνάντηση
Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού (1916)
+Λένιν: Σοσιαλισμός και πόλεμος, κεφάλαιο 1: Οι αρχές του σοσιαλισμού και ο πόλεμος του 1914-1915 (1916) – [Διατίθεται ολόκληρο στα αγγλικά. Κάποια αποσπάσματα μπορούν να βρεθούν μεταφρασμένα εδώ].

Dienstags 20:00 - 22:00 UhrRaum S1|03-12 (Altes Hauptgebäude, Hochschulstr.1)

Kontakt: Nicolas.Schliessler(ät)web.de

 

Mit Ausnahme der ersten und vierten Sitzung und des englischen Transkripts der "Reform, Revolution, Resistance"-Podiusmdiskussion in der dritten Sitzung, sind alle Texte im Platypus-Reader zu finden. Es gibt genügend Druckexemplare des Readers für alle TeilnehmerInnen, dieser ist jedoch auch online als PDF- Version hier zu finden:

 

1.Sitzung: Dienstag, 02. Dezember

 

2.Sitzung: Dienstag, 09. Dezember

  • Mission, Was ist ein Schnabeltier?, Eine kurze Geschichte der Linken, Mission der Platypus Review
  • Cutrone, Chris: Das Kapital in der Geschichte

 

3.Sitzung: Dienstag, 16. Dezember

Weihnachtspause

 

4.Sitzung: Dienstag, 13. Januar

 

5.Sitzung: Dienstag, 20. Januar

Platypus Frankfurt lädt zum Ferienlesekreis über "Kunst und Politik".

Ort: Studierendenhaus Bockenheim, K3
Zeit: Immer Freitags 15-18 Uhr
Erster Termin: 29.08.2014

 

 

Vorausgesetzte Lektüre:

• Chris Cutrone et al., “The relevance of Critical Theory to art today” (2011)
/2011/01/01/the-relevance-of-critical-theory-to-art-today/#cutrone
ArtAndPolitics
Woche 1. Die Bedeutung von Kunst | 29. August 2014

• Susan Buck-Morss, Antworten zum Visual culture questionnaire (1996)
/wp-content/uploads/2012/12/buckmorss_visualcultquest.pdf

• Immanuel Kant, Vorwort und Einleitung zur Kritik der Urteilskraft (1790)
http://www.zeno.org/Philosophie/M/Kant%2c+Immanuel/Kritik+der+Urteilskraft

Woche 2. Moderne Ästhetik der Kunst | 5. September 2014

• G.W.F. Hegel, Vorlesungen über die Ästhetik, Erster Abschnitt:
"Einleitung" bis (inklusive) "3. Zweck der Kunst"
http://user.uni-frankfurt.de/~tstahl/Hegel%20-%20Werke%20-%20Band%2013%20-%20Vorlesungen%20über%20die%20Ästhethik%20I%20-%20OCRed.pdf

Woche 3. Kunst und Politik in unserer Epoche | 12. September 2014

• Leon Trotzki, "Kunst und Revolution" (1938)
https://www.marxists.org/deutsch/archiv/trotzki/1939/07/kunst.htm

• Clement Greenberg, "Avant-garde and kitsch" (1939)
http://www.kunstgeschichte.tu-berlin.de/fileadmin/user_upload/ArTUs/Materialien%20SoSe%202013/Bushart/SE%20Kunst-%20und%20Arch.kritik/greenberg_avantgarde%20u%20kitsch.pdf

Woche 4. Revolutionäre Kunst? | 19. September

• Walter Benjamin, "Erfahrung und Armut" (1934)
http://www.textlog.de/benjamin-erfahrung-armut.html

• Benjamin, "Der Autor als Produzent" (1934)
http://www.texturen-online.net/methodik/benjamin/autor-als-produzent/

• Jürgen Habermas, "Die Moderne - ein unvollendest Projekt" (1981)
https://etf.univie.ac.at/fileadmin/user_upload/fak_etf/Fakultaet/Veranstaltungen/philosophisches_cafe/Text_fuer_23_05_2013.pdf

Woche 5. Kunst und Warenform | 26. September

• Stewart Martin, “Critique of relational aesthetics” (2007)
(bald verfügbar)

• Stewart Martin, “The absolute artwork meets the absolute commodity” (2007)
/wp-content/uploads/2010/10/martinstewart_absoluteartworkcommodity_rp2007.pdf

• Theodor Adorno, Ästhetische Theorie (1970):
Selbstverständlichkeit von Kunst verloren (S. 9 - 11)
Gesellschaft (S. 334 - 389)
(bald verfügbar)

A panel event held at the Inaugural European Conference of the Platypus Affiliated Society on July 18th, 2014 at Goldsmiths College, London.

At this panel event, Platypus members Lucy Parker (London); Jan Schroeder (Frankfurt); and Nikos Manousakis (Thessaloniki) reflected upon the below questions. This was followed by an open audience Q&A.

What have been some of the more significant engagements in your chapter with the Left? Why was this important for the development of your chapter and, what has this engagement taught us about the nature international Left?

What are some challenges in building your local chapter, what is the landscape of the Left that makes it hard to navigate, etc?

Why Platypus? Why does platypus need to exist in your location aside from you being there?What are the recurring points of discussions within your chapter? Do you feel like your chapter differs from the international discussions if so how?

This is an international conference, in what way do you see yourself as part of an international organization and how do you see Platypus as an international project? What do you see as the growing trends in the Left in the next year or two? How might Platypus be positioned to address these? Should it?

Where do you want Platypus to go? What other kind of engagements do you hope to foster in the future with the help of other international chapters?

Every year at the Platypus International Convention, speakers from various perspectives are asked to bring their experience of the Left’s recent history to bear on today’s political possibilities and challenges as part of the “Differing Perspectives on the Left” workshop series.

A workshop with the Democratic Socialists of America (Joseph Schwartz (Temple University) and Bill Barclay) held on April 5, 2014, at the Sixth Platypus International Convention.

Mitte des 19. Jahrhunderts bemerkten Marx und Engels in einer berühmten Formulierung: "Ein Gespenst geht um in Europa - das Gespenst des Kommunismus." 160 Jahre später scheint der Marxismus selbst zu einem Gespenst geworden zu sein.

Es scheint, als hätte die Linke im 21. Jahrhundert den Marxismus als möglichen Weg zur Freiheit aufgegeben. Doch griff Marx vor allem in seiner eigenen Zeit ein, um seine Zeitgefährten zu ermuntern, die Gesellschaft zu verändern. Trägt die Linke diese Verantwortung heute wohl nicht mehr? Hat die Linke gar die Problematiken, die Marx aufwarf, beantwortet und ist fortgeschritten?

Ist der Marxismus überhaupt noch relevant?