RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Archive for tag Revolution

 

Στο τεύχος 113 του περιοδικού Ουτοπία δημοσιεύτηκε ο παρακάτω διάλογος μεταξύ του Θοδωρή Βελισσάρη και του Πέτρου Πέτκα με αφορμή το βιβλίο του τελευταίου “Δικτατορία του προλεταριάτου και Εργατικά συμβούλια: Ασύμβατες έννοιες!”. Αναδημοσιεύουμε τον διάλογο κι ένα επιπλέον σχόλιο.

 

Η επανάσταση ως σύμπτωμα του κεφαλαίου

«ΝΙΚΗΦΟΡΑ» ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ…ΠΑΝΩΛΕΘΡΙΑ!

Δικτατορία του προλεταριάτου και εργατικά συμβούλια (συνέχεια)

Ακούστε την ηχογράφηση της εκδήλωσης εδώ: 

6/6/2014- ελεύθερος κοινωνικός χώρος Νοσότρος

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Φαίνεται πως υπάρχουν ακόμη μόνο δύο ριζοσπαστικές ιδεολογίες: ο αναρχισμός και ο μαρξισμός. Αναδύθηκαν από την ίδια χοάνη – τη βιομηχανική επανάσταση, τις ανεπιτυχείς επαναστάσεις το 1848 και το 1871, έναν αδύναμο φιλελευθερισμό, την συγκεντροποίηση της κρατικής εξουσίας, την άνοδο του εργατικού κινήματος και την υπόσχεση του σοσιαλισμού. Αυτές οι ιδεολογίες αποτελούν επαναστατική κληρονομιά. Όλες οι σημαντικές ριζοσπαστικές εξεγέρσεις των τελευταίων 150 ετών σε αυτές φαίνεται να επιστρέφουν προκειμένου να νοηματοδοτήσουν την τρέχουσα κατάσταση. Η στιγμή που διανύουμε δε φαίνεται να είναι διαφορετική.

Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι, με τους οποίους αυτές οι εξεγέρσεις έχουν συνεχιστεί. Οι πρόσφατες καταλήψεις πλατειών διεθνώς αντικατοπτρίζουν για παράδειγμα έναν τύπο: μία εκδοχή μαρξιστικής θεωρίας –που κατανοείται ως μία κριτική της πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού– χρησιμοποιείται προκειμένου να κατανοήσουμε τον κόσμο, ενώ μία αναρχική πρακτική –που κατανοείται ως μία αντι-ιεραρχική αρχή η οποία επιμένει σε μία άμεση δυνατότητα επανάστασης– χρησιμοποιείται προκειμένου να οργανωθούμε, ούτως ώστε να τον αλλάξουμε. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, κάποιοι αντιστέκονται στον παραπάνω συνδυασμό, ισχυριζόμενοι ότι ο μαρξισμός απορρίπτει τον αντικρατικό τυχοδιωκτισμό και καλεί σε μία στρατηγική αναδιοργάνωση της εργατικής τάξης με στόχο την αντίσταση στη λιτότητα και ίσως την προώθηση ενός νέου «Νιου Ντιλ». Αυτή η άποψη προσανατολίζεται στην ενδυνάμωση ενός κοινωνικού κράτους και στη διαχείριση του καπιταλισμού. Αμφότεροι οι προσανατολισμοί φαίνονται περισσότερο ως απλές χειρονομίες, παρά ως κάτι ουσιαστικότερο – όσον αφορά τη βάση της πολιτικής, την τακτική και στρατηγική και την προσέγγιση του τελικού στόχου. Τέλος, υπάρχουν και άλλες εκδοχές που παραμένουν περισσότερο περιθωριακές, μεταξύ των οποίων ενδιαφέρον παρουσιάζουν και απόπειρες να εγκαταλειφθεί πλήρως το έδαφος αυτών των θεωριών, του αναρχισμού και του μαρξισμού – αλλά αυτές φαίνονται συχνά να επανέρχονται σε ένα από τα δύο στρατόπεδα.

Για να δράσουμε σήμερα προσπαθούμε να συντάξουμε τον απολογισμό του 20ου αιώνα. Η ιστορική εμπειρία που έχει συγκεντρωθεί στις έννοιες του μαρξισμού και αναρχισμού θα πρέπει να εκφραστεί, αν πρόκειται να χρησιμεύσουν ως σημεία κατάδειξης ενός χειραφετητικού ορίζοντα. Με ποιον τρόπο σηματοδοτεί η επιστροφή αυτών των ιδεολογιών μία αυθεντική πολιτική δέσμευση και με ποιον τρόπο την επιστροφή ενός φαντάσματος; Σε ποιο σημείο μας έχουν αφήσει οι διαμάχες του παρελθόντος; Ποιες θεωρητικές και πρακτικές μορφές διαθέτουμε προκειμένου να σταθούμε στο ύψος των προβλημάτων του παρόντος;

Τι έχει να πει ο μαρξισμός και ο αναρχισμός σε αυτούς που πολιτικοποιούνται σήμερα; Έχουν κάτι να μας διδάξουν, ως προς το πώς μπορούμε να δράσουμε τώρα; Θα πρέπει να επιστρέψουμε σε αυτές τις κατευθύνσεις; Αν ναι, πώς;

Πολλές πρόσφατες αριστερές συνομαδώσεις τείνουν προς την κατάληψη πλατειών και την χωρίς ηγεσία οριζοντιότητα, διατηρώντας συνάμα έναν ασαφή ίσως και ρεφορμιστικό ιδεολογικό προσανατολισμό προς τον καπιταλισμό και το κράτος. Πώς αντιλαμβάνεστε την άνοδο αυτών των μορφών; Αποτελούν μία πρόκληση για την παραδοσιακή μαρξιστική θεωρία και τους τρόπους οργάνωσης; Αποτελούν μία επιβεβαίωση αναρχικών τρόπων σκέψης και πρακτικής; Γενικότερα, ποιες μορφές οργάνωσης απαιτούνται από τις θεωρίες που κληρονομούμε και τα καθήκοντα του παρόντος;

Μπορείτε εν συντομία να αποτιμήσετε τις σημαντικότερες διασπάσεις και ρήξεις ανάμεσα και εντός των δύο αυτών παραδόσεων; Η ιστορική διαίρεση σε μαρξισμό και αναρχισμό διατηρεί την σημασία της; Ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι σημαντικότερες ρήξεις εντός του μαρξισμού και εντός του αναρχισμού; Θεωρείτε ίσως κάποιες ρήξεις τόσο ενάντια στον μαρξισμό όσο και ενάντια στον αναρχισμό ως σπουδαιότερες;

Ποιες είναι οι αναπαλλοτρίωτες αξίες και τελικοί στόχοι της ριζοσπαστικής πολιτικής; Είναι ο μαρξισμός και ο αναρχισμός ιδεολογίες της ελευθερίας; Της δημοκρατίας; Της εργατικής τάξης; Πώς διαχειρίζονται τις αντικειμενικές αντιφάσεις κατά την απόπειρα πραγμάτωσης αυτών των αρχών υπό τις συνθήκες της καπιταλιστικής ζωής;

Γιατί θα έπρεπε να αγωνιστούμε σήμερα – περισσότερο ή λιγότερο κράτος;

Η ιστορία έχει δικαιώσει τον μαρξισμό, τον αναρχισμό ή κανέναν από τους δύο;

Ομιλητές

Γιάννης Ευσταθίου: Νέο Αριστερό Ρεύμα

Κώστας Χαριτάκης: Εφημερίδα ΔΡΑΣΗ

Θοδωρής Βελισσάρης: Πλατύπους

Σπύρος Κουρούκλης: Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Γιάννης Ευσταθίου: Το όνομα του μαρξισμού εμπεριέχει ένα κύριο όνομα, αυτό του Μαρξ, ενώ του αναρχισμού όχι. Ο αναρχισμός δηλαδή δεν έχει κάποιον πατέρα, δεν αναφέρεται σε κάποιον συγκεκριμένο ιδρυτή, σε αντίθεση με τον μαρξισμό. Αυτό συνεπάγεται ότι ο μαρξισμός στο βαθμό που έχει κάποιον ιδρυτή συγκροτείται περισσότερο σαν ένα σύστημα εννοιών με τη δική του γεννεαλογία, των μαρξιστών, με τα δικά του γραπτά, τα οποία ερμηνεύονται, και αυτό από την αναρχική σκοπιά συνεπάγεται κάποιες σχέσεις εξουσίας. Αντίθετα ο αναρχισμός, όπως το λέει και η λέξη δεν έχει αρχή. Όπως το αναλύει ο Αγκάμπεν μπορούμε να δούμε την αρχή από μία χρονική σκοπιά, ότι ο αναρχισμός δεν έχει μία καταγωγική στιγμή ίδρυσης, όπως έχει ο μαρξισμός καθώς και από μία σκοπιά εξουσίας, δηλαδή την αρχή ως εξουσία. Ίσως θα έπρεπε να συγκρίνουμε τον κομμουνισμό με τον αναρχισμό και όχι το μαρξισμό με τον αναρχισμό.

Η αντιδιαστολή μαρξισμού–αναρχισμού, συχνά παρουσιάζεται σαν μια αντιδιαστολή του ορθού λόγου και του αυθορμητισμού, της επιστήμης και του συναισθήματος. Αυτή η διάκριση αντανακλά αυτό που ο Νίτσε περιγράφει ως το απολλώνιο και το διονυσιακό στοιχείο, τουλάχιστον όπως μανιχαϊστικά παρουσιάζονται σαν δίπολα σε αυτή τη σχέση. Εγώ προτείνω να προσπαθήσουμε να δούμε μέσα τον αναρχισμό στον μαρξισμό.

Υπάρχει ένας ουτοπικός πυρήνας στο μαρξισμό, δηλαδή όπως λέει ο Ένγκελς, «δεν έχει υπερβεί την ουτοπία όντας απλά μια επιστήμη» και αυτό είναι η ιδέα μιας άλλης κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση. Παραδοσιακά ο μαρξισμός γεννιέται σε αντιδιαστολή με την προηγούμενη παράδοση, γιατί θέλει να συγκροτήσει ένα επιστημονικό σύστημα εννοιών έχοντας  την αξίωση να περιγράψει κάποιους νόμους της κοινωνίας και της ιστορίας. Αν βάζαμε τον αναρχισμό μέσα στο μαρξισμό αυτό θα ήταν μάλλον ό,τι λέει ο Ντεριντά το πνεύμα της αποδόμησης, δηλαδή το πνεύμα πίσω από το γράμμα του μαρξικού κειμένου. Είναι αυτή η αέναη κριτική και υπέρβαση του υπάρχοντος, όπως ορίζεται ο κομμουνισμός στη γερμανική ιδεολογία, η κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Αυτό, αν το βλέπαμε έτσι, είναι ένα κοινό με την αναρχική οπτική, δηλαδή μία κοινή αναγνώριση ότι δεν είναι συστήματα γνώσεων, αλλά πρακτικές οδηγίες, οι οποίες αντιμετωπίζουν το γνωστικό τους αντικείμενο από κριτική σκοπιά και όχι από τη σκοπιά της σταθερής αναπαραγωγής του. Σκοπός για τον μαρξιστή ή τον αναρχικό δεν είναι να μελετάει την κοινωνία ή να ασχολείται με την κοινωνία για να την συντηρήσει όπως είναι. Συνεπώς βασική αρχή του επιστήμονα, του πολιτικού, του δράστη και του αγωνιστή αποτελεί αυτή η σκοπιά αποδόμησης.

Μπορούμε να πούμε ότι αυτή η κουβέντα επανέρχεται στην επικαιρότητα μέσα από διάφορες αποτυχίες και των δύο ρευμάτων, με κάποιους σταθμούς – συμβάντα, όπως η παρισινή κομμούνα, ο ισπανικός εμφύλιος, η οκτωβριανή επανάσταση, ο μάης του 1968, η ιταλική αυτονομία. Όπως η μαρξιστική και η αναρχική παράδοση είναι μέρος της ιστορίας, εξίσου είναι και οι αποτυχίες.

Τι μας κάνει να σκεφτόμαστε πάνω σε όλα αυτά; Υπάρχει το ερώτημα στο σκεπτικό για τις νέες κινηματικές μορφές που αναδύθηκαν, οι οποίες φαίνεται να κλονίζουν κάποια παραδείγματα εγκαθιδρυμένα κατανόησης του κόσμου όπως το μαρξιστικό ή το αναρχικό. Αυτές όμως δεν είναι απολύτως νέες μορφές. Μετά το 1970 στη Γαλλία και σε διάφορα μέρη του κόσμου βλέπουμε κάποια κοινά χαρακτηριστικά στα κινήματα, κάτι που κωδικοποιήθηκε ως απελευθέρωση της επιθυμίας, ως «δε θέλουμε ταμπέλες, ετικέτες και δε θέλουμε να είμαστε σε κάποια μονολοθική οργάνωση». Η έμφαση στη δράση, η έμφαση στο ρήμα και όχι στο ουσιαστικό (πχ «καταλάβετε τη wall street») ή το συναίσθημα («αγανακτισμένοι») είναι χαρακτηριστικά που βλέπουμε στις πλατείες σήμερα και τονίζουν όχι τόσο την ιδεολογική έγκλιση αλλά την άρνηση προδεδομένων συστημάτων εννοιών. Είτε συμφωνεί κανείς είτε όχι με αυτή την τάση πρέπει να την αντιμετωπίσουμε.

Για να κατανοήσουμε αυτή την εξέλιξη  πρέπει να δούμε πώς αλλάζει ο καπιταλισμός μετά το 1970. Η πρώτη θεωρητικοποίηση αυτής της αλλαγής από αναρχική σκοπιά (αν και οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονταν ως μαρξιστές) είναι των Ντελέζ – Γκουαταρί, το «Καπιταλισμός και Σχοζοφρένεια», σαν επιστέγασμα του γαλλικού Μάη και η «Αυτοκρατορία» των Νέγκρι και Χαρντ που είναι η δεύτερη γνωστή θεωρητικοποίηση των πλατειών και άλλων παρόμοιας μορφής κινημάτων.

Μετά το 1970 και μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1990, αποκανονικοποιούνται οι αγορές και το χρηματιστήριο, αυξάνεται η αυτοματοποίησης της παραγωγής, αλλάζει  η αναλογία διανοητικής – χειρωνακτικής εργασίας (περισσότερο προς τη διανοητική εργασία από ότι παλαιότερα), διαδίδεται η δημόσια χρήση του ίντερνετ από το 1990 και έπειτα ενώ ταυτόχρονα έχουμε κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, αφού ο κόσμος δεν μπορεί να εκφραστεί σε αριστερά – δεξιά και αρνείται την ένταξή του σε ένα σύνολο είτε είναι ο δυτικός κόσμος είτε η Σοβιετική Ένωση. Επιπλέον, η κατάργηση του κανόνα του χρυσού και η πετρελαϊκή κρίση, σαν απάντηση του καπιταλισμού στην κρίση του προηγούμενου κεϋνσιανού μοντέλου συσσώρευσης (αν και είναι ένα ζήτημα αν ποτέ υπήρξε αυτό) επιφέρουν τόσο αντικειμενικές όσο και υποκειμενικές αλλαγές. Μία νέα παραγωγή υποκειμενικότητας αναδύεται που είναι δεμένη με τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και βάζει σε παρένθεση τα προβλήματα επιβίωσης στο δυτικό κόσμο αφού υπάρχει αύξηση του βιοτικού επιπέδου, ιδίως από το 1945 μέχρι το 1970. Η κατάσταση αυτή  έχει κωδικοποιηθεί ως μεταπολιτική κατάσταση, κατά την οποία μη πολιτικά μορφώματα, όπως σήμερα το Ποτάμι στην Ελλάδα, ασκούν πολιτική. Συμπτώματα όλων αυτών είναι ο Μάης του ‘68, η Ιταλία, οι πλατείες, τα κινήματα της αντιπαγκοσμιοποίησης και σαν συμπτώματα πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε.

Τα νέα αυτά κινήματα βάζουν ένα αίτημα άμεσης δημοκρατίας. Αυτό έχει θεωρητικοποιηθεί από κάποιους θεωρητικούς, όπως οι Λακλάου – Μούφ ή ο Ντεριντά που έχει μιλήσει για την ουτοπία της ελευσόμενης δημοκρατίας, δηλαδή μια δημοκρατία που θα άρει το χάσμα αντιπροσωπευόμενων – αντιπροσώπων. Ένα άλλο ζήτημα είναι η σχέση εννοιών όπως δημοκρατία, ελευθερία, δικαιοσύνη  με τα σύγχρονα κινήματα, το πλήθος. Σε όλα τα έργα που θεωρητικοποιούν αυτά τα νέα κινήματα σήμερα υπάρχουν κάποιες αναφορές, όπως π.χ. στη ο Σπινόζα στη φιλοσοφία, τις οποίες αν δε δει κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει από πού ξεφυτρώνουν όλες αυτές οι θεωρίες των Νέγκρι – Χάρντ και οι σύγχρονες απόψεις για τις πλατείες. Υπάρχουν δηλαδή κάποιοι κόμβοι οι οποίοι πρέπει να μελετηθούν.

Η στάση μπλανκιστών – προυντονιστών, που είναι τα δύο κύρια ρεύματα τα οποία συγκρούστηκαν στην παρισινή κομμούνα, η στάση του Μαρξ απέναντι στην κομμούνα που είπε ότι θα αποτύχει αλλά τη στηρίζω, θεωρώ ότι μας δείχνουν ένα σημείο στρατηγικής σύγκλισης,. Υπάρχει κάτι σαν κοινή συνισταμένη, η οποία λέει ότι η κομμούνα ήταν όργανο λαϊκής επιβολής, δεν είχε κοινωνικές αυταπάτες, είχε αιρετούς και ανακλητούς αντιπροσώπους, είχε ή έτεινε να έχει, γιατί δεν το κατάφερε στο σύντομο χρόνο της ζωής της, μέσο εργατικό μισθό για όλους. Απέναντι σε αυτή την αιτηματολογία απάντησαν οι κομουνάροι και έφτιαξαν μία μορφή κράτους (μισοκράτους λέει ο Ένγκελς) την οποία έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς την αντιμετωπίζει ένας αναρχικός και ένας μαρξιστής. Ανάλογα με το πώς τοποθετούμαστε σε αυτά τα ιστορικά συμβάντα, θα μπορέσουμε να ανιχνεύσουμε πώς και αν θα μπορούσε να υπάρξει στρατηγικά σύγκλιση.

Εγώ θεωρώ ότι κάποια σύγκλιση είναι απαραίτητη γιατί δεν υπάρχει πολυτέλεια στο παγκόσμιο εργατικό αντικαπιταλιστικό κίνημα διασπάθισης και κατακερματισμού των δυνάμεων, αφού οι συσχετισμοί δυνάμεων είναι δραματικοί. Όταν ξέσπασε η καπιταλιστική κρίση πολλοί πίστεψαν ότι γραμμικά θα αναπτυχθεί το εργατικό και άλλα κινήματα,  αλλά στο βαθμό που δεν συγκροτείται εξίσου μια κίνηση πολιτικής ενοποίησης των επαναστατικών δυνάμεων και μια επανεπεξεργασία της στρατηγικής τους εμπεδώνεται η ηττοπάθεια και η υποτίμηση της εργασιακής δύναμης.

Κώστας Χαριτάκης: Όπως και αν τοποθετείται κάποιος απέναντι στο μαρξισμό και τον αναρχισμό δεν μπορεί να μην αναγνωρίζει ότι οι ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες που γέννησαν αυτά τα ρεύματα και τα οδήγησαν στις κορυφαίες πρακτικές εκφράσεις τους, όπως αυτές που αναφέρθηκαν και πριν, έχουν αλλάξει δραματικά. Ο σύγχρονος καπιταλισμός που από μια σκοπιά αποκτά την πιο καθαρή μορφή του σήμερα, είναι πολύ διαφορετικός από τον καπιταλισμό της βιομηχανικής επανάστασης και της πρώιμης αστικοποίησης της κοινωνίας, που αποτέλεσαν την ιστορική μήτρα των επαναστατικών παραδοσιακών ρευμάτων.

Ο καπιταλισμός της αναπτυσσόμενης μαζικής βιομηχανικής παραγωγής του  έχει αντικατασταθεί ή τείνει σήμερα να αντικατασταθεί, τουλάχιστον στην αναπτυγμένη Δύση, από έναν μεταφορντικό-γνωσιακό καπιταλισμό ευέλικτης και παγκόσμια δικτυωμένης «άυλης» παραγωγής, με την έννοια, όχι ότι εξαφανίζεται η υλική παραγωγή, η οποία παραμένει, αλλά ότι αυτή η υλική παραγωγή υπάγεται όλο και περισσότερο σε αυτό που ο Μαρξ είχε ονομάσει γενική διάνοια, δηλαδή τις συσσωρευμένες, συμπυκνωμένες και γενικευμένες γνωσιακές επικοινωνιακές και συναισθηματικές ικανότητες των σύγχρονων κοινωνιών.

Επίσης, ο καπιταλισμός των αναδυόμενων τότε εθνών – κρατών, σήμερα έχει αντικατασταθεί από έναν παγκόσμιο καπιταλισμό, την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, από διεθνικές δηλαδή δυνάμεις και οργανισμούς, οι οποίοι, αν και δεν το καταργούν, υπερβαίνουν το έθνος κράτος, αλλά οπωσδήποτε το αναπροσαρμόζουν και το υπάγουν στις ανάγκες και στους μηχανισμούς του διεθνοποιημένου κεφαλαίου.

Επίσης, ο καπιταλισμός των συμπαγών και σταθερών κοινωνικών τάξεων και ταυτοτήτων μιας ομοιογενούς δηλαδή μαζικής εργατικής τάξης που συγκροτούνταν με πολύ συγκεκριμένους, (ακόμα και χωρικούς) όρους συγκρότησης, έχει αντικατασταθεί με αυτό που εξελίσσεται εδώ και δεκαετίες, μια αποδόμηση συνολικά του κοινωνικού δεσμού, η οποία ρευστοποιεί τις τάξεις και τις μέχρι τώρα στατικές ταυτότητες.

Τα παραπάνω είναι τα τρία βασικά χαρακτηριστικά της μετεξέλιξης του καπιταλισμού. Μπορούμε να μιλήσουμε για ένα νέο μεγάλο μετασχηματισμό, με τον οποίο ο Πολάνυι για παράδειγμα περιέγραφε τη μετάβαση στο βιομηχανικό καπιταλισμό και στην κοινωνία της αγοράς. Σήμερα μπορούμε να μιλήσουμε για μια ανάλογου βάθους μετάβαση μακροπρόθεσμων στρατηγικών και οικολογικών επιπτώσεων σε αυτό το νέο μοντέλο του καπιταλισμού, η οποία εκτυλίσσεται μαζί ή και εξαιτίας των πολύπλευρων ηττών  των εργατικών κινημάτων. Ο νέος μεγάλος μετασχηματισμός έχει ήδη θέσει σε ριζική δοκιμασία τόσο το μαρξισμό όσο και τον αναρχισμό. Μοιάζει σα να τους τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια, με την έννοια ότι ακυρώνει ή έστω τροποποιεί ριζικά ορισμένες βασικές προϋποθέσεις, αλλά και υποσχέσεις αυτών των ρευμάτων.

Μπορεί να δει κανείς τις βασικές κατηγορίες - κεφάλαιο, εργασία, τάξη, κοινωνικές σχέσεις - όλα αυτά είναι πολύ διαφορετικά από αυτά που αντιπροσώπευαν αυτές οι έννοιες την εποχή της διαμόρφωσης του κλασικού μαρξισμού και του κλασικού αναρχισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι παρά την οξύτατη κριτική που άσκησαν αυτά τα δύο ρεύματα στις κοινωνικές επιπτώσεις του καπιταλισμού, παρόλα αυτά μοιράζονταν την ιστορική αισιοδοξία της εποχής του διαφωτισμού για έναν εκπολιτιστικό ρόλο που θα μπορούσε να παίξει η επιστημονικοβιομηχανική ορθολογικότητα. Αυτό είναι κοινό και για τα δύο ρεύματα, με μια ιδιαίτερη ακόμη έμφαση ο μαρξισμός μοιραζόταν και την αισιοδοξία για την ίδια την οικονομική ανάπτυξη, ως ένα εργαλείο απελευθέρωσης της κοινωνίας. Επίσης και τα δύο ρεύματα μοιράζονταν έναν ντετερμινισμό της απελευθέρωσης, έναν ιστορικό ρόλο, ο οποίος θα ερχόταν έτσι κι αλλιώς, υποσχέσεις που έχουν διαψευσθεί δραματικά την εποχή μας.

Όμως, από την άλλη πλευρά, βασικά στοιχεία αυτών των ρευμάτων φαίνεται να κατανοούνται και να επιβεβαιώνονται περισσότερο σήμερα, στη σημερινή ιστορική συνθήκη από ότι όταν πρωτοδιατυπώθηκαν. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η εποχή μας φαίνεται να προάγει ορισμένες γόνιμες διασταυρώσεις και διαλεκτικές συμπληρώσεις μεταξύ μαρξισμού και αναρχισμού, ορισμένες από τις οποίες έχουν αποτυπωθεί σε μεταμαρξιστικά και μετααναρχικά ρεύματα και αυτή είναι μία συζήτηση η οποία έχει ενδιαφέρον και σχετίζεται άμεσα με τα ερωτήματα που τέθηκαν από τους διοργανωτές.

Ας δούμε μερικές από αυτές τις διασταυρώσεις, ενδεικτικά μεν, αλλά με ουσιαστικό και άμεσο πρακτικό αντίκτυπο. Η μαρξιστική ανάλυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με τους μηχανισμούς εκμετάλλευσης της εργασίας και συσσώρευσης του κεφαλαίου που περιγράφει αποτελεί μέχρι τις μέρες μας ένα αξεπέραστο πλαίσιο ερμηνείας βασικών διαχρονικών φαινομένων του καπιταλισμού, η συνθήκη της κρίσης το ανέδειξε πολύ ζωντανά στις μέρες μας. Ωστόσο η εργασιακή θεωρία της αξίας που βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της ερμηνείας αντιμετωπίζει αρκετές προκλήσεις στις μέρες μας, λόγω των χαρακτηριστικών που έχει η σύγχρονη γνωσιακή εργασία και εξαιτίας της δυσκολίας καθορισμού της αξίας, με τον τρόπο που περιγράφει ο Μαρξ σε προϊόντα όπως αυτά της πληροφορικής, τα ψηφιακά προϊόντα. Αν σε αυτό πάρει κανείς υπόψη του ότι δε μιλάμε μόνο για την γκάμα των ψηφιακών προϊόντων, αλλά  για τη μετατροπή πολλών από αυτά που θεωρούσαμε κλασικά προϊόντα σε μία πλατφόρμα ψηφιακών πληροφοριών δημιουργεί αρκετά προβλήματα, ερωτήματα και προκλήσεις για αυτή τη θεωρία. Ταυτόχρονα, η αντιμετώπιση του καπιταλισμού από τον αναρχισμό όχι μόνο ως τρόπου παραγωγής, αλλά κυρίως ως ένα κοινωνικό καθεστώς, που καθορίζεται από ένα ευρύτερο της παραγωγής πλέγμα κυριαρχικών, εξουσιαστικών και εκμεταλλευτικών σχέσεων, βρίσκεται κατά τη γνώμη μου πιο κοντά στο σύγχρονο καπιταλισμό, όπου οι καπιταλιστικές σχέσεις αποικίζουν πλέον ολόκληρο τον κοινωνικό χρόνο και χώρο, την ίδια την αναπαραγωγή και τελικά την ίδια τη ζωή.

Η περιγραφή της μαρξικής σύλληψης του κομμουνισμού ως «ένωση των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών» με βασικό στοιχείο «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του», παραμένει και επιβεβαιώνεται ως ορίζοντας μιας απελευθερωτικής προοπτικής και πορείας. Ωστόσο η έννοια των παραγωγών συρρικνώνει τον άνθρωπο σε μία διάσταση, την οικονομική, κατά το πρότυπο δηλαδή της καπιταλιστικής οικονομίας. Και εδώ η έμφαση του αναρχισμού έδωσε και δίνει στις πολύπλευρες διαστάσεις της ανθρώπινης ελευθερίας, εμπλουτίζει το περιεχόμενο του κομμουνισμού με στοιχεία πέρα της οικονομικής παραγωγικής διάστασης, ενώ μεταμαρξικά ρεύματα έχουν εισάγει αρκετά σημαντικές κριτικές στην ίδια την έννοια των αναγκών που υπάρχει σε αυτό τον ορισμό του κομμουνισμού από τη σκοπιά της αποαποικιοποίησής τους από το εμπόρευμα και το θέαμα, μια υπόθεση εξαιρετικά ζωτικής σημασίας για την εποχή που ζούμε, όπου οι ανάγκες μας διαμορφώνονται με έναν τρόπο ηγεμονευόμενο από το θέαμα και από την παραγωγή των εμπορευμάτων.

Η μαρξική επιμονή σε μία συνολική κοινωνική επαναστατική αλλαγή επίσης ακουμπάει σήμερα καλύτερα στην ιστορική εμπειρία της κατάληξης όλων των μερικών μεταρρυθμιστικών σχεδίων και πρακτικών που έχουν καταλήξει σήμερα στη νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα. Την εποχή που ο Μαρξ επέμενε σε μια συνολική επαναστατική κοινωνική αλλαγή, τα μεταρρυθμιστικά σχέδια μόλις ξεκινούσαν, δεν είχαν δοκιμαστεί δηλαδή στην ιστορική αρένα. Σήμερα έχουν δοκιμαστεί σε όλη την ποικιλία, με διάφορες μορφές και τρόπους. Από την άλλη πλευρά, η αναρχική απαίτηση - που πολλές φορές λαθεμένα αντιπαρατίθεται οπωσδήποτε σε μια συνολική κοινωνική αλλαγή - για διαδικασίες απεξάρτησης από το κράτος και αυτοοργάνωσης της κοινωνίας πέρα και ενάντια στους κυρίαρχους δεσμούς γειώνει την απαίτηση του Μαρξ για συνολική κοινωνική επαναστατική αλλαγή σε πραγματικά υποκείμενα και πραγματικές διαδικασίες χειραφέτησης, κάτι που μας προστατεύει από αυτό που ζήσαμε ιστορικά, την ανάθεση δηλαδή αυτής της χειραφετητικής προσπάθειας στους αφηρημένους φαντασιακούς θεσμούς αυτής της κοινωνικής αλλαγής, που ήταν το κόμμα και το κράτος για την κομμουνιστική και όχι μόνο αριστερά.

Αυτές λοιπόν οι αμοιβαίες «επιβεβαιώσεις» των δύο ρευμάτων, στοιχεία δηλαδή που φαίνονται να επιβεβαιώνονται παρά τη συνολική τους ήττα στη σημερινή κατάσταση δείχνουν ότι το ζήτημα δεν είναι να βρούμε ποιο από τα δύο ρεύματα δικαιώθηκε ή αναιρέθηκε, αλλά να τηρήσουμε μια διαφορετική στάση απέναντί τους πέρα από την πίστη και πέρα από την επιβεβαίωση της ταυτότητας. Μια στάση κριτική και διαλεκτική και με αυτή την έννοια μαρξιστική και αναρχική ταυτόχρονα, αποδομητική, όπως ειπώθηκε πριν και για τον ίδιο της τον εαυτό, που θα αποδομεί και τα δύο ρεύματα ως ιδεολογίες, ως κλειστά δηλαδή ολιστικά και ταυτοτικά συστήματα και θα ανοίγει και τα δύο ρεύματα στην πρόκληση της δοκιμής και της εξέλιξης. Επίσης θα ανοίγει τα δύο ρεύματα στη διασταύρωση, η οποία από την άλλη πλευρά δε συγκαλύπτει τις πραγματικές αντιθέσεις αυτών των ρευμάτων, να ανοίξουν αυτά τα ρεύματα και στον κριτικό διάλογο με άλλα ρεύματα έξω από το μαρξισμό και έξω από τον αναρχισμό, κάτι που είναι σημαντικό για το διαρκή εμπλουτισμό τους και για να αποφύγουν την παγίδα της αυτοαναφορικότητας. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μία νέα σύγχρονη ριζοσπαστική και εικονοκλαστική θεωρητική σύνθεση που θα αναστοχάζεται τις πηγές και τις προϋποθέσεις της ίδιας της της θεωρίας και θα προσπαθεί να ενσωματώσει τις σύγχρονες εμπειρίες των απελευθερωτικών κινημάτων.

Θοδωρής Βελισσάρης: Οι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι ο Μπακούνιν ήταν τόσο δεινός ρήτορας ώστε μπορούσε κατά τη διάρκεια μίας ομιλίας του να οδηγήσει ένα ολόκληρο ακροατήριο να κόψει τις φλέβες του. Οι φιλοδοξίες μου απόψε δεν είναι τόσο υψηλές, ούτε έχω φυσικά τη δυνατότητα για κάτι τέτοιο (διαβάζω από μέσα ένα κείμενο που ετοίμασα στο σπίτι!!). Αλλά θα προσπαθήσω να αναδείξω μερικούς προβληματισμούς που μπορούν ελπίζω να συμβάλλουν γόνιμα στην αποψινή συζήτηση.

Καταρχήν θα ξεκινήσω λίγο πιο γενικά, λίγο πιο θεωρητικά. Ένας φίλος φίλης δήλωσε στο φέισμπουκ ότι θα έρθει εδώ απόψε. Κι από κάτω ένας δικός του φίλος σχολίασε: «Τα ίδια Παντελάκη μου τα ίδια Παντελή μου.» Θα ήθελα λίγο να σταθώ εδώ, μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα και ειλικρινής η αντίδρασή του.

Κάθε άνθρωπος που κάποια στιγμή από ιδεαλισμό ή ταξικό μίσος, ή οτιδήποτε άλλο, θα θελήσει να εμπλακεί στην πολιτική, θα έρθει αργά ή γρήγορα αντιμέτωπος με την αντιπαράθεση μαρξισμού και αναρχισμού. Οι αντιπαραθέσεις αυτές μοιάζουν παρωχημένες, ξεπερασμένες. Μπορεί και δικαίως. Μπορεί πράγματι σήμερα να μην υπάρχει κάποιο μαρξιστικό ή αναρχικό διεθνές κίνημα όπως αυτά που συντάραξαν στο παρελθόν την ιστορία, και μ’ αυτή την έννοια υπάρχουν ίσως μόνο φιλόδοξοι αλλά όχι πραγματικοί μαρξιστές ή αναρχικοί (ελπίζω να μην παρεξηγηθώ εδώ, νομίζω μία ριζική αμφισβήτηση, σωστή ή λανθασμένη, μπορεί να μας κάνει να δούμε καλύτερα τα πράγματα, ενώ θεωρούμε αυτονόητο ότι και ο ίδιος ο Πλατύπους δεν εξαιρείται αυτών των προβλημάτων).

Μπορεί πράγματι να μην υπάρχει καν η ανάμνηση αυτών των κινημάτων, μιας και οι γενιές που ήταν ζωντανές παράλληλα με την κορύφωση της ανάπτυξής τους, έχουν παρέλθει εδώ και καιρό. Μπορεί όμως ο μαρξισμός και ο αναρχισμός, έστω ως ιδεολογίες πλέον, να τροφοδοτούν την εμπειρία του παρόντος, καθώς αυτό δίνει στον εαυτό του ένα παρελθόν που είτε συνήθως το βολεύει, είτε όμως πιθανώς, κάποιες φορές, το συνταράσσει. Το παρόν μπορεί να εφησυχάζει δίνοντας στον εαυτό του ένα παρελθόν, διακινδυνεύοντας ένα παρελθόν. Παράλληλα όμως η διαδικασία αυτή μπορεί να βάζει σε κίνδυνο το ίδιο το παρόν. Πολύ νιτσεϊκά αυτά θα μου πείτε. Θα προσπαθήσω να τα διαφωτίσω με ένα παράθεμα από έναν μαρξιστή που εκτιμούμε πολύ, τον Αντόρνο. Αυτός έγραφε στην “Αρνητική Διαλεκτική” ότι:

«Αυτό που προσπεράστηκε αλλά δεν αφομοιώθηκε θεωρητικά μπορεί να αποκαλύψει μονάχα αργότερα την εμπεριεχόμενη αλήθεια του. Αυτή θα γίνει το απόστημα της κυρίαρχης υγείας και θα οδηγήσει ξανά πίσω σ’ αυτό υπό διαφορετικές συνθήκες».

Αν δεν αντιμετωπίσουμε τον μαρξισμό και τον αναρχισμό, έστω ως ξεπερασμένες ή αποτυχημένες ιδεολογίες, θα τους αναβιώνουμε συνέχεια ασύνειδα και θα επαναλαμβάνουμε πιθανώς την αποτυχία τους.

Γιατί μπορεί όντως τόσο ο μαρξισμός όσο και ο αναρχισμός να φαίνεται ότι απέτυχαν (ζούμε ακόμα σ’ έναν καπιταλιστικό κόσμο). Μπορεί όμως να μην τους παρατηρούμε από ένα υψηλότερο σημείο, πιο κοντά στην κορυφή του σκοπού μας, αλλά από ένα πολύ χαμηλότερο σημείο. Όχι από ένα προνομιακό πεδίο ιστορικής προόδου πέραν αυτών, αλλά στα πλαίσια μια ιστορικής οπισθοδρόμησης που σφραγίστηκε ακριβώς από την αποτυχία τους. Μπορεί να είμαστε τα προϊόντα αυτής της αποτυχίας που οδήγησε σε περαιτέρω βαρβαρότητα, η οποία διέπει αναπόφευτα τις προσπάθειες χειραφέτησης σήμερα. Εκτός αν αφεθούμε σε μία απολογητική γραμμική θεώρηση της ιστορίας η οποία τραβάει μπροστά ό,τι κι αν συμβεί. Επιτρέψτε μου ξανά να παραθέσω Αντόρνο:

«Ο θεωρητικός που στις μέρες μας παρεμβαίνει σε πρακτικές αντιπαραθέσεις, ανακαλύπτει σε μόνιμη βάση, και με κάποια ντροπή, πως οι ιδέες που συνεισφέρει έχουν εκφραστεί εδώ και καιρό — και συνήθως καλύτερα την πρώτη φορά».

Θα πρόσθετα ότι το ίδιο ισχύει και για τον πρακτικό, τον ακτιβιστή, όχι μόνο για τον θεωρητικό. Οι προσπάθειές του φαίνονται ασήμαντες αν συγκριθούν με αυτές του παρελθόντος, παρότι αυτές του παρελθόντος δεν ευοδώθηκαν!

Αυτή η συζήτηση με φέρνει στο κυρίως θέμα. Μέχρι τώρα αναφέρομαι αδιαφοροποίητα τόσο στον μαρξισμό όσο και στον αναρχισμό. Αναδεικνύω όμως, μέσω της αναφοράς μου σ’ αυτούς, το πρόβλημα της ιστορικής συνείδησης, τον τρόπο με τον οποίο για παράδειγμα ένα κακοχωνεμένο παρελθόν μπορεί να επαναλαμβάνεται ασύνειδα και καταστροφικά στο παρόν, τον τρόπο με τον οποίο μπορεί δίπλα στην ιστορική πρόοδο να υπάρχει ιστορική οπισθοδρόμηση, τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η ιστορία αναζητά ιστορική αναγνώριση – τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η ιστορία είναι ιστορικό δημιούργημα.

Ακριβώς αυτή η σκοπιά της ιστορικής συνείδησης είναι που διαφοροποιεί τον μαρξισμό από τον αναρχισμό. Ήδη από το νεανικό γράμμα στον Ρούγκε, με το διάσημο πρόταγμα για μια «αμείλικτη κριτική του υπάρχοντος», ο Μαρξ ξεκαθάριζε ότι η συμβολή του στον αγώνα για τη χειραφέτηση είναι η προσπάθειά του για τη διασάφηση μίας συνείδησης που παραμένει σκοτεινή απέναντι στον εαυτό της, τη συνείδηση της εποχής του, που ήταν η εποχή του κεφαλαίου.

Οι αναρχικοί από την άλλη έχουν συνηθως μία διϊστορική προσέγγιση απέναντι στα προβλήματα της χειραφέτησης. Για παράδειγμα (και μπαίνω αμεσως στα βαθιά!!) θεωρούσαν (ή και θεωρούν ακόμα) το κράτος σαν ένα διϊστορικό κακό που υπάρχει μέχρι σήμερα, απέναντι στο οποίο (ή γενικά απέναντι στην πολιτική εξουσία και άλλα ιστορικά προβλήματα) αντιπαρατάσσουν συνήθως ως αντίβαρο μια γενική ιστορική σταθερά, φυσική, ηθική, ή κοινωνική. Είναι γνωστή η παρομοίωση του Colin Ward ο οποίος θεωρεί την αναρχική κοινωνία σαν ένα σπόρο που περιμένει να φυτρώσει στη λαμπρότητά του όταν επιτέλους λιώσει το κακό χιόνι του κράτους και των ιεραρχιών που δεν τον αφήνουν να ανθίσει. Φυσικά, το πρόβλημα αυτό δεν περιορίζεται στους αναρχικούς αλλά επεκτείνεται και στους ίδιους τους μαρξιστές, πολλοί απ’ τους οποίους, σε αντίθεση με τους Μαρξ και Λένιν, θεωρούν για παράδειγμα πως το κράτος ήταν και είναι πάντα ένα όργανο εκμετάλλευσης στα χέρια μίας κυρίαρχης τάξης.

Σ’ αυτό το πλαίσιο οι αναρχικοί κατηγορούσαν τον Μαρξ και τους μαρξιστές ως «κρατιστές», ενώ αυτοί εναντιώνονταν στο κράτος καθεαυτό, θεωρώντας μάλιστα κάθε πολιτική επανάσταση προβληματική και μόνο την κοινωνική επανάσταση ιδεώδη. Ο Μαρξ και ο Λένιν όμως, επιδίωκαν να συλλάβουν το κράτος ως μία λειτουργία, ως ένα σύμπτωμα του κεφαλαίου, και στόχευαν τις συνθήκες δυνατότητας που επέτρεπαν να αναδύεται τη συγκεκριμένη ιστορική εποχή η ανάγκη για κράτος. Δεν έβλεπαν το κράτος ως την προαιώνια αιτία της ανελευθερίας που επιμένει μέχρι σήμερα, αλλά το κράτος ως αποτέλεσμα της ύπαρξης του κεφαλαίου. Προσπαθούσαν να συλλάβουν το κράτος ως ένα ιστορικά εξειδικευμένο φαινόμενο. Σε αντίθεση με τον παραδοσιακό πολιτισμό, θεωρούσαν ότι στην αστική κοινωνία του κεφαλαίου το κράτος συγκροτείται και παράγεται από τα κάτω, από τις ίδιες τις (αλλοτριωμένες) κοινωνικές σχέσεις, δεν επιβάλλεται από τους λίγους επί των πολλών. Γι’ αυτό η πολιτική τους στόχευε όχι στη μονομιάς κατάργηση αλλά στην απονέκρωση, στον μαρασμό του κράτους. Στο τι σημαίνει αυτή η διαφοροποίηση μπορώ να επεκταθώ αν χρειαζεται στη συνέχεια στης συζήτησης. Επί τροχάδην μόνο να παρατηρήσω ότι συνήθως οι αναρχικοί κατηγορούν τον Μαρξ και τους μαρξιστές για οικονομισμό, για αναγωγή της πολιτικής στην οικονομία, ενώ ιστορικά ο Μαρξ και οι μαρξιστές ήταν αυτοί που έδιναν τεράστια σημασία και βαρύτητα στον πολιτικό αγώνα, ενώ οι αναρχικοί στον οικονομικό (ιδιαίτερα οι Μπακούνιν και Κροπότκιν), για παράδειγμα με την έμφαση στα συνδικάτα.

Με την ίδια αμείλικα κριτική διάθεση απέναντι στο υπάρχον, ο Μαρξ και οι καλύτεροι μαρξιστές (όπως ο Λένιν και ο Αντόρνο) αντιμετώπιζαν και τον ίδιο τον σοσιαλισμό και τον λεγόμενο αντικαπιταλισμό. Ο Μαρξ δεν ήταν ο «καλύτερος» κομμουνιστής, αλλά ο πιο συστηματικός κριτικός του κομμουνισμού (κριτικός ακόμα και απέναντι στους μαρξιστές ακόλουθούς του, όπως και ο Λένιν απέναντι στους ίδιους τους μπολσεβίκους). Ενδιαφερόταν για τις διάφορες μορφές σοσιαλισμού ως προς τον τρόπο με τον οποίο εξέφραζαν την ιστορική τους εποχή, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο εξέφραζαν το ίδιο το κεφάλαιο, την ίδια στιγμή που ισχυρίζονταν ότι του αντιπαρατίθονταν!

Θα ξεκινήσω δίνοντας μερικά πολύ γενικά παραδείγματα, εν είδει brainstorming, για να γίνει κατανοητό το επιχείρημα και μετά θα προσπαθήσω να γίνω λίγο πιο αναλυτικός. Για να μην παρεξηγηθώ, ξεκαθαρίζω εκ των προτέρων ότι θεωρώ πως ο αναρχισμός, παρ’ όλα τα προβλήματά του, αποτελεί επαναστατική ιδεολογία (σε σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία από το 1914 κι έπειτα).

Είναι γνωστό ότι ο αναρχισμός επέκρινε με δριμύτητα κάθε είδους εξουσιαστικό ή αυταρχικό σοσιαλισμό. Όμως ο ίδιος ο αναρχισμός δεν ξέφυγε από αυτό που επέκρινε, στις στιγμές που αναδύθηκε στο ιστορικό προσκήνιο. Ας αναφερθούμε λίγο στον Προυντόν: είναι γνωστό το πολιτικό φλερτ του ανά διαστήματα με διάφορους εξουσιαστές οι οποίοι έκρινε ότι στρέφονταν εναντίον της αστικής τάξης, όπως ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης ή ο Τσάρος Αλέξανδρος ο 2ος. Επίσης γνωστά είναι τα (σποραδικά μεν αλλά πραγματικά) υποτιμητικά του σχόλια για τις γυναίκες, τους εβραίους ή τους μαύρους, τα συνδικάτα, και γενικότερα τις μάζες, καθώς και η κάποιες φορές φετιχοποίηση του πολέμου εκ μέρους του. Ο Μπακούνιν από την άλλη μεριά, ως γνωστόν, έστηνε συνωμοτικές μυστικές εταιρίες για να κερδίσει πολιτική επιρροή, τις οποίες διοικούσε κατά βούληση (σε αντίθεση με τους Μαρξ και Ένγκελς που έβαλαν όρο για να συμμετέχουν στη Ένωση των Κομμουνιστών τη μετατροπή της από ημι-συνωμοτική σε ανοιχτή ομάδα, η ηγεσία της οποίας θα έπρεπε να εκλέγεται από όλα τα μέλη). Επίσης διάσημη είναι η φράση του Μπακούνιν για την «αόρατη δικτατορία όσων συμμαχούν υπό την κοινή αρχή», για τους αόρατους λοχαγούς της επανάστασης. Θα μπορούσα να αναφερθώ και στη μη διεθνιστική στάση του Κροπότκιν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά χρήσιμα θα ήταν ίσως και πιο απτά παραδείγματα: όταν οι αναρχικοί βρέθηκαν στο ιστορικό προσκήνιο το ’36 στην Ισπανία, δεν ήταν άτρωτοι στο πρόβλημα του αυταρχισμού. Δεν έλειψαν όχι μόνο κάποιες αυθαιρεσίες αναρχικών απέναντι σε αντιπάλους (π.χ. χριστιανούς), αλλά συμμετείχαν οι ίδιοι στην κυβέρνηση, στην εκτελεστική εξουσία (δηλαδή στο κράτος), με υπουργικούς θώκους (τους οποίους μάταια παρακαλούσαν να τους επιτραπεί να μεταβαπτίσουν για να μην ακούγεται άσχημα η συμμετοχή τους σ’ αυτούς). Συγχρόνως, δεν έλειψε ο ανταγωνισμός μεταξύ αναρχικών κολλεκτίβων για τη διάθεση της παραγωγής τους στο εξωτερικό, το μερίδιο στην αγορά κ.λπ. Τέλος, αν παρατηρήσει κανείς τις ενδο-αναρχικές συγκρούσεις, επαναλαμβάνεται συνεχώς μεταξύ των αναρχικών η κατηγορία για κρυφο-εξουσιασμό, ή κρυφο-λενινισμό (π.χ. απέναντι στον Μάχνο, ή γενικά στον συνδικαλισμό ως ρεφορμισμό και απολογητική της εργασίας), ως έμμεση παραδοχή ότι ο ίδιος ο αναρχισμός δεν μπορεί να ξεφύγει εύκολα από το πρόβλημα που αναδεικνύει. Φυσικά και οι μαρξιστές δεν ήταν απρόσβλητοι των προβλημάτων αυτών.
Όλα αυτά δεν αποτελούν ένα “κατηγορώ” αλλά προσπάθεια να φανεί ότι υπάρχει υπό το κεφάλαιο ένας διάχυτος κοινωνικός αυταρχισμός απέναντι στον οποίο δεν μπορείς απλά να πεις: «απεταξάμην». Κάτι τέτοιο μπορεί είτε απλά να σε οδηγήσει στην ασύνειδη επανάληψη του αυταρχισμού, ή στο ιστορικό περιθώριο και σ’ ένα είδος ασκητισμού.

Ας γίνω όμως λίγο πιο συγκεκριμένος δίνοντας μερικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο ο ίδιος ο Μαρξ προσέγγισε τον Προυντόν. Για τον Μαρξ, το προυντονικό πρόταγμα για την «κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας» δεν ξεπερνούσε αλλά εξέφραζε το κεφάλαιο. Αποτέλεσμα του προτάγματος αυτού θα μπορούσε για τον Μαρξ να είναι η μετατροπή όλης της κοινωνίας σε έναν μεγάλο καπιταλιστή που εκμεταλλεύεται τον εαυτό του. Η ατομική ιδιοκτησία έπρεπε για τον Μαρξ επίσης να πραγματωθεί, καθώς το ίδιο το κεφάλαιο είχε γίνει το μεγαλύτερο εμπόδιο αυτής της πραγμάτωσης (έγραφε μάλιστα ότι η Κομμούνα του Παρισιού πραγμάτωσε πρώτη φορά την ατομική ιδιοκτησία, έστω εν μέρει). Και επίσης το πρόβλημα του κεφαλαίου δεν εξαντλούνταν για τον Μαρξ στο πρόβλημα της ατομικής ιδιοκτησίας αλλά στον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το κεφάλαιο ήταν/είναι η αντίφαση της νεώτερης κοινωνίας με τον ίδιο της τον εαυτό. Όπως κάθε μέλος της καπιταλιστικής κοινωνίας βλέπει τον εαυτό του ως την ιδιοκτησία του, ως ένα εμπόρευμα προς αγορά και πώληση, έτσι και η κοινωνία βλέπει τον εαυτό της ως κεφάλαιο. Κεφάλαιο για τον Μαρξ δεν είναι απλά οι καπιταλιστές (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι αναγκαία η πάλη εναντίον τους)!

Το ίδιο το κεφάλαιο μπορεί να καταργεί υπέρ του την ατομική ιδιοκτησία, όπως αυτή της ίδιας της εργατικής μας δύναμης, και επίσης ακόμα και χωρίς καπιταλιστές μπορεί μία συλλογικότητα να αυτοκαταπιέζεται. Για παράδειγμα μία κολλεκτίβα μπορεί να υποτάσσεται στη δυναμική του κεφαλαίου καθώς επιδιώκει οικονομική αποτελεσματικότητα, ακόμα και χωρίς αφεντικά, δηλαδή ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Ή το ίδιο όσον αφορά την ΕΣΣΔ, χωρίς καπιταλιστές και εκατομμυριούχους υπαγόταν στον καταναγκασμό της εργασίας.

Ή περαιτέρω, η προτροπή του Προυντόν να αντικατασταθεί το χρήμα με κάποια κουπόνια ή πιστωτικές μονάδες χρόνου εργασίας σήμαινε για τον Μαρξ συσκότιση και απολογητική του τρόπου με τον οποίο, μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση, ο εργασιακός χρόνος (αυτο-)υπονομευόταν ως μέτρο της κοινωνικής αξίας. Δεν είναι το χρήμα το πρόβλημα αλλά ο ίδιος ο χαρακτήρας της εργασίας.

Το ίδιο μπορούμε να πούμε για την έννοια του συμβολαίου, ή την «ελεύθερη συμφωνία», όχι μόνο στον Προυντόν αλλά και σε άλλες σημαντικές μορφές του αναρχισμού, όπως ο Κροπότκιν. Ότι εκφράζουν τον καπιταλισμό και τον ανασυστήνουν μ’ έναν τρόπο, κι ότι δεν του εναντιώνονται εξωτερικά όπως πίστευαν. Ο Μαρξ βέβαια δεν έκανε κριτικη σ’ όλα αυτά με την έννοια που την καταλαβαίνουμε συνήθως, ως απόρριψη. Κριτική για τον Μαρξ ήταν η διερεύνηση των συνθηκών δυνατότητας αυτών των προβλημάτων, ο μόχθος για την πληρέστερη συνειδητοποίησή τους, και η αντεπίδραση αυτής της συνείδησης στη θεωρία και στην πράξη.

Αν ο ίδιος ο σοσιαλισμός ήταν ένα οξύ σύμπτωμα του κεφαλαίου, τι σημαίνει αυτό για το κεφάλαιο και για τον αγώνα να πάμε πέρα απ’ αυτό; Μια σημαντική διαφορά μαρξισμου και αναρχισμού είναι ότι για τους αναρχικούς η χειραφέτηση από το κεφάλαιο έρχεται από μία δύναμη έξω από αυτό, η οποία μπορεί να το συντρίψει με μία κοινωνική επανάσταση. Ο Μαρξ και οι μαρξιστές αντίθετα, θεωρούν ότι το κεφάλαιο είναι ήδη μια μορφή ελευθερίας, αλλοτριωμένη βέβαια, και έτσι πέρα απ’ το κεφάλαιο μπορεί να οδηγηθεί κανείς μόνο μέσω του κεφαλαίου. Γι’ αυτό ενώ οι αναρχικοί βλέπουν την επανάσταση ως τερματισμό των κοινωνικών αντίφάσεων, οι μαρξιστές τη βλέπουν ως όξυνση αυτών των αντιφάσεων, και γι’ αυτό μεγαλώνει η σημασία της πολιτικής πάλης, δεν αφανίζεται (όπως πιστεύουν οι αναρχικοί). Στο σημείο αυτό έχει ίσως ενδιαφέρον να σημειώσω ότι ενώ συχνά οι αναρχικοί κατηγορούν τους μαρξιστές ως «αντικειμενιστές», ότι υποτιμούν την πολιτική για χάρη κάποιας ιστορικής τελεολογίας που μας οδηγεί στον σοσιαλισμό, φαίνεται να συμβαίνει το αντίθετο: οι αναρχικοί να υποτιμούν την πολιτική, και τη σημασία του υποκειμενικού παράγοντα όπως εκφράζεται και αναπτύσσεται μέσα από τις συγκροτημένες πολιτικές οργανώσεις. Αφήνονται σ’ έναν αντικειμενισμό του «κινήματος», το οποίο όμως αν δεν βρει ρητή οργανωτική και πολιτική έκφραση μπορεί να είναι τυφλό ή και καταστροφικό και οι επαναστάτες ανίκανοι στην ουρά του. Η συσσώρευση εμπειρίας, ιστορίας, και θεσμικής συνέχειας που συνεπάγεται μία πολιτική οργάνωση μοιάζει εκ των ων ουκ άνευ για να αποκτά νόημα το υποκειμενικό στοιχείο στην ιστορία. Όχι ότι σήμερα υπάρχουν μαζικές πολιτικές οργανώσεις σαν αυτές του παρελθόντος (όπως η Β’ Διεθνής, οι μπολσεβίκοι ή η FAI). Ελλείψει τέτοιων διεθνών επαναστατικών οργανώσεων το υποκειμενικό στοιχείο μοιάζει να έχει υποχωρήσει εντελώς (και βλέπουμε μία συζήτηση κυρίως για τους “αντικειμενικούς παράγοντες”).

Θέλω πριν τον επίλογο να αναδείξω εν τάχει λίγα ακόμα θέματα (το πρόβλημα «Λένιν» δεν το έθιξα πολύ, παρότι συνήθως εκεί είναι που χωρίζουν εντελώς οι δρόμοι μαρξιστών και αναρχικών, αλλά μπορώ να το πιάσω στη συζήτηση).
Καταρχήν, υπάρχει τελευταία μία προσπάθεια σύνθεσης αναρχισμού και μαρξισμού από διάφορες μπάντες (για παράδειγμα υπάρχει ο Ρούσης, ή και ο Τερζάκης). Η απόπειρα σύνθεσης γίνεται επί τη βάσει ενός κοινού χειραφετητικού αντικαπιταλισμού. Όπως προσπάθησα να δείξω όμως, ο Μαρξ θεωρούσε τους αναρχικούς είτε ως ασύνειδους φιλοκαπιταλιστές, είτε ως αντιδιαλεκτικούς/και προβληματικούς αντικαπιταλιστές. Ο τρόπος με τον οποίο γίνονται οι τρέχουσες απόπειρες σύνθεσης, εκτός του ότι μπορεί ίσως να αντανακλά την τρέχουσα αποπολιτικοποίηση που εξολοθρεύει τις διαφορές υπέρ μίας άνευ όρων ενότητας, συσκοτίζει αυτό που προσπάθησε να κάνει ο Μαρξ, άρα αντί να το ξεπεράσει γόνιμα φαίνεται να πηγαίνει πολύ πίσω απ’ αυτό.

Εξίσου προβληματική μου φαίνεται μία άλλη τυπική στάση που την αποκαλούμε «μαρξισμός στη θεωρία και αναρχισμός στην πράξη». Δηλαδή τη θεώρηση του μαρξισμού ως ορθής θεωρίας (για παράδειγμα στην οικονομική ανάλυση του καπιταλισμού) και τη θεώρηση του αναρχισμού ως κατάλληλης μορφής πράξης, συμπλήρωμα της ορθής αυτής θεωρίας. Αυτός ο εκλεκτικισμός επίσης δεν φαίνεται να λαμβάνει σοβαρά υπόψη ό,τι οδήγησε τον Μαρξ και τους μαρξιστές σε ένα ιδιαίτερο είδος μαρξιστικής πολιτικής το οποίο συνέδεαν αδιαχώριστα με τη «θεωρία» τους. Το ξεπέρασμα της πολιτικής τους αυτής προϋποθέτει μια μη κακοχωνεμένη και επιφανειακή πρόσληψή της. Για τον Μαρξ το εμπόρευμα δεν είναι απλά μια κατηγορία της οικονομικής επιστήμης αλλά ο νεώτερος τρόπος με τον οποίο η κοινωνία προσλαμβάνει τον εαυτό της. Γι’ αυτό ο Μαρξ και οι μαρξιστές συσχέτιζαν την εμπορευματική μορφή της εργασίας με ό,τι θεωρείται από έναν προβληματικό μαρξισμό ως εποικοδόμημα: πολιτική, τέχνη, φυλή, σεξουαλικότητα.

Σ’ ένα διάσημο δοκίμιό του, με τίτλο «Οι δύο ψυχές του σοσιαλισμού», ο Hal Draper διαχώρισε την καλή ψυχή του σοσιαλισμού από την κακή. Η καλή είναι αυτή του «σοσιαλισμού από τα κάτω», ενώ η κακή αυτή του «σοσιαλισμού από τα πάνω». Ενάντια στο ρεύμα και τις συμβατικότερες αφηγήσεις, προσπάθησε να δείξει πως ο μαρξισμός είναι η μοναδική ιστορικά μορφή σοσιαλισμού από τα κάτω, ενώ ο αναρχισμός (μαζί με τη σοσιαλδημοκρατία) μία μορφή σοσιαλισμού από τα πάνω.
Παρότι θεωρώ πολύ ενδιαφέρουσα την προσπάθειά του, διαφωνώ μαζί του. Δεν υπάρχει καλή και κακή ψυχή του σοσιαλισμού. Υπάρχει μία μόνο, κοινή, σκοτεινή ψυχή της δυνατότητας για χειραφέτηση η οποία αναζητά απτές μορφές έκφρασης, εκδήλωσης, και εν τέλει συνείδησης. Ο μαρξισμός και ο αναρχισμός υπήρξαν εκφράσεις της ψυχής αυτής. Αλλά απέτυχαν και οι δύο στην εκπλήρωση του στόχου τους. Αν για κάποιο λόγο δίνουμε μεγαλύτερο βάρος στον μαρξισμό είναι επειδή απέτυχε με έναν πιο ενδιαφέροντα τρόπο, έχοντας πάντοτε στο επίκεντρο το πρόβλημα της ιστορικής συνείδησης: ως έκφραση αυτής της ιστορικής συνείδησης της κυμαινόμενης σχέσης μεταξύ θεωρίας και πράξης είναι που παραμένει ο μαρξισμός σημαντικός. Βλέποντας έτσι τον μαρξισμό είναι σαν το παρελθόν να περιμένει, όχι να το μιμηθούμε (όπως κάνουν μ’ έναν τροπο σήμερα μαρξιστές και αναρχικοί), αλλά να το λυτρώσουμε. Ο μαρξισμός υπήρξε η αμείλικτη κριτική του ίδιου του μαρξισμού, με τρόπο ασύγκριτα αυτοκριτικό σε σχέση με άλλες ιδεολογίες. Ο μαρξισμός ήταν η εργαλειοποίηση του μαρξισμού ως το επόμενο βήμα της χειραφέτησης και είδε το τέλος του παράλληλα με το τέλος της κυριαρχίας του κεφαλαίου.

Fail better, σάρκαζε ο Μπέκετ. Μπορεί η συνείδηση της αποτυχίας να γίνει βάση μίας πραγματικής επιτυχίας για ένα διεθνές επαναστατικό κίνημα στα χρόνια που έρχονται;”

Σπύρος Κουρούκλης: Προσωπικά τον μαρξισμό δεν τον γνωρίζω καθόλου. Το κεντρικό επιχείρημα που χρησιμοποιεί ο Μαρξ στην προσπάθειά του να αναλύσει τον καπιταλισμό της εποχής του και να προτείνει μια κοινωνική αλλαγή ταυτίζεται σε επίπεδο στόχου, δηλαδή μια κοινωνία χωρίς κράτος και κεφάλαιο, με τους πρώτους αναρχικούς. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτοι αναρχικοί όπως η περίπτωση του Καφιέρο και του Μπακούνιν, από τους οποίους ο πρώτος έκανε μια σύνοψη του κεφαλαίου στα ιταλικά ενώ ο δεύτερος ξεκίνησε να μεταφράζει το κεφάλαιο του Μαρξ στα ρώσικα χωρίς να το ολοκληρώσει ουσιαστικά συμφωνούσαν σε αυτή την ανάλυση ως εκκίνηση και αφετηρία. Τον μαρξισμό επίσης δεν με ενδιαφέρει να τον μάθω, γιατί θεωρώ ότι αν ο αναρχισμός είναι ένας γαλαξίας, ο μαρξισμός είναι ένας άλλος γαλαξίας και δεν ξέρω κατά πόσο θέλω να μπω σε αυτή τη διαδικασία κριτικής, ανάγνωσης, μελέτης και σκέψης των επιγόνων.

Επίσης ο μαρξισμός σε σχέση με τον αναρχισμό έχει μία βασική διαφορά. Όπως πολλά μαρξιστικά ρεύματα ξεκινά συνήθως ως όρος από κάποιον άνθρωπο, δηλαδή έχουμε μαρξιστές, μαοϊκούς, λενινιστές, τροτσκιστές κτλ. Στον αναρχισμό δεν έχουμε αυτό το φαινόμενο, παρόλο που υπάρχουν κάποιες τάσεις οι οποίες μπορεί να ξεκινούν σαν αφετηρία από κάποιους ανθρώπους, ποτέ δε θα πει κάποιος ότι εγώ είμαι μπακουνικός, κροποτκινικός κτλ. Η μόνη διαφορά είναι ο Στίρνερ και ενδεχομένως κάποιοι που θεωρούν τον εαυτό τους στιρνερικό, αλλά ο Στίρνερ και κάποιοι άλλοι όπως ο Γκόντγουιν που κάποιοι θεωρούν κάποιοι ότι είναι προπάτορες του αναρχισμού και κάποιοι άλλοι το αμφισβητούν.

Ο αναρχισμός θα έλεγα ότι έχει μια ιστορική αφετηρία. Εννοείται ότι ξεκινά σαν αντίθεση στον Μαρξ και τους μαρξιστές σε ζητήματα τακτικής και στρατηγικής αλλά και βασικών ζητημάτων κοσμοθεωρίας. Οι απαρχές του βρίσκονται στο σχίσμα που γίνεται στην Α΄Διεθνή και συγκεκριμένα στο συνέδριο του Σαίντ Ιμιέ. Εκεί μπαίνουν οι βάσεις και οι όροι αυτού που λέμε κλασικός αναρχισμός, αν και δεν υπάρχει ένα αναρχικό δόγμα ή μία αναρχική προσέγγιση αλλά είναι κάτι το οποίο συνεχώς αναδιαπραγματεύεται ενώ υπάρχουν συνεχείς συζητήσεις, κόντρες, συγκρούσεις σε συνέδρια και συνελεύσεις.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο αναρχισμός έχει τρία βασικά χαρακτηριστικά. Το ένα είναι το αντικρατικό στοιχείο, το δεύτερο το αντικαπιταλιστικό, στο οποίο υπάρχει κοινή αφετηρία και βάση και απο τον Μαρξ, και το τρίτο, το οποίο στην Ελλάδα δεν είναι γνωστό και δεν έχει αναδειχθεί κινηματικά, είναι ο αντικληρικαλισμός. Τον αντικληρικαλισμό μπορούμε να τον δούμε και με έναν άλλο τρόπο, που ήταν και βασική κριτική των αναρχικών στον Μαρξ, θα το λέγαμε και αντιεπιστημονισμό. Είναι κάποια χαρακτηριστικά σημεία στα κείμενα του Μπακούνιν, ο οποίος κάνει κριτική σε μία εξουσία των επιστημόνων και μέσα σε αυτή διαβλέπει και αναδεικνύει τη διαφωνία με τον επιστημονικό σοσιαλισμό, μαρξισμό, υλισμό κτλ.

Μια βασική διαφορά μεταξύ μαρξισμών και αναρχισμών είναι το σημείο εκείνο που θα λέγαμε διαλεκτική μέσων και σκοπού. Οι αναρχικοί στο μεγαλύτερο μέρος τους δίνουν έμφαση στο πώς σχετίζεται ο σκοπός ως κινηματική εκκίνηση, ως αγώνας δηλαδή, πώς θα έπρεπε να ταυτίζεται και να είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τα υποκείμενα τα οποία θέλουν να φτάσουν σε αυτόν τον σκοπό. Αυτό δεν το βλέπουμε τόσο στο μαρξισμό ή δεν το βλέπουμε σε αυτό που έχουμε εμείς στο μυαλό μας σαν μαρξισμό, που είναι κάτω από το πρίσμα του Λένιν.

Ένας από τους λόγους που δεν μπορώ να μιλήσω ιδιαίτερα για τους μαρξισμούς είναι ότι στη δική μου κινηματική εμπειρία και ενός κόσμου ο μαρξισμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον μπολσεβικισμό. Η πλειοψηφία των αναρχικών έχουν σε υψηλή προτεραιότητα την κριτική σε αυτό το φαινόμενο που λέγεται μπολσεβικισμός, το οποίο δεν έχει τονιστεί μόνο από τους αναρχικούς, αλλά και όσους θεωρούν τον εαυτό τους μαρξιστή. Αυτό που θα λέγαμε λενινισμός ή μπολσεβικισμός είναι σήμερα το παράδειγμα προς αποφυγή, είναι μια κοινωνικο-ιστορική πορεία, χάρη στην οποία ο κομμουνισμός και ο σοσιαλισμός έχουν αποκτήσει τέτοιο αρνητικό περιεχόμενο, ώστε σε όλες τις χώρες οποιοσδήποτε αναφέρει αυτή τη λέξη θεωρείται ήδη κάτι αρνητικό.

Το ίδιο γεγονός μπορεί να το δούμε και στις χώρες όπου κυριάρχησε ο λενινισμός. Στο ανατολικό μπλοκ, αυτό που αναδεικνύεται σαν αποτέλεσμα όλων αυτών των ιστορικών διεργασιών, είναι ότι 70-80 χρόνια μετά την περίφημη σοσιαλιστική οικοδόμηση τα υποκείμενα που έμειναν είναι άγνωστο τι θεωρούσαν ότι ζούσαν αυτή την περίοδο: βίωναν τη ζωή τους τελείως αρνητικά, σαν ανελευθερία, σαν σύνολο ανικανοποίητων αναγκών, ως κάτι το οποίο ήθελαν να το αφήσουν πίσω τους και να μην το συναντήσουν ξανά μπροστά τους. Δεν είναι τυχαίο ότι αν πεις τη λέξη κομμουνιστής ή σοσιαλιστής σε κάποιον συνάνθρωπο, πχ μετανάστη ή εργαζόμενο και εδώ στην Ελλάδα, το πρώτο πράγμα που λέει είναι ότι εκφράζει απέχθεια. Συνεπώς, το πρόβλημα που μπολσεβικισμού, που δεν είναι μόνο αναρχικός προβληματισμός και κριτική αλλά αφορά και τους ίδιους τους ανθρώπους οι οποίοι θέλουν να δηλώνουν μαρξιστές.

Το άλλο κομμάτι που έχει να κάνει με τις απαρχές των δύο ρευμάτων και κυρίως του αναρχικού είναι ότι το εργατικό κίνημα – εννοείται ότι και τα δύο ρεύματα είχαν στόχο το εργατικό κίνημα, θέλαν να πείσουν και να ηγεμονεύσουν το εργατικό κίνημα – προϋπήρχε των δύο ρευμάτων. Ειδικά στην περίπτωση της αγγλικής εργατικής τάξης θα δούμε ότι υπάρχουν φαινόμενα και ιστορικά στοιχεία που όταν βλέπουμε αυτή την αυτόνομη και «αυθόρμητη» κίνηση των μαζών, που έρχονται σε αντίθεση με κάτι που τους προκαλεί μια δυσανεξία, δυσφορία και αντίθεση, έχουμε ανάδειξη θεσμών άμεσης δημοκρατίας δηλαδή ανακλητότητα αντιπροσώπων, οριζόντια οργάνωση, συναινετικός τρόπος για να πάρεις αποφάσεις και μια λογική άμεσης δράσης, η οποία εδώ και αρκετά χρόνια είναι μάλλον κτήμα των αναρχικών.

Το κράτος δεν είναι απλά ένας θεσμός τον οποίο έχει ανακαλύψει η αστική ή η κυρίαρχη τάξη προκειμένου να επιβληθεί. Αντίθετα, πρέπει να το δούμε και σαν μια αυτόνομη διαδικασία όπου όποιος κατέχει αυτή τη μορφή εξουσίας, δε θέλει να την αποχωριστεί. Συνεπώς το κράτος σαν  η πιο εύκολα αναλύσιμη μορφή διαχωρισμένης εξουσίας, αναδεικνύει το συνολικό ζήτημα της εξουσίας και της κυριαρχίας. Οι αναρχικοί προτιμούν να μιλάνε για κυρίαρχους και όχι αόριστα για εξουσία. Η εξουσία για αυτούς δεν ταυτίζεται με το κράτος, αντίθετα με τη λογική των μαρξιστών και των λενινιστών, οι οποίοι θέλησαν να το εκμεταλλευτούν σε μία κατεύθυνση χειραφετητική της εργατικής τάξης.

Υπάρχει μία συζήτηση ιστορικά για το τι σημαίνει να είναι κάποιος αναρχικός. Αναρχικός είναι αυτός που δεν αποδέχεται καμία μορφή εξουσίας; Μπορεί να υπάρχει κοινωνία χωρίς εξουσία; Ο αναρχισμός μάχεται για μια κοινωνία χωρίς κυρίαρχους ή χωρίς εξουσία; Τα περισσότερα ρεύματα συμφωνούν ότι αναρχισμός σημαίνει χωρίς κυρίαρχους, δηλαδή χωρίς κάποιος να ιδιοποιείται μια εξουσία. Ο διαχωρισμός της εξουσίας αποφεύγεται με την αποκέντρωσή της και αυτή έρχεται από την ομοσπονδιοποίηση και την ελεύθερη συνεργασία των ελεύθερα δημιουργημένων ομάδων.

Σχετικά με την περίπτωση του Προυντόν που αναφέρθηκε πριν: είναι ενδεικτικό ότι την Α Διεθνή τους προυντονικούς τους έδιωξε ο Μαρξ σε συνεργασία με τον Μπακούνιν. Από πολλούς αναρχικούς ο Προυντόν δε θεωρείται ως αναρχικός.

Τα σύγχρονα κινήματα υιοθετούν αυτά που θα λέγαμε αναρχικά χαρακτηριστικά, δηλαδή τη λογική της άμεσης δράσης, της συνέλευσης, της οριζοντιότητας (άμεση δημοκρατία), της από τα κάτω λειτουργίας χωρίς αντιπροσώπους και αν υπάρχουν αυτοί είναι αιρετοί και άμεσα ανακλητοί. Όλα αυτά ξεκινάν από το 1994 και μετά με τους Ζαπατίστας. Αυτοί είναι ένας συνδυασμός ιθαγενών με κάποιες κοινοτιστικές παραδόσεις και μία «εισβολή» μαοϊκών ή μεταμαοϊκών μαρξιστών, οι οποίοι αντιλήφθηκαν ότι η στρατηγική της κατάληψης της εξουσίας και μετέπειτα της διαμόρφωσης μιας ελεύθερης κοινωνίας είναι τελείως αποτυχημένη. Στην  έκκληση των Ζαπατίστας για διεθνή συμπαράσταση και αλληλεγγύη που ακολουθεί, ανταποκρίνονται πρώτα οι αναρχικοί, και δημιουργείται ένα κίνημα το οποίο συνεχώς διευρύνεται, φτάνει στο Seattle, όπου έχουμε την ανάδυση υποκειμένων που μέχρι τότε ασφυκτιούσαν με τους όρους που προανέφερα.

Στην ιδιαίτερη περίπτωση της Ελλάδας δεν είναι γνωστός ο κλασσικός αναρχισμός, ενώ οι διαφοροποιήσεις κυρίως έχουν να κάνουν πρακτικά κυρίως ζητήματα διαλεκτικής μέσων και σκοπών. Στην αριστερά τη δεκαετία του 1970 και 1980 υπήρχε ένας πλούτος εκδόσεων, περιοδικών και βιβλίων. Αυτό εδώ και 15 χρόνια έχει χαθεί και στη θέση του έχει αναδυθεί ένα νέα υποκείμενο, που μετατρέπει την κουλτούρα και την επιθυμία σε πράξη, δηλαδή στέκια, κοινωνικοί χώροι, καταλήψεις, μπροσούρες, βιβλία, εκδόσεις, που προέρχονται από την ελευθεριακή - αναρχική και αυτόνομη – μαρξιστική παράδοση.

Γιάννης Ευσταθίου: Στην κουβέντα φαίνεται διαρκώς το πρόβλημα τι σημαίνει ταυτότητα για τον αναρχισμό. Αναφέρθηκε για παράδειγμα ότι ενώ δεν συγκροτείται ταυτοτικά γύρω από ένα κεντρικό όνομα τέθηκε το ερώτημα αν ο Προυντόν ανήκει ή όχι στην παράδοση του κλασικού αναρχισμού. Αυτό συνιστά αντίφαση. Κατά τη γνώμη κάθε παράδοση αναπόφευκτα επανακάμπτει στην ταυτότητα και την αυτοαναφορά της.

Η βασική κριτική στον αναρχισμό από τη σκοπιά μου είναι η έλλειψη επεξεργασίας στρατηγικής, την ίδια στιγμή που ο εχθρός έχει ολόκληρα επιτελεία για να το καταφέρει. Στις πλατείες πέρα από την οριζοντιότητα που αναφέρθηκε είδαμε και πόσο ευάλωτα ήταν τέτοιου είδους κινήματα στον κυβερνητισμό. Αυτό που έχει σημασία πέρα από τη θριαμβολογία είναι και η αποτίμηση των ορίων και των αποτυχιών.

Όποια κριτική και να κάνει κανείς είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι όταν ο Μαρξ έγραφε το κεφάλαιο ή το κομμουνιστικό μανιφέστο μαζί με τον Ένγκελς ταυτόχρονα δρούσαν και μέσα στο κίνημα και συνδέονταν με την κίνηση των μαζών.

Κώστας Χαριτάκης: Δεν υπάρχει κανένας λόγος να προσφεύγουμε ξανά σε πολιτικές και πρακτικές ταυτότητας. Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι να στοιχειοθετήσουμε τη μαρξιστική ή αναρχική ταυτότητα. Τα ζητήματα αυτά απασχολούν περισσότερο οργανωμένες με τον παλιό τρόπο πολιτικές δυνάμεις παρά ζωντανά κινήματα. Η ζωντανή πραγματικότητα των χειραφετητικών, αντικαπιταλιστικών αγώνων που ζούμε την τελευταία εικοσαετία ξεπερνάει στην πράξη αυτούς τους διαχωρισμούς. Το Occupy δεν είναι αναρχικό ή μαρξιστικό αν και υιοθετεί αναρχικές και μαρξιστικές πρακτικές. Το κύριο δεν είναι η ταυτότητα αυτών των παλιών εμπειριών αλλά ο καινούριος χαρακτήρας που διαμορφώνει από τη διασταύρωση αυτών των ιστορικών εμπειριών και την εξέλιξή τους μέσα στο καμίνι των σημερινών ερωτημάτων και προκλήσεων. Από τη μεριά των κινημάτων αυτό που βιώνουμε είναι η μετατόπιση από ένα μοντέλο μιας πολιτικής της αντιπροσώπευσης σε ένα μοντέλο προεικονιστικής πολιτικής, δηλαδή διαμόρφωση συνθηκών απελευθέρωσης των υποκειμένων και αλλαγής της κοινωνίας εδώ και τώρα. Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση που υπερβαίνει και τα δύο ρεύματα θέτοντας νέα ερωτήματα.

Θοδωρής Βελισσάρης: Σε όλες τις επαναστατικές στιγμές αναδύονται αντιπροσωπευτικοί θεσμοί, η κομμούνα του Παρισιού εκλέγει δημοτικούς συμβούλους, τα σοβιέτ εκλέγουν ανακλητούς αντιπροσώπους. Η κριτική που γίνεται στην αντιπροσώπευση προσπαθεί να γίνει με όρους ανακλητότητας, άμεσους εντολοδόχους κτλ. Θα έλεγα ότι αυτοί οι όροι δεν εξαντλούν το πρόβλημα της συνεχής αναδύσης της αντιπροσώπευσης σε επαναστατικές διαδικασίες.

Επίσης ένα σχόλιο για την προεικονιστική διάσταση της πολιτικής. Αν είμαστε αλλοτριωμένοι με ποια έννοια μπορούμε να προεικονίσουμε τη χειραφέτηση;

Ακούστηκαν κάποιες ημερομηνίες όπως το 1871, το 1917, το 1936. Είναι σημαντικό να αναρωτηθούμε αν έχουν την ίδια σημασία και για ποιο λόγο μπορεί να φαίνεται σήμερα ότι το 1917 επιβιώνει περισσότερο είτε μέσω της υποστήριξης, είτε μέσω της εναντίωσης σε αυτό.

Σπύρος Κουρούκλης: Η αντιπροσώπευση όντως αναδύεται αλλά τη στιγμή που οι μάζες απομακρύνονται από την επαναστατική τους ορμή και κίνηση.

Θα μιλήσω για το 1936. Στην Ισπανία έχουμε μία πολύ αμφίθυμη επαναστατική διαδικασία που λειτουργεί από τα κάτω δηλαδή μιας κοινωνίας σε κίνηση που δημιουργεί τους δικούς της θεσμούς που δεν υπήρχαν προηγουμένως. Όλες οι επαναστατικές στιγμές ξεκινάν από μία αυτόνομη εισβολή των μαζών στο επαναστατικό προσκήνιο, θέτοντας σε τέρμα ότι υπήρχε προηγουμένως και οικοδομώντας κάτι καινούριο μέσω δισταγμού, αμφιθυμίας και απίστευτης ορμητικότητας. Στην Ισπανία έχουμε τη δημιουργία από τα κάτω νέων θεσμών όπως κοινοκτημοσύνη, αυτοδιαχείριση στα εργοστάσια μέσω συμβουλίων καθώς και μία μη ενιαία οικοδόμηση ενός νέου ανθρώπου και μιας νέας κοινωνίας. Έχουμε επίσης συγκρούσεις μεταξύ αναρχικών, ανταγωνισμός μεταξύ εργοστασίων, όμως δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε να ορίσουμε αυτή την κατάσταση ως αποτυχία. Θα ήταν αποτυχία αν δεν υπήρχε επέμβαση των μπολσεβίκων;

Οι αναρχικοί έχουν πρόγραμμα: προτείνουν την ομοσπονδιακή συγκρότηση, επικοινωνία, αλληλοϋποστήριξη και αυτοοργάνωση όλων των αυτόνομα δημιουργημένων θεσμών από την κοινωνία.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Άκουσα πολλά πράγματα που αφορούν την ιστορία των ρευμάτων του μαρξισμού και του αναρχισμού αλλά πολύ λίγα και εμβόλιμα σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση και το πώς απαντούν αυτοί οι δύο χώροι στα σημερινά προβλήματα. Πως γίνεται να αυτοαποκαλούμαστε αναρχικοί όταν η ζωή μας καθορίζεται από εξουσιαστικούς θεσμούς ή μαρξιστές όταν οι αντιλήψεις μας δεν σχετίζονται καθόλου με τον κομμουνισμό; Καλώς η κακώς στο μυαλό των περισσοτέρων ανθρώπων είναι μονόδρομος η αντίληψη μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ή οποία αποφασίζει με ή χωρίς εμάς. Κατά τη γνώμη μου η γεφύρωση αυτού του χάσματος και η δημιουργία ενός πολιτικού οράματος είναι η πιο σημαντική και για τον μαρξισμό και για τον αναρχισμό.

Γιάννης Ευσταθίου: Δεν θεωρώ αρνητικό να αποστασιοποιούμαστε σε μια εκδήλωση από τη ροή των γεγονότων. Σε ότι αφορά το σήμερα υπάρχουν προνομιακά πεδία κοινής παρέμβασης όπως ανάκληση απολύσεων, αλληλεγγύη σε εργατικούς αγώνες,  αντιφασισμός. Πρέπει να είμαστε μέσα στο κίνημα γνωρίζοντας ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε κάθε στιγμή ποιο είναι το καινούριο στοιχείο σε ότι αφορά τους αγώνες. Ζήσαμε ένα πρώτο κύκλο ταξικών αγώνων στην Ελλάδα, τώρα είναι ώρα να ανοίξει ένας δεύτερος.

Θοδωρής Βελισσάρης: Η ιστορία δεν έχει να κάνει κυρίως με το παρελθόν αλλά περισσότερο είναι μια σχέση του παρόντος με τον εαυτό του. Συνεπώς από το πώς βλέπουμε την ιστορία καταλαβαίνουμε πράγματα για εμάς σήμερα. Ο Αντόρνο έλεγε ότι ο αναρχισμός δείχνει μία ανυπομονησία σε σχέση με τη θεωρία, ένα είδος φετιχοποίησης της πράξης. Πολλές φορές σπασμωδικές πρακτικές κινήσεις μπορεί να είναι καταστροφικές και απαιτείται η αντικειμενοποίηση του προβλήματος για την καλύτερη κατανόησή του και το ξεπέρασμά του. Με αυτή την έννοια πέρα από τις δράσεις που κάνουν οι διάφορες συλλογικότητες υπάρχει ανάγκη αντικειμενοποίησης του προβλήματος. Η προτεραιότητα της πράξης πολλές φορές μας απομακρύνει από την ανάγκη για συσχετισμό θεωρίας και πράξης που σήμερα φαίνονται διαχωρισμένες.

Κώστας Χαριτάκης: Τα τελευταία χρόνια έχει υπάρξει μια ανανέωση των χειραφετητικών προταγμάτων από τα ίδια τα κινήματα και έχουν χαραχθεί καινούριοι δρόμοι για να κάνουμε πολιτική. Πολιτική δεν είναι μόνο η κεντρική εξουσία, το κοινοβούλιο και οι εκλογές αλλά και η κατάληψη, η αυτοδιαχείριση. Επιτέλους στην Ελλάδα ξεφεύγουμε από την κομματική παντοδυναμία και δημιουργούνται αυτόνομες κοινωνικές δομές και συνελεύσεις. Αυτό είναι μία σπουδαία κατάκτηση και αποτελεί όχι ικανή αλλά αναγκαία υποδομή για να προχωρήσουμε παρακάτω. Αν αύριο έχουμε μία επιτυχημένη εξέγερση και ρίξουμε την κυβέρνηση ποιος θα οργανώσει τη διανομή του φαγητού, ποιος θα οργανώσει την υγεία, την ασφάλεια και που θα υπάρχουν οι υλικές βάσεις για να κάνουμε αυτά που θέλουμε; Αν πιστέψουμε σε αυτά, τα εμβαθύνουμε, τα πολλαπλασιάσουμε και τα δικτυώσουμε αυτά θα αποτελέσουν την πραγματική υλική βάση για έναν κοινωνικό μετασχηματισμό.

Θεωρώ προβληματικό τον τίτλο. Ο ίδιος ο Μαρξ είπε ότι δεν είναι μαρξιστής, συνεπώς η συζήτηση για το μαρξισμό αφήνει σε μεγάλο βαθμό απέξω τον ίδιο το Μαρξ. Θα μπορούσαμε να μιλάμε για πολλούς κομμουνισμούς ή αναρχισμούς. Ένας πιο φιλόδοξος στόχος θα ήταν να μιλάγαμε για το ξεπέρασμα του συνόλου της πρώτης διεθνούς. Αυτό σημαίνει να αναγνωρίσουμε τη συμβολή των δύο αυτών ρευμάτων στην ιστορία της ταξικής πάλης καθώς και τα όριά τους τότε και σήμερα. Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να δούμε τους αναρχισμούς και τους κομμουνισμούς σαν ιδεολογικά ρεύματα που τοποθετούνται σε μια σφαίρα καθαρότητας.

Γιάννης Ευσταθίου: Αναφέρθηκα στα ρεύματα του Νέγκρι και Χαρντ όπως και στους Ντελέζ και Γκουαταρί γιατί θεωρώ ότι εκφράζουν ενός είδους κινήματα. Μαρξισμοί όντως υπάρχουν πολλοί. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε από τις πολλές παραλλαγές του μαρξισμού και του αναρχισμού είναι ότι ενώ μπορείς να κάνεις μια θεωρία με αυτές, σε δεδομένες χωροχρονικές συνθήκες αυτή εκφράζεται διαφορετικά. Είναι διαφορετικός ο μαρξισμός της Κίνας, του Περού και της Ελλάδας. Αυτό που είναι σημαντικό είναι το επίπεδο της ανάλυσης και της έκφρασης. Η έκφραση της θεωρίας πρέπει να είναι προσαρμοσμένη σε ειδικές συνθήκες να αντλεί για παράδειγμα από τον ντόπιο πολιτισμό. Αν νομίζουμε ότι θα πάρουμε ένα μοντέλο που γεννήθηκε στη Ρωσία και θα το μεταφέρουμε κάπου αλλού τότε έχουμε άδικο.

Αν κάποιος δεν κατανοήσει τον φιλοσοφικό και ιστορικό Μαρξ υπάρχει ο κίνδυνος να διαβάσει το Μαρξ σαν επιστήμονα δηλαδή για παράδειγμα να διαβάσει το Κεφάλαιο σαν πολιτική οικονομία και όχι σαν κριτική της πολιτικής οικονομίας. Το κεφάλαιο είναι πάνω από όλα σχέση. Τα κυρίαρχα ρεύματα των επίγονων του κομμουνισμού βάζουν μπροστά τις παραγωγικές δυνάμεις και όχι τις παραγωγικές σχέσεις ανατρέποντας όλη την κριτική του Μαρξ και έννοιες όπως η αλλοτρίωση και ο φετιχισμός. Η καπιταλιστικοποίηση ολόκληρης της οικονομίας είναι αυτή που καταδεικνύει την ισχύ των θεωριών για την αξία και την υπεραξία.

Εδώ υπεισέρχεται το θέμα τους κράτους. Ο Μαρξ έχει ασχοληθεί ελάχιστα και αποσπασματικά με αυτό αναφέροντας ότι το κράτος είναι προϊόν μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ιστορίας και ταξικής κυριαρχίας  και αναφέρεται στην κατάργησή του μέσω της κατάληψής του από τους εργάτες. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι οι αναρχικοί είχαν δίκιο όταν αναγνώριζαν ότι κάθε κρατικός μηχανισμός έχει την τάση να αυτοσυντηρείται και να αναπαράγεται. Όταν ο Μπακούνιν λέει ότι δεν μπορεί να υπάρξει εργατικό κράτος γιατί αυτό θα ανασυγκροτηθεί σε μία κυρίαρχη κυβερνητική τάξη δικαιώνεται στην οκτωβριανή επανάσταση έχουμε την εμφάνιση του κρατικού καπιταλισμού, την αναπαραγωγή των ταξικών εκμεταλλευτικών σχέσεων. Η κριτική ότι το κράτος δεν μπορεί να μετασχηματιστεί σε επαναστατική δύναμη ανήκει στην παράδοση του αναρχισμού.

Θοδωρής Βελισσάρης: Σε σχέση με τη Ρώσικη επανάσταση: συνήθως έχουμε μια εθνική σκοπιά της επανάστασης και της αποτυχίας της όπως φαίνεται από την αφήγηση ότι τα σοβιέτ ήταν επαναστατικά όργανα μέχρι να πέσουν στα χέρια των μπολσεβίκων. Όμως τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν με αυτό τον τρόπο. Υπήρξε μία εσωτερική παρακμή των σοβιέτ που οφείλεται στο ότι καμία επανάσταση σε εθνικό επίπεδο δεν μπορεί να στεριώσει. Στο μέτρο που οι επαναστάσεις σε Ουγγαρία, Ιταλία και Γερμανία δεν πέτυχαν να κερδίσουν την εξουσία, στο μέτρο που η επανάσταση είχε αφαιμαχθεί από τον εμφύλιο τα ίδια τα σοβιέτ έχαναν τον επαναστατικό σφυγμό τους.

Ο Μαρξ και ο Μπακούνιν θεωρούν ότι η απελευθέρωση του ανθρώπου είναι μονάχα μπροστά και αποτελεί σκοπό της ανθρωπότητας. Αντίθετα ο Κροπότκιν αναφέρει ότι χειραφετητικά προτάγματα υπάρχουν μέσα στην ανθρώπινη ιστορία και επαναλαμβάνονται σε μία διαρκή πάλη ανάμεσα στην απελευθέρωση και την καταπίεση. Αυτή τη συλλογιστική πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για να σπάσουμε την ντετερμινιστική αντίληψη των Μαρξ και Μπακούνιν που έρχεται σε αντίθεση με τη ρήση του ίδιου του Μαρξ ότι «η ιστορία είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων».

Γιάννης Ευσταθίου: Κατά τη γνώμη μου είναι πλέον λίγο κλισέ η κριτική στον ντετερμινισμό. Ο ντετερμινισμός δηλαδή η αιτιοκρατία έχει όρια: υπό κάποιες σταθερές συνθήκες ισχύουν κάποιες τάσεις. Αν θέλεις να μιλήσεις για το αντικείμενο μελέτης, που θα σε βοηθήσουν να κάνεις κάποιες προβλέψεις όπως π.χ. αν θα έχουμε δουλειά αύριο χρειάζεσαι να βασιστείς σε κάποιες τάσεις.

Ποια είναι η γνώμη σας για κινήματα όπως ο lifestyle αναρχισμός;

Σπύρος Κουρούκλης: Το φαινόμενο του lifestyle δεν περιορίζεται μόνο στον αναρχισμού αλλά και σε άλλους πολιτικούς χώρους. Το lifestyle (τρόπος ζωής) ξεκίνησε από μια από τα κάτω νεολαία ως μια αντιπαράθεση στον κλασικό τρόπο στράτευσης στην Αριστερά. Κάποτε στην Ελλάδα το ροκ ήταν «απαγορευμένο» γιατί ενέπιπτε στο καπιταλιστικό εποικοδόμημα. Το φαινόμενο του lifestyle ενώ ξεκινά με όρους υποκουλτούρας στο βαθμό που γίνεται έντονα ταυτοτικό είναι ιδιαίτερα προβληματικό.

Αναφέρθηκε η δομική αλλαγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μετά το 1970 και ειπώθηκε ότι μετά από αυτήν τα ιδεολογικά ρεύματα του μαρξισμού και του αναρχισμού φάνηκε να συγκλίνουν. Θεωρείτε ότι σήμερα υπάρχει διάκριση μαρξισμού και αναρχισμού σαν ρεύματα σκέψης και πρακτικής; Αυτή η διάκριση μπορεί να φανεί στο μέτρο που ενδεχομένως τα κινήματα θέτουν νέα ζητήματα και ενδεχομένως ζητήματα ενοποίησης των δύο αυτών τάσεων;

Γιάννης Ευσταθίου: Μέσα από την εισήγησή μου τονίστηκε η ενότητα, αυτό είναι αλήθεια. Όμως μετά το 1970 δεν έχουμε απλά σύγκλιση των δύο ρευμάτων. Αντίθετα αυτό που συμβαίνει είναι ότι ο μαρξισμός γίνεται αντικείμενο οικειοποίησης και από τις δύο συνιστώσες του, μία που τείνει να τον κρατικοποιήσει (η ρεφορμιστική κυβερνητική Αριστερά) και η άλλη που αρνείται την οποιαδήποτε διαμεσολάβηση από το κράτος τονίζοντας την ιδέα μιας άλλης κοινωνίας. Για το λόγο αυτό εκλείπουν αυτοτελώς μαρξιστικά ρεύματα. Κατά τη γνώμη μου η τάση που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι η σχέση του μαρξισμού προς τον αναρχισμό και η ροπή τους προς μια άλλη κοινωνία. Ταυτόχρονα μέσα από τη συζήτηση και τη στάση των διαφόρων ρευμάτων γύρω ιστορικά παραδείγματα όπως η παρισινή κομμούνα μπορούν να ανακύψουν οι διαφορές και οι αντιφάσεις μας σήμερα. Θεωρώ ότι είναι αναγκαία η επαναθεμελίωση του κομμουνισμού με τον τρόπο που ο Μαλατέστα είχε πει ότι «στην οικονομία επικαλούμαστε τον κομμουνισμό και στο πολιτικό η αναρχία».

Ο αναρχισμός προσπαθεί να αναλύσει τον καπιταλισμό περισσότερο από το μαρξισμό αποφεύγοντας να ταυτίσει τον καπιταλισμό με την παραγωγή αλλά να μιλήσει και για σχέσεις εξουσίας και κυριαρχίας. Πως φαίνεται αυτή η προσπάθεια σήμερα μέσα από παραδείγματα που χρησιμοποιούν οι ίδιοι οι αναρχικοί; Αν όπως λένε οι Ζαπατίστας «ο εχθρός είναι ο νεοφιλελευθερισμός» πως τοποθετούνται τα σύγχρονα παραδείγματα «αναρχικών» μορφών δράσης απέναντι στον «εχθρό» και τις κυριαρχικές και εξουσιαστικές σχέσεις μέσα και έξω από την παραγωγή;

Κώστας Χαριτάκης: Οι Ζαπατίστας είναι ένα πολύ ωραίο παράδειγμα για το πώς μπορεί να εφαρμοστεί ένας αντικυριαρχικός λόγος και μια αντικυριαρχική πρακτική στο εσωτερικό μιας αυτοοργανωμένης ομοσπονδίας κοινοτήτων. Τα συμβούλια καλής διακυβέρνησης εκλέγουν ανακλητούς αντιπροσώπους με διάρκεια λίγων μηνών και έχουν συμβουλευτικό και όχι αποφασιστικό ρόλο αφού πάντα οι αποφάσεις επιστρέφουν στις συνελεύσεις των κοινοτήτων για επικύρωση. Με τη μορφή αυτή της αυτοδιεύθυνσης και της αυτοοργάνωσης οι Ζαπατίστας «μπλοκάρουν» τον εποικισμό των περιοχών που ελέγχουν από το μεξικάνικο κράτος. Επίσης διεθνώς δίνουν ένα μήνυμα αντίστασης φωνάζοντας «είμαστε εδώ και μπορούμε να το κάνουμε, κάντε το και σεις».

Σπύρος Κουρούκλης: Θα ήθελα να προσθέσω δύο σημεία. Το ένα είναι ότι οι Ζαπατίστας αντιλαμβανόμενοι ότι δεν μπορούν μόνοι τους να τα καταφέρουν και ότι δεν απευθύνονται στο κράτος έκαναν διεθνή έκκληση για αλληλεγγύη έτσι ώστε να επικοινωνήσουν το μήνυμά τους. Αυτό τους διαφοροποιεί από πλαίσια αντίστασης που κινούνται σε αυστηρά ιθαγενικά πλαίσια. Το δεύτερο είναι σε σχέση με την εναντίωσή τους στο νεοφιλελευθερισμό και την κυριαρχία. Οι Ζαπατίστας δέχονται συνεχώς επιθέσεις από το μεξικάνικο κράτος, κάτι που αποδεικνύει ότι ενοχλείται με την παρουσία τους. Η αδυναμία καταστολής των Ζαπατίστας από το μεξικάνικο κράτος οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη διεθνή αλληλεγγύη.

Στο μέτρο που τα σύγχρονα κινήματα ελλείψει διεθνούς Αριστεράς αναπαράγουν ή καταλήγουν σε έναν κοινωνικό αυταρχισμό όπως φαίνεται για παράδειγμα στην Αίγυπτο με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους ή στην Ουκρανία γιατί είναι προβληματικό να υπάρχει κριτική από θεωρητική και ιδεολογική σκοπιά των σύγχρονών κινημάτων;

Σπύρος Κουρούκλης: Η μπολσεβίκικη αντίληψη για το πώς χτίζεται ένα κίνημα, ένα κράτος και μια κοινωνία μέσα από την προσαρμογή σε πράγματα που ήδη υπάρχουν στην αντίληψη αυτή είναι προβληματική. Σημασία έχουν οι ίδιοι οι άνθρωποι και τα κινήματα.

 

Ακούστε την ηχογράφηση της εκδήλωσης εδώ: 

29/5/2014- νέα πτέρυγα Φιλοσοφικής Α.Π.Θ.

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Το ερώτημα τι είναι ο ιμπεριαλισμός και γιατί πρέπει να είμαστε ενάντια του συνεχίζει να βασανίζει ακόμα και σήμερα την Αριστερά. Ερωτήματα όπως αν ακόμα ζούμε σε μία εποχή ιμπεριαλισμού, τι σημαίνει αντι-ιμπεριαλιστικός αγώνας και αν αυτός ο αγώνας είναι ταυτόχρονα αντικαπιταλιστικός επιμένουν να τίθενται στο μέτρο που δεν απαντήθηκαν οριστικά με το πρακτικό ξεπέρασμα του καπιταλισμού. Η κριτική της Αριστεράς και των κινημάτων στον ιμπεριαλισμό μοιάζει αδιευκρίνιστη, αδύναμη σήμερα να εμπνεύσει και να συμβάλει στη συγκρότηση επαναστατικών συνθηκών.

Πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις προσπάθησαν να αντιταχθούν ή και να συμπληρώσουν τη θεωρία για τον ιμπεριαλισμό και υιοθετούνται από μεγάλα κομμάτια της Αριστεράς (ενώ άλλες προσπάθησαν να την ξεπεράσουν). Οι εξελίξεις στην Ουκρανία αναζωπύρωσαν το ενδιαφέρον για τον ιμπεριαλισμό αλλά το αποτέλεσμα και η προοπτική αυτών των ερμηνειών τόσο στην περίπτωση της Ουκρανίας όσο και σε πολλές άλλες παραμένουν αμφίβολα.

Σε τι αναφέρεται κατά τη γνώμη σας ο όρος ιμπεριαλισμός σήμερα; Έχει επιλυθεί οριστικά η διευθέτηση της έννοιας αυτής ή είναι ανοιχτή σε ιστορική εξειδίκευση;

Ο ιμπεριαλισμός προκύπτει ως αναγκαιότητα ή από συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές; Μπορεί ο ιμπεριαλισμός να γίνει βάση επαναστατικής πολιτικής και με ποιον τρόπο; Αναδεικνύει σήμερα επαναστατικές δυνατότητες και αν ναι ποιες;

Πως θα προσδιορίζατε χρονικά την ύπαρξη του ιμπεριαλισμού; Ο καπιταλισμός ήταν πάντα ιμπεριαλιστικός; Ή αντίθετα η επίκληση του ιμπεριαλισμού συσκοτίζει το πρόβλημα του καπιταλισμού;

Κατά τη γνώμη σας σχετίζεται ο ιμπεριαλισμός ως φαινόμενο με την ιστορική ενδυνάμωση διεθνώς της εργατικής τάξης το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα μέχρι ιδιαίτερα τις αρχές του 20ού; Επηρεάζεται ως φαινόμενο από την κατοπινή (ή τρέχουσα) αποδυνάμωση της τάξης αυτής;

Βρίσκει συγκεκριμένη εφαρμογή η κλασική ανάλυση του Λένιν (και του Μπουχάριν) σήμερα; Με ποιον ακριβώς τρόπο;

Ποια είναι η σχέση του ιμπεριαλισμού με τον διεθνισμό; Τι θα σήμαινε πρακτικά η αναγνώριση και η περιγραφή της σημερινής φάσης του καπιταλισμού ως ιμπεριαλισμό;

Ομιλητές

Δημήτρης Μάνος: ΚΚΕ μ-λ

Γιάννης Τσαμασλίδης: Αριστερή Ανασύνθεση

Νίκος Νικολαΐδης: Σημειώσεις της στέπας

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Γιάννης Τσαμασλίδης: Θα επιχειρήσω να κάνω περισσότερο μια πολιτική τοποθέτηση πάνω στο ζήτημα του ιμπεριαλισμού παρά μία θεωρητικής και ιδεολογική εμβάθυνσης. Έχει σημασία να γίνεται μία συζήτηση γύρω από την πολιτική και τη συγκυρία, καθώς και στο πως απαντούμε σε τέτοια ζητήματα σήμερα.

Καταρχάς θεωρώ ότι το θέμα είναι επίκαιρό όσον αφορά τις διεθνείς εξελίξεις. Τα γεγονότα της Ουκρανίας επανάφεραν το ερώτημα του ιμπεριαλισμού μέσα στην Αριστερά και στο κίνημα. Ο ιμπεριαλισμός σαν στάδιο του καπιταλισμού δεν είχε φυσικά εκλείψει όμως υπήρχαν στην Αριστερά κομμάτια που είχαν υποβαθμίσει το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Οι εξελίξεις στην Ουκρανία, μία χώρα που σπαράσσεται από κινητοποιήσεις όπου η βία εξασφαλίζεται μέσω ακροδεξιών και νεοναζιστικών μορφωμάτων όσο και ελεύθερων σκοπευτών, παρουσία και εκπροσώπων των δυτικών χωρών και των Η.Π.Α., δείχνει σε πείσμα θεωριών όπως η παγκοσμιοποίηση και του τερματισμού των ενδοιμπεριαλιστικών διαμάχεων καθώς και θεωριών που έβλεπαν τα γεγονότα στην Ουκρανία με αυστηρά ταξικό πρόσημο ότι ο ιμπεριαλισμός είναι παρών, καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός έχει την ικανότητα να εκμεταλλεύεται τυχόν συλλογικές μορφές διαμαρτυρίας, όπως π.χ. η αμερικάνικη υποστήριξη του αντιαποικιακού πολέμου μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Μέσα στην Αριστερά υπήρξαν ρεύματα που εναντιώνονται στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα θεωρώντας πως ο ιμπεριαλισμός είναι μία μη αντιστρέψιμη, αντικειμενική διαδικασία που ενδεχομένως να βοηθάει και την επαναστατική διαδικασία αφού επεκτείνει τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και άρα τις αντιθέσεις της σύγχρονης εποχής. Σε πολλές περιπτώσεις αυτό συνδυαζόταν με ένα γραμμικό διεθνισμό που έβλεπε μόνο ταξικές αντιθέσεις, υποτιμούσε σε μεγάλο βαθμό τα απελευθερωτικά κινήματα και οδηγούσε σε γραμμές ηττοπάθειας. Τα ίδια ρεύματα δεν κατάφεραν να κατανοήσουν τις εξελίξεις που είχαμε στα Βαλκάνια μετά τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Η αδυναμία τους αυτή «νομιμοποίησε και τα αστικά στρώματα της περιοχής και συμπαρατάχτηκαν με μια αντισερβική υστερία που επικράτησε εκείνη την περίοδο παρακολουθώντας αμήχανα τη βάρβαρη ιμπεριαλιστική επέμβαση που ακολούθησε. Η αμφισβήτηση του ιμπεριαλισμού ως θεωρητικού εργαλείου συνδέεται με την αμηχανία της Αριστεράς μπροστά στη σχέση ιμπεριαλισμός-ανθρώπινα δικαιώματα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν χρησιμοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό για να δικαιολογήσουν ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, π.χ. τα σκίτσα του προφήτη ή η μαντίλα που χρησιμοποιήθηκαν για την επίθεση σε μια σειρά από χώρες της μέσης Ανατολής. Κάποια άλλα ρεύματα στην Αριστερά αναπαρήγαν μία φιλοσοβιετική, μονομερή αντιιμεριαλιστική αντίληψη που έβλεπε τον ιμπεριαλισμό μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πόλων ΕΣΣΔ-Η.Π.Α. παραβλέποντας τις ταξικές αντιθέσεις.

Ο κόσμος μας βρίσκεται σε μία συνθήκη μετάβασης. Ήδη από το 1989 και την κατάρρευση των σοσιαλιστικών χωρών υπήρξε μία προσπάθεια από πλευράς Η.Π.Α. να εδραιώσουν μια ηγεμονική θέση στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Την τελευταία δεκαετία αυτό τίθεται σε αμφισβήτηση λόγω αλλαγών στον παγκόσμιο καταμερισμό. Η ανάδυση της Κίνας, η ανάδυση της Ινδίας, η σταθεροποίηση της Ρωσίας και η άνοδος αρκετών λατινοαμερικάνικων χωρών δείχνουν ότι η αμερικάνικη ηγεμονία δεν είναι τόσο αυτονόητη. Για την ανάδειξη μιας ηγεμονίας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα δεν αρκούν ούτε οι οικονομικοί, ούτε οι στρατιωτικοί όροι. Πολύ περισσότερο αφορούν την εξαγωγή ενός συγκεκριμένου καθεστώτος συσσώρευσης, μιας συγκεκριμένης οικονομικής αρχιτεκτονικής, την εξαγωγή ενός ιδεολογικού και πολιτιστικού προτύπου. Παρά τη μη αμφισβήτηση της αμερικάνικης ηγεμονίας υπάρχει χώρος για αρκετές εξελίξεις, όπως αποδεικνύουν οι επεμβάσεις σε Ιράκ και Αφγανιστάν, οι εξελίξεις στην Ουκρανία, στη Βενεζουέλα ακόμα και στην Τουρκία.

Στο ζήτημα της Ουκρανίας προσπαθήσαμε να πάρουμε εξαρχής θέση τονίζοντας το χαρακτήρα των κινητοποιήσεων, οι οποίοι «εύκολα» χαρακτηρίζονταν ως λαϊκοί και συνδέοντάς τους με το διεθνές περιβάλλον, τους ανταγωνισμούς και τον ιμπεριαλισμό. Η Αριστερά δεν πρέπει να επιλέγει μια λογική ίσων αποστάσεων, θα πρέπει με τα κατάλληλα θεωρητικά εργαλεία να διακρίνει ποιος είναι ο επιτιθέμενος και ποιος ο αμυνόμενος, ποιος προβάλλει σχέδια αποσταθεροποίησης, ποιος επιδιώκει την ανατροπή των συσχετισμών. Το να παίρνεις θέση σε μία σύγκρουση δε σημαίνει ταύτιση με τον ένα ή τον άλλο πόλο  αλλά ότι αντιλαμβάνεσαι πιθανά αποτελέσματα που μπορεί να έχει αυτή η σύγκρουση για τους ίδιους τους λαούς. Παρόμοιο λάθος με αυτό των ίσων αποστάσεων είναι όταν η Αριστερά φαντασιώνεται ότι μπορεί να παίξει στο παιχνίδι των ενδοιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, όπως για παράδειγμα η αποστολή αντιπροσωπείας του Σύριζα στις Η.Π.Α.

Μια σύγχρονη Αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι αντιιμπεριαλιστική. Μία Αριστερά που θα μιλήσει για την εθνική ανεξαρτησία από τη σκοπιά του λαού και όχι ενός υπερταξικού, εθνικιστικού λόγου. Η εθνική αυτή ανεξαρτησία περιλαμβάνει και τους μετανάστες αλλά όχι τους εκπροσώπους του πλούτου.

Δημήτρης Μάνος: Μιλώντας για τον ιμπεριαλισμό, αλλά και για το φασισμό ο Στάλιν τον χαρακτήριζε ως καπιταλισμό σε επιθανάτια αγωνία. Η ρήση αυτή φωτογραφίζει με χαρακτηριστικό τρόπο και τη σημερινή μας εποχή. Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα στάδιο του καπιταλιστικού συστήματος στο οποίο εκφράζονται με πολύ οξυμένο τρόπο οι αντιθέσεις που οδήγησαν το καπιταλιστικό σύστημα σε αυτό το στάδιο. Όλες οι εναλλακτικές προσεγγίσεις (απέναντι στη λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό) των τελευταίων πενήντα χρόνων ήταν μια προσπάθεια αναπαραγωγής της υπεριμπεριαλιστικής θεωρίας. Εναλλακτικές προσεγγίσεις για τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό, η θεωρητική προσέγγιση της αυτοκρατορίας του Νέγκρι αλλά και οι παλιότερες θεωρίες περιφέρειας-κέντρου του Σαμίρ Αμίν, οι θεωρίες για την παγκοσμιοποίηση και την αντι-παγκοσμιοποίηση. Όλα αυτά απηχούν το ιδεολογικό σπέρμα ενός μετασταδίου του συστήματος, το οποίο έχει ολοκληρωθεί και έχει καταφέρει να δημιουργήσει τέτοιες παγκόσμιες δομές που μπορούν να ξεπεράσουν τις αβάσταχτα οξυμένες αντιθέσεις του.

Ο Λένιν όταν βλέποντας τα μητροπολιτικά κέντρα να μετατρέπονται σε κέντρα χρηματοπιστωτικής ληστείας των λαών θέτει το ερώτημα: «αυτή είναι λοιπόν η μοίρα του καπιταλισμού» για να απαντήσει λέγοντας « μπορεί να είναι αυτή αν η ταξική πάλη του προλεταριάτου δεν καταφέρει να την αλλάξει». Ο Λένιν συνεπώς όσον αφορά τη θεωρία του ιμπεριαλισμού θέτει ένα δυναμικό στοιχείο το οποίο είναι η ταξική πάλη. Με αυτόν τον τρόπο εισάγεται στην ιστορία και η έννοια του υποκειμένου. Η κρίση του 2008, που είναι βέβαια το επιφαινόμενο της βαθιάς κρίσης στη βάση του συστήματος καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού, δείχνει να επιβεβαιώνει αυτή την άποψη. Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να δούμε πως εξειδικεύεται η έννοια του ιμπεριαλισμού με βάση σύγχρονα στοιχεία.

Βασικό εργαλείο παραμένει η λενινιστική ανάλυση του ιμπεριαλισμού από το Λένιν με τα 5 χαρακτηριστικά: εξαγωγή κεφαλαίου, πόλεμος για την ανακατανομή των αγορών και του κόσμου, χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο κτλ.

Ο Λένιν χαρακτήρισε τον προηγούμενο αιώνα σαν αιώνα του ιμπεριαλισμού και των προλεταριακών επαναστάσεων. Έτσι βάση της λενινιστικής θεωρίας ορίζεται στον καπιταλισμό μια λογική ρηγμάτων. Αυτού του είδους η λογική των ρηγμάτων και των αδύναμων κρίκων, αναιρέθηκε μετά τη δεκαετία του 1950 με τη θεωρία της ειρηνικής συνύπαρξης αλλά και με τη θεωρία των τριών κόσμων που επικράτησε στην Κίνα τη δεκαετία του 70 , με άμεσα αποτελέσματα τη μη υποστήριξη του αγώνα στο Βιετνάμ, ενώ η  πιο σοβαρή επανάσταση της δεκαετίας του ’80 στο Ιράν που συντάραξε το ιμπεριαλιστικό σύστημα, καπηλεύτηκε και ηγεμονεύτηκε από φονταμενταλιστές, ενώ σε άλλα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα επικράτησαν εθνικιστικές ή και φασιστικές τάσεις.

Το ζήτημα του καπιταλισμού μπορεί να συσκοτίσει το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Υπάρχουν πολλές αριστερές δυνάμεις οι οποίες αναγνωρίζουν αντιιμπεριαλιστικές διαθέσεις σε μερίδες της αστικής τάξης, όπως για παράδειγμα στη Συρία ή στη Λιβύη ή ακόμα και σε αγώνες με θρησκευτική χροιά. Υπάρχουν στοιχεία ιμπεριαλισμού και στον καπιταλισμό, όμως στην ολοκλήρωσή του ο ιμπεριαλισμός είναι το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού.

Ένας καπιταλιστής δεν εμποδίζεται σε ένα εθνικό ιμπεριαλιστικό κράτος μόνο από τον αντίπαλο ανταγωνιστή του εντός και εκτός συνόρων αλλά και από τους αγώνες της εργατικής τάξης. Εδώ πρέπει να αναρωτηθούμε «από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα ποιος είναι ο ρόλος της εργατικής τάξης;» Η τομή της Οκτωβριανής επανάστασης δημιουργεί το εξής παράξενο ιστορικό σχήμα: επί τη εμφανίσει του το ιμπεριαλιστικό σύστημα έχει στο σώμα του ένα ξενιστή, μία εργατική τάξη που έχει οικοδομήσει το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος και απειλεί να οικοδομήσει και άλλα. Ο ιμπεριαλισμός κάνει προσπάθειες να απομονώσει αυτόν τον ξενιστή και σήμερα βρισκόμαστε στο σημείο που αυτές οι προσπάθειες ολοκληρώνονται και φαίνεται να οδηγούμαστε σε ένα νέο είδος μεσαίωνα. Ο ξενιστής αυτός, αποσπώντας αγορές από τον ιμπεριαλισμό και δίνοντας το παράδειγμα προς τους λαούς, ανάγκαζε τον ιμπεριαλισμό να κάνει ταυτόχρονα δύο αντιφατικά πράγματα: από τη μία όξυνε την κρίση του ενώ από τη άλλη λειτουργούσε ορθολογιστικά, εξαναγκάζοντας το ιμπεριαλιστικό σύστημα να εξορθολογικοποιείται. Η αφαίρεση αυτού του ξένου σώματος βρίσκεται πίσω από τη σημερινή απορρύθμιση.

Η αναπαραγωγή του ιμπεριαλιστικού συστήματος όπως τη ζούμε σήμερα σε βάρος των λαών και της εργατικής τάξης μερικώς μόνο απαντάει το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Αυτό συμβαίνει γιατί η γεωπολιτική διάταξη των πολιτικών δυνάμεων του κόσμου δε διευκολύνει την ανακατανομή των αγορών. Είναι μια γεωπολιτική διάταξη προηγούμενου αιώνα και αυτό εμποδίζει το σύστημα να κάνει το επόμενο βήμα δηλαδή να υπάρξει ένας ιμπεριαλιστής ή ένα ιμπεριαλιστικό μπλόκ.

Το σημερινό δράμα του ιμπεριαλισμού,  είναι ότι ακριβώς η πυρηνική υπεροπλία εμποδίζει προς το παρόν την έναρξη κάποιου νέου κύματος παγκοσμίων πολέμων.

Όσον αφορά το διεθνισμό, νομίζω έγινε τα τελευταία χρόνια μια προσπάθεια να αποκοπεί το κομμάτι του διεθνισμού από τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα. Συγκεκριμένα για την Ελλάδα, πολιτικές θεωρίες για την ιμπεριαλιστική Ελλάδα ή θεωρίες για την αλληλεξάρτηση με τον ιμπεριαλισμό κονιορτοποιούνται μπροστά στην πολιτική πραγματικότητα. Ο δρόμος της εθνικής ανεξαρτησίας είναι ταυτόσημος με την πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση. Ο λαός πρέπει να προετοιμάζεται μέσω της δημιουργίας ενός πραγματικού κινήματος που θα υπερασπίσει το δικαίωμα της ζωής σε όλα τα επίπεδα, καθώς και λαϊκών οργανώσεων εν σπέρματι δυνάμεις μιας άλλης εξουσίας.

Νίκος Νικολαΐδης: Εγώ θα διαφοροποιηθώ αρκετά από τις προηγούμενες τοποθετήσεις. Είναι θετικό ότι μπορούμε να συζητάμε παρότι υπάρχουν εκ διαμέτρου αντίθετες τοποθετήσεις.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ προσέγγιζε το ζήτημα του ιμπεριαλισμού όχι ως το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού αλλά το συνεχές στάδιό του. Αυτή η περιγραφή δείχνει μια διάσταση του καπιταλισμού που δεν προσεγγίζεται από αρκετούς μαρξιστές, ότι δηλαδή πέρα από τους νόμους της οικονομίας και τους κύκλους κεφάλαιο-εργασία υπάρχει επίσης βία, απάτη, καταπίεση, λεηλασία. Είναι πολύ δύσκολο μέσα σε αυτό το πλαίσιο πολιτικής βίας και κτηνωδίας να ανακαλυφτούν οι νόμοι του οικονομικού προτσές.

Καταρχάς ο όρος ιμπεριαλισμός δεν εισήχθη ούτε από το Λένιν ούτε από το Μπουχάριν, ούτε καν από τον Τόμσον. Υπήρχε ήδη από την εποχή του Ντισραέλι όταν οι Άγγλοι έλεγαν ότι είναι οι νέοι ιμπεριαλιστές μετά τη βιομηχανική επανάσταση για να το αντιπαραβάλλουν με την πρώτη πορτογαλική-ισπανική αποικιοκρατία.

Έχει ενδιαφέρον συζητώντας για το ιμπεριαλισμό να δούμε αν αναφερόμαστε στον όρο «ιμπεριαλισμός» ως το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού και αν ναι πόσο διαρκεί αυτό το στάδιο. Από το 1917 έως σήμερα, έχουν περάσει σχεδόν 95 χρόνια, διάστημα αρκετά μεγάλο για να είναι το τελευταίο στάδιο. Θα πρέπει ίσως να σκεφτούμε ότι ο ιμπεριαλισμός μπορεί να προκαλεί καταστροφές και αυτό να μην φέρει το τέλος του. Αυτό που φαίνεται ότι φθείρει τον καπιταλισμό μπορεί να τον συντηρεί.

Μία άλλη συζήτηση που έχει ενδιαφέρον είναι ότι ένα μοντέλο αποικιοκρατίας τον 15ο αιώνα αφορούσε το 35% του πλανήτη είναι διαφορετικό από ένα μοντέλο αποικιοκρατίας που το βιομηχανικό καπιταλισμό αφορούσε το 80% του πλανήτη καθώς και ένα σημερινό μοντέλο που αφορά όχι μόνο το σύνολο του πλανήτη αλλά και το σύνολο του φαντασιακού. Η αποικιοκρατία σήμερα στοχεύει και το μυαλό, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να φανταστούμε σαν εναλλακτική, εκτός ίσως από κάποιες προσπάθειες που για την Αριστερά θα φάνταζαν ιδεαλιστικές ή ρομαντικές όπως π.χ. οι Ζαπατίστας, το κίνημα της αντιπαγκοσμιοποίησης κτλ.

Δεν πιστεύω ότι ο ιμπεριαλισμός ήταν το τελικό στάδιο του καπιταλισμού. Η σύγκρουση των εθνικών μονοπωλιακών καπιταλισμών δεν έφερε την κατάρρευση αλλά άλλες μορφές όπως οι κρατομονοπωλιακοί, η διεθνοποίηση του καπιταλισμού. Με αυτή την έννοια δεν υπάρχουν εξαρτημένες χώρες αφού υπάρχει ο τέταρτος κόσμος μέσα στον πρώτο ή χώρες οι οποίες είναι τμήματα μιας παγκόσμιας μηχανής.

Υπήρχαν εξεγέρσεις ενάντια σε αυτό που θα λέγαμε καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός πριν καν υπάρξουν αστικές επαναστάσεις. Η πρώτη εξέγερση αυτής της μορφής έγινε στην Αϊτή 40 χρόνια πριν τη γαλλική επανάσταση, παρέμενε όμως πάντα αγνοημένη. Την ίδια τύχη είχε και η επανάσταση στον Άγιο Δομήνικο, η οποία περιγράφεται στο βιβλίο του Τζέιμς «μαύροι Ιακωβίνοι» τη δεκαετία του 1830. Το βιβλίο αυτό επιχειρηματολογούσε για την ύπαρξη παραδόσεων ελευθερίας στους καταπιεσμένους πληθυσμούς του πλανήτη. Όπως αναφερόταν δε χρειάζεται να ακολουθούν τις ευρωπαϊκές αναλύσεις ούτε χρειάζεται αυτές οι κοινωνίες να περάσουν από αστικοποίηση, εθνογένεση, ανάπτυξη αλλά ότι μπορεί να είναι από μόνες τους αντικαπιταλιστικές. Σε ένα βαθμό ο Μαοισμός δέχθηκε αυτό επιχείρημα υποστηρίζοντας εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, την βιομηχάνιση σε τρίτες χώρες, καθώς και την ύπαρξη του μοντέλου της οικονομίας ως το κυρίαρχο . Σε κάποιες χώρες του κόσμου αυτό δημιούργησε επαναστατικά κινήματα, τα οποία συνδέονταν με πληθυσμούς και τα οποία σε ένα βαθμό ξέφυγαν από κρατικές αντιλήψεις όπως στη Λατινική Αμερική.

Αυτό όμως που σήμερα κατά τη γνώμη μου εμπνέει περισσότερο κόσμο, είναι αντιλήψεις που δεν έχουν να κάνουν με εξουσιαστικά μπλόκ ή με καταλήψεις της κεντρικής εξουσίας αλλά με μορφές κοινωνικών κινημάτων που αυτοοργανώνονται και συνδέονται. Αυτό που απειλεί περισσότερο σήμερα την παγκόσμια ισορροπία δεν είναι τόσο το Νεπάλ όσο η Via Campesina μία διεθνής οργάνωση αγροτών που εφαρμόζει την αυτοοργάνωση και τη διεθνή αλληλεγγύη και όχι απαραίτητα το διεθνισμό δηλαδή την αλληλεγγύη μεταξύ εθνών.

Το μοντέλο της εθνογένεσης, αστικοποίησης και εκβιομηχάνισης που στη συνέχεια θα έφερνε εγγύτερα το σοσιαλισμό, ακολουθήθηκε για πολλές δεκαετίες και σε μεγάλο βαθμό ολοκλήρωσε το μοντέλο της αστικής αντίληψης για τον κόσμο, δηλαδή ότι κυρίαρχη είναι η οικονομία, ότι οι λαοί μοιράζονται σε έθνη, ότι αυτά κυβερνώνται από ανώτερους οικονομικούς σχηματισμούς. Ειπώθηκε ότι στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έγιναν ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Όμως όλη η αποικιοκρατία του 17ου και 18ου αιώνα ήταν στο όνομα του εκπολιτισμού. Αυτές ήταν οι βάσεις που επέτρεψαν στον καπιταλισμό να γίνει παγκόσμιο σύστημα.

Πολλές φορές έχει αναγγελθεί το τέλος του καπιταλισμού είτε μέσω της υπερσυσσώρευσης, είτε μέσω του ανταγωνισμού. Παρόλα τις αναγγελίες ο καπιταλισμός έγινε παγκόσμιο σύστημα το οποίο διακατέχει την αντίληψη του καθενός μας σε τρομακτικό βαθμό. Η μεγαλύτερη αποικιοκρατία που έχει επιτύχει ο καπιταλισμός σήμερα είναι να μην μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι μπορεί κάποιος να ζήσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ενώ έχουν υπάρξει πάρα πολλοί κοινωνικοί σχηματισμοί οι οποίοι αυτό το έχουν αμφισβητήσει στην πράξη.

Όσον αφορά τους ενδοιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, είναι διαφορετικό να λες ότι υπάρχει αντιπαράθεση μεταξύ των δυνάμεων που συγκροτούν το πλανητικό καπιταλιστικό σύστημα και άλλο να θεωρεί κανείς ότι αυτές θα οδηγήσουν στην κατάρρευσή του, όπως σε μεγάλο βαθμό έκανε ο λενινισμός.

Αν θέλουμε να μιλήσουμε για μια αντιιμπεριαλιστική τακτική είναι καλό να κάνουμε σχέδια επί χάρτου, όπως για παράδειγμα να υποστηρίζουμε την αντίσταση στη συνεργασία φιλοκαπιταλιστών νεοφιλελεύθερων και ναζιστών στην Ουκρανία. Αυτό όμως είναι απλά μια ανακοίνωση. Το ζητούμενο είναι τι κάνουμε εμείς εδώ. Αν θέλουμε να μιλήσουμε όμως για μια αντίσταση που έχει να κάνει με πρακτικές του παγκόσμιου συστήματος κυριαρχίας αυτό σημαίνει αλληλεγγύη στους μετανάστες και συγκρούσεις στο δρόμο με φασίστες.. Το κίνημα δεν πρέπει απλά να κατακρίνει αλλά και να συντρίβει με κοινωνικούς όρους. Όταν οπισθοχωρεί το επίπεδο κοινωνικής δικαιοσύνης, ο κατήφορος αρχίζει και για όλα τα υπόλοιπα.

Γιάννης Τσαμασλίδης: Οι ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις και αντιθέσεις έτσι όπως τονίζονται από τον ίδιο το Λένιν δε σηματοδοτούν μία ντετερμινιστική πορεία αλλά μία δυνατότητα μέσω της ταξικής πάλης να εξελιχθούν τα πράγματα προς όφελός μας. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους αποδεικνύει ότι μπορεί να ανοικοδομηθεί μέσα από τις αντιφάσεις του και ότι το τέλος του δεν είναι καθόλου δεδομένο.

Το  μεταβατικό πρόγραμμα δεν αποτελεί πρόγραμμα για το σοσιαλισμό. Είναι ένα πρόγραμμα που θα μπορεί να συσπειρώνει κόσμο πάνω σε υπαρκτά κοινωνικά ζητήματα προς μία κατεύθυνση σε ρήξη με τον κυρίαρχο λόγο και σε ρήξη με τον καπιταλισμό-ιμπεριαλισμό.

Δημήτρης Μάνος: Σε σχέση με το μεταβατικό πρόγραμμα: όλα του τα αιτήματα κρίνονται και θα κριθούν στο πραγματικό πεδίο ταξικής αντιπαράθεσης πάλης.

Δεν υπάρχει θέση του Λένιν για κατάρρευση του ιμπεριαλισμού. Επίσης η θέση του Μάο δεν ήταν ότι όλες οι χώρες όφειλαν να περάσουν από τη φάση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και της εκβιομηχάνισης. Αντιθέτως ο Μάο υποστήριζε ότι υπάρχει η δυνατότητα για κάποιες χώρες να αναπτύξουν ένα εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης και σοσιαλισμού που δεν θα περνάει απαραίτητα από την εκβιομηχάνιση. Δεν υπάρχει γραμμική αντίληψη της ιστορίας και της ταξικής πάλης από το μαρξισμό. Η ταξική πάλη δεν είναι ζήτημα σιδερένιων οικονομικών νόμων αλλά παραπέμπει και στο τι να κάνουμε σήμερα.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Θα ήθελα να αναφερθώ στην εμπειρία των αντιιμπεριαλιστικών αγώνων μέχρι σήμερα. Ένα παράδειγμα είναι ο πόλεμος στο Ιράκ και ο αγώνας ενάντια στην αμερικάνικη κατοχή. Το κομμουνιστικό κόμμα στο Ιράκ δίνοντας έμφαση σε έναν αγώνα με ταξικά χαρακτηριστικά, αρνούνταν να υποστηρίξει και να συνεργαστεί με φιλοκαπιταλιστικά τμήματα όπως οι μπααθιστές ενάντια στον κατακτητή ενώ από μεγάλα κομμάτια της Αριστεράς μία τέτοια υποστήριξη φαινόταν αυτονόητη. Μπορούμε να μάθουμε κάτι από αυτή την εμπειρία;

Δημήτρης Μάνος: Το κομμουνιστικό κόμμα του Ιράκ ήταν υπέρ της κατοχής. Τα πρώτα δύο χρόνια της κατοχής διαμορφώνονταν ένα αρκετά σημαντικό αντιστασιακό κίνημα στο οποίο όμως στη συνέχεια κυριάρχησαν οι σιίτες και κομμάτια συναφή με την Αλ Κάιντα.

Αυτό καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει καθαρή επανάσταση. Η αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση πρέπει να μπολιάζεται με ταξικά χαρακτηριστικά για να είναι πραγματικά ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό.

Θα ήθελα εδώ να κάνω ένα μικρό σχόλιο σε σχέση με τον τρόπο που η αριστερή διανόηση αντιλαμβάνεται τον τρόπο υποστήριξης των αντιιμπεριαλιστικών αγώνων. Υποστηρίζω όσο μπορώ έμπρακτα τον αγώνα των Ζαπατίστας αλλά αναρωτιέμαι γιατί άραγε δε γίνεται καθόλου λόγος εντός της Αριστεράς για τον τεράστιο αντιιμπεριαλιστικό, λαϊκό και ένοπλο αγώνα των Ναξαλιτών και των Αντιβάσι στην Ινδία, όπου σε ένα τεράστιο γεωγραφικό διάδρομο αναπτύσσεται ένα μαζικό κίνημα που προσπαθεί να φτιάξει τη δυαδική εξουσία.

Νίκος Νικολαΐδης: Oι Ζαπατίστας μνημονεύονται γιατί ακριβώς η συνύπαρξη και συνεργασία τους με ιθαγενικές κοινότητες τους δίδαξε κάτι και τους απομάκρυνε από μία ευρωκεντρική ή δυτικοκεντρική αντίληψη. Ακόμα και ο Τσε Γκεβάρα έκανε αναφορά στην καταπίεση των ινδιάνων αλλά μόνο για να συσπειρώσει κόσμο στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα που προσπαθούσε να κάνει. Σε σχέση με τους Ναξαλίτες υπάρχει ενστικτωδώς μία ταύτιση με τη μαοϊκή Κίνα όπου ακολουθήθηκε μία παρόμοια πορεία. Ακόμα και η Ρωσία που αναφέρθηκε ως παράδειγμα ξέσπασμα της επανάστασης στην Ευρώπη δεν αναιρεί το γεγονός ότι στο Μεξικό κάτι ανάλογο είχε γίνει πολύ πιο πριν.

Ένα τελευταίο σχόλιο. Υπήρξε μία μακρά ιστορία καταστάσεων που παρουσιάστηκαν ως επαναστατικές και κατέληξαν να είναι αποτρόπαιες για την ανθρώπινη ύπαρξη. Πρέπει να διακρίνουμε τις υποτιθέμενες αντιστάσεις που όμως ουσιαστικά σκότωσαν το όνειρο της αλλαγής. Θα έπρεπε να μας προβληματίζει ότι σε χώρες που αναπτύχθηκαν τέτοιες αντιστάσεις όπως π.χ. στις πρώην ανατολικές χώρες τώρα υπάρχουν μόνο φασίστες..

Έγινε λόγος για τις αστικές επαναστάσεις. Οι υποσχέσεις των αστικών επαναστάσεων για ελευθερία, αδελφότητα, ισότητα, ατομική ιδιοκτησία φάνηκε ότι δεν πραγματώθηκαν σε καθολικό επίπεδο για αυτό και ο Μαρξ παρατήρησε χαρακτηριστικά ότι η παρισινή κομμούνα εκπλήρωσε πραγματικά το αίτημα για ατομική ιδιοκτησία. Αν όμως, μιλώντας σχηματικά, οι αστικές επαναστάσεις εκπλήρωναν τις υποσχέσεις  θα υπήρχε κάτι αρνητικό στο να εξαπλωθούν και να εξαχθούν σε όλο τον κόσμο και να αποτελέσουν παράδειγμα προς μίμηση; Μπορούμε από θέση αρχής να αρνούμαστε την «εισαγωγή» της ελευθερίας με τη θέση ότι πρέπει να σεβόμαστε την πολιτιστική ιδιαιτερότητα του κάθε λαού;

Νίκος Νικολαΐδης: Έχω διαφορετική άποψη. Τα κινήματα εκτός Ευρώπης ήταν και είναι πολύ πιο ριζοσπαστικά από τα αστικά κινήματα της Ευρώπης. Τα κινήματα στην Ευρώπη επαναστατούσαν μεν ενάντια σε κάποια μορφής εξουσία αλλά αποδέχονταν ότι η ανισότητα είναι ένα φυσικό φαινόμενο στον άνθρωπο, ότι ο ανταγωνισμός είναι μια αρετή που κινεί την οικονομία και την κοινωνία. Δεν υπήρχε ούτε η έννοια της αλληλεγγύης, ούτε η έννοια της ισότητας αλλά ούτε και η έννοια της μη επέκτασης στον άλλο. Η πολιτιστική καταπίεση του καπιταλισμού ήταν υπαρκτή και όχι αφηρημένη. Οι αστικές επαναστάσεις δεν έθιξαν ποτέ το ζήτημα της αποικιοκρατίας.

Δημήτρης Μάνος: Η μεγαλύτερη απόδειξη ότι ο λενινισμός δεν αποδέχτηκε την ευρωπαιοκεντρική αντίληψη για την επανάσταση είναι ότι η επανάσταση πραγματοποιήθηκε σε αντίθεση με τις εκτιμήσεις της πλειοψηφίας των μαρξιστών της εποχής πραγματοποιήθηκε στην πιο καθυστερημένη χώρα της Ευρώπης.

Οι ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις ανήκουν στη γεωπολιτική σφαίρα ή είναι κομμάτι της ίδιας της ταξικής πάλης; Αν πούμε ότι οι ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και η ταξική πάλη είναι δύο διακριτά πράγματα «παραβιάζεται» η λενινιστική αρχή που έβλεπε τον ιμπεριαλισμό ως το έσχατο στάδιο του καπιταλισμού με την έννοια ότι κυοφορεί και τη δυνατότητα υπέρβασης του;

Γιάννης Τσαμασλίδης: Αυτά τα δύο είναι διαλεκτικά συνδεδεμένα. Κατά την άποψή μου δεν υπάρχει καθαρά διατυπωμένος αντικαπιταλιστικός αγώνας. Η Αριστερά πρέπει να απαντήσει σε κρίσιμα ερωτήματα σε κάθε ιδιαίτερη συγκυρία έτσι ώστε να αναπτυχθούν δυναμικές που θα φέρουν την ανατροπή.

Δημήτρης Μάνος: Η κινητήριος δύναμη στον καπιταλισμό-ιμπεριαλισμό για το μαρξισμό δεν είναι η αντίθεση μεταξύ παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων αλλά η ταξική πάλη. Αυτό είναι το πραγματικό πεδίο αντιπαράθεσης και ο λόγος που παρά τα τεχνολογικά επιτεύγματα φαίνεται ότι ο καπιταλισμός σήμερα είναι σε κρίση αφού δεν μπορεί να πραγματωθεί η υπεραξία. Η επανάσταση του ίντερνετ δε συγκρίνεται με την επανάσταση του εξηλεκτρισμού και των σιδηροδρόμων, αφού η τελευταία εφαρμόστηκε σε ευρεία κλίμακα και διεύρυνε τους χώρους κερδοφορίας του κεφαλαίου. Με την επίθεση στην εργασία, δηλαδή τη μόνη παραγωγό της υπεραξίας, η κρίση οξύνεται. Αυτό που κρατάει τον ιμπεριαλισμό δεν είναι ο οικονομικός ιμπεριαλισμός αλλά τα αεροπλανοφόρα των Η.Π.Α.

Ποια είναι η ερμηνεία των υπερεθνικών μηχανισμών σήμερα δεδομένου ότι δημιουργήθηκαν μετά την περίοδο που ο Λένιν αναφερόταν στον ιμπεριαλισμό ως το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού;

Δημήτρης Μάνος: Η παγκοσμιοποίηση είναι ένα ιδεολόγημα που έχει να κάνει με την ανάδειξη του ιμπεριαλισμού σε κυρίαρχο μοντέλο σκέψης όχι μόνο σε οικονομικό αλλά και σε ιδεολογικό επίπεδο. Δεν υπάρχει παγκοσμιοποίηση με μείωση των αντιθέσεων μεταξύ των εθνών κρατών αλλά με συγκρούσεις εθνικών κεφαλαίων. Στο μοναδικό παράδειγμα υπερεθνικών μηχανισμών δηλαδή την ευρωπαϊκή ένωση, το πρόβλημα που αναδύεται δεν είναι οικονομικό αλλά κατά βάση πολιτικό.

Νίκος Νικολαΐδης: Το ότι υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ ευρωπαϊκής ένωσης και μεταξύ πολυεθνικών δεν σημαίνει ότι συνεχίζει να υπάρχει ο ιμπεριαλισμός όπως είχε περιγραφεί από το Λένιν.

Η ιστορική σύλληψη ότι υπάρχει μία ιστορική κοινωνική δυναμική που ολοκληρώνεται χρησιμοποιείται τόσο στο Μαρξ όσο και στους μαρξιστές. Αυτή η αντίληψη μπορεί να συνυπάρχει με την άποψη ότι υπάρχει μία πολιτική ή στάση ζωής η οποία είναι από τη φύση της αντικαπιταλιστική;

Νίκος Νικολαΐδης: Μπορεί κάποιος να είναι αντικαπιταλιστής πριν ολοκληρωθεί ο καπιταλισμός με τον ίδιο τρόπο που μπορεί κάποιος να είναι αντιφασίστας πριν την ύπαρξη φασισμού. Για να είναι όμως πραγματικά αντιφασίστας πρέπει να γνωρίζει τι είναι φασισμός. Η ενστικτώδης αντίδραση σε κάποια χαρακτηριστικά που θεωρεί κάποιος αρνητικά μπορεί στη συνέχεια να πάρει τη μορφή γνώσης.

Στις ευρωεκλογές στην περιοχή της Θράκης από την οποία κατάγομαι το μειονοτικό κόμμα ισότητας, ειρήνης και φιλίας πήρε τα μεγαλύτερα ποσοστά. Στην προσπάθειά μου να διαβάσω μία ανάλυση σε σχέση με το πρόγραμμα του εν λόγω κόμματος τα μόνα άρθρα ή σχόλια που βρήκα ήταν από ακροδεξιά και φασιστικά μορφώματα είτε ελληνικά είτε τούρκικα που υποστήριζαν ότι η δράση τέτοιων κομμάτων είναι αποτέλεσμα μίας άτυπης ιμπεριαλιστικής τακτικής του τούρκικου προξενείου και διεθνών δυνάμεων. Δεν κατάφερα να βρω κάποια ερμηνεία ή ανάλυση από μεριάς της Αριστεράς. Ήθελα το σχόλιό σας πάνω σε αυτό. Πόσο επικίνδυνα θεωρείτε ότι είναι μια διαλεκτική πάνω σε ζητήματα έκφρασης μιας μειονότητας;

Δημήτρης Μάνος: Θα μεταφέρω την εμπειρία κάποιων συντρόφων Πομάκων που δρουν στην περιοχή.

Ο κοσμοπολιτισμός αλλά και η ενδυνάμωση του εθνικισμού είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος του συστήματος. Η εθνικιστική παρέμβαση του τούρκικου προξενείου ήταν αντίδραση στην εξίσου εθνικιστική πολιτική του ελληνικού κράτους η οποία δε στρέφεται μόνο ενάντια στους αλλοεθνείς μειονοτικούς αλλά κυρίως ενάντια στα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα. Οι προσπάθειες του ελληνικού κράτους για προσεταιρισμό των μειονοτήτων έγιναν κυρίως από αστικές δυνάμεις και ήταν επομένως ελλιπείς. Αυτές οι προσπάθειες ήταν συνέχεια των επιταγών των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων οι οποίες εκείνη την εποχή, αλλά όχι απαραίτητα τώρα, στόχευαν σε κάποιου είδους συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Νίκος Νικολαΐδης: Νομίζω ότι αυτό που περιγράφεις έχει σχέση και με την αυξημένη παρουσία της αστυνομίας στην περιοχή. Όταν η οικονομία μίας περιοχής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία ένστολων σημαίνει ότι ο φασιστικός λόγος τους διαχέεται και εντός κοινωνικού ιστού πολύ ευκολότερα.

 

Ακούστε την ηχογράφηση της εκδήλωσης εδώ: 

1/4/2014- νέο κτίριο Φιλοσοφικής Α.Π.Θ.

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Ο Τρότσκι και ο τροτσκισμός, στο όνομα της υπεράσπισης της επανάστασης του 1917, επηρέασαν τη ριζοσπαστική πολιτική κατά τον 20ό αιώνα. Από τη γέννησή του ο τροτσκισμός ως πολιτικό ρεύμα, προσπαθώντας να ακολουθήσει την παράδοση του Τρότσκι, φιλοδοξούσε να αντιστρέψει την φθίνουσα πορεία της παγκόσμιας επανάστασης και να συμβάλει στο ξεπέρασμα του καπιταλισμού. Κριτική στον σταλινισμό και τον σοσιαλισμό σε μία χώρα, ενιαίο μέτωπο, μεταβατικό πρόγραμμα, παγκόσμια και διαρκής επανάσταση, είναι έννοιες και προβληματισμοί που στιγμάτισαν τις αντιπαραθέσεις εντός της Αριστεράς. Και συνεχίζουν να επιζούν ως αντιπαραθέσεις ακόμα και σήμερα, στο μέτρο που μεγάλες πολιτικές οργανώσεις στα καπιταλιστικά κέντρα (π.χ. ΗΠΑ και Αγγλία) εντάσσονται στην τροτσκιστική παράδοση.

Η πορεία των τροτσκιστικών οργανώσεων δεν ήταν παρόλα αυτά ποτέ ενιαία. Χαρακτηρίστηκε από συνεχείς διασπάσεις πάνω σε πολιτικά ζητήματα, πολιτικές διαμάχες γύρω από κινήματα και εξεγέρσεις και βαθιές διαφωνίες γύρω από πολιτικές τακτικές. Ωστόσο ο τροτσκισμός δεν φαίνεται να έγινε τελικά, προς το παρόν τουλάχιστον, αυτό που φανταζόταν ο Τρότσκι: καταλύτης για την παγκόσμια επανάσταση. Η εκτίμηση του Τρότσκι ότι με το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο θα ξεσπούσαν διεθνώς προλεταριακές επαναστάσεις δεν επαληθεύτηκε. Ενώ η πτώση της ΕΣΣΔ και των δορυφόρων της την περίοδο 1989-1991 δεν αποτέλεσε ευκαιρία ανάπτυξης του τροτσκιστικού κινήματος, στο μέτρο που δόθηκε προς στιγμήν η εντύπωση ότι δικαιώθηκαν οι εκτιμήσεις του για τον σταλινισμό. Η πορεία των τροτσκιστικών οργανώσεων καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την αποτυχία τους να ηγηθούν κινημάτων για την ανατροπή του καπιταλισμού, βαθαίνοντας έτσι ακόμα περισσότερο το πρόβλημα της ριζοσπαστικής πολιτικής θεωρίας και πράξης.

Η συζήτηση εξετάζει την κληρονομιά του Τρότσκι και του τροτσκισμού, το παρόν του τροτσκισμού αλλά και τις πιθανές προοπτικές του.

Είναι επίκαιρος ο τροτσκισμός σήμερα και γιατί;

Ποιος είναι κατά τη γνώμη σας ο πολιτικός στόχος των τροτσκιστικών οργανώσεων σήμερα; Τι έχει αλλάξει από την εποχή του "μεταβατικού προγράμματος"; Διατηρείται η σημασία του, και με ποιον τρόπο;

Ποια είναι η σχέση των σημερινών τροτσκιστικών ομάδων-οργανώσεων με την πολιτική θεωρία και δράση του Τρότσκι; Πώς προσδιορίζεται η ιστορική συνέχεια Τρότσκι και τροτσκισμού;

Πώς εξηγείται το γεγονός ότι υπάρχουν πχ στην Ελλάδα τροτσκιστικές οργανώσεις που στηρίζουν ΣΥΡΙΖΑ, άλλες που στηρίζουν ΑΝΤΑΡΣΥΑ, άλλες που είναι αυτόνομες, μέχρι και άλλες που υποστηρίζουν κριτικά το ΚΚΕ; Τι μπορεί να σημαίνει το γεγονός ότι όλες είναι τροτσκιστικές, ενώ συγχρόνως υιοθετούν τόσο διαφορετικές θέσεις;

Πως επιζεί σήμερα η ιστορική κληρονομιά του διεθνισμού; Πως αντικατοπτρίζεται ο διεθνής χαρακτήρας της αντικαπιταλιστικής πάλης στην πολιτική δράση των τροτσκιστικών οργανώσεων στην Ελλάδα;

Τι σήμαινε για την αυτοκατανόηση των Τροτσκιστικών οργανώσεων η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού το '89; Πώς επηρεάστηκε η δράση των Τροτσκιστικών οργανώσεων μετά από αυτό το γεγονός; Νομίζετε ότι η "τροτσκιστική θεωρία" επιβεβαιώθηκε και αν ναι με ποιο τρόπο;

Ομιλητές:

Παναγιώτης Βογιατζής- οργάνωση Ξεκίνημα

Χάρης Παπαδόπουλος- περιοδικό "Κόκκινο"

Περικλής Παυλίδης- καθηγητής Παιδαγωγικής Α.Π.Θ.

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Παναγιώτης Βογιατζής: Είναι πολύ σημαντικό να αναλύονται σήμερα θεωρητικές ιδέες και αυτό μπορεί να αποκτήσει κεφαλαιώδη σημασία. Γνώμονάς μας είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατική πράξη χωρίς επαναστατική θεωρία. Την ίδια στιγμή θέλουμε να τονίσουμε ότι η επαναστατική θεωρία δε σημαίνει τίποτα από μόνη της και αποκτάει τη σημασία της όταν γίνεται οδηγός για την πράξη. Δε θα αναφερθούμε στον Τρότσκι ως άτομο αλλά θα επικεντρώσουμε σε κάποιες πτυχές του έργου του οι οποίες θεωρούμε ότι έχουν πρακτική χρησιμότητα σήμερα.

Όταν λέμε τροτσκισμός υπάρχουν κάποια συγκεκριμένα πράγματα που εννοούμε: στο θεωρητικό πεδίο η θεωρία της διαρκούς επανάστασης, στην οποία περιλαμβάνεται υποχρεωτικά ο διεθνιστικός χαρακτήρα της επανάστασης, είναι η τακτική του ενιαίου μετώπου και η τακτική του μεταβατικού προγράμματος. Υπάρχουν και άλλα πράγματα που είναι σημαντικά για τον τροτσκισμό όπως η ανάλυση και πάλη ενάντια στο σταλινισμό που αναπτύχθηκε στη Σοβιετική Ένωση μετά τη δεκαετία του ’20 καθώς και η ανάλυσή του φαινομένου του φασισμού. Στις μέρες μας δύο από αυτά τα χαρακτηριστικά παίρνουν εκρηκτικό χαρακτήρα: το ενιαίο μέτωπο και το μεταβατικό πρόγραμμα.

Το ενιαίο μέτωπο είναι η τακτική που είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει το εργατικό κίνημα μέχρι τις παραμονές της κατάληψης της εξουσίας. Η κατάκτηση της εξουσίας είναι κάτι διαφορετικό από την κατάκτηση της κυβέρνησης. Το ενιαίο μέτωπο είναι η τακτική που υιοθετήθηκε από το 3ο και 4ο συνέδριο της κομμουνιστικής διεθνούς και υποστηρίχθηκε από το Λένιν, αλλά για διάφορους λόγους εγκαταλείφθηκε αργότερα και συνέχιζε να το υποστηρίζει μόνο ο Τρότσκι. Η αντίληψη του ενιαίου μετώπου συμπυκνώνεται στο σύνθημα «προχωράμε χώρια, χτυπάμε μαζί». Η ενότητα είναι μία αυτόματη επιλογή για την εργατική τάξη. Ένας εργαζόμενος γνωρίζει ότι όταν συμμετέχει σε μια απεργία, σε ένα πολιτικό αγώνα πρέπει να ενωθεί με άτομα τα οποία έχουν τα ίδια συμφέροντα μαζί του και να παλέψουν οργανωμένα για την ανατροπή. Φυσικά αυτό δε σημαίνει ενότητα σε επίπεδο αρχών.

Τι θα σήμαινε στις μέρες μας η ιδέα του ενιαίου μετώπου στην ελληνική πραγματικότητα; Στο όνομα αυτής της τακτικής κατάφερε ο Σύριζα να εκτοξεύσει τα ποσοστά του πριν από τις τελευταίες εκλογές (2012). Ο Σύριζα παρουσίασε την προοπτική της κυβέρνησης της Αριστεράς και ξεχώρισε από τις υπόλοιπες αριστερές οργανώσεις. Εδώ μπαίνει και το ζήτημα του μεταβατικού προγράμματος που πρέπει να ενωθεί με την τακτική του ενιαίου μετώπου.

Τι θα σήμαινε ενότητα της Αριστεράς πριν τις εκλογές; Θα σήμαινε συμφωνία για ένα μίνιμουμ πρόγραμμα με όλα τα κομμάτια της Αριστεράς (ΚΚΕ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ) με στόχο την κατάργηση των μνημονίων και την παύση των πληρωμών του χρέους. Οι άλλες δυνάμεις της Αριστεράς αρνήθηκαν να συμφωνήσουν γύρω από αυτό το πρόγραμμα βάζοντας «πιο σοσιαλιστικά» αιτήματα όπως έξοδος από την Ε.Ε., λαϊκή εξουσία κτλ.

Ας γυρίσουμε στο τι έγινε και στο τι μπορούσε να γίνει. Το ενιαίο μέτωπο στη λογική αυτού του μίνιμουμ προγράμματος θα μπορούσε να υλοποιηθεί; Όχι, αλλά μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε ένα κόμμα να πάρει μαζί του τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων και της κοινωνίας που θα καταλάβαινε με τον πιο απόλυτα πειστικό τρόπο ότι ακόμα και αυτά τα μίνιμουμ αιτήματα θα μπορούσαν να επιτευχθούν μόνο με μια συνολική ρήξη. Αυτό είναι και η έννοια του μεταβατικού προγράμματος: να παρουσιάζεις τα αναγκαία και εντελώς απαραίτητα αιτήματα εξηγώντας ότι την αδυναμία παραχώρησής τους από το σύστημα. Η Οκτωβριανή επανάσταση έγινε ακριβώς στη βάση ενός τέτοιου μεταβατικού προγράμματος.

Γιατί όμως αυτά που παρουσιάζουμε δεν γίνονται αποδεκτά από το σύνολο της Αριστεράς ή τουλάχιστον από ένα μεγάλο κομμάτι της; Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους οι Αριστερές οργανώσεις αρνούνται την ιδέα του ενιαίου μετώπου και του μεταβατικού προγράμματος. Ο πιο σημαντικός λόγος κατά τη γνώμη μου είναι ο ψυχολογικός. Είναι πολύ δύσκολο σε αυτή την κοινωνία να πειστεί κάποιος ότι είναι αναγκαίο να περάσουμε  από το βήμα της υπομονετικής εξήγησης μέχρι να δοθεί η τελική μάχη. Είναι λογικό και ανθρώπινο να επιλέγει κάποιος να πάρει το πιο σύντομο μονοπάτι. Αλλά για να χρησιμοποιήσουμε μια αναλογία από τη στρατιωτική τέχνη, μπορείς να στείλεις μια διμοιρία από ένα μονοπάτι για να πλαγιοκοπήσεις τον εχθρό, αλλά ο υπόλοιπος στρατός, η εργατική τάξη εν προκειμένω μπορεί να δώσει τη μάχη μόνο σε ανοιχτό πεδίο.

Το τροτσκιστικό στρατόπεδο υπήρξε το πιο συκοφαντημένο ρεύμα στην ιστορία του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς. Ωστόσο υπάρχουν πολλά πράγματα τα οποία θα ήταν καλό σιγά σιγά να τα ξεκαθαρίζουμε. Θα αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα από το κείμενο που μας έστειλαν οι διοργανωτές και αναφέρεται στη διατύπωση του σκεπτικού της εκδήλωσης ότι «η εκτίμηση του Τρότσκι ότι μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο θα ξεσπούσαν διεθνώς προλεταριακές επαναστάσεις δεν επαληθεύτηκε». Αυτό όμως δεν ισχύει. Η πρόβλεψη αυτή επαληθεύτηκε πλήρως. Ο μαρξισμός δεν είναι κρυστάλλινη σφαίρα, δεν προβλέπει γεγονότα αλλά δυνατότητες. Η κατάσταση μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο ήταν λαός οπλισμένος οργανωμένος σε κομμουνιστικά κόμματα. Αυτή είναι η προλεταριακή επανάσταση. Αυτό που έλειπε ήταν το επαναστατικό κόμμα που θα έφερνε σε πέρας τα επαναστατικά καθήκοντα. Υπήρχαν όλες οι αντικειμενικές συνθήκες για επανάσταση αλλά ο υποκειμενικός παράγοντας δηλαδή το κόμμα απουσίαζε.

Χάρης Παπαδόπουλος: Δεν ξέρω τι θα καταλάβαινε κάποιος που θα έβλεπε την αφίσα της εκδήλωσης. Ποιος είναι αυτός ο Τρότσκι και πιο είναι το νόημα να χάσει κάποιος τον χρόνο του διαβάζοντας και συζητώντας για τον τροτσκισμό; Αυτό δεν είναι μόνο συζήτηση μεταξύ ανθρώπων που δεν γνωρίζουν για τον Τρότσκι και τον τροτσκισμό αλλά και μία συζήτηση μεταξύ ανθρώπων της Αριστεράς. Θυμάμαι έναν σύντροφο που έλεγε ότι «είμαστε τα απομεινάρια μιας ηττημένης στρατιάς και τώρα θα πρέπει να αφήσουμε στην άκρη τις διαφορές μας και να προχωρήσουμε μαζί».

Εγώ θεωρώ ότι δεν μπορούμε να παραμερίσουμε τις διαφορές μας αν είναι να προχωρήσουμε. Δεν μπορείς να βάλλεις στο ίδιο στρατόπεδο τον Τρότσκι ή την Λούξεμπουργκ και ανθρώπους που τους δολοφόνησαν. Θα πρέπει επομένως να διαλέξουμε ποιες παραδόσεις να κρατήσουμε για έναν πολύ απλό λόγο: για να καταλάβουμε την αξία που έχει να ασχολείσαι με τον Τροτσκισμό σήμερα, πρέπει να δει τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει η Αριστερά συνολικά σήμερα. Αυτή τη στιγμή σε όλη την Ευρώπη ο καπιταλισμός χάνει την ανάσα του, πάει να χρεοκοπήσει, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ελλάδα. Ταυτόχρονα υπάρχει ένα πολύ έντονο πρόβλημα στην Αριστερά: η πλειοψηφία των φτωχών ανθρώπων της εργατικής τάξης θεωρεί ότι ο σοσιαλισμός είναι αυτό που συνέβη στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, κάτι που εγώ χωρίς να επεκταθώ θα όριζα καλύτερα ως κρατικό καπιταλισμό. Δεν μπορείς να μιλήσεις για μια άλλη κοινωνία αν δεν απαντήσεις σε αυτό το ζήτημα. Αν είναι σοσιαλισμός να περιορίζεις εκατομμύρια αγρότες μέσα στα κολχόζ χωρίς καμιά ελευθερία, τότε για την ανώτερη κοινωνία δεν υπάρχει καμιά ανάγκη και κανένας λόγος να υπάρχει εργατική δημοκρατία. Αν είναι σοσιαλισμός η πρωταρχική συσσώρευση σε βαθμό κτηνωδίας που γινόταν στη Σοβιετική Ένωση τότε δεν έχει κανένα νόημα να αποκαλείσαι υποκείμενο της επανάστασης στην εργατική τάξη. Με αυτή τη λογική η συζήτηση για τον Τροτσκισμό πρέπει να πιάσει τα ζητήματα που αφορούν ένα νέο αγωνιστή που μπαίνει αυτή τη στιγμή στο κίνημα-στην Αριστερά και προσπαθεί να καταλάβει κάποια στοιχειώδη πράγματα. Τι πήγε στραβά στην επανάσταση του ‘17; Είναι η μοίρα όλων των επαναστάσεων να καταλήγουν σε γραφειοκρατίες; Υπάρχει τρόπος να παλέψουμε και να κάνουμε μια κοινωνία καλύτερη από τον καπιταλισμό; Εμείς στην οργάνωσή μας καλούμε για σοσιαλισμό.

Ο Τρότσκι ήταν κάτι παραπάνω από άνθρωπος της θεωρίας: ήταν ένα επαναστάτης αφιερωμένος στην υπόθεση της αλλαγής της κοινωνίας. Αν ο Τρότσκι ξεχώριζε για κάτι ήταν ότι προσπαθούσε να εκπαιδεύσει και να οργανώσει αγωνιστές για να μπορέσουν να επανδρώσουν τις γραμμές ενός καινούριου παγκόσμιου επαναστατικού στρατού, ο οποίος θα συνέχιζε τον αγώνα.

Ο Τρότσκι ήταν μια μεγαλοφυία, καθώς προσπαθούσε συνεχώς να μεταφράσει σε θεωρία όσα έβλεπε να συμβαίνουν γύρω του. Για παράδειγμα στην εποχή του ήταν πολύ διαδεδομένη η αντίληψη ότι μια καθυστερημένη καπιταλιστικά χώρα σαν τη Ρωσία βλέπει το μέλλον της σε μία ανεπτυγμένη καπιταλιστικά κοινωνία όπως π.χ η Αγγλία ή οι Η.Π.Α. Ο Τρότσκι συνειδητοποίησε ότι παρόλα αυτά πουθενά αλλού η εργατική τάξη δεν ήταν τόσο συγκεντρωποιημένη όσο στη Ρωσία. Τα εργοστάσια του Πουτίλοφ με 40 χιλιάδες εργάτες δεν υπήρχε σε κανένα άλλο καπιταλιστικό κράτος στο κόσμο. Επίσης οι συνθήκες παράνομης δράσης των συνδικάτων και της Αριστεράς στη Ρωσία είχε πολύ διαφορετικά αποτελέσματα απ’ ότι στη Δύση. Από εδώ οδηγήθηκε ο Τρότσκι να θεμελιώσει τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης η οποία υποστήριζε ότι σε καθυστερημένες χώρες σαν τη Ρωσία η επανάσταση μπορεί να πάρει σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά και να επιβιώσει αν επεκταθεί σε προηγμένες καπιταλιστικά χώρες.

Την περίοδο των μεγάλων διώξεων στη Σοβιετική Ένωση ο Τρότσκι δήλωνε: αν τίποτα δεν μπορούμε να καταφέρουμε, τουλάχιστον ας παραδώσουμε στις επόμενες γενιές μια ακηλίδωτη σημαία. Αυτό έγινε. Ο Τροτσκισμός δεν έχει να χρεωθεί τις προδοσίες, τις ήττες και τις καταστροφές που έφερε στο εργατικό κίνημα ο σταλινισμός και η σοσιαλδημοκρατία. Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Δε θα μπορούσα να στοιχηματίσω ότι ο Σύριζα στον οποίο ανήκω δε θα προδώσει τις αρχές αυτές όταν έρθει στην εξουσία, μάλιστα για να κάνω πιο πρακτική τη δράση μου μέσα σε αυτόν θεωρώ δεδομένο ότι θα το κάνει.

Αυτή τη στιγμή όμως, για το μεγαλύτερο κομμάτι της εργατικής τάξης δεν είναι πολιτικό εργαλείο οργανώσεις όπως το Ξεκίνημα, το Κόκκινο ή ακόμα και το ΚΚΕ, αλλά ο Σύριζα. Όποιος μιλάει για επανάσταση σήμερα και καταλαβαίνει τις τεράστιες τεκτονικές αλλαγές τις οποίες υφίσταται ο καπιταλισμός δεν έχει κανένα δικαίωμα να κοιτάει την πυρκαγιά από το μπαλκόνι αλλά πρέπει να πάρει μέρος στη μάχη. Ακόμα και αν αποτύχει ο Σύριζα, η δράση εντός του οφείλει να εκπαιδεύσει νέους ανθρώπους ώστε να αντιμετωπίσουν τόσο τις ρεφορμιστικές ιδέες όσο και τις τεράστιες δυσκολίες που προκύπτουν από την τρομακτική κρίση του καπιταλισμού.

Περικλής Παυλίδης: Ειπώθηκε από τον πρώτο ομιλητή ότι η θεωρία είναι ζήτημα πράξης. Πράγματι έτσι είναι, αλλά όταν η θεωρία δεν υπηρετεί την πράξη σημαίνει ότι είναι κακή θεωρία.

Θα καταπιαστώ κριτικά με τον Τροτσκισμό από τη σκοπιά της ανάδειξης των κρίσιμων και ανοικτών θεμάτων για την προσέγγιση του σοσιαλισμού.

«Το κράτος σαν γραφειοκρατικός μηχανισμός αρχίζει να σβήνει από την πρώτη μέρα της προλεταριακής δικτατορίας», «ένα σοσιαλιστικό κράτος, ακόμα και στην Αμερική, στη βάση του πιο προχωρημένου καπιταλισμού, δε θα μπορούσε άμεσα να προμηθεύει στον καθένα όλα όσα χρειάζεται και έτσι θα ήταν υποχρεωμένο να σπρώχνει τον καθένα να παράγει όσο το δυνατόν περισσότερα», «όπως η λάμπα βγάζει την πιο ζωηρή φλόγα πριν σβήσει, έτσι και το κράτος παίρνει τη μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου πριν εξαφανιστεί, δηλαδή την πιο ανελέητη μορφή κράτους που υπάρχει». Ο ίδιος άνθρωπος έχει κάνει αυτές τις εξόχως αντιφατικές δηλώσεις, έτσι είναι όλο το έργο του Τρότσκι.

Οι αντιφάσεις αυτές δεν είναι πρωτότυπες. Είναι παρόμοιες οι αντιφάσεις στο έργο όλων των μεγάλων ηγετών των πρώτων σοσιαλιστικών εγχειρημάτων του προηγούμενου αιώνα (Λένιν, Μάο, Στάλιν) και δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, καθώς δεν υπήρχε η παραμικρή δυνατότητα αναστοχασμού αυτής της νέας κατάστασης. Ο 20ος αιώνας ανέδειξε όχι μόνο την ανεπάρκεια των ηγετών του αλλά την αναπόδραστη ανεπάρκεια του κεκτημένου του Μαρξ. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν οι πρωταγωνιστές του σοσιαλισμού ήταν να διακρίνουν κάποιες πολύ γενικές, σχεδόν αφοριστικές επισημάνσεις που αφορούσαν σε ένα πολύ μακρινό τέλος.

Από τους μεγάλους του σοσιαλισμού θεωρώ ότι μόνο ο Λένιν είχε στοιχεία θεωρητικής σκέψης. Θα εστιάσω στα σημεία στη σκέψη του Τρότσκι τα οποία θεωρώ προβληματικά σε σχέση με τη θεωρία του σοσιαλισμού.

Στο ερώτημα τι είναι ο σοσιαλισμός, ο Τρότσκι δεν απάντησε αλλά ουσιαστικά ταύτισε το σοσιαλισμό με τον κομμουνισμό. Ο Τρότσκι παραγνωρίζει τις οξυδερκείς επισημάνσεις του Μαρξ για το σοσιαλισμό ως αντιφατική κοινωνία και προσπαθεί να ξεπεράσει τις αντιφάσεις επινοώντας ένα μεταβατικό στάδιο στο οποίο δεν μπορείς να προσδιορίσεις τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας (ύπαρξη τάξεων, θέση γραφειοκρατίας κτλ.).

Έχω τη γνώμη ότι ο Τρότσκι δεν ασχολήθηκε ποτέ σοβαρά με το Κεφάλαιο. Ποιες είναι οι υλικές προϋποθέσεις του σοσιαλισμού; Το καλύτερο που μπορεί να πει ο Τρότσκι είναι ότι αυτές βρίσκονται στον πιο ανεπτυγμένο καπιταλισμό. Ποιοτικός προσδιορισμός δεν υπάρχει στον Τρότσκι.

Με βάση λοιπόν αυτές τις αντιλήψεις του ο Τρότσκι προτάσσει, στην κριτική του προς το Σοβιετικό καθεστώς το ζήτημα της γραφειοκρατίας. Έχει θεωρία ο Τρότσκι για τη γραφειοκρατία; Όχι, έχει αποσπασματικές δηλώσεις πολύ αντιφατικές μεταξύ τους. Για να εξηγήσει ο Τρότσκι τη γραφειοκρατία καταφεύγει στην «κόπωση και την απογοήτευση των μαζών». Αυτή η προσέγγιση παραπέμπει σε μία συγκυριακή κατάσταση. Η άνιση κατανομή του παραγόμενου προϊόντος είναι η πιο βαθιά ανάλυση του Τρότσκι για την ύπαρξη της γραφειοκρατίας. Όμως και σε αυτό το σημείο παλινδρομεί, όταν αναφέρεται στην ανάγκη για αντιγραφειοκρατική επανάσταση. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι: θα καταργούσε άραγε η αντιγραφειοκρατική επανάσταση το ζήτημα της έλλειψης αγαθών; Δε θα γεννούσε άραγε η κοινωνία τις ίδιες ακριβώς σχέσεις ακόμα και η αντιγραφειοκρατική επανάσταση ήταν νικηφόρα; Η αντίληψη του Τρότσκι εδώ είναι και πάλι βουλησιαρχική, αφού απέτυχε να δει τη γραφειοκρατία ως οργανικό κομμάτι της εργασίας και της παραγωγής. Όταν ο άνθρωπος παραμένει φυσικός συντελεστής της εργασίας μπορεί άραγε να καταργηθεί η διεύθυνση ανθρώπου από άνθρωπο; Η γραφειοκρατία αφορά μια μεγάλη περίοδο αλλαγής του χαρακτήρα της εργασίας.

Η σοσιαλιστική σκέψη στον 20ο αιώνα είναι δηλωτική της δραματικής προσπάθειας να ανιχνευθεί σε πιο επίπεδο στις συνθήκες του 20ου αιώνα ήταν εφικτή η κομμουνιστική αλλαγή της κοινωνίας. Η συνειδητοποίηση των ορίων ήταν δραματική αλλά από την άλλη όλος ο 20ος αιώνας είχε όρια. Αυτό δεν αφορούσε μόνο τη Ρωσία αλλά ακόμα και τις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Τα φαινόμενα που παρατηρήσαμε στη Σοβιετική Ένωση είναι αναπόδραστα για όλη την κλίμακα του 20ου αιώνα.

Με βάση αυτές τις επισημάνσεις πρέπει να δούμε το έργο του Τρότσκι και των πρώτων ανθρώπων που ως πολιτικά υποκείμενα προσπάθησαν να αλλάξουν την κοινωνία καθώς και του περιορισμούς που είχαν. Νομίζω ότι η εμβέλεια αυτής της επανεξέτασης και αυτού του αναστοχασμού στο έργο αυτών των πρωταγωνιστών εκτείνεται και στο έργο του Μαρξ. Ο ίδιος ο 20ος αιώνα ανέδειξε το αναπόδραστο κενό στη σκέψη του Μαρξ.

Παναγιώτης Βογιατζής: Πρέπει να αποφασίσουμε πρώτα από όλα αν η κοινωνία μας μπορεί να δεχτεί το σοσιαλισμό. Οτιδήποτε έχει ειπωθεί στην ανάλυση του Τρότσκι (ακόμα και του Λένιν) ξεκινούσε από μία συγκεκριμένη αφετηρία: η Ρωσία μετά τον εμφύλιο (1921) είναι μια κατεστραμμένη κοινωνία. Η παραγωγή είχε πέσει στο ένα όγδοο της παραγωγής που είχε το 1913, πριν δηλαδή ξεσπάσει ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Μέσα σε αυτό το κλίμα ο Τρότσκι, ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι προσπαθούν να διατυπώσουν τη θεωρία τους.

Διεύθυνση ανθρώπου από άνθρωπο θα υπάρχει πάντα με την έννοια της πραγματοποίησης μιας εργασίας με συγκεκριμένο τρόπο. Η κομμουνιστική θεωρία μας λέει ότι όλη η κοινωνία θα μπορεί να παίξει το ρόλο του ελεγκτή αυτής της διαδικασίας μέσω της συνεχής εναλλαγής ρόλων και της ανακλητότητας.

Ακόμα και ο Λένιν στο «Κράτος και επανάσταση» διατυπώνει την άποψη ότι μετά την επανάσταση θα υπάρχει κράτος το οποίο όμως αρχίζει να σβήνει.

Η επανάσταση είναι η πιο πολύπλοκη κοινωνική διαδικασία. Αν κάτι πρέπει να κρατήσουμε από το μαρξισμό σαν βάση, αυτό είναι η δυναμική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η κοινωνία και κατ’ επέκταση η επανάσταση. Μέσα σε αυτή τη δυναμική κατάσταση πρέπει να μάθουμε να σκεφτόμαστε, να μελετάμε, να αμφισβητούμε και να τροποποιούμε τη θεωρία μας.

Χάρης Παπαδόπουλος: Ο Μαρξ μελετούσε την πραγματική κίνηση της εργατικής τάξης. Για παράδειγμα η θεωρία του για τη δικτατορία του προλεταριάτου προήλθε από την πείρα της Παρισινής Κομμούνας. Το ίδιο έκανε και ο Τρότσκι. Ήταν ένας μεγάλος θεωρητικός γιατί κατάφερνε να παίρνει μαθήματα από το ζωντανό εργατικό κίνημα.

Το βιβλίο του Τρότσκι «η προδομένη επανάσταση» είναι η πρώτη σοβαρή μαρξιστική ανάλυση γύρω από το ζήτημα της ανόδου της γραφειοκρατίας στην Ρωσία και την υποχώρηση της επανάστασης και μάλιστα τη στιγμή που των γεγονότων. Για αυτό αξίζει κατά τη γνώμη μου περισσότερο από οποιαδήποτε εκ των υστέρων προσπάθεια αναζήτησης αντιφάσεων και προβληματικών.

Περικλής Παυλίδης: Δε θα περίμενα από ανθρώπους που ανήκουν στο τροτσκιστικό στρατόπεδο να δουν τον Τρότσκι αναστοχαστικά. Αναφέρθηκα στα θεμέλια της τροτσκιστικής σκέψης. Η ατέρμονη περιγραφή και ένα ανερμάτιστο συμπέρασμα δεν είναι σοσιαλιστική θεωρία.

Ο Τρότσκι δε λέει κάτι καινούριο για τη γραφειοκρατία. Ο Λένιν αναφέρει ότι ήδη από το ’18 η Ρωσία είναι γραφειοκρατικοποιημένη. Λέει ο Λένιν το 1921: «Η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας θα απαιτήσει δεκαετίες. Θα είναι μία πάλη πολύ δύσκολη και όποιος πει ότι θα απαλλαγούμε αμέσως από τη γραφειοκρατία, είναι απλά ένας αγύρτης που του αρέσουν τα ωραία λόγια. Μπορεί να διώξει κανείς τον Τσάρο, να διώξει τους τσιφλικάδες και τους καπιταλιστές, δεν μπορείς όμως να εξαλείψεις τη γραφειοκρατία σε μία αγροτική χώρα, ούτε καν από μια βιομηχανικά ανεπτυγμένη καπιταλιστικά χώρα, παρά μόνο με αργή επίμονη δουλειά». Η σημασία που έχει αυτό το απόσπασμα είναι να δούμε τι θα προκύψει σε περίπτωση που επιδιώξουμε ένα παρόμοιο εγχείρημα. Το άλλοθι ότι η επανάσταση είναι μια ζωντανή διαδικασία δεν μπορούμε να το έχουμε. Μπορούμε πλέον να διαπιστώσουμε τι αναπόδραστα θα προκύψει σε μία μελλοντική εκμηχανισμένη και όχι αυτοματοποιημένη σοσιαλιστική κοινωνία. Για τη μετάβαση από τη διεύθυνση ανθρώπου από άνθρωπο στη διεύθυνση πραγμάτων από ανθρώπους μίλησε ο Μαρξ και αυτό νομίζω πρέπει να δούμε με ποιο τρόπο μπορεί να καταστεί εφικτό. Η επίτευξη αυτού του στόχου σημαίνει κίνηση προς τον κομμουνισμό.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Στις εισηγήσεις των ομιλητών φάνηκε μια προσπάθεια να τονιστεί είτε θετικά είτε αρνητικά μια ενότητα της τροτσκιστικής θεωρίας. Αυτό μπορεί να είναι θεμιτό στα πλαίσια μιας εισήγησης ωστόσο πολλές από τις ιδέες και τις πρακτικές που εφάρμοσε ο Τρότσκι δεν ήταν υπεριστορικές αλήθειες. Οι ιδέες για ενιαίο μέτωπο, διαρκή επανάσταση και μεταβατικό πρόγραμμα δεν υπήρχαν πάντα στον Τρότσκι.

Αναφέρθηκε το ξέσπασμα προλεταριακών επαναστάσεων μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο και τονίστηκε η έλλειψη αντικειμενικών συνθηκών δηλαδή το κόμμα. Ταυτίζεται η ύπαρξη του υποκειμενικού παράγοντα με την ύπαρξη τροτσκιστικών κομμάτων; Ακόμα και αν πούμε ότι υπήρξαν νικηφόρες προλεταριακές επαναστάσεις, είχαν αυτές τροτσκιστικό υπόβαθρο;

Παναγιώτης Βογιατζής: Πρώτα απ’ όλα ένα σχόλιο. Ο Λένιν μίλησε για γραφειοκρατία ήδη από το 1918, σε αυτό θα συμφωνούσα με τον Περικλή. Θέλω όμως να τονίσω ότι είναι άλλο πράγμα η γραφειοκρατία το 1920 και άλλο το 1936. Μεταξύ 1920 και 1936 η παραγωγή, έστω και με ένα στρεβλό  τρόπο είχε αυξηθεί 20 φορές. Είμαι σίγουρος ότι αν ο Λένιν ζούσε το 1936 θα μιλούσε με πολύ διαφορετικό τρόπο για τη γραφειοκρατία.

Τόνισα ότι υπήρχε έλλειψη επαναστατικών κομμάτων. Για παράδειγμα στην Ελλάδα είχαμε το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ αν και επαναστατικό κόμμα δεν έκανε την επανάσταση αλλά την πρόδωσε. Ένα επαναστατικό κόμμα π.χ. οι μπολσεβίκοι αν υπήρχαν το ’44 δε θα έφερνε το ίδιο καταστροφικό αποτέλεσμα. Δε θα οδηγούνταν σε λάθη όπως τα Δεκεμβριανά ή όπως η Βάρκιζα, αλλά θα έκανε την προλεταριακή επανάσταση. Η επανάσταση σημαίνει τη μεταφορά δύναμης από το στρατόπεδο της αστικής τάξης στο στρατόπεδο των εργαζομένων.

Χάρη, ενώ είπες ότι ο τροτσκισμός μας επιτρέπει να δούμε πως είναι σήμερα τα πράγματα και άρα είναι επίκαιρος, εντούτοις όλη η τοποθέτησή σου βασίστηκε στην αντίθεση του τροτσκισμού με το σταλινισμό. Πρέπει σήμερα να τονιστεί αυτή η αντίθεση; Στη σημερινή της φάση η Αριστερά συζητάει για τον τροτσκισμό και το σταλινισμό και πρέπει εμείς να πάρουμε το μέρος του ενός ή του άλλου; Είναι διακύβευμα ο σοσιαλισμός σήμερα;

Χάρης Παπαδόπουλος: Αν αυτή τη στιγμή, με την τρομερή καταστροφή που υπάρχει η Αριστερά δε μιλήσει για σοσιαλισμό και για την ανάγκη οι εργαζόμενοι να πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους, τότε πολύ φοβάμαι ότι μετά από μερικά χρόνια η Αριστερά θα είναι απλά μια υποσημείωση σε διδακτορικές εργασίες. Όλη η κοινωνία θα έχει κατρακυλήσει στη βαρβαρότητα. Αυτή η στιγμή δεν είναι τυχαία. Στη Ευρώπη της κρίσης ο φασισμός σαν φαινόμενο επανέρχεται. Αν δε μιλήσει τώρα η Αριστερά για αυτά τα πράγματα τότε δεν έχει κανένα νόημα η Αριστερά. Ζούμε σε στιγμές εξαιρετικά σημαντικές.

Μία ερώτηση για τον Παυλίδη. Μίλησες για το αναπόφευκτο της ύπαρξης γραφειοκρατίας τον 20ο αιώνα. Η πορεία της σοσιαλιστικής θεωρίας είπες είχε όρια. Σήμερα θεωρείς ότι αυτό έχει ξεπεραστεί; Οι προϋποθέσεις για θεωρία είναι καλύτερες και τι είναι αυτό που έχει δημιουργήσει αυτές τις προϋποθέσεις;

Περικλής Παυλίδης: Στις συνθήκες του 20ου αιώνα η Σοβιετική Ένωση είναι ένα τυπικό παράδειγμα. Αυτό θα συνέβαινε και σε καπιταλιστικές χώρες γιατί όσο η πλειονότητα των ανθρώπων ως χειρώνακτων εργαζομένων, δηλαδή αντιπροσώπων της αρχέγονης μορφής εργασίας  διατηρείται, δεν υπάρχει η δυνατότητα για εποπτική αντίληψη της εργασίας από αυτό τον τύπο των εργαζομένων. Αυτό δεν είναι μομφή αλλά ανάλυση ενός σταδίου της ανθρωπότητας.

Δεν μπορούμε ακόμα και σήμερα στη μεταφορντική και μεταβιομηχανική κοινωνία όπως λένε κάποιοι να φανταστούμε μία κοινωνία πλήρως απαλλαγμένη από τη γραφειοκρατία ακόμα και μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτό θα ήταν μια αυταπάτη. Ωστόσο σήμερα μπορούμε να θέσουμε καλύτερα τους όρους για την απελευθέρωση της εργασίας και τη συρρίκνωση της γραφειοκρατίας. Αυτό βέβαια προϋποθέτει από τη μεριά μας να θέσουμε το ζήτημα της εργασίας καθώς και των εμπορευματικών χρηματικών σχέσεων. Τα πρώτα στοιχεία της αυτοματοποίησης στην παραγωγή, π.χ. με την εμφάνιση της υδροπονίας και της αεροπονίας, η διαδικασία ελέγχου των ίδιων των οργανισμών, η οργάνωση σε επίπεδο παραγωγής, οι σχέσεις μεταξύ των επιχειρήσεων, η αυτοματοποίηση της παρατήρησης και η διαχείριση-έλεγχος  των πληροφοριών μας ενδιαφέρουν μιας και στο κέντρο της σοσιαλιστικής κοινωνίας είναι η έξοδος του ανθρώπου από την εργασία. Η διατήρηση του χειρώνακτα εργάτη σημαίνει ότι δεν υπάρχει προοπτική για την ανθρωπότητα.

Χάρης Παπαδόπουλος: Εποπτικός έλεγχος θα σήμαινε οι εργαζόμενοι να δίνουν αναφορά σε συνελεύσεις εργαζομένων και όχι σε κάθε αφεντικό τους καπιταλιστή. Η εμπειρία των εργαζομένων μέσα στην κοινωνία είναι διπλή: η μία είναι η σκληρή εμπειρία της πραγματικότητας με τις δύσκολες συνθήκες εργασίας και η δεύτερη είναι η στιγμή του αγώνα όπου τα οι εργαζόμενοι συζητούν και οργανώνονται. Όταν η δεύτερη εμπειρία μαζικοποιηθεί και απειλήσει την εξουσία μπορεί να αποτελέσει το έμβρυο μιας άλλης κοινωνίας.

Παναγιώτης Βογιατζής: Σήμερα οι άνθρωποι δουλεύουν 8 ή και παραπάνω ώρες, σε άθλιες συνθήκες και για κάποιους άλλους. Τα επίπεδα παραγωγής έχουν αυξηθεί δραματικά και το ζήτημα είναι πως παραγωγή θα ελεγχθεί προς το συμφέρον της κοινωνίας. Σε συνθήκες με λιγότερες ώρες εργασίας, με καλύτερες συνθήκες όπου οι άνθρωποι θα εργάζονται και θα παράγουν χρήσιμα αντικείμενα δε θα ήταν καθόλου παράξενο οι άνθρωποι να απορροφούν περισσότερες δεξιότητες και να δημιουργήσουν μία καλύτερη κοινωνία.

Ο τροτσκισμός παρόλη τη σχέση του και καταγωγή του από το αντικείμενο κριτικής του δηλαδή το σταλινισμό στηρίζεται σε κάτι πολύ σημαντικό που είναι η έννοια της διαρκούς επανάστασης. Αυτήν η έννοια δεν αναφέρεται σε μία συνεχιζόμενη επανάσταση που κάνουν οι επαναστάτες αλλά στο ότι ο κόσμος είναι ενιαίος και μέσα σε αυτόν υπάρχει το φαινόμενο της επανάστασης. Με αυτή την έννοια είναι το ίδιο πράγμα η επανάσταση σαν κοινωνική διαδικασία και η επαναστατική πολιτική;

Έχει όρια το ενιαίο μέτωπο και από πού προκύπτουν; Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι Μπολσεβίκοι ήταν διασπαστικοί από το Φεβρουάριο έως τον Οκτώβριο του ’17; Θα μπορούσε σήμερα ένα αντιμνημονιακό μέτωπο να περιλαμβάνει και δεξιά ή ακροδεξιά στοιχεία αφού υπάρχει ένα είδους αντιμνημονιακός λόγος και από αυτούς. ; Με ποιο τρόπο η συγκεκριμένη τακτική του ενιαίου μετώπου μας φέρνει πιο κοντά στην ιδέα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας; Σε ποιες συνθήκες μπορούμε να πούμε ότι ξεπερνάμε αυτή την ιδέα του ενιαίου μετώπου μπροστά στην ιδέα για κατάληψη της εξουσίας;

Παναγιώτης Βογιατζής: Οι μπολσεβίκοι από το Φεβρουάριο ως το Νοέμβριο του 1917 ακολούθησαν την τακτική του ενιαίου μετώπου. Το βασικό τους σύνθημα ήταν «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» αλλά στα Σοβιέτ την υπεροχή είχαν οι ιδεολογικοί τους αντίπαλοι. Στο πραξικόπημα του Κορνίλοφ τον Αύγουστο του ’17 οι μπολσεβίκοι παίρνουν θέση υποστήριξης της προσωρινής κυβέρνησης του Κερένσκυ, η οποία είχε φυλακίσει τους Μπολσεβίκους, ενάντια στην επιστροφή του τσαρισμού. Αυτό είναι το πιο καθαρό παράδειγμα ενιαίου μετώπου στην ιστορία! Όταν οι Μπολσεβίκοι παίρνουν την καθαρή πλειοψηφία στα Σοβιέτ τότε η τακτική τους αλλάζει και δίνουν το σύνθημα για την εξέγερση. Το ενιαίο μέτωπο πρέπει να το ακολουθούμε μέχρι να είμαστε ένα βήμα πριν την κατάληψη της κεντρικής εξουσίας. Ακόμα και στην μετεπαναστατική κυβέρνηση συμμετείχαν αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες.

Η δικτατορία του προλεταριάτου εξαντλείται απλώς στην εκδίωξη των αστών ή υπάρχει ένα είδους αυταρχισμού και στο σοσιαλισμό; Αν υπάρχει ποιος τον ασκεί και έναντι ποιου;

Χάρης Παπαδόπουλος: Όταν μιλάμε για δικτατορία του προλεταριάτου δεν εννοούμε τη μορφή αλλά μια έκφραση που αντιστοιχεί σε ένα περιεχόμενο. Δικτατορία του προλεταριάτου ή της αστικής τάξης σημαίνει ποια τάξη έχει την εξουσία. Είναι δύσκολο να καταλάβουμε την έννοια του αυταρχισμού σε συνθήκες τρομακτικού πολέμου όπως στη Ρωσία. Η ρωσική επανάσταση είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα σε εξαιρετικά κακές συνθήκες. Δεν νομίζω ότι ο αυταρχισμός που μπορεί να έχει σήμερα μια δικτατορία του προλεταριάτου θα ήταν ίδιος με αυτόν στη Ρωσία.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι η αντιγραφειοκρατική επανάσταση έτσι όπως τέθηκε από τον Τρότσκι δε θα έλυνε το πρόβλημα της γραφειοκρατίας, παρόλα αυτά επειδή θα έδινε μια νέα ώθηση στο διεθνές επαναστατικό κίνημα και θα μπορούσε το πρόβλημα της γραφειοκρατίας να τεθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να αντιμετωπιστεί από το διεθνές κίνημα. Αν δεχτούμε ότι η ανάγκη διεύθυνσης προκύπτει από το επίπεδο της παραγωγής τους όρους εργασίας αυτό θα ήταν αποδεκτό, ωστόσο δεν εξηγεί επαρκώς το φαινόμενο της ανάδειξης ενός στρώματος με συγκεκριμένη διαδικασία τη διεύθυνση της παραγωγής.

Περικλής Παυλίδης: Ο ίδιος ο Τρότσκι θεωρεί ότι η γραφειοκρατία μπορεί με πολιτικά μέσα να ανατραπεί. Όμως η επανάσταση τον 20ο αιώνα πήρε το δρόμο της ανεξάρτητα από το τι ήθελε η Μόσχα. Τις επαναστάσεις τις γεννά ολόκληρη η κοινωνία, δεν τις ορίζει καμία Μόσχα. Ακόμα και αν γίνονταν όλες αυτές οι επαναστάσεις δε θα εξαλείφονταν η γραφειοκρατία, η έλλειψη αγαθών αλλά και η δομή της εργασίας.

Σε σχέση με τη δημιουργία ενός στρώματος διευθυντών, όπως συνέβη στη Σοβιετική Ένωση: η γραφειοκρατία δεν γεννιέται από κάποιον αλλά γεννιέται de facto και αυθόρμητα. Στη Σοβιετική Ένωση υπήρχε η δυνατότητα για κάποιον εργάτη να γίνει διευθυντής χωρίς να είναι τελείως αποξενωμένος από τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Υπήρχαν επίσης πολλά ενδιάμεσα στρώματα που ασχολούνται με ποικίλες διευθυντικές δραστηριότητες μέσα στο εργοστάσιο και σε διάφορους άλλους υποστηρικτικούς τομείς.

Το δίλημμα για την ανθρωπότητα με βάση τις τεχνολογικές δυνατότητες είναι ορατό πια: ή κοινωνία των ελεύθερων, δημιουργικών δραστηριοτήτων του ανθρώπου ή κοινωνία της περιθωριοποίησης και της ανεργίας.

 

Ακούστε τη ηχογράφηση της εκδήλωσης εδώ: 

5/11/2014- νέο κτίριο Φιλοσοφικής Α.Π.Θ.

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Αφότου οι Ναζί ανέβηκαν στην εξουσία ογδόντα χρόνια πριν, ο αντιφασισμός αποτελεί  αναπόσταστο κομμάτι της αριστερής πολιτικής. Ο αγώνας ενάντια στους φασίστες και τους Ναζί είναι ηθικά αυταπόδεικτος, με αποτέλεσμα ο πολιτικός αντιφασισμός να είναι εξίσου αυταπόδεικτος. Εντούτοις σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους η πολιτική του αντιφασισμού ήταν εντελώς διαφορετική· γενικότερα, η συμβολή του αντιφασισμού στη διαμόρφωση της αριστερής πολιτικής είχε διαφορετική σημασία. Παρόλα αυτά, ο αντιφασισμός σήμερα εξακολουθεί να εγείρει αντικαπιταλιστικές αξιώσεις. Πού στηρίζεται αυτή η παραδοχή; Τι ήταν ο αντιφασισμός και πώς έχει αλλάξει; Με ποιο τρόπο μπορούμε μέσω της έννοιας του αντιφασισμού να συλλάβουμε καλύτερα την παρελθούσα και σύγχρονη πραγματικότητα; Ποια είναι η σημασία του αντιφασισμού σήμερα δεδομένης της απουσίας του φασιστικού μαζικού κινήματος; Η συζήτηση επικεντρώνεται στην ιστορική και πολιτική σημασία του αντιφασισμού προκειμένου να φωτίσει τα σημερινά προβλήματα της αριστερής πολιτικής.

Γιατί αναδύθηκε/αναδύεται ο φασισμός; Ποιες είναι οι ρίζες και η δυναμική της αυξημένης αυταρχικότητας που εκφράζεται/εκφράστηκε στον φασισμό; Εξακολουθεί να υπάρχει αυτή η αιτία; Πώς μπορεί να καταπολεμηθεί ο φασισμός;

Ο Μαρξ αναγνώρισε στο φαινόμενο του Βοναπαρτισμού -μετά το 1848- την αυταρχική απάντηση στην ήττα της εργατικής επανάστασης. Μέχρι ποιο βαθμό μπορεί ο φασισμός του '20 και του '30 να εξηγηθεί με αυτούς του όρους; Υπάρχει σύνδεση μεταξύ της ανόδου των Ναζί και της αποτυχίας της επανάστασης την περίοδο 1917-1919;

Ποιες τάξεις και κοινωνικά στρώματα κινητοποιεί ο φασισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός και γιατί; Σε ποιες συγκεκριμένες ανάγκες και φόβους απαντά το φασιστικό «κίνημα»; Γιατί κατέστη δυνατότερο από τους κομμουνιστές και τους σοσιαλδημοκράτες τη δεκαετία του '30;

Τι ενοποιεί την πολιτική του αντιφασισμού εκκινώντας από τη δεκαετία του '30, τα κινήματα του '60, τις δεκαετίες του '80 και του '90 μέχρι σήμερα; Δεδομένης της απουσίας ενός απροκάλυπτου φασισμού, τι εκφράζει αυτή η συνέχεια του αντιφασιστικού αγώνα; Μπορεί ο αντιφασισμός σήμερα, και αν ναι πώς, να κατανοηθεί ως συνέχεια του αντιφασισμού του ’30; Τι διαφοροποιεί τα διάφορα είδη αντιφασισμού ως προς τη ριζοσπαστικότητα την οποία  θέλουν να εκφράσουν;

Τι ακριβώς σημαίνει ο φασισμός σήμερα; Πώς διαφοροποιείται από τη μορφή που πήρε στον μεσοπόλεμο; Πώς ερμηνεύετε τον παραλληλισμό της σημερινής Ελλάδας με τη δημοκρατία της Βαϊμάρης; Μπορεί να υπάρξει αναβίωση του φασισμού με αυτήν την έννοια;

Ποιος είναι ο στόχος του αντιφασιστικού αγώνα σήμερα; Ποια είναι η σχέση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής του αντιφασισμού; Μας βοηθάει ο αντιφασισμός σήμερα να κατανοήσουμε την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα και να την αλλάξουμε; Αν ναι, πώς;

Iστορικά, δυνάμεις που σχετίζονταν με τη Δεξιά/το κατεστημένο υποστήριξαν την ανάγκη για αντιφασιστική κοινή δράση (Σύμμαχοι εναντίον Χίτλερ). Στην Ελλάδα σήμερα η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι κάνει το ίδιο διώκοντας τη Χρυσή Αυγή. Υπάρχει αντιφασισμός από μια δεξιά προοπτική;

Ομιλητές

Κατερίνα Κλείτσα: οργάνωση Ξεκίνημα

Μάριος Εμμανουηλίδης

Θωμάς: Αντιφασιστικό Πυρήνας Θεσσαλονίκης (ACT)

Αντώνης Γαζάκης: μέλος Αντιφασιστικής Συνέλευσης Αλληλεγγύης

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Κατερίνα Κλείτσα: Το ερώτημα γιατί αναδύεται ο φασισμός σχετίζεται με τις κοινωνικές συνθήκες σε κάθε εποχή. Ένα μεγάλο κομμάτι των μεσαίων στρωμάτων καταστράφηκε με γρήγορο ρυθμό εντός της κρίσης και αναζητά γρήγορες και άμεσες λύσεις. Εκφράζει επίσης την οργή εξαιτίας των ανισοτήτων του συστήματος.

Αρκεί όμως η οικονομική κρίση για να γεννηθεί ο φασισμός; Στην Ιρλανδία για παράδειγμα ενώ οι οικονομικές συνθήκες μοιάζουν με της Ελλάδας (μνημόνια, λιτότητα) δεν υπάρχει η δεύτερη προϋπόθεση που είναι η πολιτική κρίση.

Αναγνωρίζοντας τις συνθήκες που γεννούν το φασισμό οδηγούμαστε στην  επιλογή των συμμάχων εναντίον του. Πρώτα όμως πρέπει να δούμε πως αντιμετωπίζουμε τον κόσμο που ψηφίζει φασιστικά και ναζιστικά κόμματα. Ένα κομμάτι του κόσμου αυτού είναι γαλουχημένο με τις φασιστικές ιδέες και θα ήταν μάταιο να προσπαθήσουμε να τους πείσουμε για κάτι. Το μεγαλύτερο όμως κομμάτι, παρότι συντηρητικό, έχει σημασία να προσεγγιστεί.

Το βασικό ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε δεν είναι αν κάποιος-α ξέρει ή όχι τι είναι ένα ναζιστικό κόμμα αλλά οι λόγοι που την-τον κάνουν να το ψηφίζει.

Τα ιστορικά παραδείγματα μας βοηθάν στην εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων. Το κομμουνιστικό κόμμα της Γερμανίας καθόλη τη δεκαετία του ’30 υποστήριζε ότι ο κύριος εχθρός είναι η ανάπτυξη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και αποκαλούσε τα μέλη και τους ψηφοφόρους του σοσιαλφασίστες. Η ίδια λανθασμένη πολιτική ακολουθήθηκε και στις εκλογές όπου η άρνηση του ΚΚΓ για συνεργασία «έστρωσε» το δρόμο για την εξουσία στο Χίτλερ.

Ένα μεγάλο μέρος της μαχητικής εργατικής τάξης πρόσκεινταν στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (υπήρχαν ακόμα και ένοπλες πολιτοφυλακές που επιτίθεντο σε φασίστες) και σε ένα ενδεχόμενο κάλεσμα για Αριστερή ενότητα εναντίον των φασιστών θα είχε μετακινηθεί πιο αριστερά.

Ο φασισμός είναι δομικό κομμάτι του συστήματος και με αυτή την έννοια πρέπει να είμαστε πάντα σε εγρήγορση. Πρέπει παρόλα αυτά να διακρίνουμε την απολυταρχική από τη φασιστική λογική. Η ασαφής διάκριση προκαλεί άμβλυνση των αντιφασιστικών αντανακλαστικών του κόσμου καθώς και σύγχυση γύρω από το τι αντιπροσωπεύει το κάθε κόμμα.

Σήμερα υπάρχουν φασίστες αλλά όχι φασιστικό κίνημα. Κάνοντας τον παραλληλισμό με τη Γερμανία του 1930 βρίσκουμε κοινά σε σχέση με τις συνθήκες ζωής και τις αντιφάσεις των εργαζομένων τότε και τώρα. Θα βρούμε όμως και μια πολύ μεγάλη διαφορά: η διαφορά είναι ότι για μας η μάχη δεν έχει ακόμα χαθεί και ότι ακόμα μπορούμε να χτίσουμε το αντιφασιστικό κίνημα.

Η εργατική τάξη σήμερα δεν έχει δώσει ακόμα τις μεγάλες της μάχες. Συνεπώς παράλληλα με την αντιφασιστική δράση οφείλουμε να ενισχύουμε τους κοινωνικούς εργατικούς αγώνες.

Η αντιφασιστική δράση κυρίως σε περιόδους ύφεσης του αντιφασιστικού κινήματος πρέπει να έχει χαρακτηριστικά όπως, το χτίσιμο βάσεων και αντιφασιστικών επιτροπών σε γειτονιές και εργασιακούς χώρους, η αντισυστημικότητα στο λόγο μας σε αντίθεση με τον ψευδή αντισυστημικό ρόλο των ναζιστικών-φασιστικών κομμάτων (της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα). Η δημιουργία ομάδων αυτοάμυνας που θα υπερασπίζονται την κοινωνία καθώς και η συνεργασία και αλληλεγγύη ανάμεσα στις αριστερές οργανώσεις και στις αναρχικές ομάδες είναι επίσης δύο σημαντικοί στόχοι.

Στον αγώνα ενάντια στην άνοδο του φασισμού ένα κομμάτι της αστικής τάξης μπορεί να θελήσει να συμμετέχει. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε τα κίνητρα και τις επιδιώξεις αυτού του κομματιού. Τα κίνητρα αυτά είναι η επιδίωξη των συμφερόντων για το μερίδιο αυτό της αστικής τάξης. Μελετώντας την ιστορία η αστική τάξη αντιλαμβάνεται ότι αν φασιστικά κόμμα έρθουν στην εξουσία μπορούν εύκολα να βγουν εκτός ελέγχου. Αυτό είναι προφανώς ενάντια στα συμφέροντα και στις επιδιώξεις τους σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.

Μάριος Εμμανουηλίδης: Ο φασισμός, με τις καθημερινές μύριες πτυχές του, είτε είναι πάντα εδώ κοντά μας, είτε είναι ένα χονδροειδές σκίτσο, ένας μηχανισμός ο οποίος είναι οριακά ενταγμένος στην κρατική στρατηγική. Αν ο μοναδικός αντιφασισμός ενάντια στην χονδροειδή αυτή τακτική είναι η μάχη, το θαρραλέο σώμα ενάντια στη φασιστική ατιμία, η μάχη εναντίον των καθημερινών μικρών φασισμών, των ενταγμένων στο κοινωνικό σώμα, είναι δύσκολη και διαρκής.

Ο φασισμός, ως η χονδροειδής πολιτική στρατηγική, είναι τώρα πλέον λειτουργικά άχρηστος για την πολιτική οικονομία της εξουσίας. Από τη άποψη της αντιφασιστικής δράσης αν κάτι έπρεπε να είχε γίνει, θα έπρεπε να είχε γίνει το φθινόπωρο του 2012 όταν η Χρυσή Αυγή κυριαρχούσε το κοινωνικό χώρο.  Αυτή η μάχη δε δόθηκε ποτέ. Αυτή η λειψή αντιφασιστική δράση ίσως σχετίζεται με την εδαφικοποίηση της εξέγερσης του 2011 στο Σύριζα και την ανάθεση ξανά στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς. Τώρα υπάρχει μια διαρκής μη μάχη, είναι η μάχη με το μετανεοφιλελευθερισμό.

Ποια ήταν η στρατηγική λειτουργία του φασισμού που κυβέρνησε την ελληνική κοινωνία το 2012; Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η σημασία της διερώτησης του φασιστικού φαινομένου.

Η κατανόηση του παρόντος σχετίζεται με μια αντιφατική διαδικασία αναδιάταξης των τρόπων εξουσίας για την επιβολή των νέων κανόνων ζωής. Στην κατανάλωση της θετικής συσχέτισης των ρατσιστικών πρακτικών του κράτους και της Χρυσής Αυγής εξίσου και στην παραγωγή ενός μετακρισιακού πληθυσμού εργασίας υποτιμημένης αξίας και πειθαρχημένης γενικής νόησης. Ένας πληθυσμός σε αντιστοίχιση με τις συνθήκες χρηματιστικοποίησης του καπιταλισμού.

Η Χρυσή Αυγή δεν αποτέλεσε αντίσταση στο σύστημα αλλά ούτε και δεκανίκι της εξουσίας. Η Χρυσή Αυγή προσέφερε την πρόταση θεραπείας μέσω φαρμακείας της κρίσης της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής και αποτέλεσε μια μηχανή αιχμαλώτισης και μετατροπής του πληθυσμού σε στοιχεία ενίσχυσης και επέκτασης του κυριαρχικού κράτους. Επίσης αιχμαλώτισε την ηθικολογική κριτική που ασκούσε ο πληθυσμός στο κράτος και στην κοινωνία. Με λίγα λόγια αποτέλεσε τον αποφασιστικό παράγοντα για την ήττα της εξέγερσης.

Αναζητώντας τη στρατηγική λειτουργία του φασισμού-ρατσισμού του καιρού μας αυτό συνεπάγεται 3 τουλάχιστον μεθοδολογικές δεσμεύσεις.

Η πρώτη είναι να αποφεύγουμε τον πειρασμό της αναλογίας και της συνέχειας. Αναφέρομαι στο δημοφιλή πειρασμό να αναζητούμε αναλογίες με την κρίση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης και στη  συνέχεια να εξάγουμε τα όποια πολιτικά συμπεράσματα. Η δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι ένας τόπος συνεχούς επιστροφής. Εδώ η Χρυσή Αυγή δεν επεδίωξε ούτε την άλωση του κρατικού μηχανισμού , ούτε την καταστροφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Η αναζήτηση αναλογιών, συνεχειών και καταγωγών είναι μια αδύναμη σκέψη. Η κατανόηση είναι μια διαδικασία κατανόησης διαφορών. Το ζήτημα είναι να αναζητήσουμε την διαφορά και αυτό που παρήγαγε τη δυναμική της Χρυσής Αυγής τώρα.

Η Χρυσή Αυγή όπως και ο Σύριζα αποτέλεσαν συμπτώματα της διαχείρισης της κρίσης, την αντίσταση του πληθυσμού σε αυτή την κρίση και την μεταστροφή των αφηγήσεων για την κρίση.

Η δεύτερη μέθοδος αφορά την έννοια της κατάστασης εξαίρεσης στον Αγκάμπεν.  Η έννοια προσέφερε στον αναρχικό χώρο μία αντιφασιστική θεωρία που δεν είχε, παρόλο που η αντιφασιστική του δράση ήταν αξιέπαινη. Η χρήση και κατάχρηση της θεωρίας της κατάστασης εξαίρεσης έγινε με δύο τρόπους: πρώτον είτε με την ανάγνωση «αυτό που ζούμε αποτελεί μία κατάσταση εξαίρεσης, με τον νόμο να παραμένει σε ισχύ» με παράγωγα πολιτικά συμπεράσματα είτε την καταφυγή στη συνταγματικότητα ή αναμονή της ισχύος του νόμου και δεύτερον με την ανάγνωση «τώρα βρισκόμαστε σε μία κατάσταση εξαίρεσης όπου στο κέντρο του δικαιικού συστήματος έχει εφαρμοστεί η ανομία» με πολιτικό συμπέρασμα τη βίαιη αντιπαράθεση με την εξουσία.

Ωστόσο η παρούσα συνθήκη δεν είναι μία κατάσταση εξαίρεσης αφού δεν πρόκειται για μία οντολογική υποταγή του πληθυσμού στη βιοπολιτική κυριαρχία αλλά για την αναγκαιότητα ενός αγώνα και τους κανόνες μιας στρατηγικής. Αυτό που ζούμε έχει να κάνει με τη θεμελίωση μίας νέας κανονιστικότητας.

Αν μας ενδιαφέρουν οι στρατηγικές των εξουσιών και αυτή είναι η τρίτη μεθοδολογική δέσμευση, δε μας ενδιαφέρει η αναζήτηση της διάβρωσης των κρατικών μηχανισμών από το φασιστικό χέρι. Ο φασισμός δεν είναι ο πραγματικός εχθρός και ο λόγος περί κρατικού αυταρχισμού κρύβει την ταυτόχρονη με την κυριαρχία κατάσταση μειωμένης κρατικής δύναμης. Ο φασισμός είναι μια δαπανηρή λειτουργία για την οικονομία της εξουσίας γιατί ο τρόμος δεν μπορεί ποτέ να είναι διαρκής.

Η ρατσιστική επιδρομή στους εξαθλιωμένους αποτέλεσε τον ακραίο δίαυλο των σημάτων εμπέδωσης του νέου καθεστώτος ζωής στο νόμιμο πληθυσμό. Η φασιστική απειλή αποτέλεσε ένα δίαυλο εισαγωγής σε 3 κύρια θεωρητικά πολιτικά αντικείμενα του καιρού, η ουσία του κακού που ζούμε, ο νόμος της διαδικασίας.

Το πρώτο είναι η κρίση του κράτους ως διαρκής κρίση διακυβέρνησης. Πλέον το κράτος θα αδυνατεί όχι μόνο να κατανοεί αλλά και να ελέγξει τις χρηματοροές καθώς αυτές αδιαφορούν πλέον για το κράτος και το παρακάμπτουν. Το δεύτερο αντικείμενο είναι ότι το πεδίο της οικονομίας έγινε αόρατο ακόμα και για το ίδιο το κεφάλαιο. Υπάρχει κρίση της αξιολόγησης της αξίας αλλά όχι και κρίση κερδοφορίας του κεφαλαίου. Το τελευταίο και πιο σημαντικό είναι η συνεχής κατάσταση του πληθυσμού σε κρίση και αξιολόγηση. Πρόκειται για τη νέα συνθήκη όπου κράτος, κεφάλαιο και πληθυσμός προσπαθούν διαρκώς να ξεφύγουν από το αναπάντεχο κακό, μία συνθήκη που ούτε το όνομα του νεοφιλελευθερισμού ούτε το όνομα του φασισμού αρκεί για να περιγράψει.

Θωμάς: Ο φασισμός αναδύθηκε ως αντιστάθμισμα στον κομμουνισμό σε περίοδο γενικευμένης κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, ως διέξοδος μέσω του επεκτατισμού , του ιμπεριαλισμού και της καταναγκαστικής εργασίας. Υπερασπιζόμενος τον μικροαστισμό, τις συντεχνίες και τα συμφέροντα της εθνικής εργατικής μάζας, μέσω συντηρητικών πολιτικών ο φασισμός εδραιώνει την πλήρη κυριαρχία της αστικής τάξης και του κεφαλαίου.

Ο φασισμός υπερεντατικοποιεί τις σχέσεις εκμετάλλευσης του πληθυσμού. Οι ρίζες του προέρχονται από την υλική και πνευματική φτώχεια και την εξαθλίωση που προκαλεί ο καπιταλισμός και οι κρίσεις του ενώ το δόγμα του είναι η καθαρότητα του έθνους. Με οδηγό τον άνδρα και λατρεία του την πατριαρχική πυρηνική οικογένεια οι φασίστες οικοδομούν μία άκρως συντηρητική κοινωνία.

Αναλύοντας ιδεολογικά, θεωρητικά και πρακτικά τις αιτίες που τον προκαλούν και λαμβάνοντας υπόψιν ότι προέρχεται από τον καπιταλισμό και τις καθημερινές λειτουργίες του, ο φασισμός καταπολεμείται. Η καταπολέμησή του εμπεριέχει την άρνηση του τρόπου παραγωγής, αξιών και ιδεών του.

Στον πόλεμο ενάντια στον καπιταλισμό αντιπαραθέτουμε τον κομμουνισμό. Σε περιπτώσεις εξεγέρσεων και οξυμένων ταξικών συγκρούσεων που δεν μετατράπηκαν σε επαναστάσεις τα μέτρα που παίρνονται ισχυροποιούν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Στην περίπτωση του φασισμού επιβεβαιώνεται ο κανόνας. Μετά τις προσπάθειες των σπαρτακιστών στη Γερμανία και των εργατικών συμβουλίων στην Ιταλία για την κατάκτηση της εξουσίας, ακολούθησε η οργανωμένη επίθεση του κεφαλαίου. Η σύνδεση μεταξύ της ανόδου των ναζί και της αποτυχίας της επανάστασης του ’17-’19 είναι άμεση.

Ο εθνικοσοσιαλισμός κινητοποιεί όλα τα κοινωνικά στρώματα με έμφαση στη μεσαία τάξη. Αναλογιζόμενοι τις συνθήκες που επικρατούν στις χώρες που αναδύθηκαν φαινόμενα φασισμού και ναζισμού, παρατηρούμε ότι η συγκρότηση του εθνικού αστικού κράτους καθυστερεί αρκετά λόγω αντίστασης από την προηγούμενη φεουδαρχική μορφή. Η Γερμανία και η Ιταλία μαζί με τη Ρωσία «φθάνουν» καθυστερημένα στον καπιταλισμό.

Μέσω της εκμετάλλευσης της εργατικής μάζας και του κρατικού παρεμβατισμού ο εθνικοσοσιαλισμός τρέχει προς τα εμπρός εδραιώνοντας την ευημερία για μια μεγάλη μερίδα των Γερμανών. Η μικροαστική τάξη επανδρώνει τις κρατικές θέσεις στους κρατικούς μηχανισμούς που ήδη είχε κρατήσει επιρροή η φεουδαρχία και η συγκέντρωση κεφαλαίου βοηθάει τις επενδύσεις. Επαναφέροντας το χαμένο κύρος από τους χαμένους πολέμους, τα φασιστικά κινήματα απαντάνε στο φόβο του διαφορετικού δημιουργώντας συνθήκες επιβίωσης κανονιστικού περιβάλλοντος.

Η πολιτική του αντιφασισμού ενοποιεί την αμφισβήτηση του καπιταλισμού και του φασιστικού μοντέλου παραγωγής. Ο φασισμός είναι ένα πολιτικό σύστημα που γεννήθηκε πριν περίπου ένα αιώνα. Από αυτήν την τάση προέρχονται και οι θιασώτες του φασισμού σήμερα και φέρουν χαρακτηριστικά του. Συνεπώς αν και οι συνθήκες έχουν αλλάξει το περιεχόμενο παραμένει το ίδιο. Ο αντιφασισμός σήμερα είναι συνέχεια του αντιφασισμού του ’30.

Ένα σημείο που πρέπει επίσης να εξεταστεί είναι αυτό της παγκοσμιοποίησης, η άνοδος των παραγωγικών δυνάμεων, η μη ύπαρξη ανταγωνιστικού κινήματος σε παγκόσμιο επίπεδο που να απειλεί τον καπιταλισμό καθώς και το γεγονός ότι κυβερνήσεις συνεργασίας υπάρχουν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στόχος του αντιφασιστικού κινήματος σήμερα είναι η ανάδειξη των τάσεων αυτών και των αιτιών που προκαλούν το φασισμό.

Ο τρόπος αναπαραγωγής της προσωπικότητας στην καθημερινότητα είναι η αρχή του αντιφασισμού που συμπληρώνει το σύνολο του αντιφασιστικού αγώνα. Ο αντιφασισμός μας βοηθάει να αλλάξουμε πρακτικά την κοινωνική πραγματικότητα καλυτερεύοντας τις συνήθειες μας και στη συνέχεια τις συνθήκες διαβίωσής μας, δημιουργώντας τον κομμουνισμό στην πράξη.

Σε αυτή τη βάση αποδεχόμαστε τα δημοκρατικά αισθήματα του κόσμου που θέλει να δράσει όμως μέσα από αυτή τη δράση πρέπει να αναπτυχθεί η πραγματική όψη της δημοκρατίας που δεν είναι άλλη από τη λαϊκή ισότητα, κοινή ιδιοκτησία, διαφάνεια, πολιτικός φιλελευθερισμός. Η αποδοχή στον επιφανειακό αντιφασισμό κρατικό ή μη καθώς αυτός λειτουργεί ως βαλβίδα αποσυμπίεσης των υγιών κοινωνικών αντιφασιστικών αντανακλαστικών.

Ο φασισμός δεν είναι παρά εντατικοποιημένος καπιταλισμός, συνεπώς δεν μπορεί να υπάρξει αντιφασισμός που δε θα είναι αντικαπιταλιστικός.

Αντώνης Γαζάκης: Για να απαντήσουμε στο ερώτημα ποια πρέπει να είναι η πολιτική του αντιφασισμού σήμερα πρέπει πρώτα να απαντήσουμε τι σημαίνει φασισμός, τόσο ιστορικά όσο και ιδεολογικά. Αν στο μυαλό μας έχουμε με διαφορετικό τρόπο την έννοια του φασισμού τότε και ο αντιφασισμός θα είναι κάτι διαφορετικό.

Είναι σημαντικό να διακρίνουμε τη διαφορά μεταξύ φασισμού και ενός απολυταρχικού ή ολοκληρωτικού καθεστώτος. Ο φασισμός είναι μια ιδεολογία που στον πυρήνα του έχει όχι μόνο τον εθνικισμό και το ρατσισμό αλλά και τη θεοποίηση της βίας ως πρόταση λύσης των προβλημάτων. Στη συνέχεια έρχεται η ομάδα με «κοινά» χαρακτηριστικά και η υπακοή στον αρχηγό.

Ενώ από τους προηγούμενους ομιλητές-ομιλήτριες εξετάστηκε η σχέση και υποστήριξη της μεγαλοαστικής τάξης στο φασισμό υπάρχει ένα έλλειμμα γύρω από το γιατί ο φασισμό αποτέλεσε πόλο έλξης για μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας. Τι είναι δηλαδή αυτό που συγκινεί το ένα τρίτο περίπου της γερμανικής κοινωνίας και στις μέρες μας αυτό που συγκινεί το 10% στην Ελλάδα;

Η έλξη προς το φασισμό έχει να κάνει τόσο με ένα υπόβαθρο εθνικισμού και την καλλιέργεια της αντίληψης ότι το έθνος είναι το καλύτερο και ταυτόχρονα το πιο κυνηγημένο από όλα αλλά και με το γεγονός ότι το σύστημα πλέον δεν ικανοποιεί τις μάζες όπως τις ικανοποιούσε προηγουμένως.

Αν στη δεκαετία του 20 και του 30 μπορούμε να πούμε ότι ο κόσμος δεν γνώριζε τι σήμαινε ο φασισμός, που ήταν ένα νέο φαινόμενο, σήμερα υπάρχει η ιστορική εμπειρία του που οδήγησε και οδηγεί.

Η άνοδος της Χρυσής Αυγής δεν σχετίζεται μόνο με την οικονομική κρίση αλλά και με τη βιολογική εξαφάνιση όσων βίωσαν τη φασιστική κατοχή. Επίσης δεν εξηγείται από το απλοϊκό σχήμα ότι οι κεφαλαιοκράτες βλέποντας την άνοδο του Σύριζα χρηματοδότησαν και υποστήριξαν το φασιστικά μορφώματα.

Η ανάδειξη της Χρυσής Αυγής μετά το 2012 είχε να κάνει με το ότι ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας του οποίου η σχέση με την πολιτική ήταν πελατειακή και αναθετική, χάνει αυτή τη δυνατότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι κοινωνιολογικά το μεγαλύτερο ποσοστό των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής είναι μικρομεσαίοι και άνεργοι. Στην αρχή αυτή η τάση εκφράζεται ως τιμωρία στους προηγούμενους πολιτικούς προστάτες ενώ στη συνέχεια μετατρέπεται σε υστερόβουλη επιδίωξη κέρδους.

Η διαφορά σε σχέση με τα φασιστικά κινήματα της δεκαετίας του ’30 είναι ότι σήμερα ο φασισμός τουλάχιστον στην Ελλάδα, ακόμα και αν όπως ειπώθηκε από προηγούμενο ομιλητή «κυβέρνησε»  για ένα διάστημα την Ελλάδα δεν καταφέρνει μεγάλες λαϊκές μάζες να σταθούν στο πλευρό της. Σήμερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Χρυσή Αυγή μοιάζει να είναι μία καρικατούρα των παλιών φασιστών.

Ένας πραγματικός αντιφασισμός πρέπει να έχει ως στόχο τον καπιταλισμό. Υπάρχει όμως και ένα άλλο διακύβευμα. Είναι κρίσιμο ο εμπράγματος φασισμός που θέτει σε κίνδυνο τη ζωή μελών της εργατικής τάξης πρέπει να πολεμάται ακόμα και αν αυτοί με τους οποίους πολεμάς δεν έχουν στο μυαλό τους το όραμα του κομμουνισμού.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Ο φασισμός είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο ή είναι μια πολιτική της άρχουσας τάξης;

Μάριος Εμμανουηλίδης: Δεν πρέπει να αναζητούμε ποτέ τι είναι ένα πράγμα. Πρέπει να δούμε πως λειτουργούν τα πράγματα, να απαντήσουμε στο πως και όχι στο τι.

Κατερίνα Κλείτσα: Δεν υπάρχει κανένας λόγος για να μπαίνουν αντιπαραθετικές οι δύο αυτές ερμηνείες. Μέσα από τις κοινωνικές αντιφάσεις ένα κομμάτι του κόσμου θα βγάλει ρατσιστικά και φασιστικά συμπεράσματα. Εκεί σίγουρα θα παίξει ρόλο η στάση που θα κρατήσει η αστική τάξη, αν δηλαδή επενδύσει στη δημιουργία φασιστικού πυρήνα.

Αντώνης Γαζάκης: Τα πράγματα ορίζονται είτε μιλάμε για τη λειτουργία τους είτε μιλάμε για τα στατικά τους χαρακτηριστικά. Αν διευρυνθεί πολύ ο ορισμός μίας έννοιας χάνει σε μεγάλο βαθμό την ουσία της, για αυτό είναι προβληματικό η έννοια φασισμός να αποδίδεται σε πολλές διαφορετικές αντιλήψεις. Ένας ορισμός είναι μια δυναμική έννοια.

Ο Κόλλιν Σπαρκς στο βιβλίο του ποτέ ξανά φασισμός ορίζει ως φασισμό «τα μαζικά κινήματα της μεσαίας τάξης με σκοπό να συντρίψουν τις οργανώσεις και τα κόμματα της εργατικής τάξης». Υπάρχει και η αντίληψη ότι ο φασισμός δεν αποτελεί ιδεολογία, αλλά ευκαιριακά υιοθετεί πολιτικές απόψεις.

Μάριος Εμμανουηλίδης: Αν ακολουθήσουμε αυτή τη συλλογιστική η Χρυσή Αυγή δεν είναι φασιστική, καθώς δεν αποτελεί κίνημα..

Ποια είναι η άποψή σας για την ενότητα του αντιφασιστικού κινήματος; Πάνω σε ποια βάση και με ποιο οργανωτικό τρόπο μπορεί αυτή να οικοδομηθεί;

Κατερίνα Κλείτσα: Πολλές φορές οι διάφορες οργανώσεις της Αριστεράς έχουν καταφέρει να οργανώσουν κοινές δράσεις όπως για παράδειγμα στην εναντίωση του ανοίγματος γραφείων της Χρυσής Αυγής. Είναι σημαντικό να υπάρχει κοινή αντιφασιστική δράση εξίσου σε επίπεδο γειτονιάς.

Μάριος Εμμανουηλίδης: Η Χρυσή Αυγή επαναδαφικοποίησε ξανά την πολιτική από αντιδραστική σκοπιά και η «σύγκρουση» έγινε χωρική και μάλιστα στο μικρό χώρο. Είναι τυχαίο ότι στη Θεσσαλονίκη παρότι θεωρείται πόλη με έντονα εθνικιστικά χαρακτηριστικά, μετά την επίθεση στα γραφεία της Χρυσής Αυγής, δεν μπόρεσε να οργανωθεί και να σηκώσει κεφάλι;

Κατά τη γνώμη μου δεν είναι σημαντικός ο αντιφασιστικός αγώνας. Ο αντιφασιστικός αγώνας, την ίδια στιγμή που πρέπει να δίνεται, αμβλύνει το πεδίο της πάλης και καταλήγει σε ένα δίπολο «φασισμός ή δημοκρατία».

Θωμάς: Για να υπάρξει μια πολιτική συνεργασίας πρέπει να υπάρχουν κοινοί στόχοι και θέσεις. Υπάρχει μια μεγάλη μερίδα της Αριστεράς που δεν βλέπει την ανάγκη για αντιφασιστικό αγώνα.

Το να κλείσουν τα γραφεία της Χρυσής Αυγής όσο υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν και αναπαράγονται με την κουλτούρα του φασισμού είναι μάταιο.

Αντώνης Γαζάκης: Το βασικό ερώτημα είναι «ποιος είναι ο στόχος του αντιφασισμού;». Παρατηρούμε ότι τα αντιφασιστικά χαρακτηριστικά ανταποκρίθηκαν λόγω μιας έκτακτης ανάγκης δηλαδή της υπαρκτής υπόστασης της Χρυσής Αυγής μετά το 2011.

Θα συμφωνήσω ότι ο αντιφασισμός δεν πρέπει να είναι πρόταγμα από μόνο του. Όταν όμως έχεις επιθέσεις από φασίστες υπάρχει η ανάγκη για αντιφασιστική δράση ενάντια στη φασιστική.

Θεωρώ σημαντικό σε τέτοιου είδους συζητήσεις να τονίζεται η σύνδεση μορφής και περιεχομένου. Οι περισσότερες τοποθετήσεις περιστράφηκαν γύρω από τη δομή του φασισμού.

Θα ήταν σημαντικό να δούμε ποιες πολιτικές ήταν εφικτό να αναπτυχθούν τις δεκαετίες του ’20 και του ’30 δηλαδή την περίοδο των μεγάλων προλεταριακών επαναστάσεων. Οι πολιτικές αυτές ήταν δύο. Η πρώτη ήταν η επαναστατική πολιτική που έθετε το ζήτημα των ορίων της εθνικής πολιτικής και του μετασχηματισμού της και από την άλλη ο φασισμός. Όσων αφορά το περιεχόμενο ο φασισμός είναι η συνέχιση της κοινωνίας που στηρίζεται στην ατομική ιδιοκτησία και ιεραρχία με μορφές επαναστατικές. Όσον αφορά τον αντιφασισμό εγώ θα τον περιέγραφα ως μια ηγεμονία της επαναστατικής πολιτικής πάνω στο συντηρητισμό της περιόδου εκείνης ενώ το φασισμό την ηγεμονία της συντηρητικής πολιτικής πάνω στην επαναστατική πολιτική. Ισχύει κάτι παρόμοιο σήμερα; Εξαντλείται το περιεχόμενο του φασισμού στη Χρυσή Αυγή;

Μάριος Εμμανουηλίδης: Ο φασισμός συνεχώς διατείνεται ότι θα βάλλει τάξη στο χάος. Η θεραπεία που προτείνει είναι επίσης άμεσου χρόνου. Αυτή η αίσθηση προδοσίας διοχετεύτηκε στη Χρυσή Αυγή.

Αντώνης Γαζάκης: Δεν είναι απαραίτητα αυτό που υπάρχει σήμερα φασισμός τουλάχιστον για την άρχουσα τάξη. Σύμφωνα με την κλασική ρήση του Έκο «τι να τα κάνεις τα τανκς όταν υπάρχει η τηλεόραση;». Για παράδειγμα σήμερα υπήρξε μία σύγκρουση με φασίστες και αντιφασίστες αλλά αυτό που επικαθόρισε το γεγονός και την έκβασή του ήταν οι εκατοντάδες των δασκάλων τριγύρω που αδιαφορούσαν για τον ξυλοδαρμό των φασιστών. Μπορεί αυτό ζούμε να μοιάζει τρομακτικό αλλά έχω την αίσθηση ότι η άρχουσα τάξη δεν έχει ανάγκη να επιστρέψει σε ένα μοντέλο καθαρού φασισμού.

Θωμάς: Ο αντιφασισμός είναι θέση κατάφασης και όχι άρνησης. Όσο ο καπιταλισμός συνεχίζει να αναπαράγεται, θα αναπαράγει τις κρίσεις του με αποτέλεσμα τη μεγέθυνση των άκρων της πολιτικής. Αν δούμε τον αντιφασισμό ως άρνηση διατρέχουμε τον κίνδυνο να πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον διαρκώς αυξανόμενο πληθυσμό που εντός του καπιταλισμού συσσωρεύεται στο άκρο του  φασισμού και μοιάζει σαν τέρας δύσκολο τόσο στην κατανόηση όσο και στην επεξεργασία. Για αυτό το λόγο πρέπει να τσακίσουμε το τέρας κάνοντας την κατάφαση στον αντιφασισμό επίθεση εναντίον του.

Σε μια συζήτηση με μια antifa ομάδα της Γερμανίας υπήρξε μια διαφορετική αναλογία με αυτή της Βαϊμάρης που αναφέρθηκε εδώ. Η αναλογία ήταν με την κατάσταση που επικράτησε στη Γερμανία μετά την επανένωση. Η εν λόγω antifa ανέφερε τα χαρακτηριστικά εκείνης της περιόδου δηλαδή ξυλοδαρμοί μεταναστών, απρόκλητες επιθέσεις, άνοδος σε κοινωνικό επίπεδο νεοναζιστικών ομάδων και νεοναζιστικής ιδεολογία με την ανοχή της κοινωνίας και του κράτους και περιέγραψε το τέλος αυτής της ιστορίας με την ενεργό πρωτοβουλία του κράτους. Αποτιμώντας τη δράση τους, ανέφεραν ότι για μία ολόκληρη δεκαετία πήραν μέρος σε ένα ενεργό αντιφασιστικό αγώνα (χωρίς να έχουν μόνο αντιφασιστικές προκείμενες) και χωρίς να το καταλάβουν διολίσθησαν σε αμιγή αντιφασιστική δράση, σε μάχες σώμα με σώμα χάνοντας το επιχείρημα και το λόγο που η Αριστερά είναι ο φορέας του ενώ όταν ανέκαμψε ανακάλυψε ότι τον αντιφασιστικό αγώνα τον είχε αναλάβει το κράτος και ο Joschka Fischer. Έκτοτε κατέστη πολιτική ιδεολογία σε εθνικό επίπεδο ο αντιφασισμός.

Ένα ελάχιστο μίνιμουμ συμφωνίας για αντιφασιστική δράση θα μπορούσε να είναι η ανάγκη να κυκλοφορούμε χωρίς φόβο και να μπορούμε να συζητάμε και να οργανωνόμαστε καλύτερα..

Αν αποδεχτούμε ότι ο φασισμός έρχεται σε περιόδους υποχώρησης των ιδεών της Αριστεράς  για μια επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας τότε ο αντιφασισμός είναι πάντα επίκαιρος. Μπορούμε όμως να μιλήσουμε για την ιδέα της επαναστατικής αλλαγής μέσω του αντιφασισμού; Για ποιο λόγο ο αντιφασισμός ή ο αντι-αντιφασισμός είναι σήμερα σημαντικός για την ιδέα της αλλαγής της κοινωνίας;

Αντώνης Γαζάκης: Δεν πιστεύω ότι ο φασισμός υποχωρεί όταν αναδύεται η Αριστερά αλλά ως αντίβαρο στην ενδεχόμενη άνοδό της. Γιατί πρέπει όλοι οι άνθρωποι να είναι Αριστεροί ή να γοητεύονται από τον κομμουνισμό; Μπορεί εξίσου κάποιοι να γοητεύονται με τη δύναμη του έθνους και την αντίθεση στις αριστερές ιδέες. Ο αντιφασισμός είναι για πολλούς ανθρώπους η επιστροφή σε ένα δημοκρατικό ευνομούμενο κράτος.

Ειπώθηκε ότι η Χρυσή Αυγή έφερε την ήττα της εξέγερσης. Σε τι συνίσταται αυτή η εξέγερση; Υπάρχει ο διαχωρισμός και η διάκριση της κοινωνίας και του κράτους;

Μάριος Εμμανουηλίδης: Δεν λέω κράτος εναντίον κοινωνίας, μίλησα για κρατικές στρατηγικές και στρατηγικές εξουσιών.

Η Χρυσή Αυγή έπεται δύο πραγμάτων. Το πρώτο είναι ότι έπεται της κρατικής στρατηγικής, εντασσόμενη οριακά σε αυτή και έπεται της αντίστασης. Η εξέγερση του 2008 που αποτέλεσε την κρίση του πυλώνα ασφαλείας της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής και αποτέλεσε το σημείο εμφάνισης της Χρυσής Αυγής.

Η Χρυσή Αυγή εμφανίστηκε επίσης μετά την κρίση του δεύτερου πυλώνα του νεοφιλελευθερισμού που είναι η ελευθερία. Από το 2010 έως το Φλεβάρη του 2012 όλη η κοινωνία βρισκόταν σε εξέγερση. Κατόπιν το πράγμα διοχετεύεται στον κοινοβουλευτικό δρόμο. Η Χρυσή Αυγή πήρε το πεδίο από το Σύνταγμα που ήταν ένα εργαστήρι δημοκρατίας, όπως και να το κρίνουμε, μετατοπίζοντάς το στο κυνήγι των μεταναστών. Αυτό το πράγμα οδήγησε στην ομαλοποίηση. Το σύστημα δε θα μπορούσε να διαβεί κανένα κατώφλι νομιμοποίησης χωρίς τη Χρυσή Αυγή.

Αν όντως είτε μέσω της εξέγερσης είτε μέσω των ιδεών παράγεται η Χρυσή Αυγή ως λόγος και ως πρακτική τότε παράγουμε ίσως κάτι αναποτελεσματικό ή μια καρικατούρα, που παρόλα αυτά όμως θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει. Είναι μεταφορική η ερώτηση αλλά υπάρχει ανάγκη να «παράξουμε» μέσω της δράσης μας μία πραγματική αντεπανάσταση και ένα πραγματικό φασιστικό κίνημα που δε θα κρύβεται πίσω από το κράτος, ή τους εγκληματίες της νύχτας;

Αντώνης Γαζάκης: Είναι παράδοξο να μιλάμε για κοινωνικό πόλεμο και να μην υπάρχουν θύματα έστω στο συμβολικό πεδίο. Η κρατική ή φασιστική καταστολή σαν απάντηση στις κινήσεις του εργατικού κινήματος και των διαδηλωτών δεν αναγκάστηκε να σκοτώσει. Παρόλα αυτά αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει δεν είναι η αντίδραση από τη μεριά των φασιστών ή του κράτους αλλά η αποτελεσματικότητα των δράσεων μας.

Κατερίνα Κλείτσα: Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να θεωρούμε σήμερα τη Χρυσή Αυγή καρικατούρα και να νομίζουμε ότι δεν πρέπει να κάνουμε τίποτα για να τη σταματήσουμε. Η Χρυσή Αυγή θα δείξει τα δόντια της αν την αφήναμε να ανοίξει γραφεία σε κάθε πόλη ή να συμμετέχει στο συνδικαλιστικό κίνημα. Με αυτό τον τρόπο προδίδουμε το εργατικό κίνημα αφήνοντάς το απογοητευμένο και βορά στο φασισμό.

Ακούστε την ηχογράφηση της εκδήλωσης εδώ: 

3/7/2016- αντιρατσιστικό φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Δανειζόμενες/οι τον τίτλο από το δοκίμιο που έγραψε η Τζούλιετ Μίτσελ (Juliet Mitchell) το 1966, σκοπός της συζήτησης είναι η διερεύνηση της  μακράς ιστορίας  του αγώνα για τη γυναικεία χειραφέτηση από τη σκοπιά της Αριστεράς σήμερα. Η Μίτσελ ασκεί κριτική στις αστικές φεμινιστικές διεκδικήσεις, όπως το δικαίωμα στην εργασία και την ίση αμοιβή, για να  προτάξει αντ' αυτών την ανάγκη για ίση εργασία· υποστηρίζει πολιτικές που προάγουν τον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και αμεσότερες  διεκδικήσεις με μία «κριτική της γυναικείας κατάστασης συνολικά».

Στο πνεύμα του δοκιμίου αυτού, θέτουμε πάλι το ερώτημα της πιθανής σχέσης μεταξύ του αγώνα για τη γενική κοινωνική χειραφέτηση και των συγκεκριμένων απαιτήσεων του φεμινισμού.

Ενώ το γυναικείο ζήτημα έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Αριστεράς, ο τρόπος που θεματοποιείται και ενσωματώνεται στην τρέχουσα ρητορική της  Αριστεράς δεν αντανακλά απαραίτητα μία σε βάθος κατανόηση του πολιτικού  νοήματος του αγώνα για τη γυναικεία απελευθέρωση· πολλές φορές, η “αυτονόητη” σημασία του φεμινισμού συσκοτίζει παρά αποκαλύπτει την κριτική δυναμική της ανάγκης για γυναικεία χειραφέτηση στον καπιταλισμό.

Με ποιον τρόπο ακριβώς αποτελεί το γυναικείο ζήτημα «τη διαρκέστερη επανάσταση»;

Πότε ξεκίνησε ο αγώνας για τη γυναικεία χειραφέτηση ως τέτοια; Αποτελεί έναν αγώνα που διατρέχει το σύνολο της ανθρώπινης ιστορίας; Ποια είναι η σχέση του με τη νεωτερικότητα και την εμφάνιση του καπιταλισμού; Πώς ερμηνεύετε τη συνάφεια μεταξύ της πατριαρχικής και της καπιταλιστικής κοινωνίας;

Αν η κρίση της αστικής κοινωνίας κατά τη βιομηχανική επανάσταση έθεσε την ανάγκη για τη γυναικεία απελευθέρωση σε απόλυτη συνάφεια με το στόχο της ανθρώπινης χειραφέτησης, τότε, πώς θα σχολιάζαμε την ύστερη αποσύνδεση του φεμινιστικού κινήματος από το εργατικό κίνημα για το σοσιαλισμό; Ποια είναι η γενικότερη πορεία της σύζευξης μεταξύ μαρξισμού και  φεμινισμού; Μπορούν αυτά τα δύο πολιτικά κινήματα να συνυπάρξουν ή να συνδυαστούν;

Η κατάσταση των γυναικών στις  σύγχρονες δυτικές κοινωνίες και παγκοσμίως έχει βελτιωθεί ή όχι από τη  δεκαετία του 1960 και έπειτα; Τι θα συμπεραίναμε από τη φαινομενική επίτευξη κάποιων στόχων του φεμινισμού σε συνάρτηση με την αποτυχία του προλεταριακού αγώνα για την εμπέδωση του στόχου της ανθρώπινης ελευθερίας και ξεπεράσματος του καπιταλισμού;

Πώς εντάσσεται ο αγώνας για τη γυναικεία απελευθέρωση στο ευρύτερο πλαίσιο του αγώνα για την ανθρώπινη ελευθερία; Τι απαιτείται για τη χειραφέτηση των γυναικών; Σχετίζεται αυτή με τη γενικότερη κοινωνική αλλαγή και πάλη; Είναι η επανάσταση προαπαιτούμενο για τη γυναικεία απελευθέρωση;

Ομιλήτριες

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Ακαδημαϊκός, μέλος του Κοινωνικού Εργαστηρίου Θεσσαλονίκης

Μαργαρίτα Κουταλάκη: ΟΚΔΕ

Α. Θεωδόρογλου: queer ακτιβιστ@, εικαστικ@

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Μαργαρίτα Κουταλάκη: Εκπροσωπώ την οργάνωση ΟΚΔΕ, που είναι κομμάτι του τροτσκιστικού ρεύματος και είμαι εργαζόμενη στον ιδιωτικό τομέα.

Η απαρχή της γυναικείας καταπίεσης ξεκινάει από το πέρασμα από την προταξική στην ταξική κοινωνία. Μία ομάδα ανθρώπων (που συνήθως ήταν ιερείς ή μεγαλύτερης ηλικίας) ιδιοποιείται το παραπάνω κοινωνικό προϊόν που παράγει η κοινότητα, εις βάρος της ίδιας της κοινότητας κομμάτι της οποίας είναι και οι γυναίκες. Η γυναίκα έχει το προσόν να γεννάει, δηλαδή να παράγει ανθρώπους που θα παράγουν αυτό το κοινωνικό υπερπροϊόν, λειτουργώντας έτσι σαν περιουσιακό στοιχείο, όπως τα ζώα και οι δούλοι. Η δημιουργία της πατριαρχίας περνάει μέσα από την καταστροφή της κοινοκτημοσύνης και της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας.

Με το πέρασμα του χρόνου η ανισότητα αυτή δημιούργησε το κράτος (λίγο πολύ όπως το γνωρίζουμε σήμερα με το στρατό, την αστυνομία και τα δικαστήρια) δηλαδή την κυρίαρχη ιδεολογία που βασίζεται στη λογική της διαίρεσης και της ανισότητας. Με λίγα λόγια η πατριαρχία είναι ο κοινωνικός και οικονομικός δεσμός που μεταφέρει από γενιά σε γενιά τις ταξικές διακρίσεις. Συνεπώς η αφετηρία της γυναικείας καταπίεσης έχει κοινωνικό και οικονομικό χαρακτήρα.

Το σύστημα της οικογένειας, το οποίο προσαρμόζεται πάντα στα νέα δεδομένα και στους τρόπους παραγωγής, είναι ο θεμελιώδης θεσμός της ταξικής κοινωνίας καθώς καθορίζει και διατηρεί τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της καταπίεση του γυναικείου φύλου. Ο ρόλος της οικογένειας είναι διαφορετικός για κάθε κοινωνική τάξη, αφού στην οικογένεια των πιο πλούσιων τάξεων εξυπηρετεί τη διατήρηση του πλούτου εντός της, στην τάξη των μικροβιοτεχνών χρησιμεύει ως μέσο για να διατηρείται και να αυξάνεται η περιουσία και τέλος στην εργατική τάξη η οικογένεια λειτουργεί ως πόλος υποστήριξης και αλληλεγγύης σε μία κοινωνία που δεν της παρέχει σχεδόν τίποτα.

Η οικογένεια υπάρχει και διατηρείται από την κυρίαρχη τάξη κάθε εποχής γιατί με αυτόν τον τρόπο καταργεί κάθε ευθύνη για τη συλλογική φροντίδα των μελών της κοινωνίας, μεταφέροντας την ευθύνη σε ατομικό επίπεδο. Επίσης μεταφέρει τον πλούτο και τις κοινωνικές διαιρέσεις από γενιά σε γενιά ενώ διευκολύνει και τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, αποδίδοντας έτσι στις γυναίκες ένας συγκεκριμένος ρόλος π.χ. ο ρόλος της τροφού ή της νοικοκυράς. Τέλος είναι ένας συντηρητικός θεσμός που αναπαράγει τις αυταρχικές και ιεραρχικές σχέσεις που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της ταξικής κοινωνίας.

Οι ρίζες του γυναικείου κινήματος (δεύτερο κύμα φεμινισμού) βρίσκονται στις αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και στις οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η γυναίκα με την ανάπτυξη και της ιατρικής και της επιστήμης μαθαίνει να ελέγχει το σώμα της, μέσω των γεννήσεων, αντισύλληψης και των εκτρώσεων. Η οικονομική ανάπτυξη και η ανύψωση του μέσου μορφωτικού επιπέδου τους μετατρέπει τις γυναίκες σε εργατικό δυναμικό και σε κομμάτι της παραγωγικής διαδικασίας βοηθώντας τες έτσι στην αναγνώριση του διπλού καταπιεστικού ρόλου τους ως εργαζόμενες και γυναίκες. Ταυτόχρονα όμως οι γυναίκες είναι αναγκασμένες να δουλεύουν πολλές ώρες.

Ενώ ο καπιταλισμός βγάζει τη γυναίκα από το σπίτι, την ίδια στιγμή είναι αναγκασμένος να διατηρήσει την οικογένεια. Η αντίφαση αυτή μεταξύ μύθου (η γυναίκα μητέρα είναι κολόνα της οικογένειας) και πραγματικότητας γίνεται φανερή και ανυπόφορη. Τα δικαιώματα που έχουν κατακτηθεί δεν ικανοποιούν τις γυναίκες, ιδίως τις νέες μορφωμένες γυναίκες που ζουν στις πόλεις και ζητούν περισσότερες ελευθερίες και δικαιώματα. Σε αυτό έπαιξαν ρόλο τόσο τα κινήματα των ομοφυλοφίλων και των λεσβιών, καθώς και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, τα κινήματα των μαύρων, η δυναμική του εργατικού κινήματος καθώς τέλος και η υποχώρηση των παραδοσιακών θρησκειών και της εκκλησίας.

Το κίνημα μετά τις δεκαετίες ’70-’80 αρχίζει να υποχωρεί, ακολουθώντας την υποχώρηση του εργατικού κινήματος. Η σοσιαλδημοκρατία που ανεβαίνει στην εξουσία όπως επίσης και τα σταλινικά κόμματα προσπαθούν να αγκαλιάσουν το γυναικείο κίνημα με σκοπό να το χειραγωγήσουν και να το καταπνίξουν.

Για μας η ύπαρξη ενός ανεξάρτητου φεμινιστικού κινήματος, ικανού να διεξάγει αγώνες για όλες τις πτυχές της καταπίεσης της γυναίκας είναι καθοριστική. Οι γυναίκες δεν είναι μόνο εργάτριες, καθώς υπάρχουν πολλά είδη καταπίεσης που πρέπει να αντιμετωπίζονται με μια σοβαρότητα. Μόνο με την καταστροφή του καπιταλιστικού συστήματος  μπορεί η γυναίκα να διεκδικήσει τη θέση που της αξίζει. Οι γυναίκες πρέπει επίσης να μπουν στα συνδικάτα και στα σωματεία.

Η μορφή ή το σχήμα ενός τέτοιου ανεξάρτητου γυναικείου κινήματος θα ποικίλει από χώρα σε χώρα ανάλογα με την ιστορία και τους αγώνες που διεξάγονται σε κάθε χώρα και ανάλογα με την συγκεκριμένη περίοδο και συγκυρία. Παρόλα αυτά η ανάγκη για συνέχεια και μεταφορά των θεωρητικών κατακτήσεων, των συζητήσεων για την στρατηγική και την εμπειρία των προηγούμενων αγώνων το καθιστά ένα παγκόσμιο κεντρικό ζήτημα.

Α. Θεοδώρογλου: Ασχολούμαι τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά με queer ζητήματα και θα μιλήσω από μία queer θέση. Στην εισήγησή μου θα προσπαθήσω να συνδέσω το κείμενο της Mitchell με κάποιες βασικές θέσεις της queer θεωρίας, δείχνοντας ότι το ζήτημα του φύλου και της σεξουαλικότητας είναι διαθεματικό με προεκτάσεις που συνδέονται άμεσα με τον καπιταλισμό.

Η Mitchell έγραψε το κείμενο το 1966 και σε αυτό προσπάθησε να συνδέσει ιδεολογικά την πατριαρχία με τον καπιταλισμό. Δηλαδή, πέρα από τις υλικές συνθήκες που ο καπιταλισμός δημιούργησε για να χειραγωγήσει τις γυναίκες υπήρχαν και κάποιες ιδεολογικές συνθήκες (υποτίμηση της γυναικείας-οικιακής εργασίας, η ιδέα ότι η γυναικεία σωματική υπόσταση είναι αδυναμία), οι οποίες επέτρεψαν σε αυτό να συμβεί. Η σύνδεση αυτή είναι σημαντική δεδομένου ότι γυναίκες της νέας Αριστεράς υποτιμούσαν το έμφυλο ζήτημα και το φεμινισμό θεωρώντας το κίνημα με αστικές καταβολές.

Στην queer θεωρία η πατριαρχία είναι κάτι που αναπαράγεται ιδεολογικά. Παράλληλα με την πατριαρχία αναπαράγεται και αυτό που αποκαλούμε ετεροκανονικότητα, δηλαδή ότι το φύλο υπάρχει σε μια διπολική κατάσταση, την φυσική κατάσταση του άντρα και της γυναίκας. Αυτή η ετεροκανονικότητα συλλειτουργοί με την πατριαρχία και τη συνολικότερη υποτίμηση της γυναικείας υπόστασης. Η queer θεωρία θέλει να πάει πέρα από αυτό το δίπολο αμφισβητώντας σε κάποιες περιπτώσεις και την βιολογική διάκριση άντρα-γυναίκας, αφού θεωρεί ότι και αυτή είναι κοινωνικά κατασκευασμένη.

Μέσα από μια queer θέση υπάρχει μία μεγάλη κίνηση προς αυτό που αποκαλούμε μικροπολιτικές, οι οποίες όμως μπορούν να ενεργοποιηθούν μόνο αν υπάρχει κριτική τόσο στον καπιταλισμό όσο και στη δυτική ηγεμονία. Σε αυτό το σημείο υπάρχει σαφώς μία ρήξη με τα λεγόμενα της Mitchell η οποία αναφέρει ότι μόνο σε μία δυτική ανεπτυγμένη κοινωνία μπορεί να υπάρξει γυναικεία χειραφέτηση, αγνοώντας ότι είναι αυτή η δυτική κοινωνία η οποία υπήρξε σημείο δημιουργίας και αναπαραγωγής καταπιέσεων έξω από το δυτικό κόσμο. Επίσης η θέση της Mitchell αγνοεί του ς αγώνες που γίνονται έξω από τα δυτικά πλαίσια για έμφυλη ισότητα όπως και τους αγώνες των μη δυτικών υποκειμένων μέσα στο δυτικό κόσμο.

Μια queer θεωρία είναι μία διαθεματική θεωρία που πέρα από το φύλο και σεξουαλικότητα λαμβάνει υπόψιν και την τάξη, την φυλή, την κατάσταση αναπηρίας και διάφορες άλλες καταπιέσεις που μπορεί να σχετίζονται με την ηλικία, το σώμα, και οι οποίες αναπαράγονται τόσο μέσα σε ατομικά όσο και σε συλλογικά υποκείμενα. Έτσι ενώ η Mitchell αναφέρεται σε μία ενιαία γυναικεία κατάσταση η queer αντίθετα φέρνει περισσότερα ζητήματα στην επιφάνεια και προσεγγίζει πολλαπλά την καταπίεση. Πόσο μπορεί να καταπιέζεται μία λευκή τρανς γυναίκα με ετεροφυλόφιλες έλξεις και μία μαύρη cis λεσβία οι οποίες και οι δύο ανήκουν στην εργατική τάξη;

Οι καταπιέσεις αυτές έχουν κοινές βάσεις τόσο στον καπιταλισμό όσο και στην δυτική ηγεμονία, στην πατριαρχία και στην ετεροκανονικότητα. Εντέλει αποτελούν πλέγματα καταπιέσεων και λειτουργούν σαν πολλά κεφάλια πάνω σε ένα σώμα παρά σαν πολλά μικρά κομμάτια πάνω σε ένα μεγαλύτερο σύστημα.

Στην queer θεωρία η έμφυλη σεξουαλικότητα έχει μια κεντρική θέση. Η queer συνείδηση, που μπορεί να δημιουργήσει μία τέτοια πολιτικοποίηση, έχει ως ρόλο να αντιλαμβάνεται τις πολλαπλές προκλήσεις που παρουσιάζονται μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο και στα διάφορα πλέγματα καταπίεσης και να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μία κριτική πολιτική και αμφισβήτηση και ένα εν δυνάμει σπάσιμο κανονικοτήτων με βάση τις μικροπολιτικές, τα βιώματα. Απώτερος στόχος είναι η δημιουργία ομάδων αλληλεγγύης και αμφισβήτησης αυτών των καταπιέσεων έμπρακτα.

Είναι επίσης χρήσιμο να αντιληφθούμε τον περιορισμό που έχουν οι queer μικροπολιτικές, καθώς δεν αποτελούν το στόχο αλλά την ενδυναμωτική βάση για την αμφισβήτηση σε μεγαλύτερα επίπεδα των κυριαρχιών που μας βασανίζουν. Για να δημιουργηθεί αυτό το δυναμικό μέσα από μια queer θέση-προσέγγιση πρέπει να υπάρχει μια πολιτικοποιημένη ορατότητα αυτής της προσέγγισης αφού τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία αποπολιτικοποίηση του κυρίως μέσα από κυρίαρχα media.

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Είμαι ακαδημαϊκός και ανθρωπολόγος και η τοποθέτησή μου σε σχέση με αυτή την εκδήλωση σχετίζεται με τη δουλειά μου και την επιτόπια έρευνά μου τόσο εντός Ελλάδας όσο και εκτός, κυρίως σε φεμινιστικές οργανώσεις-κινήματα trans στην Κωνσταντινούπολη. Προέρχομαι από το κοινωνικό εργαστήριο της Θεσσαλονίκης όπου μεταξύ των άλλων συζητάμε και τέτοια θέματα.

Στη διερώτηση αυτής της συζήτησης «Γυναίκες, η διαρκέστερη επανάσταση;» θα απαντούσα διαγωνίως, διατρέχοντας τα ερωτήματα και όχι απαντώντας ένας προς ένα.

Δύο είναι οι πηγές του κακού, δύο έννοιες του συστήματος στις οποίες πρέπει να εστιάσουμε. Ένα είναι το ζήτημα της κυριαρχίας του αρσενικού επί του θηλυκού και το δεύτερο είναι το ζήτημα της αναπαραγωγής που επαφίεται στα χέρια των γυναικών. Και τα δύο συνδέονται άμεσα με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, τους ρυθμούς ανάπτυξης και  το είδος της ανάπτυξης σε κάθε γωνιά της γης με διαφορετικό τρόπο σε μία διάδραση τοπικού-παγκόσμιου.

Η κυριαρχία του αρσενικού επί του θηλυκού θα πρέπει να μας ενδιαφέρει ως τρόπος, αντίθετα με το δεύτερο κύμα φεμινισμού που εστίαζε περισσότερο στην πολιτική της ταυτότητας, στη σεξουαλικότητα και στη γυναικεία υποτέλεια. Αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει σήμερα είναι η κυριαρχία ως τεχνολογία διαχείρισης της υποτέλειας με όρους ισχύος και βίας. Η αναπαραγωγή της ανθρώπινης ζωής ως όλον και όχι ως επιμέρους σφαίρες και έννοιες, παραγωγή σε σχέση με την εργασία, την οικογένεια, τα κοινά. Η αναπαραγωγή αυτή σχετίζεται με τη φυσικοποίηση της γυναίκας ως τροφού και καταλήγει σήμερα για τις γυναίκες ως βιοπολιτική ανάπτυξη του καπιταλισμού, είτε με τις μορφές πρωταρχικής συσσώρευσης είτε με τις νέες περιφράξεις που ασκεί ο καπιταλισμός πάνω στα σώματα των γυναικών.

Τόσο το πρόβλημα της κυριαρχίας όσο και το πρόβλημα της αναπαραγωγής θα πρέπει να μην παραμείνει στενά φεμινιστικό ζήτημα αλλά να ενταχθεί ως συστατικό και όχι ως συμπληρωματικό σε κάθε συζήτηση που κάνει η Αριστερά για την επανάσταση. Αν η Αριστερά στραφεί στη λεπτομερή παρατήρηση της κυριαρχίας επί των γυναικών βλέποντας και κατανοώντας χωρίς απλά να κοιτάζει ως απλός παρατηρητής, τη σημασία των γυναικών για την ανθρώπινη ζωή τότε μόνο θα αποκομίσει όλη τη γκάμα των εργαλείων και των τρόπων που χρειάζεται για να αναλύσει τις σχέσεις εξουσίας και υποτέλειας.

Αυτή η παρατήρηση είναι πολύ βοηθητική για την Αριστερά σε σχέση με τα δύο θεμελιώδη ταμπού της δηλαδή της διαρκής τροφοδότησης της προτεραιότητας των αρσενικών ως υποκείμενα, όσο και της αορατότητας-αντικειμενοποίησης των γυναικών ως αποτέλεσμα αυτής της συνθήκης σε κάθε συζήτηση και προβληματισμό για την επανάσταση. Ο συνεχής αποκλεισμός της γυναικείας ανισότητας ως συστατικό και όχι ως συμπληρωματικό κομμάτι της επανάστασης διαιωνίζει τις παθογένειες και μας εμποδίζει να οραματιστούμε ένα άλλο μέλλον.

Παρατηρώντας τι συμβαίνει στις γυναίκες και συσχετίζοντας τις δικές τους εμπειρίες με άλλες μειονοτικές κατηγορίες της διαφοράς και της εξαίρεσης π.χ. λόγω τάξης, φυλής, σεξουαλικού προσανατολισμού, στις εκάστοτε συνθήκες περιφράξεων από μεριάς κεφαλαίου αφενός πάμε τη μελέτη για τις σχέσεις εξουσίας σε βάθος αφετέρου οραματιζόμαστε τις κοινωνίες με όρους αλληλεγγύης και ανοχής, κάτι που μας επιτρέπει να οργανωνόμαστε αλλιώς.

Η κυριαρχία ασκείται επί των σωμάτων χωρίς σημασία, αναλώσιμα, αόρατα, άσεμνα, άσχημα αλλά και όμορφα, σώματα που πάντα χρειάζονται συμμόρφωση, ξεκινώντας πάντα από το γυναικείο σώμα. Η κυριαρχία και η αναπαραγωγή γίνονται αόρατες γιατί πατούν σε σχέσεις οικειότητας, πρώτα από όλα μέσα στην οικογένεια.

Η οικογένεια είναι ένας θεσμός που δεν αφορά μόνο τις δυτικές κοινωνίες, αλλά όλες τις κοινωνίες. Ο συγκεκριμένος τύπος της πυρηνικής οικογένειας γεννήθηκε και εδραιώθηκε από 17ο αιώνα στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Οι σχέσεις οικειότητας γίνονται αόρατες μέσα στην οικογένεια και αφού φυσικοποιούνται παράγουν νόρμες υπαγωγής και οδηγούν στην πατριαρχία.

Η πατριαρχία συνεπάγεται μία διπλή υπαγωγή: την υποταγή του θηλυκού στο αρσενικό και την υπαγωγή του μικρότερου σε ηλικία στους μεγαλύτερους. Μόνο υπό αυτή τη διπλή υπαγωγή μπορούμε να μιλάμε για πατριαρχία. Η πατριαρχία συνεχίζεται και αναπαράγεται ανά εποχές, φτάνοντας στο σημείο να μιλάμε για κρατική πατριαρχία, η οποία αναπαράγεται μέσα από πρακτικές και εφαρμογές του νόμου.

Σε περιόδους κρίσεις του καπιταλισμού η αναπαραγωγή της ζωής επαφίεται κυριολεκτικά στις γυναίκες κυρίως στις πρώην αποικιοκρατούμενες περιοχές του νότου. Στις παλιές μητροπόλεις αλλά και σε πόλεις όπως η Κωνσταντινούπολη ή το Σάο Πάολο, η αναπαραγωγή του κοινωνικού δεσμού ξεκινά από τις κινηματικές δράσεις του φεμινισμού ως κεντρικό κίνημα, που μαζί με την κριτική στο νεοφιλελευθερισμό, το μιλιταρισμό, το αυταρχικό κράτος και την πατριαρχία συμπορεύεται με κινήματα των μειονοτήτων, με τους υποστηρικτές δικαιωμάτων και ανοχής σε ένα άλλο σεξουαλικό προσανατολισμό.

Με το να αποσιωπούμε τις σχέσεις πατριαρχίας στις γυναίκες και σε όσους υποφέρουν σε κάθε κοινωνία και σε κάθε συνθήκη, αγνοούμε συνάμα τις σχέσεις ανισότητας στην αναπαραγωγή της ζωής. Αν το κεφάλαιο χρειάζεται την ανισότητα για να αναπαραχθεί, η Αριστερά έχει ανάγκη την εμπειρία αυτών που αναπαράγουν ζωή σε πείσμα της αορατότητας και των θανατοπολιτικών των περιφράξεων για συνεχή πρωταρχική συσσώρευση.

Με άλλα λόγια χρειάζεται να καταλάβουμε σε βάθος πως κυριαρχεί κάποιος σε ποιον εξετάζοντας και ξεκινώντας από την κυριαρχία των ανδρών επί των γυναικών. Επίσης πως οι περιφράξεις του κεφαλαίου στην ιστορία του καπιταλισμού ξεκινούν και καταλήγουν στις γυναίκες, οι οποίες τελικά αναλαμβάνουν την αναπαραγωγή της ζωής ως όλον.

Αν με ρωτούσατε πως θα ήθελα να κάναμε αυτή τη συζήτηση θα πρότεινα να ξεκινούσαμε δείχνοντας μία σημαίνουσα ταινία η οποία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, την ταινία Pride. Αφορά τη διάδραση μεταξύ δύο κινηματικών δράσεων, την πρωτοβουλία των κοινοτήτων ομοφυλοφίλων, λεσβιών και queer που θέλησαν να στηρίξουν οικονομικά τα συνδικάτα των ανθρακωρύχων στην Αγγλία. Η ταινία με τον ποιητικό της τρόπο δείχνει το πώς πρακτικές αλληλεγγύης και ανοχής στη διαφορετικότητα, όταν δικαιώματα συναισθήματα διαδρούν σε μικροκλίμακα κοινοτήτων και όχι σε μακροκλίμακα θεσμών αλλάζουν το τοπίο της επανάστασης στην καθημερινότητα.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Αναφερθήκατε στον τρόπο που η αστική οικογένεια είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή του συστήματος. Αυτό συνεπάγεται κατά τη γνώμη σας κάποιο πολιτικό αίτημα όπως π.χ. υπήρχαν τη δεκαετία του ’60 για κατάργηση του θεσμού της οικογένειας; Η Μίτσελ κάνοντας κριτική σε αυτό το αίτημα, δηλώνει ότι μπορεί εξίσου να αφομοιωθεί από τον καπιταλισμό. Επίσης πως ακριβώς εννοείτε το ανεξάρτητο φεμινιστικό κίνημα; Πρέπει να υπάρχουν ξεχωριστές πολιτικές οργανώσεις  γυναικών, ομοφυλοφίλων, τρανς;

Μαργαρίτα Κουταλάκη: Αν πάμε σε μία λαϊκή περιοχή μιας μεγάλης πόλης και ρωτήσουμε μια οποιαδήποτε γυναίκα οποιασδήποτε ηλικίας: τι αιτήματα θα υπέβαλλες απέναντι σε μία κυβέρνηση που θα μπορούσε να στα ικανοποιήσει; Εγώ πιστεύω θα έλεγε ότι δε θα ήθελε να ψηφιστεί το νομοσχέδιο που καταργεί νηπιαγωγεία και σχολεία και καταργεί θέσει εκπαιδευτικών. Επίσης θα έλεγε ότι θέλει νοσοκομεία και γηροκομεία, να μη πληρώσουμε τα δημόσια χρέη, να δουλεύει λιγότερο και όχι 12 ώρες, να μην είναι ο βασικός μισθός 500 ευρώ.

Κάθε επαναστατική οργάνωση πρέπει να αφουγκράζεται την κοινωνία και ιδιαίτερα με τα πιο καταπιεσμένα κομμάτια. Στην σημερινή τραγική κοινωνική κατάσταση δεν πιστεύω ότι οι γυναίκες θα έβαζαν αιτήματα π.χ. για την οικογένεια με τον ίδιο τρόπο που τα βάζουν οι επαναστατικές οργανώσεις. Υπάρχουν ζητήματα επιβίωσης, πως γίνεται να τεθούν θέματα που αφορούν την οικογένεια; Τώρα η συζήτηση και η πράξη πρέπει να στραφεί στην οργάνωση γυναικείων επιτροπών αντίστασης.

Ο καπιταλισμός δημιουργεί συνεχώς διαιρέσεις. Το να δημιουργηθεί ένα επαναστατικό κόμμα γυναικών είναι ακόμα μία διαίρεση. Όταν λέμε αυτόνομο εμείς εννοούμε: κάθε σωματείο θα βάλει ζητήματα που αφορούν τις γυναίκες; Θα βοηθήσει τις γυναίκες να κάνουν συνδικαλισμό και να οργανώνεται πολιτικά; Το ότι μπαίνουν αιτήματα από επαναστατικές οργανώσεις δε σημαίνει ότι αυτά γίνονται αποδεκτά από τις ίδιες τις γυναίκες, όμως πρέπει να βρούμε τον τρόπο να επικοινωνούμε.

Με ποιον τρόπο θα μπορούσε να ξεκινήσει η γυναικεία χειραφέτηση από τις μη δυτικές κοινωνίες δεδομένου ότι προϋποθέσεις όπως αυτές που αναφέρει η Μίτσελ όπως δομές για την φροντίδα των παιδιών, μέτρα αντισύλληψης και άλλες οικονομικές και κοινωνικές δομές απουσιάζουν;

Α. Θεοδώρογλου: Κινήματα υπάρχουν και σε μουσουλμανικές και σε μη δυτικές χώρες, όπως και κινήματα μη δυτικών σε δυτικά περιβάλλοντα. Δεν μπορώ να θέσω εγώ τις προϋποθέσεις για το πώς θα κάνει τον αγώνα της η μουσουλμάνα φεμινίστρια. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι αλληλεγγύη καθώς και αυτό που προαναφέρθηκε δηλαδή να ακούμε τι έχουν να μας πουν οι άλλοι.

Φωτεινή, στη διπλή υπαγωγή που περιέγραψες για την πατριαρχία θα προσέθετες την υπαγωγή του άνδρα στην πατριαρχία; Επίσης ποια είναι η σχέση του καπιταλισμού και της πατριαρχίας δεδομένου ότι ο καπιταλισμός ξεκίνησε ως μια εξέγερση ενάντια στην πατριαρχία; Σήμερα η πατριαρχία είναι υπόλειμμα από το παρελθόν που δεν έχει καταφέρει ο καπιταλισμός να εξαλείψει ή η πατριαρχία είναι σήμερα κάτι ριζικά νέο που έχει να κάνει με τον τρόπο που το κεφάλαιο κυριαρχεί πάνω στην κοινωνία και συνεπώς ο αγώνας εναντίον της πρέπει να θίξει το κεφάλαιο σαν κοινωνική κατηγορία;

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Η υπαγωγή περιλαμβάνει και την υπαγωγή των ανδρών. Δεν το τόνισα αρκετά, γιατί συνήθως όταν μιλάμε για το γυναικείο ζήτημα επικεντρωνόμαστε στις γυναίκες. Σε κάθε ιστορική περίοδο και σε κάθε παράδειγμα πρέπει να μελετάμε πως και με ποιους τρόπους δημιουργούνται αυτές οι σχέσεις οικειότητας και απόκρυψης της πατριαρχίας και επιπρόσθετα το πώς «κάθεται» κάθε φορά σε αυτές τις παραδοσιακές κοινότητες πατριαρχίας το κράτος αναπαράγοντας τις δικές του κρατικές πατριαρχίες. Η ταινία που προανέφερα το “Pride” έδειχνε το πώς διαφορετικές κατηγορίες ακτιβιστών, οι ανθρακωρύχοι από τη μία και οι τρανς-γκέυ-λεσβιακές κοινότητες μπορούν να ξεπεράσουν το ταμπού της συμπόρευσης και να αγωνιστούν από κοινού για το δικαίωμα στην εργασία, στην αλληλεγγύη. Ο ρόλος της αναπαραγωγή της ζωής από μεριάς των γυναικών ως όλον πρέπει να μας παραδειγματίσουν για να επεκτείνουμε αυτή την έννοια της κυριαρχίας και της αναπαραγωγής και στις άλλες μειονοτικές καταστάσεις. Πιστεύω ότι το αντίθετο από αυτό που λέει η Μαργαρίτα θα πρέπει να συμβεί: η αμηχανία να μιλήσουμε για το γυναικείο ζήτημα σε διάφορες αριστερές οργανώσεις δηλώνει ότι τέτοιου είδους ζητήματα δεν τα έχουν επεξεργαστεί σε ικανοποιητικό βαθμό. Το να μη μιλάμε για το γυναικείο ζήτημα επειδή τώρα προέχει να μιλάμε για την κρίση δηλώνει την υποβάθμιση του γυναικείου ζητήματος σε ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας.

Ο Άντονυ Γκίντενς στο βιβλίο του «η μεταμόρφωση της οικειότητας» αναφέρει ότι τα τελευταία χρόνια ζούμε μία από τις μεγαλύτερες σιωπηλές επαναστάσεις των 5000 τελευταίων χρόνων, αυτή των γυναικών. Η επανάσταση αυτή σύμφωνά με τον Γκίντενς έχεις ως πυρήνα της τη μεταμόρφωση της σεξουαλικότητας, δηλαδή την αποδέσμευση της σεξουαλικής πράξης από την αναπαραγωγή αλλά και τη διεκδίκηση και ικανοποίηση της σεξουαλικής επιθυμίας από μεριάς των γυναικών.

Ένα δεύτερο σχόλιο που ήθελα να κάνω είναι ότι αν θέλουμε σήμερα να μιλάμε για πατριαρχία ίσως θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν ότι υπάρχει μια ριζική διαφορά του καπιταλισμού ως το 1950 και του καπιταλισμού σήμερα. Περίπου μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα ο καπιταλισμός στηριζόταν στην αναβολή της απόλαυσης ενώ ο καπιταλισμός στη σύγχρονη εποχή έχει την επιταγή «απόλαυσέ το». Ένα διαφωτιστικό παράδειγμα: μία σοβιετική ταινία το 1949 στη Σοβιετική Ένωση απεικονίζει το Στάλιν σαν μεγάλο πατέρα και από κάτω τους άνδρες εργάτες να πολεμούν. Το μήνυμα είναι σαφές: θα έρθουν καλύτερες μέρες όμως τώρα υπάρχει ανάγκη για αύξηση της παραγωγής και πόλεμο. Στο gay parade που διοργανώθηκε πρόσφατα παρακολούθησα το λόγο μίας ομιλήτριας στο βήμα « Θα μπορούσαμε να κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή για τα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης στην Αμερική αλλά δεν μας ταιριάζει, για αυτό λοιπόν ας χειροκροτήσουμε!».

Α. Θεοδώρογλου: Σε σχέση με την αποδοχή και τις ορατότητες των ομοφυλοφίλων, τρανς και άλλων ατόμων: υπάρχει μία παγίδα που ονομάζεται ομοκανονικότητα δηλαδή ζητήματα γκέυ ή λεσβιών γίνονται ορατά αλλά απολιτικοποιούνται, αφού δεν αμβισβητούνται σχέσεις ταξικού προνομίου, φυλετικού προνομίου. Επίσης πέρα από το δίπολο ομοφυλοφιλία-ετεροφυλία υπάρχουν και άτομα που δεν εντάσσονται σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες όπως τρανς ή ιντερσέξ άτομα. Συνεπώς και λόγω των πολλών διασπάσεων πρέπει και εμείς οι ίδιοι να κάνουμε κριτική εντός της κοινότητας και να θέτουμε τα παραπάνω ζητήματα. Δεν είναι μόνο η σεξουαλικότητα η οποία μπορεί να μας ενώσει.

Μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες ήταν αποδεκτή στους πανεπιστημιακούς κύκλους η άποψη ότι πριν τη πατριαρχία υπήρχε ένα άλλο είδος κοινωνικής οργάνωσης με τη γυναίκα στο επίκεντρο και υποστήριζε την ισότητα ανάμεσα στα φύλα και στα μέλη της κοινότητας. Τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξε μία αμφισβήτηση αυτής της άποψης λόγω της ανεπάρκειας ιστορικών στοιχείων για αυτό. Θα ήθελα την άποψή σας για αυτό. Υπήρξε αυτή η περίοδος και αν ναι πως συνέβη η μετάλλαξη;

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Οι ανθρωπολόγοι έχουμε καταλήξει ότι η μητριαρχία δεν υπήρξε ποτέ μία κοινωνία ιδανική. Ακόμα και στις κοινωνίες όπου είχαμε εξισωτικές τάσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών πάντα υπήρξε ένα μικρό προβάδισμα υπέρ των ανδρών. Το γεγονός ότι η κοινωνία οδεύει από πιο εξισωτικές σε πιο πατριαρχικές κοινωνίες έχει αποσιωπηθεί και είναι αρνητικό. Αν κανείς μελετήσει τον οικονομικό τύπο συστημάτων πριν τον καπιταλισμό (κοινωνίες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών – κατά φυλές- κοινωνίες αρχηγίες- σύγχρονες κοινωνίες), όσο προχωράμε από το ένα στάδιο στο άλλο τόσο η ισότητα μεταξύ ανδρών γυναικών στενεύει εις βάρος των γυναικών. Αυτή η διαπίστωση είναι πολύ σημαντική για το πώς θα χρησιμοποιήσουμε αυτή την πρότερη ισότητα.

Με αφορμή τον πόλεμο στη Συρία, στην Ροτζάβα υπάρχει το μόνο στον κόσμο αποκλειστικά γυναικείο αντάρτικο, το οποίο ταυτόχρονα πίεσε σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο για να επικρατήσει η οργάνωση στη βάση της άμεσης δημοκρατίας, στην βάση των λαϊκών συνελεύσεων, της ισότιμης συμμετοχής κατά 50% από άνδρες και γυναίκες, της δημιουργίας μικτών πολιτοφυλακών. Αυτό είναι ένα παράδειγμα για την τοποθέτηση του γυναικείου ζητήματος σαν κεντρικό ζήτημα και πως αυτό οδηγεί στις πολιτικές δομές που προανέφερα. Αν αυτό αποτελεί ένα παράδειγμα γιατί δεν αναφέρεται;

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Θα πρέπει να δούμε τις καταβολές αυτού του κινήματος στο οποίο αναφέρεσαι. Πρώτα και κύρια το νέο είδος φεμινιστικής κινηματικής δράσης που ξεκινάει στην Τουρκία τη δεκαετία του 1980, αφού το παλιό είδος έχει υποστεί τεράστια δίωξη. Επίσης το γεγονός ότι οι Κούρδοι έχουν διεθνείς διασυνδέσεις και μεταφέρουν πολιτική εμπειρία από το εξωτερικό και τέλος η σύνδεση και επιρροή του κινήματος των Ζαπατίστας.

Μαργαρίτα Κουταλάκη: Το παράδειγμα αυτό αποτελεί απόδειξη τη δύναμη της αυτοοργάνωσης και της μη αποδοχής από τη μεριά των γυναικών του ρόλου που τους έχει ανατεθεί. Οι γυναίκες μπορούν να αποτελέσουν πρωτοπορία και να παλέψουν για αιτήματα όπως αλλαγή της κοινωνίας. Αποτελούν σίγουρα παράδειγμα προς μίμηση και παρακαταθήκη για τις κοινωνίες σε όλο τον κόσμο. Ζούμε σε μια εποχή πολέμων και επαναστάσεων.

Από τον τρόπο που μίλησαν οι ομιλήτριες μένει εντελώς θολός ο τρόπος της πολιτικής κατεύθυνσης που θα πάρουν τα διάφορα αιτήματα και διεκδικήσεις. Η περιγραφή του τρόπου που δομούνται οι ταυτότητες, ο τρόπος αυτοκατανόησης των ομοφυλοφίλων τον 20ο αιώνα και οι νέες μορφές συνείδησης που έρχονται να προστεθούν στις παραδοσιακές μορφές του εργατικού κινήματος παραπέμπουν σε κάποια συγκεκριμένη πολιτική μορφή; Ποια πολιτική μορφή είναι εγγύτερα σε αγώνες των ομοφυλοφίλων, τρανς κτλ; Είναι η άμεση δημοκρατία; Επίσης το πολιτικό κόμμα αποκλείεται ως μια ντε φάκτο αυταρχική μορφή; Πως γίνεται η μεταφορά της πολιτικής εμπειρίας εντός των ατόμων και των ομάδων χωρίς μια πολιτική οργάνωση;

Α. Θεοδώρογλου: Μέσα από αυτοοργανωτικές δομές μπορούν τέτοιες συνειδήσεις να λειτουργήσουν και να ενεργοποιηθούν και όχι μέσα από κόμματα. Αν μείνουν χωρίς πολιτική οργάνωση οδηγούμαστε σε όχι τόσο ευχάριστες πολιτικές αφομοιώσεις.

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Για να απαντήσω θα πρέπει να αντιστρέψω το ερώτημα, γιατί θεωρείς ότι αυτό που υποστηρίζεις είναι πολιτική και όχι αυτό που υποστηρίζουμε εμείς; Με την αντιστροφή του παραδείγματος θέτουμε ερωτήματα όπως πως ασκείται η πολιτική. Στην πράξη φαίνεται πως διαμορφώνεται μία νέα πολιτική η οποία κρατάει επιλεκτικά από το παρελθόν, εμπλουτίζεται. Η πολιτική στην οποία αναφέρεσαι, αυτή δηλαδή του μοντερνισμού, η οποία αφορά τα δικαιώματα και τις διεκδικήσεις και αποκλείει για παράδειγμα το συναίσθημα. Όμως όλο και περισσότερο διαπιστώνεται στην πράξη φαίνεται ότι δεν μπορούμε να δράσουμε ορμώμενοι από τον ορθό λόγο. Αυτό που χρειάζεται είναι να υπάρχει μία ανοικτότητα και όχι ταμπού μεταξύ των κινημάτων.

Τι σημαίνει διαθεματικότητα και πως αυτή η έννοια διαφοροποιείται από το παρελθόν; Σε κινήματα για παράδειγμα όπως το σοσιαλιστικό γυναίκες, ομοφυλόφιλοι, τρανς συμμετείχαν χωρίς να αυτοπροσδιορίζονται κάπως συγκεκριμένα πέρα από το ότι ήταν σοσιαλιστές.

Α. Θεοδώρογλου: Παλιότερα κινήματα όντως αντιμετώπιζαν τα διάφορα ζητήματα πέραν του κεντρικού της ταξικής επανάστασης ως επιμέρους παραμέτρους οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψιν ενώ όταν μιλάμε για διαθεματικότητα εννοούμε μία κατάσταση στην οποία λαμβάνουμε υπόψιν με ίσο τρόπο τα ζητήματα. Το ένα ζήτημα παραπέμπει στο άλλο δηλαδή η ταξική καταπίεση από μόνη της δεν λειτουργεί χωρίς την έμφυλη καταπίεση τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο δικτύων.

Συμμετέχω από θέση αρχής στο gay parade  και το θεωρώ πολύ θετικό που γίνεται. Η εμπορευματοποίηση ήταν εμφανής στο gay parade, για παράδειγμα μοίραζαν περιοδικά που απευθύνονταν με διαφημίσεις σε αυτό το κοινό. Υπάρχει κριτική μέσα στο ομοφυλόφιλο κίνημα για αυτά τα φαινόμενα;

Α. Θεοδώρογλου: Βασική ερώτηση. Όταν λέμε pride δεν εννοούμε μόνο γκέυ και λεσβίες αλλά μία κοινότητα που αποτελείται από διάφορους έμφυλους προσανατολισμούς. Τα pride οργανώνονται με θεσμικό τρόπο, υπάρχουν για να ικανοποιήσουν κάποιες νόρμες σε σχέση με τα μη ετεροφυλόφιλα υποκείμενα. Έτσι πολλές φορές αποσιωπούνται ζητήματα που σχετίζονται με προσανατολισμούς πέραν από των γκέυ ανδρών και γυναικών. Πάνω σε αυτό υπάρχει κριτική: η queer κριτική. Επίσης υπάρχει κριτική και στην εμπορευματοποίηση της όλης κατάστασης και στον πραγματισμό που υπάρχει μέσα στις θεσμικές προσεγγίσεις του ζητήματος της σεξουαλικότητας δηλαδή ότι αυτό που μας ενδιαφέρει είναι μόνο μία ικανοποίηση σε επίπεδο δικαιωμάτων και τίποτα παραπάνω.

 

10η συνάντηση
Λούκατς — “Αρχικός Πρόλογος” (1922), “Τι είναι ο ορθόδοξος μαρξισμός;” (1919), “Ταξική συνείδηση” (1920)  (περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Ιστορία και ταξική συνείδηση“, σελ. 45-82 και 105-148 του βιβλίου)
(+) Μαρξ — “Πρόλογος στην πρώτη γερμανική έκδοση” (1867) και “Επίλογος στη δεύτερη γερμανική έκδοση” (1873) του τ.1 του “Κεφαλαίου”(σελ. 11-26 του βιβλίου)

11η συνάντηση
Κορς  “Μαρξισμός και Φιλοσοφία” (1923)
(+) Μαρξ — “Να καταστήσουμε τον κόσμο φιλοσοφικό” (από τη διδακτορική διατριβή του Μαρξ, 1839-41), “Για μια αμείλικτη κριτική απέναντι σε ό,τι υπάρχει”, γράμμα στον Ρούγκε, Σεπτέμβρης 1843) και “Θέσεις για τον Φόυερμπαχ” (1845) — υπάρχουν σ’ αυτόν τον τόμο.

ΙΙ. Εισαγωγή στον επαναστατικό μαρξισμό

12η συνάντηση
Λούξεμπουργκ: Η κρίση της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, μέρος 1 (1915). Yπάρχει στα ελληνικά στο βιβλίο “Μπροσούρα του Γιούνιους” (Πρωτοποριακής Βιβλιοθήκη, σελ. 29-48). Επικοινωνήστε μαζί μας για να σας  ενημερώσουμε πώς μπορείτε να διαβάσετε την ελληνική εκδοχή.
Νετλ: Το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα την περίοδο 1890-1914 ως πολιτικό μοντέλο (1965) [διατίθεται μόνο στα αγγλικά] Σλότερ: Τι είναι η επαναστατική ηγεσία; (1960) [διατίθεται μόνο στα αγγλικά]

13η συνάντηση 
Λούξεμπουργκ: Μεταρρύθμιση ή επανάσταση; (1900-1908)

14η συνάντηση
Λίγκα των Σπαρτακιστών: Ο Λένιν και το κόμμα της πρωτοπορίας (1978) [διατίθεται μόνο στα αγγλικά]

15η συνάντηση
Λένιν : Τι να κάνουμε; (1902)
+Απινιάνεσι και Ζαράτε: Εισαγωγή στον Λένιν και τη ρώσικη επανάσταση, Λένιν για αρχάριους (1977) [αγγλικά]

16η συνάντηση 
Λούξεμπουργκ: Μαζική απεργία, κόμμα, συνδικάτα (1906)
+Λούξεμπουργκ: Μπλανκισμός και σοσιαλδημοκρατία (1906)

17η συνάντηση
Τρότσκυ: Αποτελέσματα και προοπτικές (1906)
+Αλί και Έβανς: Εισαγωγή στον Τρότσκυ και στον μαρξισμό: ο Τρότσκυ για αρχάριους (1980)

18η συνάντηση
Λένιν: Κράτος και επανάσταση (1917)

19η συνάντηση
Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού (1916)
+Λένιν: Σοσιαλισμός και πόλεμος, κεφάλαιο 1: Οι αρχές του σοσιαλισμού και ο πόλεμος του 1914-1915 (1916) – [Διατίθεται ολόκληρο στα αγγλικά. Κάποια αποσπάσματα μπορούν να βρεθούν μεταφρασμένα εδώ].

 

20η συνάντηση
Λούξεμπουργκ: Τι ζητάει ο Σπάρτακος; (1918)
Λούξεμπουργκ: Για το πρόγραμμα του Σπάρτακου (1918) (αγγλικά – επικοινωνήστε μαζί μας για να το προμηθευτείτε στα ελληνικά)
+Λούξεμπουργκ: Γερμανικός μπολσεβικισμός (ή Σοσιαλιστικοποίηση της κοινωνίας) (1918) (αγγλικά)
+Λούξεμπουργκ: Η ρωσική τραγωδία (1918) (αγγλικά)
+Λούξεμπουργκ: Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο (1919) (αγγλικά)
+Χάφνερ: Η αποτυχία μιας επανάστασης: Γερμανία 1918-1919 (1968)

21η συνάντηση
Λένιν: Ο “αριστερισμός”, παιδική ασθένεια του κομμουνισμού (1920)
+Λένιν: Σημειώσεις ενός δημοσιολόγου (1922) (αγγλικά)

22η συνάντηση 
Λούκατς: Η σκοπιά του προλεταριάτου (τρίτο μέρος του “H πραγμοποίηση κα η συνείδηση του προλεταριάτου”) (1923) (σελ. 231-302)

23η συνάντηση
Τρότσκυ: Τα διδάγματα του Οκτώβρη (1924)
+Τρότσκυ: Σταλινισμός και μπολσεβικισμός (1937)

24η συνάντηση
+Τρότσκυ: Ας χτίσουμε εκ νέου κομμουνιστικά κόμματα και μία νέα Διεθνή (1933) (αγγλικά)
Τρότσκυ: Η επιθανάτια αγωνία του καπιταλισμού και τα καθήκοντα της 4ης διεθνούς (1938)
+Τρότσκυ: Τα συνδικάτα στην εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής (1940)
+Τρότσκυ: Γράμμα στον Τζέιμς Κάνον (12/9/1939) (αγγλικά)

25η συνάντηση
Πόλοκ: Κρατικός καπιταλισμός: οι δυνατότητες και οι περιορισμοί του (1941) – (μεταφράστηκε από την Ισιδώρα Στανιμεράκη και δημοσιεύτηκε στο τ. 4 του περιοδικού Κοινωνικός Αναρχισμός – εκδ. Κουρσάλ)
Χορκχάιμερ: Το αυταρχικό κράτος (1942) (αγγλικά – επικοινωνήστε μαζί μας για να το προμηθευτείτε στα ελληνικά)

26η συνάντηση
Εισαγωγικά παραθέματα του Λουί Μενάντ (επί του Έντμουντ Γουίλσον) και του Πήτερ Πρόυς (επί του Νίτσε) για τη νεώτερη έννοια της ιστορίας
+Μπωντλαίρ: από τη συλλογή “Οι πύραυλοι” (1867)
+Μπρεχτ: Στους μεταγενέστερους (1939)
+Μπένγιαμιν: Στο πλανητάριο (από τον “Μονόδρομο”) (1927)
+Μπένγιαμιν: Εμπειρία και φτώχεια (1933)
+Μπένγιαμιν: Θεολογικο-πολιτικό απόσπασμα (1921-1939?)
Μπένγιαμιν: Για την έννοια της ιστορίας “Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας” (1940) (σελ. 7-18). Εναλλακτικά εδώ.
Μπένγιαμιν: Παραλειπόμενα στο “Για την έννοια της ιστορίας” (1940) (σελ. 19-54)

27η συνάντηση
Αντόρνο: Στοχασμοί πάνω στην ταξική θεωρία (1942)
Αντόρνο: Αμετροέπεια (1944/1947)
+Αντόρνο: “Αφιέρωση“, “Κληροδότημα“, “Προειδοποίηση: να μη γίνει κατάχρηση”, “Φινάλε”, από τα Minima moralia (1944-1947)
+Χορκχάιμερ-Αντόρνο: Συζήτηση για τη θεωρία και την πράξη (ή Προς ένα καινούριο μανιφέστο;) (1956)

28η συνάντηση
+Αντόρνο: Για το υποκείμενο και το αντικείμενο (1969) (αγγλικά)
Αντόρνο: Σημειώσεις περιθωρίου για τη θεωρία και την πράξη (1969) (αγγλικά)
Αντόρνο: Παραίτηση (1969) (ελληνικά)
+Αντόρνο: Ύστερος καπιταλισμός ή βιομηχανική κοινωνία; (ή “Είναι παρωχημένος ο μαρξισμός;”) (1968) (ελληνικά)
+Λέσλυ: Εισαγωγή στην αλληλογραφία Αντόρνο-Μαρκούζε το 1969 (1999)
Αντόρνο-Μαρκούζε: Αλληλογραφία για τη γερμανική Νέα Αριστερά (1969) [αγγλικά – υπάρχει μεταφρασμένη στα ελληνικά στο τ.16 του περιοδικού Πανοπτικόν (Φεβρουάριος 2012)]

Chris Cutrone

(μετάφραση: Θοδωρής Βελισσάρης)

Εισαγωγή

Η μαρξιστική πολιτική του Λένιν έχει παρερμηνευτεί και διαστρεβλωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, τόσο θετικά όσο και αρνητικά: υποτίθεται ότι επιδίωξή της ήταν η απογύμνωση της καπιταλιστικής κοινωνίας από το απατηλό της πέπλο και η κατάφαση του απλού προλεταριάτου ως αρχής και τέλους της “σοσιαλιστικής” κοινωνίας. Σίγουρα, όχι μόνο η σταλινική ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης αργότερα, αλλά επίσης και οι πρακτικές του σοβιετικού κράτους υπό την ηγεσία του Λένιν κατά τον εμφύλιο πόλεμο και τον λεγόμενο “πολεμικό κομμουνισμό”, καθώς και η “κόκκινη τρομοκρατία”, τροφοδοτούν την εικόνα του Λένιν ως αμείλικτου καταστροφέα των “αστικών” συνθηκών ζωής. Αν είναι όμως έτσι, πως εξηγούνται μπροσούρες του Λένιν όπως για παράδειγμα το “Κράτος και επανάσταση” και ο “Αριστερισμός: παιδική ασθένεια του κομμουνισμού”; Γιατί και οι δύο τονίζουν τόσο την αναγκαία επιβίωση του “αστικού δικαίου” μεταξύ των εργατών κατά τη μακρά μετάβαση από τον σοσιαλισμό στον κομμουνισμό, η οποία απαιτεί την κρατική μεσολάβηση, όσο και το γεγονός ότι οι μαρξιστές αντιλαμβάνονταν την προσπάθειά τους ως υπέρβαση του κεφαλαίου “επί τη βάσει του ίδιου του καπιταλισμού”. Πρωταρχικής σημασίας παράδειγμα για την επιμονή του Λένιν σχετικά με τη μεσολάβηση της πολιτικής στην κοινωνία, ήταν η αντίθεσή του στην προτροπή του Τρότσκυ για τη στρατιωτικοποίηση των εργατικών σωματείων και την υπαγωγή τους στο κράτος. Ο Λένιν ήθελα αντίθετα να διατηρήσει τη σημαντική μη-ταυτότητα μεταξύ τάξης, κόμματος και κράτους στο σοβιετικό “εργατικό κράτος”, το οποίο αναγνώριζε ότι θα συνέχιζε αναγκαστικά, για το κοντινό μέλλον, τον “κρατικό καπιταλισμό” (ο οποίος χαρακτηριζόταν από “γραφειοκρατικές στρεβλώσεις” λόγω των ρωσικών συνθηκών). Ο Λένιν μ’ αυτόν τον τρόπο ήθελε να διατηρήσει τη δυνατότητα πολιτικής εντός της εργατικής τάξης, θέμα που είχε πραγματευτεί ήδη στην πρώτη σημαντική μπροσούρα του με τίτλο “Τι να κάνουμε;”. Η “τελευταία μάχη του Λένιν” [1] ήταν αφιερωμένη στην αποφυγή του στραγγαλισμού της πολιτικής στο σοβιετικό κράτος, κίνδυνο που διέβλεπε όχι μόνο σε σχέση με τη σταλινική ηγεσία αλλά γενικότερα με τις συνθήκες εντός των μπολσεβίκων. Για παράδειγμα ο Λένιν παρατηρούσε επικριτικά την προτίμηση του Τρότσκυ για “διοικητικές” λύσεις των προβλημάτων.

Οι Γκέοργκ Λούκατς, Καρλ Κορς και Τέοντορ Αντόρνο, αναδεικνύοντας μία “εγελιανή” διάσταση στον μαρξισμό του Λένιν, άντλησαν από τα θεωρητικά γραπτά και την πολιτική πρακτική του μία εξέλιξη της μαρξιστικής θεωρίας της κοινωνικής μεσολάβησης στο κεφάλαιο, μέσω της πολιτικής του προλεταριακού σοσιαλισμού, η οποία επιδίωκε να ανακτήσει τον Λένιν από μία ουτοπική, με την αρνητική έννοια, προοπτική ολοκληρωτικής εγκατάλειψης της πολιτικής. Αντιθέτως, αυτή η μαρξιστική κριτική θεωρία, ακολουθώντας τον Λένιν, κατανόησε την υπέρβαση της “αλλοτρίωσης” και “πραγμοποίησης” του κεφαλαίου ως έμφορτη δυνατοτήτων για την αληθινή άσκηση πολιτικής, θεωρώντας της ως τη λησμονημένη αλλά ζωτικής σημασίας συνεισφορά του Λένιν στην ανάπτυξη του μαρξισμού. Ο Λένιν δεν επιχείρησε να καταστρέψει τις νεώτερες μορφές πολιτικής μεσολάβησης αλλά μάλλον να πετύχει την αληθινή μεσολάβηση μεταξύ θεωρίας και πράξης σε μία πολιτική χειραφετημένη από μία κοινωνία κυριαρχούμενη από το κεφάλαιο. Αυτό ήταν το περιεχόμενο του φιλελευθερισμού του Λένιν, η “διαλεκτική” μαρξιστική του απόπειρα: όχι να αρνηθεί, αλλά μάλλον να εκπληρώσει τα desiderata της αστικής κοινωνίας, η εκπλήρωση των οποίων παρεμποδιζόταν μεν από το κεφάλαιο αλλά η πραγμάτωσή τους μπορούσε να επιτευχθεί μονάχα “ενδογενώς”.

Η διαμάχη γύρω από τον Λένιν

Ο Λένιν αποτελεί την πιο αμφιλεγόμενη μορφή στην ιστορία του μαρξισμού, και ίσως μία από τις πιο αμφιλεγόμενες μορφές σε όλη την ιστορία. Ως τέτοια είναι αδύνατη η ψύχραιμη αποτίμησή της, χωρίς την εμπλοκή πολεμικής. Ωστόσο έχει επίσης γίνει αδύνατη, μετά τον Λένιν, η αποτίμηση του μαρξισμού χωρίς αναφορά σ’ αυτόν. Σε γενικές γραμμές ο μαρξισμός διχάζεται σε δεδηλωμένες “λενινιστικές” και αντιλενινιστικές” τάσεις: με ποια έννοια ο Λένιν αποτελούσε προχώρημα ή καταστροφή για τον μαρξισμό; Υπάρχει όμως και ένας άλλος τρόπος προσέγγισης του Λένιν: ως έκφρασης της ιστορικής κρίσης του μαρξισμού. Με άλλα λόγια, ο Λένιν ως ιστορική μορφή είναι αναπόφευκτα σημαντικός ως εκδήλωση της κρίσης του μαρξισμού. Το ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Λένιν παρείχε μία βάση για την προαγωγή αυτής της κρίσης, ο τρόπος με τον οποίο η πόλωση γύρω από τον Λένιν θα μπορούσε να παρέχει τη βάση για την προαγωγή του δυνητικού μετασχηματισμού του ίδιου του μαρξισμού, σε σχέση με την επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων. Αυτό που προκύπτει σαφώς από τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους συνήθως προσεγγίζεται ο Λένιν, είναι πως η αναγκαιόρητα αυτού του μετασχηματισμού και προαγωγής του μαρξισμού έχει εκφραστεί μονάχα με στρεβλό τρόπο. Για παράδειγμα, το ζήτημα της μαρξιστικής “ορθοδοξίας” παρεμποδίζει την ορθή αποτίμηση του Λένιν. Υπήρχε μια θεμελιώδης αμφισημία στον τρόπο με τον οποίο ο μαρξισμός αντιμετώπισε τη δικιά του ιστορική κρίση, ως προς την πιστότητα ή αναθεώρηση του Μαρξ, π.χ. στην αποκαλούμενη “ρεβιζιονιστική διαμάχη” κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Λένιν ήταν ένας από τους ηγετικούς αντιρεβιζιονιστές ή “ορθόδοξους¨μαρξιστές. Κάτι που ισχύει και για άλλους ριζοσπάστες στοχαστές της Δεύτερης Διεθνούς, όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Λέον Τρότσκυ. Το ερώτημα είναι: με ποιο τρόπο αυτοί οι ριζοσπάστες, και κυρίως ο Λένιν, νόμιζαν πως η αφοσίωση στον Μαρξ ήταν απαραίτητη για την προαγωγή και τον μετασχηματισμό του μαρξισμού;

Ο θεωρητικός της σχολής της Φραγκφούρτης, Τέοντορ Αντόρνο, στο βιβλίο του Αρνητική Διαλεκτική (1966), έγραφε για την παρακμή του μαρξισμού λόγω “ταμπού στο τρόπο σκέψης και δογματισμού”. Καμία άλλη μορφή στην ιστορία του μαρξισμού δεν ταλαιπωρήθηκε από τέτοιο δογματισμό και ταμπού όσο ο Λένιν. Για τον Αντόρνο, μορφές όπως ο Λένιν ή η Λούξεμπουργκ ή ο Κάουτσκυ δεν θα ‘πρεπε να προσεγγίζονται μονάχα σε σχέση με τη θεωρητική σκοπιά που πρότειναν ή τις έμπρακτες δράσεις που αναλάμβαναν, αλλά μάλλον κατά τον τρόπο που συσχέτιζαν θεωρία και πράξη, δηλαδή γιατί σκεπτόντουσαν πως έκαναν ό,τι έκαναν, όταν το έκαναν. Όπως το έθεσε ο ίδιος ο Αντόρνο, η θεωρία και πράξη έχουν μία μεταβαλλόμενη σχέση η οποία “κυμαίνεται” ιστορικά. [2]

Λένιν: ιστορία όχι γραμμική αλλά σπειροειδής

Ο Λένιν, και άλλοι μαρξιστές, θεωρούσαν πως το πολιτικό κόμμα εκτελούσε σημαντική λειτουργία σε σχέση με τη συνείδηση, και έγραψε στο “Τι να κάνουμε;” για την κεντρική “σημασία της θεωρητικής πάλης” για τη διαμόρφωση ενός τέτοιου κόμματος. Η θεωρία για τον Λένιν δεν αποτελούσε απλώς ζήτημα γενίκευσης από την εμπειρία με όρους δοκιμής και λάθους, όπως στην παραδοσιακή (προκαντιανή) επιστημολογία, αλλά ζήτημα εγελιανής, “διαλεκτικής” έννοιας της ιστορίας: μ’ αυτόν τον τρόπο ο Λένιν κατανοούσε τη “θεωρία”. Γι’ αυτόν η ιστορία δεν προχωρούσε γραμμικά αλλά “σπειροειδώς”, μέσω επαναλήψεων και οπισθοδρομήσεων, όχι μέσω απλής γραμμικής “προόδου”. Μ’ αυτή την έννοια, το παρελθόν θα μπορούσε να αποτελεί προαγωγή του παρόντος ή το παρόν θα μπορούσα να εκπληρώσει στιγμές του παρελθόντος, αλλά υπό διαφορετικές συνθήκες. Και παρόμοιες διαφορετικές συνθήκες δεν γίνεται να αντιμετωπιστούν απλώς ως “προοδευτικές”. Υπήρχε μάλλον για τον Λένιν μία σημαντική αμφισημία στην ιστορία, καθώς αυτή επιδεικνύει τόσο πρόοδο όσο και οπισθοδρόμηση. Στο λήμμα για τον Καρλ Μαρξ της Σοβιετικής Εγκυκλοπαίδειας (Γκρανάτ), περιγράφοντας τη διαλεκτική από μία μαρξική σκοπιά, ο Λένιν έγραφε:

“Στην εποχή μας η ιδέα της ανάπτυξης, της εξέλιξης, διαπέρασε σχεδόν ολοκληρωτικά την κοινωνική συνείδηση, όμως από άλλους δρόμους, όχι μέσω της φιλοσοφίας του Χέγκελ. Ωστόσο η ιδέα αυτή, όπως τη διατύπωσαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, στηριγμένοι στον Χέγκελ, είναι πολύ πιο ολόπλευρη, πολύ πιο πλούσια σε περιεχόμενο, απ’ ό,τι η συνηθισμένη ιδέα της εξέλιξης. Μια ανάπτυξη που φαίνεται σαν να επαναλαμβάνει τις βαθμίδες που ήδη διέτρεξε, μα τις επαναλαμβάνει διαφορετικά, σε ανώτερη βάση («άρνηση της άρνησης»), μια ανάπτυξη, μπορούμε να πούμε, σπειροειδής και όχι σε ευθεία γραμμή· –μια ανάπτυξη αλματοειδής, καταστροφική, επαναστατική· –«τομές εντός του συνεχούς»· μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα· –εσωτερικές ωθήσεις προς ανάπτυξη, που προέρχονται από την αντίφαση, από τη σύγκρουση των διαφόρων δυνάμεων και τάσεων που επιδρούν πάνω σε ένα δοσμένο σώμα ή στα πλαίσια ενός δοσμένου φαινομένου ή μέσα σε μια δοσμένη κοινωνία· –αλληλεξάρτηση και στενότατη, αδιάρρηκτη αλληλουχία όλων των πλευρών κάθε φαινομένου (η ιστορία αποκαλύπτει ολοένα και νέες πλευρές), αλληλουχία που μας δίνει την ενιαία, την καθολική διαδικασία της κίνησης, η οποία ακολουθεί ορισμένους νόμους –αυτά είναι μερικά γνωρίσματα της διαλεκτικής, της πιο πλούσιας (από τη συνηθισμένη) σε περιεχόμενο θεωρίας της ανάπτυξης.” [3]

Με τον μαρξισμό αναγνωρίστηκε η “κρίση” της αστικής κοινωνίας. Η κρίση της αστικής κοινωνίας περί το 1848 χαρακτηρίστηκε από τον Μαρξ, προκλητικά, “κεφάλαιο”. Ο Λένιν (μεταξύ άλλων ριζοσπαστών της Δεύτερης Διεθνούς όπως η Λούξεμπουργκ και ο Τρότσκυ) θεωρούσε πως η ιστορία της νεώτερης εποχής είχε οπισθοδρομήσει μέσω της “προόδου” από το 1848, τον καιρό των Μαρξ και Ένγκελς, από τη στιγμή του “Κομμουνιστικού Μανιφέστου”, ακριβώς μέσω της σπειροειδούς ανάπτυξης που καταδείκνυε πως και γιατί η επακόλουθη ανάπτυξη του μαρξισμού επιζητούσε την επανάκτηση του 1848. Αποτελούσε η ιστορία μετά το 1848 πρόοδο ή οπισθοδρόμηση; Με μία έννοια, και τα δύο. Σ’ αυτή την ιστορία, η αστική κοινωνία εμφανιζόταν συγχρόνως να ολοκληρώνει και να αρνείται τον εαυτό της. Με άλλα λόγια, η αστική κοινωνία είχε γίνει ο εαυτός της περισσότερο από ποτέ. Από μια άλλη σκοπιά, ωστόσο, είχε απομακρυνθεί από τα προηγούμενα επιτεύγματά της, και μάλιστα τα υπονόμευε (για παράδειγμα με την επανεμφάνιση της δουλείας κατά τις δεκαετίες που οδήγησαν στον αμερικανικό εμφύλιο). Συνεπώς, οι ριζοσπάστες της Β’ Διεθνούς επιδίωξαν την επιστροφή στις πρωταρχικές δυνατότητες της αστικής κοινωνίας κατά την πρώτη στιγμή της κρίσης της, περί το 1848. Όπως το έθεσε ο Καρλ Κράους, με τρόπο που επηρέασε βαθιά τους Μπένγιαμιν και Αντόρνο, “η καταγωγή είναι ο στόχος”.[4] Παρότι η κρίση του κεφαλαίου ή της αστικής κοινωνίας μεγάλωνε, το ζήτημα ήταν εάν η κρίση προαγόταν, αναπτυσσόταν. Οι ριζοσπάστες της Β’ Διεθνούς αναγνώριζαν πως ενώ η κρίση του κεφαλαίου, με την έννοια του Μαρξ, μεγάλωνε, η κρίση έπρεπε να οδηγηθεί σε ανάπτυξη/προαγωγή, καθώς η ιστορία δεν προοδεύει αυτόματα. Μ’ αυτήν την έννοια υπήρχε δυνητικά μία επιστροφή της στιγμής του 1848 κατά την ανάπτυξη του ίδιου του μαρξισμού, η οποία δεν ήταν παρά η δυνατότητα να γίνει η αυξανόμενη κρίση – ό,τι η Λούξεμπουργκ και ο Λένιν αποκαλούσαν “ιμπεριαλισμό” και ό,τι ο Λένιν όριζε ως “ανώτερο στάδιο” του καπιταλισμού – ιστορική ανάπτυξη.

Το παράδοξο αυτής της ανάπτυξης και του μετασχηματισμού του ίδιου του μαρξισμού μέσω της επιστροφής σε μία παρελθούσα στιγμή δυνατότητας και συνακόλουθης “κρίσης”, εκφράστηκε οξυδερκώς από τον Καρλ Κορς, ο οποίος έγραψε το 1923 στο δοκίμιό του “Μαρξισμός και φιλοσοφία” τα εξής:

“Η μεταμόρφωση και ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας έγινε υπό το ιδεολογικό κάλυμμα της επιστροφής στην αποκαθαρμένη διδασκαλία ενός αυθεντικού ή αληθινού μαρξισμού. Εύκολα καταλαβαίνουμε όμως τόσο τις αιτίες γι’ αυτήν την κάλυψη, όσο και τον πραγματικό χαρακτήρα που αποκρύβεται εξαιτίας της. Αυτό που έκαναν και κάνουν στο πεδίο της μαρξιστικής θεωρίας, θεωρητικοί όπως η Λούξεμπυοργκ στη Γερμανία και ο Λένιν στη Ρωσία, είναι η απελευθέρωσή της από τις παραλυτικές παραδόσεις [της σοσιαλδημοκρατίας]. Ανταποκρίνονταν συνεπώς στις πρακτικές ανάγκες ενός νέου επαναστατικού σταδίου προλεταριακής ταξικής πάλης, εφόσον αυτές οι παραδόσεις βάραιναν “σαν εφιάλτης” στον νου των εργαζόμενων μαζών, των οποίων η αντικειμενικά επαναστατική κοινωνικο-οικονομική θέση δεν συμβάδιζε πλέον μ’ αυτές τις πρώιμες εξελικτικές θεωρίες. Η εμφανής αναβίωση της αυθεντικής μαρξιστικής θεωρίας στην Τρίτη Διεθνή είναι απλά αποτέλεσμα του γεγονότος ότι σε μία νέα επαναστατική περίοδο πρέπει να λάβουν σαφή επαναστατική μορφή, όχι μόνο το ίδιο το εργατικό κίνημα, αλλά και οι θεωρητικές έννοιες των κομμουνιστών που το εκφράζουν. Γι’ αυτόν τον λόγο αναβιώνεται τώρα μεγάλο μέρος του μαρξιστικού συστήματος το οποίο φαινόταν να έχει ουσιαστικά ξεχαστεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.” [5]

Ποιες ήταν συνεπώς αυτές οι “επαναστατικές” πτυχές του μαρξισμού που ανακτήθηκαν κατά τη διάρκεια της “κρίσης του μαρξισμού” (όπως το έθεσε ο Κορς), και με ποιον τρόπο συνέβαλε ο Λένιν στην ανάτκησή τους;

Ο Λένιν και το πολιτικό κόμμα

Σε μία σκοτεινή αλλά ενδεικτική παρατήρηση στην πρώτη υποσημείωση του βιβλίου “Τι να κάνουμε;”, ο Λένιν τόνιζε:

“Με την ευκαιρία, σημειώνουμε ότι στην ιστορία του νεώτερου σοσιαλισμού […] υπάρχει το εξαιρετικά παρήγορο φαινόμενο […] της σύγκρουσης διαφόρων κατευθύνσεων εντός του σοσιαλιστικού κινμήματος […]. Σ’ αυτές τις διαμάχες μεταξύ λασσαλικών και αϊζεναχικών, γκεντιστών και ποσσιμπιλιστών, φαβιανών και σοσιαλδημοκρατών, οπαδών της Ναρόντναγια Βόλια και των σοσιαλδημοκρατών […], σ’ αυτή την πρώτη, πραγματικά διεθνή σύγκρουση με τον σοσιαλιστικό οπορτουνισμό, η διεθνής επαναστατική σοσιαλδημοκρατία ίσως δυναμώσει αρκετά ώστε να βάλει τέρμα στην πολιτική αντίδραση που από καιρό βασιλεύει στην Ευρώπη” [6]

Με άλλα λόγια, θα μπορούσε η επεξεργασία του προβλήματος του οπορτουνιστικού και ρεφορμιστικού “ρεβιζιονισμού” εντός του μαρξισμού να αποτελέσει μέσο υπέρβασης του κεφαλαίου; Κάτι τέτοιο θα έμοιαζε σαν ο εγωκεντρισμός του μαρξισμού να έφτανε στο απόγειό του. Υπήρχε όμως επαρκής αιτιολόγηση γι’ αυτό. Δεν ήταν μόνο ο Λένιν (μετά το “Τι να κάνουμε;”) που ήθελε τους μενσεβίκους έξω από τη ρωσική σοσιαλδημοκρατία (ο Λένιν συμφωνούσε με τους μενσεβίκους ως προς την ανάγκη αποκλεισμού των αποκαλούμενων “οικονομιστικών” τάσεων του μαρξισμού και των εργατικών οργανώσεων της εβραϊκής Μπουντ), αλλά και όπως σπάνια τονίζεται η Λούξεμπουργκ επίσης ήθελε του ρεφορμιστές ρεβιζιονιστές έξω από το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (ο Κάουτσκυ φλυαρούσε ατελείωτα επί του θέματος αυτού). Οι Λένιν και Λούξεμπουργκ ήθελαν να διασπάσουν τη Δεύτερη Διεθνή ενάντια στους ρεφορμιστές (ή “οπορτουνιστές”).

Ο Λένιν δεν πίστευε μονάχα ότι οι διασπάσεις, δηλαδή οι πολιτικές διαιρέσεις, στην αριστερή πτέρυγα του εργατικού κινήματος ήταν εφικτές και επιθυμητές, αλλά και ότι ήταν απαραίτητες. Οι μόνες διαφορές του Λένιν με μορφές όπως οι Λούξεμπουργκ και Κάουτσκυ αφορούσαν μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες παρόμοιες ρήξεις λάμβαναν ή μπορούσαν ή έπρεπε να λάβουν χώρα. Η Λούξεμπουργκ για παράδειγμα πίστευε ότι η ρήξη εντός της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας το 1903 ήταν πρώιμη κι έτσι διαφωνούσε με τον Λένιν και τους μπολσεβίκους για τα οφέλη της. Και, κυρίως, το πρόβλημα δεν ήταν απλώς εάν μία πολιτική διάσπαση μπορούσε ή έπρεπε να λάβει χώρα, αλλά πως, και ακόμα, πότε. Η πολιτική θεωρούνταν ένα ιστορικό φαινόμενο.

Υπάρχει το συγκεκριμένο ζήτημα του “κόμματος” ως μορφή πολιτικής. Οι Μαρξ και Ένγκελς έγραψαν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ότι “οι κομμουνιστές δεν σχηματίζουν ένα ξεχωριστό κόμμα αντιτιθέμενο στα υπόλοιπα κόμματα της εργατικής τάξης”. Αυτό φαινομενικά αποτελεί πρόβλημα για την περίπτωση του Λένιν, ο οποίος είναι διαβόητος σχετικά με το “κομματικό πρόβλημα”. Θέτει όμως ένα πρόβλημα για το ζήτημα του μαρξισμού γενικότερα, στο μέτρο που ο μαρξισμός εναντιώθηκε σε άλλες, αντιτιθέμενες, πολιτικές τράσεις εντός της εργατικής τάξης, όπως για παράδειγμα στον αναρχισμό κατά την Α’ Διεθνή. Τι είχε αλλάξει από την εποχή των Μαρξ και Ένγκελς σε σχέση με αυτή του Λένιν;

Ως μαρξιστές, οι Λένιν και Λούξεμπουργκ θεωρούσαν πως αγωνίζονταν για την ηγεσία του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος και του πολιτικού του κόμματος. Αλλά δεν ταυτίζονταν απλώς είτε με το κόμμα είτε με το κίνημα, η καταγωγή των οποίων ήταν ανεξάρτητη απ’ αυτούς. Τόσο το εργατικό κίνημα όσο και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα θα υπήρχαν ακόμα και χωρίς τον μαρξισμό. Συνεπώς το κόμμα ήταν ένα εργαλείο, όπως και το ίδιο το εργατικό κίνημα. Απαντώντας στην παρατήρηση του Μπερνστάιν ότι “το κίνημα είναι το παν, ο σκοπός τίποτα”, η Λούξεμπουργκ προχώρησε μέχρι το σημείο να δηλώσει ότι χωρίς τον σκοπό του σοσιαλισμού το εργατικό κίνημα δεν ήταν τίποτα ή, ίσως ακόμα χειρότερα από το τίποτα, επιδείνωνε τα προβλήματα του καπιταλισμού, για παράδειγμα συμβάλλοντας στην ανάδυση της “ιμπεριαλιστικής” μορφής του καπιταλισμού στα τέλη του 19ου αιώνα. Πως κατανόησαν οι μαρξιστές το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα και τα πολιτικά του κόμματα; Για να αντιληφθούμε κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο να λάβουμε υπόψη την κριτική του Μαρξ στο πρόγραμμα της Γκότα, επί του οποίου ιδρύθηκε το γερμανικό SPD, καθώς και τη συνακόλουθη κριτική του Ένγκελς στο πρόγραμμα της Ερφούρτης που κατέστησε τον μαρξισμό επίσημη γραμμή του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Εάν άσκησαν κριτική στα προγράμματα αυτά, η αιτία ήταν πως αυτή είναι η δουλειά των μαρξιστών: η κριτική. Ό,τι και να γραφόταν σ’ αυτά τα προγράμματα είναι σίγουρο ότι θα προκαλούσαν τις κριτικές παρατηρήσεις των Μαρξ και Ένγκελς.

Οι μαρξιστές, δηλαδή οι Μαρξ και Ένγκελς, φαίνεται πως διστακτικά συμφώνησαν με τη διαμόρφωση ενός μόνιμου κόμματος της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά όχι χωρίς σοβαρές επιφυλάξεις και προειδοποιήσεις. Η υποστήριξη της κομματικής πολιτικής ήταν προσωρινή και υπό όρους. Για παράδειγμα, το 1917, ο ίδιος ο Λένιν απείλησε να παραιτηθεί από το κόμμα των μπολσεβίκων. Ο Λένιν θεωρούσε ότι θα μπορούσε να παραιτηθεί από το κόμμα και να συνεχίσει να ηγείται της επανάστασης, ότι θα παραιτούνταν από το κόμμα ώστε να ηγηθεί της επανάστασης.

Ο βιογράφος της Λούξεμπουργκ, ο βρετανός πολιτικός επιστήμονας J.P.Nettl, επικέντρωσε το ζήτημα του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος σε ένα σύνολο προβληματικών εννοιών, οι οποίες συνολικά είχαν αμφισβητηθεί από τη ριζοσπαστική Αριστερά της Β’ Διεθνούς, από μορφές όπως οι Λούξεμπουργκ και Λένιν. Το κόμμα μπορούσε να συλληφθεί σα συσσωρευτής συμφερόντων και ομάδα πίεσης επί του κράτους ώστε να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Ή θα μπορούσε να συλληφθεί, όπως και το είχε συλλάβει απροκάλυπτα η ηγεσία του υπό την οργανωτική πρωτοβουλία του Μπέμπελ και τη θεωρητική πρωτοβουλία του Κάουτσκυ, σαν “κράτος εντός του κράτους” ή, σύμφωνα με την ορολογία του Νετλ, σαν “κόμμα-κληρονόμος”, το οποίο στόχευε στην κατάκτηση της εξουσίας. [7] Εδώ εμπλεκόταν μια προβληματική θεωρία όχι μόνο της επανάστασης αλλά και του σοσιαλισμού. Ιδιαίτερα προβληματική ήταν η ιδέα της οικοδόμησης της οργάνωσης της εργατικής τάξης εντός του καπιταλισμού ώστε όταν η τελική του κρίση κατέφθανε, η πολιτική εξουσία θα έπεφτε στα χέρια των σοσιαλδημοκρατών, οι οποίοι οργάνωναν την εργατική τάξη προβλέποντας μία παρόμοια εξέλιξη των γεγονότων. Όμως οι θεωρητικές αυτές συλλήψεις αμφισβητήθηκαν και δέχθηκαν κριτική, όχι μόνο από μετέπειτα ριζοσπάστες όπως οι Λούξεμπουργκ και Λένιν, αλλά επίσης από τους ίδιους τους Μαρξ και Ένγκελς. Μαρξιστές όπως οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Λούξεμπουργκ ήταν, ορθά, βαθιά καχύποπτοι απέναντι στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ως ένα διαρκή και μόνιμο πολιτικό θεσμό της εργατικής τάξης.

Το πρόβλημα της κομματικής πολιτικής

Για την κατάλληλη εστίαση αυτής της συζήτησης σημαντική προϋπόθεση είναι η επιστροφή στην κλασική φιλελεύθερη περιφρόνηση για τα πολιτικά κόμματα. Δεν υπήρχε όρος που να προκαλεί μεγαλύτερη πολιτική καταφρόνηση από τον “άνθρωπο του κόμματος”, ή την “κομματική” πολιτική, όροι που παραβίαζαν όχι μόνο την αξία των σκεπτόμενων ατόμων αλλά, επίσης, και ίσως πιο σημαντικά, την ίδια την έννοια της πολιτικής στη φιλελεύθερη και δημοκρατική της σύλληψη, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών. Ενώ το κράτος ήταν καταναγκαστικό, οι θεσμοί της κοινωνίας των πολιτών ήταν εθελοντικοί. Στο μέτρο που τα πολιτικά κόμματα, ως μορφές συνένωσης, μπορούσαν να θεωρηθούν οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, η συνάρθρωσή τους, ως σχηματισμών, με την πολιτική εξουσία του κράτους φάνηκε στους κλασικούς φιλελεύθερους στοχαστές ως ιδιαίτερα επικίνδυνη. Ο Χέγκελ ας πούμε, προτιμούσε ρητά την κληρονομική μοναρχία επί της δημοκρατίας ως μορφή εκτελεστικής εξουσίας, ακριβώς επειδή η πρώτη δεν ανέγειρε παρόμοια προβλήματα. Για τον Χέγκελ, η κοινωνία των πολιτών θα παρέμενε περισσότερο ελεύθερη υπό μοναρχικό παρά υπό δημοκρατικό πολίτευμα, καθώς στο τελευταίο θεωρούσε πως η πολιτική εξουσία θα στρεβλωνόταν από ιδιωτικά συμφέροντα. Ο κίνδυνος εντοπιζόταν στη δυνατότητα μίας ομάδας της κοινωνίας των πολιτών να καταλάβει την κρατική εξουσία για τα στενά, ιδιωτικά της συμφέροντα. Επιπλέον, στην κλασική φιλελεύθερη παράδοση, η ιδέα του “επαγγελματία πολιτικού” ήταν αυστηρά ελεγχόμενη. Όσοι εμπλέκονταν στην κρατική πολιτική το έκαναν μάλλον μέσω άλλων θεσμών της κοινωνίας των πολιτών, ως επιχειρηματίες, καθηγητές, ιερείς κλπ, και μόνο διστακτικά αναλάμβαναν το καθήκον ενός δημόσιου αξιώματος: “είναι μια βρώμικη δουλειά αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει”.

Αυτό το πρόβλημα της νεώτερης πολιτικής και οι μορφές του επανεμφανίστηκε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα με στοχαστές όπως ο Ρόμπερτ Μίχελς, μαθητής και συνεργάτης του Μαξ Βέμπερ, που ασχολήθηκε επίσης με το πρόβλημα της νεώτερης “γραφειοκρατίας” και, σε μία έρευνα που αποτέλεσε ορόσημο, συνέκρινε το γερμανικό SPD με το Δημοκρατικό Κόμμα στις ΗΠΑ, ειδικά σε σχέση με το ζήτημα της “κομματικής μηχανής”, με τα “εκλογικά της αφεντικά”, ή αλλώς της μηχανικής κομματικής πολιτικής, και με τη συνακόλουθη τάση προς ό,τι ο Μίχελς αποκάλεσε “ολιγαρχία”. Ο Μίχελς υπήρξε μέλος του SPD, στη ριζοσπαστική του τάση, μέχρι το 1907. (Ο Μίχελς, που μελέτησε επίσης το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ιταλίας, στρατεύτηκε αργότερα στον ιταλισμό φασισμό υπό τον πρώην σοσιαλιστή Μπενίτο Μουσολίνι, επειδή νόμιζε πως ο φασισμός αποτελούσε λύση στο πρόβλημα της γραφειοκρατίας, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Συνεπώς, το πρόβλημα της κομματικής πολιτικής ήταν οικείο θέμα την εποχή του Λένιν. Για τους ριζοσπάστες μαρξιστές της Β’ Διεθνούς, όπως οι Λούξεμπουργκ και Λένιν, το εργατικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δεν προοριζόταν να αποτελέσει συσσωρευτή συμφερόντων και διαρκή πολιτικό θεσμό κοινωνικής εξουσίας, όπως το Δημοκρατικό Κόμμα στις ΗΠΑ (το οποίο έγινε εν τέλει το κόμμα των εργατικών συνδικάτων). Ποια ήταν, τότε, η λειτουργία του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος σύμφωνα με τους Λένιν και Λούξεμπουργκ;

Προφανώς, οι πολιτικοί προβληματισμοί του Λένιν δεν ήταν ίδιοι μ’ αυτούς των φιλελεύθερων οι οποίοι επιδίωκαν να αποτρέψουν την παρεμπόδιση του δυναμισμού της κοινωνίας των πολιτών στον καπιταλισμό από την αποστέωση της πολιτικής εξουσίας. Γιατί ο προβληματισμός του Λένιν αφορούσε πάνω απ’ όλα την επανάσταση, δηλαδή τον ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Ήταν όμως το πρόβλημα της πολιτικής κατά συνέπεια τόσο διαφορετικό στην περίπτωση του Λένιν; Αυτό εγείρει το σημαντικό πρόβλημα της συσχέτισης της κοινωνικής επανάστασης και μετασχηματισμού με την “πολιτική” στη νεώτερη σημασία της. Δηλαδή, εάν ο Λένιν ενδιαφερόταν για το “τέλος” της πολιτικής όπως την είχε συλλάβει ο φιλελευθερισμός και όπως ασκούνταν στον καπιταλισμό, ή αντίθετα εάν ενδιαφερόταν για την αφαίρεση του εμποδίου που είχε καταλήξει να είναι ο καπιταλισμός ως προς την άσκηση της πολιτικής. Με ποιον τρόπο η υπέρβαση του κοινωνικού προβλήματος του καπιταλισμού είχε γίνει μία νέα αρχή για την αληθινή άσκηση της πολιτικής; Μ’ αυτή την έννοια, είναι σημαντικό να διερευνήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική μεσολάβηση γεννήθηκε αλλά εν τέλει διαμορφώθηκε και διαστρεβλώθηκε από τη νεώτερη κοινωνία του κεφαλαίου, ειδικά μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση.

Η “πολιτική” είναι νεώτερο φαινόμενο. Η νεώτερη πολιτική καθορίζεται από την κρίση του κεφαλαίου στη νεώτερη ιστορία. Ο παραδοσιακός πολιτισμός, πριν από την αστική καπιταλιστική εποχή, βίωνε κρίσεις οι οποίες μπορούσαν να θεωρούνται μόνο φυσικές ή θεϊκές ως προς τις αιτίες τους. Η νεώτερη κοινωνία, για τους μαρξιστές (αλλά και τους φιλελεύθερους) βιώνει μάλλον ανθρωπογενείς κρίσεις, οι οποίες συνεπώς μπορούν να υπαχθούν στη σφαίρα της πολιτικής. Πράγματι η αστική πολιτική απαντά στη διαρκή κρίση του καπιταλισμού – με μία έννοια, μόνο αυτό κάνει – όμως απαντά ανεπαρκώς, φυσικοποιώντας πτυχές του καπιταλισμού οι οποίες θα έπρεπε να θεωρούνται μεταβλητές, αλλά οι οποίες, σύμφωνα με τους μαρξιστές, μπορούν να θεωρούνται ως τέτοιες, ριζικά και με συνέπεια μεταβλητές, από μία προλεταριακή ή εργατική σοσιαλιστική σκοπιά. Συνεπώς, η νεώτερη πολιτική κατατρύχεται από το “φάντασμα του κομμουνισμού” ή σοσιαλισμού. Όπως το έθεσε ο Μαρξ, στη 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, “κάθε αίτημα για την απλούστερη αστική οικονομική μεταρρύθμιση, τον πιο κοινό φιλελευθερισμό, τον πιο τυπικό ρεπουμπλικανισμό, την πιο ανούσια δημοκρατία, […] στιγματίζεται ως ‘σοσιαλισμός’.”[8] Περαιτέρω, το συγκεκριμένο νόημα του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού υπόκειται σε αλλαγή. Για τους μαρξιστές, το αίτημα για σοσιαλισμό τον 19ο αιώνα αποτέλεσε μηχανή καπιταλιστικής ανάπτυξης, με την ιστορική έννοια. Η ιστορία (story) του σοσιαλισμού είναι συνδεδεμένη με την ανάπτυξη του κεφαλαίου, και το πρόβλημα του εάν και πως η κρίση του μεγαλώνει και προάγεται.

Επιπλέον, το πρόβλημα της κομματικής πολιτικής per se είναι ένα φαινόμενο της μετά-το-1848 εποχής, αξεδιάλυτο από τον νεώτερο σοσιαλισμό. Με άλλα λόγια, η κρίση της αστικής κοινωνίας του κεφαλαίου μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση και η αποτυχία της “κοινωνικής δημοκρατίας” (“social republic”) το 1848, ήταν η κρίση της αστικής κοινωνίας ως φιλελεύθερης. Η άνοδος της κομματικής πολιτικής συνεπώς ήταν στοιχείο του αυξανόμενου αυταρχισμού της αστικής κοινωνίας, της αποτυχίας του φιλελευθερισμού. Ως τέτοιος, ο σοσιαλισμός χρειαζόταν να αναλάβει τα προβλήματα της αστικής κοινωνίας του κεφαλαίου τα οποία η αστική πολιτική είχε εγκαταλείψει στον μετά-το-1848 κόσμο. Για τον Μαρξ, το πρόβλημα εντοπιζόταν κατεξοχήν στον δημοφιλή αυταρχισμό του Λουδοβίκου Βοναπάρτη ενάντια στους φιλελεύθερους της Δεύτερης Γαλλικής Δημοκρατίας, με κορύφωση το coup d’état και την εγκαθίδρυση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Όπως το έθεσε ο Μαρξ, οι καπιταλιστές δεν ήταν πλέον ικανοί, και οι εργάτες δεν ήταν ακόμα ικανοί να διαφεντεύουν την αστική κοινωνία του κεφαλαίου. Η κομματική πολιτική συνεπώς ήταν συνδεδεμένη με το ιστορικό φαινόμενο του Βοναπαρτισμού.

Ο Λένιν και η κρίση του μαρξισμού

Κατά την περίοδο στενής συνεργασίας μεταξύ της Λούξεμπουργκ και του Λένιν κατά τη Ρωσική Επανάσταση του 1905, η Λούξεμπουργκ εξαπέλυσε μία κριτική της σχέσης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και των εργατικών συνδικάτων στην μπροσούρα της “Μαζική απεργία, πολιτικό κόμμα και συνδικάτα”. (Επίσης, την ίδια περίοδο η Λούξεμπουργκ υπερασπίστηκε τον Λένιν γράφοντας ενάντια στην κατηγορία περί “μπλανκισμού” που του είχαν προσάψει οι μενσεβίκοι, την οποία αποκαλούσε “σχολαστική”, θεωρώντας πως λέει πολλά περισσότερα για τον ρεφορμιστικό οπορτουνισμό αυτών που εξαπέλυαν τις κατηγορίες εναντίον του Λένιν, παρά για τον ίδιο τον στόχο τους [9]). Στην μπροσούρα της για τη μαζική απεργία, η Λούξεμπουργκ σκιαγράφησε εξειδικευμένους και μη-ταυτόσημους ρόλους για τα διάφορα στοιχεία που επισήμαινε στον τίτλο της, δηλαδή για τις απεργιακές επιτροπές, τα πολιτικά κόμματα, και τα εργατικά συνδικάτα (δεν έκανε αναφορά συγκεκριμένα στα “σοβιέτ”, ή αλλιώς εργατικά συμβούλια). Μ’ αυτή την έννοια, η “μαζική απεργία” ήταν για τη Λούξεμπουργκ ένα σύμπτωμα της ιστορικής ανάπτυξης και κρίσης της ίδιας της δημοκρατίας. Αυτό δημιουργούσε ένα πρόβλημα πολιτικής, και όχι απλά τακτικής. Δηλαδή, για τη Λούξεμπυργκ, η μαζική απεργία αποτελούσε φαινόμενο του τρόπου με τον οποίο η σοσιαλδημοκρατία είχε αναπτύξει τα πολιτικά της κόμματα και εργατικά συνδικάτα, φέρνοντας στο προσκήνιο νέες ιστορικές αναγκαιότητες. Η μποροσούρα της Λούξεμπουργκ ήταν, πάνω απ’ όλα, μία κριτική του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, το οποίο αντιμετώπιζε ως ιστορικό σύμπτωμα. Αυτό προεικόνιζε η πρότερη μπροσούρα της Λούξεμπουργκ (“Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση;”) όπου διευθετούσε το ζήτημα της raison d’être του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος (τον συνδυασμό πολιτικού κόμματος και εργατικών συνδικάτων).

Μέσω αυτής της σκοπιάς σύλληψης της ιστορίας του εργατικού κινήματος και του ίδιου του μαρξισμού ως ενδογενών στοιχείων της ιστορίας του καπιταλισμού, γίνεται εφικτή η κατανόηση της περαιτέρω έκφρασης της πολιτικής στα μετέπειτα έργα του Λένιν, όπως το “Κράτος και επανάσταση” και τον “Αριστερισμό”, όπως και η κατανόηση των πολιτικών συγκρούσεων που συνόδευαν το νεαρό σοβιετικό κράτος από τη Ρωσική Επανάσταση μέχρι τον εμφύλιο πόλεμο και τη σταθεροποίηση του διεθνούς καπιταισμού μετά το πέρας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Λένιν διατήρησε μια αυστηρά μινιμαλιστική σύλληψη του κράτους, περιορίζοντάς το στο μονοπώλιο της εξουσίας για την άσκηση εξαναγκασμού, με σκοπό ακριβώς την αποφυγή της πανπεριεκτικής σύλληψης του κράτους ως το άλφα και το ωμέγα της πολιτικής. Παρομοίως, ο Λένιν έκρινε ως “παδική” την ανυπομονησία των υποτιθέμενων ριζοσπαστών απέναντι στις υπάρχουσες μορφές πολιτικής μεσολάβησης, όπως τα κοινοβούλια, τονίζοντας αταλάντευτα πως ενώ ο μαρξισμός μπορεί να έχει ξεπεράσει “θεωρητικά” μια φιλελεύθερη σύλληψη του κράτους, αυτό δεν είχε ακόμα επιτευχθεί “πολιτικά”, δηλαδή στην πράξη. Απαντώντας στην προτροπή του Τρότσκυ για τη στρατιωτικοποίηση των εργατικών συνδικάτων στο σοβιετικό κράτος, ο Λένιν επέμενε ότι τα συνδικάτα ήταν απαραίτητο να παραμείνουν ανεξάρτητα, όχι μόνο από το κράτος, αλλά και από το ίδιο το κομμουνιστικό κόμμα. Οι εργάτες χρειάζονταν την ικανότητα, σύμφωνα με τον Λένιν, να διεκδικούν τα δικαιώματά τους απέναντι στο κόμμα και το κράτος. Αναγνώριζε την αναγκαιότητα μίας ρητώς εκφρασμένης μη-ταυτότητας μεταξύ του κράτους, των πολιτικών κομμάτων, και άλλων εθελοντικών θεσμών της κοινωνίας των πολιτών όπως τα συνδικάτα. Θεμελίωση αυτής της πεποίθησης αποτελούσε η οπτική του Λένιν επί των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες θεωρούσε πως δεν μπορούσαν να καταργηθούν με ένα χτύπημα μέσω της πολιτικής επανάστασης. Παρά τη “συντριβή” του, το κράτος θα μπορούσε να ανασυγκροτηθεί, όχι επί τη βάσει μίας νέας κοινωνικής αρχής, αλλά της συνέχισης αυτού που ο Λένιν αποκαλούσε “αστικό δίκαιο”, για μεγάλο διάστημα μετά την πολιτική ανατροπή, και την κοινωνική εξάλειψη ακόμα, της διακριτής καπιταλιστικής τάξης. Το “αστικό δίκαιο” επιβίωνε ακριβώς μεταξύ των εργατών (και άλλων πρότερα εκμεταλλευόμενων μελών της κοινωνίας) κι έτσι αναπόφευκτα καθοδηγούσε τις κοινωνικές τους σχέσεις, καθιστώντας αναγκαίο ένα κράτος το οποίο θα μπορούσε μονάχα να “απονεκρωθεί”. Η πολιτική θα μπορούσε μονάχα με αργούς ρυθμούς να μετασχηματιστεί.

Τέλος, προκύπτει το ζήτημα της επίμονης προσκόλλησης του Αντόρνο στον Λένιν, παρά τις φαινομενικές, με την πρώτη ματιά, παράταιρες αντιφάσεις σε σχέση με την οπτική και πολιτική πρακτική του ίδιου του Λένιν. Για παράδειγμα, σε ένα όψιμο δοκίμιο του 1969, ο Αντόρνο επαινούσε το συνταγματικό σύστημα των ΗΠΑ για τον “διαχωρισμό των εξουσιών” και το σύστημα “ελέγχου και ισορροπιών” ως κρίσιμα για τη διατήρηση της κριτικής λειτουργίας του Λόγου (reason) στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.[10] Αλλά αυτό για τον Αντόρνο ήταν ένα παράδειγμα, το οποίο δεν θα έπρεπε να υποστασιοποιείται ως τέτοιο. Η ταύτιση της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας στο “σοβιετικό” σύστημα των “εργατικών συμβουλίων” συλλαμβανόταν από τον Λένιν, όπως πολύ καλά ήξερε ο Αντόρνο, ως συνυπάρχουσα με διακριτές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών όπως τα πολιτικά κόμματα, τα εργατικά συνδικάτα και άλλες εθελοντικές ομάδες, κι έτσι δεν παραβίαζε αναγκαστικά, και σίγουρα όχι από πρόθεση, τον κριτικό ρόλο της πολιτικής μεσολάβησης στα διάφορα επίπεδα της κοινωνίας.

Η σύγχυση και συνταύτιση του μοντέλου κομματικής πολιτικής του Λένιν σα μορφή κρατικής πολιτικής κατά την επιδίωξη του σοσιαλισμού, αποτελεί μεγάλο λάθος. Ο Λένιν προϋπέθετε τη σημαντική μη-ταυτότητά τους. Αντιλαμβανόταν το κόμμα ως ένα μόνο μεταξύ πολλών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένων πολλαπλών κομμάτων της εργατικής τάξης τα οποία θα συανγωνίζονταν να κερδίσουν την υποστήριξή της, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και πολλαπλών “μαρξιστικών” κομμάτων, τα οποία θα διαφοροποιούνταν ως προς τον τρόπο συσχέτισης θεωρίας και πράξης, μέσων και σκοπών.

Αντιθέτως, δεν υπήρχε τίποτα τόσο καταπιεστικό και αυταρχικό όσο το σοσιαλδημοκρατικό “κόμμα ολόκληρης της τάξης” όπως το εννοούσε ο Κάουτσκυ (ή ο Μπέμπελ) – όσο το σοσιαλδημοκρατικό σύνθημα “μία τάξη, ένα κόμμα”, σύμφωνα με το οποίο στο μέτρο που οι καπιταλιστές έχουν ενιαίο συμφέρον ενάντια στους εργάτες, οι εργάτες πρέπει να ενοποιηθούν ενάντια στους καπιταλιστές. Εξάλλου ήταν το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που εξαπέλυσε την αντεπανάσταση ενάντια στους Λένιν και Λούξεμπουργκ.

Ο Λένιν διατήρησε την πολιτική διχάζοντας τον μαρξισμό. Αυτό δεν συγχωρέθηκε ποτέ στον Λένιν. Αλλά, ακριβώς γι’ αυτό είναι που πρέπει να τον θυμόμαστε.

Υποσημειώσεις:

[1]. Moshe Lewin, Lenin’s Last Struggle (Ann Arbor: University of Michigan Press, 2005).

[2]. Adorno, Negative Dialectics, trans. E. B. Ashton (New York: Continuum, 1973), 143.

[3]. Lenin, Karl Marx: A Brief Biographical Sketch with an Exposition of Marxism, II. “The Marxist Doctrine,” in Lenin, Collected Works vol. 21 (Moscow: Progress Publishers, 1974). Originally published in 1915. Available on-line at: <http://www.marxists.org/archive/lenin/works/1914/granat/ch02.htm>.
Τροποιήσαμε τη μετάφραση του TVXS
http://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CE%BF-%CE%B2%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%AF%CF%81-%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BD-%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B5%CE%B9-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BB-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE

[4]. Cited by Benjamin in “On the Concept of History,” Selected Writings vol. 4 1938–40 (Cambridge, MA: Harvard, 2003), 395.

[5]. Korsch, “Marxism and Philosophy,” in Marxism and Philosophy, ed. and trans. Fred Halliday (New York: Monthly Review Press, 2008), 67–68.

[6]. Lenin, What Is to Be Done? Burning Questions of Our Movement (1902), available on-line at: <http://www.marxists.org/archive/lenin/works/1901/witbd/i.htm>.

[7]. Peter Nettl, “The German Social Democratic Party 1890-1914 as Political Model,” Past and Present 30 (April 1965).

[8]. Marx, The Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte, in Robert Tucker, ed., Marx-Engels Reader 2nd edition (New York: Norton, 1978), 602.

[9]. Rosa Luxemburg, “Blanquism and Social Democracy” (1906). Available on-line at: http://www.marxists.org/archive/luxemburg/1906/06/blanquism.html.

[10]. Adorno, “Critique,” Critical Models: Interventions and Catchwords, trans. Henry W. Pickford (New York: Columbia University Press, 1998).

Ο ανθρωπάκος και η φιλοσοφία της ελευθερίας 

Η ελευθερία πρέπει να πραγματωθεί στον σοσιαλισμό. Όσο το παρόν σύστημα φέρει το όνομα «ελευθερία» και εκλαμβάνεται ως φιλελεύθερο, τόσο περισσότερο ασαφείς είναι συνήθως οι παραστάσεις σχετικά με την ελευθερία.

Κατά συνέπεια, ο καθένας που έχει τα μάτια του ανοικτά και λιγοστά χρήματα στο πορτοφόλι του εξοικειώνεται συχνά με αυτήν τη φιλοσοφική έννοια. Π.χ. ζητά από κάποιον γνωστό του να προσληφθεί στην επιχείρησή του. Αυτό δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τη φιλοσοφία. Όμως, ο γνωστός συνοφρυώνεται και παραπέμπει στην αντικειμενική αδυνατότητα· η επιχείρηση πηγαίνει χάλια, πρέπει μάλιστα να απολύσει πολλούς εργαζόμενους. Ο αιτών δεν πρέπει να του κρατάει κακία, διότι δεν είναι στο χέρι του, η ελευθερία του δεν φθάνει τόσο μακριά.

Ο επιχειρηματίας εξαρτάται από νόμους, οι οποίοι δεν έχουν σχεδιασθεί με γνώση και βούληση ούτε από τον ίδιο ούτε από κάποιον άλλο, ούτε από μια δύναμη στην οποία οι άνθρωποι έχουν αναθέσει αυτή την εντολή· αφενός, οι μεγάλοι καπιταλιστές και πιθανώς αυτός ο ίδιος χρησιμοποιούν με επιδεξιότητα αυτούς τους νόμους, αφετέρου, η ύπαρξή τους γίνεται δεκτή ως γεγονός. Η οικονομική άνθηση ή ύφεση, ο πληθωρισμός, οι πόλεμοι, όπως επίσης οι απαραίτητες για τη δεδομένη κοινωνική κατάσταση ιδιότητες των ανθρώπων και των πραγμάτων, καθορίζονται διαμέσου τέτοιων νόμων, διαμέσου της ανώνυμης κοινωνικής πραγματικότητας, όπως η περιστροφή της γης [καθορίζεται] διαμέσου των νόμων της νεκρής φύσης. Κανένα μεμονωμένο άτομο δεν μπορεί να προκαλέσει κάποια αλλαγή.

Ο αστικός τρόπος σκέψης δέχεται αυτή την πραγματικότητα ως υπεράνθρωπη· φετιχοποιεί την κοινωνική διαδικασία. Μιλά για τη μοίρα και είτε την ονομάζει τυφλή είτε προσπαθεί να την ερμηνεύσει μυστικιστικά· παραπονιέται για την απουσία νοήματος του όλου ή παραδίδεται στις άγνωστες βουλές του Κυρίου. Στην πραγματικότητα, όμως, όλα τα φαινόμενα που γίνονται αντιληπτά ως τυχαία ή ερμηνεύονται μυστικιστικά εξαρτώνται από τους ανθρώπους και τη ρύθμιση της κοινωνικής τους ζωής. Ως εκ τούτου, αυτά μπορούν να αλλάξουν. Αν οι άνθρωποι συνειδητά έπαιρναν την κοινωνική διαδικασία της ζωής τους στα χέρια τους και αντικαθιστούσαν τον αγώνα των καπιταλιστικών επιχειρηματικών ομίλων με μια αταξική οικονομία που λειτουργεί βάσει σχεδίου, τότε, επίσης, οι επιδράσεις της παραγωγικής διαδικασίας πάνω στους ανθρώπους και τις σχέσεις τους θα μπορούσαν να εποπτευθούν και να ρυθμισθούν. Ό,τι σήμερα στις ιδιωτικές και επιχειρηματικές συναλλαγές των ατόμων φαίνεται ως φυσικό γεγονός αφορά τις αδιαφανείς επιπτώσεις της κοινωνικής συμβίωσης συνολικά, συνεπώς τα ανθρώπινα και όχι τα θεϊκά προϊόντα.

Καθόσον αυτές οι επιδράσεις της κοινωνικής ζωής υπάρχουν ανεξέλεγκτα, άβουλα, ασυνείδητα, ως συνισταμένη πολλών ατομικών βουλήσεων που έχουν ασαφή εξάρτηση και δύναμη, ακόμα και η ελευθερία του ατόμου ελαττώνεται σε εξωφρενικά μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με ό,τι θα ήταν αναγκαίο σύμφωνα με την κατάσταση των διαθέσιμων δυνάμεων. Όταν ο επιχειρηματίας που δέχθηκε την αίτηση για την πρόσληψη του γνωστού του απορρίπτει αυτή την επιθυμία, παραπέμποντας στις περιστάσεις που καθιστούν αδύνατη την εκπλήρωσή της, με αυτό τον τρόπο νομίζει ότι παραπέμπει σε κάτι εντελώς αντικειμενικό, τελείως ανεξάρτητο από αυτόν, στην πραγματικότητα όπως αυτή είναι καθ’ εαυτήν. Αφού όλοι οι άλλοι, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου που ζητά να προσληφθεί, βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, αφού όλοι αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα, που οι ίδιοι δημιούργησαν στην κοινωνική τους δραστηριότητα, ως ξένη, σύμφωνα προς την οποία πρέπει να ευθυγραμμισθούν, υπάρχουν μεν πολλοί αυτουργοί αλλά κανένα συνειδητό και, επομένως, ελεύθερο υποκείμενο των κοινωνικών σχέσεων· οι άνθρωποι πρέπει να υποταχθούν στις καταστάσεις, τις οποίες οι ίδιοι διαρκώς δημιουργούν ως ένα ξένο, πανίσχυρο πράγμα.

Βεβαίως, οι γνωστικές ενέργειες δεν επαρκούν προκειμένου να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Το λάθος δεν συνίσταται σε καμία περίπτωση στο γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν το υποκείμενο, αλλά στο γεγονός ότι αυτό δεν υπάρχει. Είναι σημαντικό να συνδράμουμε ώστε να δημιουργηθεί αυτό το υποκείμενο που διαμορφώνει συνειδητά την κοινωνική ζωή· αυτό το ίδιο δεν είναι τίποτα άλλο παρά η σοσιαλιστική κοινωνία που ρυθμίζει το Είναι της και οργανώνεται ορθολογικά. Στην παρούσα κοινωνία υπάρχουν μεν μεμονωμένα υποκείμενα, των οποίων η ελευθερία περικόπτεται κατά πολύ διαμέσου του ασύνειδου χαρακτήρα της δράσης τους, αλλά δεν υπάρχει καμία ουσία που δημιουργεί την πραγματικότητα, καμία συνεκτική αιτία. Καθώς η θρησκεία και η μεταφυσική υποστηρίζουν ότι υπάρχει μία τέτοια αιτία, προσπαθούν να εμποδίσουν τους ανθρώπους να τον δημιουργήσουν με τις δικές τους δυνάμεις.

Όπως είναι αυτονόητο, η παρούσα έλλειψη ελευθερίας δεν ισχύει για όλους με τον ίδιο τρόπο. Η συμφωνία του παραγόμενου [προϊόντος] με το συμφέρον του παραγωγού είναι μια στιγμή ελευθερίας. Όλοι οι εργαζόμενοι άνθρωποι, ακόμα και οι μη εργαζόμενοι, συμμετέχουν μεν στην παραγωγή της υπάρχουσας πραγματικότητας, αλλά ο βαθμός της προαναφερθείσας συμφωνίας είναι πάρα πολύ διαφορετικός. Εκείνοι στους οποίους υπάρχει η συμφωνία σε υψηλό βαθμό εμφανίζονται με ορισμένο τρόπο υπεύθυνοι για αυτήν· έχουν δίκιο, όταν μιλούν για τη «δική μας» πραγματικότητα σε πληθυντικό μεγαλοπρέπειας. Μολονότι δεν έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι τον κόσμο, εντούτοις, δεν αποτινάσσεται η υποψία ότι θα είχαν διαμορφώσει τον κόσμο έτσι ακριβώς. Γι’ αυτούς, είναι απολύτως ορθό ότι η δημιουργία και η διατήρηση της πραγματικότητας στην παρούσα κοινωνική μορφή συντελείται τυφλά· έχουν κάθε λόγο να καταφάσκουν το προϊόν αυτής της τυφλής διαδικασίας. Συνεπώς, ενισχύουν τους μύθους γύρω από την καταγωγή της. Όμως, για εκείνον τον ανθρωπάκο, ο οποίος ζητούσε να προσληφθεί και απορρίφθηκε διαμέσου της παραπομπής στις αντικειμενικές συνθήκες, είναι, αντιθέτως, εξαιρετικά σημαντικό να έρθει στο φως η καταγωγή αυτών των αντικειμενικών συνθηκών, έτσι ώστε να μην παραμείνουν τόσο δυσμενείς για τον ίδιο. Όχι μόνον η δική του ανελευθερία αλλά και η ανελευθερία των άλλων μετατρέπεται στη συμφορά του. Το δικό του συμφέρον ωθεί τον ανθρωπάκο στη μαρξιστική διασάφηση της έννοιας της ελευθερίας.

Συζήτηση για την επανάσταση

Ο γνήσιος αστός έχει την ικανότητα να παρατηρεί τα πάντα αντικειμενικά, στη μεταπολεμική Γερμανία μάλιστα, ακόμη και την επανάσταση. Μόλις ο αστός εισάγει αντικειμενικά την επανάσταση ή την πολιτική της προετοιμασία στη σφαίρα των σκέψεών του, η επανάσταση εμφανίζεται όπως οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα εντός της δεδομένης κοινωνικής πραγματικότητας και αξιολογείται αντιστοίχως. Καθόσον ο επιχειρηματίας στην καπιταλιστική παραγωγή δεν αναλογίζεται τόσο τη χρηστική αξία των προϊόντων του όσο τις αποτελεσματικές μεθόδους παραγωγής και πώλησης, κατά την αντικειμενική αξιολόγηση μιας κοινωνικής δραστηριότητας δεν ενδιαφέρεται τόσο για το περιεχόμενο όσο για την εκτέλεση. Ως εκ τούτου, στη Γερμανία το επαναστατικό κόμμα κατηγορείται περισσότερο για την κακή διεκπεραίωση παρά για τον στόχο, ο οποίος μετά το τέλος του πολέμου συγκεντρώνει αρκετές πιθανότητες επιτυχίας· στιγματίζεται η ανικανότητα της ηγετών.

Βέβαια, αυτή η κατάσταση δεν καθορίζεται μόνον από τα προαναφερθέντα τυπικά στοιχεία της αστικής σκέψης αλλά επίσης από πολύ περισσότερο χειροπιαστές αιτίες. Όχι μόνο στον αριστερό αστικό χώρο αλλά στην ψυχή ευρύτερων αντεπαναστατικών στρωμάτων, τα οποία μετά την αποτυχημένη προλεταριακή δράση αποδοκιμάζουν την ηγεσία, ο ψυχολόγος θα διακρίνει το κρυφό αίσθημα της ενοχής, [δηλαδή] ότι κάποιος δεν συμμετείχε αυτός ο ίδιος, και τον ασυνείδητο θυμό, [δηλαδή] ότι δεν έγινε τίποτα. Επίσης, παίζει ρόλο η ανίερη, βαθιά ριζωμένη στην ευρωπαϊκή ζωή πίστη στην επιτυχία ως θεϊκή κρίση. Η επανάσταση είναι κακή, για όσο χρόνο δεν έχει νικήσει.

Τα ελαττώματα της επαναστατικής ηγεσίας μπορεί στην πραγματικότητα να είναι μια ατυχία. Μολονότι ο πολιτικός αγώνας ενάντια στην απανθρωπιά της παρούσας κατάστασης διεξάγεται με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, [εντούτοις] αυτός είναι η μορφή που λαμβάνει η βούληση για μια καλύτερη τάξη πραγμάτων στην παρούσα ιστορική στιγμή, ενώ με αυτό τον τρόπο τον συλλαμβάνουν πολλές χιλιάδες καταπιεσμένων και βασανισμένων σε ολόκληρη τη γη. Οποιαδήποτε ανεπάρκεια των ηγετών δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτοί αποτελούν την κεφαλή αυτού του αγώνα. Όποιος συνδέεται άμεσα με ένα μαχητικό κόμμα μπορεί ενδεχομένως να επηρεάσει την πορεία του· επίσης, αυτός που αναμφισβήτητα έχει θεωρητική και αγωνιστική συγγένεια με αυτό το κόμμα μπορεί ενδεχομένως για κάποιο χρονικό διάστημα να ασκήσει γόνιμη κριτική στην ηγεσία από τα έξω.

Όμως, ένα προλεταριακό κόμμα δεν μπορεί να μετατραπεί σε αντικείμενο θεωρητικής κριτικής, διότι κάθε λάθος του είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το κόμμα δεν αποτράπηκε από τη διάπραξη λαθών διαμέσου της αποτελεσματικής συμμετοχής καλύτερων δυνάμεων. Αν ο θεωρητικός κριτικός μπορούσε να έχει ενισχύσει αυτές τις δυνάμεις διαμέσου της δικής του δραστηριότητας στο κόμμα, αυτό δεν μπορεί να κριθεί από τις εκ των υστέρων δηλώσεις του σχετικά με τις ενέργειες του κόμματος, διότι μένει αιωνίως αβέβαιο, αν η άποψη του πάνω στη δεδομένη κατάσταση θα είχε διαφωτίσει τις μάζες, αν οι αναγκαίες οργανωτικές ικανότητες είχαν συνδεθεί με τη θεωρητική υπεροχή του, εν συντομία, αν η πολιτική του εν γένει ήταν ή δεν ήταν δυνατή. Η πρόχειρη αντίρρηση είναι ότι οι ηγέτες έχουν στην κατοχή τους τα εξουσιαστικά μέσα του κόμματος, ότι ο μηχανισμός του κόμματος καταπνίγει τα μεμονωμένα άτομα και, κατά συνέπεια, κάθε απόπειρα των συνετών στερείται εκ των προτέρων προοπτικής. Μήπως η πολιτική βούληση σε κάθε στιγμή της ιστορίας δεν συνάντησε αντίστοιχα εμπόδια προκειμένου να επικρατήσει! Σήμερα τα εμπόδια μπορεί να στοιβάζονται ακριβώς μπροστά στον διανοούμενο· όμως, ποιος θα μπορούσε να αποδείξει με διαφορετικό τρόπο, συγκριτικά με αυτούς που ξεπερνούν πρακτικά τις υπάρχουσες ελλείψεις, ότι αυτά τα εμπόδια, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συσχετίσεις τους, δεν είναι αμελητέα; Η αστική κριτική στον προλεταριακό αγώνα είναι μια λογική αδυνατότητα.

Ο αστικός τρόπος σκέψης αρμόζει στο οικονομικό σύστημα, από το οποίο έχει γεννηθεί. Η ισχύς των κυρίαρχων μοτίβων σκέψης ακυρώνεται στο πολιτικό κίνημα, το οποίο πασχίζει να αντικαταστήσει την παρούσα κοινωνική μορφή με μια καλύτερη, διότι αυτή [η ισχύς] δεν υπόκειται στην εξουσία των οικονομικών νόμων του καπιταλισμού παρά μόνο με πολλαπλώς μεσολαβημένο και συγκεχυμένο τρόπο. Στον καπιταλισμό κάθε πρωτοβουλία που διεκπεραιώνεται ανεπαρκώς ρυθμίζεται αυτόματα. Η διαπίστωση ότι η [οικονομική] διεύθυνση είναι ανίκανη επαληθεύεται, καθώς η επιχείρηση χρεοκοπεί και η οικονομική λειτουργία της εκτελείται στο μέλλον από κάποια καλύτερη διεύθυνση. Συνεπώς, υπάρχει ένα αντικειμενικό μέτρο για την εκτέλεση των κοινωνικών δραστηριοτήτων, το οποίο δεν εξαρτάται από την κριτική. Το μέτρο στηρίζεται στην ακόλουθη διαπίστωση: όπου χρησιμοποιείται εργασία στο καπιταλιστικό σύστημα, βρίσκονται άνθρωποι που η εργασία τους ανταποκρίνεται στον βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Όπου παρατηρείται μια δυσλειτουργία, αποκαθίσταται αμέσως. Αυτή η αποκατάσταση, όμως, δεν ισχύει σε καμία περίπτωση για την προλεταριακή ηγεσία. Όσοι σκοτώνονται ή σακατεύονται αναπληρώνονται κακήν κακώς από τις σειρές των αγωνιζόμενων, διότι ο εχθρός ξέρει να πετυχαίνει όσους είναι επικίνδυνοι για αυτόν. Ο κόσμος στον οποίο μεγαλώνει η προλεταριακή ελίτ δεν είναι ακαδημίες αλλά αγώνες στις φάμπρικες και τα συνδικάτα, πειθαρχικές ποινές, βρώμικες αντιπαραθέσεις εντός και εκτός κομμάτων, φυλακίσεις και παρανομία. Γι’ αυτό δεν συνωστίζονται οι φοιτητές όπως στις αίθουσες παραδόσεων και τα εργαστήρια της αστικής τάξης. Η επαναστατική καριέρα δεν διέρχεται μέσα από συμπόσια και τίτλους τιμής, ενδιαφέρουσες έρευνες και μισθούς καθηγητών αλλά μέσα από την αθλιότητα, τη ντροπή, την αχαριστία, τη φυλακή· οδηγείται στο άγνωστο που φωτίζεται μόνον από μια σχεδόν υπεράνθρωπη πίστη. Ως εκ τούτου, όσοι άνθρωποι είναι απλώς ταλαντούχοι ακολουθούν σπάνια την επαναστατική καριέρα.

Σημείωση:
Είναι πιθανόν ότι σε στιγμές όπως οι παρούσες η επαναστατική πίστη συνδυάζεται δύσκολα με τη μεγαλύτερη διορατικότητα για την πραγματικότητα· βέβαια, οι αναγκαίες ιδιότητες μιας ηγεσίας του προλεταριακού κόμματος θα μπορούσαν να βρεθούν τώρα ακριβώς σε ανθρώπους, οι οποίοι ακριβώς σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους δεν είναι οι βέλτιστοι. Το «υψηλότερο επίπεδο» της αστικής κριτικής, το λεπτότερο ηθικό της συναίσθημα δεν κατάγονται από την απομάκρυνσή της από τον ενεργό πολιτικό αγώνα; Ειλημμένη ως γενικό αξίωμα, αυτή η απομάκρυνση δεν θα ήταν η θανατική καταδίκη της ελευθερίας; Δικαιολογούνται οι άνθρωποι με «υψηλότερο επίπεδο» να καταδικάζουν τους ανθρώπους που αγωνίζονται ενεργά;

Ενδείξεις

Ο ηθικός χαρακτήρας των ανθρώπων μπορεί να γίνει γνωστός με βεβαιότητα διαμέσου απαντήσεων σε καθορισμένα ερωτήματα. Αυτά τα ερωτήματα είναι διαφορετικά για κάθε εποχή και κυρίως, επίσης, για κάθε κοινωνικό στρώμα. Σε καμία περίπτωση δεν αναφέρονται πάντα σε αντικείμενα της ίδιας τάξης μεγέθους. Στις πρώτες εκατονταετίες του δικού μας ημερολογίου το ερώτημα για τον χριστιανισμό μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων σε ορισμένα τμήματα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν σαφώς ένα τέτοιο κλειδί, ενώ στη Γερμανία του 1917 το ερώτημα για την ποιότητα του ψωμιού από πατάτα. Εν έτει 1930 η στάση απέναντι στη Ρωσία ρίχνει φως στη νοοτροπία των ανθρώπων. Η κατάσταση που επικρατεί εκεί είναι εξόχως προβληματική. Δεν έχω την πεποίθηση ότι γνωρίζω προς τα πού κατευθύνεται η χώρα· αναμφίβολα υπάρχει πολλή αθλιότητα. Όμως, όποιος μεταξύ των μορφωμένων δεν αντιλαμβάνεται τίποτα από την προσπάθεια [που γίνεται] στη Ρωσία και κομπάζει με ελαφριά καρδιά, όποιος σε αυτό το σημείο αποφεύγει να σκεφθεί την αναγκαιότητα, είναι ένας μίζερος σύντροφος, του οποίου η συναναστροφή δεν αποφέρει κανένα κέρδος. Όποιος έχει μάτια να βλέπει τη μάταιη αδικία του ιμπεριαλιστικού κόσμου, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξηγηθεί διαμέσου της τεχνικής αδυναμίας, θα αντιληφθεί τα γεγονότα στη Ρωσία ως τη συνεχιζόμενη επώδυνη προσπάθεια να ξεπερασθεί αυτή η φοβερή κοινωνική αδικία ή, τουλάχιστον, θα ρωτήσει καρδιοχτυπώντας αν διαρκεί ακόμη αυτή η προσπάθεια. Αν τα φαινόμενα διέψευδαν την προσπάθεια, θα γαντζωνόταν στην ελπίδα, όπως ένας καρκινοπαθής στην αμφίβολη είδηση ότι τα μέσα για την καταπολέμηση της ασθένειάς του έχουν βρεθεί.

Όταν ο Καντ έλαβε τις πρώτες ειδήσεις για τη Γαλλική Επανάσταση, έπρεπε να αλλάξει εφεξής τον συνηθισμένο του περίπατο. Επίσης, οι φιλόσοφοι του παρόντος διαισθάνονται την έλευση μιας καινούργιας εποχής, όχι όμως για την ανθρωπότητα αλλά για το απαίσιο βασίλειο φαντασμάτων της μεταφυσικής τους.

Σοσιαλισμός και μνησικακία

Η αποδοκιμασία των κινήτρων που ωθούν στην πραγμάτωση της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, όπως η σύγχυση και η αποθάρρυνση των ανθρώπων που καθορίζονται από αυτά τα κίνητρα, έχει τρομερή επιτυχία!

Στις συζητήσεις για τη δυνατότητα του σοσιαλισμού μπορεί κάποιος να ακούσει συχνά τον ενημερωμένο αντίπαλο να λέει ότι ο ενθουσιασμένος με τον σοσιαλισμό συνομιλητής του πρέπει πρώτα να μελετήσει την πραγματικότητα. Θα αντιληφθεί τότε ότι στον σοσιαλισμό ακόμη και για τον εργάτη τα πράγματα δεν θα ήταν καλύτερα από σήμερα. Προφανώς, για τον πολιτισμένο εργάτη – τουλάχιστον αυτής της γενιάς – τα πράγματα θα γίνουν κατά πολύ χειρότερα από σήμερα, μπορεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του να τρώει φασόλια. Ο υπεροπτικός αντίπαλος ίσως διασαφηνίσει τη γνώμη του διαμέσου του αισχρού αστείου του βαρόνου Rothschild, ο οποίος χάρισε σε έναν σοσιαλιστή ένα τάλαρο και εξήγησε: «Να είστε ικανοποιημένος τώρα, αυτό είναι πολύ περισσότερο από ό,τι σας αναλογεί κατά κεφαλήν στη συνολική ανακατανομή».

Αν ο νεαρός συνομιλητής έχει μαθητεύσει στον μαρξισμό, θα εξηγήσει ότι οι σοσιαλιστές δεν πασχίζουν για την ανακατανομή αλλά για την κοινωνικοποίηση και την αναδιάρθρωση της οικονομίας. Ενδεχομένως, θα δώσει μια θεωρητική διάλεξη. Όμως, μπορεί να ισχυρισθεί ότι με την ανακατανομή κυριαρχεί τουλάχιστον δικαιοσύνη. Σε αυτή την περίπτωση είναι χαμένος· διότι τώρα έχει αποκαλύψει το χυδαίο του φρόνημα, τη γεμάτη με μνησικακία σκέψη του. Σύμφωνα με αυτόν, στην πρώτη γραμμή δεν βρίσκεται καθόλου η υλική βελτίωση· όσοι σήμερα ζουν υποφερτά πρέπει απλώς να μην έχουν περισσότερα από τον ίδιο. Πίσω από τα επιχειρήματά του κρύβεται απλώς το μίσος. Κάποιος μπορεί να τρώει ευχαρίστως φασόλια σε όλη του τη ζωή, αρκεί μόνον ο άλλος να μην τρώει μπριζόλα! Ο νεαρός σοσιαλιστής θα σιωπήσει αμήχανα μπροστά σε αυτήν τη μομφή και ίσως υπερασπίσει τον εαυτό του απέναντι σε αυτήν. Βρίσκεται σε σύγχυση. Δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την καθολική αποδοκιμασία της βούλησης για ελευθερία και δικαιοσύνη, στην οποία αποδίδεται ο τίτλος της μνησικακίας.

Όμως, η ακίνδυνη μπριζόλα, την οποία φθονεί αυτό το απαγορευμένο φρόνημα, είναι το σύμβολο της εξουσίας πάνω στους ανθρώπους, της αυτοτέλειας που στηρίζεται στην πλάτη της αθλιότητας. Ο κίνδυνος, τα βάσανα, ο καταναγκασμός, οι ελλείψεις, η αβεβαιότητα, η συγκέντρωση αυτών των αρνητικών στιγμών της ζωής στην εκμεταλλευόμενη τάξη καθορίζονται σήμερα διαμέσου της συγκέντρωσης των θετικών στιγμών στον εξωφρενικά μικρό αριθμό των ελεύθερων. Στα σχολικά βιβλία η αστική τάξη διηγείται τον ιδεαλισμό των ηρώων, οι οποίοι προτιμούν να πεθάνουν παρά να υποδουλωθούν· απέναντι στον σοσιαλισμό, όμως, η αστική τάξη είναι αρκούντως υλιστική ώστε να αντικρούσει την ορμή για την αποτίναξη του ζυγού, για την κατάλυση της ανισότητας, παραπέμποντας στη φαινομενική αναλήθεια των υλικών βελτιώσεων. Η αγάπη για την ελευθερία καλλιεργείται μόνο στην ψευδή μορφή του εθνικιστικού σωβινισμού. Η συνθήκη των Βερσαλλιών προκαλεί πραγματικά περιττή αθλιότητα· όμως, στη Γερμανία κατηγορείται με σφοδρότητα από αυτούς που διατηρούν αμείλικτα την καπιταλιστική ιδιοκτησιακή τάξη πραγμάτων, η οποία καθιστά δυνατή τη συνθήκη των Βερσαλλιών. Αυτή η τάξη πραγμάτων, στην οποία καταδικάζονται τα παιδιά του προλεταριάτου σε λιμό και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου των ανώνυμων εταιρειών σε λουκούλλεια γεύματα, γεννά στην πράξη τη μνησικακία.

Πρόοδος

Ο κατασκευαστής πυρομαχικών, ο πολιτικός του και ο στρατηγός του εξηγούν: «Όσο υφίσταται ο κόσμος, θα υπάρχουν πάντα πόλεμοι· δεν υπάρχει καμία πρόοδος». Ως εκ τούτου, κατά πρώτον, η ευχή είναι ο πατέρας της σκέψης· κατά τα άλλα, αυτή η πεποίθηση πρέπει επίσης να αφομοιωθεί από τις μάζες. Αυτό είναι πολύ κατανοητό – τρόπον τινά, φανερή, ειλικρινής αποβλάκωση. Οι λογοτεχνικοί υπηρέτες των κυρίαρχων έχουν επιπρόσθετα την ξεδιαντροπιά να θέτουν – με ύφος αμερόληπτων ανθρώπων που γνωρίζουν όλες τις θεωρητικές δυσκολίες – το ερώτημα: «Τι σημαίνει πρόοδος; Το μέγεθος της προόδου μπορεί μόνον να προσεγγίζει την πραγμάτωση κάποιας μεμονωμένης και σχετικά τυχαίας αξίας. Εφόσον εξετάζουμε τη συνολική ιστορία υπό μια τέτοια οπτική γωνία, απολυτοποιούμε κάτι σχετικό, υποστασιοποιούμε κάτι υποκειμενικό, εν συντομία, εισάγουμε τον περιορισμό και τη μονομέρεια στην επιστήμη». Εξαιτίας της οργής τους απέναντι στον σοσιαλιστικό αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο, ο οποίος αντλεί την ελπίδα του από τα αποτελέσματα των προηγούμενων αγώνων, πρωτίστως από τις επαναστάσεις των τελευταίων αιώνων, δημιουργούν την αποκαλούμενη φιλοσοφία της ιστορίας τους. Σάμπως δεν θα ήταν σαφές ποια πρόοδος εννοείται από τους σοσιαλιστές και καταπολεμείται θεωρητικά και πρακτικά από την αντίδραση: η βελτίωση της υλικής ύπαρξης διαμέσου μιας περισσότερο σκόπιμης διαμόρφωσης των ανθρώπινων σχέσεων! Για την πλειονότητα των ανθρώπων, είτε γνωρίζουν είτε δεν γνωρίζουν τα παραπάνω, αυτή η βελτίωση σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει απλώς την πραγμάτωση μιας σχετικά τυχαίας αξίας αλλά το σπουδαιότερο στον κόσμο. Μπορεί η ιστορία υπό αυτή την άποψη να ακινητοποιείται ή να οπισθοδρομεί για μεγάλα διαστήματα, μπορεί η συγκάλυψη αυτού του γεγονότος τα τελευταία εκατό χρόνια να χρησιμοποιήθηκε συχνά ως μέσο εξαπάτησης των μαζών, εντούτοις ο λόγος περί της προόδου είναι ξεκάθαρος και δικαιολογημένος. Η πεποίθηση ότι η πρόοδος ολοκληρώνεται υπό την κυριαρχία των κυρίαρχων ήταν για πολύ καιρό ένα ψέμα στο στόμα των τελευταίων, από το οποίο απομακρύνονται σήμερα οι ίδιοι οι λογοτέχνες τους· ως εκ τούτου, είναι φανερό ότι αυτοί θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν την έννοια της προόδου προκειμένου να διατηρήσουν την κυριαρχία, διότι όπως ακριβώς οι άλλες αστικές ψευδαισθήσεις, όπως η ελευθερία και η ισότητα, αυτή δεν ενεργεί σήμερα, δυνάμει της ιστορικής διαλεκτικής, ως ιδεολογική υπεράσπιση αλλά ως κριτική στις υπάρχουσες καταστάσεις και ως προτροπή για την αλλαγή τους.

Εξάλλου, αυτή η πρόοδος υπό υλιστική έννοια, συνεπώς μια σοσιαλιστική αναδιοργάνωση της κοινωνίας, δεν καθορίζει στην παρούσα στιγμή μόνον τον επόμενο και άμεσα επιδιωκόμενο σκοπό μιας καλύτερης τροφοδοσίας της ανθρωπότητας με τα αναγκαία, αλλά επίσης την πραγμάτωση όλων των αποκαλούμενων πολιτιστικών ή ιδεατών αξιών. Στην πραγματικότητα είναι ορθό ότι η κοινωνική πρόοδος δεν πρέπει [είναι αναγκαίο] να λάβει χώρα· ότι αυτή δεν μπορεί να λάβει χώρα είναι ένα χοντροκομμένο ψέμα· όμως, ότι θα ήταν μονόπλευρο να μετρήσουμε την ιστορία της ανθρωπότητας με την ακόλουθη κλίμακα, σε ποιο βαθμό η ανθρωπότητα εξασφαλίζει μια υποφερτή ύπαρξη στα μέλη της, είναι πραγματικά απλώς φιλοσοφική κενολογία.

Σημείωση:
Η κοινωνική πρόοδος είναι κάθε φορά ένα ιστορικό καθήκον, αλλά δεν είναι μια μυστική αναγκαιότητα. Ότι ο μαρξισμός εξηγεί τη θεωρία της κοινωνίας ως τη θεωρία της πραγματικότητας είναι πολύ κατανοητό. Οι μάζες, οι οποίες υποφέρουν κάτω από την απαρχαιωμένη μορφή της κοινωνίας και περιμένουν τα πάντα από την ορθολογική τους οργάνωση, δεν αντιλαμβάνονται πλήρως ότι η εξαχρείωσή τους, από την οπτική γωνία της αιωνιότητας, είναι ένα γεγονός μεταξύ πολλών άλλων και ότι η θεώρηση του κόσμου από αυτή την οπτική γωνία είναι ακριβώς μόνον μία οπτική γωνία. Όπως ο μεμονωμένος άνθρωπος θεωρεί ότι ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από αυτόν, ότι ο θάνατός του συμπίπτει με την κατάρρευση του κόσμου, έτσι οι μάζες θεωρούν ότι η εκμετάλλευση και η εξαχρείωσή τους είναι η κατ’ εξοχήν εξαχρείωση και ότι η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη βελτίωση της ύπαρξής τους. Όμως, η ιστορία δεν πρέπει [είναι αναγκαίο] να πάρει αυτή την κατεύθυνση, εκτός αν εξαναγκασθεί.

Ο ιδεαλισμός του επαναστάτη

Η άποψη ότι ο μαρξισμός προπαγανδίζει απλώς την ικανοποίηση της πείνας, της δίψας και των σεξουαλικών ορμών του ατόμου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αντικρουστεί διαμέσου του ισχυρισμού ότι ο μαρξισμός είναι πολύ περισσότερο λεπτός, ευγενής, βαθύς και εσωτερικός. Διότι η εξέγερση, η αλληλεγγύη, η αυταπάρνηση είναι εξίσου «υλιστικές» όπως η πείνα· ο αγώνας για τη βελτίωση της μοίρας της ανθρωπότητας εμπεριέχει εγωισμό και αλτρουισμό, πείνα και αγάπη ως φυσικά μέλη αιτιακών αλυσίδων. Φυσικά, η υλιστική θεωρία δεν έχει κανέναν λογικό αποδεικτικό λόγο για την αυταπάρνηση της ζωής. Δεν επιβάλλει τον ηρωισμό ούτε με τη Βίβλο ούτε με τον βούρδουλα, δεν αντικαθιστά την αλληλεγγύη και τη γνώση της αναγκαιότητας της επανάστασης με καμία «πρακτική φιλοσοφία», με καμία θεμελίωση της θυσίας. Πολύ περισσότερο, αυτή είναι το αντίθετο κάθε τέτοιας «ιδεαλιστικής» ηθικότητας. Απελευθερώνει από ψευδαισθήσεις, αποκαλύπτει την πραγματικότητα και εξηγεί τα συμβάντα. Δεν διαθέτει λογικούς αποδεικτικούς λόγους για «υψηλότερες» αξίες· επίσης, όμως, δεν διαθέτει σίγουρα κανέναν αντίλογο απέναντι στην παραδοχή ότι κάποιος συνδράμει με κίνδυνο της ζωής του ώστε να πραγματωθούν οι «κατώτερες» αξίες, τουτέστιν μια υλικά υποφερτή ύπαρξη για όλους. Ο «ιδεαλισμός» εκκινεί από το σημείο στο οποίο αυτή η συμπεριφορά δεν ικανοποιείται με μια φυσιολογική εξήγηση του εαυτού της, αλλά αρπάζεται από το δεκανίκι «αντικειμενικών» αξιών, «απόλυτων» καθηκόντων ή οποιασδήποτε ιδεατής εξασφάλισης και «καθαγιασμού»· συνεπώς, εκκινεί από το σημείο στο οποίο η ανατροπή της κοινωνίας εξαρτάται από τη μεταφυσική – αντί από τους ανθρώπους.

Μεταστροφή της σκέψης

Μεταξύ των μαρξιστών θεωρητικών, η ομολογία των ηθικών κινήτρων – προπαντός του συμπάσχειν, το οποίο μάλιστα ενεργεί ως μυστικό ελατήριο της σκέψης και της δράσης τους – αποδοκιμάζεται, όχι μόνον εξαιτίας της ντροπής [που προκαλεί], αλλά επίσης διότι έχουν αποκομίσει την εμπειρία ότι αυτή η διακήρυξη αντικαθιστά συνήθως την πράξη. Συνειδητά ή μη υποθέτουν ότι η ηθική παρόρμηση επιδρά είτε στην πραγματική δράση είτε στα λόγια. Γι’ αυτό είναι τόσο δύσπιστοι απέναντι στα τελευταία.

Έτσι, όμως, οδηγούνται σε έναν παρόμοιο κίνδυνο όπως κατά τη διαπίστωσή τους ότι η πραγματικότητα περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από τα υλικά αγαθά. Απέναντι στην εμφατική παρατήρηση ότι υπάρχουν επίσης άλλες ανάγκες και άλλες ποιότητες πέρα από την πείνα και την εξουσία, στρέφουν την προσοχή στην πεζή πραγματικότητα, στην οποία όλα περιστρέφονται γύρω από την ικανοποίηση των πιο πρωτόγονων αναγκών· τείνουν να μετατρέψουν την πικρία αυτής της διαπίστωσης σε μια απολογία. Ο ισχυρισμός ότι στην παρούσα πραγματικότητα το ιδεατό είναι μόνο μια ιδεολογική συγκάλυψη μιας κακής υλικής πράξης μεταστρέφεται εύκολα στη σύμφωνη με την πραγματικότητα ορθοφροσύνη ορισμένων δημοσιογράφων και ρεπόρτερ: «Αφήστε μας ήσυχους με την κουλτούρα, ξέρουμε ότι είναι μια απάτη». Είναι πλήρως ικανοποιημένοι και συμφιλιωμένοι με αυτή την κατάσταση.

Σκεπτικισμός και ηθική

Από τους οικονομικούς νόμους που αποκάλυψε ο Μαρξ δεν «ακολουθεί» ο σοσιαλισμός. Βέβαια, υπάρχουν αρκετές επιστημονικές προβλέψεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από ύψιστη αληθοφάνεια, π.χ. ότι αύριο θα ανατείλει ο ήλιος. Αυτές είναι το αποτέλεσμα ενός τεράστιου εμπειρικού υλικού. Όμως, ποιος θα πιστέψει ότι έτσι έχουν τα πράγματα αναφορικά με την πρόβλεψη του σοσιαλισμού;

Ο σοσιαλισμός είναι μια καλύτερη, περισσότερο σκόπιμη κοινωνική μορφή, της οποίας τα στοιχεία υπάρχουν με ορισμένο τρόπο στον καπιταλισμό. Στον καπιταλισμό υπάρχουν «τάσεις», οι οποίες συντελούν στην αλλαγή του συστήματος. Το εμπειρικό υλικό, πάνω στο οποίο στηριζόμαστε για να υποθέσουμε ότι οι τάσεις θα επικρατήσουν πραγματικά, είναι πολύ πενιχρό. Διατρέχουμε ύψιστο κίνδυνο, καθώς ριψοκινδυνεύουμε να διασχίσουμε την άβυσσο πάνω σε γέφυρες, των οποίων οι αρχές κατασκευής δεν θα μπορούσαν να θεμελιωθούν σε ακριβέστερες εμπειρίες παρά στην [ίδια την] έλευση του σοσιαλισμού. –

Παρά την ορθότητά της, αυτή η συνολική εξέταση προσβλέπει ασφαλώς τόσο στην επιδοκιμασία όλων των ευμενών αστών φίλων του σοσιαλισμού όσο και στην ανοχή των εχθρών του. Κάποιος μπορεί να πρεσβεύει τον Μαρξ, όταν διακρίνεται από τον αναγκαίο βαθμό σκεπτικισμού. Όμως, η ευμένεια και η ανοχή εξαφανίζονται αμέσως, όταν συμπληρώσουμε την εικόνα της γέφυρας. Αν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της αδικίας, της ατροφίας των ανθρώπινων ταλέντων, της ψευδολογίας, της άσκοπης ταπείνωσης, εν συντομία, των περιττών υλικών και πνευματικών οδυνών πρόκειται να εξαφανισθούν ή όχι· με άλλα λόγια, αν κάποιος πρέπει να παλέψει για τον σοσιαλισμό· όλα εξαρτώνται από την παράτολμη ενέργεια να φθάσουμε στο άλλο άκρο της γέφυρας. Η σκεπτικιστικά περιοριστική αναγνώριση της μαρξικής θεωρίας, η ευσεβής κατάταξή της στην ιστορία της φιλοσοφίας αντιμετωπίζεται με ευχαρίστηση από την αστική τάξη· το συμπλήρωμα αυτής της θεωρητικής πραγμάτευσης είναι ο πρακτικός προσανατολισμός μέσα στο υπάρχον. Η διαπίστωση ότι από την μαρξιστική θεωρία του σοσιαλισμού δεν «ακολουθεί» τίποτα, μολονότι αυτός καθ’ εαυτόν θα έπρεπε να είναι επιθυμητός, παράγει, χωρίς περαιτέρω προσθήκη, την επιστημονική και ηθική θεμελίωση του καπιταλισμού. Αυτή [η διαπίστωση] εμφανίζεται ως έκφραση του κοινωνικού σκεπτικισμού.

Στην πραγματικότητα, όμως, από τη διασάφηση ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν έχουν «αποδείξει» τον σοσιαλισμό δεν ακολουθεί καμία απαισιοδοξία αλλά η ομολογία της πράξης, την οποία χρειάζεται η θεωρία. Ο Μαρξ έχει αποκαλύψει τον νόμο της κυρίαρχης απάνθρωπης τάξης πραγμάτων και έχει δείξει τον μοχλό, τον οποίο πρέπει να θέσουμε σε κίνηση προκειμένου να δημιουργηθεί μια περισσότερο ανθρώπινη τάξη πραγμάτων.

Ό,τι για τον αστό διανοούμενο είναι μια μετάβαση από το ένα μέρος του συστήματος σε κάποιο άλλο, ένα «πρόβλημα» ανάμεσα στα άλλα, ένα θέμα αναφορικά προς το οποίο αυτά τα προβλήματα στην καλύτερη περίπτωση «διορθώνονται» διαμέσου μερικών επεξηγηματικών σελίδων σε ένα διδακτικό εγχειρίδιο – ήτοι η απάντηση στην ερώτηση, αν η ταξική κοινωνία διαιωνίζεται ή αν καταλήγει να αντικατασταθεί από τον σοσιαλισμό, έχει αποφασιστική σημασία για την πρόοδο της ανθρωπότητας ή την πτώση της στη βαρβαρότητα. Ο τρόπος που διάκειται κάποιος απέναντι στην προηγούμενη ερώτηση δεν προσδιορίζει απλώς τη σχέση της ζωής του προς τη ζωή της ανθρωπότητας αλλά επίσης τον βαθμό της ηθικότητάς του. Ένα φιλοσοφικό σύστημα, μια ηθική, μια διδασκαλία περί ηθικότητας, η οποία [απλώς και μόνο] «τακτοποιεί» τις απαρχαιωμένες σχέσεις ιδιοκτησίας που εμποδίζουν την πρόοδο, την ύπαρξη της ταξικής κοινωνίας και το καθήκον της υπέρβασής της, αντί η ίδια να ταυτίζεται με αυτό το καθήκον είναι το αντίθετο της ηθικότητας, διότι η μορφή που [η ηθικότητα] έχει προσλάβει στο παρόν είναι η πραγμάτωση του σοσιαλισμού. Διαμέσου της σκεπτικιστικής πραγμάτευσης του σοσιαλισμού οι διανοούμενοι χρησιμοποιούν την κυρίαρχη κοινωνική τάξη πραγμάτων. Οι καθηγητές και οι συγγραφείς, οι οποίοι στον κατεστημένο κόσμο απολαμβάνουν υποστήριξη, αναγνώριση και τιμές, συμφωνούν σίγουρα με την «ηθική» αποδοκιμασία μιας εγκληματικής κλοπής. Παρατηρούν ατάραχοι τη νόμιμη κλοπή που υφίστανται αναρίθμητα παιδιά, γυναίκες και άνδρες στα καπιταλιστικά κράτη και ακόμη περισσότερο στις αποικίες, ενώ καρπώνονται το μερίδιό τους από τη λεία. Υποστηρίζουν το σύστημα, καθώς πραγματεύονται με «επιστημονική» γλώσσα τη διδασκαλία της σοσιαλιστικής κοινωνίας δίπλα στα διάφορα προβλήματα των πολιτισμένων βιβλίων και περιοδικών και, αφού χρησιμοποιήσουν μια σκεπτικιστική φράση, επανέρχονται στην ημερήσια διάταξη.

Είναι γνωστό ότι η αστική τάξη μπορεί να «συζητήσει» για τα πάντα. Αυτή η δυνατότητα ανήκει στη δύναμή της. Γενικά, [η αστική τάξη] παρέχει ελευθερία της σκέψης. Μόνον όπου η σκέψη λαμβάνει μια μορφή που ωθεί άμεσα στην πράξη, όπου η σκέψη γίνεται «μη επιστημονική» στην ακαδημαϊκή σφαίρα, εκεί σταματά η βολή. Ο καθαρός σκεπτικισμός είναι ουσιαστικά μια έκφραση του γεγονότος ότι διατηρούνται τα όρια της θεωρίας. Το αντίθετο αυτού του σκεπτικισμού δεν είναι ούτε η αισιοδοξία ούτε το δόγμα αλλά η προλεταριακή πράξη. Αν ο σοσιαλισμός φαίνεται να στερείται αλήθειας, χρειάζεται μια περισσότερο απεγνωσμένη αποφασιστικότητα για να επαληθευθεί. Ό,τι αντιπαρατίθεται στον σοσιαλισμό δεν είναι oι τεχνικές δυσκολίες της διεκπεραίωσης αλλά ο εξουσιαστικός μηχανισμός των κυρίαρχων.

Όμως, αν ο σκεπτικισμός είναι φαύλος, η βεβαιότητα δεν είναι καλύτερη. Η ψευδαίσθηση της φυσικής αναγκαίας έλευσης της σοσιαλιστικής τάξης πραγμάτων δεν θέτει την ορθή δράση σε μικρότερο κίνδυνο από τη σκεπτικιστική δυσπιστία. Αν ο Μαρξ δεν έχει αποδείξει τον σοσιαλισμό, [εντούτοις] έχει καταδείξει ότι στον καπιταλισμό υπάρχουν εξελικτικές τάσεις, οι οποίες καθιστούν τον σοσιαλισμό δυνατό. Όσοι ενδιαφέρονται για τον σοσιαλισμό ξέρουν πού πρέπει να επιτεθούν. Η σοσιαλιστική κοινωνική τάξη πραγμάτων δεν παρεμποδίζεται από την παγκόσμια ιστορία, είναι ιστορικά δυνατή· όμως, δεν πραγματώνεται από μια εμμενή στην ιστορία λογική αλλά από ανθρώπους που είναι εκπαιδευμένοι στη θεωρία και αποφασισμένοι να βελτιώσουν τα πράγματα· διαφορετικά, δεν θα πραγματωθεί καθόλου.


Μετάφραση από τα γερμανικά: Γιώργος Στεφανίδης