RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Γυναίκες, η διαρκέστερη επανάσταση 

Γυναίκες, η διαρκέστερη επανάσταση 

Ακούστε την ηχογράφηση της εκδήλωσης εδώ: 

3/7/2016- αντιρατσιστικό φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Δανειζόμενες/οι τον τίτλο από το δοκίμιο που έγραψε η Τζούλιετ Μίτσελ (Juliet Mitchell) το 1966, σκοπός της συζήτησης είναι η διερεύνηση της  μακράς ιστορίας  του αγώνα για τη γυναικεία χειραφέτηση από τη σκοπιά της Αριστεράς σήμερα. Η Μίτσελ ασκεί κριτική στις αστικές φεμινιστικές διεκδικήσεις, όπως το δικαίωμα στην εργασία και την ίση αμοιβή, για να  προτάξει αντ' αυτών την ανάγκη για ίση εργασία· υποστηρίζει πολιτικές που προάγουν τον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και αμεσότερες  διεκδικήσεις με μία «κριτική της γυναικείας κατάστασης συνολικά».

Στο πνεύμα του δοκιμίου αυτού, θέτουμε πάλι το ερώτημα της πιθανής σχέσης μεταξύ του αγώνα για τη γενική κοινωνική χειραφέτηση και των συγκεκριμένων απαιτήσεων του φεμινισμού.

Ενώ το γυναικείο ζήτημα έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Αριστεράς, ο τρόπος που θεματοποιείται και ενσωματώνεται στην τρέχουσα ρητορική της  Αριστεράς δεν αντανακλά απαραίτητα μία σε βάθος κατανόηση του πολιτικού  νοήματος του αγώνα για τη γυναικεία απελευθέρωση· πολλές φορές, η “αυτονόητη” σημασία του φεμινισμού συσκοτίζει παρά αποκαλύπτει την κριτική δυναμική της ανάγκης για γυναικεία χειραφέτηση στον καπιταλισμό.

Με ποιον τρόπο ακριβώς αποτελεί το γυναικείο ζήτημα «τη διαρκέστερη επανάσταση»;

Πότε ξεκίνησε ο αγώνας για τη γυναικεία χειραφέτηση ως τέτοια; Αποτελεί έναν αγώνα που διατρέχει το σύνολο της ανθρώπινης ιστορίας; Ποια είναι η σχέση του με τη νεωτερικότητα και την εμφάνιση του καπιταλισμού; Πώς ερμηνεύετε τη συνάφεια μεταξύ της πατριαρχικής και της καπιταλιστικής κοινωνίας;

Αν η κρίση της αστικής κοινωνίας κατά τη βιομηχανική επανάσταση έθεσε την ανάγκη για τη γυναικεία απελευθέρωση σε απόλυτη συνάφεια με το στόχο της ανθρώπινης χειραφέτησης, τότε, πώς θα σχολιάζαμε την ύστερη αποσύνδεση του φεμινιστικού κινήματος από το εργατικό κίνημα για το σοσιαλισμό; Ποια είναι η γενικότερη πορεία της σύζευξης μεταξύ μαρξισμού και  φεμινισμού; Μπορούν αυτά τα δύο πολιτικά κινήματα να συνυπάρξουν ή να συνδυαστούν;

Η κατάσταση των γυναικών στις  σύγχρονες δυτικές κοινωνίες και παγκοσμίως έχει βελτιωθεί ή όχι από τη  δεκαετία του 1960 και έπειτα; Τι θα συμπεραίναμε από τη φαινομενική επίτευξη κάποιων στόχων του φεμινισμού σε συνάρτηση με την αποτυχία του προλεταριακού αγώνα για την εμπέδωση του στόχου της ανθρώπινης ελευθερίας και ξεπεράσματος του καπιταλισμού;

Πώς εντάσσεται ο αγώνας για τη γυναικεία απελευθέρωση στο ευρύτερο πλαίσιο του αγώνα για την ανθρώπινη ελευθερία; Τι απαιτείται για τη χειραφέτηση των γυναικών; Σχετίζεται αυτή με τη γενικότερη κοινωνική αλλαγή και πάλη; Είναι η επανάσταση προαπαιτούμενο για τη γυναικεία απελευθέρωση;

Ομιλήτριες

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Ακαδημαϊκός, μέλος του Κοινωνικού Εργαστηρίου Θεσσαλονίκης

Μαργαρίτα Κουταλάκη: ΟΚΔΕ

Α. Θεωδόρογλου: queer ακτιβιστ@, εικαστικ@

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Μαργαρίτα Κουταλάκη: Εκπροσωπώ την οργάνωση ΟΚΔΕ, που είναι κομμάτι του τροτσκιστικού ρεύματος και είμαι εργαζόμενη στον ιδιωτικό τομέα.

Η απαρχή της γυναικείας καταπίεσης ξεκινάει από το πέρασμα από την προταξική στην ταξική κοινωνία. Μία ομάδα ανθρώπων (που συνήθως ήταν ιερείς ή μεγαλύτερης ηλικίας) ιδιοποιείται το παραπάνω κοινωνικό προϊόν που παράγει η κοινότητα, εις βάρος της ίδιας της κοινότητας κομμάτι της οποίας είναι και οι γυναίκες. Η γυναίκα έχει το προσόν να γεννάει, δηλαδή να παράγει ανθρώπους που θα παράγουν αυτό το κοινωνικό υπερπροϊόν, λειτουργώντας έτσι σαν περιουσιακό στοιχείο, όπως τα ζώα και οι δούλοι. Η δημιουργία της πατριαρχίας περνάει μέσα από την καταστροφή της κοινοκτημοσύνης και της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας.

Με το πέρασμα του χρόνου η ανισότητα αυτή δημιούργησε το κράτος (λίγο πολύ όπως το γνωρίζουμε σήμερα με το στρατό, την αστυνομία και τα δικαστήρια) δηλαδή την κυρίαρχη ιδεολογία που βασίζεται στη λογική της διαίρεσης και της ανισότητας. Με λίγα λόγια η πατριαρχία είναι ο κοινωνικός και οικονομικός δεσμός που μεταφέρει από γενιά σε γενιά τις ταξικές διακρίσεις. Συνεπώς η αφετηρία της γυναικείας καταπίεσης έχει κοινωνικό και οικονομικό χαρακτήρα.

Το σύστημα της οικογένειας, το οποίο προσαρμόζεται πάντα στα νέα δεδομένα και στους τρόπους παραγωγής, είναι ο θεμελιώδης θεσμός της ταξικής κοινωνίας καθώς καθορίζει και διατηρεί τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της καταπίεση του γυναικείου φύλου. Ο ρόλος της οικογένειας είναι διαφορετικός για κάθε κοινωνική τάξη, αφού στην οικογένεια των πιο πλούσιων τάξεων εξυπηρετεί τη διατήρηση του πλούτου εντός της, στην τάξη των μικροβιοτεχνών χρησιμεύει ως μέσο για να διατηρείται και να αυξάνεται η περιουσία και τέλος στην εργατική τάξη η οικογένεια λειτουργεί ως πόλος υποστήριξης και αλληλεγγύης σε μία κοινωνία που δεν της παρέχει σχεδόν τίποτα.

Η οικογένεια υπάρχει και διατηρείται από την κυρίαρχη τάξη κάθε εποχής γιατί με αυτόν τον τρόπο καταργεί κάθε ευθύνη για τη συλλογική φροντίδα των μελών της κοινωνίας, μεταφέροντας την ευθύνη σε ατομικό επίπεδο. Επίσης μεταφέρει τον πλούτο και τις κοινωνικές διαιρέσεις από γενιά σε γενιά ενώ διευκολύνει και τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, αποδίδοντας έτσι στις γυναίκες ένας συγκεκριμένος ρόλος π.χ. ο ρόλος της τροφού ή της νοικοκυράς. Τέλος είναι ένας συντηρητικός θεσμός που αναπαράγει τις αυταρχικές και ιεραρχικές σχέσεις που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της ταξικής κοινωνίας.

Οι ρίζες του γυναικείου κινήματος (δεύτερο κύμα φεμινισμού) βρίσκονται στις αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και στις οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η γυναίκα με την ανάπτυξη και της ιατρικής και της επιστήμης μαθαίνει να ελέγχει το σώμα της, μέσω των γεννήσεων, αντισύλληψης και των εκτρώσεων. Η οικονομική ανάπτυξη και η ανύψωση του μέσου μορφωτικού επιπέδου τους μετατρέπει τις γυναίκες σε εργατικό δυναμικό και σε κομμάτι της παραγωγικής διαδικασίας βοηθώντας τες έτσι στην αναγνώριση του διπλού καταπιεστικού ρόλου τους ως εργαζόμενες και γυναίκες. Ταυτόχρονα όμως οι γυναίκες είναι αναγκασμένες να δουλεύουν πολλές ώρες.

Ενώ ο καπιταλισμός βγάζει τη γυναίκα από το σπίτι, την ίδια στιγμή είναι αναγκασμένος να διατηρήσει την οικογένεια. Η αντίφαση αυτή μεταξύ μύθου (η γυναίκα μητέρα είναι κολόνα της οικογένειας) και πραγματικότητας γίνεται φανερή και ανυπόφορη. Τα δικαιώματα που έχουν κατακτηθεί δεν ικανοποιούν τις γυναίκες, ιδίως τις νέες μορφωμένες γυναίκες που ζουν στις πόλεις και ζητούν περισσότερες ελευθερίες και δικαιώματα. Σε αυτό έπαιξαν ρόλο τόσο τα κινήματα των ομοφυλοφίλων και των λεσβιών, καθώς και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, τα κινήματα των μαύρων, η δυναμική του εργατικού κινήματος καθώς τέλος και η υποχώρηση των παραδοσιακών θρησκειών και της εκκλησίας.

Το κίνημα μετά τις δεκαετίες ’70-’80 αρχίζει να υποχωρεί, ακολουθώντας την υποχώρηση του εργατικού κινήματος. Η σοσιαλδημοκρατία που ανεβαίνει στην εξουσία όπως επίσης και τα σταλινικά κόμματα προσπαθούν να αγκαλιάσουν το γυναικείο κίνημα με σκοπό να το χειραγωγήσουν και να το καταπνίξουν.

Για μας η ύπαρξη ενός ανεξάρτητου φεμινιστικού κινήματος, ικανού να διεξάγει αγώνες για όλες τις πτυχές της καταπίεσης της γυναίκας είναι καθοριστική. Οι γυναίκες δεν είναι μόνο εργάτριες, καθώς υπάρχουν πολλά είδη καταπίεσης που πρέπει να αντιμετωπίζονται με μια σοβαρότητα. Μόνο με την καταστροφή του καπιταλιστικού συστήματος  μπορεί η γυναίκα να διεκδικήσει τη θέση που της αξίζει. Οι γυναίκες πρέπει επίσης να μπουν στα συνδικάτα και στα σωματεία.

Η μορφή ή το σχήμα ενός τέτοιου ανεξάρτητου γυναικείου κινήματος θα ποικίλει από χώρα σε χώρα ανάλογα με την ιστορία και τους αγώνες που διεξάγονται σε κάθε χώρα και ανάλογα με την συγκεκριμένη περίοδο και συγκυρία. Παρόλα αυτά η ανάγκη για συνέχεια και μεταφορά των θεωρητικών κατακτήσεων, των συζητήσεων για την στρατηγική και την εμπειρία των προηγούμενων αγώνων το καθιστά ένα παγκόσμιο κεντρικό ζήτημα.

Α. Θεοδώρογλου: Ασχολούμαι τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά με queer ζητήματα και θα μιλήσω από μία queer θέση. Στην εισήγησή μου θα προσπαθήσω να συνδέσω το κείμενο της Mitchell με κάποιες βασικές θέσεις της queer θεωρίας, δείχνοντας ότι το ζήτημα του φύλου και της σεξουαλικότητας είναι διαθεματικό με προεκτάσεις που συνδέονται άμεσα με τον καπιταλισμό.

Η Mitchell έγραψε το κείμενο το 1966 και σε αυτό προσπάθησε να συνδέσει ιδεολογικά την πατριαρχία με τον καπιταλισμό. Δηλαδή, πέρα από τις υλικές συνθήκες που ο καπιταλισμός δημιούργησε για να χειραγωγήσει τις γυναίκες υπήρχαν και κάποιες ιδεολογικές συνθήκες (υποτίμηση της γυναικείας-οικιακής εργασίας, η ιδέα ότι η γυναικεία σωματική υπόσταση είναι αδυναμία), οι οποίες επέτρεψαν σε αυτό να συμβεί. Η σύνδεση αυτή είναι σημαντική δεδομένου ότι γυναίκες της νέας Αριστεράς υποτιμούσαν το έμφυλο ζήτημα και το φεμινισμό θεωρώντας το κίνημα με αστικές καταβολές.

Στην queer θεωρία η πατριαρχία είναι κάτι που αναπαράγεται ιδεολογικά. Παράλληλα με την πατριαρχία αναπαράγεται και αυτό που αποκαλούμε ετεροκανονικότητα, δηλαδή ότι το φύλο υπάρχει σε μια διπολική κατάσταση, την φυσική κατάσταση του άντρα και της γυναίκας. Αυτή η ετεροκανονικότητα συλλειτουργοί με την πατριαρχία και τη συνολικότερη υποτίμηση της γυναικείας υπόστασης. Η queer θεωρία θέλει να πάει πέρα από αυτό το δίπολο αμφισβητώντας σε κάποιες περιπτώσεις και την βιολογική διάκριση άντρα-γυναίκας, αφού θεωρεί ότι και αυτή είναι κοινωνικά κατασκευασμένη.

Μέσα από μια queer θέση υπάρχει μία μεγάλη κίνηση προς αυτό που αποκαλούμε μικροπολιτικές, οι οποίες όμως μπορούν να ενεργοποιηθούν μόνο αν υπάρχει κριτική τόσο στον καπιταλισμό όσο και στη δυτική ηγεμονία. Σε αυτό το σημείο υπάρχει σαφώς μία ρήξη με τα λεγόμενα της Mitchell η οποία αναφέρει ότι μόνο σε μία δυτική ανεπτυγμένη κοινωνία μπορεί να υπάρξει γυναικεία χειραφέτηση, αγνοώντας ότι είναι αυτή η δυτική κοινωνία η οποία υπήρξε σημείο δημιουργίας και αναπαραγωγής καταπιέσεων έξω από το δυτικό κόσμο. Επίσης η θέση της Mitchell αγνοεί του ς αγώνες που γίνονται έξω από τα δυτικά πλαίσια για έμφυλη ισότητα όπως και τους αγώνες των μη δυτικών υποκειμένων μέσα στο δυτικό κόσμο.

Μια queer θεωρία είναι μία διαθεματική θεωρία που πέρα από το φύλο και σεξουαλικότητα λαμβάνει υπόψιν και την τάξη, την φυλή, την κατάσταση αναπηρίας και διάφορες άλλες καταπιέσεις που μπορεί να σχετίζονται με την ηλικία, το σώμα, και οι οποίες αναπαράγονται τόσο μέσα σε ατομικά όσο και σε συλλογικά υποκείμενα. Έτσι ενώ η Mitchell αναφέρεται σε μία ενιαία γυναικεία κατάσταση η queer αντίθετα φέρνει περισσότερα ζητήματα στην επιφάνεια και προσεγγίζει πολλαπλά την καταπίεση. Πόσο μπορεί να καταπιέζεται μία λευκή τρανς γυναίκα με ετεροφυλόφιλες έλξεις και μία μαύρη cis λεσβία οι οποίες και οι δύο ανήκουν στην εργατική τάξη;

Οι καταπιέσεις αυτές έχουν κοινές βάσεις τόσο στον καπιταλισμό όσο και στην δυτική ηγεμονία, στην πατριαρχία και στην ετεροκανονικότητα. Εντέλει αποτελούν πλέγματα καταπιέσεων και λειτουργούν σαν πολλά κεφάλια πάνω σε ένα σώμα παρά σαν πολλά μικρά κομμάτια πάνω σε ένα μεγαλύτερο σύστημα.

Στην queer θεωρία η έμφυλη σεξουαλικότητα έχει μια κεντρική θέση. Η queer συνείδηση, που μπορεί να δημιουργήσει μία τέτοια πολιτικοποίηση, έχει ως ρόλο να αντιλαμβάνεται τις πολλαπλές προκλήσεις που παρουσιάζονται μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο και στα διάφορα πλέγματα καταπίεσης και να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μία κριτική πολιτική και αμφισβήτηση και ένα εν δυνάμει σπάσιμο κανονικοτήτων με βάση τις μικροπολιτικές, τα βιώματα. Απώτερος στόχος είναι η δημιουργία ομάδων αλληλεγγύης και αμφισβήτησης αυτών των καταπιέσεων έμπρακτα.

Είναι επίσης χρήσιμο να αντιληφθούμε τον περιορισμό που έχουν οι queer μικροπολιτικές, καθώς δεν αποτελούν το στόχο αλλά την ενδυναμωτική βάση για την αμφισβήτηση σε μεγαλύτερα επίπεδα των κυριαρχιών που μας βασανίζουν. Για να δημιουργηθεί αυτό το δυναμικό μέσα από μια queer θέση-προσέγγιση πρέπει να υπάρχει μια πολιτικοποιημένη ορατότητα αυτής της προσέγγισης αφού τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία αποπολιτικοποίηση του κυρίως μέσα από κυρίαρχα media.

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Είμαι ακαδημαϊκός και ανθρωπολόγος και η τοποθέτησή μου σε σχέση με αυτή την εκδήλωση σχετίζεται με τη δουλειά μου και την επιτόπια έρευνά μου τόσο εντός Ελλάδας όσο και εκτός, κυρίως σε φεμινιστικές οργανώσεις-κινήματα trans στην Κωνσταντινούπολη. Προέρχομαι από το κοινωνικό εργαστήριο της Θεσσαλονίκης όπου μεταξύ των άλλων συζητάμε και τέτοια θέματα.

Στη διερώτηση αυτής της συζήτησης «Γυναίκες, η διαρκέστερη επανάσταση;» θα απαντούσα διαγωνίως, διατρέχοντας τα ερωτήματα και όχι απαντώντας ένας προς ένα.

Δύο είναι οι πηγές του κακού, δύο έννοιες του συστήματος στις οποίες πρέπει να εστιάσουμε. Ένα είναι το ζήτημα της κυριαρχίας του αρσενικού επί του θηλυκού και το δεύτερο είναι το ζήτημα της αναπαραγωγής που επαφίεται στα χέρια των γυναικών. Και τα δύο συνδέονται άμεσα με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, τους ρυθμούς ανάπτυξης και  το είδος της ανάπτυξης σε κάθε γωνιά της γης με διαφορετικό τρόπο σε μία διάδραση τοπικού-παγκόσμιου.

Η κυριαρχία του αρσενικού επί του θηλυκού θα πρέπει να μας ενδιαφέρει ως τρόπος, αντίθετα με το δεύτερο κύμα φεμινισμού που εστίαζε περισσότερο στην πολιτική της ταυτότητας, στη σεξουαλικότητα και στη γυναικεία υποτέλεια. Αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει σήμερα είναι η κυριαρχία ως τεχνολογία διαχείρισης της υποτέλειας με όρους ισχύος και βίας. Η αναπαραγωγή της ανθρώπινης ζωής ως όλον και όχι ως επιμέρους σφαίρες και έννοιες, παραγωγή σε σχέση με την εργασία, την οικογένεια, τα κοινά. Η αναπαραγωγή αυτή σχετίζεται με τη φυσικοποίηση της γυναίκας ως τροφού και καταλήγει σήμερα για τις γυναίκες ως βιοπολιτική ανάπτυξη του καπιταλισμού, είτε με τις μορφές πρωταρχικής συσσώρευσης είτε με τις νέες περιφράξεις που ασκεί ο καπιταλισμός πάνω στα σώματα των γυναικών.

Τόσο το πρόβλημα της κυριαρχίας όσο και το πρόβλημα της αναπαραγωγής θα πρέπει να μην παραμείνει στενά φεμινιστικό ζήτημα αλλά να ενταχθεί ως συστατικό και όχι ως συμπληρωματικό σε κάθε συζήτηση που κάνει η Αριστερά για την επανάσταση. Αν η Αριστερά στραφεί στη λεπτομερή παρατήρηση της κυριαρχίας επί των γυναικών βλέποντας και κατανοώντας χωρίς απλά να κοιτάζει ως απλός παρατηρητής, τη σημασία των γυναικών για την ανθρώπινη ζωή τότε μόνο θα αποκομίσει όλη τη γκάμα των εργαλείων και των τρόπων που χρειάζεται για να αναλύσει τις σχέσεις εξουσίας και υποτέλειας.

Αυτή η παρατήρηση είναι πολύ βοηθητική για την Αριστερά σε σχέση με τα δύο θεμελιώδη ταμπού της δηλαδή της διαρκής τροφοδότησης της προτεραιότητας των αρσενικών ως υποκείμενα, όσο και της αορατότητας-αντικειμενοποίησης των γυναικών ως αποτέλεσμα αυτής της συνθήκης σε κάθε συζήτηση και προβληματισμό για την επανάσταση. Ο συνεχής αποκλεισμός της γυναικείας ανισότητας ως συστατικό και όχι ως συμπληρωματικό κομμάτι της επανάστασης διαιωνίζει τις παθογένειες και μας εμποδίζει να οραματιστούμε ένα άλλο μέλλον.

Παρατηρώντας τι συμβαίνει στις γυναίκες και συσχετίζοντας τις δικές τους εμπειρίες με άλλες μειονοτικές κατηγορίες της διαφοράς και της εξαίρεσης π.χ. λόγω τάξης, φυλής, σεξουαλικού προσανατολισμού, στις εκάστοτε συνθήκες περιφράξεων από μεριάς κεφαλαίου αφενός πάμε τη μελέτη για τις σχέσεις εξουσίας σε βάθος αφετέρου οραματιζόμαστε τις κοινωνίες με όρους αλληλεγγύης και ανοχής, κάτι που μας επιτρέπει να οργανωνόμαστε αλλιώς.

Η κυριαρχία ασκείται επί των σωμάτων χωρίς σημασία, αναλώσιμα, αόρατα, άσεμνα, άσχημα αλλά και όμορφα, σώματα που πάντα χρειάζονται συμμόρφωση, ξεκινώντας πάντα από το γυναικείο σώμα. Η κυριαρχία και η αναπαραγωγή γίνονται αόρατες γιατί πατούν σε σχέσεις οικειότητας, πρώτα από όλα μέσα στην οικογένεια.

Η οικογένεια είναι ένας θεσμός που δεν αφορά μόνο τις δυτικές κοινωνίες, αλλά όλες τις κοινωνίες. Ο συγκεκριμένος τύπος της πυρηνικής οικογένειας γεννήθηκε και εδραιώθηκε από 17ο αιώνα στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Οι σχέσεις οικειότητας γίνονται αόρατες μέσα στην οικογένεια και αφού φυσικοποιούνται παράγουν νόρμες υπαγωγής και οδηγούν στην πατριαρχία.

Η πατριαρχία συνεπάγεται μία διπλή υπαγωγή: την υποταγή του θηλυκού στο αρσενικό και την υπαγωγή του μικρότερου σε ηλικία στους μεγαλύτερους. Μόνο υπό αυτή τη διπλή υπαγωγή μπορούμε να μιλάμε για πατριαρχία. Η πατριαρχία συνεχίζεται και αναπαράγεται ανά εποχές, φτάνοντας στο σημείο να μιλάμε για κρατική πατριαρχία, η οποία αναπαράγεται μέσα από πρακτικές και εφαρμογές του νόμου.

Σε περιόδους κρίσεις του καπιταλισμού η αναπαραγωγή της ζωής επαφίεται κυριολεκτικά στις γυναίκες κυρίως στις πρώην αποικιοκρατούμενες περιοχές του νότου. Στις παλιές μητροπόλεις αλλά και σε πόλεις όπως η Κωνσταντινούπολη ή το Σάο Πάολο, η αναπαραγωγή του κοινωνικού δεσμού ξεκινά από τις κινηματικές δράσεις του φεμινισμού ως κεντρικό κίνημα, που μαζί με την κριτική στο νεοφιλελευθερισμό, το μιλιταρισμό, το αυταρχικό κράτος και την πατριαρχία συμπορεύεται με κινήματα των μειονοτήτων, με τους υποστηρικτές δικαιωμάτων και ανοχής σε ένα άλλο σεξουαλικό προσανατολισμό.

Με το να αποσιωπούμε τις σχέσεις πατριαρχίας στις γυναίκες και σε όσους υποφέρουν σε κάθε κοινωνία και σε κάθε συνθήκη, αγνοούμε συνάμα τις σχέσεις ανισότητας στην αναπαραγωγή της ζωής. Αν το κεφάλαιο χρειάζεται την ανισότητα για να αναπαραχθεί, η Αριστερά έχει ανάγκη την εμπειρία αυτών που αναπαράγουν ζωή σε πείσμα της αορατότητας και των θανατοπολιτικών των περιφράξεων για συνεχή πρωταρχική συσσώρευση.

Με άλλα λόγια χρειάζεται να καταλάβουμε σε βάθος πως κυριαρχεί κάποιος σε ποιον εξετάζοντας και ξεκινώντας από την κυριαρχία των ανδρών επί των γυναικών. Επίσης πως οι περιφράξεις του κεφαλαίου στην ιστορία του καπιταλισμού ξεκινούν και καταλήγουν στις γυναίκες, οι οποίες τελικά αναλαμβάνουν την αναπαραγωγή της ζωής ως όλον.

Αν με ρωτούσατε πως θα ήθελα να κάναμε αυτή τη συζήτηση θα πρότεινα να ξεκινούσαμε δείχνοντας μία σημαίνουσα ταινία η οποία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, την ταινία Pride. Αφορά τη διάδραση μεταξύ δύο κινηματικών δράσεων, την πρωτοβουλία των κοινοτήτων ομοφυλοφίλων, λεσβιών και queer που θέλησαν να στηρίξουν οικονομικά τα συνδικάτα των ανθρακωρύχων στην Αγγλία. Η ταινία με τον ποιητικό της τρόπο δείχνει το πώς πρακτικές αλληλεγγύης και ανοχής στη διαφορετικότητα, όταν δικαιώματα συναισθήματα διαδρούν σε μικροκλίμακα κοινοτήτων και όχι σε μακροκλίμακα θεσμών αλλάζουν το τοπίο της επανάστασης στην καθημερινότητα.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Αναφερθήκατε στον τρόπο που η αστική οικογένεια είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή του συστήματος. Αυτό συνεπάγεται κατά τη γνώμη σας κάποιο πολιτικό αίτημα όπως π.χ. υπήρχαν τη δεκαετία του ’60 για κατάργηση του θεσμού της οικογένειας; Η Μίτσελ κάνοντας κριτική σε αυτό το αίτημα, δηλώνει ότι μπορεί εξίσου να αφομοιωθεί από τον καπιταλισμό. Επίσης πως ακριβώς εννοείτε το ανεξάρτητο φεμινιστικό κίνημα; Πρέπει να υπάρχουν ξεχωριστές πολιτικές οργανώσεις  γυναικών, ομοφυλοφίλων, τρανς;

Μαργαρίτα Κουταλάκη: Αν πάμε σε μία λαϊκή περιοχή μιας μεγάλης πόλης και ρωτήσουμε μια οποιαδήποτε γυναίκα οποιασδήποτε ηλικίας: τι αιτήματα θα υπέβαλλες απέναντι σε μία κυβέρνηση που θα μπορούσε να στα ικανοποιήσει; Εγώ πιστεύω θα έλεγε ότι δε θα ήθελε να ψηφιστεί το νομοσχέδιο που καταργεί νηπιαγωγεία και σχολεία και καταργεί θέσει εκπαιδευτικών. Επίσης θα έλεγε ότι θέλει νοσοκομεία και γηροκομεία, να μη πληρώσουμε τα δημόσια χρέη, να δουλεύει λιγότερο και όχι 12 ώρες, να μην είναι ο βασικός μισθός 500 ευρώ.

Κάθε επαναστατική οργάνωση πρέπει να αφουγκράζεται την κοινωνία και ιδιαίτερα με τα πιο καταπιεσμένα κομμάτια. Στην σημερινή τραγική κοινωνική κατάσταση δεν πιστεύω ότι οι γυναίκες θα έβαζαν αιτήματα π.χ. για την οικογένεια με τον ίδιο τρόπο που τα βάζουν οι επαναστατικές οργανώσεις. Υπάρχουν ζητήματα επιβίωσης, πως γίνεται να τεθούν θέματα που αφορούν την οικογένεια; Τώρα η συζήτηση και η πράξη πρέπει να στραφεί στην οργάνωση γυναικείων επιτροπών αντίστασης.

Ο καπιταλισμός δημιουργεί συνεχώς διαιρέσεις. Το να δημιουργηθεί ένα επαναστατικό κόμμα γυναικών είναι ακόμα μία διαίρεση. Όταν λέμε αυτόνομο εμείς εννοούμε: κάθε σωματείο θα βάλει ζητήματα που αφορούν τις γυναίκες; Θα βοηθήσει τις γυναίκες να κάνουν συνδικαλισμό και να οργανώνεται πολιτικά; Το ότι μπαίνουν αιτήματα από επαναστατικές οργανώσεις δε σημαίνει ότι αυτά γίνονται αποδεκτά από τις ίδιες τις γυναίκες, όμως πρέπει να βρούμε τον τρόπο να επικοινωνούμε.

Με ποιον τρόπο θα μπορούσε να ξεκινήσει η γυναικεία χειραφέτηση από τις μη δυτικές κοινωνίες δεδομένου ότι προϋποθέσεις όπως αυτές που αναφέρει η Μίτσελ όπως δομές για την φροντίδα των παιδιών, μέτρα αντισύλληψης και άλλες οικονομικές και κοινωνικές δομές απουσιάζουν;

Α. Θεοδώρογλου: Κινήματα υπάρχουν και σε μουσουλμανικές και σε μη δυτικές χώρες, όπως και κινήματα μη δυτικών σε δυτικά περιβάλλοντα. Δεν μπορώ να θέσω εγώ τις προϋποθέσεις για το πώς θα κάνει τον αγώνα της η μουσουλμάνα φεμινίστρια. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι αλληλεγγύη καθώς και αυτό που προαναφέρθηκε δηλαδή να ακούμε τι έχουν να μας πουν οι άλλοι.

Φωτεινή, στη διπλή υπαγωγή που περιέγραψες για την πατριαρχία θα προσέθετες την υπαγωγή του άνδρα στην πατριαρχία; Επίσης ποια είναι η σχέση του καπιταλισμού και της πατριαρχίας δεδομένου ότι ο καπιταλισμός ξεκίνησε ως μια εξέγερση ενάντια στην πατριαρχία; Σήμερα η πατριαρχία είναι υπόλειμμα από το παρελθόν που δεν έχει καταφέρει ο καπιταλισμός να εξαλείψει ή η πατριαρχία είναι σήμερα κάτι ριζικά νέο που έχει να κάνει με τον τρόπο που το κεφάλαιο κυριαρχεί πάνω στην κοινωνία και συνεπώς ο αγώνας εναντίον της πρέπει να θίξει το κεφάλαιο σαν κοινωνική κατηγορία;

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Η υπαγωγή περιλαμβάνει και την υπαγωγή των ανδρών. Δεν το τόνισα αρκετά, γιατί συνήθως όταν μιλάμε για το γυναικείο ζήτημα επικεντρωνόμαστε στις γυναίκες. Σε κάθε ιστορική περίοδο και σε κάθε παράδειγμα πρέπει να μελετάμε πως και με ποιους τρόπους δημιουργούνται αυτές οι σχέσεις οικειότητας και απόκρυψης της πατριαρχίας και επιπρόσθετα το πώς «κάθεται» κάθε φορά σε αυτές τις παραδοσιακές κοινότητες πατριαρχίας το κράτος αναπαράγοντας τις δικές του κρατικές πατριαρχίες. Η ταινία που προανέφερα το “Pride” έδειχνε το πώς διαφορετικές κατηγορίες ακτιβιστών, οι ανθρακωρύχοι από τη μία και οι τρανς-γκέυ-λεσβιακές κοινότητες μπορούν να ξεπεράσουν το ταμπού της συμπόρευσης και να αγωνιστούν από κοινού για το δικαίωμα στην εργασία, στην αλληλεγγύη. Ο ρόλος της αναπαραγωγή της ζωής από μεριάς των γυναικών ως όλον πρέπει να μας παραδειγματίσουν για να επεκτείνουμε αυτή την έννοια της κυριαρχίας και της αναπαραγωγής και στις άλλες μειονοτικές καταστάσεις. Πιστεύω ότι το αντίθετο από αυτό που λέει η Μαργαρίτα θα πρέπει να συμβεί: η αμηχανία να μιλήσουμε για το γυναικείο ζήτημα σε διάφορες αριστερές οργανώσεις δηλώνει ότι τέτοιου είδους ζητήματα δεν τα έχουν επεξεργαστεί σε ικανοποιητικό βαθμό. Το να μη μιλάμε για το γυναικείο ζήτημα επειδή τώρα προέχει να μιλάμε για την κρίση δηλώνει την υποβάθμιση του γυναικείου ζητήματος σε ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας.

Ο Άντονυ Γκίντενς στο βιβλίο του «η μεταμόρφωση της οικειότητας» αναφέρει ότι τα τελευταία χρόνια ζούμε μία από τις μεγαλύτερες σιωπηλές επαναστάσεις των 5000 τελευταίων χρόνων, αυτή των γυναικών. Η επανάσταση αυτή σύμφωνά με τον Γκίντενς έχεις ως πυρήνα της τη μεταμόρφωση της σεξουαλικότητας, δηλαδή την αποδέσμευση της σεξουαλικής πράξης από την αναπαραγωγή αλλά και τη διεκδίκηση και ικανοποίηση της σεξουαλικής επιθυμίας από μεριάς των γυναικών.

Ένα δεύτερο σχόλιο που ήθελα να κάνω είναι ότι αν θέλουμε σήμερα να μιλάμε για πατριαρχία ίσως θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν ότι υπάρχει μια ριζική διαφορά του καπιταλισμού ως το 1950 και του καπιταλισμού σήμερα. Περίπου μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα ο καπιταλισμός στηριζόταν στην αναβολή της απόλαυσης ενώ ο καπιταλισμός στη σύγχρονη εποχή έχει την επιταγή «απόλαυσέ το». Ένα διαφωτιστικό παράδειγμα: μία σοβιετική ταινία το 1949 στη Σοβιετική Ένωση απεικονίζει το Στάλιν σαν μεγάλο πατέρα και από κάτω τους άνδρες εργάτες να πολεμούν. Το μήνυμα είναι σαφές: θα έρθουν καλύτερες μέρες όμως τώρα υπάρχει ανάγκη για αύξηση της παραγωγής και πόλεμο. Στο gay parade που διοργανώθηκε πρόσφατα παρακολούθησα το λόγο μίας ομιλήτριας στο βήμα « Θα μπορούσαμε να κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή για τα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης στην Αμερική αλλά δεν μας ταιριάζει, για αυτό λοιπόν ας χειροκροτήσουμε!».

Α. Θεοδώρογλου: Σε σχέση με την αποδοχή και τις ορατότητες των ομοφυλοφίλων, τρανς και άλλων ατόμων: υπάρχει μία παγίδα που ονομάζεται ομοκανονικότητα δηλαδή ζητήματα γκέυ ή λεσβιών γίνονται ορατά αλλά απολιτικοποιούνται, αφού δεν αμβισβητούνται σχέσεις ταξικού προνομίου, φυλετικού προνομίου. Επίσης πέρα από το δίπολο ομοφυλοφιλία-ετεροφυλία υπάρχουν και άτομα που δεν εντάσσονται σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες όπως τρανς ή ιντερσέξ άτομα. Συνεπώς και λόγω των πολλών διασπάσεων πρέπει και εμείς οι ίδιοι να κάνουμε κριτική εντός της κοινότητας και να θέτουμε τα παραπάνω ζητήματα. Δεν είναι μόνο η σεξουαλικότητα η οποία μπορεί να μας ενώσει.

Μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες ήταν αποδεκτή στους πανεπιστημιακούς κύκλους η άποψη ότι πριν τη πατριαρχία υπήρχε ένα άλλο είδος κοινωνικής οργάνωσης με τη γυναίκα στο επίκεντρο και υποστήριζε την ισότητα ανάμεσα στα φύλα και στα μέλη της κοινότητας. Τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξε μία αμφισβήτηση αυτής της άποψης λόγω της ανεπάρκειας ιστορικών στοιχείων για αυτό. Θα ήθελα την άποψή σας για αυτό. Υπήρξε αυτή η περίοδος και αν ναι πως συνέβη η μετάλλαξη;

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Οι ανθρωπολόγοι έχουμε καταλήξει ότι η μητριαρχία δεν υπήρξε ποτέ μία κοινωνία ιδανική. Ακόμα και στις κοινωνίες όπου είχαμε εξισωτικές τάσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών πάντα υπήρξε ένα μικρό προβάδισμα υπέρ των ανδρών. Το γεγονός ότι η κοινωνία οδεύει από πιο εξισωτικές σε πιο πατριαρχικές κοινωνίες έχει αποσιωπηθεί και είναι αρνητικό. Αν κανείς μελετήσει τον οικονομικό τύπο συστημάτων πριν τον καπιταλισμό (κοινωνίες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών – κατά φυλές- κοινωνίες αρχηγίες- σύγχρονες κοινωνίες), όσο προχωράμε από το ένα στάδιο στο άλλο τόσο η ισότητα μεταξύ ανδρών γυναικών στενεύει εις βάρος των γυναικών. Αυτή η διαπίστωση είναι πολύ σημαντική για το πώς θα χρησιμοποιήσουμε αυτή την πρότερη ισότητα.

Με αφορμή τον πόλεμο στη Συρία, στην Ροτζάβα υπάρχει το μόνο στον κόσμο αποκλειστικά γυναικείο αντάρτικο, το οποίο ταυτόχρονα πίεσε σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο για να επικρατήσει η οργάνωση στη βάση της άμεσης δημοκρατίας, στην βάση των λαϊκών συνελεύσεων, της ισότιμης συμμετοχής κατά 50% από άνδρες και γυναίκες, της δημιουργίας μικτών πολιτοφυλακών. Αυτό είναι ένα παράδειγμα για την τοποθέτηση του γυναικείου ζητήματος σαν κεντρικό ζήτημα και πως αυτό οδηγεί στις πολιτικές δομές που προανέφερα. Αν αυτό αποτελεί ένα παράδειγμα γιατί δεν αναφέρεται;

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Θα πρέπει να δούμε τις καταβολές αυτού του κινήματος στο οποίο αναφέρεσαι. Πρώτα και κύρια το νέο είδος φεμινιστικής κινηματικής δράσης που ξεκινάει στην Τουρκία τη δεκαετία του 1980, αφού το παλιό είδος έχει υποστεί τεράστια δίωξη. Επίσης το γεγονός ότι οι Κούρδοι έχουν διεθνείς διασυνδέσεις και μεταφέρουν πολιτική εμπειρία από το εξωτερικό και τέλος η σύνδεση και επιρροή του κινήματος των Ζαπατίστας.

Μαργαρίτα Κουταλάκη: Το παράδειγμα αυτό αποτελεί απόδειξη τη δύναμη της αυτοοργάνωσης και της μη αποδοχής από τη μεριά των γυναικών του ρόλου που τους έχει ανατεθεί. Οι γυναίκες μπορούν να αποτελέσουν πρωτοπορία και να παλέψουν για αιτήματα όπως αλλαγή της κοινωνίας. Αποτελούν σίγουρα παράδειγμα προς μίμηση και παρακαταθήκη για τις κοινωνίες σε όλο τον κόσμο. Ζούμε σε μια εποχή πολέμων και επαναστάσεων.

Από τον τρόπο που μίλησαν οι ομιλήτριες μένει εντελώς θολός ο τρόπος της πολιτικής κατεύθυνσης που θα πάρουν τα διάφορα αιτήματα και διεκδικήσεις. Η περιγραφή του τρόπου που δομούνται οι ταυτότητες, ο τρόπος αυτοκατανόησης των ομοφυλοφίλων τον 20ο αιώνα και οι νέες μορφές συνείδησης που έρχονται να προστεθούν στις παραδοσιακές μορφές του εργατικού κινήματος παραπέμπουν σε κάποια συγκεκριμένη πολιτική μορφή; Ποια πολιτική μορφή είναι εγγύτερα σε αγώνες των ομοφυλοφίλων, τρανς κτλ; Είναι η άμεση δημοκρατία; Επίσης το πολιτικό κόμμα αποκλείεται ως μια ντε φάκτο αυταρχική μορφή; Πως γίνεται η μεταφορά της πολιτικής εμπειρίας εντός των ατόμων και των ομάδων χωρίς μια πολιτική οργάνωση;

Α. Θεοδώρογλου: Μέσα από αυτοοργανωτικές δομές μπορούν τέτοιες συνειδήσεις να λειτουργήσουν και να ενεργοποιηθούν και όχι μέσα από κόμματα. Αν μείνουν χωρίς πολιτική οργάνωση οδηγούμαστε σε όχι τόσο ευχάριστες πολιτικές αφομοιώσεις.

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Για να απαντήσω θα πρέπει να αντιστρέψω το ερώτημα, γιατί θεωρείς ότι αυτό που υποστηρίζεις είναι πολιτική και όχι αυτό που υποστηρίζουμε εμείς; Με την αντιστροφή του παραδείγματος θέτουμε ερωτήματα όπως πως ασκείται η πολιτική. Στην πράξη φαίνεται πως διαμορφώνεται μία νέα πολιτική η οποία κρατάει επιλεκτικά από το παρελθόν, εμπλουτίζεται. Η πολιτική στην οποία αναφέρεσαι, αυτή δηλαδή του μοντερνισμού, η οποία αφορά τα δικαιώματα και τις διεκδικήσεις και αποκλείει για παράδειγμα το συναίσθημα. Όμως όλο και περισσότερο διαπιστώνεται στην πράξη φαίνεται ότι δεν μπορούμε να δράσουμε ορμώμενοι από τον ορθό λόγο. Αυτό που χρειάζεται είναι να υπάρχει μία ανοικτότητα και όχι ταμπού μεταξύ των κινημάτων.

Τι σημαίνει διαθεματικότητα και πως αυτή η έννοια διαφοροποιείται από το παρελθόν; Σε κινήματα για παράδειγμα όπως το σοσιαλιστικό γυναίκες, ομοφυλόφιλοι, τρανς συμμετείχαν χωρίς να αυτοπροσδιορίζονται κάπως συγκεκριμένα πέρα από το ότι ήταν σοσιαλιστές.

Α. Θεοδώρογλου: Παλιότερα κινήματα όντως αντιμετώπιζαν τα διάφορα ζητήματα πέραν του κεντρικού της ταξικής επανάστασης ως επιμέρους παραμέτρους οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψιν ενώ όταν μιλάμε για διαθεματικότητα εννοούμε μία κατάσταση στην οποία λαμβάνουμε υπόψιν με ίσο τρόπο τα ζητήματα. Το ένα ζήτημα παραπέμπει στο άλλο δηλαδή η ταξική καταπίεση από μόνη της δεν λειτουργεί χωρίς την έμφυλη καταπίεση τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο δικτύων.

Συμμετέχω από θέση αρχής στο gay parade  και το θεωρώ πολύ θετικό που γίνεται. Η εμπορευματοποίηση ήταν εμφανής στο gay parade, για παράδειγμα μοίραζαν περιοδικά που απευθύνονταν με διαφημίσεις σε αυτό το κοινό. Υπάρχει κριτική μέσα στο ομοφυλόφιλο κίνημα για αυτά τα φαινόμενα;

Α. Θεοδώρογλου: Βασική ερώτηση. Όταν λέμε pride δεν εννοούμε μόνο γκέυ και λεσβίες αλλά μία κοινότητα που αποτελείται από διάφορους έμφυλους προσανατολισμούς. Τα pride οργανώνονται με θεσμικό τρόπο, υπάρχουν για να ικανοποιήσουν κάποιες νόρμες σε σχέση με τα μη ετεροφυλόφιλα υποκείμενα. Έτσι πολλές φορές αποσιωπούνται ζητήματα που σχετίζονται με προσανατολισμούς πέραν από των γκέυ ανδρών και γυναικών. Πάνω σε αυτό υπάρχει κριτική: η queer κριτική. Επίσης υπάρχει κριτική και στην εμπορευματοποίηση της όλης κατάστασης και στον πραγματισμό που υπάρχει μέσα στις θεσμικές προσεγγίσεις του ζητήματος της σεξουαλικότητας δηλαδή ότι αυτό που μας ενδιαφέρει είναι μόνο μία ικανοποίηση σε επίπεδο δικαιωμάτων και τίποτα παραπάνω.

Leave a Reply

%d bloggers like this: