RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Archive for category Greece

 

Μετάφραση (από το γερμανικό πρωτότυπο): Γιώργος Στεφανίδης

Ι. Ομιλία στο πλαίσιο της συζήτησης για ζητήματα τακτικής

3 Οκτωβρίου 1898

Οι ομιλίες του Χάινε και των υπολοίπων απέδειξαν ότι στο κόμμα μας έχει συσκοτισθεί ένα εξαιρετικά σημαντικό σημείο, δηλαδή η κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στον τελικό μας στόχο και τον καθημερινό μας αγώνα. Εδώ αντιτάσσεται ότι στο πρόγραμμά μας υπάρχει ένα ωραίο κομμάτι για τον τελικό στόχο, το οποίο βέβαια δεν θα έπρεπε να λησμονηθεί, αλλά δεν έχει καμία άμεση σχέση με την πραγματική μας πάλη. Ίσως υπάρχουν κάποιοι σύντροφοι που πιστεύουν ότι οι εικασίες γύρω από τον τελικό στόχο αποτελούν στην πραγματικότητα ένα ακαδημαϊκό ερώτημα. Απέναντι σε αυτούς υποστηρίζω ότι για εμάς, ως ένα επαναστατικό προλεταριακό κόμμα, δεν υπάρχει κανένα πρακτικότερο ερώτημα από αυτό για τον τελικό στόχο.

Για σκεφτείτε: τι συνιστά πραγματικά τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα ολόκληρου του κινήματός μας; Η πραγματικά πρακτική πάλη χωρίζεται σε τρία σημεία: τη συνδικαλιστική πάλη, την πάλη για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και την πάλη για εκδημοκρατισμό του καπιταλιστικού κράτους. Αποτελούν άραγε οι τρεις αυτές μορφές της πάλης μας πραγματικά σοσιαλισμό; Ούτε κατά διάνοια. Καταρχάς το συνδικαλιστικό κίνημα! Κοιτάξτε την Αγγλία: εκεί το κίνημα όχι μόνο δεν είναι σοσιαλιστικό, αλλά εν μέρει είναι ένα εμπόδιο για τον σοσιαλισμό. Η κοινωνική μεταρρύθμιση τονίζεται επίσης από τους καθέδρας σοσιαλιστές, τους εθνικοσοσιαλιστές και παρόμοιους ανθρώπους. Κι ο εκδημοκρατισμός όμως είναι μια ιδιαίτερα αστική διεκδίκηση. Η αστική τάξη είχε πριν από εμάς αναγράψει τη δημοκρατία στο λάβαρό της.

Τι μας καθιστά τότε σοσιαλιστικό κόμμα στην καθημερινή πάλη μας; Μονάχα η σχέση αυτών των τριών μορφών του πρακτικού αγώνα με τον τελικό στόχο. Μονάχα ο τελικός στόχος αποτελεί το πνεύμα και το περιεχόμενο της σοσιαλιστικής πάλης μας, μετατρέποντάς την σε ταξική πάλη. Μάλιστα, ως τελικό στόχο δεν πρέπει να εννοούμε, όπως είπε ο Χάινε, αυτή ή εκείνη την ιδέα για το μελλοντικό κράτος, αλλά αυτό που πρέπει να προηγηθεί μιας μελλοντικής κοινωνίας, δηλαδή την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. (Φωνές: “Τότε είμαστε σύμφωνοι!”) Αυτή η αντίληψη των καθηκόντων μας βρίσκεται σε άρρηκτη σύνδεση με την αντίληψή μας για την καπιταλιστική κοινωνία: αυτή αποτελεί το στέρεο έδαφος της αντίληψής μας ότι η καπιταλιστική κοινωνία βρίσκεται μπλεγμένη σε άλυτες αντιφάσεις, οι οποίες τελικά καθιστούν αναγκαία μια έκρηξη, μια κατάρρευση, στην οποία εμείς πρέπει να παίξουμε τον ρόλο του συνδίκου που θα εκκαθαρίσει τη χρεοκοπημένη εταιρία.

Όμως, αν υιοθετούμε τη σκοπιά ότι μπορούμε να ικανοποιήσουμε πλήρως τα συμφέροντα του προλεταριάτου, τότε θα ήταν απαράδεκτες τέτοιες δηλώσεις, όπως αυτές στις οποίες αρέσκεται τελευταία ο Χάινε, ότι μπορούμε και εμείς να κάνουμε παραχωρήσεις στο ζήτημα του μιλιταρισμού· όπως και η δήλωση του Κόνραντ Σμιτ στο κεντρικό όργανο της σοσιαλιστικής πλειοψηφίας στο αστικό κοινοβούλιο και προπαντός δηλώσεις όπως αυτές του Μπέρνσταϊν ότι αν κάποτε πάρουμε την εξουσία, τότε και εμείς ακόμα δεν θα είμαστε σε θέση να απαλλαχθούμε από τον καπιταλισμό. Μόλις διάβασα αυτή τη δήλωση, μονολόγησα: πρόκειται για πραγματική τύχη που το 1871 οι Γάλλοι σοσιαλιστές εργάτες δεν ήταν τόσο έξυπνοι, διότι τότε θα είχαν πει: “Παιδιά, ας μείνουμε στα κρεβάτια μας, δεν έχει φθάσει ακόμα η ώρα μας, η παραγωγή δεν έχει συγκεντροποιηθεί αρκετά για να μπορέσουμε να πάρουμε το πηδάλιο.” Όμως τότε, αντί για το μεγαλειώδες δράμα, τον ηρωικό αγώνα, θα είχαμε παρακολουθήσει μια διαφορετική παράσταση, τότε οι εργάτες δεν θα ήταν ήρωες, αλλά απλώς γριούλες. Πιστεύω ότι έχει ακαδημαϊκό χαρακτήρα η συζήτηση γύρω από τα παρακάτω ερωτήματα: [1.] αν θα είμαστε σε θέση, όταν πάρουμε την εξουσία, να κοινωνικοποιήσουμε την παραγωγή, και [2.] αν αυτή θα είναι ώριμη για κάτι τέτοιο. Εμείς δεν επιτρέπεται να αμφιβάλουμε ποτέ ότι πρέπει να επιδιώξουμε την κατάκτηση της

πολιτικής εξουσίας. Ένα σοσιαλιστικό κόμμα πρέπει πάντα να στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, δεν επιτρέπεται να διστάζει ποτέ μπροστά στα πραγματικά του καθήκοντα. Συνεπώς, οι απόψεις μας για τον τελικό μας στόχο πρέπει να είναι απολύτως σαφείς. Παρά τις θύελλες και τους ανέμους, θα τον πραγματώσουμε. (Χειροκρότημα.)

ΙΙ. Ομιλία για τη σχέση της συνδικαλιστικής με την πολιτική πάλη

4 Οκτωβρίου 1898

Αποδοκιμάστηκα με δριμύτητα από τον Βόλμαρ, διότι θέλω ως νεοσύλλεκτη στο κίνημα να νουθετήσω τους παλιούς βετεράνους. Δεν πρόκειται περί αυτού. Θα ήταν περιττό, διότι έχω την πεποίθηση ότι οι βετεράνοι μοιράζονται με σταθερότητα τις ίδιες απόψεις με μένα. Σε αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται καθόλου περί νουθεσίας αλλά περί της σαφούς και αδιαμφισβήτητης διατύπωσης μιας ορισμένης τακτικής. Γνωρίζω ότι πρέπει πρώτα να κερδίσω τις επωμίδες μου στο γερμανικό κίνημα· όμως θέλω να τις πάρω στο αριστερό μέτωπο, όπου κανείς πολεμά με τον εχθρό, και όχι στο δεξιό μέτωπο, όπου κανείς θέλει να συμβιβασθεί μαζί του. (Αντιδράσεις.)

Όταν όμως ο Βόλμαρ ενάντια στις πραγματολογικές παρατηρήσεις μου επικαλείται το επιχείρημα: “Νιάνιαρο, θα μπορούσα να είμαι ο παππούς σου”, αυτό για μένα αποδεικνύει ότι τα λογικά του επιχειρήματα είναι φτερό στον άνεμο. (Γέλια.) Στην πραγματικότητα, στην πορεία των παρατηρήσεών του έκανε μια σειρά από δηλώσεις που αν μη τι άλλο είναι παράξενο να βγαίνουν από το στόμα ενός βετεράνου.

Απέναντι στην αποστομωτική ρήση Μαρξ για την εργατική νομοθεσία που παρέθεσε ο Βόλμαρ αντιπαραθέτω μια άλλη μαρξική ρήση σύμφωνα με την οποία η εισαγωγή της εργατικής νομοθεσίας στην Αγγλία σήμανε πολύ περισσότερο τη σωτηρία της ίδιας της αστικής κοινωνίας. Ο Βόλμαρ ισχυρίσθηκε επίσης ότι είναι λάθος να μην εξετάζουμε το συνδικαλιστικό κίνημα ως σοσιαλιστικό και παρέπεμψε στα [αγγλικά] συνδικάτα. Μα δεν άκουσε ο Βόλμαρ τίποτα για τη διαφορά μεταξύ του παλιού και του νέου συνδικαλισμού; Δεν γνωρίζει ότι οι παλιοί συνδικαλιστές υιοθετούν πλήρως τη σκληροπυρηνική αστική σκοπιά; Δεν γνωρίζει άραγε ότι ο ίδιος ο Ένγκελς εξέφρασε την ελπίδα ότι το σοσιαλιστικό κίνημα στην Αγγλία θα πάει τώρα μπροστά επειδή η Αγγλία έχασε την πρωτοκαθεδρία στην παγκόσμια αγορά και κατά συνέπεια το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να ακολουθήσει καινούργιους δρόμους; Ο Βόλμαρ επικαλέσθηκε τον μπλανκισμό ως μπαμπούλα. Δεν ξέρει άραγε τη διαφορά μεταξύ μπλανκισμού και σοσιαλδημοκρατίας; Δεν γνωρίζει άραγε ότι στους μπλανκιστές μια χούφτα απεσταλμένων κατακτά την πολιτική εξουσία στο όνομα της εργατικής τάξης; Ότι στη σοσιαλδημοκρατία η ίδια η εργατική τάξη [κατακτά την εξουσία]; Πρόκειται για μια διαφορά που δεν επιτρέπεται κανείς να ξεχνά, αν είναι βετεράνος του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος.

Τρίτον, μου καταλόγισε ψευδώς ότι ονειρεύομαι βίαια μέσα. Ούτε στις αναλύσεις μου ούτε στα άρθρα μου ενάντια στον Μπέρνσταϊν στη Λαϊπτσίγκερ Φολκστσάιτουνγκ έχω δώσει την παραμικρή αφορμή για κάτι τέτοιο. Υιοθετώ την ακριβώς αντίθετη σκοπιά και ισχυρίζομαι ότι το μοναδικό βίαιο μέσο που θα μας οδηγήσει στη νίκη είναι ο σοσιαλιστικός διαφωτισμός της εργατικής τάξης στην καθημερινή πάλη.

Δεν θα μπορούσε κανείς να κάνει μεγαλύτερη φιλοφρόνηση στις αναλύσεις μου παρά να ισχυρισθεί ότι είναι αυτονόητες. Δίχως άλλο πρέπει να είναι αυτονόητες για έναν σοσιαλδημοκράτη, αλλά δεν είναι αυτονόητες για όλους εδώ στην κομματική συνδιάσκεψη (“Ω!”), π.χ. για τον σύντροφο Χάινε με τη συμψηφιστική πολιτική του. Πώς συμβιβάζεται αυτή η πολιτική με την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας; Εμείς ζητάμε ενίσχυση των λαϊκών δικαιωμάτων και των δημοκρατικών ελευθεριών· το καπιταλιστικό κράτος ζητά ενίσχυση των εξουσιαστικών του μέσων και των κανονιών του. Ακόμα και αν δεχθούμε ότι, στην ευνοϊκότερη περίπτωση, η συμφωνία των δύο πλευρών ολοκληρώνεται με δίκαιο τρόπο και διατηρείται, αυτό που αποκτούμε βρίσκεται μόνο στα χαρτιά. Ο Μπέρνε έχει ήδη πει: “Δεν συμβουλεύω κανέναν να βάλει υποθήκη ένα γερμανικό σύνταγμα, διότι όλες οι γερμανικές συνταγματικές συνθήκες ανήκουν στην κατηγορία της κινητής περιουσίας”. Οι συνταγματικές ελευθερίες, αν πρόκειται να έχουν κάποια σταθερή αξία, πρέπει να κερδηθούν με αγώνα, όχι με συμβόλαιο. Αυτό όμως που το καπιταλιστικό κράτος θα ζητούσε από

εμάς ως αντάλλαγμα είναι στέρεα και ωμά πραγματικό. Τα κανόνια και οι στρατιώτες που εγκρίνουμε μετατοπίζουν τις αντικειμενικές υλικές σχέσεις εξουσίας εις βάρος μας. Δεν ήταν όμως άλλος παρά ο Λασάλ που είπε: “Το αληθινό σύνταγμα μιας χώρας δεν συνίσταται στη γραμμένη συνταγματική συνθήκη αλλά στις πραγματικές σχέσεις εξουσίας”. Συνεπώς, το αποτέλεσμα της συμψηφιστικής πολιτικής είναι πάντα ότι οι σχέσεις ρυθμίζονται προς όφελός μας μονάχα στο χαρτί, προς όφελος του αντιπάλου όμως στην αντικειμενική πραγματικότητα· ότι κατά βάθος αποδυναμώνουμε τη θέση μας και ενισχύουμε τη θέση του αντιπάλου. Αναρωτιέμαι αν κανείς μπορεί να ισχυρισθεί για έναν άνθρωπο που προτείνει κάτι τέτοιο ότι ειλικρινά επιδιώκει την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Πιστεύω ότι η αγανάκτηση, με την οποία ο σύντροφος Φέντριχ υπογράμμισε τον αυτονόητο χαρακτήρα αυτής της επιδίωξης, λανθασμένα απευθύνθηκε σε μένα· βασικά, κατευθύνεται ενάντια στον Χάινε. Ήταν απλώς η έκφραση της ριζικής αντίθεσης στην οποία ενεπλάκη ο Χάινε προς το προλεταριακό φρόνημα του κόμματός μας, όταν τόλμησε να μιλήσει για μια συμψηφιστική πολιτική απέναντι στο καπιταλιστικό κράτος.

Ας πάρουμε στη συνέχεια τη δήλωση του Κόνραντ Σμιτ ότι η αναρχία της καπιταλιστικής κυριαρχίας μπορεί να εξαλειφθεί διαμέσου των συνδικαλιστικών και των συναφών αγώνων. Αν κάτι παρακίνησε την προγραμματική μας θέση για την αναγκαιότητα κατάληψης της πολιτικής εξουσίας, αυτό ήταν η πεποίθηση ότι στο έδαφος της καπιταλιστικής κοινωνίας δεν ευδοκιμεί κανένα φαρμακευτικό βότανο για την καταπολέμηση της καπιταλιστικής αναρχίας. Κάθε μέρα μεγαλώνουν η αναρχία, οι φοβερές συμφορές της εργατικής τάξης, το άγχος της επιβίωσης, η εκμετάλλευση, η απόσταση μεταξύ φτωχών και πλουσίων. Μπορούμε άραγε να δεχθούμε ότι κάποιος που θέλει να εισαγάγει τη λύση διαμέσου καπιταλιστικών μέσων θεωρεί αναγκαία την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας διαμέσου της εργατικής τάξης; Συνεπώς, κι εδώ ακόμα, η αγανάκτηση του Φέντριχ και του Βόλμαρ δεν κατευθύνεται προς εμένα αλλά προς τον Κόνραντ Σμιτ. Και στη συνέχεια ας πάρουμε τη γνωστή δήλωση [του Μπέρνσταϊν] στη Νόιε Τσάιτ: “Ο τελικός στόχος, όποιος και αν είναι αυτός, δεν είναι για μένα τίποτα, το κίνημα είναι για μένα τα πάντα!”. Όποιος λέει κάτι τέτοιο δεν υπερασπίζεται την αναγκαιότητα κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας. Διαπιστώνετε ότι αρκετοί κομματικοί σύντροφοι δεν υπερασπίζονται τον τελικό στόχο του κινήματός μας· γι' αυτό, είναι αναγκαίο να τον διατυπώσουμε με σαφή και αδιαμφισβήτητο τρόπο. Τα χτυπήματα της αντίδρασης πέφτουν πάνω μας σαν χαλάζι. Η συζήτησή [που κάνουμε] πρέπει να δώσει απάντηση στην τελευταία ομιλία του Κάιζερ. Ορθά κοφτά πρέπει να πούμε, όπως ο αρχαίος Κάτων: “Κατά τα άλλα, είμαι της άποψης ότι αυτό το κράτος πρέπει να καταστραφεί”. Η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας παραμένει ο τελικός στόχος και ο τελικός στόχος παραμένει η ψυχή του αγώνα. Η εργατική τάξη δεν επιτρέπεται να υιοθετήσει την παρακμιακή σκοπιά του φιλοσόφου: “Ο τελικός στόχος δεν είναι για μένα τίποτα, το κίνημα είναι για μένα τα πάντα”· όχι, αντίστροφα: το κίνημα ως τέτοιο, χωρίς σχέση με τον τελικό στόχο, το κίνημα ως αυτοσκοπός δεν είναι για μένα τίποτα, ο τελικός στόχος είναι για μας τα πάντα. (Χειροκρότημα.)

Μετάφραση: Ισιδώρα Στανιμεράκη

 

Η προλεταριακή επανάσταση που μόλις ξεκίνησε δεν μπορεί να έχει άλλο στόχο και άλλο αποτέλεσμα από την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού. Η εργατική τάξη πρέπει πάνω απ’ όλα να παλέψει για να πάρει όλη την πολιτική εξουσία του κράτους στα χέρια της. Η πολιτική εξουσία, ωστόσο, είναι για εμάς τους σοσιαλιστές μονάχα ένα μέσο. Ο σκοπός για τον οποίο πρέπει να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη δύναμη είναι ο ριζικός μετασχηματισμός όλων των οικονομικών σχέσεων.

Επί του παρόντος, όλος ο πλούτος, τα μεγαλύτερα και τα καλύτερα χτήματα, καθώς επίσης τα ορυχεία, τα εργαστήρια και τα εργοστάσια, ανήκουν σε μια χούφτα αριστοκράτες και σε ιδιώτες καπιταλιστές. Η μεγάλη μάζα των εργατών παίρνει από αυτούς ένα ξεροκόμματο για να ζήσει ως αντάλλαγμα για τη σκληρή της δουλειά. Ο στόχος της σημερινής οικονομίας είναι ο πλουτισμός μιας μικρής τάξης αρχόσχολων.

Πρέπει να τελειώνουμε με αυτή την κατάσταση πραγμάτων δια παντός. Το σύνολο του κοινωνικού πλούτου, η γη και όλες οι φυσικές πηγές που κρύβονται στα σπλάχνα και στο έδαφός της, όλα τα εργοστάσια και τα εργαστήρια πρέπει να παρθούν από τα χέρια των εκμεταλλευτών και να καταστούν κοινή περιουσία του λαού. Το πρώτο καθήκον μιας επαναστατικής εργατικής κυβέρνησης που κατέχει την εξουσία είναι να εκδώσει μια σειρά διαταγμάτων, τα οποία θα καταστήσουν τα μείζονα μέσα παραγωγής εθνική ιδιοκτησία και θα τα θέσουν υπό κοινωνικό έλεγχο.

Αλλά τότε και μόνον ξεκινά το πραγματικό και πιο δύσκολο έργο: η αναδόμηση της οικονομίας σε μια ολότελα καινούργια βάση.

Σήμερα, η παραγωγή σε κάθε επιχείρηση διευθύνεται από μεμονωμένους καπιταλιστές βάσει της προσωπικής τους πρωτοβουλίας. Τι -και με ποιο τρόπο- πρόκειται να παραχθεί, πού, πότε και πώς θα πουληθούν τα παραγόμενα αγαθά, αποφασίζεται από τον βιομήχανο. Οι εργάτες δεν έχουν καμιά έγνοια για όλα αυτά, είναι μικρές μηχανές που πρέπει απλώς να κάνουν τη δουλειά τους.

Σε μια σοσιαλιστική οικονομία όλα αυτά πρέπει ν’ αλλάξουν! Η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής θα εξαφανιστεί. Η παραγωγή δεν θα στοχεύει στον πλουτισμό του ατόμου, αλλά στο να προσφέρει τα μέσα για την ικανοποίηση όλων των αναγκών της εργατικής τάξης. Κατά τον ίδιο τρόπο, τα εργοστάσια, τα εργαστήρια και οι αγροτικές επιχειρήσεις πρέπει να αναδιοργανωθούν κάτω από μια νέα προοπτική.

Καταρχάς, εάν η παραγωγή πρόκειται να έχει ως στόχο την εξασφάλιση μιας αξιοπρεπούς ζωής για τον καθένα, την παροχή επαρκούς τροφής, ρουχισμού και όλων των άλλων πολιτισμικών μέσων διαβίωσης, τότε η παραγωγικότητα της εργασίας θα πρέπει να είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από τη σημερινή. Η γη πρέπει να αποδίδει πλουσιότερες σοδειές, πρέπει να εισαχθούν στα εργοστάσια οι πλέον προηγμένες τεχνολογίες, και πρέπει να τύχουν εντατικής εκμετάλλευσης μόνον τα πιο παραγωγικά ανθρακωρυχεία και ορυχεία κ.λπ. Από τούτο προκύπτει ότι η διαδικασία της κοινωνικοποίησης πρέπει πρωτίστως να επεκταθεί στις μεγάλες επιχειρήσεις της βιομηχανίας και της γεωργίας. Δεν είναι αναγκαίο, μα ούτε και το θέλουμε, να στερήσουμε από τους μικροκαλλιεργητές και τους τεχνίτες το κομματάκι γης ή το μικροεργαστήρι που έχουν για να βγάζουν το ψωμί τους. Όταν έρθει η ώρα, θα συνειδητοποιήσουν τα οφέλη του σοσιαλισμού έναντι της ατομικής ιδιοκτησίας και θα έρθουν σε εμάς με τη θέλησή τους.

Δεύτερον: προκειμένου όλα τα μέλη της κοινωνίας να μπορούν να απολαμβάνουν την ευμάρεια, πρέπει όλοι να εργάζονται. Μόνον κάποιος που θα προσφέρει χρήσιμες υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο, είτε αυτές είναι πνευματικές είτε χειρωνακτικές, θα δικαιούται να λαμβάνει από την κοινωνία τα μέσα ικανοποίησης των αναγκών του. Μια ζωή σχόλης σαν κι αυτή που σήμερα διάγουν οι πλούσιοι εκμεταλλευτές θα λάβει τέλος. Σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, η εργασία θα είναι καθολική και υποχρεωτική για όσους είναι ικανοί να την προσφέρουν, εξαιρουμένων προφανώς των παιδιών, των ηλικιωμένων και των αρρώστων. Το κοινωνικό σύνολο θα πρέπει να μεριμνά πάραυτα για όσους είναι ανίκανοι να εργαστούν – όχι όπως γίνεται σήμερα με πενιχρή ελεημοσύνη, αλλά με πλούσια πρόνοια, κοινωνικοποιημένη ανατροφή των παιδιών, φροντίδα για τους ηλικιωμένους, δημόσια υγεία για τους αρρώστους και ούτω καθεξής.

Τρίτον, προκειμένου να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή η γενική ευμάρεια, η κοινωνία πρέπει να είναι οικονόμα και ορθολογική στη διαχείριση τόσο των μέσων παραγωγής όσο και αυτών της εργασίας. Η σπατάλη που βλέπουμε σήμερα να συμβαίνει παντού ολόγυρά μας πρέπει να σταματήσει. Όλες οι βιομηχανίες πολέμου και παραγωγής όπλων πρέπει το δίχως άλλο να εκλείψουν, καθώς μια σοσιαλιστική κοινωνία δεν έχει ανάγκη από φονικά όπλα· αντ’ αυτού, οι πολύτιμες ύλες και η ανθρώπινη εργασία που χρησιμοποιούνταν γι’ αυτόν τον σκοπό θα πρέπει να αξιοποιηθούν για την παραγωγή χρήσιμων αγαθών. Οι βιομηχανίες πολυτελείας που φτιάχνουν κάθε λογής άχρηστα προϊόντα για τους αργόσχολους πλουσίους πρέπει επίσης να εξαφανιστούν, όπως και οι προσωπικές υπηρεσίες. Έτσι, το σύνολο της ανθρώπινης εργασίας που απελευθερώνεται θα βρει μια πολύ πιο άξια και χρήσιμη απασχόληση.

Εάν εγκαθιδρύσουμε με αυτόν τον τρόπο μια κοινότητα εργατών, όπου όλοι θα δουλεύουν για όλους με γνώμονα το γενικό καλό και συμφέρον, η ίδια η εργασία θα πρέπει να οργανωθεί τελείως διαφορετικά. Στις μέρες μας, η εργασία στη βιομηχανία, στη γεωργία και στις δουλειές γραφείου αποτελεί συνήθως βάσανο και τυράννια για τους προλετάριους. Όλοι εργάζονται απλώς και μόνον επειδή πρέπει, ειδεμή δεν θα είχαν τα μέσα για να ζήσουν. Σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, όπου όλοι θα δουλεύουν μαζί για το γενικό καλό, η υγεία της εργατικής δύναμης και ο ενθουσιασμός της για εργασία θα πρέπει να ενδυναμώνονται και να συντηρούνται ενσυνείδητα. Μικρά ωράρια εργασίας που δεν θα υπερβαίνουν τη φυσιολογική ανθρώπινη ικανότητα, υγιή εργασιακά περιβάλλοντα, περίοδοι ανάπαυσης και ποικιλία στην εργασία θα πρέπει να εισαχθούν, προκειμένου όλοι να κάνουν αυτό που τους αναλογεί πρόθυμα και με χαρά.

Όμως, η επιτυχία αυτών των μεταρρυθμίσεων προϋποθέτει και το αντίστοιχο ανθρώπινο υλικό που θα τις φέρει εις πέρας. Σήμερα, ο καπιταλιστής, ο επιστάτης ή ο προϊστάμενος στέκονται πάνω από τον εργάτη με το μαστίγιο στο χέρι. Η πείνα οδηγεί τον προλετάριο στο εργοστάσιο, στα γραφεία, στον τσιφλικά ή τον γαιοκτήμονα. Οι εργοδότες φροντίζουν να μην σπαταλιέται ούτε χρόνος ούτε ύλες και να γίνεται η δουλειά σωστά και αποτελεσματικά.

Σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, ο καπιταλιστής με το μαστίγιο στο χέρι εξαφανίζεται. Οι εργάτες είναι ελεύθεροι και ισότιμοι άνθρωποι που δουλεύουν για το δικό τους καλό και το δικό τους συμφέρον. Τούτο σημαίνει πως δουλεύουν από μόνοι τους, με δική τους πρωτοβουλία, χωρίς να σπαταλούν τον κοινωνικό πλούτο, προσφέροντας αξιόπιστη και σχολαστική εργασία. Φυσικά, κάθε σοσιαλιστικό εργοστάσιο χρειάζεται τεχνικούς διευθυντές που γνωρίζουν επακριβώς τη λειτουργία του και μπορούν να επιβλέπουν την παραγωγή, ούτως ώστε όλα να βαίνουν ομαλώς και να επιτυγχάνεται ο καλύτερος εργασιακός καταμερισμός και η μεγαλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητα. Τα υπόλοιπα εξαρτώνται από το αν θα ακολουθήσει κανείς πιστά τις οδηγίες, αν θα διατηρήσει την πειθαρχία και την τάξη και αν θα προκαλέσει τριβές ή σύγχυση.

Κοντολογίς: σε μια σοσιαλιστική οικονομία, ο εργάτης πρέπει να δείξει ότι είναι σε θέση να δουλέψει σκληρά και σωστά, ότι διέπεται από πειθαρχία και ευσυνειδησία, χωρίς το μαστίγιο της πείνας και τον καπιταλιστή ή τον επιστάτη πίσω από την πλάτη του. Τούτο απαιτεί αυτοπειθαρχία, πνευματική ωριμότητα, ηθικό ζήλο, αίσθημα αξιοπρέπειας και υπευθυνότητας, ολοκληρωτική πνευματική αναγέννηση του προλετάριου.

Δεν μπορούμε να πραγματοποιήσουμε τον σοσιαλισμό με τεμπέληδες, επιπόλαιους, εγωιστές, ασυνείδητους και αδιάφορους ανθρώπους. Μια σοσιαλιστική κοινωνία χρειάζεται ανθρώπους που, όλοι από τη θέση τους, θα είναι γεμάτοι πάθος και ενθουσιασμό για το γενικό καλό, γεμάτοι πνεύμα αυτοθυσίας και συμπόνιας για τους συνανθρώπους τους, γεμάτοι κουράγιο και επιμονή, ούτως ώστε να τολμήσουν να αναμετρηθούν με τις μεγαλύτερες των δυσκολιών.

Αλλά δεν θα χρειαστεί να περιμένουμε αιώνες ή δεκαετίες για να εξελιχθεί ένα τέτοιο είδος ανθρώπου. Εδώ και τώρα, μέσα στην πάλη, μέσα στην Επανάσταση, οι προλεταριακές μάζες διδάσκονται τον αναγκαίο ιδεαλισμό και σύντομα θα αποκτήσουν και την πνευματική ωριμότητα. Προκειμένου να μπορέσουμε όλοι να οδηγήσουμε την επανάσταση στη νίκη, χρειαζόμαστε επίσης κουράγιο και αντοχή, πνευματική διαύγεια και αυτοθυσία. Στρατολογώντας ικανούς αγωνιστές για την επανάσταση του σήμερα, δημιουργούμε τους σοσιαλιστές εργάτες του αύριο, που η νέα τάξη προϋποθέτει ως θεμέλιό της.

Η νεολαία της εργατικής τάξης καλείται να αναλάβει αυτό το σπουδαίο καθήκον. Ως η γενιά του μέλλοντος, θα αποτελέσει το δίχως άλλο το πραγματικό θεμέλιο της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Είναι καθήκον της να δείξει, ήδη από τώρα, ότι μπορεί να αναλάβει το μεγάλο έργο του να κουβαλήσει το μέλλον της ανθρωπότητας στην πλάτη της. Υπάρχει ένας παλιός κόσμος για να ανατρέψουμε κι ένας ολότελα καινούργιος για να χτίσουμε. Και θα το κάνουμε νεαροί μου φίλοι, έτσι δεν είναι; Θα το κάνουμε! Ακριβώς όπως λένε κι οι στίχοι του τραγουδιού:

Τίποτε δε μας λείπει,

γυναίκα μου, παιδιά μου,

μονάχα εκείνο που μεσ’ από μας ζει

για να γίνουμε λεύτεροι σαν τα πουλιά.

Ο χρόνος, μόνον αυτός!

 

Το κείμενο δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβρη του 1918. Ευχαριστούμε τον Florian Walch για την αντιπαραβολή της αγγλικής μετάφρασης με το γερμανικό πρωτότυπο.

https://www.marxists.org/archive/luxemburg/1918/12/20.htm

http://archiv2007.sozialisten.de/politik/publikationen/disput/view_html?zid=3483&bs=1&n=0

Μετάφραση: Θοδωρής Βελισσάρης

 

Με τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, η Ρωσική Επανάσταση βρέθηκε σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Η πολιτική που καθοδηγεί τη δράση των μπολσεβίκων είναι ξεκάθαρη: ειρήνη με οποιοδήποτε τίμημα, προκειμένου να κερδηθεί χρόνος, κατά τη διάρκεια του οποίου θα μπορέσουν να επεκτείνουν και να εδραιώσουν τη δικτατορία του προλεταριάτου στη Ρωσία, εφαρμόζοντας όσο πιο πολλές σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις γίνεται. Σχεδιάζουν μ’ αυτόν τον τρόπο να περιμένουν το ξέσπασμα της διεθνούς προλεταριακής επανάστασης και ταυτόχρονα να την επισπεύσουν με το ρωσικό παράδειγμα. Δεδομένης της απόλυτης πολεμικής εξάντλησης των ρωσικών μαζών και της ταυτόχρονης στρατιωτικής αποδιοργάνωσης που άφησε πίσω του ο τσαρισμός, η συνέχιση του πολέμου φαινόταν σε κάθε περίπτωση ανώφελη σπατάλη ρωσικού αίματος, κι έτσι δεν υπήρχε άλλη διέξοδος από την τάχιστη σύναψη ειρήνης. Έτσι αποτιμούσαν την κατάσταση ο Λένιν και οι σύντροφοί του.

Την απόφασή τους υπαγόρευαν δύο επαναστατικές απόψεις: η ακλόνητη πίστη στην ευρωπαϊκή επανάσταση του προλεταριάτου ως μοναδική διέξοδο και αναπόφευκτη συνέπεια του παγκοσμίου πολέμου, και η εξίσου ακλόνητη αποφασιστικότητα υπεράσπισης με κάθε δυνατό μέσο της εξουσίας που είχαν κερδίσει στη Ρωσία, ώστε να τη χρησιμοποιήσουν για δραστικές και ριζοσπαστικές αλλαγές.

Κι όμως, οι υπολογισμοί αυτοί παρέβλεψαν σε μεγάλο βαθμό τον κρισιμότερο παράγοντα, δηλαδή τον γερμανικό μιλιταρισμό, στον οίκτο του οποίου παραδόθηκε η Ρωσία με τη χωριστή υπογραφή ειρήνης. Η συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά η συνθηκολόγηση του επαναστατικού ρωσικού προλεταριάτου με τον γερμανικό μιλιταρισμό. Ομολογουμένως, ο Λένιν και οι φίλοι του δεν εξαπάτησαν ούτε τον εαυτό τους ούτε τους υπόλοιπους σχετικά με τα γεγονότα. Παραδέχθηκαν ευθέως τη συνθηκολόγησή τους. Δυστυχώς, διατήρησαν την ψευδαίσθηση ότι με τη συνθηκολόγηση αυτή, μέσω της υπογραφής χωριστής ειρήνης, εξαγόρασαν χρόνο που θα τους επέτρεπε να σωθούν από την κόλαση του παγκοσμίου πολέμου. Δεν έλαβαν υπόψη το γεγονός πως η συνθηκολόγηση της Ρωσίας στο Μπρεστ-Λιτόφσκ σήμαινε μία κολοσσιαία ενδυνάμωση της ιμπεριαλιστικής πανγερμανικής πολιτικής, συνεπώς και μία αποδυνάμωση των πιθανοτήτων επαναστατικής εξέγερσης στη Γερμανία. Ούτε διέβλεψαν ότι η συνθηκολόγηση αυτή δεν θα επέφερε το τέλος του πολέμου εναντίον της Γερμανίας, αλλά μονάχα την αρχή ενός νέου κεφαλαίου του ίδιου πολέμου.

Στην πραγματικότητα, η «ειρήνη» του Μπρεστ-Λιτόφσκ είναι μια ψευδαίσθηση. Ούτε για μια στιγμή δεν υπήρξε ειρήνη μεταξύ Ρωσίας και Γερμανίας. Ο πόλεμος συνεχίστηκε από το Μπρεστ-Λιτόφσκ μέχρι σήμερα, αλλά είναι ένα πόλεμος ιδιαίτερος, καθώς διεξάγεται μόνο από τη μία πλευρά: συστηματική γερμανική προέλαση και, βήμα-βήμα, σιωπηλή μπολσεβίκικη οπισθοχώρηση. Η κατοχή της Ουκρανίας, της Φινλανδίας, της Εσθονίας και της Κριμαίας – ιδού το αποτέλεσμα της «ειρηνικής κατάστασης» μετά το Μπρεστ-Λιτόφσκ.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Καταρχήν, τον στραγγαλισμό της επανάστασης και τη νίκη της αντεπανάστασης στα επαναστατικά ρωσικά προπύργια. Γιατί η Φινλανδία, οι Βαλτικές επαρχίες, η Ουκρανία, ο Καύκασος, η περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, δεν αποτελούν παρά μέρος της Ρωσίας, δηλαδή το έδαφος της Ρωσικής Επανάστασης, όσο κι αν φλυαρούν για το «δικαίωμα της αυτοδιάθεσης» οι κενοί μικροαστοί αερολόγοι.

Δεύτερον, σημαίνει την απομόνωση του μεγάλου ρωσικού τμήματος του επαναστατικού εδάφους από τις περιοχές σιτοκαλλιέργειας και εξόρυξης άνθρακα, καθώς και από τις πηγές σιδηρομεταλλεύματος και νεφτιού, δηλαδή από τους πλέον σημαντικούς και ζωτικούς οικονομικούς πόρους της επανάστασης.

Τρίτον, την ενθάρρυνση και ενδυνάμωση όλων των αντεπαναστατικών στοιχείων εντός της Ρωσίας, επιτρέποντάς σθεναρή αντίσταση στους μπολσεβίκους και τις πολιτικές τους.

Τέταρτον, η Γερμανία θα αναλάβει ρόλο διαιτητή στις πολιτικές και οικονομικές σχέσεις της Ρωσίας με τις επαρχίες της: Φινλανδία, Λιθουανία, Ουκρανία, Καύκασο, καθώς και με τους γείτονές της, για παράδειγμα τη Ρουμανία.

Το γενικό αποτέλεσμα αυτού του απόλυτου ελέγχου της Γερμανίας επί της Ρωσίας ήταν, φυσικά, η τεράστια ενδυνάμωση του γερμανικού ιμπεριαλισμού, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά και, ως εκ τούτου, η τροφοδότηση της ενεργητικής αντίστασης και πολεμικής ετοιμότητας των δυνάμεων της Αντάντ, δηλαδή η παράταση και εντατικοποίηση του παγκοσμίου πολέμου. Και, πραγματικά, όχι μόνο αυτά: η ανυπεράσπιστη Ρωσία, όπως αποκαλύπτεται από την προελαύνουσα γερμανική κατοχή, θα πρέπει να οδηγήσει φυσικά την Αντάντ και την Ιαπωνία στην υποκίνηση αντίδρασης επί του ρωσικού εδάφους, έτσι ώστε να χαλιναγωγήσουν τη μεγάλη υπεροχή της Γερμανίας και, ταυτόχρονα, να ικανοποιήσουν τις ιμπεριαλιστικές ορέξεις τους εις βάρος του ανυπεράσπιστου κολοσσού. Αυτή τη στιγμή, ο βοράς και η ανατολή της ευρωπαϊκής Ρωσίας, καθώς και ολόκληρη η Σιβηρία, έχουν αποκοπεί, και οι μπολσεβίκοι έχουν απομονωθεί από τις τελευταίες πηγές ζωτικών προμηθειών.

Το τελικό αποτέλεσμα της Συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ είναι λοιπόν η περικύκλωση, η λιμοκτονία και ο στραγγαλισμός της Ρωσικής Επανάστασης από όλες τις πλευρές.

Αλλά και εντός της χώρας, στο έδαφος που οι γερμανοί άφησαν στους μπολσεβίκους, η εξουσία και οι πολιτικές της επανάστασης εξωθήθηκαν σε δύσκολες στενωπούς. Οι δολοφονίες των Μίρμπαχ και Άιχορν αποτελούν απτή απάντηση στο βασίλειο τρόμου που έχει επιβάλλει ο Γερμανικός ιμπεριαλισμός εντός της Ρωσίας. Η σοσιαλδημοκρατία, βεβαίως, πάντα απέρριπτε την τρομοκρατία ως ατομική δράση, αλλά μονάχα επειδή θεωρούσε πως ο μαζικός αγώνας είναι αποτελεσματικότερη μέθοδος, όχι επειδή προτιμούσε να ανέχεται παθητικά την αντιδραστική τυραννία. Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν ήταν παρά μία από τις διαστρεβλώσεις της Τηλεγραφικής Υπηρεσίας του Βολφ ο ισχυρισμός ότι οι αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες διεκπεραίωσαν τις δολοφονίες αυτές υποκινούμενοι, ή υπό την άμεση καθοδήγηση της Αντάντ. Αυτές οι δολοφονίες είτε προορίζονταν για κάλεσμα σε μαζική εξέγερση ενάντια στη γερμανική κυριαρχία, είτε αποτελούσαν παρορμητικές πράξεις εκδίκησης που πήγαζαν από την απόγνωση και το μίσος για την αιματηρή γερμανική κυριαρχία. Ωστόσο, παρά τις προθέσεις τους, διακινδύνευσαν σοβαρά τον σκοπό της επανάστασης στη Ρωσία, σπέρνοντας τη διχόνοια μεταξύ των, μέχρι τώρα, κυβερνώντων σοσιαλιστικών οργανώσεων. Δημιούργησαν ρήγμα μεταξύ των μπολσεβίκων και των αριστερών σοσιαλεπαναστατών· πράγματι, δημιούργησαν χάσμα και θανάσιμη εχθρότητα ανάμεσα στις δύο πτέρυγες του επαναστατικού στρατού.

Ομολογουμένως, οι κοινωνικές διαφορές – η αντίθεση μεταξύ των χωρικών με ατομική ιδιοκτησία και των προλεταρίων της υπαίθρου και άλλων – αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε στη ρήξη μεταξύ των μπολσεβίκων και των αριστερών σοσιαλεπαναστατών. Μέχρι τη δολοφονία του Μίρμπαχ, εντούτοις, τα πράγματα δεν φάνηκε να είχαν φτάσει ως εκεί. Σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονός ότι οι αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες παρείχαν στήριξη στους μπολσεβίκους. Η Οκτωβριανή Επανάσταση που έφερε τους μπολσεβίκους στο πηδάλιο, η διάλυση της Εθνοσυνέλευσης, οι μεταρρυθμίσεις των μπολσεβίκων, δεν θα ήταν μάλλον εφικτές χωρίς τη συνεργασία των αριστερών σοσιαλεπαναστατών. Μόνο το Μπρεστ-Λιτόφσκ και οι επιπτώσεις του οδήγησαν σε χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών. Τώρα ο γερμανικός ιμπεριαλισμός εμφανίζεται σαν διαιτητής μεταξύ των μπολσεβίκων και των, μόλις χθεσινών, επαναστατικών συμμάχων, ακριβώς όπως είναι ο διαιτητής των σχέσεών τους με τις ρωσικές συνοριακές επαρχίες και τα γειτονικά κράτη. Εξαιτίας αυτών των εξελίξεων, η αντίσταση στην εξουσία των μπολσεβίκων και στις θεσπισμένες μεταρρυθμίσεις τους, η οποία είναι ήδη πολύ μεγάλη, θα κορυφωθεί. Η βάση, συνεπώς, επί της οποίας στηρίζεται η κυριαρχία τους, έχει σε μεγάλο βαθμό εξασθενήσει. Πιθανώς, αυτό το σχίσμα και η διαίρεση των ετερογενών στοιχείων της επανάστασης, να ήταν αναπόφευκτα, όπως και είναι αναπόφευκτα σε κάθε σταδιακή ριζοσπαστικοποίηση μίας αναπτυσσόμενης επανάστασης. Τώρα, ωστόσο, η αντιπαράθεση σχετικά με την ωμή γερμανική στρατιωτική δικτατορία εισήλθε για τα καλά στη Ρωσική Επανάσταση. Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός είναι το αγκάθι στη σάρκα της Ρωσικής Επανάστασης.

Κι όμως, όλα αυτά δεν εξαντλούν το πλήρες μέγεθος του κινδύνου! Ο σιδερένιος κύκλος του πολέμου, ο οποίος φαινόταν να σπάει στην ανατολή, περικυκλώνει αδυσώπητα, άλλη μια φορά, τον κόσμο ολόκληρο: η Αντάντ προελαύνει με τσέχικα και γιαπωνέζικα στρατεύματα από τον βορά και την ανατολή, αναπόφευκτη συνέπεια της γερμανικής επίθεσης από τη δύση και τον νότο. Οι φλόγες του παγκοσμίου πολέμου εξαπλώνονται στο ρωσικό έδαφος και ανά πάσα στιγμή μπορούν να καταπνίξουν τη Ρωσική Επανάσταση. Η απόσυρση από τον παγκόσμιο πόλεμο – ακόμα και με αντίτιμο τις μέγιστες θυσίες – είναι κάτι, σε τελική ανάλυση, απλώς αδύνατο για τη Ρωσία.

Και τώρα, η πλέον τερατώδης προοπτική δεσπόζει στο βάθος για τους μπολσεβίκους, το τελευταίο στάδιο του ακανθώδους μονοπατιού τους – μία συμμαχία μεταξύ των μπολσεβίκων και της Γερμανίας! Αυτό, χωρίς αμφιβολία, θα σφυρηλατούσε τον τελευταίο κρίκο στην καταστροφική αλυσίδα που ο παγκόσμιος πόλεμος έχει κρεμάσει στον λαιμό της Ρωσικής Επανάστασης: αρχικά υποχώρηση, μετά συνθηκολόγηση και, τελικά, μία συμμαχία με τον γερμανικό ιμπεριαλισμό. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η Ρωσική Επανάσταση θα σερνόταν από τον παγκόσμιο πόλεμο, από τον οποίο προσπάθησε να αποσυρθεί με κάθε τίμημα, προς το αντίθετο στρατόπεδο – από το πλευρό της Αντάντ υπό την ηγεσία του Τσάρου, στο πλευρό των γερμανών υπό την ηγεσία των μπολσεβίκων.

Αποτελεί αιώνια τιμή για το ρωσικό επαναστατικό προλεταριάτο το γεγονός πως η πρώτη του κίνηση μετά το ξέσπασμα της επανάστασης ήταν να αρνηθεί να συνεχίσει να πολεμά υπέρ του γαλλο-αγγλικού ιμπεριαλισμού. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τη διεθνή κατάσταση, η προσφορά στρατιωτικών υπηρεσιών στον γερμανικό ιμπεριαλισμό είναι ακόμα χειρότερη.

Ο Τρότσκι φέρεται να δήλωσε πως εάν η Ρωσία είχε να διαλέξει μεταξύ ιαπωνικής και γερμανικής κατοχής, θα επέλεγε τη δεύτερη, καθώς η Γερμανία ήταν πολύ πιο ώριμη για την επανάσταση, σε σχέση με την Ιαπωνία. Η αγωνιώδης πτυχή της εικασίας αυτής είναι προφανής. Γιατί η Ιαπωνία δεν είναι ο μοναδικός αντίπαλος της Γερμανίας· αντίπαλοι είναι και η Αγγλία και η Γαλλία, και μεταξύ αυτών κανείς δεν είναι σε θέση να πει εάν η εσωτερική τους κατάσταση είναι πιο ευνοϊκή από της Γερμανίας σε σχέση με την προλεταριακή επανάσταση.

Ο συλλογισμός του Τρότσκι είναι, όμως, εντελώς λανθασμένος, στο μέτρο που οι προοπτικές και οι πιθανότητες της επανάστασης στη Γερμανία φθίνουν όποτε ο γερμανικός μιλιταρισμός ενδυναμώνεται ή κερδίζει μια νίκη.

Αλλά τότε, άλλες παράμετροι πρέπει να ληφθούν υπόψη, αρκετά διαφορετικές απ’ όσες φαίνονται ρεαλιστικές. Μία συμμαχία μεταξύ των μπολσεβίκων και του γερμανικού ιμπεριαλισμού θα ήταν το τρομερότερο ηθικό πλήγμα που καταφέρθηκε μέχρι σήμερα εναντίον του διεθνούς σοσιαλισμού. Η Ρωσία δεν ήταν παρά μία τελευταία γωνιά όπου ο επαναστατικός σοσιαλισμός, ως προς την καθαρότητα αρχών και ιδανικών, έμενε ακόμα ανέπαφος. Ήταν ένα μέρος προς το οποίο μπορούσαν να κοιτάξουν όλα τα έντιμα σοσιαλιστικά στοιχεία από τη Γερμανία και την Ευρώπη ώστε να ανακουφιστούν από την αηδία που ένιωθαν μπροστά στις πρακτικές του δυτικο-ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος, έτσι ώστε να εξοπλιστούν με το θάρρος της υπομονής και με την πίστη στης καθαρές πράξεις και τις ιερές λέξεις. Το τραγελαφικό «ζευγάρωμα» των Λένιν και Χίντενμπουργκ θα εξολόθρευε την πηγή του ηθικού φωτός στην ανατολή. Προφανώς, οι γερμανοί εξουσιαστές κρατούν ένα όπλο στραμμένο στο κεφάλι της σοβιετικής κυβέρνησης και εκμεταλλεύονται την απελπιστική της κατάσταση με στόχο την επιβολή αυτής της τερατώδους συμμαχίας. Ελπίζουμε όμως ότι ο Λένιν και οι φίλοι του δεν θα παραδοθούν σε καμία περίπτωση, και θα απαντήσουν σ’ αυτή την παράλογη απαίτηση με ένα κατηγορηματικό: «Ως εδώ και μη παρέκει!»

Μια σοσιαλιστική επανάσταση υποστηριζόμενη από τις γερμανικές ξιφολόγχες, η δικτατορία του προλεταριάτου υπό την προστασία του γερμανικού ιμπεριαλισμού – αυτό θα ήταν ό,τι πιο τερατώδες από όσα θα μπορούσε κανείς να περιμένει να δει. Πέρα από το γεγονός ότι σε όλη τη χώρα το ηθικό γόητρο των μπολσεβίκων θα καταβαραθρωνόταν, θα έχαναν επίσης κάθε περιθώριο κίνησης και ανεξαρτησίας, ακόμα και στο επίπεδο της εσωτερικής πολιτικής, και πολύ σύντομα θα εξαφανίζονταν εντελώς από το προσκήνιο. Ακόμα κι ένα παιδί μπορεί να καταλάβει ότι η Γερμανία περιμένει την ευκαιρία να ενώσει τις δυνάμεις της με τους Μιλιούκωφ, Χέτμαν, κι ένας Θεός ξέρει με ποιους ακόμα σκοτεινούς κυρίους και πολιτικούς ερασιτέχνες, προκειμένου να βάλει ένα τέλος στη μεγαλειώδη προσπάθεια των μπολσεβίκων. Περιμένει απλώς μία ευκαιρία για να υποβιβάσει τον Λένιν και τους συντρόφους του (όπως υποβίβασαν τους Ουκρανούς, τους Λυμπίνσκι και τους υπόλοιπους) σε ρόλο Δούρειου Ίππου, ρόλου που σημαίνει αυτοκτονία για τους παίκτες της παρτίδας όταν τον αναλαμβάνουν.

Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, θα χάσουν οποιαδήποτε αξία όλες οι μέχρι τώρα θυσίες, συμπεριλαμβανομένης της μεγάλης θυσίας του Μπρεστ-Λιτόφσκ, καθώς τίμημα της θυσίας θα αποτελούσε πλέον η ηθική χρεωκοπία. Κάθε είδους πολιτική συντριβή των μπολσεβίκων σε έναν έντιμο αγώνα εναντίων υπέρμετρων και εχθρικών πιέσεων της ιστορικής συγκυρίας θα ήταν προτιμότερη από την ηθική συντριβή.

Σίγουρα οι μπολσεβίκοι έκαναν, και ίσως κάνουν ακόμα, μία σειρά από λάθη στις πολιτικές επιλογές τους – αλλά δεν υπάρχει αλάνθαστη επανάσταση! Η έννοια της αλάνθαστης επαναστατικής πολιτικής, και μάλιστα εντός μίας απολύτως πρωτοφανούς κατάστασης, είναι τόσο παράλογη που είναι αντάξια μόνο γερμανού δασκαλάκου. Όταν οι αυτοαποκαλούμενοι ηγέτες του γερμανικού σοσιαλισμού έχασαν τα αυτοαποκαλούμενα λογικά τους σε μια κατάσταση τόσο απλή όσο μία ψήφος στο Ράιχσταγκ, κι όταν η καρδιά τους βούλιαξε μέχρι τις μπότες τους και ξέχασαν ολόκληρο τον σοσιαλισμό που είχαν μάθει, σε μία κατάσταση όπου η απλή αλφαβήτα του σοσιαλισμού έδειχνε ξεκάθαρα τον δρόμο – θα περίμενε κανείς από ένα κόμμα μπλεγμένο σε μία πραγματικά ακανθώδη κατάσταση, κατά την οποία ήδη ανταποκρίθηκε με καινοφανή θαυμαστό τρόπο, να μην κάνει λάθη;

Εντούτοις, η κατάσταση θανάσιμου κινδύνου στην οποία έχουν περιέλθει οι μπολσεβίκοι σήμερα είναι, μαζί με τα περισσότερα λάθη τους, συνέπεια του ανεπίλυτου προβλήματος που τους έθεσε το διεθνές, και κυρίως το γερμανικό, προλεταριάτο. Η πραγματοποίηση της δικτατορίας του προλεταριάτου και της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μία μόνο χώρα, περικυκλωμένη από αντιδραστική ιμπεριαλιστική κυριαρχία, ενώ μαίνεται με μανία ο πιο αιματηρός πόλεμος της ανθρώπινης ιστορίας, είναι σαν την προσπάθεια τετραγωνισμού του κύκλου. Κάθε σοσιαλιστικό κόμμα θα αποτύγχανε σ’ αυτή την προσπάθεια και θα αφανιζόταν – είτε καθιστούσε την αυταπάρνηση καθοδηγητικό άστρο των πολιτικών επιλογών του, είτε όχι.

Θα θέλαμε να δούμε τις ασπόνδυλες τσούχτρες, τους γκρινιάρηδες, τους Άξελροντ, τους Ντανς και τους Γκριγκόριαντς, όπως κι αν τους λένε, που με αφρίζοντα στόματα τραγουδούν το θρηνητικό τους άσμα όντας οι ίδιοι εκτός Ρωσίας. Και – για κοιτάξτε! – βρίσκουν ευήκοα ώτα σε ήρωες τέτοιου βεληνεκούς όπως οι Στρέμπελ, Μπερνστάιν και Κάουτσκι∙ θα θέλαμε να δούμε αυτούς τους γερμανούς στη θέση των μπολσεβίκων! Ολόκληρη η ανώτερη διάνοιά τους θα εξαντλούνταν γρήγορα σε μία συμμαχία με τους Μιλιούκωφ στην εσωτερική πολιτική και με την Αντάντ στην εξωτερική. Σ’ αυτό θα πρόσθεταν μία συνειδητή αποκήρυξη κάθε σοσιαλιστικής μεταρρύθμισης, ή κάθε κίνησης προς αυτή την κατεύθυνση, όσον αφορά την εσωτερική πολιτική – κι όλα αυτά λόγω της συνειδητής σοφίας ευνούχου που θέλει τη Ρωσία απλά αγροτική χώρα και τον ρωσικό καπιταλισμό ανεπαρκώς ψημένο.

Αυτή είναι η παράλογη λογική της αντικειμενικής κατάστασης: οποιοδήποτε σοσιαλιστικό κόμμα κατακτούσε την εξουσία στη Ρωσία σήμερα, θα ακολουθούσε λανθασμένη τακτική στο μέτρο που, ως μέρος του διεθνούς προλεταριακού στρατού, θα είχε αφεθεί αβοήθητο από το κύριο σώμα αυτού του στρατού.

Την ευθύνη για τις αποτυχίες των μπολσεβίκων φέρει, σε τελική ανάλυση, το διεθνές προλεταριάτο και, πάνω απ’ όλα, η πρωτοφανής και επίμονη ποταπότητα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Το κόμμα αυτό που παρίστανε, σε καιρό ειρήνης, πως πορευόταν στην κεφαλή του παγκόσμιου προλεταριάτου, που τολμούσε να συμβουλεύει και να ηγείται του κόσμου όλου, που στη χώρα του μετρούσε τουλάχιστον δέκα εκατομμύρια υποστηρικτές και των δύο φύλων – αυτό είναι το κόμμα που κάρφωνε τον σοσιαλισμό στον σταυρό εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, για τέσσερα χρόνια, κατ’ εντολή της κυρίαρχης τάξης, σαν αργυρώνητος μεσαιωνικός μισθοφόρος.

Τα νέα που καταφθάνουν από τη Ρωσία για την κατάσταση των μπολσεβίκων αποτελούν συγκινητική επίκληση σε όσα κατάλοιπα τιμής παραμένουν στις μάζες των γερμανών εργατών και στρατιωτών. Επέτρεψαν, εν ψυχρώ, τη συντριβή, την περικύκλωση, και τη λιμοκτονία της Ρωσικής Επανάστασης. Ας παρέμβουν τώρα, ακόμα και την ύστατη ώρα, για να σώσουν την επανάσταση από το τρομακτικότερο πεπρωμένο: από την ηθική αυτοκτονία, από μία συμμαχία με τον γερμανικό ιμπεριαλισμό.

Μία λύση μονάχα υπάρχει στη ρωσική τραγωδία: μία εξέγερση στα νώτα του γερμανικού ιμπεριαλισμού, μια γερμανική μαζική εξέγερση ικανή να δώσει το σύνθημα για τη διεθνή επανάσταση η οποία θα βάλει τέλος σ’ αυτή τη γενοκτονία. Αυτή τη μοιραία στιγμή, η διαφύλαξη της τιμής της Ρωσικής Επανάστασης ταυτίζεται με την ανάκτηση της τιμής του γερμανικού προλεταριάτου και των διεθνών σοσιαλιστών.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1918. Ευχαριστούμε τη Dorna Darabi για την αντιπαραβολή της αγγλικής μετάφρασης με το γερμανικό πρωτότυπο. https://www.marxists.org/archive/luxemburg/1918/09/11.htm

http://www.aaap.be/Pages/Theme-Brest-Litovsk.html#russ

Γιώργος Στεφανίδης – Θοδωρής Βελισσάρης

Στο μικρό αφιέρωμα που φιλοξένησε το περιοδικό «Ουτοπία» στο τεύχος 123, παρουσιάζουμε για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα, εξ όσων γνωρίζουμε, δύο πολύ σημαντικά άρθρα της Ρόζα Λούξεμπουργκ, καθώς και μία διάσημη ομιλία της, συνοδευόμενα από ένα άρθρο που γράφτηκε πρόσφατα για την ίδια. Δεν είναι ευρέως γνωστό ότι το διάσημο έργο της για τη «Ρωσική επανάσταση» η Ρόζα Λούξεμπουργκ το έγραψε στη φυλακή, με περιορισμένες πηγές πληροφόρησης, και δεν το δημοσίευσε η ίδια εν ζωή. Δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό της, με επιμέλεια του Paul Levi. Εκτός φυλακής, έγραψε και δημοσίευσε η ίδια το, άγνωστο στους περισσότερους, άρθρο «Η Ρωσική τραγωδία». Νομίζουμε ότι το άρθρο αυτό πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη όταν διερευνάται η αποτίμησή της για τη Ρωσική επανάσταση εν γένει. Εδώ επικεντρώνει την κριτική της στην εξωτερική πολιτική των μπολσεβίκων, φυσικά στα πλαίσια μίας αμέριστης εκτίμησης και αλληλεγγύης. Στο άρθρο της για τον «Γερμανικό μπολσεβικισμό», καθίσταται ξεκάθαρη η άποψη της Λούξεμπουργκ για τη σοσιαλιστική πειθαρχία που απαιτείται σε μία επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου, εάν η τελευταία θέλει να πετύχει τους βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους της. Παράλληλα, δίνεται το περίγραμμα των βασικών βημάτων ενός μετασχηματισμού των οικονομικών σχέσεων προς τον σοσιαλισμό, μέσω της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας. Οι ομιλίες της στο συνέδριο της Στουτγκάρδης συνοψίζουν την ισχυρή της πεποίθηση ότι κανένας συνδικαλιστικός αγώνας δεν είναι από μόνος του σοσιαλιστικός, και κανένα κίνημα δεν είναι από μόνο του επαναστατικό. Χωρίς την πλαισίωση και τους στόχους μίας σοσιαλιστικής πολιτικής, τόσο ο συνδικαλισμός όσο και το «κίνημα», μπορούν για τη Λούξεμπουργκ να μετατραπούν στα μεγαλύτερα εμπόδια για την κατάκτηση του σοσιαλισμού. Το κόκκινο νήμα που διατρέχει όλα αυτά τα κείμενα είναι αυτό του προβλήματος της πολιτικής εξουσίας, το οποίο παρέμενε κεντρικό για τη Λούξεμπουργκ μέχρι το τραγικό της τέλος. Το άρθρο του Κρις Κατρόουν παρουσιάζει την προσπάθεια, εκ μέρους της Λούξεμπουργκ, μίας διαλεκτικής σύλληψης του προβλήματος αυτού, πέρα από την απόρριψη της μαζικής πολιτικής και της δημοκρατίας, αλλά συγχρόνως και πέρα από την απλή απολογητική και ωραιοποίηση του ίδιου του κράτους. Το κράτος, αλλά και το επαναστατικό κόμμα (και ο ίδιος ο μαρξισμός ακόμα!), συμμετείχαν στη βαθιά κοινωνική κρίση, αποτελούσαν συμπτώματα της παθολογίας των κοινωνικών σχέσεων, και έπρεπε να γίνουν αντικείμενο έκφρασης, πραγμάτευσης, χειρισμού, των κοινωνικών αυτών σχέσεων ως μέσα δυνητικής (αυθ)υπέρβασής τους. Στην καρδιά του μαρξισμού της Λούξεμπουργκ βρίσκεται η ζωντανή σύλληψη του προβλήματος της ελευθερίας, τόσο στον αντικειμενικό όσο και στον υποκειμενικό του ορίζοντα. Ελπίζουμε αυτό το μικρό αφιέρωμα να υπενθυμίσει, έστω και ελάχιστα, τη βαρύτητα της προσφοράς της Λούξεμπουργκ στον αγώνα για την ατομική και κοινωνική χειραφέτηση, και να παρακινήσει την περαιτέρω ενασχόληση με το έργο της.

μετάφραση: ομάδα Πλατύπους

Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από το αρχικό κείμενο που δημοσιεύτηκε στο διεθνές περιοδικό Platypus Review το Σεπτέμβριο του 2017- https://platypus1917.org/2017/08/29/slavoj-zizek-donald-trump-left

Κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου 2016, μόλις λίγες ημέρες πριν τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο μια συνέντευξη του Σλοβένου φιλοσόφου Σλάβοϊ Ζίζεκ στο Channel 4. Στο επίμαχο βίντεο, ο αριστεριστής φιλόσοφος εμφανίζεται κατά τον συνήθη τρόπο του –νευρικός, να τρίβει επανειλημμένα την μύτη του– καθώς απαντά στο ακόλουθο ερώτημα: ποιος θα κέρδιζε την ψήφο του αν ήταν Αμερικανός. Ο Ζίζεκ αναφωνεί χωρίς δισταγμό: «ο Τραμπ!». Στη συνέχεια εξηγεί την απάντησή του: ο Τραμπ δεν είναι ο καλύτερος υποψήφιος, δεν είναι καν συμπαθής, ωστόσο η Κλίντον εκφράζει την απειλή της απόλυτης αδράνειας. Αντιθέτως, η παρέμβαση του Τραμπ θα μπορούσε να αποδιοργανώσει με παραγωγικό τρόπο το αμερικανικό δικομματικό σύστημα: «Αν ο Τραμπ κερδίσει, αμφότερα τα μεγάλα κόμματα, οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Δημοκρατικοί, θα όφειλαν να επιστρέψουν στα βασικά, να ξανασκεφτούν τους εαυτούς τους και ίσως έτσι να προέκυπταν ορισμένα πράγματα». Και συνεχίζει: «Αυτή είναι η απέλπιδα, πολύ απέλπιδα ελπίδα μου – ότι αν κερδίσει ο Τραμπ, αυτό θα αποτελέσει ένα είδος μεγάλης αφύπνισης, ότι νέες πολιτικές διαδικασίες θα τεθούν σε κίνηση». Έχοντας επίγνωση ότι μια πιθανή προεδρία του Τραμπ φοβίζει του φιλελεύθερους, αναγνωρίζει τους κινδύνους από τους διορισμούς στο υπουργικό του συμβούλιο και προσπαθεί να δώσει στους ακροατές του κάποια προοπτική: «Η Αμερική δεν είναι ακόμη ένα δικτατορικό κράτος, ο Τραμπ δεν θα εισαγάγει τον φασισμό».[1] Σύμφωνα με τον Ζίζεκ, ο Τραμπ δεν είναι απλώς το μικρότερο κακό. Μάλλον, εν αγνοία του υποψηφίου προέδρου, η αταξία που θα προξενούσε στο κομματικό σύστημα θα μπορούσε να παρακινήσει την Αριστερά να αναστοχαστεί και να οργανωθεί γύρω από μια πολιτική που δείχνει πέρα από την αποτυχία της νεοφιλελεύθερης τάξης πραγμάτων.

Όπως ήταν αναμενόμενο, το βίντεο προκάλεσε αναταραχή μεταξύ των, κατά μείζονα λόγο, αριστεριστών ακόλουθων του Ζίζεκ. Πώς είναι δυνατόν ένας αυτοαποκαλούμενος μαρξιστής να επιδοκιμάζει δημοσίως έναν Ρεπουμπλικάνο, ο οποίος μάλιστα είχε ευρέως περιγραφεί ως φασίστας,[2] φανατικός,[3] μισογύνης,[4] ως κάποιος που μισεί τους μετανάστες;[5] Ο Νόαμ Τσόμσκι συνέκρινε τον Ζίζεκ με εκείνους τους διανοούμενους που κατά τραγικό τρόπο καλωσόρισαν την άνοδο του Χίτλερ ως δυνητικό όχημα κοινωνικής αλλαγής, με μοναδικό αποτέλεσμα να διωχθούν αμέσως μετά για τη θρησκεία τους, την κουλτούρα τους ή την πολιτική τους θέση.[6] Αλλού, ο Ζίζεκ αποκλήθηκε ανεύθυνος,[7] ένας «διανοούμενος τσαρλατάνος»,[8] ενώ συγχρόνως κατηγορήθηκε ότι απλώς συμπαθεί τη Σλοβένα σύζυγο του Τραμπ, Μελάνια.[9] Γρήγορα συγκεντρώθηκαν πύρινες καταγγελίες και από τα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος: η Left Voice απαίτησε από την Αριστερά να αποκηρύξει τον Ζίζεκ,[10] ενώ το Breitbart, ένα δεξιό διαδικτυακό πρακτορείο ειδήσεων, πανηγύρισε τη στήριξη προς τον Τραμπ.[11]

Μεταφερόμαστε μια εβδομάδα αργότερα. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ και είναι καθ’ οδόν προς τη συγκρότηση του δεξιού υπουργικού συμβουλίου που είχε υποσχεθεί. Με την ιδιότητα του επισκέπτη ακαδημαϊκού, ο Ζίζεκ έχει προσκληθεί να μιλήσει στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης μία μέρα μετά την εκλογή. Μια μακριά ουρά εκτείνεται έξω από το Cantor Center, όπου ο Ζίζεκ θα δώσει τη διάλεξή του: «Φυλετικές απολαύσεις: Ό,τι η φιλελεύθερη Αριστερά δεν θέλει να ακούσει».[12] Φοιτητές, νέοι που ψηφίζουν για πρώτη φορά, και διαφόρων ειδών αριστεριστές –μπερδεμένοι, σοκαρισμένοι, άφωνοι– περιμένουν απαντήσεις από τον καθηγητή Ζίζεκ. Και τώρα τι; Όταν ο Ζίζεκ ανεβαίνει στο βήμα μοιάζει ήρεμος και περισσότερο συγκρατημένος από το συνηθισμένο. Ενώ είναι γνωστός για τις προκλητικές παρουσιάσεις του, η οργισμένη αντίδραση της Αριστεράς στο «χρίσμα» του φαίνεται να τον περιορίζει. Ή, ενδεχομένως, είχε ήδη λάβει αρκετή αρνητική δημοσιότητα για μία εβδομάδα. Παρόλα αυτά εμμένει στο κεντρικό του επιχείρημα. Τόσο ο Τραμπ όσο και ο Μπέρνι Σάντερς ήταν πολιτικά αουτσάιντερ που συνέλαβαν τη διάθεση εναντίωσης στο κατεστημένο, γεγονός που ο κεντρισμός της Χίλαρι Κλίντον απέτυχε να αναγνωρίσει. Η νίκη της θα αντιπροσώπευε την απόπειρα διαιώνισης του κατεστημένου, υπό τον μανδύα μιας δικαιολογημένης λιτότητας σερβιρισμένης με μια δόση πολιτικής ορθότητας. Αντίστροφα, ο Τραμπ, με τον πολιτικά μη ορθό τρόπο του, απευθύνθηκε στην υποαντιπροσωπευόμενη «λευκή εργατική τάξη» και υπενθύμισε στους ψηφοφόρους του τη μισοξεχασμένη έννοια της ταξικής πάλης –μολονότι υπό μια λαϊκίστικη και στρεβλή εκδοχή– που είχε αδρανοποιηθεί στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής.

Η αισιόδοξη πρόταση του Ζίζεκ είναι αινιγματική, λακωνική και ενάντια στο κοινό αίσθημα. Προκειμένου να την κατανοήσουμε καλύτερα, είναι απαραίτητο να τη συγκρίνουμε με άλλες αναλύσεις της αμερικανικής πολιτικής σήμερα. Με ενδιαφέρουν κυρίως τρία ερωτήματα: Ποια είναι τα βασικά συστατικά στοιχεία της αμφιλεγόμενης θέσης του Ζίζεκ ότι μια φαινομενικά αντιδραστική φιγούρα μπορεί εν τέλει, ασχέτως των ενδιάμεσων σταθμών, να προκαλέσει πολιτικές εξελίξεις; Πώς και γιατί είναι ελκυστικός ο Τραμπ στους υποστηρικτές του; Ποιες είναι εκείνες οι προϋποθέσεις που οδηγούν πολλούς ανθρώπους στην απόρριψη του επιχειρήματος του Ζίζεκ;

Το επιχείρημα του Ζίζεκ αποτελείται από δύο σημεία που συνδέονται διαλεκτικά: Πρώτον, ο αριστερίστικος και φιλελεύθερος πανικός σε σχέση με τις υποτιθέμενες φασιστικές τάσεις του Τραμπ στηρίζεται σε μια εξόχως ανιστορική ανάγνωση του φασισμού. Δεύτερον, η εκλογή του Τραμπ και η ήττα των νεοφιλελεύθερων Ρεπουμπλικάνων αποτελούν μια ευθεία απάντηση στην αποτυχία των Δημοκρατικών να προσαρμοστούν στην κρίση που σηματοδοτήθηκε από τον Σάντερς. Η ρητορική του εν ενεργεία προέδρου κινητοποίησε τα αισθήματα ενάντια στο κατεστημένο, δημιουργώντας ένα προηγούμενο για την επανενεργοποίηση της αδρανούς Αριστεράς.

Η πρώτη ομάδα επιχειρημάτων είναι εύκολο να υποστηριχθεί. Ενώ στην κοινή χρήση του ο όρος «φασισμός» έχει καταστεί συνώνυμος του ρατσιστικού, εθνικιστικού, αυταρχικού ή απλά αυτού που απειλεί την παρούσα τάξη, η κατηγορία του Τραμπ ως φασίστα, όπως εμφανίζεται σε μια πλειάδα από αφίσες διαμαρτυρίας και άρθρα εφημερίδων, είναι ιστορικά ανακριβής. Σε ένα άρθρο του Jacobin από τον Δεκέμβριο του 2015, ο δημοσιογράφος Ντάνιελ Λαζάρ σημείωνε ότι ο Τραμπ δεν είναι φασίστας με την κλασική έννοια. «Παρουσιάζει τον εαυτό του ως ένα άτομο –Τραμπ Α.Ε.– που χωρίς καμία εξωτερική βοήθεια θα πάρει κεφάλια και θα κάνει το σύστημα να λειτουργήσει. Κατά συνέπεια, ο καταλληλότερος όρος είναι Βοναπαρτιστής – ένας σκληρός ηγέτης που τοποθετεί τον εαυτό του υπεράνω του ανταγωνισμού και ταυτοχρόνως επιτίθεται στους εχθρούς του από την Αριστερά και από τη Δεξιά».[13]

Ενώ αποδοκιμάζει τη φιλελεύθερη πολιτική των Δημοκρατικών, συγχρόνως ο Τραμπ συνταράσσει τους μηχανισμούς του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, φθάνοντας σε ρήξη με τον παραδοσιακό συντηρητισμό του. Ιδεολογικά αδέσμευτος από αμφότερα κόμματα, μπορεί να παρουσιαστεί ως ένα λαϊκιστής σωτήρας, φερόμενος ως εκπρόσωπος των ιδεών του νόμου, της τάξης και του κοινού καλού. Την ίδια στιγμή, επιδεικνύει το χάρισμα ενός αυταρχικού ηγέτη, απευθύνεται στους οικονομικά μη προνομιούχους και στηρίζεται στον νεποτισμό εξαιτίας της πολιτικής του απειρίας – ένας τρόπος που μοιάζει με την ηγεσία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη τον δέκατο ένατο αιώνα.[14]

Σε ένα άρθρο του στο Brooklyn Rail από τον Μάιο του 2017, ο κοινωνιολόγος Μάικλ Μαν υπογραμμίζει τις διαφορές μεταξύ των υποστηρικτών του Τραμπ και των πραγματικών φασιστικών κινημάτων του εικοστού αιώνα στη Γερμανία και την Ιταλία. Οι παραλληλισμοί, όπως ο μιλιταρισμός του Τραμπ, οι αντιμεταναστευτικές πολιτικές, η δημαγωγική ρητορική, ξεθωριάζουν υπό το φως της ιστορικής σύγκρισης. Ακόμη και αν υπάρχει μεγάλης κλίμακας δυσφορία μεταξύ του αμερικανικού λαού σήμερα, ένας ευθύς παραλληλισμός με τη Γερμανία της Βαϊμάρης ή με την Ιταλία της δεκαετίας του 1920 δεν μπορεί να σταθεί. Δεν ζούμε εν μέσω της Μεγάλης Ύφεσης, η Αμερική δεν έχει υποστεί μαζικές απώλειες από έναν παγκόσμιο πόλεμο στο έδαφός της· συγχρόνως, η χώρα, η οποία λειτουργεί ως φιλελεύθερη δημοκρατία, διαθέτει ένα νομικό σύστημα και μια υποδομή που δεν μπορούν εύκολα να διαρρηχθούν από έναν μεγαλομανή πολιτικό, ούτε και από την κλίκα που τον ακολουθεί.[15] Αντίθετα προς τη φιλελεύθερη αντίληψη που παρουσιάζει τον Τραμπ ως αυτοκράτορα, κατά τον Ζίζεκ, η περιγραφή που του ταιριάζει καλύτερα είναι αυτή του μετριοπαθούς: « Ο Τραμπ είναι ένα παράδοξο: στην πραγματικότητα είναι ένα κεντρώος φιλελεύθερος, και ίσως σε ό,τι αφορά την οικονομική πολιτική του να πλησιάζει περισσότερο τους Δημοκρατικούς, πράγμα που επιχειρεί απεγνωσμένα να συγκαλύψει. Έτσι, η λειτουργία όλων αυτών των βρώμικων αστείων και των ανοησιών δεν είναι παρά η συγκάλυψη του γεγονότος ότι στην πραγματικότητα είναι ένας μάλλον συνηθισμένος κεντρώος πολιτικός».[16] Ενώ για την Κλίντον η μετριοπάθεια μετατράπηκε σε εμπόδιο, με αποτέλεσμα να μην καταλάβει τη δυσαρέσκεια του κόσμου, για τον Τραμπ, ο οποίος, ως Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος, ήταν αναμενόμενο να κινηθεί πάνω σε μια περισσότερο συντηρητική πλατφόρμα, μετατράπηκε σε προσόν. Χάρη στο γεγονός ότι αναφέρθηκε στις ανάγκες των απλών ανθρώπων, όπως η δημιουργία θέσεων εργασίας, η αύξηση του βασικού μισθού και η μείωση του κόστους της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, σε συνδυασμό με μια συμπεριφορά εξόχως μη τυπική για έναν συντηρητικό πολιτικό, ο Τραμπ εμφανίστηκε ως μια περισσότερο μοναδική επιλογή για τους ψηφοφόρους της μεσαίας τάξης εν συγκρίσει με τους καταφανώς αντεργατικούς Ρεπουμπλικάνους συνυποψηφίους του.[17] Αυτός είναι πιθανώς και ο λόγος για τον οποίο κέρδισε τους εκλέκτορες στην επονομαζόμενη περιοχή Rustbelt [σ.τ.μ. πρόκειται για αστικά συγκροτήματα στις αποβιομηχανοποιημένες περιοχές της Νέας Αγγλίας και των μεσοδυτικών πολιτειών των ΗΠΑ], η οποία είναι παραδοσιακά δημοκρατική και είχε υπερψηφίσει τον Μπαράκ Ομπάμα στις τελευταίες δύο εκλογές. Η Κλίντον ήταν τόσο σίγουρη ότι θα κέρδιζε σε αυτήν την περιοχή της χώρας ώστε μετά βίας πραγματοποίησε προεκλογική εκστρατεία εκεί.[18]

Η δεύτερη ομάδα επιχειρημάτων του Ζίζεκ απαιτεί μια περισσότερο ενδελεχή ανάλυση της βάσης που υποστήριξε τον Τραμπ. Σύμφωνα με τον Ζίζεκ, το μεγαλύτερο προσόν του Τραμπ είναι ακριβώς ο κακόγουστος λαϊκισμός του: Όχι μόνο θύμωσε πολλούς, αλλά επίσης απηύθυνε μια ριζική πρόκληση σε αποφασιστικά εκλεκτορικά σώματα εντός του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Η Κλίντον, από την άλλη πλευρά, κινήθηκε πάνω στο έδαφος μιας ευρείας συναίνεσης, η οποία περιλάμβανε ένα απίθανο κουβάρι διάφορων πολιτικών νημάτων, καθώς προσπάθησε να καταπνίξει τις διαφωνίες που εκφράστηκαν και οξύνθηκαν από τον Σάντερς:

Όλοι είναι εκεί, από τους τραπεζίτες της Wall Street μέχρι τους υποστηρικτές του Μπέρνι Σάντερς και τους βετεράνους του κινήματος Occupy, από τις μεγάλες εταιρείες μέχρι τα εργατικά συνδικάτα, από τους βετεράνους του στρατού ως τους ακτιβιστές του ΛΟΑΤΚΙ κινήματος, από τους οικολόγους που τρομοκρατήθηκαν από την άρνηση του Τραμπ να αναγνωρίσει το φαινόμενο του θερμοκηπίου και τις φεμινίστριες που είναι ενθουσιασμένες με την προοπτική της πρώτης γυναίκας προέδρου, μέχρι τις «αξιοπρεπείς» φιγούρες του Ρεπουμπλικανικού κατεστημένου, έντρομες από τις ασυνέπειες και τις ανεύθυνες δημαγωγικές προτάσεις του Τραμπ.[19]

Οι Τραμπ και Σάντερς προέκυψαν από την ίδια διάχυτη δυσφορία απέναντι στην κατεστημένη πολιτική, η οποία είχε καταφέρει να συγκρατήσει αυτό το ετερόκλητο σύνολο ψηφοφόρων κάτω από τη φτερούγα του κόμματος των Δημοκρατικών. Ενώ o Τραμπ χειρίστηκε αυτή τη δυσφορία μέσω ενός «δεξιού λαϊκισμού», ο Σάντερς χρησιμοποίησε ένα «αριστερό κάλεσμα για δικαιοσύνη», και θα αποτελούσε έτσι τη μοναδική διαθέσιμη επιλογή για να αποδυναμωθεί ο ισχυρισμός του Τραμπ ότι συνιστά ένα αουτσάιντερ. Το αποτέλεσμα ήταν μια κρίση στην καρδιά του πολιτικού κέντρου, το οποίο φάνηκε να περιλαμβάνει τόσο το κατεστημένο όσο και την αντιπολίτευσή του. Ο Τραμπ πόζαρε σαν δεξιός για να καταπραΰνει τη βάση του, αλλά ήταν εμφανές ότι θα κυβερνούσε σαν μετριοπαθής οπορτουνιστής. Ο Σάντερς προωθούσε μεν τον «σοσιαλισμό», αλλά οι μεταρρυθμίσεις του σχετικά με το κράτος-πρόνοιας έμοιαζαν, στην καλύτερη περίπτωση, σοσιαλδημοκρατικές. Και η Κλίντον, προσπαθώντας να είναι αρεστή σε όλους, υποσχέθηκε μια αδύναμη συνέχιση της δέσμευσης του Ομπάμα απέναντι στο στάτους κβο, παρά τις μετατοπίσεις των τεκτονικών πλακών κάτω από τα πόδια των ψηφοφόρων. Γινόμαστε έτσι μάρτυρες ενός θεάτρου πολιτικών οπτικών που μεταμφιέζει τον τρόπο που όλοι περιστρέφονται γύρω από το κέντρο.

Νοθεύοντας τις προκριματικές εκλογές για να ξεφορτωθεί τον Σάντερς,[20] το Δημοκρατικό κόμμα εξασφάλισε ότι θα συνέχιζαν την πρακτική του να οικειοποιείται αγώνες γύρω από την κουλτούρα –εναντίον του σεξισμού, του ρατσισμού κλπ– για να απορροφά τους διαφωνούντες. Έτσι θα μπορούσαν να διατηρηθούν οι θεμελιώδεις στρατηγικές του νεοφιλελευθερισμού, ακόμα και ενόψει της κρίσης του. Αυτή η στροφή σε θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης επισκιάζει το γεγονός ότι το Δημοκρατικό κόμμα έχει από καιρό εγκαταλείψει τα προσχήματα ως προς το γεγονός ότι αποτελεί «το κόμμα του λαού». Όπως διατυπώνεται εκτεταμένα από τον Τζορτζ Πάκερ σε ένα άρθρο του στον New Yorker τον Οκτώβριο του 2016, κατά τη διάρκεια της πολιτικής καριέρας της Χίλαρι Κλίντον, το Δημοκρατικό κόμμα έστρεψε την προσοχή του σε μια ποικιλόμορφη, μορφωμένη επαγγελματική τάξη, χάνοντας την εργατική του βάση.[21] Η προεδρία του συζύγου της Κλίντον, Μπιλ, σηματοδότησε μια σημαντική φάση αυτής της ιστορικής στροφής κατά την οποία οι φαινομενικές ταυτότητες των δύο κομμάτων –Ρεπουμπλικάνοι για τις επιχειρήσεις, Δημοκρατικοί για την κοινωνική πρόνοια– άρχισαν να αποσυντίθενται.

Καθώς προερχόταν από μια επαρχιακή πόλη με έντονο το εργατικό στοιχείο, ο Μπιλ Κλίντον ξεκίνησε την πολιτική σταδιοδρομία του κατά τη διάρκεια της υποψηφιότητας του Δημοκρατικού Τζορτζ ΜακΓκόβερν για την προεδρία το 1972. Στο μέτρο που η εκστρατεία του ξεκίνησε κατά τα τελευταία στάδια του πολέμου του Βιετνάμ, ο ΜακΓκόβερν πολιτεύτηκε με μια ισχυρή αντιπολεμική πλατφόρμα και κέρδισε την υποστήριξη νέων ψηφοφόρων, μειονοτήτων και ακτιβιστών. Όσο η αριστερίζουσα προσέγγισή του άγγιζε τους κοινωνικά φιλελεύθερους, τόσο αποξένωνε τους εργάτες και τροφοδοτούσε την τρέχουσα αλλαγή στην πολιτική της εργατικής τάξης. Ο μετασχηματισμός αυτός ξεκίνησε με την κρίση του Νιου Ντηλ και κορυφώθηκε το 1980, όταν ο Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος Ρόναλντ Ρήγκαν κέρδισε έναν σημαντικό αριθμό πρώην Δημοκρατικών ψηφοφόρων που ανήκαν στους χειρώνακτες της εργατικής τάξης.[22] Η δεκαετία του 1990 σφραγίστηκε από την επιτυχία των αποφοίτων Νομικής του Γέιλ, Μπιλ και Χίλαρι Κλίντον, που είχαν ανατραφεί σε οικογένειες εργατικής και μεσαίας τάξης αντιστοίχως. Ήταν αυτοδημιούργητοι, ιδεαλιστές τεχνοκράτες που προασπίζονταν «ιδέες για οικονομική μεγέθυνση φιλικές προς τις επιχειρήσεις», εναντιώνονταν στους παραδοσιακούς θεσμούς της εργατικής τάξης και υπέθεταν ότι κάθε Αμερικανός μπορεί να εμπνευστεί από τις ιδέες τους και να τους ακολουθήσει. Μέχρι τη στιγμή που η Χίλαρι Κλίντον έθεσε υποψηφιότητα για την προεδρία το 2016, οι προβλέψεις αυτές έμεναν απλώς ανεκπλήρωτες. Αντιθέτως, στις επαρχιακές και φτωχές περιοχές, οι οποίες περιλάμβαναν πολλούς ανήμπορους να εισέλθουν στην επαγγελματική τάξη, διαμορφωνόταν μια νέα ταυτότητα: η λευκή εργατική τάξη. Αγνοημένη και εξοστρακισμένη από τον επαγγελματισμό, τον ελιτισμό, και την ηθικιστική έμφαση στην εθνοτική ποικιλομορφία εκ μέρους των Δημοκρατικών –μια κατάσταση που διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της προεδρίας Ομπάμα– η λευκή εργατική τάξη αναζητούσε εναλλακτικές πολιτικές οδούς, όπως στην εποχή του Ρήγκαν.[23]

Αυτή ήταν η βάση της εκστρατείας του Τραμπ. Ο σκεπτικισμός απέναντι στις πολιτικές ταυτοτήτων, σύμφωνα με τις οποίες το χρώμα του δέρματος ή το φύλο καθορίζει τα δικαιώματα των προσώπων καθώς και τις δυνατότητές τους για δράση και λόγο, άνοιξε τον δρόμο για μια χοντροκομμένη φιγούρα όπως ο Τραμπ. Με τον σκαιό του τρόπο και την έλλειψη σεβασμού απέναντι στην πολιτική ορθότητα, εμφανίστηκε ως αυτός που λέει αλήθειες στα αγνοημένα τμήματα του πληθυσμού των ΗΠΑ, τα οποία διψούσαν για αλλαγή. Ενώ τα φιλελεύθερα ΜΜΕ δαπανούσαν τον χρόνο τους γελοιοποιώντας τα μέλη της εργατικής τάξης για τη φυλετική μνησικακία τους, την προσκόλληση στα όπλα και τη θρησκευτικότητά τους, έκανε την εμφάνισή του ένα αναμορφωμένο Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι ο Τραμπ, ένας πρώην Δημοκρατικός, κατέβηκε υποψήφιος ως Ρεπουμπλικάνος. Στο μέτρο που οι Δημοκρατικοί μεταμορφώθηκαν σε ένα κόμμα των επαγγελματιών του κατεστημένου, έγινε σαφές ότι ποτέ δεν αποτελούσαν συμμάχους της εργατικής τάξης, παρά τη ρητορική περί του αντιθέτου. Συνεπώς, οι ψηφοφόροι της λευκής εργατικής τάξης στράφηκαν στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, το οποίο υπό τη νέα του ηγεσία εμφανιζόταν σαν στασιάστρια φράξια που εξεγειρόταν «εναντίον των αλλαγών στο χρώμα και την κουλτούρα… εναντίον της παγκοσμιοποίησης.»[24] Η επί μακρόν αγνοημένη «σιωπηλή πλειοψηφία» ανταποκρίθηκε με μνημειώδη ενθουσιασμό και στήριξε έναν υποψήφιο που της υποσχόταν μια Αμερική στην οποία οι εργαζόμενοι θα μπορούσαν να διασφαλίσουν μια σταθερή μεσοαστική ζωή για τις οικογένειές τους. Το σύνθημα του Τραμπ «Να κάνουμε την Αμερική σπουδαία ξανά» –παρότι απλοϊκό σε μια πρώτη ματιά– τροφοδότησε ακριβώς αυτές τις ελπίδες: το επίρρημα «ξανά» καταδεικνύει την επιθυμία επιστροφής σε καλύτερους καιρούς. Το ρήμα «να κάνουμε» αποτελεί ισχυρό κάλεσμα για δράση. Η προεκλογική του εκστρατεία διεπόταν από την επίκληση σε μια αμερικανική αναδιάταξη, την οποία δεν μπορούσαν να εκφράσουν ούτε ο Ομπάμα με το σύνθημα του 2008 «Ναι, μπορούμε», ούτε η Κλίντον με την έωλη απάντησή της στον Τραμπ «Είμαστε σπουδαίοι επειδή είμαστε καλοί». Οι υποσχέσεις του Τραμπ για επιστροφή στις ΗΠΑ των θέσεων εργασίας στον κατασκευαστικό τομέα και για αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής, προσέδωσαν στο νέο αυτό λαϊκιστικό κίνημα μια εθνικιστική χροιά. Η λαϊκιστική Δεξιά γίνεται η φωνή που εκφράζει τη δυσαρέσκεια των ανθρώπων στο μέτρο που ο νεοφιλελευθερισμός έχει μετατραπεί σε κατεστημένο, και μια Αριστερά σε διεθνιστική βάση είναι είτε ανύπαρκτη είτε αποτυγχάνει να δημιουργήσει μια βιώσιμη πολιτική εναλλακτική. Εντωμεταξύ, εφησυχασμένοι, οι Δημοκρατικοί συνεχίζουν να κατηγορούν τους εργάτες ως υπαίτιους των δεινών τους, αντί να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα αυτά ως προϊόντα αποτυχημένων πολιτικών. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι αρνήθηκαν να δουν την επερχόμενη καταστροφή στο πρόσωπο του Τραμπ.[25]

Επιπρόσθετα, οι Δημοκρατικοί και οι υποστηρικτές τους χλεύαζαν τον ίδιο τον Τραμπ, τον οποίο τα δικά τους ΜΜΕ αντιμετώπιζαν με δριμύτητα, ευθύς εξαρχής ως παρία. Όμως, η αποστροφή του κατεστημένου προς την αντιελιτίστικη προπαγάνδα του Τραμπ –η κατακεραύνωση του «λαϊκισμού», της πολιτικής απειρίας και της συμπεριφοράς του – αποδείχθηκε αντιπαραγωγική ως στρατηγική. Η αντίδραση των ΜΜΕ των ελίτ απλά επιβεβαίωσε την αποτελεσματικότητα της προσέγγισης του Τραμπ και ισχυροποίησε το μήνυμά του. Όσο περισσότερο τον γελοιοποιούσαν τα κατεστημένα ΜΜΕ, τόσο περισσότερο αρεστός γινόταν στους απλούς πολίτες, οι οποίοι είχαν ήδη νιώσει την απόρριψη από τη φιλελεύθερη Αμερική. Εξέλαβαν τις προσβολές ωσάν να αφορούσαν τους ίδιους και περήφανα τις υιοθέτησαν ως δικά τους χαρακτηριστικά.[26]

Οι δημοσκοπήσεις επιβεβαιώνουν το εκλογικό χάσμα μεταξύ των κατά βάση φιλελεύθερων, ανώτατης εκπαίδευσης Αμερικάνων και των πολιτών χωρίς πανεπιστημιακά πτυχία. Η έρευνα του Pew Research Center αποκαλύπτει το μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ των πτυχιούχων πανεπιστημίου και των απλών πτυχιούχων ήδη από το 1980: οι πρώτοι στήριξαν ως επί το πλείστον Κλίντον, ενώ οι δεύτεροι κυρίως Τραμπ. Αντιθέτως, η φυλή και το φύλο δεν έπαιξαν τον ρόλο που περίμεναν οι αναλυτές των ΜΜΕ.[27] Όπως καταδεικνύει το εκλογικό αποτέλεσμα, οι περισσότεροι από τους ψηφοφόρους του Τραμπ είναι απλώς Ρεπουμπλικάνοι που υποστήριξαν των υποψήφιο του κόμματός τους. Αλλά υπάρχουν και οι ψηφοφόροι που μετακινήθηκαν μεταξύ Σάντερς και Τραμπ. Το 20% των συνήθως πιστών οπαδών των Δημοκρατικών διαβεβαίωνε τον Ιανουάριο του 2016 ότι ο Τραμπ ήταν η επόμενη επιλογή τους μετά τον Σάντερς, για τον απλό λόγο ότι οι συγκεκριμένοι υποψήφιοι αναδείκνυαν τα προβλήματά τους σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι οι πολιτικοί του κατεστημένου.[28] Ένα γκάλοπ από τον Σεπτέμβριο του 2016 αποκαλύπτει ότι οι ψηφοφόροι του Τραμπ δεν είναι αναγκαστικά οι φτωχότεροι αλλά ότι «τείνουν να είναι λιγότερο μορφωμένοι, με χειρότερη υγεία, και με λιγότερη αυτοπεποίθηση για το μέλλον των παιδιών τους… Τους λείπει περισσότερο το κοινωνικό κεφάλαιο παρά το οικονομικό».[29] Με μαρξιστικούς όρους, θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ως πιθανοί συμμετέχοντες σε μια εργατική πρωτοπορία, το προλεταριακό στρώμα της κοινωνίας που κρύβει επαναστατικές δυνατότητες και θα μπορούσε να οργανωθεί σε ένα αμερικανικό σοσιαλιστικό κόμμα. Ξεκάθαρα, δεν αποτελούν τους πλέον εξαθλιωμένους, εκείνους που ο Καρλ Μαρξ αποκαλούσε «λούμπεν προλεταριάτο» και ο Λέον Τρότσκι θεωρούσε ως επιρρεπείς σε φασιστικές ιδεολογίες.[30] Ή, όπως σημειώνει ο Ζίζεκ, «αυτός ο πυρήνας απορρίπτεται από τους φιλελεύθερους ως “λευκά σκουπίδια” – αλλά δεν είναι ακριβώς αυτοί που πρέπει να ενστερνιστούν τη ριζοσπαστική αριστερή υπόθεση»;[31] Ωστόσο, η πικρή αλήθεια είναι πως σε ένα πολιτικό και ιστορικό κλίμα που αποτρέπει την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης, η δυσαρέσκεια των ανθρώπων αυτών έφερε στο προσκήνιο απλώς μια νέα ταυτότητα, αυτήν της λευκής εργατικής τάξης. Διαχώρισαν τη θέση τους από τα έγχρωμα μέλη της ίδιας οικονομικής τάξης, με τα οποία θα μπορούσαν να είναι σύντροφοι και συντρόφισσες, και εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στον κατάλληλο πολιτικό υποψήφιο που επιτέλους θα ανταποκρινόταν στις εκκλήσεις τους, αντί να οργανωθούν ανεξάρτητα. Όταν οποιαδήποτε αλλαγή, ακόμα και αν είναι επισφαλής, απροσδιόριστη και τρομακτική, θεωρείται προτιμότερη από τη μη αλλαγή, ενώ μια αριστερή εναλλακτική δεν είναι διαθέσιμη, ένας σόουμαν σαν τον Τραμπ εκλέγεται πρόεδρος. Δεν αποτελεί την αιτία, αλλά το σύμπτωμα της αδυναμίας της αμερικανικής πολιτικής, την έκφραση μιας κρίσης.

Επιπλέον, ενώ ένα μέρος των εργατών ψηφοφόρων μπορεί να έχει γοητευτεί από τη ρητορική του Τραμπ, η μεγάλη πλειοψηφία νιώθει βαθιά απογοητευμένη με όλες τις διαθέσιμες πολιτικές επιλογές. O Τζορτζ Πάκερ περιγράφει πώς ήρθε αντιμέτωπος με την απελπισία και την αποξένωση των εργαζόμενων κατά τη διάρκεια της επίσκεψης σε μια αγροτική πόλη νότια της Τάμπα, στo αποκορύφωμα της οικονομικής κρίσης του 2008. Έχοντας χάσει τα λίγα που είχαν και με συσσωρευμένα χρέη που δεν θα μπορούσαν να αποπληρώσουν όσο ζουν, αισθάνονταν ότι η αμερικανική κυβέρνηση είναι διεφθαρμένη και απρόσιτη. Όταν οχτώ χρόνια αργότερα ο Πάκερ ρώτησε τους ίδιους ανθρώπους ποιον υποστήριζαν στις εκλογές του 2016, ένας από αυτούς με το όνομα Μαρκ Φρίσμπι απάντησε: «Υπάρχει η επιλογή της απάντησης “τίποτε από τα παραπάνω”;» Ούτε η δημοκρατική Κλίντον ούτε ο Ρεπουμπλικάνος Τραμπ ήταν αξιόπιστοι υποψήφιοι για αυτόν.[32] Και τα δύο κόμματα φαίνονταν να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των ισχυρών και των πλουσίων, πολεμώντας για την υποστήριξη των εταιριών και αποτυγχάνοντας να σταθούν στο πλευρό του απλού ανθρώπου.

Για τον Ζίζεκ, μια απάντηση όπως αυτή του Φρίσμπι είναι η καταλληλότερη στο δεδομένο πολιτικό κλίμα. Στην υποστήριξη του Τραμπ ο Ζίζεκ αντιτάσσει την αποχή από τις εκλογές. Όσο συνεχίζεται η εμπλοκή με το κατεστημένο μέσω της συμμετοχής στις εκλογές, οι γνώμες μας μπορεί να επηρεάζονται από αυτό, και το σύστημα στο οποίο προσπαθούμε να αντιτεθούμε μπορεί τελικά να βγαίνει κερδισμένο. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποχή από την επιλογή μεταξύ δύο εναλλακτικών δεξιάς πολιτικής αποτελεί μια έγκυρη πολιτική παρέμβαση. Ωστόσο, η αποχή αυτή πρέπει να είναι μια συνειδητή πράξη διαμαρτυρίας και όχι μια ένδειξη αδυναμίας και παραίτησης. Με άλλα λόγια, πρέπει να ενσωματώνεται σε μια πολιτική και κινηματική οργάνωση της Αριστεράς.[33] Παράλληλα, ο Ζίζεκ τάσσεται υπέρ της προεδρίας Τραμπ, τον οποίο μάλιστα αποκαλεί «απόβρασμα», για τον απλό λόγο ότι αντιπροσωπεύει μια μικρή πιθανότητα αλλαγής και ενδεχομένως προσφέρει έναν δρόμο, αν και έμμεσο, για τη διαμόρφωση ενός «χειραφετητικού σχεδίου». O Τραμπ ενσαρκώνει την άθλια κατάσταση της αμερικανικής πολιτικής, συγκεκριμενοποιεί την προβληματικότητά της και εμφανίζεται ως ο μοναδικός αυτουργός της. Η αποκάλυψη όλων όσα δεν σταθήκαμε ικανοί να αναγνωρίσουμε υπό αυτό το πρίσμα είναι η πραγματική πηγή του τρόμου καθώς και η αληθινή ευκαιρία του καθεστώτος Τραμπ.

Αυτές οι δυνατότητες για πραγματικό κοινωνικο-πολιτικό μετασχηματισμό, και όχι οι δεξιόστροφες πολιτικές του τάσεις, πυροδοτούν την οργή των φιλελεύθερων έναντι του Τραμπ. Διότι υπό την κυριαρχία του καπιταλισμού έχουμε χάσει την ικανότητα να σκεφτόμαστε σε μια κλίμακα που θα επέτρεπε τον ριζικό μετασχηματισμό. Συνεπώς, οι πραγματικές αλλαγές μοιάζουν ασύλληπτες, εξαιρετικά τρομακτικές για να τις αναλογιστούμε. Σε αυτό το ανισόρροπο σύστημα οποιαδήποτε δραστηριότητα, οποιαδήποτε διαμαρτυρία, οποιοδήποτε μποϊκοτάρισμα καταλήγει σε αυτό που ο Ζίζεκ, απηχώντας τον Τέοντορ Αντόρνο, αποκαλεί «ψευδο-δραστηριότητα», ψευδεπίγραφη εναντίωση που αποτυγχάνει να οδηγήσει σε πραγματική πολιτική αλλαγή. Πρέπει με κάθε κόστος να αποφύγουμε αυτήν την αδράνεια που συγκαλύπτεται στη φράση “κάτι κάνουμε” και να εφαρμόσουμε την αποχή ως ένα διαλεκτικό αντίμετρο στην ψευδή πράξη. Η μεγαλύτερη παγίδα, ωστόσο, θα ήταν να θεωρήσουμε την Κλίντον ως το «μικρότερο κακό» και να την ψηφίσουμε από φόβο. Ο Ζίζεκ μας προειδοποιεί ότι η υστερία μας για τον Τραμπ οδηγεί στην εξιδανίκευση των Δημοκρατικών, οι οποίοι στην πραγματικότητα είναι εξίσου διεφθαρμένοι και μικρή σχέση έχουν με την Αριστερά, ενδυναμώνοντας ακολούθως το στάτους κβο και συνεχίζοντας την αποδυνάμωση των εργαζόμενων. Συνεπώς, εάν πρέπει να ψηφίσουμε, θα ήταν καλύτερα να ψηφίσουμε υπέρ του Τραμπ.[34]

Ο Ζίζεκ παρέμεινε σχετικά σιωπηλός στην ταραχώδη μετεκλογική περίοδο. Ένα άρθρο πάνω σε αυτό το θέμα δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2017 στο περιοδικό The Philosophical Salon, γεγονός που μοιάζει ήδη πολύ πίσω στον χρόνο. Σε ένα δεύτερο άρθρο ο Ζίζεκ οικτίρει την αντίδραση των Δημοκρατικών στο εκλογικό αποτέλεσμα, στον βαθμό που είναι είτε πανικόβλητη είτε αυτάρεσκη. Παραλληλίζει την εν λόγω αντίδραση με αυτήν του πολωνικού PiS (το δεξιό λαϊκιστικό κόμμα εξουσίας), το οποίο επιδίδεται σε μέτρα κατά της λιτότητας και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των φτωχών με εθνικιστικό τρόπο, ενώ η επονομαζόμενη Αριστερά θα είχε εφαρμόσει πολιτική λιτότητας υπό τον μανδύα του κοσμοπολιτισμού. Τι θα γινόταν, αναρωτιέται ο Ζίζεκ, εάν ο Τραμπ υιοθετούσε αντίστοιχη τακτική;[35] Άλλωστε, το τελικό σποτ της προεκλογικής εκστρατείας του, όπως και ο επινίκιος λόγος του, εμπεριέχουν στοιχεία λαϊκισμού τύπου Μπέρνι Σάντερς, αν βέβαια παραβλεφθούν τα στοιχεία που αφορούν τον εθνικισμό, την παράνομη μετανάστευση, όπως σημειώνει ο Ταντ Τίτζε σε άρθρο του στο μπλογκ Left Flank τον Νοέμβριο του 2016.[36] Επιπλέον, ενώ υπήρχαν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των προεκλογικών πολιτικών του και των αντίστοιχων του Σάντερς, μπορούν να ανευρεθούν κοινά σημεία σε ό,τι αφορά τον επανασχεδιασμό των υποδομών, την εφαρμογή του δίκαιου εμπορίου και τη διατήρηση της κοινωνικής ασφάλειας.[37] Αν ο Τραμπ θα έχει την ευκαιρία να εφαρμόσει αυτά τα σχέδια –υποθέτοντας ότι είναι αληθή– είναι κάτι που μένει να φανεί. Λαμβάνοντας υπόψη τη δυσαρέσκεια που έχει προκαλέσει η σκληρή ταξιδιωτική απαγόρευση που εφάρμοσε, την εμφανή υποστήριξη μιας αντιδραστικής Ρεπουμπλικανικής μεταρρύθμισης του συστήματος υγείας και την αιφνίδια απόλυση του επικεφαλής του FBI, Τζέιμς Kόουμι, αυτό μοιάζει εξαιρετικά απίθανο. Αλλά είναι επίσης πολύ νωρίς για να εκτιμηθούν οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις που θα έχει η εκλογή μιας φιγούρας όπως ο Τραμπ –μια έντονα προσωποποιημένη εκδήλωση της κρίσης του νεοφιλελευθερισμού– στην Αμερική και στην παγκόσμια πολιτική.

Προς το παρόν, θα ήταν ίσως συνετό να ακολουθήσει κανείς την προτροπή του Ζίζεκ στο άρθρο του στο The Philosophical Salon: αναστοχασμός. Τονίζει τη διαφορά μεταξύ φόβου, ο οποίος εστιάζει στην απειλή της προσωπικής ταυτότητας από ένα εξωτερικό αντικείμενο, και άγχους, το οποίο λειτουργεί μέσω της ενδοσκόπησης και μπορεί έτσι να οδηγήσει σε αυτοπαρατήρηση. Υπό τις παρούσες πολιτικές συνθήκες, τόσο η ξενοφοβία εκ μέρους της Δεξιάς όσο και ο τρόμος της αλλαγής εκ μέρους της Αριστεράς είναι προϊόντα του φόβου. Αντ’ αυτού, ο Ζίζεκ μας ζητά να μελετήσουμε προσεκτικά τις ταυτότητες που πασχίζουμε να διαφυλάξουμε. Εφόσον οι Δημοκρατικοί δεν είναι μία φιλελεύθερη φιλοεργατική συμμαχία, και η διάσπαση των Ρεπουμπλικάνων φαίνεται βέβαιη υπό την πίεση της προεδρίας Τραμπ, το κοινοβουλευτικό σύστημα βρίσκεται σε κρίση, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη συγκρότηση ενός εναλλακτικού, αριστερού πολιτικού κόμματος. Αν η Αμερική είναι ένα μονοκομματικό κράτος με δύο δεξιές συνιστώσες, όπως συνήθιζε να λέει ο Γκορ Βιντάλ, γιατί να μην ενοποιήσουμε τις δύο αυτές συνιστώσες και να δημιουργήσουμε ένα γνήσιο δικομματικό σύστημα; Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να θυμηθούμε ότι ο Μπιλ Κλίντον υπέγραψε το Ποινικό Νομοσχέδιο του 1994 (που οδήγησε σε μαζικές φυλακίσεις Αφροαμερικανών[38]), ότι με το σύστημα υγείας που εισήγαγε ο Obama [Obamacare] 33 εκατομμύρια άνθρωποι έμειναν ανασφάλιστοι και 21% των ασφαλισμένων κατηγοριοποιήθηκαν ως υποασφαλισμένοι,[39] και ότι τα επτά μουσουλμανικά κράτη για τα οποία ο Τραμπ επέβαλε προσωρινή απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ είχαν ήδη επιλεγεί κατά τη διάρκεια της προεδρίας Ομπάμα.[40] Αξίζει επίσης να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τα σημεία στα οποία ο Τραμπ έδινε έμφαση κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του: ότι το κομματικό πολιτικό σύστημα είναι «στημένο»,[41] ότι τα ποσοστά συμμετοχής των εργαζόμενων είναι τραγικά χαμηλά και ότι η πολιτική τάξη συνολικά είναι απελπιστικά ανίκανη και εκτός πραγματικότητας. Η πολιτική της πολυπολιτισμικότητας αποδεικνύεται ως το σχέδιο μιας κοσμοπολίτικης ελίτ και ως ζήτημα που απασχολεί τα τμήματα διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού. Καθώς οι συνθήκες διαβίωσης των πολλών δεν βελτιώνονται ή πολύ περισσότερο επιδεινώνονται, οφείλουμε να αναρωτηθούμε πάνω στις υπάρχουσες κατηγοριοποιήσεις και να αναζωογονήσουμε δυνητικά μια πολιτική βασισμένη στην τάξη, η οποία βρίσκει απήχηση στη μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικάνων. Άλλωστε, κατά τη διάρκεια των οκτώ ετών της προεδρίας Ομπάμα, η κατάσταση των Αφροαμερικανών δεν κατάφερα να βελτιωθεί, ενώ σημειώθηκε το υψηλότερο ποσοστό απελάσεων.[42]

Αν η αρχή της πολιτικής ορθότητας δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά την αστυνόμευση της γλώσσας, και τα επιτεύγματα της Αριστεράς πανηγυρίζονται ως «αλλαγή της συζήτησης», όπως συνέβη με το 99% του κινήματος Occupy Wall Street ή με τον εκ μέρους του Σάντερς αποστιγματισμό της λέξης «σοσιαλισμός» στον δημόσιο λόγο, τότε βάζουμε τον πήχη πολύ χαμηλά. Ας ρίξουμε μια ματιά, για παράδειγμα, στο κίνημα Women' s March που έτυχε ευρείας επιδοκιμασίας και έλαβε χώρα στην Ουάσιγκτον στις 21 Ιανουαρίου, μία μέρα μετά την ορκωμοσία του Τραμπ. Τα κύρια αντικείμενα συζήτησης ήταν ζητήματα φυλής και φύλου σε σχέση με τα προνόμια των λευκών ανδρών, τα οποία φαίνεται να προσωποποιεί ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ, ενώ απουσίαζαν αιτήματα που θα αφορούσαν όλους τους εργαζόμενους ανεξαρτήτως υποβάθρου, όπως το σύστημα υγείας, φροντίδας των παιδιών και οι γονικές άδειες – αιτήματα που θα είχαν προσδώσει πολιτική σημασία στην πορεία.[43] Τι κάνει αυτός ο συνασπισμός πολιτικά ασύνδετων ομάδων, καθώς σέρνεται πίσω από τους Δημοκρατικούς, αν όχι ψευδο-δραστηριότητα;

Η κοινωνική αλλαγή μπορεί να καταστεί πιθανή μόνο αν αναστοχαστούμε, αντί να κρυβόμαστε πίσω από τον φόβο της αλλαγής ή τον φόβο ενός εγωπαθούς προέδρου, αντί να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον σωστό υποψήφιο των Δημοκρατικών. Αυτόν τον προσανατολισμό –αν και κάπως ιδεαλιστικά– προτείνει ο Ζίζεκ. Αν θέλουμε να είμαστε κριτικοί απέναντι στον Τραμπ, πρέπει να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο ανήλθε στην εξουσία και να μελετήσουμε τις δυνάμεις που τον υποστήριξαν, ώστε να αντιπαρατεθούμε τόσο σε αυτόν όσο και στις κοινωνικές δομές που του επέτρεψαν να λάβει την εξουσία. Πρέπει να αναγνωρίσουμε και να χρησιμοποιήσουμε τα αισθήματα του κόσμου που στρέφονται ενάντια στο κατεστημένο, αντί να τα απορρίπτουμε ως ρατσιστικά παραληρήματα κάποιων «λευκών σκουπιδιών», ενώ παράλληλα οφείλουμε να καταπολεμούμε την ψευδαίσθηση ότι οι Δημοκρατικοί εκπροσωπούν τις γυναίκες και τις μειονότητες. Κυρίως, όμως, πρέπει να κάνουμε βήματα πέρα από την ενδοσκόπηση και να κάνουμε ριζική αυτοκριτική της ιστορίας μας, της ιστορίας της Αριστεράς, έτσι ώστε να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας και να μάθουμε πώς θα τα υπερβούμε με οργανωμένο τρόπο. Ο ελπιδοφόρος πεσιμισμός του Ζίζεκ προϋποθέτει ότι η Αριστερά –όπως είναι αδρανής, απολιθωμένη και αποσβολωμένη από τις πολιτικές ταυτοτήτων– μπορεί να αφυπνιστεί για να αναμετρηθεί με τα βαθύτερα πάθη, συνεπώς και τις σημαντικότερες προοπτικές, των εργαζόμενων. Ωστόσο, αν αυτό μπορεί να επιτευχθεί σε μια κοινωνία στην οποία τα όρια του πολιτικού φάσματος συσκοτίζονται διαρκώς και η ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης έχει γίνει σχεδόν αδύνατη, αποτελεί κεφάλαιο ενός βιβλίου που μένει να γραφεί.

 

[1] Ippolit Belinski, “Slavoj Žižek would vote for Trump,” YouTube, 1:52 mins, November 3, 2016: https://www.youtube.com/watch?v=b4vHSiotAFA

[2] Conor Lynch, “ Donald Trump is an actual fascist: What his surging popularity says about the GOP base,” Salon, July 25, 2015: http://www.salon.com/2015/07/25/donald_trump_is_an_actual_fascist_what_his_surging_popularity_says_about_the_gop_base

[3] M. Dov Kent, “Donald Trump's bigotry against Muslims has safety implications we can't ignore,” The Guardian, November 20, 2015: https://www.theguardian.com/commentisfree/2015/nov/20/donald-trump-bigotry-has-real-safety-implications

[4] Nadia Khomami, “Donald's misogyny problem: How Trump has repeatedly targeted women,” The Guardian, October 8, 2016: https://www.theguardian.com/us-news/2016/oct/08/trumps-misogyny-problem-how-donald-has-repeatedly-targeted-women

[5] Socialist Worker-Year of the Renegades, Socialist Worker, January 21, 2016: http://socialistworker.org/2016/01/21/year-of-the-renegades

[6] Alexandra Rosenmann, “Noam Chomsky Drops Truth Bomb on Trump’s Election,” Alternet, November 25, 2016: http://www.alternet.org/election-2016/post-election-noam-chomsky-drops-trump-bomb-trump-voters-wanting-shake-systempost

[7] Hamid Dabashi, “Why Chomsky and Žižek are Wrong on the US Elections,” Al Jazeera, November 30, 2016: http://www.aljazeera.com/indepth/opinion/2016/11/chomsky-zizek-wrong-elections-161129090634539.html

[8] Andre Damon, “The idiot speaks: Slavoj Žižek endorses Donald Trump,” World Socialist Web Site, November 9, 2016: https://www.wsws.org/en/articles/2016/11/09/zize-n09.html

[9] Alex Shephard, (2016) Minutes, New Republic: https://newrepublic.com/minutes/134505/slavoj-zizeks-take-donald-trump-zizek-y

[10] Ian Steinman, “From Farce to Tragedy: Žižek endorses Trump,” Left Voice, November 4, 2016: http://www.Leftvoice.org/From-Farce-to-Tragedy-Žižek-Endorses-Trump

[11] Lucas Nolan, “Left-Wing Philosopher Slavoj Žižek: ‘I would vote for Trump,’” Breitbart, November 4, 2016: http://www.breitbart.com/2016-presidential-race/2016/11/04/left-wing-philosopher-slavoj-zizek-i-would-vote-for-trump/

[12] Deutsches Haus, “Slavoj Žižek—Racial Enjoyments: What the Liberal Left Doesn’t Want to Hear,” YouTube, 1:50:10 mins, January 5, 2017: https://www.youtube.com/watch?v=7lrU_ZX15C8

[13] Daniel Lazare, “Is Trump a Fascist,” Jacobin, December 15, 2015: https://www.jacobinmag.com/2015/12/donald-trump-fascism-islamophobia-nativism

[14] Karl Marx, The Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte, trans. Daniel de Leon (Digireads 2012).

[15] Michael Mann, “Is Donald Trump a Fascist?” Brooklyn Rail, (May 2016): 105.

[16] Marcus Browne, “Slavoj Žižek: 'Trump is really a centrist liberal,'” The Guardian, April 28, 2016: https://www.theguardian.com/books/2016/apr/28/slavoj-zizek-donald-trump-is-really-a-centrist-liberal

[17] Nikos Malliaris, “Freedom from progress: Donald Trump, Christopher Lasch, and a Left in fear of America,” The Platypus Review, March, 2017: https://platypus1917.org/2017/03/06/freedom-progress-donald-trump-christopher-lasch-left-fear-america/

[18] Tad Tietze, “A few thoughts on the Trump victory and the Left,” Left Flank, November 10, 2016: https://left-flank.org/2016/11/10/a-few-thoughts-on-the-trump-victory-and-the-left

[19] Slavoj Žižek, “Clinton, Trump and the Triumph of Global Capitalism,” In These Times, August 24, 2016: http://inthesetimes.com/article/19410/clinton-trump-and-the-triumph-of-ideology

[20] Glenn Greenwald, “Tom Perez Apologizes for Telling the Truth, Showing Why Democrats’ Flaws Urgently Need Attention,” The Intercept, February 9, 2017: https://theintercept.com/2017/02/09/tom-perez-apologizes-for-telling-the-truth-showing-why-democrats-flaws-urgently-need-attention/

[21] George Packer, “Hillary Clinton and the Populist Revolt,” The New Yorker, October 31, 2016: http://www.newyorker.com/magazine/2016/10/31/hillary-clinton-and-the-populist-revolt

[22] See Jefferson Cowie, Stayin’ Alive (New York: The New Press, 2010), 6-18.

[23] George Packer, “Hillary Clinton and the Populist Revolt,” The New Yorker, October 31, 2016: http://www.newyorker.com/magazine/2016/10/31/hillary-clinton-and-the-populist-revolt

[24] Στο ίδιο.

[25] Thomas Frank, “The Democrats' Davos ideology won't win back the midwest,” The Guardian, April 27, 2017:

https://www.theguardian.com/commentisfree/2017/apr/27/democratic-party-2018-races-midwest-populism-trump

[26] Slavoj Žižek, “Donald Trump’s Topsy-Turvy World,” The Philosophical Salon, January 16, 2017: http://thephilosophicalsalon.com/donald-trumps-topsy-turvy-world

[27] Alec Tyson and Shiva Maniam, “Behind Trump’s victory: Divisions by race, gender, education,” Pew Research Center, November 9, 2016: http://www.pewresearch.org/fact-tank/2016/11/09/behind-trumps-victory-divisions-by-race-gender-education

[28] Elizabeth Bruening, “What Explains the Trump-Sanders Crossover Vote?” The New Republic, January 12, 2016: https://newrepublic.com/article/127442/explains-trump-sanders-crossover-vote

[29] George Packer, “Hillary Clinton and the Populist Revolt,” The New Yorker, October 31, 2016: http://www.newyorker.com/magazine/2016/10/31/hillary-clinton-and-the-populist-revolt

[30] Leon Trotsky, “How Mussolini Triumphed,” What Next? Vital Question for the German Proletariat, 1932: https://www.marxists.org/archive/trotsky/works/1944/1944-fas.htm - p2

[31] Slavoj Žižek, “Up for Debate: The Lesser Evil,” In These Times, November 6, 2016: http://inthesetimes.com/features/zizek_clinton_trump_lesser_evil.html

[32] George Packer, “Hillary Clinton and the Populist Revolt,” The New Yorker, October 31, 2016: http://www.newyorker.com/magazine/2016/10/31/hillary-clinton-and-the-populist-revolt

[33] Slavoj Žižek, “Why bother to vote?” The Guardian, September 29, 2007: https://www.theguardian.com/theobserver/2007/sep/30/featuresreview.review11

[34] Slavoj Žižek, “Up for Debate: The Lesser Evil,” In These Times, November 6, 2016: http://inthesetimes.com/features/zizek_clinton_trump_lesser_evil.html

[35] Slavoj Žižek, “Donald Trump’s Topsy-Turvy World,” The Philosophical Salon, January 16, 2017: http://thephilosophicalsalon.com/donald-trumps-topsy-turvy-world/

[36] Tad Tietze, “A few thoughts on the Trump victory and the Left,” Left Flank, November 10, 2016: https://left-flank.org/2016/11/10/a-few-thoughts-on-the-trump-victory-and-the-left

[37] Tamara Keith, “5 Ways Bernie Sanders and Donald Trump Are More Alike Than You Think,” NPR Politics, February 8, 2016: http://www.npr.org/2016/02/08/465974199/what-do-sanders-and-trump-have-in-common-more-than-you-think

[38] Robert Farley, “Bill Clinton and the 1994 Crime Bill,” Fact Check, April 12, 2016: http://www.factcheck.org/2016/04/bill-clinton-and-the-1994-crime-bill

[39] “Background Fact Sheet Beyond the Affordable Care Act: A Physicians’ Proposal for Single-Payer Health Care Reform,” American Journal of Public Health, June 2016.

[40] Tom Kertscher, “Were the 7 nations identified in Donald Trump's travel ban named by Barack Obama as terror hotbeds?” Politifact Wisconsin, February 7, 2017: http://www.politifact.com/wisconsin/statements/2017/feb/07/reince-priebus/were-7-nations-identified-donald-trumps-travel-ban

[41] “Trump: 'Our system is rigged,'” Chicago Tribune, October 13, 2016: http://www.chicagotribune.com/news/91719444-132.html

[42] Serena Marshall, “Obama Has Deported More People Than Any Other President,” ABC News, August 29, 2016: http://abcnews.go.com/Politics/obamas-deportation-policy-numbers/story?id=41715661

[43] Farah Stockman, “Women’s March on Washington Opens Contentious Dialogues About Race,” The New York Times, January 9, 2017: https://www.nytimes.com/2017/01/09/us/womens-march-on-washington-opens-contentious-dialogues-about-race.html