RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Archive for tag Chris Cutrone
Mit der erfolgreichen Revolte des Dritten Standes schien es, als würde die Menschheit endlich ihren „natürlichen“ Zustand der Aufklärung erreichen, sowohl hinsichtlich der natürlichen Umwelt wie auch der Beziehungen der Menschen untereinander. Scheinbar unbegrenzte Möglichkeiten eröffneten sich, und das dunkle Zeitalter war endlich für beendet erklärt. Im Zuge der Industriellen Revolution des späten 18. und frühen 19. Jahrhunderts entwickelte sich jedoch ein neuer „Widerspruch“ in der bürgerlichen Gesellschaft: der des Werts des Kapitals gegenüber dem Wert der Arbeitskraft. Mit diesem Widerspruch trat auch ein neuer sozialer und politischer Konflikt zutage: der „Klassenkampf“ der Arbeiter für den Wert ihrer Löhne gegen das unbedingte Gebot der Kapitalisten, den Wert des Kapitals zu bewahren und zu vergrößern.

του Κρις Κατρόουν - Platypus Review 51 | Νοέμβριος 2012

 

Για τους μαρξιστές, η διάκριση μεταξύ των κοινωνικοοικονομικών τάξεων δεν είναι η αιτία του προβλήματος του καπιταλισμού αλλά μάλλον αποτέλεσμά του.

Οι σύγχρονες τάξεις διαφέρουν από τις αρχαίες διαιρέσεις σε κάστες, όπως ήταν εκείνη μεταξύ κλήρου ή ιερατικής κάστας και κληρονομικής αριστοκρατίας ή μεταξύ της κάστας των πολεμιστών και της συντριπτικής πλειονότητας των ανθρώπων: των “κοινών θνητών”, των αδαών στα ζητήματα περί θείου και των δίχως τιμή, που στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας επιβίωναν μέσω της γεωργίας αυτοσυντήρησης ως ένα βουβό παρασκήνιο για τις κοσμικές επιδείξεις του αρχαίου κόσμου.

Η νεωτερική “αστική” κοινωνία, η κοινωνία της σύγχρονης πόλης, είναι το προϊόν της εξέγερσης της Τρίτης Τάξης[1], δηλαδή των κοινών θνητών οι οποίοι δεν είχαν άλλη ιδιοκτησία πέρα από την ίδια τους την εργασία: των “αυτοδημιούργητων” αντρών. Στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, η Τρίτη Τάξη αυτοδιαχωρίστηκε από τις άλλες Τάξεις, εκείνες του κλήρου και της αριστοκρατίας, και αυτοανακηρύχθηκε σε Εθνοσυνέλευση, με τον περίφημο Όρκο του Σφαιριστηρίου. Το γεγονός αυτό εκπλήρωσε το κάλεσμα του Αββά Σεγιές, ο οποίος, στην επαναστατική του παμφλέτα Τι Είναι η Τρίτη Τάξη;, είχε διακηρύξει πως η Τρίτη Τάξη, η οποία στο Παλαιό Καθεστώς ήταν “τίποτα”, θα γινόταν τώρα “τα πάντα”.[2]

Όπως το έθεσε ο Αντόρνο, μαρξιστής του 20ου αιώνα και εκπρόσωπος της Κριτικής Θεωρίας: “Η κοινωνία είναι μια ιδέα της Τρίτης Τάξης”.[3] Εκείνο που εννοούσε με αυτή τη φράση ήταν, ότι σε αντίθεση με τον προγενέστερο αρχαίο πολιτισμό, όπου οι άνθρωποι κατατάσσονταν σύμφωνα με τη θεία θέληση σε μία Μεγάλη Αλυσίδα της Ύπαρξης[4], η Τρίτη Τάξη διατύπωσε την ιδέα ότι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να σχετίζονται μεταξύ τους, επί τη βάσει της “εργασίας” τους ή της δραστηριότητάς τους εντός της κοινωνίας, η οποία θα σταθεροποιούνταν όχι εντός μιας αυστηρής ιεραρχίας παραδοσιακών αξιών, αλλά μέσω μίας “ελεύθερης αγοράς” αγαθών. Εντός της κοινωνίας, οι άνθρωποι θα ήταν ελεύθεροι να ανακαλύψουν τις δικές τους αξίες.

Συνεπώς, η νεωτερική κοινωνία είναι η κοινωνία της Τρίτης Τάξης, μετά την ανατροπή της παραδοσιακής εξουσίας της Εκκλησίας και της φεουδαρχίας. Η νεωτερική, η αστική κοινωνία βασίζεται στις αξίες της Τρίτης Τάξης, οι οποίες επικεντρώνονται στις αξίες της εργασίας. Ανώτατες αξίες της νεωτερικής κοινωνίας δεν είναι η θρησκεία ή η τιμή ενός κώδικα πολεμιστών, αλλά η υλική παραγωγικότητα και αποτελεσματικότητα: το να είσαι “παραγωγικό μέλος της κοινωνίας”. Από την οπτική αυτή, την οπτική της νεωτερικής αστικής κοινωνίας, ολόκληρη η ιστορία εμφανίζεται ως η ιστορία διαφορετικών, προοδευτικά αναπτυσσόμενων “τρόπων παραγωγής” εκ των οποίων ο καπιταλισμός είναι ο τελευταίος και ο ανώτατος. Το παρελθόν καθίσταται μία εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι μοχθούσαν μέσα στην άγνοια και στην προκατάληψη, καθώς συντηρητικές παραδόσεις και αλαζονικές ελίτ τους εμπόδιζαν να συνειδητοποιήσουν τη δυνητική τους παραγωγικότητα και επινοητικότητα. Ο εξαναγκασμός του Γαλιλαίου να ανακαλέσει την επιστημονική του γνώση υπό την απειλή της Εκκλησίας αποτελεί τη χαρακτηριστικότερη απεικόνιση αυτής της κατάστασης.

Με την επιτυχημένη εξέγερση της Τρίτης Τάξης φάνηκε ότι η ανθρωπότητα έφτασε στην “φυσική” κατάσταση του Διαφωτισμού, τόσο σε σχέση με τον φυσικό κόσμο όσο και αναφορικά με τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Φαινομενικά απεριόριστες δυνατότητες διανοίχθηκαν και οι Σκοτεινοί Χρόνοι έφτασαν οριστικά στο τέλος τους.

Όμως, με τη Βιομηχανική Επανάσταση του τέλους του 18ου αιώνα και των αρχών του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε μια νέα «αντίφαση» στην αστική κοινωνία, αυτή της αξίας του κεφαλαίου έναντι της αξίας των μισθών της εργασίας. Με αυτή την αντίφαση προέκυψε μια νέα κοινωνική και πολιτική σύγκρουση, η “ταξική πάλη” των εργατών για την αξία του μισθού τους, ενάντια στην επιταγή των καπιταλιστών για διατήρηση και επέκταση της αξίας του κεφαλαίου. Αυτή η σύγκρουση κατέληξε σε μία ορισμένη κορύφωση στη δεκαετία του 1840-50, που την εποχή εκείνη ήταν γνωστή ως η “πεινασμένη δεκαετία του ’40", η πρώτη παγκόσμια οικονομική κρίση μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση, η οποία φάνηκε να υπερβαίνει την απλή προσαρμογή της αγοράς, επισημαίνοντας νέα και βαθύτερα προβλήματα.

Η νέα αυτή σύγκρουση μεταξύ των εργατών και των καπιταλιστών που ξέσπασε στα μέσα του 19ου αιώνα εκφράστηκε στην επιθυμία για “σοσιαλισμό”, για μία κοινωνία η οποία θα καθίσταται αληθινή απέναντι στον εαυτό της, όπου η αξία της συμμετοχής όλων των μελών της θα αναγνωρίζεται και η ύπαρξή [being] τους θα αφήνεται να συμμετάσχει πλήρως στην ανάπτυξη και στην πολιτική κατεύθυνση της ανθρωπότητας. Αυτή η επιθυμία προέκυψε από την κρίση της δεκαετίας του 1840-50 και εκφράστηκε στις επαναστάσεις του 1848, την “Άνοιξη των Εθνών” στην Ευρώπη, η οποία προέταξε το αίτημα της “κοινωνικής πολιτείας” ή “κοινωνικής δημοκρατίας”, που σημαίνει δημοκρατία επαρκής για τις ανάγκες της κοινωνίας ως σύνολο.

Για τους σοσιαλιστές εκείνης της εποχής, η κρίση της δεκαετίας 1840-50 και οι επαναστάσεις του 1848 κατέδειξαν την ανάγκη και τη δυνατότητα του ξεπεράσματος του καπιταλισμού.

Στα τέλη του 1847, δύο νέοι μποέμιδες διανοούμενοι, ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς, κλήθηκαν από τον Κομμουνιστικό Σύνδεσμο[5] να γράψουν ένα μανιφέστο εν αναμονή των πιθανών επαναστάσεων που εμφανίζονταν στον ορίζοντα. Δημοσιευμένο μόλις λίγες μέρες πριν τις επαναστάσεις του 1848, το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ήταν μία έρευνα για την αντιφατική και παράδοξη κατάσταση της νεωτερικής κοινωνίας, τις ταυτόχρονες ριζοσπαστικές δυνατότητες και τις αυτοκαταστροφικές τάσεις εντός του καπιταλισμού.

Για τους Μαρξ και Ένγκελς, μιας και ήταν καλοί μαθητές της εγελιανής διαλεκτικής της ιστορίας, το φαινόμενο της αντίφασης ήταν η εμφάνιση της δυνατότητας και της αναγκαιότητας για αλλαγή.

Οι Μαρξ και Ένκελς μπορούσαν να είναι σίγουροι για την προφανή, έκδηλη κρίση της νεωτερικής κοινωνίας και για την ανάγκη για ριζική αλλαγή που ξεπρόβαλε στην εποχή τους. Δεν ήταν οι δημιουργοί του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού, αλλά περισσότερο προσπάθησαν να συνοψίσουν την ιστορική εμπειρία της πάλης για σοσιαλισμό στην εποχή τους. Δεν επιδίωξαν να πουν στους εργάτες ποια οφέλη θα είχαν από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού, αλλά περισσότερο προσπάθησαν να βοηθήσουν στην αποσαφήνιση της συνείδησης των ίδιων των εργατών για την ιστορική τους κατάσταση: την κρίση της αστικής κοινωνίας εντός του κεφαλαίου.

Ωστόσο, εκείνο που οι Μαρξ και Ένγκελς αναγνώρισαν ότι ίσως τους διαφοροποιούσε από άλλους σοσιαλιστές, ήταν η συνειδητοποίηση του απολύτως μοναδικού χαρακτήρα της νεωτερικής εργατικής τάξης μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση. Εκείνο που καθιστούσε τη σύγχρονη εργατική τάξη ή το “βιομηχανικό προλεταριάτο” διαφορετική ήταν η υποβολή της σε μαζική ανεργία. Οι Μαρξ και Ένγκελς κατανόησαν αυτή την ανεργία, όχι ως προσωρινό, συγκυριακό φαινόμενο υπεβλημένο από τις διακυμάνσεις της αγοράς, αλλά μάλλον ως μόνιμο χαρακτηριστικό της νεωτερικής κοινωνίας μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση, όπου η διατήρηση της αξίας του κεφαλαίου βρέθηκε σε σύγκρουση με την αξία των εργατικών μισθών. Σε αντίθεση με τον Άνταμ Σμιθ που έζησε στην προ-βιομηχανική εποχή και παρατήρησε ότι υψηλότεροι μισθοί και χαμηλότερα κέρδη οδηγούσαν σε βελτίωση της συνολικής παραγωγικότητας στην κοινωνία, μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση η αυξημένη παραγωγικότητα δεν ήταν αποτέλεσμα της μεγαλύτερης αποδοτικότητας των εργατών αλλά εκείνης των μηχανών. Όπως το έθεσε ο διευθυντής του μαρξιστικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών της Φρανκφούρτης Μαξ Χορκχάιμερ, αυτό σήμαινε ότι “οι μηχανές δεν έκαναν περιττή την εργασία αλλά τους ίδιους τους εργάτες.”[6]

Σε παγκόσμια κλίμακα, η μεγαλύτερη παραγωγικότητα δεν αύξησε την εργατική απασχόληση και τον πλούτο αλλά την ανεργία και τη φωτοχοποίηση, καθώς ο καπιταλισμός κατέστρεψε τους παραδοσιακούς τρόπους ζωής (για παράδειγμα εκείνον των χωρικών) όμως, σε αντίθεση με το αυθεντικό όραμα της εξέγερσης της Τρίτης Τάξης και την υπόσχεση της αστικής επανάστασης ενάντια στην ιεραρχία του Παλαιού Καθεστώτος, απέτυχε στο να [καταστεί ικανός να] παρέχει ουσιαστική παραγωγική απασχόληση και συνεπώς κοινωνική συμμετοχή σε όλους. Η επαγγελία της σύγχρονης πόλης γελοιοποιείται από τις παραγκουπόλεις που φυτρώνουν σαν μανιτάρια σε όλο τον κόσμο. Ο παλιός κόσμος έχει καταστραφεί, όμως ο νέος είναι μετά βίας καλύτερος. Η επαγγελία της ελευθερίας έχει αξιοποιηθεί ανελέητα, όμως η ελπίδα της έλευσής της έχει χαθεί.

Οι μαρξιστές ήταν οι πρώτοι, και έχουν παραμείνει οι πιο συνεπείς στην αναγνώριση της φύσης και του χαρακτήρα αυτής της αντίφασης της νεωτερικής κοινωνίας.

Η διαφορά μεταξύ της εποχής του Μαρξ και της δικής μας δε βρίσκεται στο ουσιώδες πρόβλημα της κοινωνίας: στην αυτο-αντιφατική μορφή της αξίας μεταξύ μισθών και κεφαλαίου αλλά περισσότερο στις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις, οι οποίες κατά κύριο λόγο, σε αντίθεση με την εποχή του Μαρξ, δε λαμβάνουν πλέον τη μορφή του “ταξικού αγώνα” ανάμεσα σε εργάτες και καπιταλιστές. Η “τάξη” έχει γίνει μία παθητική, αντικειμενική κατηγορία, σε αντίθεση με την εποχή του Μαρξ και του ιστορικού μαρξισμού όταν ήταν ενεργητική και υποκειμενική. Εκείνο που οι μαρξιστές αποκάλεσαν κάποτε “ταξική συνείδηση” δεν υπάρχει πια.

Αυτό προσάπτει στην εμπειρία της “τάξης” στο σήμερα έναν ορισμένο βαθμό μελαγχολίας. Η προνομιούχα και η δυσχερής κοινωνική θέση μοιάζουν εξίσου ως κάτι το αυθαίρετο και τυχαίο: όχι μια έκφραση της φερόμενης αξίας του κοινωνικού ρόλου των ανθρώπων αλλά μονάχα της τύχης τους, της καλής ή της κακιάς τους μοίρας. Καθίσταται αδύνατο να εξάγουμε μία πολιτική από ταξική θέση και έτσι άλλου είδους πολιτικές την αντικαθιστούν. Συγκρούσεις επί της κουλτούρας, της εθνότητας και της θρησκείας αντικαθιστούν τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό. Οι φτωχοποιημένοι εργάτες δεν επιτίθονται στις τάξεις [orders] με τα ακραία αμφιλεγόμενα προνόμια, αλλά αντίθετα καταφέρονται ο ένας εναντίον του άλλου μέσα σε αμοιβαίο μίσος. Η συνείδηση της κοινής ταξικής κατάστασης φαντάζει τελείως ασαφής και εγκαταλλειμένη.

Δεν έχουμε εργάτες δίχως τίποτα να χάσουν πέρα από τις αλυσίδες τους, όπως προέβλεψε ο Μαρξ, αλλά μάζες ανέργων που μεταχειρίζονται τις αλυσίδες τους σαν όπλα ο ένας εναντίον του άλλου. Εντωμεταξύ, στο παρασκήνιο, υποβόσκοντας παντού και επισκεπάζοντας τα πάντα, ο καπιταλισμός συνεχίζει. Όμως πλέον δεν αναγνωρίζεται. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη ωστόσο, μιας και η ορθή συνειδητοποίηση του προβλήματος θα μπορούσε να προκύψει μόνο από την πρακτική ενασχόληση με αυτό ως τέτοιο. Το ζήτημα είναι γιατί αυτό φαντάζει τόσο ανεπιθύμητο να γίνει σήμερα. Γιατί έπαψαν οι άνθρωποι να παλεύουν για σοσιαλισμό;

Ακούμε ότι βρισκόμαστε καταμεσής μιας εντεινόμενης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, της μεγαλύτερης μετά τη Μεγάλη Ύφεση των αρχών του 20ου αιώνα. Όμως δε βλέπουμε μία πολιτική κρίση της ίδιας τάξεως μεγέθους. Δεν είναι όπως στη δεκαετία του 1930-40, όταν ο κομμουνισμός και ο φασισμός αμφισβήτησαν τον καπιταλισμό από τα Αριστερά και από τα Δεξιά, επιβάλλοντας εκτενείς κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και πολιτική αλλαγή.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ιδέα του σοσιαλισμού —η ιδέα της κοινωνίας που είναι αληθινή απέναντι στον εαυτό της— έχει απομαγευτεί. Μαζί της εξέλειψε ο ταξικός αγώνας των εργατών ενάντια στους καπιταλιστές ο οποίος επιζητούσε την πραγματοποίηση της  επαγγελίας της ελευθερίας στη νεωτερική κοινωνία. Έχει αντικατασταθεί από ανταγωνιστικές έννοιες περί κοινωνικής δικαιοσύνης δανεισμένες από αρχαίες αξίες. Όμως εφόσον οι πηγές τέτοιου είδους αρχαίων αξιών, για παράδειγμα οι θρησκείες, βρίσκονται σε σύγκρουση, αυτός ο αγώνας για δικαιοσύνη δε στοχεύει στο συνολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, αλλά στην αποκέντρωση του σε ανταγωνιστικές αξίες διαφορετικών “κουλτούρων”. Σήμερα στις Η.Π.Α, φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία αν κανείς ζει σε μία “μπλε ή κόκκινη πολιτεία”, ή ποια είναι “η φυλή, το κοινωνικό φύλο και η σεξουαλικότητά” του, παρά εάν είναι εργάτης ή καπιταλιστής —ό,τι και αν μπορεί αυτό να σημαίνει. Οι πολιτιστικές συγγένειες φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη σημασία από τα κοινωνικοοικονομικά συμφέροντα, καθώς τα τελευταία αρπάζουν φωτιά. Οι άνθρωποι προσκολλώνται στις αλυσίδες τους, σαν τα μόνα πράγματα που γνωρίζουν. |Π

 

Μετάφραση: Δ.Π, Ιούλης 2018

 

[1] Η Τρίτη Τάξη ήταν μία από τις τρεις Γενικές Τάξεις που συμμετείχαν στη Σύγκλιση των Τάξεων που κάλεσε ο Λουδοβίκος ΣΤ ́ το 1789, στις παραμονές της Γαλλικής Επανάστασης. Ο αντίστοιχος όρος στα αγγλικά (estate) και στα γαλλικά (état) διακρίνεται ετοιμολογικά από τον συνήθη όρο που χρησιμοποιήται για την περιγραφή της κοινωνικής τάξης και έχει κοινή ετυμολογία με τον ελληνικό όρο στάσις[ᾰ]. Για τη χρήση του τελευταίου ως δηλωτικού της κοινωνικής θέσης ή της πολιτικής παράταξης βλ. Liddel Henry & Scott Robert, Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης, Πελεκάνος, Αθήνα, 2007

[2] Πρόκειται για παράφραση του αρθρογράφου. Στο ξεκίνημα της διάσημης παμφλέτας του επαναστάτη κληρικού τίθονται τα οι εξής ερωταπαντήσεις: “Τι είναι η Τρίτη Τάξη; -Τα πάντα. Τι ήταν μέχρι σήμερα σε ότι αφορά τα πολιτικά πράγματα; -Τίποτα. Τι διεκδικεί; -Να γίνει κάτι.” βλ. Sieyés Joseph Emmanuel, Quest-ce que le Tiers état?, Éditions du Bucher, 2002, p.1

[3] Στο άρθρο του Αντόρνο “Gesellschaft” γίνεται αναφορά στον Ελβετό ιστορικό της νομικής επιστήμης J.C Bluntschli στον οποίο ανήκει αυθεντικά η φράση.

[4] Η Mεγάλη Aλυσίδα της Ύπαρξης ή “μεγάλη αλυσίδα των όντων” αποτελεί αρχαία φιλοσοφική σύλληψη, σύμφωνα με την οποία μία αυστηρή ιεραρχική δομή διαπερνά το σύνολο των όντων περιλαμβανομένης κάθε μορφής ύλης και ζωής. Στην κορυφή της αλυσίδας βρίσκεται ο Θεός ή το Πρώτο Κινούν και ακολουθούν οι θεοί ή οι άγγελοι, τα ουράνια σώματα, οι βασιλείς, οι ευγενείς, οι κοινοί θνητοί, οι δούλοι, τα ζώα χωρισμένα σε διάφορες κλάσεις κ.ο.κ φτάνοντας στο επίπεδο των ευτελών μετάλλων και της πέτρας.

[5] Ο Κομμουνιστικός Σύνδεσμος [γερ. Bund der Kommunisten] ήταν μία διεθνής πολιτική οργάνωση που ιδρύθηκε στο Λονδίνο το 1847. Δημιουργήθηκε με τη συγχώνευση της Λίγκας των Δικαίων με την Κομμουνιστική Επιτροπή Ανταπόκρισης των Βρυξελλών, μέλη της οποία ήταν οι Μαρξ και Ένγκελς. Διαλύθηκε επισήμως το 1852, μετά τη δίκη των κομμουνιστών της Κολωνίας.

[6] Βλ. Χορκχάιμερ Μαξ, Το Αυταρχικό Κράτος, Ελεύθερος Τύπος, 2000, σ. 8


Η Ρόζα Λούξεμπουργκ και το κόμμα
Κρις Κατρόουν

Ομιλίες στο συνέδριο της Στουτγκάρδης (Οκτώβριος 1898)
Ρόζα Λούξεμπουργκ

Η κοινωνικοποίηση της κοινωνίας (Γερμανικός μπολσεβικισμός)
Ρόζα Λούξεμπουργκ

Η Ρωσική τραγωδία
Ρόζα Λούξεμπουργκ


Σημείωμα επιμελητών

Γιώργος Στεφανίδης – Θοδωρής Βελισσάρης

Στο μικρό αφιέρωμα που φιλοξένησε το περιοδικό «Ουτοπία» στο τεύχος 123, παρουσιάζουμε για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα, εξ όσων γνωρίζουμε, δύο πολύ σημαντικά άρθρα της Ρόζα Λούξεμπουργκ, καθώς και μία διάσημη ομιλία της, συνοδευόμενα από ένα άρθρο που γράφτηκε πρόσφατα για την ίδια. Δεν είναι ευρέως γνωστό ότι το διάσημο έργο της για τη «Ρωσική επανάσταση» η Ρόζα Λούξεμπουργκ το έγραψε στη φυλακή, με περιορισμένες πηγές πληροφόρησης, και δεν το δημοσίευσε η ίδια εν ζωή. Δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό της, με επιμέλεια του Paul Levi. Εκτός φυλακής, έγραψε και δημοσίευσε η ίδια το, άγνωστο στους περισσότερους, άρθρο «Η Ρωσική τραγωδία». Νομίζουμε ότι το άρθρο αυτό πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη όταν διερευνάται η αποτίμησή της για τη Ρωσική επανάσταση εν γένει. Εδώ επικεντρώνει την κριτική της στην εξωτερική πολιτική των μπολσεβίκων, φυσικά στα πλαίσια μίας αμέριστης εκτίμησης και αλληλεγγύης. Στο άρθρο της για τον «Γερμανικό μπολσεβικισμό», καθίσταται ξεκάθαρη η άποψη της Λούξεμπουργκ για τη σοσιαλιστική πειθαρχία που απαιτείται σε μία επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου, εάν η τελευταία θέλει να πετύχει τους βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους της. Παράλληλα, δίνεται το περίγραμμα των βασικών βημάτων ενός μετασχηματισμού των οικονομικών σχέσεων προς τον σοσιαλισμό, μέσω της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας. Οι ομιλίες της στο συνέδριο της Στουτγκάρδης συνοψίζουν την ισχυρή της πεποίθηση ότι κανένας συνδικαλιστικός αγώνας δεν είναι από μόνος του σοσιαλιστικός, και κανένα κίνημα δεν είναι από μόνο του επαναστατικό. Χωρίς την πλαισίωση και τους στόχους μίας σοσιαλιστικής πολιτικής, τόσο ο συνδικαλισμός όσο και το «κίνημα», μπορούν για τη Λούξεμπουργκ να μετατραπούν στα μεγαλύτερα εμπόδια για την κατάκτηση του σοσιαλισμού. Το κόκκινο νήμα που διατρέχει όλα αυτά τα κείμενα είναι αυτό του προβλήματος της πολιτικής εξουσίας, το οποίο παρέμενε κεντρικό για τη Λούξεμπουργκ μέχρι το τραγικό της τέλος. Το άρθρο του Κρις Κατρόουν παρουσιάζει την προσπάθεια, εκ μέρους της Λούξεμπουργκ, μίας διαλεκτικής σύλληψης του προβλήματος αυτού, πέρα από την απόρριψη της μαζικής πολιτικής και της δημοκρατίας, αλλά συγχρόνως και πέρα από την απλή απολογητική και ωραιοποίηση του ίδιου του κράτους. Το κράτος, αλλά και το επαναστατικό κόμμα (και ο ίδιος ο μαρξισμός ακόμα!), συμμετείχαν στη βαθιά κοινωνική κρίση, αποτελούσαν συμπτώματα της παθολογίας των κοινωνικών σχέσεων, και έπρεπε να γίνουν αντικείμενο έκφρασης, πραγμάτευσης, χειρισμού, των κοινωνικών αυτών σχέσεων ως μέσα δυνητικής (αυθ)υπέρβασής τους. Στην καρδιά του μαρξισμού της Λούξεμπουργκ βρίσκεται η ζωντανή σύλληψη του προβλήματος της ελευθερίας, τόσο στον αντικειμενικό όσο και στον υποκειμενικό του ορίζοντα. Ελπίζουμε αυτό το μικρό αφιέρωμα να υπενθυμίσει, έστω και ελάχιστα, τη βαρύτητα της προσφοράς της Λούξεμπουργκ στον αγώνα για την ατομική και κοινωνική χειραφέτηση, και να παρακινήσει την περαιτέρω ενασχόληση με το έργο της.

Chris Cutrone

(μετάφραση: Θοδωρής Βελισσάρης)

Εισαγωγή

Η μαρξιστική πολιτική του Λένιν έχει παρερμηνευτεί και διαστρεβλωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, τόσο θετικά όσο και αρνητικά: υποτίθεται ότι επιδίωξή της ήταν η απογύμνωση της καπιταλιστικής κοινωνίας από το απατηλό της πέπλο και η κατάφαση του απλού προλεταριάτου ως αρχής και τέλους της “σοσιαλιστικής” κοινωνίας. Σίγουρα, όχι μόνο η σταλινική ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης αργότερα, αλλά επίσης και οι πρακτικές του σοβιετικού κράτους υπό την ηγεσία του Λένιν κατά τον εμφύλιο πόλεμο και τον λεγόμενο “πολεμικό κομμουνισμό”, καθώς και η “κόκκινη τρομοκρατία”, τροφοδοτούν την εικόνα του Λένιν ως αμείλικτου καταστροφέα των “αστικών” συνθηκών ζωής. Αν είναι όμως έτσι, πως εξηγούνται μπροσούρες του Λένιν όπως για παράδειγμα το “Κράτος και επανάσταση” και ο “Αριστερισμός: παιδική ασθένεια του κομμουνισμού”; Γιατί και οι δύο τονίζουν τόσο την αναγκαία επιβίωση του “αστικού δικαίου” μεταξύ των εργατών κατά τη μακρά μετάβαση από τον σοσιαλισμό στον κομμουνισμό, η οποία απαιτεί την κρατική μεσολάβηση, όσο και το γεγονός ότι οι μαρξιστές αντιλαμβάνονταν την προσπάθειά τους ως υπέρβαση του κεφαλαίου “επί τη βάσει του ίδιου του καπιταλισμού”. Πρωταρχικής σημασίας παράδειγμα για την επιμονή του Λένιν σχετικά με τη μεσολάβηση της πολιτικής στην κοινωνία, ήταν η αντίθεσή του στην προτροπή του Τρότσκυ για τη στρατιωτικοποίηση των εργατικών σωματείων και την υπαγωγή τους στο κράτος. Ο Λένιν ήθελα αντίθετα να διατηρήσει τη σημαντική μη-ταυτότητα μεταξύ τάξης, κόμματος και κράτους στο σοβιετικό “εργατικό κράτος”, το οποίο αναγνώριζε ότι θα συνέχιζε αναγκαστικά, για το κοντινό μέλλον, τον “κρατικό καπιταλισμό” (ο οποίος χαρακτηριζόταν από “γραφειοκρατικές στρεβλώσεις” λόγω των ρωσικών συνθηκών). Ο Λένιν μ’ αυτόν τον τρόπο ήθελε να διατηρήσει τη δυνατότητα πολιτικής εντός της εργατικής τάξης, θέμα που είχε πραγματευτεί ήδη στην πρώτη σημαντική μπροσούρα του με τίτλο “Τι να κάνουμε;”. Η “τελευταία μάχη του Λένιν” [1] ήταν αφιερωμένη στην αποφυγή του στραγγαλισμού της πολιτικής στο σοβιετικό κράτος, κίνδυνο που διέβλεπε όχι μόνο σε σχέση με τη σταλινική ηγεσία αλλά γενικότερα με τις συνθήκες εντός των μπολσεβίκων. Για παράδειγμα ο Λένιν παρατηρούσε επικριτικά την προτίμηση του Τρότσκυ για “διοικητικές” λύσεις των προβλημάτων.

Οι Γκέοργκ Λούκατς, Καρλ Κορς και Τέοντορ Αντόρνο, αναδεικνύοντας μία “εγελιανή” διάσταση στον μαρξισμό του Λένιν, άντλησαν από τα θεωρητικά γραπτά και την πολιτική πρακτική του μία εξέλιξη της μαρξιστικής θεωρίας της κοινωνικής μεσολάβησης στο κεφάλαιο, μέσω της πολιτικής του προλεταριακού σοσιαλισμού, η οποία επιδίωκε να ανακτήσει τον Λένιν από μία ουτοπική, με την αρνητική έννοια, προοπτική ολοκληρωτικής εγκατάλειψης της πολιτικής. Αντιθέτως, αυτή η μαρξιστική κριτική θεωρία, ακολουθώντας τον Λένιν, κατανόησε την υπέρβαση της “αλλοτρίωσης” και “πραγμοποίησης” του κεφαλαίου ως έμφορτη δυνατοτήτων για την αληθινή άσκηση πολιτικής, θεωρώντας της ως τη λησμονημένη αλλά ζωτικής σημασίας συνεισφορά του Λένιν στην ανάπτυξη του μαρξισμού. Ο Λένιν δεν επιχείρησε να καταστρέψει τις νεώτερες μορφές πολιτικής μεσολάβησης αλλά μάλλον να πετύχει την αληθινή μεσολάβηση μεταξύ θεωρίας και πράξης σε μία πολιτική χειραφετημένη από μία κοινωνία κυριαρχούμενη από το κεφάλαιο. Αυτό ήταν το περιεχόμενο του φιλελευθερισμού του Λένιν, η “διαλεκτική” μαρξιστική του απόπειρα: όχι να αρνηθεί, αλλά μάλλον να εκπληρώσει τα desiderata της αστικής κοινωνίας, η εκπλήρωση των οποίων παρεμποδιζόταν μεν από το κεφάλαιο αλλά η πραγμάτωσή τους μπορούσε να επιτευχθεί μονάχα “ενδογενώς”.

Η διαμάχη γύρω από τον Λένιν

Ο Λένιν αποτελεί την πιο αμφιλεγόμενη μορφή στην ιστορία του μαρξισμού, και ίσως μία από τις πιο αμφιλεγόμενες μορφές σε όλη την ιστορία. Ως τέτοια είναι αδύνατη η ψύχραιμη αποτίμησή της, χωρίς την εμπλοκή πολεμικής. Ωστόσο έχει επίσης γίνει αδύνατη, μετά τον Λένιν, η αποτίμηση του μαρξισμού χωρίς αναφορά σ’ αυτόν. Σε γενικές γραμμές ο μαρξισμός διχάζεται σε δεδηλωμένες “λενινιστικές” και αντιλενινιστικές” τάσεις: με ποια έννοια ο Λένιν αποτελούσε προχώρημα ή καταστροφή για τον μαρξισμό; Υπάρχει όμως και ένας άλλος τρόπος προσέγγισης του Λένιν: ως έκφρασης της ιστορικής κρίσης του μαρξισμού. Με άλλα λόγια, ο Λένιν ως ιστορική μορφή είναι αναπόφευκτα σημαντικός ως εκδήλωση της κρίσης του μαρξισμού. Το ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Λένιν παρείχε μία βάση για την προαγωγή αυτής της κρίσης, ο τρόπος με τον οποίο η πόλωση γύρω από τον Λένιν θα μπορούσε να παρέχει τη βάση για την προαγωγή του δυνητικού μετασχηματισμού του ίδιου του μαρξισμού, σε σχέση με την επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων. Αυτό που προκύπτει σαφώς από τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους συνήθως προσεγγίζεται ο Λένιν, είναι πως η αναγκαιόρητα αυτού του μετασχηματισμού και προαγωγής του μαρξισμού έχει εκφραστεί μονάχα με στρεβλό τρόπο. Για παράδειγμα, το ζήτημα της μαρξιστικής “ορθοδοξίας” παρεμποδίζει την ορθή αποτίμηση του Λένιν. Υπήρχε μια θεμελιώδης αμφισημία στον τρόπο με τον οποίο ο μαρξισμός αντιμετώπισε τη δικιά του ιστορική κρίση, ως προς την πιστότητα ή αναθεώρηση του Μαρξ, π.χ. στην αποκαλούμενη “ρεβιζιονιστική διαμάχη” κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Λένιν ήταν ένας από τους ηγετικούς αντιρεβιζιονιστές ή “ορθόδοξους¨μαρξιστές. Κάτι που ισχύει και για άλλους ριζοσπάστες στοχαστές της Δεύτερης Διεθνούς, όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Λέον Τρότσκυ. Το ερώτημα είναι: με ποιο τρόπο αυτοί οι ριζοσπάστες, και κυρίως ο Λένιν, νόμιζαν πως η αφοσίωση στον Μαρξ ήταν απαραίτητη για την προαγωγή και τον μετασχηματισμό του μαρξισμού;

Ο θεωρητικός της σχολής της Φραγκφούρτης, Τέοντορ Αντόρνο, στο βιβλίο του Αρνητική Διαλεκτική (1966), έγραφε για την παρακμή του μαρξισμού λόγω “ταμπού στο τρόπο σκέψης και δογματισμού”. Καμία άλλη μορφή στην ιστορία του μαρξισμού δεν ταλαιπωρήθηκε από τέτοιο δογματισμό και ταμπού όσο ο Λένιν. Για τον Αντόρνο, μορφές όπως ο Λένιν ή η Λούξεμπουργκ ή ο Κάουτσκυ δεν θα ‘πρεπε να προσεγγίζονται μονάχα σε σχέση με τη θεωρητική σκοπιά που πρότειναν ή τις έμπρακτες δράσεις που αναλάμβαναν, αλλά μάλλον κατά τον τρόπο που συσχέτιζαν θεωρία και πράξη, δηλαδή γιατί σκεπτόντουσαν πως έκαναν ό,τι έκαναν, όταν το έκαναν. Όπως το έθεσε ο ίδιος ο Αντόρνο, η θεωρία και πράξη έχουν μία μεταβαλλόμενη σχέση η οποία “κυμαίνεται” ιστορικά. [2]

Λένιν: ιστορία όχι γραμμική αλλά σπειροειδής

Ο Λένιν, και άλλοι μαρξιστές, θεωρούσαν πως το πολιτικό κόμμα εκτελούσε σημαντική λειτουργία σε σχέση με τη συνείδηση, και έγραψε στο “Τι να κάνουμε;” για την κεντρική “σημασία της θεωρητικής πάλης” για τη διαμόρφωση ενός τέτοιου κόμματος. Η θεωρία για τον Λένιν δεν αποτελούσε απλώς ζήτημα γενίκευσης από την εμπειρία με όρους δοκιμής και λάθους, όπως στην παραδοσιακή (προκαντιανή) επιστημολογία, αλλά ζήτημα εγελιανής, “διαλεκτικής” έννοιας της ιστορίας: μ’ αυτόν τον τρόπο ο Λένιν κατανοούσε τη “θεωρία”. Γι’ αυτόν η ιστορία δεν προχωρούσε γραμμικά αλλά “σπειροειδώς”, μέσω επαναλήψεων και οπισθοδρομήσεων, όχι μέσω απλής γραμμικής “προόδου”. Μ’ αυτή την έννοια, το παρελθόν θα μπορούσε να αποτελεί προαγωγή του παρόντος ή το παρόν θα μπορούσα να εκπληρώσει στιγμές του παρελθόντος, αλλά υπό διαφορετικές συνθήκες. Και παρόμοιες διαφορετικές συνθήκες δεν γίνεται να αντιμετωπιστούν απλώς ως “προοδευτικές”. Υπήρχε μάλλον για τον Λένιν μία σημαντική αμφισημία στην ιστορία, καθώς αυτή επιδεικνύει τόσο πρόοδο όσο και οπισθοδρόμηση. Στο λήμμα για τον Καρλ Μαρξ της Σοβιετικής Εγκυκλοπαίδειας (Γκρανάτ), περιγράφοντας τη διαλεκτική από μία μαρξική σκοπιά, ο Λένιν έγραφε:

“Στην εποχή μας η ιδέα της ανάπτυξης, της εξέλιξης, διαπέρασε σχεδόν ολοκληρωτικά την κοινωνική συνείδηση, όμως από άλλους δρόμους, όχι μέσω της φιλοσοφίας του Χέγκελ. Ωστόσο η ιδέα αυτή, όπως τη διατύπωσαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, στηριγμένοι στον Χέγκελ, είναι πολύ πιο ολόπλευρη, πολύ πιο πλούσια σε περιεχόμενο, απ’ ό,τι η συνηθισμένη ιδέα της εξέλιξης. Μια ανάπτυξη που φαίνεται σαν να επαναλαμβάνει τις βαθμίδες που ήδη διέτρεξε, μα τις επαναλαμβάνει διαφορετικά, σε ανώτερη βάση («άρνηση της άρνησης»), μια ανάπτυξη, μπορούμε να πούμε, σπειροειδής και όχι σε ευθεία γραμμή· –μια ανάπτυξη αλματοειδής, καταστροφική, επαναστατική· –«τομές εντός του συνεχούς»· μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα· –εσωτερικές ωθήσεις προς ανάπτυξη, που προέρχονται από την αντίφαση, από τη σύγκρουση των διαφόρων δυνάμεων και τάσεων που επιδρούν πάνω σε ένα δοσμένο σώμα ή στα πλαίσια ενός δοσμένου φαινομένου ή μέσα σε μια δοσμένη κοινωνία· –αλληλεξάρτηση και στενότατη, αδιάρρηκτη αλληλουχία όλων των πλευρών κάθε φαινομένου (η ιστορία αποκαλύπτει ολοένα και νέες πλευρές), αλληλουχία που μας δίνει την ενιαία, την καθολική διαδικασία της κίνησης, η οποία ακολουθεί ορισμένους νόμους –αυτά είναι μερικά γνωρίσματα της διαλεκτικής, της πιο πλούσιας (από τη συνηθισμένη) σε περιεχόμενο θεωρίας της ανάπτυξης.” [3]

Με τον μαρξισμό αναγνωρίστηκε η “κρίση” της αστικής κοινωνίας. Η κρίση της αστικής κοινωνίας περί το 1848 χαρακτηρίστηκε από τον Μαρξ, προκλητικά, “κεφάλαιο”. Ο Λένιν (μεταξύ άλλων ριζοσπαστών της Δεύτερης Διεθνούς όπως η Λούξεμπουργκ και ο Τρότσκυ) θεωρούσε πως η ιστορία της νεώτερης εποχής είχε οπισθοδρομήσει μέσω της “προόδου” από το 1848, τον καιρό των Μαρξ και Ένγκελς, από τη στιγμή του “Κομμουνιστικού Μανιφέστου”, ακριβώς μέσω της σπειροειδούς ανάπτυξης που καταδείκνυε πως και γιατί η επακόλουθη ανάπτυξη του μαρξισμού επιζητούσε την επανάκτηση του 1848. Αποτελούσε η ιστορία μετά το 1848 πρόοδο ή οπισθοδρόμηση; Με μία έννοια, και τα δύο. Σ’ αυτή την ιστορία, η αστική κοινωνία εμφανιζόταν συγχρόνως να ολοκληρώνει και να αρνείται τον εαυτό της. Με άλλα λόγια, η αστική κοινωνία είχε γίνει ο εαυτός της περισσότερο από ποτέ. Από μια άλλη σκοπιά, ωστόσο, είχε απομακρυνθεί από τα προηγούμενα επιτεύγματά της, και μάλιστα τα υπονόμευε (για παράδειγμα με την επανεμφάνιση της δουλείας κατά τις δεκαετίες που οδήγησαν στον αμερικανικό εμφύλιο). Συνεπώς, οι ριζοσπάστες της Β’ Διεθνούς επιδίωξαν την επιστροφή στις πρωταρχικές δυνατότητες της αστικής κοινωνίας κατά την πρώτη στιγμή της κρίσης της, περί το 1848. Όπως το έθεσε ο Καρλ Κράους, με τρόπο που επηρέασε βαθιά τους Μπένγιαμιν και Αντόρνο, “η καταγωγή είναι ο στόχος”.[4] Παρότι η κρίση του κεφαλαίου ή της αστικής κοινωνίας μεγάλωνε, το ζήτημα ήταν εάν η κρίση προαγόταν, αναπτυσσόταν. Οι ριζοσπάστες της Β’ Διεθνούς αναγνώριζαν πως ενώ η κρίση του κεφαλαίου, με την έννοια του Μαρξ, μεγάλωνε, η κρίση έπρεπε να οδηγηθεί σε ανάπτυξη/προαγωγή, καθώς η ιστορία δεν προοδεύει αυτόματα. Μ’ αυτήν την έννοια υπήρχε δυνητικά μία επιστροφή της στιγμής του 1848 κατά την ανάπτυξη του ίδιου του μαρξισμού, η οποία δεν ήταν παρά η δυνατότητα να γίνει η αυξανόμενη κρίση – ό,τι η Λούξεμπουργκ και ο Λένιν αποκαλούσαν “ιμπεριαλισμό” και ό,τι ο Λένιν όριζε ως “ανώτερο στάδιο” του καπιταλισμού – ιστορική ανάπτυξη.

Το παράδοξο αυτής της ανάπτυξης και του μετασχηματισμού του ίδιου του μαρξισμού μέσω της επιστροφής σε μία παρελθούσα στιγμή δυνατότητας και συνακόλουθης “κρίσης”, εκφράστηκε οξυδερκώς από τον Καρλ Κορς, ο οποίος έγραψε το 1923 στο δοκίμιό του “Μαρξισμός και φιλοσοφία” τα εξής:

“Η μεταμόρφωση και ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας έγινε υπό το ιδεολογικό κάλυμμα της επιστροφής στην αποκαθαρμένη διδασκαλία ενός αυθεντικού ή αληθινού μαρξισμού. Εύκολα καταλαβαίνουμε όμως τόσο τις αιτίες γι’ αυτήν την κάλυψη, όσο και τον πραγματικό χαρακτήρα που αποκρύβεται εξαιτίας της. Αυτό που έκαναν και κάνουν στο πεδίο της μαρξιστικής θεωρίας, θεωρητικοί όπως η Λούξεμπυοργκ στη Γερμανία και ο Λένιν στη Ρωσία, είναι η απελευθέρωσή της από τις παραλυτικές παραδόσεις [της σοσιαλδημοκρατίας]. Ανταποκρίνονταν συνεπώς στις πρακτικές ανάγκες ενός νέου επαναστατικού σταδίου προλεταριακής ταξικής πάλης, εφόσον αυτές οι παραδόσεις βάραιναν “σαν εφιάλτης” στον νου των εργαζόμενων μαζών, των οποίων η αντικειμενικά επαναστατική κοινωνικο-οικονομική θέση δεν συμβάδιζε πλέον μ’ αυτές τις πρώιμες εξελικτικές θεωρίες. Η εμφανής αναβίωση της αυθεντικής μαρξιστικής θεωρίας στην Τρίτη Διεθνή είναι απλά αποτέλεσμα του γεγονότος ότι σε μία νέα επαναστατική περίοδο πρέπει να λάβουν σαφή επαναστατική μορφή, όχι μόνο το ίδιο το εργατικό κίνημα, αλλά και οι θεωρητικές έννοιες των κομμουνιστών που το εκφράζουν. Γι’ αυτόν τον λόγο αναβιώνεται τώρα μεγάλο μέρος του μαρξιστικού συστήματος το οποίο φαινόταν να έχει ουσιαστικά ξεχαστεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.” [5]

Ποιες ήταν συνεπώς αυτές οι “επαναστατικές” πτυχές του μαρξισμού που ανακτήθηκαν κατά τη διάρκεια της “κρίσης του μαρξισμού” (όπως το έθεσε ο Κορς), και με ποιον τρόπο συνέβαλε ο Λένιν στην ανάτκησή τους;

Ο Λένιν και το πολιτικό κόμμα

Σε μία σκοτεινή αλλά ενδεικτική παρατήρηση στην πρώτη υποσημείωση του βιβλίου “Τι να κάνουμε;”, ο Λένιν τόνιζε:

“Με την ευκαιρία, σημειώνουμε ότι στην ιστορία του νεώτερου σοσιαλισμού […] υπάρχει το εξαιρετικά παρήγορο φαινόμενο […] της σύγκρουσης διαφόρων κατευθύνσεων εντός του σοσιαλιστικού κινμήματος […]. Σ’ αυτές τις διαμάχες μεταξύ λασσαλικών και αϊζεναχικών, γκεντιστών και ποσσιμπιλιστών, φαβιανών και σοσιαλδημοκρατών, οπαδών της Ναρόντναγια Βόλια και των σοσιαλδημοκρατών […], σ’ αυτή την πρώτη, πραγματικά διεθνή σύγκρουση με τον σοσιαλιστικό οπορτουνισμό, η διεθνής επαναστατική σοσιαλδημοκρατία ίσως δυναμώσει αρκετά ώστε να βάλει τέρμα στην πολιτική αντίδραση που από καιρό βασιλεύει στην Ευρώπη” [6]

Με άλλα λόγια, θα μπορούσε η επεξεργασία του προβλήματος του οπορτουνιστικού και ρεφορμιστικού “ρεβιζιονισμού” εντός του μαρξισμού να αποτελέσει μέσο υπέρβασης του κεφαλαίου; Κάτι τέτοιο θα έμοιαζε σαν ο εγωκεντρισμός του μαρξισμού να έφτανε στο απόγειό του. Υπήρχε όμως επαρκής αιτιολόγηση γι’ αυτό. Δεν ήταν μόνο ο Λένιν (μετά το “Τι να κάνουμε;”) που ήθελε τους μενσεβίκους έξω από τη ρωσική σοσιαλδημοκρατία (ο Λένιν συμφωνούσε με τους μενσεβίκους ως προς την ανάγκη αποκλεισμού των αποκαλούμενων “οικονομιστικών” τάσεων του μαρξισμού και των εργατικών οργανώσεων της εβραϊκής Μπουντ), αλλά και όπως σπάνια τονίζεται η Λούξεμπουργκ επίσης ήθελε του ρεφορμιστές ρεβιζιονιστές έξω από το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (ο Κάουτσκυ φλυαρούσε ατελείωτα επί του θέματος αυτού). Οι Λένιν και Λούξεμπουργκ ήθελαν να διασπάσουν τη Δεύτερη Διεθνή ενάντια στους ρεφορμιστές (ή “οπορτουνιστές”).

Ο Λένιν δεν πίστευε μονάχα ότι οι διασπάσεις, δηλαδή οι πολιτικές διαιρέσεις, στην αριστερή πτέρυγα του εργατικού κινήματος ήταν εφικτές και επιθυμητές, αλλά και ότι ήταν απαραίτητες. Οι μόνες διαφορές του Λένιν με μορφές όπως οι Λούξεμπουργκ και Κάουτσκυ αφορούσαν μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες παρόμοιες ρήξεις λάμβαναν ή μπορούσαν ή έπρεπε να λάβουν χώρα. Η Λούξεμπουργκ για παράδειγμα πίστευε ότι η ρήξη εντός της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας το 1903 ήταν πρώιμη κι έτσι διαφωνούσε με τον Λένιν και τους μπολσεβίκους για τα οφέλη της. Και, κυρίως, το πρόβλημα δεν ήταν απλώς εάν μία πολιτική διάσπαση μπορούσε ή έπρεπε να λάβει χώρα, αλλά πως, και ακόμα, πότε. Η πολιτική θεωρούνταν ένα ιστορικό φαινόμενο.

Υπάρχει το συγκεκριμένο ζήτημα του “κόμματος” ως μορφή πολιτικής. Οι Μαρξ και Ένγκελς έγραψαν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ότι “οι κομμουνιστές δεν σχηματίζουν ένα ξεχωριστό κόμμα αντιτιθέμενο στα υπόλοιπα κόμματα της εργατικής τάξης”. Αυτό φαινομενικά αποτελεί πρόβλημα για την περίπτωση του Λένιν, ο οποίος είναι διαβόητος σχετικά με το “κομματικό πρόβλημα”. Θέτει όμως ένα πρόβλημα για το ζήτημα του μαρξισμού γενικότερα, στο μέτρο που ο μαρξισμός εναντιώθηκε σε άλλες, αντιτιθέμενες, πολιτικές τράσεις εντός της εργατικής τάξης, όπως για παράδειγμα στον αναρχισμό κατά την Α’ Διεθνή. Τι είχε αλλάξει από την εποχή των Μαρξ και Ένγκελς σε σχέση με αυτή του Λένιν;

Ως μαρξιστές, οι Λένιν και Λούξεμπουργκ θεωρούσαν πως αγωνίζονταν για την ηγεσία του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος και του πολιτικού του κόμματος. Αλλά δεν ταυτίζονταν απλώς είτε με το κόμμα είτε με το κίνημα, η καταγωγή των οποίων ήταν ανεξάρτητη απ’ αυτούς. Τόσο το εργατικό κίνημα όσο και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα θα υπήρχαν ακόμα και χωρίς τον μαρξισμό. Συνεπώς το κόμμα ήταν ένα εργαλείο, όπως και το ίδιο το εργατικό κίνημα. Απαντώντας στην παρατήρηση του Μπερνστάιν ότι “το κίνημα είναι το παν, ο σκοπός τίποτα”, η Λούξεμπουργκ προχώρησε μέχρι το σημείο να δηλώσει ότι χωρίς τον σκοπό του σοσιαλισμού το εργατικό κίνημα δεν ήταν τίποτα ή, ίσως ακόμα χειρότερα από το τίποτα, επιδείνωνε τα προβλήματα του καπιταλισμού, για παράδειγμα συμβάλλοντας στην ανάδυση της “ιμπεριαλιστικής” μορφής του καπιταλισμού στα τέλη του 19ου αιώνα. Πως κατανόησαν οι μαρξιστές το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα και τα πολιτικά του κόμματα; Για να αντιληφθούμε κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο να λάβουμε υπόψη την κριτική του Μαρξ στο πρόγραμμα της Γκότα, επί του οποίου ιδρύθηκε το γερμανικό SPD, καθώς και τη συνακόλουθη κριτική του Ένγκελς στο πρόγραμμα της Ερφούρτης που κατέστησε τον μαρξισμό επίσημη γραμμή του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Εάν άσκησαν κριτική στα προγράμματα αυτά, η αιτία ήταν πως αυτή είναι η δουλειά των μαρξιστών: η κριτική. Ό,τι και να γραφόταν σ’ αυτά τα προγράμματα είναι σίγουρο ότι θα προκαλούσαν τις κριτικές παρατηρήσεις των Μαρξ και Ένγκελς.

Οι μαρξιστές, δηλαδή οι Μαρξ και Ένγκελς, φαίνεται πως διστακτικά συμφώνησαν με τη διαμόρφωση ενός μόνιμου κόμματος της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά όχι χωρίς σοβαρές επιφυλάξεις και προειδοποιήσεις. Η υποστήριξη της κομματικής πολιτικής ήταν προσωρινή και υπό όρους. Για παράδειγμα, το 1917, ο ίδιος ο Λένιν απείλησε να παραιτηθεί από το κόμμα των μπολσεβίκων. Ο Λένιν θεωρούσε ότι θα μπορούσε να παραιτηθεί από το κόμμα και να συνεχίσει να ηγείται της επανάστασης, ότι θα παραιτούνταν από το κόμμα ώστε να ηγηθεί της επανάστασης.

Ο βιογράφος της Λούξεμπουργκ, ο βρετανός πολιτικός επιστήμονας J.P.Nettl, επικέντρωσε το ζήτημα του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος σε ένα σύνολο προβληματικών εννοιών, οι οποίες συνολικά είχαν αμφισβητηθεί από τη ριζοσπαστική Αριστερά της Β’ Διεθνούς, από μορφές όπως οι Λούξεμπουργκ και Λένιν. Το κόμμα μπορούσε να συλληφθεί σα συσσωρευτής συμφερόντων και ομάδα πίεσης επί του κράτους ώστε να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Ή θα μπορούσε να συλληφθεί, όπως και το είχε συλλάβει απροκάλυπτα η ηγεσία του υπό την οργανωτική πρωτοβουλία του Μπέμπελ και τη θεωρητική πρωτοβουλία του Κάουτσκυ, σαν “κράτος εντός του κράτους” ή, σύμφωνα με την ορολογία του Νετλ, σαν “κόμμα-κληρονόμος”, το οποίο στόχευε στην κατάκτηση της εξουσίας. [7] Εδώ εμπλεκόταν μια προβληματική θεωρία όχι μόνο της επανάστασης αλλά και του σοσιαλισμού. Ιδιαίτερα προβληματική ήταν η ιδέα της οικοδόμησης της οργάνωσης της εργατικής τάξης εντός του καπιταλισμού ώστε όταν η τελική του κρίση κατέφθανε, η πολιτική εξουσία θα έπεφτε στα χέρια των σοσιαλδημοκρατών, οι οποίοι οργάνωναν την εργατική τάξη προβλέποντας μία παρόμοια εξέλιξη των γεγονότων. Όμως οι θεωρητικές αυτές συλλήψεις αμφισβητήθηκαν και δέχθηκαν κριτική, όχι μόνο από μετέπειτα ριζοσπάστες όπως οι Λούξεμπουργκ και Λένιν, αλλά επίσης από τους ίδιους τους Μαρξ και Ένγκελς. Μαρξιστές όπως οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Λούξεμπουργκ ήταν, ορθά, βαθιά καχύποπτοι απέναντι στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ως ένα διαρκή και μόνιμο πολιτικό θεσμό της εργατικής τάξης.

Το πρόβλημα της κομματικής πολιτικής

Για την κατάλληλη εστίαση αυτής της συζήτησης σημαντική προϋπόθεση είναι η επιστροφή στην κλασική φιλελεύθερη περιφρόνηση για τα πολιτικά κόμματα. Δεν υπήρχε όρος που να προκαλεί μεγαλύτερη πολιτική καταφρόνηση από τον “άνθρωπο του κόμματος”, ή την “κομματική” πολιτική, όροι που παραβίαζαν όχι μόνο την αξία των σκεπτόμενων ατόμων αλλά, επίσης, και ίσως πιο σημαντικά, την ίδια την έννοια της πολιτικής στη φιλελεύθερη και δημοκρατική της σύλληψη, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών. Ενώ το κράτος ήταν καταναγκαστικό, οι θεσμοί της κοινωνίας των πολιτών ήταν εθελοντικοί. Στο μέτρο που τα πολιτικά κόμματα, ως μορφές συνένωσης, μπορούσαν να θεωρηθούν οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, η συνάρθρωσή τους, ως σχηματισμών, με την πολιτική εξουσία του κράτους φάνηκε στους κλασικούς φιλελεύθερους στοχαστές ως ιδιαίτερα επικίνδυνη. Ο Χέγκελ ας πούμε, προτιμούσε ρητά την κληρονομική μοναρχία επί της δημοκρατίας ως μορφή εκτελεστικής εξουσίας, ακριβώς επειδή η πρώτη δεν ανέγειρε παρόμοια προβλήματα. Για τον Χέγκελ, η κοινωνία των πολιτών θα παρέμενε περισσότερο ελεύθερη υπό μοναρχικό παρά υπό δημοκρατικό πολίτευμα, καθώς στο τελευταίο θεωρούσε πως η πολιτική εξουσία θα στρεβλωνόταν από ιδιωτικά συμφέροντα. Ο κίνδυνος εντοπιζόταν στη δυνατότητα μίας ομάδας της κοινωνίας των πολιτών να καταλάβει την κρατική εξουσία για τα στενά, ιδιωτικά της συμφέροντα. Επιπλέον, στην κλασική φιλελεύθερη παράδοση, η ιδέα του “επαγγελματία πολιτικού” ήταν αυστηρά ελεγχόμενη. Όσοι εμπλέκονταν στην κρατική πολιτική το έκαναν μάλλον μέσω άλλων θεσμών της κοινωνίας των πολιτών, ως επιχειρηματίες, καθηγητές, ιερείς κλπ, και μόνο διστακτικά αναλάμβαναν το καθήκον ενός δημόσιου αξιώματος: “είναι μια βρώμικη δουλειά αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει”.

Αυτό το πρόβλημα της νεώτερης πολιτικής και οι μορφές του επανεμφανίστηκε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα με στοχαστές όπως ο Ρόμπερτ Μίχελς, μαθητής και συνεργάτης του Μαξ Βέμπερ, που ασχολήθηκε επίσης με το πρόβλημα της νεώτερης “γραφειοκρατίας” και, σε μία έρευνα που αποτέλεσε ορόσημο, συνέκρινε το γερμανικό SPD με το Δημοκρατικό Κόμμα στις ΗΠΑ, ειδικά σε σχέση με το ζήτημα της “κομματικής μηχανής”, με τα “εκλογικά της αφεντικά”, ή αλλώς της μηχανικής κομματικής πολιτικής, και με τη συνακόλουθη τάση προς ό,τι ο Μίχελς αποκάλεσε “ολιγαρχία”. Ο Μίχελς υπήρξε μέλος του SPD, στη ριζοσπαστική του τάση, μέχρι το 1907. (Ο Μίχελς, που μελέτησε επίσης το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ιταλίας, στρατεύτηκε αργότερα στον ιταλισμό φασισμό υπό τον πρώην σοσιαλιστή Μπενίτο Μουσολίνι, επειδή νόμιζε πως ο φασισμός αποτελούσε λύση στο πρόβλημα της γραφειοκρατίας, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Συνεπώς, το πρόβλημα της κομματικής πολιτικής ήταν οικείο θέμα την εποχή του Λένιν. Για τους ριζοσπάστες μαρξιστές της Β’ Διεθνούς, όπως οι Λούξεμπουργκ και Λένιν, το εργατικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δεν προοριζόταν να αποτελέσει συσσωρευτή συμφερόντων και διαρκή πολιτικό θεσμό κοινωνικής εξουσίας, όπως το Δημοκρατικό Κόμμα στις ΗΠΑ (το οποίο έγινε εν τέλει το κόμμα των εργατικών συνδικάτων). Ποια ήταν, τότε, η λειτουργία του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος σύμφωνα με τους Λένιν και Λούξεμπουργκ;

Προφανώς, οι πολιτικοί προβληματισμοί του Λένιν δεν ήταν ίδιοι μ’ αυτούς των φιλελεύθερων οι οποίοι επιδίωκαν να αποτρέψουν την παρεμπόδιση του δυναμισμού της κοινωνίας των πολιτών στον καπιταλισμό από την αποστέωση της πολιτικής εξουσίας. Γιατί ο προβληματισμός του Λένιν αφορούσε πάνω απ’ όλα την επανάσταση, δηλαδή τον ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Ήταν όμως το πρόβλημα της πολιτικής κατά συνέπεια τόσο διαφορετικό στην περίπτωση του Λένιν; Αυτό εγείρει το σημαντικό πρόβλημα της συσχέτισης της κοινωνικής επανάστασης και μετασχηματισμού με την “πολιτική” στη νεώτερη σημασία της. Δηλαδή, εάν ο Λένιν ενδιαφερόταν για το “τέλος” της πολιτικής όπως την είχε συλλάβει ο φιλελευθερισμός και όπως ασκούνταν στον καπιταλισμό, ή αντίθετα εάν ενδιαφερόταν για την αφαίρεση του εμποδίου που είχε καταλήξει να είναι ο καπιταλισμός ως προς την άσκηση της πολιτικής. Με ποιον τρόπο η υπέρβαση του κοινωνικού προβλήματος του καπιταλισμού είχε γίνει μία νέα αρχή για την αληθινή άσκηση της πολιτικής; Μ’ αυτή την έννοια, είναι σημαντικό να διερευνήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική μεσολάβηση γεννήθηκε αλλά εν τέλει διαμορφώθηκε και διαστρεβλώθηκε από τη νεώτερη κοινωνία του κεφαλαίου, ειδικά μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση.

Η “πολιτική” είναι νεώτερο φαινόμενο. Η νεώτερη πολιτική καθορίζεται από την κρίση του κεφαλαίου στη νεώτερη ιστορία. Ο παραδοσιακός πολιτισμός, πριν από την αστική καπιταλιστική εποχή, βίωνε κρίσεις οι οποίες μπορούσαν να θεωρούνται μόνο φυσικές ή θεϊκές ως προς τις αιτίες τους. Η νεώτερη κοινωνία, για τους μαρξιστές (αλλά και τους φιλελεύθερους) βιώνει μάλλον ανθρωπογενείς κρίσεις, οι οποίες συνεπώς μπορούν να υπαχθούν στη σφαίρα της πολιτικής. Πράγματι η αστική πολιτική απαντά στη διαρκή κρίση του καπιταλισμού – με μία έννοια, μόνο αυτό κάνει – όμως απαντά ανεπαρκώς, φυσικοποιώντας πτυχές του καπιταλισμού οι οποίες θα έπρεπε να θεωρούνται μεταβλητές, αλλά οι οποίες, σύμφωνα με τους μαρξιστές, μπορούν να θεωρούνται ως τέτοιες, ριζικά και με συνέπεια μεταβλητές, από μία προλεταριακή ή εργατική σοσιαλιστική σκοπιά. Συνεπώς, η νεώτερη πολιτική κατατρύχεται από το “φάντασμα του κομμουνισμού” ή σοσιαλισμού. Όπως το έθεσε ο Μαρξ, στη 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, “κάθε αίτημα για την απλούστερη αστική οικονομική μεταρρύθμιση, τον πιο κοινό φιλελευθερισμό, τον πιο τυπικό ρεπουμπλικανισμό, την πιο ανούσια δημοκρατία, […] στιγματίζεται ως ‘σοσιαλισμός’.”[8]
Περαιτέρω, το συγκεκριμένο νόημα του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού υπόκειται σε αλλαγή. Για τους μαρξιστές, το αίτημα για σοσιαλισμό τον 19ο αιώνα αποτέλεσε μηχανή καπιταλιστικής ανάπτυξης, με την ιστορική έννοια. Η ιστορία (story) του σοσιαλισμού είναι συνδεδεμένη με την ανάπτυξη του κεφαλαίου, και το πρόβλημα του εάν και πως η κρίση του μεγαλώνει και προάγεται.

Επιπλέον, το πρόβλημα της κομματικής πολιτικής per se είναι ένα φαινόμενο της μετά-το-1848 εποχής, αξεδιάλυτο από τον νεώτερο σοσιαλισμό. Με άλλα λόγια, η κρίση της αστικής κοινωνίας του κεφαλαίου μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση και η αποτυχία της “κοινωνικής δημοκρατίας” (“social republic”) το 1848, ήταν η κρίση της αστικής κοινωνίας ως φιλελεύθερης. Η άνοδος της κομματικής πολιτικής συνεπώς ήταν στοιχείο του αυξανόμενου αυταρχισμού της αστικής κοινωνίας, της αποτυχίας του φιλελευθερισμού. Ως τέτοιος, ο σοσιαλισμός χρειαζόταν να αναλάβει τα προβλήματα της αστικής κοινωνίας του κεφαλαίου τα οποία η αστική πολιτική είχε εγκαταλείψει στον μετά-το-1848 κόσμο. Για τον Μαρξ, το πρόβλημα εντοπιζόταν κατεξοχήν στον δημοφιλή αυταρχισμό του Λουδοβίκου Βοναπάρτη ενάντια στους φιλελεύθερους της Δεύτερης Γαλλικής Δημοκρατίας, με κορύφωση το coup d’état και την εγκαθίδρυση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Όπως το έθεσε ο Μαρξ, οι καπιταλιστές δεν ήταν πλέον ικανοί, και οι εργάτες δεν ήταν ακόμα ικανοί να διαφεντεύουν την αστική κοινωνία του κεφαλαίου. Η κομματική πολιτική συνεπώς ήταν συνδεδεμένη με το ιστορικό φαινόμενο του Βοναπαρτισμού.

Ο Λένιν και η κρίση του μαρξισμού

Κατά την περίοδο στενής συνεργασίας μεταξύ της Λούξεμπουργκ και του Λένιν κατά τη Ρωσική Επανάσταση του 1905, η Λούξεμπουργκ εξαπέλυσε μία κριτική της σχέσης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και των εργατικών συνδικάτων στην μπροσούρα της “Μαζική απεργία, πολιτικό κόμμα και συνδικάτα”. (Επίσης, την ίδια περίοδο η Λούξεμπουργκ υπερασπίστηκε τον Λένιν γράφοντας ενάντια στην κατηγορία περί “μπλανκισμού” που του είχαν προσάψει οι μενσεβίκοι, την οποία αποκαλούσε “σχολαστική”, θεωρώντας πως λέει πολλά περισσότερα για τον ρεφορμιστικό οπορτουνισμό αυτών που εξαπέλυαν τις κατηγορίες εναντίον του Λένιν, παρά για τον ίδιο τον στόχο τους [9]). Στην μπροσούρα της για τη μαζική απεργία, η Λούξεμπουργκ σκιαγράφησε εξειδικευμένους και μη-ταυτόσημους ρόλους για τα διάφορα στοιχεία που επισήμαινε στον τίτλο της, δηλαδή για τις απεργιακές επιτροπές, τα πολιτικά κόμματα, και τα εργατικά συνδικάτα (δεν έκανε αναφορά συγκεκριμένα στα “σοβιέτ”, ή αλλιώς εργατικά συμβούλια). Μ’ αυτή την έννοια, η “μαζική απεργία” ήταν για τη Λούξεμπουργκ ένα σύμπτωμα της ιστορικής ανάπτυξης και κρίσης της ίδιας της δημοκρατίας. Αυτό δημιουργούσε ένα πρόβλημα πολιτικής, και όχι απλά τακτικής. Δηλαδή, για τη Λούξεμπυργκ, η μαζική απεργία αποτελούσε φαινόμενο του τρόπου με τον οποίο η σοσιαλδημοκρατία είχε αναπτύξει τα πολιτικά της κόμματα και εργατικά συνδικάτα, φέρνοντας στο προσκήνιο νέες ιστορικές αναγκαιότητες. Η μποροσούρα της Λούξεμπουργκ ήταν, πάνω απ’ όλα, μία κριτική του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, το οποίο αντιμετώπιζε ως ιστορικό σύμπτωμα. Αυτό προεικόνιζε η πρότερη μπροσούρα της Λούξεμπουργκ (“Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση;”) όπου διευθετούσε το ζήτημα της raison d’être του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος (τον συνδυασμό πολιτικού κόμματος και εργατικών συνδικάτων).

Μέσω αυτής της σκοπιάς σύλληψης της ιστορίας του εργατικού κινήματος και του ίδιου του μαρξισμού ως ενδογενών στοιχείων της ιστορίας του καπιταλισμού, γίνεται εφικτή η κατανόηση της περαιτέρω έκφρασης της πολιτικής στα μετέπειτα έργα του Λένιν, όπως το “Κράτος και επανάσταση” και τον “Αριστερισμό”, όπως και η κατανόηση των πολιτικών συγκρούσεων που συνόδευαν το νεαρό σοβιετικό κράτος από τη Ρωσική Επανάσταση μέχρι τον εμφύλιο πόλεμο και τη σταθεροποίηση του διεθνούς καπιταισμού μετά το πέρας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Λένιν διατήρησε μια αυστηρά μινιμαλιστική σύλληψη του κράτους, περιορίζοντάς το στο μονοπώλιο της εξουσίας για την άσκηση εξαναγκασμού, με σκοπό ακριβώς την αποφυγή της πανπεριεκτικής σύλληψης του κράτους ως το άλφα και το ωμέγα της πολιτικής. Παρομοίως, ο Λένιν έκρινε ως “παδική” την ανυπομονησία των υποτιθέμενων ριζοσπαστών απέναντι στις υπάρχουσες μορφές πολιτικής μεσολάβησης, όπως τα κοινοβούλια, τονίζοντας αταλάντευτα πως ενώ ο μαρξισμός μπορεί να έχει ξεπεράσει “θεωρητικά” μια φιλελεύθερη σύλληψη του κράτους, αυτό δεν είχε ακόμα επιτευχθεί “πολιτικά”, δηλαδή στην πράξη. Απαντώντας στην προτροπή του Τρότσκυ για τη στρατιωτικοποίηση των εργατικών συνδικάτων στο σοβιετικό κράτος, ο Λένιν επέμενε ότι τα συνδικάτα ήταν απαραίτητο να παραμείνουν ανεξάρτητα, όχι μόνο από το κράτος, αλλά και από το ίδιο το κομμουνιστικό κόμμα. Οι εργάτες χρειάζονταν την ικανότητα, σύμφωνα με τον Λένιν, να διεκδικούν τα δικαιώματά τους απέναντι στο κόμμα και το κράτος. Αναγνώριζε την αναγκαιότητα μίας ρητώς εκφρασμένης μη-ταυτότητας μεταξύ του κράτους, των πολιτικών κομμάτων, και άλλων εθελοντικών θεσμών της κοινωνίας των πολιτών όπως τα συνδικάτα. Θεμελίωση αυτής της πεποίθησης αποτελούσε η οπτική του Λένιν επί των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες θεωρούσε πως δεν μπορούσαν να καταργηθούν με ένα χτύπημα μέσω της πολιτικής επανάστασης. Παρά τη “συντριβή” του, το κράτος θα μπορούσε να ανασυγκροτηθεί, όχι επί τη βάσει μίας νέας κοινωνικής αρχής, αλλά της συνέχισης αυτού που ο Λένιν αποκαλούσε “αστικό δίκαιο”, για μεγάλο διάστημα μετά την πολιτική ανατροπή, και την κοινωνική εξάλειψη ακόμα, της διακριτής καπιταλιστικής τάξης. Το “αστικό δίκαιο” επιβίωνε ακριβώς μεταξύ των εργατών (και άλλων πρότερα εκμεταλλευόμενων μελών της κοινωνίας) κι έτσι αναπόφευκτα καθοδηγούσε τις κοινωνικές τους σχέσεις, καθιστώντας αναγκαίο ένα κράτος το οποίο θα μπορούσε μονάχα να “απονεκρωθεί”. Η πολιτική θα μπορούσε μονάχα με αργούς ρυθμούς να μετασχηματιστεί.

Τέλος, προκύπτει το ζήτημα της επίμονης προσκόλλησης του Αντόρνο στον Λένιν, παρά τις φαινομενικές, με την πρώτη ματιά, παράταιρες αντιφάσεις σε σχέση με την οπτική και πολιτική πρακτική του ίδιου του Λένιν. Για παράδειγμα, σε ένα όψιμο δοκίμιο του 1969, ο Αντόρνο επαινούσε το συνταγματικό σύστημα των ΗΠΑ για τον “διαχωρισμό των εξουσιών” και το σύστημα “ελέγχου και ισορροπιών” ως κρίσιμα για τη διατήρηση της κριτικής λειτουργίας του Λόγου (reason) στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.[10] Αλλά αυτό για τον Αντόρνο ήταν ένα παράδειγμα, το οποίο δεν θα έπρεπε να υποστασιοποιείται ως τέτοιο. Η ταύτιση της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας στο “σοβιετικό” σύστημα των “εργατικών συμβουλίων” συλλαμβανόταν από τον Λένιν, όπως πολύ καλά ήξερε ο Αντόρνο, ως συνυπάρχουσα με διακριτές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών όπως τα πολιτικά κόμματα, τα εργατικά συνδικάτα και άλλες εθελοντικές ομάδες, κι έτσι δεν παραβίαζε αναγκαστικά, και σίγουρα όχι από πρόθεση, τον κριτικό ρόλο της πολιτικής μεσολάβησης στα διάφορα επίπεδα της κοινωνίας.

Η σύγχυση και συνταύτιση του μοντέλου κομματικής πολιτικής του Λένιν σα μορφή κρατικής πολιτικής κατά την επιδίωξη του σοσιαλισμού, αποτελεί μεγάλο λάθος. Ο Λένιν προϋπέθετε τη σημαντική μη-ταυτότητά τους. Αντιλαμβανόταν το κόμμα ως ένα μόνο μεταξύ πολλών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένων πολλαπλών κομμάτων της εργατικής τάξης τα οποία θα συανγωνίζονταν να κερδίσουν την υποστήριξή της, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και πολλαπλών “μαρξιστικών” κομμάτων, τα οποία θα διαφοροποιούνταν ως προς τον τρόπο συσχέτισης θεωρίας και πράξης, μέσων και σκοπών.

Αντιθέτως, δεν υπήρχε τίποτα τόσο καταπιεστικό και αυταρχικό όσο το σοσιαλδημοκρατικό “κόμμα ολόκληρης της τάξης” όπως το εννοούσε ο Κάουτσκυ (ή ο Μπέμπελ) – όσο το σοσιαλδημοκρατικό σύνθημα “μία τάξη, ένα κόμμα”, σύμφωνα με το οποίο στο μέτρο που οι καπιταλιστές έχουν ενιαίο συμφέρον ενάντια στους εργάτες, οι εργάτες πρέπει να ενοποιηθούν ενάντια στους καπιταλιστές. Εξάλλου ήταν το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που εξαπέλυσε την αντεπανάσταση ενάντια στους Λένιν και Λούξεμπουργκ.

Ο Λένιν διατήρησε την πολιτική διχάζοντας τον μαρξισμό. Αυτό δεν συγχωρέθηκε ποτέ στον Λένιν. Αλλά, ακριβώς γι’ αυτό είναι που πρέπει να τον θυμόμαστε.

Υποσημειώσεις:

[1]. Moshe Lewin, Lenin’s Last Struggle (Ann Arbor: University of Michigan Press, 2005).

[2]. Adorno, Negative Dialectics, trans. E. B. Ashton (New York: Continuum, 1973), 143.

[3]. Lenin, Karl Marx: A Brief Biographical Sketch with an Exposition of Marxism, II. “The Marxist Doctrine,” in Lenin, Collected Works vol. 21 (Moscow: Progress Publishers, 1974). Originally published in 1915. Available on-line at: <http://www.marxists.org/archive/lenin/works/1914/granat/ch02.htm>.
Τροποιήσαμε τη μετάφραση του TVXS
http://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CE%BF-%CE%B2%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%AF%CF%81-%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BD-%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B5%CE%B9-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BB-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE

[4]. Cited by Benjamin in “On the Concept of History,” Selected Writings vol. 4 1938–40 (Cambridge, MA: Harvard, 2003), 395.

[5]. Korsch, “Marxism and Philosophy,” in Marxism and Philosophy, ed. and trans. Fred Halliday (New York: Monthly Review Press, 2008), 67–68.

[6]. Lenin, What Is to Be Done? Burning Questions of Our Movement (1902), available on-line at: <http://www.marxists.org/archive/lenin/works/1901/witbd/i.htm>.

[7]. Peter Nettl, “The German Social Democratic Party 1890-1914 as Political Model,” Past and Present 30 (April 1965).

[8]. Marx, The Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte, in Robert Tucker, ed., Marx-Engels Reader 2nd edition (New York: Norton, 1978), 602.

[9]. Rosa Luxemburg, “Blanquism and Social Democracy” (1906). Available on-line at: http://www.marxists.org/archive/luxemburg/1906/06/blanquism.html.

[10]. Adorno, “Critique,” Critical Models: Interventions and Catchwords, trans. Henry W. Pickford (New York: Columbia University Press, 1998).

On February 17, 2017, as part of its Third European Conference, the Platypus Affiliated Society organized a panel, “The Politics of Critical Theory.” Held at the University of Vienna, the event brought together the following speakers: Chris Cutrone, President of the Platypus Affiliated Society; Martin Suchanek of Workers Power, an international organization fighting to build a Fifth International; and Haziran Zeller of Humboldt University, in Berlin. What follows is an edited transcript of their discussion.