RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Archive for tag politics

μετάφραση: ομάδα Πλατύπους

Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από το αρχικό κείμενο που δημοσιεύτηκε στο διεθνές περιοδικό Platypus Review το Σεπτέμβριο του 2017- https://platypus1917.org/2017/08/29/slavoj-zizek-donald-trump-left

Κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου 2016, μόλις λίγες ημέρες πριν τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο μια συνέντευξη του Σλοβένου φιλοσόφου Σλάβοϊ Ζίζεκ στο Channel 4. Στο επίμαχο βίντεο, ο αριστεριστής φιλόσοφος εμφανίζεται κατά τον συνήθη τρόπο του –νευρικός, να τρίβει επανειλημμένα την μύτη του– καθώς απαντά στο ακόλουθο ερώτημα: ποιος θα κέρδιζε την ψήφο του αν ήταν Αμερικανός. Ο Ζίζεκ αναφωνεί χωρίς δισταγμό: «ο Τραμπ!». Στη συνέχεια εξηγεί την απάντησή του: ο Τραμπ δεν είναι ο καλύτερος υποψήφιος, δεν είναι καν συμπαθής, ωστόσο η Κλίντον εκφράζει την απειλή της απόλυτης αδράνειας. Αντιθέτως, η παρέμβαση του Τραμπ θα μπορούσε να αποδιοργανώσει με παραγωγικό τρόπο το αμερικανικό δικομματικό σύστημα: «Αν ο Τραμπ κερδίσει, αμφότερα τα μεγάλα κόμματα, οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Δημοκρατικοί, θα όφειλαν να επιστρέψουν στα βασικά, να ξανασκεφτούν τους εαυτούς τους και ίσως έτσι να προέκυπταν ορισμένα πράγματα». Και συνεχίζει: «Αυτή είναι η απέλπιδα, πολύ απέλπιδα ελπίδα μου – ότι αν κερδίσει ο Τραμπ, αυτό θα αποτελέσει ένα είδος μεγάλης αφύπνισης, ότι νέες πολιτικές διαδικασίες θα τεθούν σε κίνηση». Έχοντας επίγνωση ότι μια πιθανή προεδρία του Τραμπ φοβίζει του φιλελεύθερους, αναγνωρίζει τους κινδύνους από τους διορισμούς στο υπουργικό του συμβούλιο και προσπαθεί να δώσει στους ακροατές του κάποια προοπτική: «Η Αμερική δεν είναι ακόμη ένα δικτατορικό κράτος, ο Τραμπ δεν θα εισαγάγει τον φασισμό».[1] Σύμφωνα με τον Ζίζεκ, ο Τραμπ δεν είναι απλώς το μικρότερο κακό. Μάλλον, εν αγνοία του υποψηφίου προέδρου, η αταξία που θα προξενούσε στο κομματικό σύστημα θα μπορούσε να παρακινήσει την Αριστερά να αναστοχαστεί και να οργανωθεί γύρω από μια πολιτική που δείχνει πέρα από την αποτυχία της νεοφιλελεύθερης τάξης πραγμάτων.

Όπως ήταν αναμενόμενο, το βίντεο προκάλεσε αναταραχή μεταξύ των, κατά μείζονα λόγο, αριστεριστών ακόλουθων του Ζίζεκ. Πώς είναι δυνατόν ένας αυτοαποκαλούμενος μαρξιστής να επιδοκιμάζει δημοσίως έναν Ρεπουμπλικάνο, ο οποίος μάλιστα είχε ευρέως περιγραφεί ως φασίστας,[2] φανατικός,[3] μισογύνης,[4] ως κάποιος που μισεί τους μετανάστες;[5] Ο Νόαμ Τσόμσκι συνέκρινε τον Ζίζεκ με εκείνους τους διανοούμενους που κατά τραγικό τρόπο καλωσόρισαν την άνοδο του Χίτλερ ως δυνητικό όχημα κοινωνικής αλλαγής, με μοναδικό αποτέλεσμα να διωχθούν αμέσως μετά για τη θρησκεία τους, την κουλτούρα τους ή την πολιτική τους θέση.[6] Αλλού, ο Ζίζεκ αποκλήθηκε ανεύθυνος,[7] ένας «διανοούμενος τσαρλατάνος»,[8] ενώ συγχρόνως κατηγορήθηκε ότι απλώς συμπαθεί τη Σλοβένα σύζυγο του Τραμπ, Μελάνια.[9] Γρήγορα συγκεντρώθηκαν πύρινες καταγγελίες και από τα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος: η Left Voice απαίτησε από την Αριστερά να αποκηρύξει τον Ζίζεκ,[10] ενώ το Breitbart, ένα δεξιό διαδικτυακό πρακτορείο ειδήσεων, πανηγύρισε τη στήριξη προς τον Τραμπ.[11]

Μεταφερόμαστε μια εβδομάδα αργότερα. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ και είναι καθ’ οδόν προς τη συγκρότηση του δεξιού υπουργικού συμβουλίου που είχε υποσχεθεί. Με την ιδιότητα του επισκέπτη ακαδημαϊκού, ο Ζίζεκ έχει προσκληθεί να μιλήσει στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης μία μέρα μετά την εκλογή. Μια μακριά ουρά εκτείνεται έξω από το Cantor Center, όπου ο Ζίζεκ θα δώσει τη διάλεξή του: «Φυλετικές απολαύσεις: Ό,τι η φιλελεύθερη Αριστερά δεν θέλει να ακούσει».[12] Φοιτητές, νέοι που ψηφίζουν για πρώτη φορά, και διαφόρων ειδών αριστεριστές –μπερδεμένοι, σοκαρισμένοι, άφωνοι– περιμένουν απαντήσεις από τον καθηγητή Ζίζεκ. Και τώρα τι; Όταν ο Ζίζεκ ανεβαίνει στο βήμα μοιάζει ήρεμος και περισσότερο συγκρατημένος από το συνηθισμένο. Ενώ είναι γνωστός για τις προκλητικές παρουσιάσεις του, η οργισμένη αντίδραση της Αριστεράς στο «χρίσμα» του φαίνεται να τον περιορίζει. Ή, ενδεχομένως, είχε ήδη λάβει αρκετή αρνητική δημοσιότητα για μία εβδομάδα. Παρόλα αυτά εμμένει στο κεντρικό του επιχείρημα. Τόσο ο Τραμπ όσο και ο Μπέρνι Σάντερς ήταν πολιτικά αουτσάιντερ που συνέλαβαν τη διάθεση εναντίωσης στο κατεστημένο, γεγονός που ο κεντρισμός της Χίλαρι Κλίντον απέτυχε να αναγνωρίσει. Η νίκη της θα αντιπροσώπευε την απόπειρα διαιώνισης του κατεστημένου, υπό τον μανδύα μιας δικαιολογημένης λιτότητας σερβιρισμένης με μια δόση πολιτικής ορθότητας. Αντίστροφα, ο Τραμπ, με τον πολιτικά μη ορθό τρόπο του, απευθύνθηκε στην υποαντιπροσωπευόμενη «λευκή εργατική τάξη» και υπενθύμισε στους ψηφοφόρους του τη μισοξεχασμένη έννοια της ταξικής πάλης –μολονότι υπό μια λαϊκίστικη και στρεβλή εκδοχή– που είχε αδρανοποιηθεί στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής.

Η αισιόδοξη πρόταση του Ζίζεκ είναι αινιγματική, λακωνική και ενάντια στο κοινό αίσθημα. Προκειμένου να την κατανοήσουμε καλύτερα, είναι απαραίτητο να τη συγκρίνουμε με άλλες αναλύσεις της αμερικανικής πολιτικής σήμερα. Με ενδιαφέρουν κυρίως τρία ερωτήματα: Ποια είναι τα βασικά συστατικά στοιχεία της αμφιλεγόμενης θέσης του Ζίζεκ ότι μια φαινομενικά αντιδραστική φιγούρα μπορεί εν τέλει, ασχέτως των ενδιάμεσων σταθμών, να προκαλέσει πολιτικές εξελίξεις; Πώς και γιατί είναι ελκυστικός ο Τραμπ στους υποστηρικτές του; Ποιες είναι εκείνες οι προϋποθέσεις που οδηγούν πολλούς ανθρώπους στην απόρριψη του επιχειρήματος του Ζίζεκ;

Το επιχείρημα του Ζίζεκ αποτελείται από δύο σημεία που συνδέονται διαλεκτικά: Πρώτον, ο αριστερίστικος και φιλελεύθερος πανικός σε σχέση με τις υποτιθέμενες φασιστικές τάσεις του Τραμπ στηρίζεται σε μια εξόχως ανιστορική ανάγνωση του φασισμού. Δεύτερον, η εκλογή του Τραμπ και η ήττα των νεοφιλελεύθερων Ρεπουμπλικάνων αποτελούν μια ευθεία απάντηση στην αποτυχία των Δημοκρατικών να προσαρμοστούν στην κρίση που σηματοδοτήθηκε από τον Σάντερς. Η ρητορική του εν ενεργεία προέδρου κινητοποίησε τα αισθήματα ενάντια στο κατεστημένο, δημιουργώντας ένα προηγούμενο για την επανενεργοποίηση της αδρανούς Αριστεράς.

Η πρώτη ομάδα επιχειρημάτων είναι εύκολο να υποστηριχθεί. Ενώ στην κοινή χρήση του ο όρος «φασισμός» έχει καταστεί συνώνυμος του ρατσιστικού, εθνικιστικού, αυταρχικού ή απλά αυτού που απειλεί την παρούσα τάξη, η κατηγορία του Τραμπ ως φασίστα, όπως εμφανίζεται σε μια πλειάδα από αφίσες διαμαρτυρίας και άρθρα εφημερίδων, είναι ιστορικά ανακριβής. Σε ένα άρθρο του Jacobin από τον Δεκέμβριο του 2015, ο δημοσιογράφος Ντάνιελ Λαζάρ σημείωνε ότι ο Τραμπ δεν είναι φασίστας με την κλασική έννοια. «Παρουσιάζει τον εαυτό του ως ένα άτομο –Τραμπ Α.Ε.– που χωρίς καμία εξωτερική βοήθεια θα πάρει κεφάλια και θα κάνει το σύστημα να λειτουργήσει. Κατά συνέπεια, ο καταλληλότερος όρος είναι Βοναπαρτιστής – ένας σκληρός ηγέτης που τοποθετεί τον εαυτό του υπεράνω του ανταγωνισμού και ταυτοχρόνως επιτίθεται στους εχθρούς του από την Αριστερά και από τη Δεξιά».[13]

Ενώ αποδοκιμάζει τη φιλελεύθερη πολιτική των Δημοκρατικών, συγχρόνως ο Τραμπ συνταράσσει τους μηχανισμούς του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, φθάνοντας σε ρήξη με τον παραδοσιακό συντηρητισμό του. Ιδεολογικά αδέσμευτος από αμφότερα κόμματα, μπορεί να παρουσιαστεί ως ένα λαϊκιστής σωτήρας, φερόμενος ως εκπρόσωπος των ιδεών του νόμου, της τάξης και του κοινού καλού. Την ίδια στιγμή, επιδεικνύει το χάρισμα ενός αυταρχικού ηγέτη, απευθύνεται στους οικονομικά μη προνομιούχους και στηρίζεται στον νεποτισμό εξαιτίας της πολιτικής του απειρίας – ένας τρόπος που μοιάζει με την ηγεσία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη τον δέκατο ένατο αιώνα.[14]

Σε ένα άρθρο του στο Brooklyn Rail από τον Μάιο του 2017, ο κοινωνιολόγος Μάικλ Μαν υπογραμμίζει τις διαφορές μεταξύ των υποστηρικτών του Τραμπ και των πραγματικών φασιστικών κινημάτων του εικοστού αιώνα στη Γερμανία και την Ιταλία. Οι παραλληλισμοί, όπως ο μιλιταρισμός του Τραμπ, οι αντιμεταναστευτικές πολιτικές, η δημαγωγική ρητορική, ξεθωριάζουν υπό το φως της ιστορικής σύγκρισης. Ακόμη και αν υπάρχει μεγάλης κλίμακας δυσφορία μεταξύ του αμερικανικού λαού σήμερα, ένας ευθύς παραλληλισμός με τη Γερμανία της Βαϊμάρης ή με την Ιταλία της δεκαετίας του 1920 δεν μπορεί να σταθεί. Δεν ζούμε εν μέσω της Μεγάλης Ύφεσης, η Αμερική δεν έχει υποστεί μαζικές απώλειες από έναν παγκόσμιο πόλεμο στο έδαφός της· συγχρόνως, η χώρα, η οποία λειτουργεί ως φιλελεύθερη δημοκρατία, διαθέτει ένα νομικό σύστημα και μια υποδομή που δεν μπορούν εύκολα να διαρρηχθούν από έναν μεγαλομανή πολιτικό, ούτε και από την κλίκα που τον ακολουθεί.[15] Αντίθετα προς τη φιλελεύθερη αντίληψη που παρουσιάζει τον Τραμπ ως αυτοκράτορα, κατά τον Ζίζεκ, η περιγραφή που του ταιριάζει καλύτερα είναι αυτή του μετριοπαθούς: « Ο Τραμπ είναι ένα παράδοξο: στην πραγματικότητα είναι ένα κεντρώος φιλελεύθερος, και ίσως σε ό,τι αφορά την οικονομική πολιτική του να πλησιάζει περισσότερο τους Δημοκρατικούς, πράγμα που επιχειρεί απεγνωσμένα να συγκαλύψει. Έτσι, η λειτουργία όλων αυτών των βρώμικων αστείων και των ανοησιών δεν είναι παρά η συγκάλυψη του γεγονότος ότι στην πραγματικότητα είναι ένας μάλλον συνηθισμένος κεντρώος πολιτικός».[16] Ενώ για την Κλίντον η μετριοπάθεια μετατράπηκε σε εμπόδιο, με αποτέλεσμα να μην καταλάβει τη δυσαρέσκεια του κόσμου, για τον Τραμπ, ο οποίος, ως Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος, ήταν αναμενόμενο να κινηθεί πάνω σε μια περισσότερο συντηρητική πλατφόρμα, μετατράπηκε σε προσόν. Χάρη στο γεγονός ότι αναφέρθηκε στις ανάγκες των απλών ανθρώπων, όπως η δημιουργία θέσεων εργασίας, η αύξηση του βασικού μισθού και η μείωση του κόστους της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, σε συνδυασμό με μια συμπεριφορά εξόχως μη τυπική για έναν συντηρητικό πολιτικό, ο Τραμπ εμφανίστηκε ως μια περισσότερο μοναδική επιλογή για τους ψηφοφόρους της μεσαίας τάξης εν συγκρίσει με τους καταφανώς αντεργατικούς Ρεπουμπλικάνους συνυποψηφίους του.[17] Αυτός είναι πιθανώς και ο λόγος για τον οποίο κέρδισε τους εκλέκτορες στην επονομαζόμενη περιοχή Rustbelt [σ.τ.μ. πρόκειται για αστικά συγκροτήματα στις αποβιομηχανοποιημένες περιοχές της Νέας Αγγλίας και των μεσοδυτικών πολιτειών των ΗΠΑ], η οποία είναι παραδοσιακά δημοκρατική και είχε υπερψηφίσει τον Μπαράκ Ομπάμα στις τελευταίες δύο εκλογές. Η Κλίντον ήταν τόσο σίγουρη ότι θα κέρδιζε σε αυτήν την περιοχή της χώρας ώστε μετά βίας πραγματοποίησε προεκλογική εκστρατεία εκεί.[18]

Η δεύτερη ομάδα επιχειρημάτων του Ζίζεκ απαιτεί μια περισσότερο ενδελεχή ανάλυση της βάσης που υποστήριξε τον Τραμπ. Σύμφωνα με τον Ζίζεκ, το μεγαλύτερο προσόν του Τραμπ είναι ακριβώς ο κακόγουστος λαϊκισμός του: Όχι μόνο θύμωσε πολλούς, αλλά επίσης απηύθυνε μια ριζική πρόκληση σε αποφασιστικά εκλεκτορικά σώματα εντός του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Η Κλίντον, από την άλλη πλευρά, κινήθηκε πάνω στο έδαφος μιας ευρείας συναίνεσης, η οποία περιλάμβανε ένα απίθανο κουβάρι διάφορων πολιτικών νημάτων, καθώς προσπάθησε να καταπνίξει τις διαφωνίες που εκφράστηκαν και οξύνθηκαν από τον Σάντερς:

Όλοι είναι εκεί, από τους τραπεζίτες της Wall Street μέχρι τους υποστηρικτές του Μπέρνι Σάντερς και τους βετεράνους του κινήματος Occupy, από τις μεγάλες εταιρείες μέχρι τα εργατικά συνδικάτα, από τους βετεράνους του στρατού ως τους ακτιβιστές του ΛΟΑΤΚΙ κινήματος, από τους οικολόγους που τρομοκρατήθηκαν από την άρνηση του Τραμπ να αναγνωρίσει το φαινόμενο του θερμοκηπίου και τις φεμινίστριες που είναι ενθουσιασμένες με την προοπτική της πρώτης γυναίκας προέδρου, μέχρι τις «αξιοπρεπείς» φιγούρες του Ρεπουμπλικανικού κατεστημένου, έντρομες από τις ασυνέπειες και τις ανεύθυνες δημαγωγικές προτάσεις του Τραμπ.[19]

Οι Τραμπ και Σάντερς προέκυψαν από την ίδια διάχυτη δυσφορία απέναντι στην κατεστημένη πολιτική, η οποία είχε καταφέρει να συγκρατήσει αυτό το ετερόκλητο σύνολο ψηφοφόρων κάτω από τη φτερούγα του κόμματος των Δημοκρατικών. Ενώ o Τραμπ χειρίστηκε αυτή τη δυσφορία μέσω ενός «δεξιού λαϊκισμού», ο Σάντερς χρησιμοποίησε ένα «αριστερό κάλεσμα για δικαιοσύνη», και θα αποτελούσε έτσι τη μοναδική διαθέσιμη επιλογή για να αποδυναμωθεί ο ισχυρισμός του Τραμπ ότι συνιστά ένα αουτσάιντερ. Το αποτέλεσμα ήταν μια κρίση στην καρδιά του πολιτικού κέντρου, το οποίο φάνηκε να περιλαμβάνει τόσο το κατεστημένο όσο και την αντιπολίτευσή του. Ο Τραμπ πόζαρε σαν δεξιός για να καταπραΰνει τη βάση του, αλλά ήταν εμφανές ότι θα κυβερνούσε σαν μετριοπαθής οπορτουνιστής. Ο Σάντερς προωθούσε μεν τον «σοσιαλισμό», αλλά οι μεταρρυθμίσεις του σχετικά με το κράτος-πρόνοιας έμοιαζαν, στην καλύτερη περίπτωση, σοσιαλδημοκρατικές. Και η Κλίντον, προσπαθώντας να είναι αρεστή σε όλους, υποσχέθηκε μια αδύναμη συνέχιση της δέσμευσης του Ομπάμα απέναντι στο στάτους κβο, παρά τις μετατοπίσεις των τεκτονικών πλακών κάτω από τα πόδια των ψηφοφόρων. Γινόμαστε έτσι μάρτυρες ενός θεάτρου πολιτικών οπτικών που μεταμφιέζει τον τρόπο που όλοι περιστρέφονται γύρω από το κέντρο.

Νοθεύοντας τις προκριματικές εκλογές για να ξεφορτωθεί τον Σάντερς,[20] το Δημοκρατικό κόμμα εξασφάλισε ότι θα συνέχιζαν την πρακτική του να οικειοποιείται αγώνες γύρω από την κουλτούρα –εναντίον του σεξισμού, του ρατσισμού κλπ– για να απορροφά τους διαφωνούντες. Έτσι θα μπορούσαν να διατηρηθούν οι θεμελιώδεις στρατηγικές του νεοφιλελευθερισμού, ακόμα και ενόψει της κρίσης του. Αυτή η στροφή σε θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης επισκιάζει το γεγονός ότι το Δημοκρατικό κόμμα έχει από καιρό εγκαταλείψει τα προσχήματα ως προς το γεγονός ότι αποτελεί «το κόμμα του λαού». Όπως διατυπώνεται εκτεταμένα από τον Τζορτζ Πάκερ σε ένα άρθρο του στον New Yorker τον Οκτώβριο του 2016, κατά τη διάρκεια της πολιτικής καριέρας της Χίλαρι Κλίντον, το Δημοκρατικό κόμμα έστρεψε την προσοχή του σε μια ποικιλόμορφη, μορφωμένη επαγγελματική τάξη, χάνοντας την εργατική του βάση.[21] Η προεδρία του συζύγου της Κλίντον, Μπιλ, σηματοδότησε μια σημαντική φάση αυτής της ιστορικής στροφής κατά την οποία οι φαινομενικές ταυτότητες των δύο κομμάτων –Ρεπουμπλικάνοι για τις επιχειρήσεις, Δημοκρατικοί για την κοινωνική πρόνοια– άρχισαν να αποσυντίθενται.

Καθώς προερχόταν από μια επαρχιακή πόλη με έντονο το εργατικό στοιχείο, ο Μπιλ Κλίντον ξεκίνησε την πολιτική σταδιοδρομία του κατά τη διάρκεια της υποψηφιότητας του Δημοκρατικού Τζορτζ ΜακΓκόβερν για την προεδρία το 1972. Στο μέτρο που η εκστρατεία του ξεκίνησε κατά τα τελευταία στάδια του πολέμου του Βιετνάμ, ο ΜακΓκόβερν πολιτεύτηκε με μια ισχυρή αντιπολεμική πλατφόρμα και κέρδισε την υποστήριξη νέων ψηφοφόρων, μειονοτήτων και ακτιβιστών. Όσο η αριστερίζουσα προσέγγισή του άγγιζε τους κοινωνικά φιλελεύθερους, τόσο αποξένωνε τους εργάτες και τροφοδοτούσε την τρέχουσα αλλαγή στην πολιτική της εργατικής τάξης. Ο μετασχηματισμός αυτός ξεκίνησε με την κρίση του Νιου Ντηλ και κορυφώθηκε το 1980, όταν ο Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος Ρόναλντ Ρήγκαν κέρδισε έναν σημαντικό αριθμό πρώην Δημοκρατικών ψηφοφόρων που ανήκαν στους χειρώνακτες της εργατικής τάξης.[22] Η δεκαετία του 1990 σφραγίστηκε από την επιτυχία των αποφοίτων Νομικής του Γέιλ, Μπιλ και Χίλαρι Κλίντον, που είχαν ανατραφεί σε οικογένειες εργατικής και μεσαίας τάξης αντιστοίχως. Ήταν αυτοδημιούργητοι, ιδεαλιστές τεχνοκράτες που προασπίζονταν «ιδέες για οικονομική μεγέθυνση φιλικές προς τις επιχειρήσεις», εναντιώνονταν στους παραδοσιακούς θεσμούς της εργατικής τάξης και υπέθεταν ότι κάθε Αμερικανός μπορεί να εμπνευστεί από τις ιδέες τους και να τους ακολουθήσει. Μέχρι τη στιγμή που η Χίλαρι Κλίντον έθεσε υποψηφιότητα για την προεδρία το 2016, οι προβλέψεις αυτές έμεναν απλώς ανεκπλήρωτες. Αντιθέτως, στις επαρχιακές και φτωχές περιοχές, οι οποίες περιλάμβαναν πολλούς ανήμπορους να εισέλθουν στην επαγγελματική τάξη, διαμορφωνόταν μια νέα ταυτότητα: η λευκή εργατική τάξη. Αγνοημένη και εξοστρακισμένη από τον επαγγελματισμό, τον ελιτισμό, και την ηθικιστική έμφαση στην εθνοτική ποικιλομορφία εκ μέρους των Δημοκρατικών –μια κατάσταση που διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της προεδρίας Ομπάμα– η λευκή εργατική τάξη αναζητούσε εναλλακτικές πολιτικές οδούς, όπως στην εποχή του Ρήγκαν.[23]

Αυτή ήταν η βάση της εκστρατείας του Τραμπ. Ο σκεπτικισμός απέναντι στις πολιτικές ταυτοτήτων, σύμφωνα με τις οποίες το χρώμα του δέρματος ή το φύλο καθορίζει τα δικαιώματα των προσώπων καθώς και τις δυνατότητές τους για δράση και λόγο, άνοιξε τον δρόμο για μια χοντροκομμένη φιγούρα όπως ο Τραμπ. Με τον σκαιό του τρόπο και την έλλειψη σεβασμού απέναντι στην πολιτική ορθότητα, εμφανίστηκε ως αυτός που λέει αλήθειες στα αγνοημένα τμήματα του πληθυσμού των ΗΠΑ, τα οποία διψούσαν για αλλαγή. Ενώ τα φιλελεύθερα ΜΜΕ δαπανούσαν τον χρόνο τους γελοιοποιώντας τα μέλη της εργατικής τάξης για τη φυλετική μνησικακία τους, την προσκόλληση στα όπλα και τη θρησκευτικότητά τους, έκανε την εμφάνισή του ένα αναμορφωμένο Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι ο Τραμπ, ένας πρώην Δημοκρατικός, κατέβηκε υποψήφιος ως Ρεπουμπλικάνος. Στο μέτρο που οι Δημοκρατικοί μεταμορφώθηκαν σε ένα κόμμα των επαγγελματιών του κατεστημένου, έγινε σαφές ότι ποτέ δεν αποτελούσαν συμμάχους της εργατικής τάξης, παρά τη ρητορική περί του αντιθέτου. Συνεπώς, οι ψηφοφόροι της λευκής εργατικής τάξης στράφηκαν στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, το οποίο υπό τη νέα του ηγεσία εμφανιζόταν σαν στασιάστρια φράξια που εξεγειρόταν «εναντίον των αλλαγών στο χρώμα και την κουλτούρα… εναντίον της παγκοσμιοποίησης.»[24] Η επί μακρόν αγνοημένη «σιωπηλή πλειοψηφία» ανταποκρίθηκε με μνημειώδη ενθουσιασμό και στήριξε έναν υποψήφιο που της υποσχόταν μια Αμερική στην οποία οι εργαζόμενοι θα μπορούσαν να διασφαλίσουν μια σταθερή μεσοαστική ζωή για τις οικογένειές τους. Το σύνθημα του Τραμπ «Να κάνουμε την Αμερική σπουδαία ξανά» –παρότι απλοϊκό σε μια πρώτη ματιά– τροφοδότησε ακριβώς αυτές τις ελπίδες: το επίρρημα «ξανά» καταδεικνύει την επιθυμία επιστροφής σε καλύτερους καιρούς. Το ρήμα «να κάνουμε» αποτελεί ισχυρό κάλεσμα για δράση. Η προεκλογική του εκστρατεία διεπόταν από την επίκληση σε μια αμερικανική αναδιάταξη, την οποία δεν μπορούσαν να εκφράσουν ούτε ο Ομπάμα με το σύνθημα του 2008 «Ναι, μπορούμε», ούτε η Κλίντον με την έωλη απάντησή της στον Τραμπ «Είμαστε σπουδαίοι επειδή είμαστε καλοί». Οι υποσχέσεις του Τραμπ για επιστροφή στις ΗΠΑ των θέσεων εργασίας στον κατασκευαστικό τομέα και για αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής, προσέδωσαν στο νέο αυτό λαϊκιστικό κίνημα μια εθνικιστική χροιά. Η λαϊκιστική Δεξιά γίνεται η φωνή που εκφράζει τη δυσαρέσκεια των ανθρώπων στο μέτρο που ο νεοφιλελευθερισμός έχει μετατραπεί σε κατεστημένο, και μια Αριστερά σε διεθνιστική βάση είναι είτε ανύπαρκτη είτε αποτυγχάνει να δημιουργήσει μια βιώσιμη πολιτική εναλλακτική. Εντωμεταξύ, εφησυχασμένοι, οι Δημοκρατικοί συνεχίζουν να κατηγορούν τους εργάτες ως υπαίτιους των δεινών τους, αντί να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα αυτά ως προϊόντα αποτυχημένων πολιτικών. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι αρνήθηκαν να δουν την επερχόμενη καταστροφή στο πρόσωπο του Τραμπ.[25]

Επιπρόσθετα, οι Δημοκρατικοί και οι υποστηρικτές τους χλεύαζαν τον ίδιο τον Τραμπ, τον οποίο τα δικά τους ΜΜΕ αντιμετώπιζαν με δριμύτητα, ευθύς εξαρχής ως παρία. Όμως, η αποστροφή του κατεστημένου προς την αντιελιτίστικη προπαγάνδα του Τραμπ –η κατακεραύνωση του «λαϊκισμού», της πολιτικής απειρίας και της συμπεριφοράς του – αποδείχθηκε αντιπαραγωγική ως στρατηγική. Η αντίδραση των ΜΜΕ των ελίτ απλά επιβεβαίωσε την αποτελεσματικότητα της προσέγγισης του Τραμπ και ισχυροποίησε το μήνυμά του. Όσο περισσότερο τον γελοιοποιούσαν τα κατεστημένα ΜΜΕ, τόσο περισσότερο αρεστός γινόταν στους απλούς πολίτες, οι οποίοι είχαν ήδη νιώσει την απόρριψη από τη φιλελεύθερη Αμερική. Εξέλαβαν τις προσβολές ωσάν να αφορούσαν τους ίδιους και περήφανα τις υιοθέτησαν ως δικά τους χαρακτηριστικά.[26]

Οι δημοσκοπήσεις επιβεβαιώνουν το εκλογικό χάσμα μεταξύ των κατά βάση φιλελεύθερων, ανώτατης εκπαίδευσης Αμερικάνων και των πολιτών χωρίς πανεπιστημιακά πτυχία. Η έρευνα του Pew Research Center αποκαλύπτει το μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ των πτυχιούχων πανεπιστημίου και των απλών πτυχιούχων ήδη από το 1980: οι πρώτοι στήριξαν ως επί το πλείστον Κλίντον, ενώ οι δεύτεροι κυρίως Τραμπ. Αντιθέτως, η φυλή και το φύλο δεν έπαιξαν τον ρόλο που περίμεναν οι αναλυτές των ΜΜΕ.[27] Όπως καταδεικνύει το εκλογικό αποτέλεσμα, οι περισσότεροι από τους ψηφοφόρους του Τραμπ είναι απλώς Ρεπουμπλικάνοι που υποστήριξαν των υποψήφιο του κόμματός τους. Αλλά υπάρχουν και οι ψηφοφόροι που μετακινήθηκαν μεταξύ Σάντερς και Τραμπ. Το 20% των συνήθως πιστών οπαδών των Δημοκρατικών διαβεβαίωνε τον Ιανουάριο του 2016 ότι ο Τραμπ ήταν η επόμενη επιλογή τους μετά τον Σάντερς, για τον απλό λόγο ότι οι συγκεκριμένοι υποψήφιοι αναδείκνυαν τα προβλήματά τους σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι οι πολιτικοί του κατεστημένου.[28] Ένα γκάλοπ από τον Σεπτέμβριο του 2016 αποκαλύπτει ότι οι ψηφοφόροι του Τραμπ δεν είναι αναγκαστικά οι φτωχότεροι αλλά ότι «τείνουν να είναι λιγότερο μορφωμένοι, με χειρότερη υγεία, και με λιγότερη αυτοπεποίθηση για το μέλλον των παιδιών τους… Τους λείπει περισσότερο το κοινωνικό κεφάλαιο παρά το οικονομικό».[29] Με μαρξιστικούς όρους, θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ως πιθανοί συμμετέχοντες σε μια εργατική πρωτοπορία, το προλεταριακό στρώμα της κοινωνίας που κρύβει επαναστατικές δυνατότητες και θα μπορούσε να οργανωθεί σε ένα αμερικανικό σοσιαλιστικό κόμμα. Ξεκάθαρα, δεν αποτελούν τους πλέον εξαθλιωμένους, εκείνους που ο Καρλ Μαρξ αποκαλούσε «λούμπεν προλεταριάτο» και ο Λέον Τρότσκι θεωρούσε ως επιρρεπείς σε φασιστικές ιδεολογίες.[30] Ή, όπως σημειώνει ο Ζίζεκ, «αυτός ο πυρήνας απορρίπτεται από τους φιλελεύθερους ως “λευκά σκουπίδια” – αλλά δεν είναι ακριβώς αυτοί που πρέπει να ενστερνιστούν τη ριζοσπαστική αριστερή υπόθεση»;[31] Ωστόσο, η πικρή αλήθεια είναι πως σε ένα πολιτικό και ιστορικό κλίμα που αποτρέπει την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης, η δυσαρέσκεια των ανθρώπων αυτών έφερε στο προσκήνιο απλώς μια νέα ταυτότητα, αυτήν της λευκής εργατικής τάξης. Διαχώρισαν τη θέση τους από τα έγχρωμα μέλη της ίδιας οικονομικής τάξης, με τα οποία θα μπορούσαν να είναι σύντροφοι και συντρόφισσες, και εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στον κατάλληλο πολιτικό υποψήφιο που επιτέλους θα ανταποκρινόταν στις εκκλήσεις τους, αντί να οργανωθούν ανεξάρτητα. Όταν οποιαδήποτε αλλαγή, ακόμα και αν είναι επισφαλής, απροσδιόριστη και τρομακτική, θεωρείται προτιμότερη από τη μη αλλαγή, ενώ μια αριστερή εναλλακτική δεν είναι διαθέσιμη, ένας σόουμαν σαν τον Τραμπ εκλέγεται πρόεδρος. Δεν αποτελεί την αιτία, αλλά το σύμπτωμα της αδυναμίας της αμερικανικής πολιτικής, την έκφραση μιας κρίσης.

Επιπλέον, ενώ ένα μέρος των εργατών ψηφοφόρων μπορεί να έχει γοητευτεί από τη ρητορική του Τραμπ, η μεγάλη πλειοψηφία νιώθει βαθιά απογοητευμένη με όλες τις διαθέσιμες πολιτικές επιλογές. O Τζορτζ Πάκερ περιγράφει πώς ήρθε αντιμέτωπος με την απελπισία και την αποξένωση των εργαζόμενων κατά τη διάρκεια της επίσκεψης σε μια αγροτική πόλη νότια της Τάμπα, στo αποκορύφωμα της οικονομικής κρίσης του 2008. Έχοντας χάσει τα λίγα που είχαν και με συσσωρευμένα χρέη που δεν θα μπορούσαν να αποπληρώσουν όσο ζουν, αισθάνονταν ότι η αμερικανική κυβέρνηση είναι διεφθαρμένη και απρόσιτη. Όταν οχτώ χρόνια αργότερα ο Πάκερ ρώτησε τους ίδιους ανθρώπους ποιον υποστήριζαν στις εκλογές του 2016, ένας από αυτούς με το όνομα Μαρκ Φρίσμπι απάντησε: «Υπάρχει η επιλογή της απάντησης “τίποτε από τα παραπάνω”;» Ούτε η δημοκρατική Κλίντον ούτε ο Ρεπουμπλικάνος Τραμπ ήταν αξιόπιστοι υποψήφιοι για αυτόν.[32] Και τα δύο κόμματα φαίνονταν να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των ισχυρών και των πλουσίων, πολεμώντας για την υποστήριξη των εταιριών και αποτυγχάνοντας να σταθούν στο πλευρό του απλού ανθρώπου.

Για τον Ζίζεκ, μια απάντηση όπως αυτή του Φρίσμπι είναι η καταλληλότερη στο δεδομένο πολιτικό κλίμα. Στην υποστήριξη του Τραμπ ο Ζίζεκ αντιτάσσει την αποχή από τις εκλογές. Όσο συνεχίζεται η εμπλοκή με το κατεστημένο μέσω της συμμετοχής στις εκλογές, οι γνώμες μας μπορεί να επηρεάζονται από αυτό, και το σύστημα στο οποίο προσπαθούμε να αντιτεθούμε μπορεί τελικά να βγαίνει κερδισμένο. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποχή από την επιλογή μεταξύ δύο εναλλακτικών δεξιάς πολιτικής αποτελεί μια έγκυρη πολιτική παρέμβαση. Ωστόσο, η αποχή αυτή πρέπει να είναι μια συνειδητή πράξη διαμαρτυρίας και όχι μια ένδειξη αδυναμίας και παραίτησης. Με άλλα λόγια, πρέπει να ενσωματώνεται σε μια πολιτική και κινηματική οργάνωση της Αριστεράς.[33] Παράλληλα, ο Ζίζεκ τάσσεται υπέρ της προεδρίας Τραμπ, τον οποίο μάλιστα αποκαλεί «απόβρασμα», για τον απλό λόγο ότι αντιπροσωπεύει μια μικρή πιθανότητα αλλαγής και ενδεχομένως προσφέρει έναν δρόμο, αν και έμμεσο, για τη διαμόρφωση ενός «χειραφετητικού σχεδίου». O Τραμπ ενσαρκώνει την άθλια κατάσταση της αμερικανικής πολιτικής, συγκεκριμενοποιεί την προβληματικότητά της και εμφανίζεται ως ο μοναδικός αυτουργός της. Η αποκάλυψη όλων όσα δεν σταθήκαμε ικανοί να αναγνωρίσουμε υπό αυτό το πρίσμα είναι η πραγματική πηγή του τρόμου καθώς και η αληθινή ευκαιρία του καθεστώτος Τραμπ.

Αυτές οι δυνατότητες για πραγματικό κοινωνικο-πολιτικό μετασχηματισμό, και όχι οι δεξιόστροφες πολιτικές του τάσεις, πυροδοτούν την οργή των φιλελεύθερων έναντι του Τραμπ. Διότι υπό την κυριαρχία του καπιταλισμού έχουμε χάσει την ικανότητα να σκεφτόμαστε σε μια κλίμακα που θα επέτρεπε τον ριζικό μετασχηματισμό. Συνεπώς, οι πραγματικές αλλαγές μοιάζουν ασύλληπτες, εξαιρετικά τρομακτικές για να τις αναλογιστούμε. Σε αυτό το ανισόρροπο σύστημα οποιαδήποτε δραστηριότητα, οποιαδήποτε διαμαρτυρία, οποιοδήποτε μποϊκοτάρισμα καταλήγει σε αυτό που ο Ζίζεκ, απηχώντας τον Τέοντορ Αντόρνο, αποκαλεί «ψευδο-δραστηριότητα», ψευδεπίγραφη εναντίωση που αποτυγχάνει να οδηγήσει σε πραγματική πολιτική αλλαγή. Πρέπει με κάθε κόστος να αποφύγουμε αυτήν την αδράνεια που συγκαλύπτεται στη φράση “κάτι κάνουμε” και να εφαρμόσουμε την αποχή ως ένα διαλεκτικό αντίμετρο στην ψευδή πράξη. Η μεγαλύτερη παγίδα, ωστόσο, θα ήταν να θεωρήσουμε την Κλίντον ως το «μικρότερο κακό» και να την ψηφίσουμε από φόβο. Ο Ζίζεκ μας προειδοποιεί ότι η υστερία μας για τον Τραμπ οδηγεί στην εξιδανίκευση των Δημοκρατικών, οι οποίοι στην πραγματικότητα είναι εξίσου διεφθαρμένοι και μικρή σχέση έχουν με την Αριστερά, ενδυναμώνοντας ακολούθως το στάτους κβο και συνεχίζοντας την αποδυνάμωση των εργαζόμενων. Συνεπώς, εάν πρέπει να ψηφίσουμε, θα ήταν καλύτερα να ψηφίσουμε υπέρ του Τραμπ.[34]

Ο Ζίζεκ παρέμεινε σχετικά σιωπηλός στην ταραχώδη μετεκλογική περίοδο. Ένα άρθρο πάνω σε αυτό το θέμα δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2017 στο περιοδικό The Philosophical Salon, γεγονός που μοιάζει ήδη πολύ πίσω στον χρόνο. Σε ένα δεύτερο άρθρο ο Ζίζεκ οικτίρει την αντίδραση των Δημοκρατικών στο εκλογικό αποτέλεσμα, στον βαθμό που είναι είτε πανικόβλητη είτε αυτάρεσκη. Παραλληλίζει την εν λόγω αντίδραση με αυτήν του πολωνικού PiS (το δεξιό λαϊκιστικό κόμμα εξουσίας), το οποίο επιδίδεται σε μέτρα κατά της λιτότητας και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των φτωχών με εθνικιστικό τρόπο, ενώ η επονομαζόμενη Αριστερά θα είχε εφαρμόσει πολιτική λιτότητας υπό τον μανδύα του κοσμοπολιτισμού. Τι θα γινόταν, αναρωτιέται ο Ζίζεκ, εάν ο Τραμπ υιοθετούσε αντίστοιχη τακτική;[35] Άλλωστε, το τελικό σποτ της προεκλογικής εκστρατείας του, όπως και ο επινίκιος λόγος του, εμπεριέχουν στοιχεία λαϊκισμού τύπου Μπέρνι Σάντερς, αν βέβαια παραβλεφθούν τα στοιχεία που αφορούν τον εθνικισμό, την παράνομη μετανάστευση, όπως σημειώνει ο Ταντ Τίτζε σε άρθρο του στο μπλογκ Left Flank τον Νοέμβριο του 2016.[36] Επιπλέον, ενώ υπήρχαν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των προεκλογικών πολιτικών του και των αντίστοιχων του Σάντερς, μπορούν να ανευρεθούν κοινά σημεία σε ό,τι αφορά τον επανασχεδιασμό των υποδομών, την εφαρμογή του δίκαιου εμπορίου και τη διατήρηση της κοινωνικής ασφάλειας.[37] Αν ο Τραμπ θα έχει την ευκαιρία να εφαρμόσει αυτά τα σχέδια –υποθέτοντας ότι είναι αληθή– είναι κάτι που μένει να φανεί. Λαμβάνοντας υπόψη τη δυσαρέσκεια που έχει προκαλέσει η σκληρή ταξιδιωτική απαγόρευση που εφάρμοσε, την εμφανή υποστήριξη μιας αντιδραστικής Ρεπουμπλικανικής μεταρρύθμισης του συστήματος υγείας και την αιφνίδια απόλυση του επικεφαλής του FBI, Τζέιμς Kόουμι, αυτό μοιάζει εξαιρετικά απίθανο. Αλλά είναι επίσης πολύ νωρίς για να εκτιμηθούν οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις που θα έχει η εκλογή μιας φιγούρας όπως ο Τραμπ –μια έντονα προσωποποιημένη εκδήλωση της κρίσης του νεοφιλελευθερισμού– στην Αμερική και στην παγκόσμια πολιτική.

Προς το παρόν, θα ήταν ίσως συνετό να ακολουθήσει κανείς την προτροπή του Ζίζεκ στο άρθρο του στο The Philosophical Salon: αναστοχασμός. Τονίζει τη διαφορά μεταξύ φόβου, ο οποίος εστιάζει στην απειλή της προσωπικής ταυτότητας από ένα εξωτερικό αντικείμενο, και άγχους, το οποίο λειτουργεί μέσω της ενδοσκόπησης και μπορεί έτσι να οδηγήσει σε αυτοπαρατήρηση. Υπό τις παρούσες πολιτικές συνθήκες, τόσο η ξενοφοβία εκ μέρους της Δεξιάς όσο και ο τρόμος της αλλαγής εκ μέρους της Αριστεράς είναι προϊόντα του φόβου. Αντ’ αυτού, ο Ζίζεκ μας ζητά να μελετήσουμε προσεκτικά τις ταυτότητες που πασχίζουμε να διαφυλάξουμε. Εφόσον οι Δημοκρατικοί δεν είναι μία φιλελεύθερη φιλοεργατική συμμαχία, και η διάσπαση των Ρεπουμπλικάνων φαίνεται βέβαιη υπό την πίεση της προεδρίας Τραμπ, το κοινοβουλευτικό σύστημα βρίσκεται σε κρίση, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη συγκρότηση ενός εναλλακτικού, αριστερού πολιτικού κόμματος. Αν η Αμερική είναι ένα μονοκομματικό κράτος με δύο δεξιές συνιστώσες, όπως συνήθιζε να λέει ο Γκορ Βιντάλ, γιατί να μην ενοποιήσουμε τις δύο αυτές συνιστώσες και να δημιουργήσουμε ένα γνήσιο δικομματικό σύστημα; Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να θυμηθούμε ότι ο Μπιλ Κλίντον υπέγραψε το Ποινικό Νομοσχέδιο του 1994 (που οδήγησε σε μαζικές φυλακίσεις Αφροαμερικανών[38]), ότι με το σύστημα υγείας που εισήγαγε ο Obama [Obamacare] 33 εκατομμύρια άνθρωποι έμειναν ανασφάλιστοι και 21% των ασφαλισμένων κατηγοριοποιήθηκαν ως υποασφαλισμένοι,[39] και ότι τα επτά μουσουλμανικά κράτη για τα οποία ο Τραμπ επέβαλε προσωρινή απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ είχαν ήδη επιλεγεί κατά τη διάρκεια της προεδρίας Ομπάμα.[40] Αξίζει επίσης να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τα σημεία στα οποία ο Τραμπ έδινε έμφαση κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του: ότι το κομματικό πολιτικό σύστημα είναι «στημένο»,[41] ότι τα ποσοστά συμμετοχής των εργαζόμενων είναι τραγικά χαμηλά και ότι η πολιτική τάξη συνολικά είναι απελπιστικά ανίκανη και εκτός πραγματικότητας. Η πολιτική της πολυπολιτισμικότητας αποδεικνύεται ως το σχέδιο μιας κοσμοπολίτικης ελίτ και ως ζήτημα που απασχολεί τα τμήματα διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού. Καθώς οι συνθήκες διαβίωσης των πολλών δεν βελτιώνονται ή πολύ περισσότερο επιδεινώνονται, οφείλουμε να αναρωτηθούμε πάνω στις υπάρχουσες κατηγοριοποιήσεις και να αναζωογονήσουμε δυνητικά μια πολιτική βασισμένη στην τάξη, η οποία βρίσκει απήχηση στη μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικάνων. Άλλωστε, κατά τη διάρκεια των οκτώ ετών της προεδρίας Ομπάμα, η κατάσταση των Αφροαμερικανών δεν κατάφερα να βελτιωθεί, ενώ σημειώθηκε το υψηλότερο ποσοστό απελάσεων.[42]

Αν η αρχή της πολιτικής ορθότητας δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά την αστυνόμευση της γλώσσας, και τα επιτεύγματα της Αριστεράς πανηγυρίζονται ως «αλλαγή της συζήτησης», όπως συνέβη με το 99% του κινήματος Occupy Wall Street ή με τον εκ μέρους του Σάντερς αποστιγματισμό της λέξης «σοσιαλισμός» στον δημόσιο λόγο, τότε βάζουμε τον πήχη πολύ χαμηλά. Ας ρίξουμε μια ματιά, για παράδειγμα, στο κίνημα Women' s March που έτυχε ευρείας επιδοκιμασίας και έλαβε χώρα στην Ουάσιγκτον στις 21 Ιανουαρίου, μία μέρα μετά την ορκωμοσία του Τραμπ. Τα κύρια αντικείμενα συζήτησης ήταν ζητήματα φυλής και φύλου σε σχέση με τα προνόμια των λευκών ανδρών, τα οποία φαίνεται να προσωποποιεί ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ, ενώ απουσίαζαν αιτήματα που θα αφορούσαν όλους τους εργαζόμενους ανεξαρτήτως υποβάθρου, όπως το σύστημα υγείας, φροντίδας των παιδιών και οι γονικές άδειες – αιτήματα που θα είχαν προσδώσει πολιτική σημασία στην πορεία.[43] Τι κάνει αυτός ο συνασπισμός πολιτικά ασύνδετων ομάδων, καθώς σέρνεται πίσω από τους Δημοκρατικούς, αν όχι ψευδο-δραστηριότητα;

Η κοινωνική αλλαγή μπορεί να καταστεί πιθανή μόνο αν αναστοχαστούμε, αντί να κρυβόμαστε πίσω από τον φόβο της αλλαγής ή τον φόβο ενός εγωπαθούς προέδρου, αντί να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον σωστό υποψήφιο των Δημοκρατικών. Αυτόν τον προσανατολισμό –αν και κάπως ιδεαλιστικά– προτείνει ο Ζίζεκ. Αν θέλουμε να είμαστε κριτικοί απέναντι στον Τραμπ, πρέπει να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο ανήλθε στην εξουσία και να μελετήσουμε τις δυνάμεις που τον υποστήριξαν, ώστε να αντιπαρατεθούμε τόσο σε αυτόν όσο και στις κοινωνικές δομές που του επέτρεψαν να λάβει την εξουσία. Πρέπει να αναγνωρίσουμε και να χρησιμοποιήσουμε τα αισθήματα του κόσμου που στρέφονται ενάντια στο κατεστημένο, αντί να τα απορρίπτουμε ως ρατσιστικά παραληρήματα κάποιων «λευκών σκουπιδιών», ενώ παράλληλα οφείλουμε να καταπολεμούμε την ψευδαίσθηση ότι οι Δημοκρατικοί εκπροσωπούν τις γυναίκες και τις μειονότητες. Κυρίως, όμως, πρέπει να κάνουμε βήματα πέρα από την ενδοσκόπηση και να κάνουμε ριζική αυτοκριτική της ιστορίας μας, της ιστορίας της Αριστεράς, έτσι ώστε να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας και να μάθουμε πώς θα τα υπερβούμε με οργανωμένο τρόπο. Ο ελπιδοφόρος πεσιμισμός του Ζίζεκ προϋποθέτει ότι η Αριστερά –όπως είναι αδρανής, απολιθωμένη και αποσβολωμένη από τις πολιτικές ταυτοτήτων– μπορεί να αφυπνιστεί για να αναμετρηθεί με τα βαθύτερα πάθη, συνεπώς και τις σημαντικότερες προοπτικές, των εργαζόμενων. Ωστόσο, αν αυτό μπορεί να επιτευχθεί σε μια κοινωνία στην οποία τα όρια του πολιτικού φάσματος συσκοτίζονται διαρκώς και η ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης έχει γίνει σχεδόν αδύνατη, αποτελεί κεφάλαιο ενός βιβλίου που μένει να γραφεί.

 

[1] Ippolit Belinski, “Slavoj Žižek would vote for Trump,” YouTube, 1:52 mins, November 3, 2016: https://www.youtube.com/watch?v=b4vHSiotAFA

[2] Conor Lynch, “ Donald Trump is an actual fascist: What his surging popularity says about the GOP base,” Salon, July 25, 2015: http://www.salon.com/2015/07/25/donald_trump_is_an_actual_fascist_what_his_surging_popularity_says_about_the_gop_base

[3] M. Dov Kent, “Donald Trump's bigotry against Muslims has safety implications we can't ignore,” The Guardian, November 20, 2015: https://www.theguardian.com/commentisfree/2015/nov/20/donald-trump-bigotry-has-real-safety-implications

[4] Nadia Khomami, “Donald's misogyny problem: How Trump has repeatedly targeted women,” The Guardian, October 8, 2016: https://www.theguardian.com/us-news/2016/oct/08/trumps-misogyny-problem-how-donald-has-repeatedly-targeted-women

[5] Socialist Worker-Year of the Renegades, Socialist Worker, January 21, 2016: http://socialistworker.org/2016/01/21/year-of-the-renegades

[6] Alexandra Rosenmann, “Noam Chomsky Drops Truth Bomb on Trump’s Election,” Alternet, November 25, 2016: http://www.alternet.org/election-2016/post-election-noam-chomsky-drops-trump-bomb-trump-voters-wanting-shake-systempost

[7] Hamid Dabashi, “Why Chomsky and Žižek are Wrong on the US Elections,” Al Jazeera, November 30, 2016: http://www.aljazeera.com/indepth/opinion/2016/11/chomsky-zizek-wrong-elections-161129090634539.html

[8] Andre Damon, “The idiot speaks: Slavoj Žižek endorses Donald Trump,” World Socialist Web Site, November 9, 2016: https://www.wsws.org/en/articles/2016/11/09/zize-n09.html

[9] Alex Shephard, (2016) Minutes, New Republic: https://newrepublic.com/minutes/134505/slavoj-zizeks-take-donald-trump-zizek-y

[10] Ian Steinman, “From Farce to Tragedy: Žižek endorses Trump,” Left Voice, November 4, 2016: http://www.Leftvoice.org/From-Farce-to-Tragedy-Žižek-Endorses-Trump

[11] Lucas Nolan, “Left-Wing Philosopher Slavoj Žižek: ‘I would vote for Trump,’” Breitbart, November 4, 2016: http://www.breitbart.com/2016-presidential-race/2016/11/04/left-wing-philosopher-slavoj-zizek-i-would-vote-for-trump/

[12] Deutsches Haus, “Slavoj Žižek—Racial Enjoyments: What the Liberal Left Doesn’t Want to Hear,” YouTube, 1:50:10 mins, January 5, 2017: https://www.youtube.com/watch?v=7lrU_ZX15C8

[13] Daniel Lazare, “Is Trump a Fascist,” Jacobin, December 15, 2015: https://www.jacobinmag.com/2015/12/donald-trump-fascism-islamophobia-nativism

[14] Karl Marx, The Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte, trans. Daniel de Leon (Digireads 2012).

[15] Michael Mann, “Is Donald Trump a Fascist?” Brooklyn Rail, (May 2016): 105.

[16] Marcus Browne, “Slavoj Žižek: 'Trump is really a centrist liberal,'” The Guardian, April 28, 2016: https://www.theguardian.com/books/2016/apr/28/slavoj-zizek-donald-trump-is-really-a-centrist-liberal

[17] Nikos Malliaris, “Freedom from progress: Donald Trump, Christopher Lasch, and a Left in fear of America,” The Platypus Review, March, 2017: https://platypus1917.org/2017/03/06/freedom-progress-donald-trump-christopher-lasch-left-fear-america/

[18] Tad Tietze, “A few thoughts on the Trump victory and the Left,” Left Flank, November 10, 2016: https://left-flank.org/2016/11/10/a-few-thoughts-on-the-trump-victory-and-the-left

[19] Slavoj Žižek, “Clinton, Trump and the Triumph of Global Capitalism,” In These Times, August 24, 2016: http://inthesetimes.com/article/19410/clinton-trump-and-the-triumph-of-ideology

[20] Glenn Greenwald, “Tom Perez Apologizes for Telling the Truth, Showing Why Democrats’ Flaws Urgently Need Attention,” The Intercept, February 9, 2017: https://theintercept.com/2017/02/09/tom-perez-apologizes-for-telling-the-truth-showing-why-democrats-flaws-urgently-need-attention/

[21] George Packer, “Hillary Clinton and the Populist Revolt,” The New Yorker, October 31, 2016: http://www.newyorker.com/magazine/2016/10/31/hillary-clinton-and-the-populist-revolt

[22] See Jefferson Cowie, Stayin’ Alive (New York: The New Press, 2010), 6-18.

[23] George Packer, “Hillary Clinton and the Populist Revolt,” The New Yorker, October 31, 2016: http://www.newyorker.com/magazine/2016/10/31/hillary-clinton-and-the-populist-revolt

[24] Στο ίδιο.

[25] Thomas Frank, “The Democrats' Davos ideology won't win back the midwest,” The Guardian, April 27, 2017:

https://www.theguardian.com/commentisfree/2017/apr/27/democratic-party-2018-races-midwest-populism-trump

[26] Slavoj Žižek, “Donald Trump’s Topsy-Turvy World,” The Philosophical Salon, January 16, 2017: http://thephilosophicalsalon.com/donald-trumps-topsy-turvy-world

[27] Alec Tyson and Shiva Maniam, “Behind Trump’s victory: Divisions by race, gender, education,” Pew Research Center, November 9, 2016: http://www.pewresearch.org/fact-tank/2016/11/09/behind-trumps-victory-divisions-by-race-gender-education

[28] Elizabeth Bruening, “What Explains the Trump-Sanders Crossover Vote?” The New Republic, January 12, 2016: https://newrepublic.com/article/127442/explains-trump-sanders-crossover-vote

[29] George Packer, “Hillary Clinton and the Populist Revolt,” The New Yorker, October 31, 2016: http://www.newyorker.com/magazine/2016/10/31/hillary-clinton-and-the-populist-revolt

[30] Leon Trotsky, “How Mussolini Triumphed,” What Next? Vital Question for the German Proletariat, 1932: https://www.marxists.org/archive/trotsky/works/1944/1944-fas.htm - p2

[31] Slavoj Žižek, “Up for Debate: The Lesser Evil,” In These Times, November 6, 2016: http://inthesetimes.com/features/zizek_clinton_trump_lesser_evil.html

[32] George Packer, “Hillary Clinton and the Populist Revolt,” The New Yorker, October 31, 2016: http://www.newyorker.com/magazine/2016/10/31/hillary-clinton-and-the-populist-revolt

[33] Slavoj Žižek, “Why bother to vote?” The Guardian, September 29, 2007: https://www.theguardian.com/theobserver/2007/sep/30/featuresreview.review11

[34] Slavoj Žižek, “Up for Debate: The Lesser Evil,” In These Times, November 6, 2016: http://inthesetimes.com/features/zizek_clinton_trump_lesser_evil.html

[35] Slavoj Žižek, “Donald Trump’s Topsy-Turvy World,” The Philosophical Salon, January 16, 2017: http://thephilosophicalsalon.com/donald-trumps-topsy-turvy-world/

[36] Tad Tietze, “A few thoughts on the Trump victory and the Left,” Left Flank, November 10, 2016: https://left-flank.org/2016/11/10/a-few-thoughts-on-the-trump-victory-and-the-left

[37] Tamara Keith, “5 Ways Bernie Sanders and Donald Trump Are More Alike Than You Think,” NPR Politics, February 8, 2016: http://www.npr.org/2016/02/08/465974199/what-do-sanders-and-trump-have-in-common-more-than-you-think

[38] Robert Farley, “Bill Clinton and the 1994 Crime Bill,” Fact Check, April 12, 2016: http://www.factcheck.org/2016/04/bill-clinton-and-the-1994-crime-bill

[39] “Background Fact Sheet Beyond the Affordable Care Act: A Physicians’ Proposal for Single-Payer Health Care Reform,” American Journal of Public Health, June 2016.

[40] Tom Kertscher, “Were the 7 nations identified in Donald Trump's travel ban named by Barack Obama as terror hotbeds?” Politifact Wisconsin, February 7, 2017: http://www.politifact.com/wisconsin/statements/2017/feb/07/reince-priebus/were-7-nations-identified-donald-trumps-travel-ban

[41] “Trump: 'Our system is rigged,'” Chicago Tribune, October 13, 2016: http://www.chicagotribune.com/news/91719444-132.html

[42] Serena Marshall, “Obama Has Deported More People Than Any Other President,” ABC News, August 29, 2016: http://abcnews.go.com/Politics/obamas-deportation-policy-numbers/story?id=41715661

[43] Farah Stockman, “Women’s March on Washington Opens Contentious Dialogues About Race,” The New York Times, January 9, 2017: https://www.nytimes.com/2017/01/09/us/womens-march-on-washington-opens-contentious-dialogues-about-race.html


Ι. Τι είναι η Αριστερά; Τι είναι ο μαρξισμός;


[ απαιτείται | + πρότεινε ]

Εβδομάδα A. Νεομαρξισμός

Μάρτιν Νικόλαους, “Ο άγνωστος Μαρξ” (1968)

Μόις Ποστόουν, “Αναγκαιότητα, εργασία, και χρόνος: μια επανερμηνεία της μαρξικής κριτικής του καπιταλισμού” (1978)

Εβδομάδα B. Φύλο και σεξουαλικότητα

Τζούλιετ Μίτσελ, “Γυναίκες: η διαρκέστερη επανάσταση” (1966)

Κλάρα Τσέτκιν και Βλάντιμιρ Λένιν, “Συνέντευξη για το γυναικείο ζήτημα” (1920)

Τέοντορ Αντόρνο, “Σεξουαλικά ταμπού και δίκαιο σήμερα” (1963)

Τζον Ντ’ Εμίλιο, “Καπιταλισμός και γκέι ταυτότητα” (1983)


Εβδομάδα C. Ρατσισμός στις H.Π.Α. και νέα Αριστερά

• Richard Fraser“Two lectures on the black question in America and revolutionary integrationism” (1953)

• James Robertson and Shirley Stoute“For black Trotskyism” (1963)

+ Spartacist League, “Black and red: Class struggle road to Negro freedom” (1966)

+ Bayard Rustin, “The failure of black separatism” (1970) 

• Adolph Reed“Black particularity reconsidered” (1979)

+ Reed, “Paths to Critical Theory” (1984)


Εβδομάδα 1. Το κεφάλαιο στην ιστορία

Μενάντ, απόσπασμα σχετικά με τη νεώτερη ιστορία και ελευθερία (διατίθεται μόνο στα αγγλικά) Εισαγωγικά παραθέματα του Λουί Μενάντ (επί του Έντμουντ Γουίλσον) και του Πήτερ Πρόυς (επί του Νίτσε) για τη νεώτερη έννοια της ιστορίας

• Κατρόουν, “Η μαρξιστική υπόθεση”  (2010)

+ Το κεφάλαιο στην ιστορία χρονοδιάγραμμα και το γράφημα των όρων

Καρλ Μαρξ περί του γίγνεσθαι

Κατρόουν “Το κεφάλαιο στην ιστορία” (2008)


Εβδομάδα 2. Ριζική αστική φιλοσοφία

Καντ, “ Ιδέα μίας καθολικής ιστορίας υπό πρίσμα κοσμοπολίτικο ” και
Τι είναι διαφωτισμός;  (1784)

Κονστάν, “ Η ελευθερία των αρχαίων εν συγκρίσει προς εκείνη των νεωτέρων” (1819)

+ Ρουσσώ, “Πραγματεία περί της καταγωγής της ανισότητας” (1754) και  επιλογές από το “Κοινωνικό συμβόλαιο”  (1762)


Εβδομάδα 3

Χορκχάιμερ επιλογές από το “Λυκόφως”  (1926–31)

Αντόρνο, “Αμετροέπεια” (1944–47) (διατίθεται στα αγγλικά , και στα γερμανικά :GS4:297-300, Anhang in Minima Moralia, letzter Abschnitt)


Εβδομάδα 4

Κολακόφσκι Η έννοια της Αριστεράς  (1968)

Καρλ Μαρξ, “ Να καταστήσουμε τον κόσμο φιλοσοφικό” (από τη διδακτορική διατριβή του Μαρξ, 1839-41) και “Για μια αμείλικτη κριτική του υπάρχοντος” (γράμμα στον Ρούγκε, Σεπτέμβρης 1843)


Εβδομάδα 5

Καρλ Μαρξ, επιλογές από τα “Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα” (1844) – [μόνο τις σελίδες 90 – 106 (Αλλοτριωμένη εργασία), 122 – 140 (Ατομική ιδιοκτησία και κομμουνισμός), 140 – 155,  (Ανάγκη, παραγωγή και καταμερισμός εργασίας)]
– επιλογές από το “Κομμουνιστικό Μανιφέστο” (μαζί με τον Ένγκελς, 1848), [μόνο όλους τους προλόγους, πλην αυτόν του 1890 από τον Ένγκελς, και από το ίδιο το “Μανιφέστο”, την εισαγωγή, το πρώτο, το δεύτερο και το τέταρτο μέρος]
– “Προσφώνηση της κεντρικής επιτροπής στην Ένωση των Κομμουνιστών” (1850)


Εβδομάδα 6

• Ένγκελς, “Η τακτική της σοσιαλδημοκρατίας” (εισαγωγή του Ένγκελς το 1895 στο βιβλίο του Μαρξ “Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία”)

Καρλ Μαρξ, επιλογές από τους “Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία” (1850) και τη “18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη” (1852)
[Τα κείμενα διατίθενται διαδικτυακά σ’ αυτόν τον τόμο, στις σελίδες:
– Πρόλογος Ένγκελς: 123-148
– Ταξικοί αγώνες: 149, 156-161, 171, 175-179, 191-192, 238-239, 250-252, 262-263
– 18η Μπρυμαίρ: Όλο το πρώτο μέρος (Ι), 282-293, και όλο το έβδομο (VII), 382-400]


Εβδομάδα 7

+ Κορς — “Ο Μαρξισμός της Πρώτης Διεθνούς” (1924) (διατίθεται μόνο στα αγγλικά)

Μαρξ — “Ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς ένωσης των εργατών” (1864), επιλογές από τον “Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία” (1871, συμπεριλαμβανομένη της εισαγωγής του Ένγκελς του 1891) (σελ. 3-18, 58-91)

+ Κορς — “Εισαγωγή στην ‘Κριτική του προγράμματος της Γκότα’ του Μαρξ” (1922) (διατίθεται μόνο στα αγγλικά)

Μαρξ — “Κριτική του προγράμματος της Γκότα” (1875), “Πρόγραμμα του Γαλλικού εργατικού κόμματος” (1880) (διατίθεται στα αγγλικά)


Εβδομάδα 8

Μαρξ — επιλογές από τα “Grundrisse” (1857-61), “Ο φετιχιστικός χαρακτήρας των εμπορευμάτων” (από το “Κεφάλαιο”, τ.1, 1867)


Εβδομάδα 9

Λούκατς — “Το φαινόμενο της πραγμοποίησης” (πρώτο μέρος του κεφαλαίου “Η πραγμοποίηση και η συνείδηση του προλεταριάτου” από το βιβλίο “Ιστορία και ταξική συνείδηση“, 1923, σελ. 149-182 του βιβλίου)


Εβδομάδα 10

Λούκατς — “Αρχικός Πρόλογος” (1922), “Τι είναι ο ορθόδοξος μαρξισμός;” (1919), “Ταξική συνείδηση” (1920)  (περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Ιστορία και ταξική συνείδηση“, σελ. 45-82 και 105-148 του βιβλίου)

+ Μαρξ — “Πρόλογος στην πρώτη γερμανική έκδοση” (1867) και “Επίλογος στη δεύτερη γερμανική έκδοση” (1873) του τ.1 του “Κεφαλαίου”(σελ. 11-26 του βιβλίου)


Εβδομάδα 11

Κορς“Μαρξισμός και Φιλοσοφία” (1923)

+ Μαρξ — “Να καταστήσουμε τον κόσμο φιλοσοφικό” (από τη διδακτορική διατριβή του Μαρξ, 1839-41), “Για μια αμείλικτη κριτική απέναντι σε ό,τι υπάρχει”, γράμμα στον Ρούγκε, Σεπτέμβρης 1843) και “Θέσεις για τον Φόυερμπαχ” (1845) — υπάρχουν σ’ αυτόν τον τόμο.

Θοδωρής Βελισσάρης

15/2/2016

[Σημειώσεις επί των οποίων βασίστηκε η σχετική παρουσίαση στο συνεργατικό βιβλιοπωλείο “Ακυβέρνητες Πολιτείες” στη Θεσσαλονίκη]

Η αλήθεια είναι ότι ο μαρξισμός μοιάζει ιδιαίτερα παρωχημένος σήμερα. Σε αντίθεση με τον προηγούμενο αιώνα, δεν υπάρχουν ούτε τόσα ισχυρά κόμματα και οργανώσεις διεθνώς, ούτε τόσοι διανοούμενοι που να εντάσσονται στη μαρξιστική παράδοση.

Όπως το έθεσε ένας Αμερικάνος σύντροφός μας σε ένα άρθρο του, σήμερα ο μαρξισμός μοιάζει να «έχει επιβιώσει ως ‘ανάλυση’, αλλά χωρίς σαφή πρακτική σημασία∙ ενώ ο ‘κομμουνισμός’ έχει επιβιώσει ως ηθική στάση, χωρίς αποτελεσματική πολιτική.»

Από την άλλη, τι έγινε μόλις ξέσπασε η πρόσφατη κρίση; Αυξήθηκαν κατακόρυφα οι πωλήσεις του «Κεφαλαίου», του μεγάλου έργου του Μαρξ, διεθνώς! Ίσως κάτι σημαίνει αυτό.

Επίσης, παρατηρείται συχνά οι μη-μαρξιστές, οι οποίοι έχουν ξεπεράσει υποτίθεται τον Μαρξ και τον μαρξισμό, να νιώθουν την ανάγκη να εξηγήσουν αναλυτικά γιατί ο Μαρξ έχει άδικο, γιατί είναι ξεπερασμένος, γιατί ένα μόνο μέρος των ιδεών του μπορεί να είναι χρήσιμο αλλά το υπόλοιπο άχρηστο (ας πούμε οι «οικονομικές» του θεωρίες είναι έγκυρες, ενώ οι πολιτικές “silly”, όπως το έθεσε πρόσφατα ο Χόλογουεϊ απαντώντας σε μία ερώτησή μου εδώ στη Θεσσαλονίκη). Αν ο Μαρξισμός είχε ξεπεραστεί εντελώς ιστορικά, και δεν είχε καμία σημασία, αμφιβάλω αν θα ένιωθε κανείς την ανάγκη να αυτοπροσδιορίζεται σε τέτοιο βαθμό αρνητικά, μέσω του Μαρξ. (Ας πούμε οι αναρχικοί δικαιολογούν συχνά τις πολιτικές επιλογές τους αναδεικνύοντας περισσότερο τις αποτυχίες της μαρξιστικής πολιτικής,  ή ο Καστοριάδης αφιερώνει 100 σελίδες αποδόμησης του Μαρξ, όχι τόσο πετυχημένες κατά τη γνώμη μου, προτού να πει τα δικά του στη Φαντασιακή κλπ).  Είναι σαν κάτι να μας φαγουρίζει κάπου στην πλάτη, και να μην περνάει οριστικά όσο κι αν το ξύνουμε, ή σα να μην το φτάνουμε ποτέ ακριβώς… ή κάτι τέτοιο, ας μη συνεχίσω μ’ αυτή την αρκετά εξεζητημένη μεταφορά!

Ας έρθουμε όμως στο ψητό, τι είναι ή, ίσως, τι ήταν ο μαρξισμός.
Και εδώ μπορούμε σιγά σιγά να περάσουμε και στο διάγραμμα που έχετε στα χέρια σας.

Σήμερα τείνουμε να πιστεύουμε ότι όλες οι μεταβολές στην ιστορία ήταν πάνω-κάτω εξίσου σημαντικές, αν όχι εξίσου αδιάφορες. Και ότι για παράδειγμα ένα πιθανό πέρασμα από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό (ή κάπου αλλού), θα είναι παρόμοιας τάξεως και σημασίας με το πέρασμα π.χ. από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Και ότι ο Μαρξ ασχολήθηκε μ’ αυτή την, άνευ ιδιαιτερότητας, πιθανή μετάβαση, μία μεταξύ πολλών άλλων.
Όμως για τους κλασικούς μαρξιστές ήταν κοινός τόπος η υπόθεση ότι η μετάβαση στην αστική κοινωνία σηματοδοτούσε μία αλλαγή παρόμοιας σημασίας και βεληνεκούς με αυτή που σηματοδοτούσε η άνοδος της νεολιθική κοινωνίας.

Ας πιάσουμε όμως το νήμα από την αρχή.

Παλαιολιθική:

Κάποια στιγμή στην ιστορία της φύσης αναδύεται η ανθρωπότητα. Αυτό αποτελεί τρόπον τινά μία κρίση της φύσης, μία τομή που σηματοδοτεί μία πολύ σημαντική αλλαγή. Μιλάμε τότε μόνο για εμφάνιση του ανθρώπου, σε σχέση με τους προγόνους του Ανθρωπίδες, ή μεγάλους πιθήκους. Γιατί; Ίσως ιδιαίτερη σημασία έχει μία διαφορά που έρχεται στο επίπεδο της συνείδησης. Η ικανότητα συμβολικής έκφρασης των σχέσεων των ανθρώπων με τη φύση, αλλά και μεταξύ τους, κυρίως μέσω της ανάπτυξης της γλώσσας. Εδώ οι άνθρωποι είναι νομάδες, κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες. Δεν θέλω να επιμείνω πολύ εδώ, απλά να γίνει κατανοητή η ριζική διαφορά του τρόπου ζωής τότε από τον δικό μας. Το κοσμοείδωλό τους εικάζεται ότι κυριαρχούνταν από μία μυθική αλληλοδιαπλοκή ανθρώπου/φύσης/χρόνου/και κόσμου εν γένει. Για παράδειγμα κάθε κυνηγός την ώρα που κυνηγούσε ταυτιζόταν με τον πρώτο κυνηγό, και απαγορευόταν μέχρι οστρακισμού το να κυνηγάς διαφορετικά από τον τρόπο που υποτίθεται κυνηγούσε αυτός! Επικρατούσε ο Τοτεμισμός. Τα ζώα και η ανθρώπινη φυλή θεωρούνται συχνά ενιαία. Δοξασίες για παράδειγμα ότι αν αρρωστήσει το ζώο που κυνηγά, αρρωσταίνει και ο κυνηγός του. Επίσης υπήρχαν σημαντικά στοιχεία ισότητας/εξισωτισμού στις κοινωνίες αυτές (μητριαρχία, γεροντοκρατίες – όλοι κάποτε γερνάμε).

Δεν θα μπω τώρα σε μια αξιολόγηση του τρόπου ζωής στην Παλαιολιθική (δεν θέλω να τα παρουσιάσω όλα ρόδινα, – υπήρχε βία, απίστευτη ανασφάλεια, δεσμοί αίματος κλπ).
Αν ζούσαμε πάντως  σήμερα ακόμα όπως αυτοί, δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε για το πρόβλημα της ελευθερίας στην ιστορία της ανθρωπότητας! Μπορούμε να μιλάμε γιατί, περίπου 10.000 χρόνια πριν, λαμβάνει χώρα μία κοσμοϊστορικής σημασίας τομή.

Νεολιθική – Γεωργική επανάσταση [δεν έγινε αυτόματα, πρώτα γεωργική και σταδιακά νεολιθική]:

Γιατί συμβαίνει; Επηρεάστηκε ίσως από την κλιματική αλλαγή; Την εξάλειψη των μεγάλων ζώων; Σε κάθε περίπτωση, σημασία έχει ότι όντως έλαβε χώρα και σηματοδότησε μία κρίση για την ίδια την ανθρωπότητα, εγκαθιδρύοντας αυτόν που γνωρίζουμε ως παραδοσιακό πολιτισμό! Κολοσσιαίες αλλαγές: Εδώ έχουμε πλέον μόνιμη εγκατάσταση, αγροτικό τρόπο ζωής, εξημέρωση ζώων και φυτών. Αλλαγές σε όλους τους τομείς της ζωής. Για παράδειγμα παρατηρείται δραματική πτώση του ατομικού επιπέδου ζωής και υγείας σε σχέση με Παλαιολιθική. Μόνο στον 20ό αι. πιάσαμε το προσδόκιμο της Παλαιολιθικής! Ακόμα και σήμερα μας ταλαιπωρούν σημάδια αυτής της μετάβασης. Γρίπη πτηνών, γρίπη χοίρων, ως κατάλοιπα των προβλημάτων που έφερε η εξημέρωση των ζώων και η συνύπαρξη μαζί τους.  Ό,τι δύναμη πάντως χάνεται ατομικά, κερδίζεται συλλογικά. Αυτή η συλλογική δύναμη άφησε εκτυφλωτικά μνημεία πολιτισμού τα οποία θαυμάζουμε ακόμα και σήμερα, καθώς και έναν πρωτοφανή πλούτο (βασίστηκαν βέβαια στην καταναγκαστική εργασία χιλιάδων…).

Εμφανίζονται πανίσχυρα διοικητικά κέντρα, οι πόλεις, στις οποίες αναδύεται η έννοια του πολίτη, και σπάει ο δεσμός αίματος και συγγένειας που καθόριζε τις κοινωνικές σχέσεις πρωτύτερα. (αν και η πλειοψηφία δεν ζει ακόμα τότε σε πόλεις, αυτό έγινε στις αρχές του 21ου αι. – η πόλη ζει τότε από το πλεόνασμα της υπαίθρου. Αργότερα, στην νεωτερικότητα η πόλη γίνεται το κέντρο παραγωγής!).

Βασικό χαρακτηριστικό της ζωής μετά τη νεολιθική επανάσταση είναι η προσαρμογή σε ό,τι θεωρείται «μεγάλη αλυσίδα των όντων»: θεϊκή τάξη – κάστες – γη
Κάστες: Βασιλιάς – παπάδες/κλήρος – αριστοκρατία/πολεμιστές – εργάτες γης/χωρικοί].
Αλλάζει η έννοια του χρόνου και του χώρου. Όσον αφορά το χρόνο: ημερολόγια ανάλογα με γεωργικές ανάγκες. Χώρος: κατάτμηση γης για καλλιέργεια (για πώληση από το 1500 κι έπειτα!). Έχουμε γραφή, εγγράματο πολιτισμό. Την επικράτηση της πατριαρχίας.
Όσον αφορά την εργασία θεωρείται καθήκον, όχι επιλογή, όπως την έχουμε εμείς στο μυαλό μας. Όπως γεννιόσουν έτσι πέθαινες, είτε βασιλιάς, είτε δούλος.

Τώρα, μια σημείωση, παρότι εμείς συζητάμε την παλαιολιθική και νεολιθική κοινωνία ως «οικονομίες», ως «τρόπους παραγωγής», τότε δεν θα έβλεπαν τον εαυτό τους έτσι αναγκαστικά. Στον παραδοσιακό πολιτισμό αν ρωτούσες κάποιον δεν θα σου έλεγε ότι ζει σε φεουδαρχία ή δουλοκτητική κοινωνία, ίσως θα έλεγαν ότι ζούσαν σε μία θρησκεία, στο βασίλειο του Θεού.

Στα «θετικά», μπορούμε να διακρίνουμε μία στοιχειώδη εξατομίκευση, κάποια ίχνη ελευθερίας, αλλά για απειροελάχιστα μέλη των ελίτ. Μην ξεχνάμε ότι γι’ αυτή την ελευθερία προϋπόθεση ήταν η καταναγκαστική εργασία και η ύπαρξη δούλων.

Όσον αφορά την πολιτική, ο Αριστοτέλης δίνει τον κλασικό ορισμό του ανθρώπου για όλη αυτή την περίοδο.
«Ζώον πολιτικόν». [Ακόμα κι εδώ, που είναι πολύ προχωρημένη η σύλληψη, πέφτει βαριά η σκιά μιας ιδέας περί αναλλοίωτης ανθρώπινης φύσης]. Τι σημαίνει; Σημαίνει ότι δημιουργούμε την πόλη μας – αλλά προσοχή, με ποια έννοια; Δημιουργούμε την πολιτική μας ζωή με βάση τις αξίες μας, οριζόμενες από μία συγκεκριμένη ιδέα του Αγαθού! Η πολιτική περιοριζόταν από πανίσχυρα έθιμα. Για τίποτα δεν μπορούσες να πεις: εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου! Ακόμα και για οικογενειακή υποθέσεις. Η Αθήνα αποτελεί ως ένα βαθμό την εξαίρεση που αποδεικνύει τον κανόνα (κάπως – μην ξεχνάμε την καταδίκη του Σωκράτη) λόγω ανάπτυξης εμπορίου: τους έκανε ανοιχτόμυαλους / και βεβαίως πλούσιους.

Παρότι την έχουμε ξεπεράσει, και θα δούμε αν και πως σε λίγο, η νεολιθική επανάσταση και η ιστορία του πολιτισμού που την ακολούθησε μας έχει επηρεάσει έντονα.
Ας πούμε, πολλοί σύγχρονοι επαναστάτες επικαλούνταν κινήματα χειραφέτησης του παραδοσιακού πολιτισμού. Οι χωρικοί και ο ηγέτης τους Τόμας Μύντσερ, επικαλούνταν στον πόλεμό τους εναντίον της απολυταρχίας τη διδασκαλία του Χριστού, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ τον Μωϋσή που οδήγησε τους εβραίους μακριά από την αιγυπτιακή κυριαρχία. Η Λούξεμπουργκ επικαλούνταν την εξέγερση του Σπάρτακου. Αλλά αυτές οι εξεγέρσεις στον παραδοσιακό πολιτισμό, δεν αμφισβητούσαν τον κατεστημένο τρόπο ζωής και τις ίδιες τις κάστες. Ζητούσαν καλύτερο βασιλιά, όχι το τέλος των βασιλιάδων. Καλύτερη ιεραρχία, όχι το τέλος των ιεραρχιών. Για κάτι τέτοιο χρειάστηκαν οι αστικές επαναστάσεις!

Αλλά ήδη, προτού περάσουμε σ’ αυτές, και μόνο με τη νεολιθική και γεωργική επανάσταση και τις τομές που σηματοδότησαν, πως μπορούμε να μην είμαστε καχύποπτοι όταν ακούμε όλα αυτά περί αναλλοίωτης ανθρώπινης φύσης, αυτά τα «καληνύχτα Κεμάλ, ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ» του Χατζιδάκι κλπ! Παρά τις κοινοτοπίες αυτές, η ανθρωπότητα μετασχημάτισε ριζικά τον εαυτό της αρκετές φορές στην ιστορία. Και τώρα περνάμε στην κρισιμότερη ίσως τομή.

Αστική επανάσταση:

Εδώ μιλάμε για την κρίση σύνολου του παραδοσιακού πολιτισμού που κυριαρχούσε επί 10.000 χρόνια περίπου! Οι κάστες και η θρησκεία που τις νομιμοποεί αμφισβητούνται για πρώτη φορά! Ο όρος αστική εδώ  δεν αναφέρεται στην αστική τάξη ή την καπιταλιστική, αλλά κυρίως στις κοινωνικές σχέσεις της νεώτερης πόλης. Αστικός – άστυ. Οι πόλεις γίνονται κέντρα, όχι συγκέντρωσης του πλεονάσματος, πλέον,  αλλά παραγωγής του πλεονάσματος.
Οι κάστες είπαμε ότι κατά βάση διαχώριζαν αυτούς που προσεύχονται, αυτούς που πολεμούν, και αυτούς που εργάζονται. Αυτή η τελευταία είναι η Τρίτη Τάξη, όλοι όσοι εργάζονται, που εξεγείρεται ενάντια στις κατεστημένες ιεραρχίες και σχέσεις, σε μία σειρά από αστικές επαναστάσεις, από την εξέγερση των ολλανδικών πόλεων μέχρι τη μεγάλη Γαλλική επανάσταση. Τι είναι η Τρίτη Τάξη; ρωτάει ο επαναστάτης Αββάς Σεγιέ: Δεν είναι τίποτα. Αλλά θέλει να γίνει τα πάντα. (τότε δεν θεωρούνταν ακόμα μεγάλης σημασίας η διάκριση μεταξύ «καπιταλιστή» και «εργάτη»).

Εδώ έχουμε πλέον τη μετάβαση από τον χωρικό στον εργάτη, με συντριβή όλων των παραδοσιακών καστών. Και αυτό το πέρασμα στην εργασία είναι πολύ ιδιαίτερο. Η εργασία δεν είναι πλέον προκαθορισμένη αλλά μπορεί να είναι αντικείμενο επιλογής. Συνήθως σκεφτόμαστε μόνο την αρνητική πλευρά της έννοιας εκμετάλλευση. Όμως με την άνοδό της ξεχνάμε αυτή την πλευρά της εργασίας, ότι πέρα από εκμετάλλευση, είναι αυτοεκμετάλλευση. Μπορώ να εκμεταλλευτώ τον εαυτό του κατά βούληση, να επιλέξω πως θα αξιοποιήσω τον εαυτό μου ως μέσο παραγωγής! Και όλοι μοιράζονται το ίδιο πεπρωμένο. Όπως το έθετε μία οξυδερκής, παρότι συντηρητική, στοχάστρια, η Χάννα Άρεντ, ακόμα και οι βασιλιάδες και οι πρωθυπουργοί σήμερα «κάνουν μία δουλειά» όπως όλοι  – πρέπει δηλαδή να δικαιολογούν την ύπαρξή τους μέσω της εργασίας τους! Η εργασία γίνεται το εισιτήριο εισόδου στην κοινωνική ζωή και στοιχίζεται με την υπόσχεση μίας άνευ προηγουμένου ελευθερίας για όλους. [Χέγκελ: αρχικά ένας, αργότερα μερικοί, σήμερα όλοι ελεύθεροι].

Μιλάμε για κοσμολογική αλλαγή (ο Μαρξ έλεγε ότι συντελείται η δημιουργία ενός ολόκληρου αστικού κόσμου): όλη η ανθρώπινη εμπειρία μεταμορφώνεται.

Δεν υπήρχε καν κοινωνία (π.χ. κοινωνιολογία), ή άτομο (π.χ. ψυχολογία) πριν την αστική κοινωνία. Αυτές οι αφηρημένες έννοιες απαιτούν την ισοπέδωση όλων κάτω από την εμπορευματική μορφή της εργασίας (γίναμε όλοι εμπορεύματα), σαν αυτά  τα ανθρωπάκια του Γιάννη Γαΐτη, με τα καπέλα (που ίσως είναι πεπαλαιωμένα αισθητικά κατά τη γνώμη μου, αλλά περνάνε το μήνυμα).

Έχουμε πάλι αλλαγή στη σύλληψη χώρου και χρόνου. Χρόνος: απόλυτος, για μετρησιμότητα, ακρίβεια, σύγκριση, αποτελεσματικότητα. Χώρος: έθνη – κράτη. Σαφή σύνορα (Βεστφαλιανό σύστημα).

Ιδιοκτησία προκύπτει και νομιμοποιείται από την εργασία (Λοκ). Και η κοινωνία από συμβόλαιο (όχι από Θεό).

Εδραιώνεται η ιδέα της ελευθερίας και η υπόθεση περί ανεξάντλητων ανθρώπινων δυνατοτήτων. [Ναπολέοντας – Ιένα – Χέγκελ]

Άνθρωπος. Από πολιτικό ζώο, μετατρέπεται σε ζώο που παράγει αποτελεσματικά: Homo faber, Homo economicus.

Όραμα αστικής κοινωνίας συνοψίζεται καλά από τον  Άνταμ Σμιθ. Επιλογή εργασίας σημαίνει αύξηση παραγωγικότητας εργασίας, άρα και αξίας της εργασίας. Συνεπώς σημαίνει ικανοποίηση περισσότερων αναγκών. Ανάπτυξη/προαγωγή ανθρώπινων δυνατοτήτων και ελευθερίας.

Δεν ξέρω πόσο καλά ανταποκρίνεται η περιγραφή μου γι’ αυτή, αλλά μιλάμε για μία κοσμολογική μεταβολή απίστευτου βεληνεκούς. Η ζωή από τρόπος του είναι μεταμορφώνεται σε τρόπος του γίγνεσθαι. Και μιλάμε όχι απλά για την ελευθερία να είσαι κάτι, αλλά να γίνεσαι κάτι άλλο από αυτό που είσαι.

Μαρξ και Μαρξισμός

Μια πολύ ωραία περιγραφή αυτής της τομής κάνει ο Λουί Μενάντ, αναδεικνύοντας και τη σημασία του Μαρξ.

Ας δώσουμε λίγο και τον λόγο στον ίδιο τον Μαρξ, σε ένα απόσπασμα από τα Γκρούντρισε.

Άρα σιγά σιγά γίνεται κατανοητό γιατί έπρεπε να κάνουμε όλο αυτό το ιστορικό ταξίδι για να καταλήξουμε στον Μαρξ, γιατί δεν αρκούν οι αστοί στοχαστές για την επαρκή συνείδηση των καθηκόντων της εποχής μας, και γιατί χρειάζεται ο 2ος Διαφωτισμός που αναφέρθηκε πριν μέσω του Μενάντ.

Η πορεία αστικοποίησης των κοινωνικών σχέσεων προς την ελευθερία δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί ομαλά: η παραγωγικότητα του Σμιθ δεν αύξησε την αξία της εργασίας, και το όραμα του Καντ για την παγκόσμια ειρήνη έμεινε στα χαρτιά. Με τη Βιομηχανική Επανάσταση η αστική επανάσταση έμπλεξε σε μία σειρά εμποδίων, επιπλοκών και αντιφάσεων, τις οποίες προσπάθησε να συλλάβει ο Μαρξ.

Η Βιομηχανική επανάσταση (χονδρικά 1750-1850) επηρέασε επίσης ολόκληρη την κοινωνική ζωή, δεν είχε αντίκτυπο μόνο στην οικονομία. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ήταν η μαζική υποκατάσταση εργασίας από μηχανές, με την οποία επιτυγχάνεται αύξηση της παραγωγικότητα με ταυτόχρονη υποβάθμιση της αξίας της εργασίας (εδώ αρχίζει να έχει σημασία η διάκριση μεταξύ μισθών και κεφαλαίου, γιατί η υποβάθμιση της αξίας της εργασίας δεν θίγει εξίσου εργάτες και καπιταλιστές, το αντίθετο). Πριν την εξάπλωση της Βιομηχανικής Επανάστασης, την περίοδο που ο Μαρξ περιγράφει ως μανιφακτούρα, οι ίδιοι οι εργάτες διαμόρφωναν την εργασία, τον ρόλο των μηχανών στην παραγωγή. Με τη μεγάλη βιομηχανία, οι μηχανές διαμορφώνουν την εργασία και τον ρόλο των εργατών.

Συνέπειες πολύ σοβαρές: Για πρώτη φορά έχουμε καθαρά οικονομικές κρίσεις  (μέχρι τότε τις αντιμετώπιζαν σαν σπάνια φυσικά φαινόμενα ή προσωρινά ατυχήματα). Μαζική φτωχοποίηση. Αναδύεται ο εφεδρικός στρατός εργασίας, οι άνεργοι, ένα σταθερά πλεονάζον, περιττό μέρος του πληθυσμού. Πρώτη φορά αναδύεται και το προλεταριάτο (ο Μαρξ δεν αναφέρεται πλέον στις εργαζόμενες τάξεις γενικά όπως οι ριζοσπάστες αστοί).

Η αντίφαση για Μαρξ στο νέο αυτό πλαίσιο συνοψιζόταν στο γεγονός ότι η εργασία παρέμενε μέτρο της αξίας: πουλάμε χρονικά καταμετρημένη εργασία για να επιβιώσουμε (ό,τι αποκαλούμε γενικότερα σχέσεις παραγωγής) ενώ συγχρόνως η εργασία απαξιωνόταν και γινόταν περιττή από τη σκοπιά της ανάπτυξης των βιομηχανικών παραγωγικών δυνάμεων. Φτώχεια εν μέσω πλούτου, ανεργία εν μέσω γιγαντιαίας αύξησης του κεφαλαίου, ο Μαρξ λέει ότι εν μέσω αφάνταστου πλούτου η σπηλιά του πρωτόγονου αρχίζει να μοιάζει πιο ζεστή και βολική από το δωμάτιο του εργάτη.

Αν προ-νεωτερικά υπήρχε απόλυτη εξάρτηση κάθε υποκειμένου από το περιβάλλον του, με την αστική επανάσταση φάνηκε να επικρατεί μία υποκειμενική αίσθηση ελευθερίας, και οι αντικειμενικές δυνάμεις έμοιαζαν να την ευνοούν. Στο κεφάλαιο, διατηρείται αυτή η υποκειμενική αίσθηση, αλλά ταυτόχρονα πέφτει βαριά η σκιά μίας αντικειμενικής εξάρτησης των υποκειμένων από μία διαδικασία που βρίσκεται πέρα από τον έλεγχό τους – την τυφλή δυναμική του κεφαλαίου (που, ό,τι και να κάνουμε, φέρνει κρίσεις, ανεργία κλπ).

Αυτό δεν οδηγεί τον Μαρξ σε ένα είδος ρομαντικού αντικαπιταλισμού και μίσους των μηχανών. Αναγνωρίζει την οπισθοδρόμηση αλλά συγχρόνως ανιχνεύει τις δυνατότητες, μέσω των μαζικών σοσιαλιστικών κινημάτων που αναδύονται εν μέσω αυτής της κρίσης, να γίνει η οπισθοδρόμηση ευκαιρία για την πλήρωση της αστικής υπόσχεσης για ελευθερία. Ελευθερία τώρα όχι απλά μέσω της εργασίας, αλλά τόσο μέσω όσο και πέρα από την εργασία ως κοινωνικό μέτρο της αξίας. [Κοινωνική διάνοια. «Άλμα» έξω από την παραγωγή.]

Το κρίσιμο σημείο για τον Μαρξ είναι η έμφαση στο γεγονός ότι η αστική επανάσταση, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, συνεχίζεται (βλέπουμε μέχρι σήμερα να ξεσπούν κινήματα που διεκδικούν δημοκρατία εναντίον του αυταρχισμού!). Ότι είμαστε, λοιπόν, στα μισά μίας ατελούς μετάβασης, της αστικής κοινωνίας (και της κρίσης της υπό το κεφάλαιο) ως τελευταίου σταδίου της προϊστορίας και δυνητικά πρώτου σταδίου της πραγματικής ιστορίας.

Δεν υπήρξε ποτέ μια ολοκληρωμένη και σταθερή αστική κοινωνία, αλλά μόνο μία διαδικασία αστικής επανάστασης την οποία συσκότισε και έκανε περισσότερη σύνθετη και προβληματική ο καπιταλισμός. Ο σοσιαλισμός για τον Μαρξ θα ήταν η ολοκλήρωση της αστικής επανάστασης, το τέλος της ιστορίας του παραδοσιακού πολιτισμού και η αρχή της ελευθερίας (δηλαδή ο σοσιαλισμός δεν είναι το τελευταίο στάδιο της ανθρώπινης ιστορίας, επιτρέπει απλά την ιστορία να ξεκινήσει ελεύθερα προς μορφές που δεν μπορούμε να προβλέψουμε).

Η Αριστερά σήμερα έχει ξεχάσει αυτή τη διαλεκτική. Ότι η αστική επανάσταση παραμένει αντιφατική επειδή δεν έχει ολοκληρωθεί. Ότι συγχρόνως παλεύουμε για την πραγμάτωση και το ξεπέρασμα της αστικής κοινωνίας (υπό το κεφάλαιο, το οποίο δεν είναι “σύστημα” αλλά μάλλον μία συνεχής κρίση, μία διαδικασία αποσύνθεσης).

Ο Μαρξ παρουσιάζεται συνήθως σαν γκρούπι του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού ως «τέλους της ιστορίας», και της εργατικής τάξης ως υποτιθέμενα κυρίαρχης σ’ αυτούς, ενώ αντιθέτως θεωρούσε σημαντικότερο καθήκον του την κριτική τους (και φυσικά στόχος της εργατικής εξουσίας γι’ αυτόν ήταν η κατάργηση όλων των τάξεων, της εργατικής συμπεριλαμβανομένης).

Όπως έγραψε ο ίδιος, σ’ ένα γράμμα [το 1843] στον Άρνολντ Ρούγκε,  «ο κομμουνισμός είναι μια δογματική αφαίρεση και…  αποτελεί μονάχα μερική εκδήλωση της ανθρωπιστικής αρχής και έχει μολυνθεί από το αντίθετό του, την ατομική ιδιοκτησία».

Και στα χειρόγραφα του ’44: «Ο κομμουνισμός είναι η αναγκαία μορφή και η δυναμική αρχή του άμεσουμέλλοντος, αλλά ο κομμουνισμός ως τέτοιος δεν αποτελεί τον σκοπό της ανθρώπινης ανάπτυξης, τη μορφή της ανθρώπινης κοινωνίας».

Υπό αυτό το πρίσμα προσέγγισε ο Μαρξ τους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες της εποχής του.

Το 1848 οι εργάτες εξεγέρθηκαν απαιτώντας την εκπλήρωση των αστικών υποσχέσεων, απαιτώντας δουλειά. Μπορεί το αίτημα να ακουγόταν  συντηρητικό, και για την ακρίβεια καθαρά αστικό, αλλά για τον Μαρξ άνοιγε το θέμα του ελέγχου της παραγωγής από τους εργάτες, και των δυνητικά επαναστατικών χειρισμών των αντιφάσεων στις οποίες είχε εισέλθει η αστική κοινωνία εν γένει. Το προλεταριάτο είναι σημαντικό γιατί είναι αυτό που συγκροτεί με τους αγώνες του αυτή την περίοδο το κεφάλαιο (οδηγώντας την αστική τάξη στη διαδικασία απόσπασης σχετικής υπεραξίας).

Η αποτυχία της επανάστασης των εργατών και όσα ακολούθησαν οδήγησε τον Μαρξ στην έννοια του Βοναπαρτισμού ως πολιτική έκφραση της δυναμικής του κεφαλαίου. Ο Βοναπαρτισμός είναι μία κατάσταση όπου η αστική τάξη δεν είναι ικανή να ηγείται πλέον της κοινωνικής πραγματικότητας, ενώ η εργατική τάξη δεν είναι έτοιμη ακόμα να αναλάβει αυτή τα ηνία. Το πρόβλημα τώρα δεν ήταν απλά η εκμετάλλευση μίας τάξης από μια άλλη, όπως της Τρίτης Τάξης από την αριστοκρατία και τον κλήρο, αλλά η κυριαρχία του κεφαλαίου επί σύνολης της κοινωνίας (αν δεν δούμε έτσι την πάλη, και μιλάμε απλά για εκμετάλλευση, τότε θα αναπαράγουμε στο διηνεκές την πάλη της Τρίτης Τάξης και θα ανασυγκροτούμε αυτό που θέλουμε να ξεπεράσουμε!).

Σχετικά με την κοινωνική κυριαρχία ως ίδιον γνώρισμα του καπιταλισμού: Ούτε οι καπιταλιστές δεν είναι ελεύθεροι – δεν μπορούν να αποτρέψουν οικονομικές κρίσεις, δεν μπορούν να σχεδιάσουν συνειδητά την οικονομία. Ασχέτως του ότι μοιράζονται τη λεία, τα λάφυρα, αυτής της απρόσωπης διαδικασίας κοινωνικής αποσύνθεσης υπό το κεφάλαιο, και ασχέτως του ότι αν μπορούσαν να σχεδιάσουν τον κόσμο, πιθανότατα να τον έκαναν έτσι όπως είναι. Για τον Μαρξ, μπορείς να έχεις καπιταλισμό ακόμα και χωρίς καπιταλιστές! Να πόσο διαφέρουν οι απόψεις του Μαρξ από όσα ακούγονται συνήθως γι’ αυτόν! [καπιταλιστές: ανθρώπινες μάσκες του κεφαλαίου – αντιστροφή αιτίας και αιτιατού].

Τι σημαίνει λοιπόν ότι ζούμε στον καπιταλισμό; Ότι υπάρχουν πλούσιοι; Ότι υπάρχει ταξική εκμετάλλευση; Αυτά υπήρχαν και παλιότερα. Το βασικό ερώτημα είναι αν η κοινωνία μεσολαβείται ακόμα από την εμπορευματική μορφή της εργασίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η βασική αντίφαση είναι απλά εργάτης εναντίον καπιταλιστή, και όλα τ’ άλλα δευτερεύοντα. Όχι! Σημαίνει ότι η κοινωνία σε όλα τα επίπεδα πρέπει να αναπαράγεται γύρω από την αξία της εργασίας ως κοινωνικής σχέσης. Η εργασία ως αξία χρειάζεται εξίσου μία οικονομία, μία σεξουαλικότητα, μία οικογενειακή ζωή, μία θρησκεία, μία τέχνη που να εκφράζουν τις παθογένειες αυτής της αναπαραγωγής σε όλη την πολυπλοκότητά της. Δεν αδιαφορεί ο μαρξισμός για όλα αυτά τα πεδία! Με τη βιομηχανική επανάσταση, όλη η κοινωνία που βασίζεται στην ανταλλαγή της εργασίας μπαίνει σε κρίση!

Μαρξισμός λοιπόν είναι η κριτική συνείδηση του δυνητικά μεταβατικού χαρακτήρα της εποχής μας, με όλες τις παθογένειές της, προς την κατεύθυνση μίας πρωτοφανούς ατομικής και κοινωνικής ελευθερίας. Μετέχουμε ακόμα στον μεταβατικό αυτό χαρακτήρα της εποχής μας, αλλά η επίγνωσή της ως τέτοια φαίνεται να μας διαφεύγει. Ακόμα κι αν απέτυχε ο μαρξισμός, απέτυχε με τον πιο σημαντικό και συγκλονιστικό τρόπο (1917).  Αν τον αντιμετωπίζουμε ως καρικατούρα, τότε πιθανώς καρικατουρίστικες θα είναι και οι προσπάθειές μας ξεπεράσματός του. Αν τον ανακτήσουμε ουσιαστικά, ίσως θα τον ξεπεράσουμε και ουσιαστικά. Ο μαρξισμός δεν έχει από μόνος του σημασία. Μπορεί μόνο να γίνει σημαντικός από μας, εμείς να τον κάνουμε σημαντικό πετυχαίνοντας εκεί όπου αυτός απέτυχε.

Chris Cutrone

(μετάφραση: Θοδωρής Βελισσάρης)

Εισαγωγή

Η μαρξιστική πολιτική του Λένιν έχει παρερμηνευτεί και διαστρεβλωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, τόσο θετικά όσο και αρνητικά: υποτίθεται ότι επιδίωξή της ήταν η απογύμνωση της καπιταλιστικής κοινωνίας από το απατηλό της πέπλο και η κατάφαση του απλού προλεταριάτου ως αρχής και τέλους της “σοσιαλιστικής” κοινωνίας. Σίγουρα, όχι μόνο η σταλινική ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης αργότερα, αλλά επίσης και οι πρακτικές του σοβιετικού κράτους υπό την ηγεσία του Λένιν κατά τον εμφύλιο πόλεμο και τον λεγόμενο “πολεμικό κομμουνισμό”, καθώς και η “κόκκινη τρομοκρατία”, τροφοδοτούν την εικόνα του Λένιν ως αμείλικτου καταστροφέα των “αστικών” συνθηκών ζωής. Αν είναι όμως έτσι, πως εξηγούνται μπροσούρες του Λένιν όπως για παράδειγμα το “Κράτος και επανάσταση” και ο “Αριστερισμός: παιδική ασθένεια του κομμουνισμού”; Γιατί και οι δύο τονίζουν τόσο την αναγκαία επιβίωση του “αστικού δικαίου” μεταξύ των εργατών κατά τη μακρά μετάβαση από τον σοσιαλισμό στον κομμουνισμό, η οποία απαιτεί την κρατική μεσολάβηση, όσο και το γεγονός ότι οι μαρξιστές αντιλαμβάνονταν την προσπάθειά τους ως υπέρβαση του κεφαλαίου “επί τη βάσει του ίδιου του καπιταλισμού”. Πρωταρχικής σημασίας παράδειγμα για την επιμονή του Λένιν σχετικά με τη μεσολάβηση της πολιτικής στην κοινωνία, ήταν η αντίθεσή του στην προτροπή του Τρότσκυ για τη στρατιωτικοποίηση των εργατικών σωματείων και την υπαγωγή τους στο κράτος. Ο Λένιν ήθελα αντίθετα να διατηρήσει τη σημαντική μη-ταυτότητα μεταξύ τάξης, κόμματος και κράτους στο σοβιετικό “εργατικό κράτος”, το οποίο αναγνώριζε ότι θα συνέχιζε αναγκαστικά, για το κοντινό μέλλον, τον “κρατικό καπιταλισμό” (ο οποίος χαρακτηριζόταν από “γραφειοκρατικές στρεβλώσεις” λόγω των ρωσικών συνθηκών). Ο Λένιν μ’ αυτόν τον τρόπο ήθελε να διατηρήσει τη δυνατότητα πολιτικής εντός της εργατικής τάξης, θέμα που είχε πραγματευτεί ήδη στην πρώτη σημαντική μπροσούρα του με τίτλο “Τι να κάνουμε;”. Η “τελευταία μάχη του Λένιν” [1] ήταν αφιερωμένη στην αποφυγή του στραγγαλισμού της πολιτικής στο σοβιετικό κράτος, κίνδυνο που διέβλεπε όχι μόνο σε σχέση με τη σταλινική ηγεσία αλλά γενικότερα με τις συνθήκες εντός των μπολσεβίκων. Για παράδειγμα ο Λένιν παρατηρούσε επικριτικά την προτίμηση του Τρότσκυ για “διοικητικές” λύσεις των προβλημάτων.

Οι Γκέοργκ Λούκατς, Καρλ Κορς και Τέοντορ Αντόρνο, αναδεικνύοντας μία “εγελιανή” διάσταση στον μαρξισμό του Λένιν, άντλησαν από τα θεωρητικά γραπτά και την πολιτική πρακτική του μία εξέλιξη της μαρξιστικής θεωρίας της κοινωνικής μεσολάβησης στο κεφάλαιο, μέσω της πολιτικής του προλεταριακού σοσιαλισμού, η οποία επιδίωκε να ανακτήσει τον Λένιν από μία ουτοπική, με την αρνητική έννοια, προοπτική ολοκληρωτικής εγκατάλειψης της πολιτικής. Αντιθέτως, αυτή η μαρξιστική κριτική θεωρία, ακολουθώντας τον Λένιν, κατανόησε την υπέρβαση της “αλλοτρίωσης” και “πραγμοποίησης” του κεφαλαίου ως έμφορτη δυνατοτήτων για την αληθινή άσκηση πολιτικής, θεωρώντας της ως τη λησμονημένη αλλά ζωτικής σημασίας συνεισφορά του Λένιν στην ανάπτυξη του μαρξισμού. Ο Λένιν δεν επιχείρησε να καταστρέψει τις νεώτερες μορφές πολιτικής μεσολάβησης αλλά μάλλον να πετύχει την αληθινή μεσολάβηση μεταξύ θεωρίας και πράξης σε μία πολιτική χειραφετημένη από μία κοινωνία κυριαρχούμενη από το κεφάλαιο. Αυτό ήταν το περιεχόμενο του φιλελευθερισμού του Λένιν, η “διαλεκτική” μαρξιστική του απόπειρα: όχι να αρνηθεί, αλλά μάλλον να εκπληρώσει τα desiderata της αστικής κοινωνίας, η εκπλήρωση των οποίων παρεμποδιζόταν μεν από το κεφάλαιο αλλά η πραγμάτωσή τους μπορούσε να επιτευχθεί μονάχα “ενδογενώς”.

Η διαμάχη γύρω από τον Λένιν

Ο Λένιν αποτελεί την πιο αμφιλεγόμενη μορφή στην ιστορία του μαρξισμού, και ίσως μία από τις πιο αμφιλεγόμενες μορφές σε όλη την ιστορία. Ως τέτοια είναι αδύνατη η ψύχραιμη αποτίμησή της, χωρίς την εμπλοκή πολεμικής. Ωστόσο έχει επίσης γίνει αδύνατη, μετά τον Λένιν, η αποτίμηση του μαρξισμού χωρίς αναφορά σ’ αυτόν. Σε γενικές γραμμές ο μαρξισμός διχάζεται σε δεδηλωμένες “λενινιστικές” και αντιλενινιστικές” τάσεις: με ποια έννοια ο Λένιν αποτελούσε προχώρημα ή καταστροφή για τον μαρξισμό; Υπάρχει όμως και ένας άλλος τρόπος προσέγγισης του Λένιν: ως έκφρασης της ιστορικής κρίσης του μαρξισμού. Με άλλα λόγια, ο Λένιν ως ιστορική μορφή είναι αναπόφευκτα σημαντικός ως εκδήλωση της κρίσης του μαρξισμού. Το ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Λένιν παρείχε μία βάση για την προαγωγή αυτής της κρίσης, ο τρόπος με τον οποίο η πόλωση γύρω από τον Λένιν θα μπορούσε να παρέχει τη βάση για την προαγωγή του δυνητικού μετασχηματισμού του ίδιου του μαρξισμού, σε σχέση με την επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων. Αυτό που προκύπτει σαφώς από τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους συνήθως προσεγγίζεται ο Λένιν, είναι πως η αναγκαιόρητα αυτού του μετασχηματισμού και προαγωγής του μαρξισμού έχει εκφραστεί μονάχα με στρεβλό τρόπο. Για παράδειγμα, το ζήτημα της μαρξιστικής “ορθοδοξίας” παρεμποδίζει την ορθή αποτίμηση του Λένιν. Υπήρχε μια θεμελιώδης αμφισημία στον τρόπο με τον οποίο ο μαρξισμός αντιμετώπισε τη δικιά του ιστορική κρίση, ως προς την πιστότητα ή αναθεώρηση του Μαρξ, π.χ. στην αποκαλούμενη “ρεβιζιονιστική διαμάχη” κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Λένιν ήταν ένας από τους ηγετικούς αντιρεβιζιονιστές ή “ορθόδοξους¨μαρξιστές. Κάτι που ισχύει και για άλλους ριζοσπάστες στοχαστές της Δεύτερης Διεθνούς, όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Λέον Τρότσκυ. Το ερώτημα είναι: με ποιο τρόπο αυτοί οι ριζοσπάστες, και κυρίως ο Λένιν, νόμιζαν πως η αφοσίωση στον Μαρξ ήταν απαραίτητη για την προαγωγή και τον μετασχηματισμό του μαρξισμού;

Ο θεωρητικός της σχολής της Φραγκφούρτης, Τέοντορ Αντόρνο, στο βιβλίο του Αρνητική Διαλεκτική (1966), έγραφε για την παρακμή του μαρξισμού λόγω “ταμπού στο τρόπο σκέψης και δογματισμού”. Καμία άλλη μορφή στην ιστορία του μαρξισμού δεν ταλαιπωρήθηκε από τέτοιο δογματισμό και ταμπού όσο ο Λένιν. Για τον Αντόρνο, μορφές όπως ο Λένιν ή η Λούξεμπουργκ ή ο Κάουτσκυ δεν θα ‘πρεπε να προσεγγίζονται μονάχα σε σχέση με τη θεωρητική σκοπιά που πρότειναν ή τις έμπρακτες δράσεις που αναλάμβαναν, αλλά μάλλον κατά τον τρόπο που συσχέτιζαν θεωρία και πράξη, δηλαδή γιατί σκεπτόντουσαν πως έκαναν ό,τι έκαναν, όταν το έκαναν. Όπως το έθεσε ο ίδιος ο Αντόρνο, η θεωρία και πράξη έχουν μία μεταβαλλόμενη σχέση η οποία “κυμαίνεται” ιστορικά. [2]

Λένιν: ιστορία όχι γραμμική αλλά σπειροειδής

Ο Λένιν, και άλλοι μαρξιστές, θεωρούσαν πως το πολιτικό κόμμα εκτελούσε σημαντική λειτουργία σε σχέση με τη συνείδηση, και έγραψε στο “Τι να κάνουμε;” για την κεντρική “σημασία της θεωρητικής πάλης” για τη διαμόρφωση ενός τέτοιου κόμματος. Η θεωρία για τον Λένιν δεν αποτελούσε απλώς ζήτημα γενίκευσης από την εμπειρία με όρους δοκιμής και λάθους, όπως στην παραδοσιακή (προκαντιανή) επιστημολογία, αλλά ζήτημα εγελιανής, “διαλεκτικής” έννοιας της ιστορίας: μ’ αυτόν τον τρόπο ο Λένιν κατανοούσε τη “θεωρία”. Γι’ αυτόν η ιστορία δεν προχωρούσε γραμμικά αλλά “σπειροειδώς”, μέσω επαναλήψεων και οπισθοδρομήσεων, όχι μέσω απλής γραμμικής “προόδου”. Μ’ αυτή την έννοια, το παρελθόν θα μπορούσε να αποτελεί προαγωγή του παρόντος ή το παρόν θα μπορούσα να εκπληρώσει στιγμές του παρελθόντος, αλλά υπό διαφορετικές συνθήκες. Και παρόμοιες διαφορετικές συνθήκες δεν γίνεται να αντιμετωπιστούν απλώς ως “προοδευτικές”. Υπήρχε μάλλον για τον Λένιν μία σημαντική αμφισημία στην ιστορία, καθώς αυτή επιδεικνύει τόσο πρόοδο όσο και οπισθοδρόμηση. Στο λήμμα για τον Καρλ Μαρξ της Σοβιετικής Εγκυκλοπαίδειας (Γκρανάτ), περιγράφοντας τη διαλεκτική από μία μαρξική σκοπιά, ο Λένιν έγραφε:

“Στην εποχή μας η ιδέα της ανάπτυξης, της εξέλιξης, διαπέρασε σχεδόν ολοκληρωτικά την κοινωνική συνείδηση, όμως από άλλους δρόμους, όχι μέσω της φιλοσοφίας του Χέγκελ. Ωστόσο η ιδέα αυτή, όπως τη διατύπωσαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, στηριγμένοι στον Χέγκελ, είναι πολύ πιο ολόπλευρη, πολύ πιο πλούσια σε περιεχόμενο, απ’ ό,τι η συνηθισμένη ιδέα της εξέλιξης. Μια ανάπτυξη που φαίνεται σαν να επαναλαμβάνει τις βαθμίδες που ήδη διέτρεξε, μα τις επαναλαμβάνει διαφορετικά, σε ανώτερη βάση («άρνηση της άρνησης»), μια ανάπτυξη, μπορούμε να πούμε, σπειροειδής και όχι σε ευθεία γραμμή· –μια ανάπτυξη αλματοειδής, καταστροφική, επαναστατική· –«τομές εντός του συνεχούς»· μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα· –εσωτερικές ωθήσεις προς ανάπτυξη, που προέρχονται από την αντίφαση, από τη σύγκρουση των διαφόρων δυνάμεων και τάσεων που επιδρούν πάνω σε ένα δοσμένο σώμα ή στα πλαίσια ενός δοσμένου φαινομένου ή μέσα σε μια δοσμένη κοινωνία· –αλληλεξάρτηση και στενότατη, αδιάρρηκτη αλληλουχία όλων των πλευρών κάθε φαινομένου (η ιστορία αποκαλύπτει ολοένα και νέες πλευρές), αλληλουχία που μας δίνει την ενιαία, την καθολική διαδικασία της κίνησης, η οποία ακολουθεί ορισμένους νόμους –αυτά είναι μερικά γνωρίσματα της διαλεκτικής, της πιο πλούσιας (από τη συνηθισμένη) σε περιεχόμενο θεωρίας της ανάπτυξης.” [3]

Με τον μαρξισμό αναγνωρίστηκε η “κρίση” της αστικής κοινωνίας. Η κρίση της αστικής κοινωνίας περί το 1848 χαρακτηρίστηκε από τον Μαρξ, προκλητικά, “κεφάλαιο”. Ο Λένιν (μεταξύ άλλων ριζοσπαστών της Δεύτερης Διεθνούς όπως η Λούξεμπουργκ και ο Τρότσκυ) θεωρούσε πως η ιστορία της νεώτερης εποχής είχε οπισθοδρομήσει μέσω της “προόδου” από το 1848, τον καιρό των Μαρξ και Ένγκελς, από τη στιγμή του “Κομμουνιστικού Μανιφέστου”, ακριβώς μέσω της σπειροειδούς ανάπτυξης που καταδείκνυε πως και γιατί η επακόλουθη ανάπτυξη του μαρξισμού επιζητούσε την επανάκτηση του 1848. Αποτελούσε η ιστορία μετά το 1848 πρόοδο ή οπισθοδρόμηση; Με μία έννοια, και τα δύο. Σ’ αυτή την ιστορία, η αστική κοινωνία εμφανιζόταν συγχρόνως να ολοκληρώνει και να αρνείται τον εαυτό της. Με άλλα λόγια, η αστική κοινωνία είχε γίνει ο εαυτός της περισσότερο από ποτέ. Από μια άλλη σκοπιά, ωστόσο, είχε απομακρυνθεί από τα προηγούμενα επιτεύγματά της, και μάλιστα τα υπονόμευε (για παράδειγμα με την επανεμφάνιση της δουλείας κατά τις δεκαετίες που οδήγησαν στον αμερικανικό εμφύλιο). Συνεπώς, οι ριζοσπάστες της Β’ Διεθνούς επιδίωξαν την επιστροφή στις πρωταρχικές δυνατότητες της αστικής κοινωνίας κατά την πρώτη στιγμή της κρίσης της, περί το 1848. Όπως το έθεσε ο Καρλ Κράους, με τρόπο που επηρέασε βαθιά τους Μπένγιαμιν και Αντόρνο, “η καταγωγή είναι ο στόχος”.[4] Παρότι η κρίση του κεφαλαίου ή της αστικής κοινωνίας μεγάλωνε, το ζήτημα ήταν εάν η κρίση προαγόταν, αναπτυσσόταν. Οι ριζοσπάστες της Β’ Διεθνούς αναγνώριζαν πως ενώ η κρίση του κεφαλαίου, με την έννοια του Μαρξ, μεγάλωνε, η κρίση έπρεπε να οδηγηθεί σε ανάπτυξη/προαγωγή, καθώς η ιστορία δεν προοδεύει αυτόματα. Μ’ αυτήν την έννοια υπήρχε δυνητικά μία επιστροφή της στιγμής του 1848 κατά την ανάπτυξη του ίδιου του μαρξισμού, η οποία δεν ήταν παρά η δυνατότητα να γίνει η αυξανόμενη κρίση – ό,τι η Λούξεμπουργκ και ο Λένιν αποκαλούσαν “ιμπεριαλισμό” και ό,τι ο Λένιν όριζε ως “ανώτερο στάδιο” του καπιταλισμού – ιστορική ανάπτυξη.

Το παράδοξο αυτής της ανάπτυξης και του μετασχηματισμού του ίδιου του μαρξισμού μέσω της επιστροφής σε μία παρελθούσα στιγμή δυνατότητας και συνακόλουθης “κρίσης”, εκφράστηκε οξυδερκώς από τον Καρλ Κορς, ο οποίος έγραψε το 1923 στο δοκίμιό του “Μαρξισμός και φιλοσοφία” τα εξής:

“Η μεταμόρφωση και ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας έγινε υπό το ιδεολογικό κάλυμμα της επιστροφής στην αποκαθαρμένη διδασκαλία ενός αυθεντικού ή αληθινού μαρξισμού. Εύκολα καταλαβαίνουμε όμως τόσο τις αιτίες γι’ αυτήν την κάλυψη, όσο και τον πραγματικό χαρακτήρα που αποκρύβεται εξαιτίας της. Αυτό που έκαναν και κάνουν στο πεδίο της μαρξιστικής θεωρίας, θεωρητικοί όπως η Λούξεμπυοργκ στη Γερμανία και ο Λένιν στη Ρωσία, είναι η απελευθέρωσή της από τις παραλυτικές παραδόσεις [της σοσιαλδημοκρατίας]. Ανταποκρίνονταν συνεπώς στις πρακτικές ανάγκες ενός νέου επαναστατικού σταδίου προλεταριακής ταξικής πάλης, εφόσον αυτές οι παραδόσεις βάραιναν “σαν εφιάλτης” στον νου των εργαζόμενων μαζών, των οποίων η αντικειμενικά επαναστατική κοινωνικο-οικονομική θέση δεν συμβάδιζε πλέον μ’ αυτές τις πρώιμες εξελικτικές θεωρίες. Η εμφανής αναβίωση της αυθεντικής μαρξιστικής θεωρίας στην Τρίτη Διεθνή είναι απλά αποτέλεσμα του γεγονότος ότι σε μία νέα επαναστατική περίοδο πρέπει να λάβουν σαφή επαναστατική μορφή, όχι μόνο το ίδιο το εργατικό κίνημα, αλλά και οι θεωρητικές έννοιες των κομμουνιστών που το εκφράζουν. Γι’ αυτόν τον λόγο αναβιώνεται τώρα μεγάλο μέρος του μαρξιστικού συστήματος το οποίο φαινόταν να έχει ουσιαστικά ξεχαστεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.” [5]

Ποιες ήταν συνεπώς αυτές οι “επαναστατικές” πτυχές του μαρξισμού που ανακτήθηκαν κατά τη διάρκεια της “κρίσης του μαρξισμού” (όπως το έθεσε ο Κορς), και με ποιον τρόπο συνέβαλε ο Λένιν στην ανάτκησή τους;

Ο Λένιν και το πολιτικό κόμμα

Σε μία σκοτεινή αλλά ενδεικτική παρατήρηση στην πρώτη υποσημείωση του βιβλίου “Τι να κάνουμε;”, ο Λένιν τόνιζε:

“Με την ευκαιρία, σημειώνουμε ότι στην ιστορία του νεώτερου σοσιαλισμού […] υπάρχει το εξαιρετικά παρήγορο φαινόμενο […] της σύγκρουσης διαφόρων κατευθύνσεων εντός του σοσιαλιστικού κινμήματος […]. Σ’ αυτές τις διαμάχες μεταξύ λασσαλικών και αϊζεναχικών, γκεντιστών και ποσσιμπιλιστών, φαβιανών και σοσιαλδημοκρατών, οπαδών της Ναρόντναγια Βόλια και των σοσιαλδημοκρατών […], σ’ αυτή την πρώτη, πραγματικά διεθνή σύγκρουση με τον σοσιαλιστικό οπορτουνισμό, η διεθνής επαναστατική σοσιαλδημοκρατία ίσως δυναμώσει αρκετά ώστε να βάλει τέρμα στην πολιτική αντίδραση που από καιρό βασιλεύει στην Ευρώπη” [6]

Με άλλα λόγια, θα μπορούσε η επεξεργασία του προβλήματος του οπορτουνιστικού και ρεφορμιστικού “ρεβιζιονισμού” εντός του μαρξισμού να αποτελέσει μέσο υπέρβασης του κεφαλαίου; Κάτι τέτοιο θα έμοιαζε σαν ο εγωκεντρισμός του μαρξισμού να έφτανε στο απόγειό του. Υπήρχε όμως επαρκής αιτιολόγηση γι’ αυτό. Δεν ήταν μόνο ο Λένιν (μετά το “Τι να κάνουμε;”) που ήθελε τους μενσεβίκους έξω από τη ρωσική σοσιαλδημοκρατία (ο Λένιν συμφωνούσε με τους μενσεβίκους ως προς την ανάγκη αποκλεισμού των αποκαλούμενων “οικονομιστικών” τάσεων του μαρξισμού και των εργατικών οργανώσεων της εβραϊκής Μπουντ), αλλά και όπως σπάνια τονίζεται η Λούξεμπουργκ επίσης ήθελε του ρεφορμιστές ρεβιζιονιστές έξω από το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (ο Κάουτσκυ φλυαρούσε ατελείωτα επί του θέματος αυτού). Οι Λένιν και Λούξεμπουργκ ήθελαν να διασπάσουν τη Δεύτερη Διεθνή ενάντια στους ρεφορμιστές (ή “οπορτουνιστές”).

Ο Λένιν δεν πίστευε μονάχα ότι οι διασπάσεις, δηλαδή οι πολιτικές διαιρέσεις, στην αριστερή πτέρυγα του εργατικού κινήματος ήταν εφικτές και επιθυμητές, αλλά και ότι ήταν απαραίτητες. Οι μόνες διαφορές του Λένιν με μορφές όπως οι Λούξεμπουργκ και Κάουτσκυ αφορούσαν μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες παρόμοιες ρήξεις λάμβαναν ή μπορούσαν ή έπρεπε να λάβουν χώρα. Η Λούξεμπουργκ για παράδειγμα πίστευε ότι η ρήξη εντός της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας το 1903 ήταν πρώιμη κι έτσι διαφωνούσε με τον Λένιν και τους μπολσεβίκους για τα οφέλη της. Και, κυρίως, το πρόβλημα δεν ήταν απλώς εάν μία πολιτική διάσπαση μπορούσε ή έπρεπε να λάβει χώρα, αλλά πως, και ακόμα, πότε. Η πολιτική θεωρούνταν ένα ιστορικό φαινόμενο.

Υπάρχει το συγκεκριμένο ζήτημα του “κόμματος” ως μορφή πολιτικής. Οι Μαρξ και Ένγκελς έγραψαν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ότι “οι κομμουνιστές δεν σχηματίζουν ένα ξεχωριστό κόμμα αντιτιθέμενο στα υπόλοιπα κόμματα της εργατικής τάξης”. Αυτό φαινομενικά αποτελεί πρόβλημα για την περίπτωση του Λένιν, ο οποίος είναι διαβόητος σχετικά με το “κομματικό πρόβλημα”. Θέτει όμως ένα πρόβλημα για το ζήτημα του μαρξισμού γενικότερα, στο μέτρο που ο μαρξισμός εναντιώθηκε σε άλλες, αντιτιθέμενες, πολιτικές τράσεις εντός της εργατικής τάξης, όπως για παράδειγμα στον αναρχισμό κατά την Α’ Διεθνή. Τι είχε αλλάξει από την εποχή των Μαρξ και Ένγκελς σε σχέση με αυτή του Λένιν;

Ως μαρξιστές, οι Λένιν και Λούξεμπουργκ θεωρούσαν πως αγωνίζονταν για την ηγεσία του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος και του πολιτικού του κόμματος. Αλλά δεν ταυτίζονταν απλώς είτε με το κόμμα είτε με το κίνημα, η καταγωγή των οποίων ήταν ανεξάρτητη απ’ αυτούς. Τόσο το εργατικό κίνημα όσο και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα θα υπήρχαν ακόμα και χωρίς τον μαρξισμό. Συνεπώς το κόμμα ήταν ένα εργαλείο, όπως και το ίδιο το εργατικό κίνημα. Απαντώντας στην παρατήρηση του Μπερνστάιν ότι “το κίνημα είναι το παν, ο σκοπός τίποτα”, η Λούξεμπουργκ προχώρησε μέχρι το σημείο να δηλώσει ότι χωρίς τον σκοπό του σοσιαλισμού το εργατικό κίνημα δεν ήταν τίποτα ή, ίσως ακόμα χειρότερα από το τίποτα, επιδείνωνε τα προβλήματα του καπιταλισμού, για παράδειγμα συμβάλλοντας στην ανάδυση της “ιμπεριαλιστικής” μορφής του καπιταλισμού στα τέλη του 19ου αιώνα. Πως κατανόησαν οι μαρξιστές το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα και τα πολιτικά του κόμματα; Για να αντιληφθούμε κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο να λάβουμε υπόψη την κριτική του Μαρξ στο πρόγραμμα της Γκότα, επί του οποίου ιδρύθηκε το γερμανικό SPD, καθώς και τη συνακόλουθη κριτική του Ένγκελς στο πρόγραμμα της Ερφούρτης που κατέστησε τον μαρξισμό επίσημη γραμμή του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Εάν άσκησαν κριτική στα προγράμματα αυτά, η αιτία ήταν πως αυτή είναι η δουλειά των μαρξιστών: η κριτική. Ό,τι και να γραφόταν σ’ αυτά τα προγράμματα είναι σίγουρο ότι θα προκαλούσαν τις κριτικές παρατηρήσεις των Μαρξ και Ένγκελς.

Οι μαρξιστές, δηλαδή οι Μαρξ και Ένγκελς, φαίνεται πως διστακτικά συμφώνησαν με τη διαμόρφωση ενός μόνιμου κόμματος της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά όχι χωρίς σοβαρές επιφυλάξεις και προειδοποιήσεις. Η υποστήριξη της κομματικής πολιτικής ήταν προσωρινή και υπό όρους. Για παράδειγμα, το 1917, ο ίδιος ο Λένιν απείλησε να παραιτηθεί από το κόμμα των μπολσεβίκων. Ο Λένιν θεωρούσε ότι θα μπορούσε να παραιτηθεί από το κόμμα και να συνεχίσει να ηγείται της επανάστασης, ότι θα παραιτούνταν από το κόμμα ώστε να ηγηθεί της επανάστασης.

Ο βιογράφος της Λούξεμπουργκ, ο βρετανός πολιτικός επιστήμονας J.P.Nettl, επικέντρωσε το ζήτημα του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος σε ένα σύνολο προβληματικών εννοιών, οι οποίες συνολικά είχαν αμφισβητηθεί από τη ριζοσπαστική Αριστερά της Β’ Διεθνούς, από μορφές όπως οι Λούξεμπουργκ και Λένιν. Το κόμμα μπορούσε να συλληφθεί σα συσσωρευτής συμφερόντων και ομάδα πίεσης επί του κράτους ώστε να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Ή θα μπορούσε να συλληφθεί, όπως και το είχε συλλάβει απροκάλυπτα η ηγεσία του υπό την οργανωτική πρωτοβουλία του Μπέμπελ και τη θεωρητική πρωτοβουλία του Κάουτσκυ, σαν “κράτος εντός του κράτους” ή, σύμφωνα με την ορολογία του Νετλ, σαν “κόμμα-κληρονόμος”, το οποίο στόχευε στην κατάκτηση της εξουσίας. [7] Εδώ εμπλεκόταν μια προβληματική θεωρία όχι μόνο της επανάστασης αλλά και του σοσιαλισμού. Ιδιαίτερα προβληματική ήταν η ιδέα της οικοδόμησης της οργάνωσης της εργατικής τάξης εντός του καπιταλισμού ώστε όταν η τελική του κρίση κατέφθανε, η πολιτική εξουσία θα έπεφτε στα χέρια των σοσιαλδημοκρατών, οι οποίοι οργάνωναν την εργατική τάξη προβλέποντας μία παρόμοια εξέλιξη των γεγονότων. Όμως οι θεωρητικές αυτές συλλήψεις αμφισβητήθηκαν και δέχθηκαν κριτική, όχι μόνο από μετέπειτα ριζοσπάστες όπως οι Λούξεμπουργκ και Λένιν, αλλά επίσης από τους ίδιους τους Μαρξ και Ένγκελς. Μαρξιστές όπως οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Λούξεμπουργκ ήταν, ορθά, βαθιά καχύποπτοι απέναντι στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ως ένα διαρκή και μόνιμο πολιτικό θεσμό της εργατικής τάξης.

Το πρόβλημα της κομματικής πολιτικής

Για την κατάλληλη εστίαση αυτής της συζήτησης σημαντική προϋπόθεση είναι η επιστροφή στην κλασική φιλελεύθερη περιφρόνηση για τα πολιτικά κόμματα. Δεν υπήρχε όρος που να προκαλεί μεγαλύτερη πολιτική καταφρόνηση από τον “άνθρωπο του κόμματος”, ή την “κομματική” πολιτική, όροι που παραβίαζαν όχι μόνο την αξία των σκεπτόμενων ατόμων αλλά, επίσης, και ίσως πιο σημαντικά, την ίδια την έννοια της πολιτικής στη φιλελεύθερη και δημοκρατική της σύλληψη, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών. Ενώ το κράτος ήταν καταναγκαστικό, οι θεσμοί της κοινωνίας των πολιτών ήταν εθελοντικοί. Στο μέτρο που τα πολιτικά κόμματα, ως μορφές συνένωσης, μπορούσαν να θεωρηθούν οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, η συνάρθρωσή τους, ως σχηματισμών, με την πολιτική εξουσία του κράτους φάνηκε στους κλασικούς φιλελεύθερους στοχαστές ως ιδιαίτερα επικίνδυνη. Ο Χέγκελ ας πούμε, προτιμούσε ρητά την κληρονομική μοναρχία επί της δημοκρατίας ως μορφή εκτελεστικής εξουσίας, ακριβώς επειδή η πρώτη δεν ανέγειρε παρόμοια προβλήματα. Για τον Χέγκελ, η κοινωνία των πολιτών θα παρέμενε περισσότερο ελεύθερη υπό μοναρχικό παρά υπό δημοκρατικό πολίτευμα, καθώς στο τελευταίο θεωρούσε πως η πολιτική εξουσία θα στρεβλωνόταν από ιδιωτικά συμφέροντα. Ο κίνδυνος εντοπιζόταν στη δυνατότητα μίας ομάδας της κοινωνίας των πολιτών να καταλάβει την κρατική εξουσία για τα στενά, ιδιωτικά της συμφέροντα. Επιπλέον, στην κλασική φιλελεύθερη παράδοση, η ιδέα του “επαγγελματία πολιτικού” ήταν αυστηρά ελεγχόμενη. Όσοι εμπλέκονταν στην κρατική πολιτική το έκαναν μάλλον μέσω άλλων θεσμών της κοινωνίας των πολιτών, ως επιχειρηματίες, καθηγητές, ιερείς κλπ, και μόνο διστακτικά αναλάμβαναν το καθήκον ενός δημόσιου αξιώματος: “είναι μια βρώμικη δουλειά αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει”.

Αυτό το πρόβλημα της νεώτερης πολιτικής και οι μορφές του επανεμφανίστηκε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα με στοχαστές όπως ο Ρόμπερτ Μίχελς, μαθητής και συνεργάτης του Μαξ Βέμπερ, που ασχολήθηκε επίσης με το πρόβλημα της νεώτερης “γραφειοκρατίας” και, σε μία έρευνα που αποτέλεσε ορόσημο, συνέκρινε το γερμανικό SPD με το Δημοκρατικό Κόμμα στις ΗΠΑ, ειδικά σε σχέση με το ζήτημα της “κομματικής μηχανής”, με τα “εκλογικά της αφεντικά”, ή αλλώς της μηχανικής κομματικής πολιτικής, και με τη συνακόλουθη τάση προς ό,τι ο Μίχελς αποκάλεσε “ολιγαρχία”. Ο Μίχελς υπήρξε μέλος του SPD, στη ριζοσπαστική του τάση, μέχρι το 1907. (Ο Μίχελς, που μελέτησε επίσης το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ιταλίας, στρατεύτηκε αργότερα στον ιταλισμό φασισμό υπό τον πρώην σοσιαλιστή Μπενίτο Μουσολίνι, επειδή νόμιζε πως ο φασισμός αποτελούσε λύση στο πρόβλημα της γραφειοκρατίας, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Συνεπώς, το πρόβλημα της κομματικής πολιτικής ήταν οικείο θέμα την εποχή του Λένιν. Για τους ριζοσπάστες μαρξιστές της Β’ Διεθνούς, όπως οι Λούξεμπουργκ και Λένιν, το εργατικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δεν προοριζόταν να αποτελέσει συσσωρευτή συμφερόντων και διαρκή πολιτικό θεσμό κοινωνικής εξουσίας, όπως το Δημοκρατικό Κόμμα στις ΗΠΑ (το οποίο έγινε εν τέλει το κόμμα των εργατικών συνδικάτων). Ποια ήταν, τότε, η λειτουργία του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος σύμφωνα με τους Λένιν και Λούξεμπουργκ;

Προφανώς, οι πολιτικοί προβληματισμοί του Λένιν δεν ήταν ίδιοι μ’ αυτούς των φιλελεύθερων οι οποίοι επιδίωκαν να αποτρέψουν την παρεμπόδιση του δυναμισμού της κοινωνίας των πολιτών στον καπιταλισμό από την αποστέωση της πολιτικής εξουσίας. Γιατί ο προβληματισμός του Λένιν αφορούσε πάνω απ’ όλα την επανάσταση, δηλαδή τον ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Ήταν όμως το πρόβλημα της πολιτικής κατά συνέπεια τόσο διαφορετικό στην περίπτωση του Λένιν; Αυτό εγείρει το σημαντικό πρόβλημα της συσχέτισης της κοινωνικής επανάστασης και μετασχηματισμού με την “πολιτική” στη νεώτερη σημασία της. Δηλαδή, εάν ο Λένιν ενδιαφερόταν για το “τέλος” της πολιτικής όπως την είχε συλλάβει ο φιλελευθερισμός και όπως ασκούνταν στον καπιταλισμό, ή αντίθετα εάν ενδιαφερόταν για την αφαίρεση του εμποδίου που είχε καταλήξει να είναι ο καπιταλισμός ως προς την άσκηση της πολιτικής. Με ποιον τρόπο η υπέρβαση του κοινωνικού προβλήματος του καπιταλισμού είχε γίνει μία νέα αρχή για την αληθινή άσκηση της πολιτικής; Μ’ αυτή την έννοια, είναι σημαντικό να διερευνήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική μεσολάβηση γεννήθηκε αλλά εν τέλει διαμορφώθηκε και διαστρεβλώθηκε από τη νεώτερη κοινωνία του κεφαλαίου, ειδικά μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση.

Η “πολιτική” είναι νεώτερο φαινόμενο. Η νεώτερη πολιτική καθορίζεται από την κρίση του κεφαλαίου στη νεώτερη ιστορία. Ο παραδοσιακός πολιτισμός, πριν από την αστική καπιταλιστική εποχή, βίωνε κρίσεις οι οποίες μπορούσαν να θεωρούνται μόνο φυσικές ή θεϊκές ως προς τις αιτίες τους. Η νεώτερη κοινωνία, για τους μαρξιστές (αλλά και τους φιλελεύθερους) βιώνει μάλλον ανθρωπογενείς κρίσεις, οι οποίες συνεπώς μπορούν να υπαχθούν στη σφαίρα της πολιτικής. Πράγματι η αστική πολιτική απαντά στη διαρκή κρίση του καπιταλισμού – με μία έννοια, μόνο αυτό κάνει – όμως απαντά ανεπαρκώς, φυσικοποιώντας πτυχές του καπιταλισμού οι οποίες θα έπρεπε να θεωρούνται μεταβλητές, αλλά οι οποίες, σύμφωνα με τους μαρξιστές, μπορούν να θεωρούνται ως τέτοιες, ριζικά και με συνέπεια μεταβλητές, από μία προλεταριακή ή εργατική σοσιαλιστική σκοπιά. Συνεπώς, η νεώτερη πολιτική κατατρύχεται από το “φάντασμα του κομμουνισμού” ή σοσιαλισμού. Όπως το έθεσε ο Μαρξ, στη 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, “κάθε αίτημα για την απλούστερη αστική οικονομική μεταρρύθμιση, τον πιο κοινό φιλελευθερισμό, τον πιο τυπικό ρεπουμπλικανισμό, την πιο ανούσια δημοκρατία, […] στιγματίζεται ως ‘σοσιαλισμός’.”[8]
Περαιτέρω, το συγκεκριμένο νόημα του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού υπόκειται σε αλλαγή. Για τους μαρξιστές, το αίτημα για σοσιαλισμό τον 19ο αιώνα αποτέλεσε μηχανή καπιταλιστικής ανάπτυξης, με την ιστορική έννοια. Η ιστορία (story) του σοσιαλισμού είναι συνδεδεμένη με την ανάπτυξη του κεφαλαίου, και το πρόβλημα του εάν και πως η κρίση του μεγαλώνει και προάγεται.

Επιπλέον, το πρόβλημα της κομματικής πολιτικής per se είναι ένα φαινόμενο της μετά-το-1848 εποχής, αξεδιάλυτο από τον νεώτερο σοσιαλισμό. Με άλλα λόγια, η κρίση της αστικής κοινωνίας του κεφαλαίου μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση και η αποτυχία της “κοινωνικής δημοκρατίας” (“social republic”) το 1848, ήταν η κρίση της αστικής κοινωνίας ως φιλελεύθερης. Η άνοδος της κομματικής πολιτικής συνεπώς ήταν στοιχείο του αυξανόμενου αυταρχισμού της αστικής κοινωνίας, της αποτυχίας του φιλελευθερισμού. Ως τέτοιος, ο σοσιαλισμός χρειαζόταν να αναλάβει τα προβλήματα της αστικής κοινωνίας του κεφαλαίου τα οποία η αστική πολιτική είχε εγκαταλείψει στον μετά-το-1848 κόσμο. Για τον Μαρξ, το πρόβλημα εντοπιζόταν κατεξοχήν στον δημοφιλή αυταρχισμό του Λουδοβίκου Βοναπάρτη ενάντια στους φιλελεύθερους της Δεύτερης Γαλλικής Δημοκρατίας, με κορύφωση το coup d’état και την εγκαθίδρυση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Όπως το έθεσε ο Μαρξ, οι καπιταλιστές δεν ήταν πλέον ικανοί, και οι εργάτες δεν ήταν ακόμα ικανοί να διαφεντεύουν την αστική κοινωνία του κεφαλαίου. Η κομματική πολιτική συνεπώς ήταν συνδεδεμένη με το ιστορικό φαινόμενο του Βοναπαρτισμού.

Ο Λένιν και η κρίση του μαρξισμού

Κατά την περίοδο στενής συνεργασίας μεταξύ της Λούξεμπουργκ και του Λένιν κατά τη Ρωσική Επανάσταση του 1905, η Λούξεμπουργκ εξαπέλυσε μία κριτική της σχέσης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και των εργατικών συνδικάτων στην μπροσούρα της “Μαζική απεργία, πολιτικό κόμμα και συνδικάτα”. (Επίσης, την ίδια περίοδο η Λούξεμπουργκ υπερασπίστηκε τον Λένιν γράφοντας ενάντια στην κατηγορία περί “μπλανκισμού” που του είχαν προσάψει οι μενσεβίκοι, την οποία αποκαλούσε “σχολαστική”, θεωρώντας πως λέει πολλά περισσότερα για τον ρεφορμιστικό οπορτουνισμό αυτών που εξαπέλυαν τις κατηγορίες εναντίον του Λένιν, παρά για τον ίδιο τον στόχο τους [9]). Στην μπροσούρα της για τη μαζική απεργία, η Λούξεμπουργκ σκιαγράφησε εξειδικευμένους και μη-ταυτόσημους ρόλους για τα διάφορα στοιχεία που επισήμαινε στον τίτλο της, δηλαδή για τις απεργιακές επιτροπές, τα πολιτικά κόμματα, και τα εργατικά συνδικάτα (δεν έκανε αναφορά συγκεκριμένα στα “σοβιέτ”, ή αλλιώς εργατικά συμβούλια). Μ’ αυτή την έννοια, η “μαζική απεργία” ήταν για τη Λούξεμπουργκ ένα σύμπτωμα της ιστορικής ανάπτυξης και κρίσης της ίδιας της δημοκρατίας. Αυτό δημιουργούσε ένα πρόβλημα πολιτικής, και όχι απλά τακτικής. Δηλαδή, για τη Λούξεμπυργκ, η μαζική απεργία αποτελούσε φαινόμενο του τρόπου με τον οποίο η σοσιαλδημοκρατία είχε αναπτύξει τα πολιτικά της κόμματα και εργατικά συνδικάτα, φέρνοντας στο προσκήνιο νέες ιστορικές αναγκαιότητες. Η μποροσούρα της Λούξεμπουργκ ήταν, πάνω απ’ όλα, μία κριτική του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, το οποίο αντιμετώπιζε ως ιστορικό σύμπτωμα. Αυτό προεικόνιζε η πρότερη μπροσούρα της Λούξεμπουργκ (“Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση;”) όπου διευθετούσε το ζήτημα της raison d’être του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος (τον συνδυασμό πολιτικού κόμματος και εργατικών συνδικάτων).

Μέσω αυτής της σκοπιάς σύλληψης της ιστορίας του εργατικού κινήματος και του ίδιου του μαρξισμού ως ενδογενών στοιχείων της ιστορίας του καπιταλισμού, γίνεται εφικτή η κατανόηση της περαιτέρω έκφρασης της πολιτικής στα μετέπειτα έργα του Λένιν, όπως το “Κράτος και επανάσταση” και τον “Αριστερισμό”, όπως και η κατανόηση των πολιτικών συγκρούσεων που συνόδευαν το νεαρό σοβιετικό κράτος από τη Ρωσική Επανάσταση μέχρι τον εμφύλιο πόλεμο και τη σταθεροποίηση του διεθνούς καπιταισμού μετά το πέρας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Λένιν διατήρησε μια αυστηρά μινιμαλιστική σύλληψη του κράτους, περιορίζοντάς το στο μονοπώλιο της εξουσίας για την άσκηση εξαναγκασμού, με σκοπό ακριβώς την αποφυγή της πανπεριεκτικής σύλληψης του κράτους ως το άλφα και το ωμέγα της πολιτικής. Παρομοίως, ο Λένιν έκρινε ως “παδική” την ανυπομονησία των υποτιθέμενων ριζοσπαστών απέναντι στις υπάρχουσες μορφές πολιτικής μεσολάβησης, όπως τα κοινοβούλια, τονίζοντας αταλάντευτα πως ενώ ο μαρξισμός μπορεί να έχει ξεπεράσει “θεωρητικά” μια φιλελεύθερη σύλληψη του κράτους, αυτό δεν είχε ακόμα επιτευχθεί “πολιτικά”, δηλαδή στην πράξη. Απαντώντας στην προτροπή του Τρότσκυ για τη στρατιωτικοποίηση των εργατικών συνδικάτων στο σοβιετικό κράτος, ο Λένιν επέμενε ότι τα συνδικάτα ήταν απαραίτητο να παραμείνουν ανεξάρτητα, όχι μόνο από το κράτος, αλλά και από το ίδιο το κομμουνιστικό κόμμα. Οι εργάτες χρειάζονταν την ικανότητα, σύμφωνα με τον Λένιν, να διεκδικούν τα δικαιώματά τους απέναντι στο κόμμα και το κράτος. Αναγνώριζε την αναγκαιότητα μίας ρητώς εκφρασμένης μη-ταυτότητας μεταξύ του κράτους, των πολιτικών κομμάτων, και άλλων εθελοντικών θεσμών της κοινωνίας των πολιτών όπως τα συνδικάτα. Θεμελίωση αυτής της πεποίθησης αποτελούσε η οπτική του Λένιν επί των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες θεωρούσε πως δεν μπορούσαν να καταργηθούν με ένα χτύπημα μέσω της πολιτικής επανάστασης. Παρά τη “συντριβή” του, το κράτος θα μπορούσε να ανασυγκροτηθεί, όχι επί τη βάσει μίας νέας κοινωνικής αρχής, αλλά της συνέχισης αυτού που ο Λένιν αποκαλούσε “αστικό δίκαιο”, για μεγάλο διάστημα μετά την πολιτική ανατροπή, και την κοινωνική εξάλειψη ακόμα, της διακριτής καπιταλιστικής τάξης. Το “αστικό δίκαιο” επιβίωνε ακριβώς μεταξύ των εργατών (και άλλων πρότερα εκμεταλλευόμενων μελών της κοινωνίας) κι έτσι αναπόφευκτα καθοδηγούσε τις κοινωνικές τους σχέσεις, καθιστώντας αναγκαίο ένα κράτος το οποίο θα μπορούσε μονάχα να “απονεκρωθεί”. Η πολιτική θα μπορούσε μονάχα με αργούς ρυθμούς να μετασχηματιστεί.

Τέλος, προκύπτει το ζήτημα της επίμονης προσκόλλησης του Αντόρνο στον Λένιν, παρά τις φαινομενικές, με την πρώτη ματιά, παράταιρες αντιφάσεις σε σχέση με την οπτική και πολιτική πρακτική του ίδιου του Λένιν. Για παράδειγμα, σε ένα όψιμο δοκίμιο του 1969, ο Αντόρνο επαινούσε το συνταγματικό σύστημα των ΗΠΑ για τον “διαχωρισμό των εξουσιών” και το σύστημα “ελέγχου και ισορροπιών” ως κρίσιμα για τη διατήρηση της κριτικής λειτουργίας του Λόγου (reason) στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.[10] Αλλά αυτό για τον Αντόρνο ήταν ένα παράδειγμα, το οποίο δεν θα έπρεπε να υποστασιοποιείται ως τέτοιο. Η ταύτιση της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας στο “σοβιετικό” σύστημα των “εργατικών συμβουλίων” συλλαμβανόταν από τον Λένιν, όπως πολύ καλά ήξερε ο Αντόρνο, ως συνυπάρχουσα με διακριτές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών όπως τα πολιτικά κόμματα, τα εργατικά συνδικάτα και άλλες εθελοντικές ομάδες, κι έτσι δεν παραβίαζε αναγκαστικά, και σίγουρα όχι από πρόθεση, τον κριτικό ρόλο της πολιτικής μεσολάβησης στα διάφορα επίπεδα της κοινωνίας.

Η σύγχυση και συνταύτιση του μοντέλου κομματικής πολιτικής του Λένιν σα μορφή κρατικής πολιτικής κατά την επιδίωξη του σοσιαλισμού, αποτελεί μεγάλο λάθος. Ο Λένιν προϋπέθετε τη σημαντική μη-ταυτότητά τους. Αντιλαμβανόταν το κόμμα ως ένα μόνο μεταξύ πολλών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένων πολλαπλών κομμάτων της εργατικής τάξης τα οποία θα συανγωνίζονταν να κερδίσουν την υποστήριξή της, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και πολλαπλών “μαρξιστικών” κομμάτων, τα οποία θα διαφοροποιούνταν ως προς τον τρόπο συσχέτισης θεωρίας και πράξης, μέσων και σκοπών.

Αντιθέτως, δεν υπήρχε τίποτα τόσο καταπιεστικό και αυταρχικό όσο το σοσιαλδημοκρατικό “κόμμα ολόκληρης της τάξης” όπως το εννοούσε ο Κάουτσκυ (ή ο Μπέμπελ) – όσο το σοσιαλδημοκρατικό σύνθημα “μία τάξη, ένα κόμμα”, σύμφωνα με το οποίο στο μέτρο που οι καπιταλιστές έχουν ενιαίο συμφέρον ενάντια στους εργάτες, οι εργάτες πρέπει να ενοποιηθούν ενάντια στους καπιταλιστές. Εξάλλου ήταν το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που εξαπέλυσε την αντεπανάσταση ενάντια στους Λένιν και Λούξεμπουργκ.

Ο Λένιν διατήρησε την πολιτική διχάζοντας τον μαρξισμό. Αυτό δεν συγχωρέθηκε ποτέ στον Λένιν. Αλλά, ακριβώς γι’ αυτό είναι που πρέπει να τον θυμόμαστε.

Υποσημειώσεις:

[1]. Moshe Lewin, Lenin’s Last Struggle (Ann Arbor: University of Michigan Press, 2005).

[2]. Adorno, Negative Dialectics, trans. E. B. Ashton (New York: Continuum, 1973), 143.

[3]. Lenin, Karl Marx: A Brief Biographical Sketch with an Exposition of Marxism, II. “The Marxist Doctrine,” in Lenin, Collected Works vol. 21 (Moscow: Progress Publishers, 1974). Originally published in 1915. Available on-line at: <http://www.marxists.org/archive/lenin/works/1914/granat/ch02.htm>.
Τροποιήσαμε τη μετάφραση του TVXS
http://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CE%BF-%CE%B2%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%AF%CF%81-%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BD-%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B5%CE%B9-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BB-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE

[4]. Cited by Benjamin in “On the Concept of History,” Selected Writings vol. 4 1938–40 (Cambridge, MA: Harvard, 2003), 395.

[5]. Korsch, “Marxism and Philosophy,” in Marxism and Philosophy, ed. and trans. Fred Halliday (New York: Monthly Review Press, 2008), 67–68.

[6]. Lenin, What Is to Be Done? Burning Questions of Our Movement (1902), available on-line at: <http://www.marxists.org/archive/lenin/works/1901/witbd/i.htm>.

[7]. Peter Nettl, “The German Social Democratic Party 1890-1914 as Political Model,” Past and Present 30 (April 1965).

[8]. Marx, The Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte, in Robert Tucker, ed., Marx-Engels Reader 2nd edition (New York: Norton, 1978), 602.

[9]. Rosa Luxemburg, “Blanquism and Social Democracy” (1906). Available on-line at: http://www.marxists.org/archive/luxemburg/1906/06/blanquism.html.

[10]. Adorno, “Critique,” Critical Models: Interventions and Catchwords, trans. Henry W. Pickford (New York: Columbia University Press, 1998).

Ο ανθρωπάκος και η φιλοσοφία της ελευθερίας 

Η ελευθερία πρέπει να πραγματωθεί στον σοσιαλισμό. Όσο το παρόν σύστημα φέρει το όνομα «ελευθερία» και εκλαμβάνεται ως φιλελεύθερο, τόσο περισσότερο ασαφείς είναι συνήθως οι παραστάσεις σχετικά με την ελευθερία.

Κατά συνέπεια, ο καθένας που έχει τα μάτια του ανοικτά και λιγοστά χρήματα στο πορτοφόλι του εξοικειώνεται συχνά με αυτήν τη φιλοσοφική έννοια. Π.χ. ζητά από κάποιον γνωστό του να προσληφθεί στην επιχείρησή του. Αυτό δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τη φιλοσοφία. Όμως, ο γνωστός συνοφρυώνεται και παραπέμπει στην αντικειμενική αδυνατότητα· η επιχείρηση πηγαίνει χάλια, πρέπει μάλιστα να απολύσει πολλούς εργαζόμενους. Ο αιτών δεν πρέπει να του κρατάει κακία, διότι δεν είναι στο χέρι του, η ελευθερία του δεν φθάνει τόσο μακριά.

Ο επιχειρηματίας εξαρτάται από νόμους, οι οποίοι δεν έχουν σχεδιασθεί με γνώση και βούληση ούτε από τον ίδιο ούτε από κάποιον άλλο, ούτε από μια δύναμη στην οποία οι άνθρωποι έχουν αναθέσει αυτή την εντολή· αφενός, οι μεγάλοι καπιταλιστές και πιθανώς αυτός ο ίδιος χρησιμοποιούν με επιδεξιότητα αυτούς τους νόμους, αφετέρου, η ύπαρξή τους γίνεται δεκτή ως γεγονός. Η οικονομική άνθηση ή ύφεση, ο πληθωρισμός, οι πόλεμοι, όπως επίσης οι απαραίτητες για τη δεδομένη κοινωνική κατάσταση ιδιότητες των ανθρώπων και των πραγμάτων, καθορίζονται διαμέσου τέτοιων νόμων, διαμέσου της ανώνυμης κοινωνικής πραγματικότητας, όπως η περιστροφή της γης [καθορίζεται] διαμέσου των νόμων της νεκρής φύσης. Κανένα μεμονωμένο άτομο δεν μπορεί να προκαλέσει κάποια αλλαγή.

Ο αστικός τρόπος σκέψης δέχεται αυτή την πραγματικότητα ως υπεράνθρωπη· φετιχοποιεί την κοινωνική διαδικασία. Μιλά για τη μοίρα και είτε την ονομάζει τυφλή είτε προσπαθεί να την ερμηνεύσει μυστικιστικά· παραπονιέται για την απουσία νοήματος του όλου ή παραδίδεται στις άγνωστες βουλές του Κυρίου. Στην πραγματικότητα, όμως, όλα τα φαινόμενα που γίνονται αντιληπτά ως τυχαία ή ερμηνεύονται μυστικιστικά εξαρτώνται από τους ανθρώπους και τη ρύθμιση της κοινωνικής τους ζωής. Ως εκ τούτου, αυτά μπορούν να αλλάξουν. Αν οι άνθρωποι συνειδητά έπαιρναν την κοινωνική διαδικασία της ζωής τους στα χέρια τους και αντικαθιστούσαν τον αγώνα των καπιταλιστικών επιχειρηματικών ομίλων με μια αταξική οικονομία που λειτουργεί βάσει σχεδίου, τότε, επίσης, οι επιδράσεις της παραγωγικής διαδικασίας πάνω στους ανθρώπους και τις σχέσεις τους θα μπορούσαν να εποπτευθούν και να ρυθμισθούν. Ό,τι σήμερα στις ιδιωτικές και επιχειρηματικές συναλλαγές των ατόμων φαίνεται ως φυσικό γεγονός αφορά τις αδιαφανείς επιπτώσεις της κοινωνικής συμβίωσης συνολικά, συνεπώς τα ανθρώπινα και όχι τα θεϊκά προϊόντα.

Καθόσον αυτές οι επιδράσεις της κοινωνικής ζωής υπάρχουν ανεξέλεγκτα, άβουλα, ασυνείδητα, ως συνισταμένη πολλών ατομικών βουλήσεων που έχουν ασαφή εξάρτηση και δύναμη, ακόμα και η ελευθερία του ατόμου ελαττώνεται σε εξωφρενικά μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με ό,τι θα ήταν αναγκαίο σύμφωνα με την κατάσταση των διαθέσιμων δυνάμεων. Όταν ο επιχειρηματίας που δέχθηκε την αίτηση για την πρόσληψη του γνωστού του απορρίπτει αυτή την επιθυμία, παραπέμποντας στις περιστάσεις που καθιστούν αδύνατη την εκπλήρωσή της, με αυτό τον τρόπο νομίζει ότι παραπέμπει σε κάτι εντελώς αντικειμενικό, τελείως ανεξάρτητο από αυτόν, στην πραγματικότητα όπως αυτή είναι καθ’ εαυτήν. Αφού όλοι οι άλλοι, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου που ζητά να προσληφθεί, βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, αφού όλοι αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα, που οι ίδιοι δημιούργησαν στην κοινωνική τους δραστηριότητα, ως ξένη, σύμφωνα προς την οποία πρέπει να ευθυγραμμισθούν, υπάρχουν μεν πολλοί αυτουργοί αλλά κανένα συνειδητό και, επομένως, ελεύθερο υποκείμενο των κοινωνικών σχέσεων· οι άνθρωποι πρέπει να υποταχθούν στις καταστάσεις, τις οποίες οι ίδιοι διαρκώς δημιουργούν ως ένα ξένο, πανίσχυρο πράγμα.

Βεβαίως, οι γνωστικές ενέργειες δεν επαρκούν προκειμένου να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Το λάθος δεν συνίσταται σε καμία περίπτωση στο γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν το υποκείμενο, αλλά στο γεγονός ότι αυτό δεν υπάρχει. Είναι σημαντικό να συνδράμουμε ώστε να δημιουργηθεί αυτό το υποκείμενο που διαμορφώνει συνειδητά την κοινωνική ζωή· αυτό το ίδιο δεν είναι τίποτα άλλο παρά η σοσιαλιστική κοινωνία που ρυθμίζει το Είναι της και οργανώνεται ορθολογικά. Στην παρούσα κοινωνία υπάρχουν μεν μεμονωμένα υποκείμενα, των οποίων η ελευθερία περικόπτεται κατά πολύ διαμέσου του ασύνειδου χαρακτήρα της δράσης τους, αλλά δεν υπάρχει καμία ουσία που δημιουργεί την πραγματικότητα, καμία συνεκτική αιτία. Καθώς η θρησκεία και η μεταφυσική υποστηρίζουν ότι υπάρχει μία τέτοια αιτία, προσπαθούν να εμποδίσουν τους ανθρώπους να τον δημιουργήσουν με τις δικές τους δυνάμεις.

Όπως είναι αυτονόητο, η παρούσα έλλειψη ελευθερίας δεν ισχύει για όλους με τον ίδιο τρόπο. Η συμφωνία του παραγόμενου [προϊόντος] με το συμφέρον του παραγωγού είναι μια στιγμή ελευθερίας. Όλοι οι εργαζόμενοι άνθρωποι, ακόμα και οι μη εργαζόμενοι, συμμετέχουν μεν στην παραγωγή της υπάρχουσας πραγματικότητας, αλλά ο βαθμός της προαναφερθείσας συμφωνίας είναι πάρα πολύ διαφορετικός. Εκείνοι στους οποίους υπάρχει η συμφωνία σε υψηλό βαθμό εμφανίζονται με ορισμένο τρόπο υπεύθυνοι για αυτήν· έχουν δίκιο, όταν μιλούν για τη «δική μας» πραγματικότητα σε πληθυντικό μεγαλοπρέπειας. Μολονότι δεν έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι τον κόσμο, εντούτοις, δεν αποτινάσσεται η υποψία ότι θα είχαν διαμορφώσει τον κόσμο έτσι ακριβώς. Γι’ αυτούς, είναι απολύτως ορθό ότι η δημιουργία και η διατήρηση της πραγματικότητας στην παρούσα κοινωνική μορφή συντελείται τυφλά· έχουν κάθε λόγο να καταφάσκουν το προϊόν αυτής της τυφλής διαδικασίας. Συνεπώς, ενισχύουν τους μύθους γύρω από την καταγωγή της. Όμως, για εκείνον τον ανθρωπάκο, ο οποίος ζητούσε να προσληφθεί και απορρίφθηκε διαμέσου της παραπομπής στις αντικειμενικές συνθήκες, είναι, αντιθέτως, εξαιρετικά σημαντικό να έρθει στο φως η καταγωγή αυτών των αντικειμενικών συνθηκών, έτσι ώστε να μην παραμείνουν τόσο δυσμενείς για τον ίδιο. Όχι μόνον η δική του ανελευθερία αλλά και η ανελευθερία των άλλων μετατρέπεται στη συμφορά του. Το δικό του συμφέρον ωθεί τον ανθρωπάκο στη μαρξιστική διασάφηση της έννοιας της ελευθερίας.

Συζήτηση για την επανάσταση

Ο γνήσιος αστός έχει την ικανότητα να παρατηρεί τα πάντα αντικειμενικά, στη μεταπολεμική Γερμανία μάλιστα, ακόμη και την επανάσταση. Μόλις ο αστός εισάγει αντικειμενικά την επανάσταση ή την πολιτική της προετοιμασία στη σφαίρα των σκέψεών του, η επανάσταση εμφανίζεται όπως οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα εντός της δεδομένης κοινωνικής πραγματικότητας και αξιολογείται αντιστοίχως. Καθόσον ο επιχειρηματίας στην καπιταλιστική παραγωγή δεν αναλογίζεται τόσο τη χρηστική αξία των προϊόντων του όσο τις αποτελεσματικές μεθόδους παραγωγής και πώλησης, κατά την αντικειμενική αξιολόγηση μιας κοινωνικής δραστηριότητας δεν ενδιαφέρεται τόσο για το περιεχόμενο όσο για την εκτέλεση. Ως εκ τούτου, στη Γερμανία το επαναστατικό κόμμα κατηγορείται περισσότερο για την κακή διεκπεραίωση παρά για τον στόχο, ο οποίος μετά το τέλος του πολέμου συγκεντρώνει αρκετές πιθανότητες επιτυχίας· στιγματίζεται η ανικανότητα της ηγετών.

Βέβαια, αυτή η κατάσταση δεν καθορίζεται μόνον από τα προαναφερθέντα τυπικά στοιχεία της αστικής σκέψης αλλά επίσης από πολύ περισσότερο χειροπιαστές αιτίες. Όχι μόνο στον αριστερό αστικό χώρο αλλά στην ψυχή ευρύτερων αντεπαναστατικών στρωμάτων, τα οποία μετά την αποτυχημένη προλεταριακή δράση αποδοκιμάζουν την ηγεσία, ο ψυχολόγος θα διακρίνει το κρυφό αίσθημα της ενοχής, [δηλαδή] ότι κάποιος δεν συμμετείχε αυτός ο ίδιος, και τον ασυνείδητο θυμό, [δηλαδή] ότι δεν έγινε τίποτα. Επίσης, παίζει ρόλο η ανίερη, βαθιά ριζωμένη στην ευρωπαϊκή ζωή πίστη στην επιτυχία ως θεϊκή κρίση. Η επανάσταση είναι κακή, για όσο χρόνο δεν έχει νικήσει.

Τα ελαττώματα της επαναστατικής ηγεσίας μπορεί στην πραγματικότητα να είναι μια ατυχία. Μολονότι ο πολιτικός αγώνας ενάντια στην απανθρωπιά της παρούσας κατάστασης διεξάγεται με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, [εντούτοις] αυτός είναι η μορφή που λαμβάνει η βούληση για μια καλύτερη τάξη πραγμάτων στην παρούσα ιστορική στιγμή, ενώ με αυτό τον τρόπο τον συλλαμβάνουν πολλές χιλιάδες καταπιεσμένων και βασανισμένων σε ολόκληρη τη γη. Οποιαδήποτε ανεπάρκεια των ηγετών δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτοί αποτελούν την κεφαλή αυτού του αγώνα. Όποιος συνδέεται άμεσα με ένα μαχητικό κόμμα μπορεί ενδεχομένως να επηρεάσει την πορεία του· επίσης, αυτός που αναμφισβήτητα έχει θεωρητική και αγωνιστική συγγένεια με αυτό το κόμμα μπορεί ενδεχομένως για κάποιο χρονικό διάστημα να ασκήσει γόνιμη κριτική στην ηγεσία από τα έξω.

Όμως, ένα προλεταριακό κόμμα δεν μπορεί να μετατραπεί σε αντικείμενο θεωρητικής κριτικής, διότι κάθε λάθος του είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το κόμμα δεν αποτράπηκε από τη διάπραξη λαθών διαμέσου της αποτελεσματικής συμμετοχής καλύτερων δυνάμεων. Αν ο θεωρητικός κριτικός μπορούσε να έχει ενισχύσει αυτές τις δυνάμεις διαμέσου της δικής του δραστηριότητας στο κόμμα, αυτό δεν μπορεί να κριθεί από τις εκ των υστέρων δηλώσεις του σχετικά με τις ενέργειες του κόμματος, διότι μένει αιωνίως αβέβαιο, αν η άποψη του πάνω στη δεδομένη κατάσταση θα είχε διαφωτίσει τις μάζες, αν οι αναγκαίες οργανωτικές ικανότητες είχαν συνδεθεί με τη θεωρητική υπεροχή του, εν συντομία, αν η πολιτική του εν γένει ήταν ή δεν ήταν δυνατή. Η πρόχειρη αντίρρηση είναι ότι οι ηγέτες έχουν στην κατοχή τους τα εξουσιαστικά μέσα του κόμματος, ότι ο μηχανισμός του κόμματος καταπνίγει τα μεμονωμένα άτομα και, κατά συνέπεια, κάθε απόπειρα των συνετών στερείται εκ των προτέρων προοπτικής. Μήπως η πολιτική βούληση σε κάθε στιγμή της ιστορίας δεν συνάντησε αντίστοιχα εμπόδια προκειμένου να επικρατήσει! Σήμερα τα εμπόδια μπορεί να στοιβάζονται ακριβώς μπροστά στον διανοούμενο· όμως, ποιος θα μπορούσε να αποδείξει με διαφορετικό τρόπο, συγκριτικά με αυτούς που ξεπερνούν πρακτικά τις υπάρχουσες ελλείψεις, ότι αυτά τα εμπόδια, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συσχετίσεις τους, δεν είναι αμελητέα; Η αστική κριτική στον προλεταριακό αγώνα είναι μια λογική αδυνατότητα.

Ο αστικός τρόπος σκέψης αρμόζει στο οικονομικό σύστημα, από το οποίο έχει γεννηθεί. Η ισχύς των κυρίαρχων μοτίβων σκέψης ακυρώνεται στο πολιτικό κίνημα, το οποίο πασχίζει να αντικαταστήσει την παρούσα κοινωνική μορφή με μια καλύτερη, διότι αυτή [η ισχύς] δεν υπόκειται στην εξουσία των οικονομικών νόμων του καπιταλισμού παρά μόνο με πολλαπλώς μεσολαβημένο και συγκεχυμένο τρόπο. Στον καπιταλισμό κάθε πρωτοβουλία που διεκπεραιώνεται ανεπαρκώς ρυθμίζεται αυτόματα. Η διαπίστωση ότι η [οικονομική] διεύθυνση είναι ανίκανη επαληθεύεται, καθώς η επιχείρηση χρεοκοπεί και η οικονομική λειτουργία της εκτελείται στο μέλλον από κάποια καλύτερη διεύθυνση. Συνεπώς, υπάρχει ένα αντικειμενικό μέτρο για την εκτέλεση των κοινωνικών δραστηριοτήτων, το οποίο δεν εξαρτάται από την κριτική. Το μέτρο στηρίζεται στην ακόλουθη διαπίστωση: όπου χρησιμοποιείται εργασία στο καπιταλιστικό σύστημα, βρίσκονται άνθρωποι που η εργασία τους ανταποκρίνεται στον βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Όπου παρατηρείται μια δυσλειτουργία, αποκαθίσταται αμέσως. Αυτή η αποκατάσταση, όμως, δεν ισχύει σε καμία περίπτωση για την προλεταριακή ηγεσία. Όσοι σκοτώνονται ή σακατεύονται αναπληρώνονται κακήν κακώς από τις σειρές των αγωνιζόμενων, διότι ο εχθρός ξέρει να πετυχαίνει όσους είναι επικίνδυνοι για αυτόν. Ο κόσμος στον οποίο μεγαλώνει η προλεταριακή ελίτ δεν είναι ακαδημίες αλλά αγώνες στις φάμπρικες και τα συνδικάτα, πειθαρχικές ποινές, βρώμικες αντιπαραθέσεις εντός και εκτός κομμάτων, φυλακίσεις και παρανομία. Γι’ αυτό δεν συνωστίζονται οι φοιτητές όπως στις αίθουσες παραδόσεων και τα εργαστήρια της αστικής τάξης. Η επαναστατική καριέρα δεν διέρχεται μέσα από συμπόσια και τίτλους τιμής, ενδιαφέρουσες έρευνες και μισθούς καθηγητών αλλά μέσα από την αθλιότητα, τη ντροπή, την αχαριστία, τη φυλακή· οδηγείται στο άγνωστο που φωτίζεται μόνον από μια σχεδόν υπεράνθρωπη πίστη. Ως εκ τούτου, όσοι άνθρωποι είναι απλώς ταλαντούχοι ακολουθούν σπάνια την επαναστατική καριέρα.

Σημείωση:
Είναι πιθανόν ότι σε στιγμές όπως οι παρούσες η επαναστατική πίστη συνδυάζεται δύσκολα με τη μεγαλύτερη διορατικότητα για την πραγματικότητα· βέβαια, οι αναγκαίες ιδιότητες μιας ηγεσίας του προλεταριακού κόμματος θα μπορούσαν να βρεθούν τώρα ακριβώς σε ανθρώπους, οι οποίοι ακριβώς σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους δεν είναι οι βέλτιστοι. Το «υψηλότερο επίπεδο» της αστικής κριτικής, το λεπτότερο ηθικό της συναίσθημα δεν κατάγονται από την απομάκρυνσή της από τον ενεργό πολιτικό αγώνα; Ειλημμένη ως γενικό αξίωμα, αυτή η απομάκρυνση δεν θα ήταν η θανατική καταδίκη της ελευθερίας; Δικαιολογούνται οι άνθρωποι με «υψηλότερο επίπεδο» να καταδικάζουν τους ανθρώπους που αγωνίζονται ενεργά;

Ενδείξεις

Ο ηθικός χαρακτήρας των ανθρώπων μπορεί να γίνει γνωστός με βεβαιότητα διαμέσου απαντήσεων σε καθορισμένα ερωτήματα. Αυτά τα ερωτήματα είναι διαφορετικά για κάθε εποχή και κυρίως, επίσης, για κάθε κοινωνικό στρώμα. Σε καμία περίπτωση δεν αναφέρονται πάντα σε αντικείμενα της ίδιας τάξης μεγέθους. Στις πρώτες εκατονταετίες του δικού μας ημερολογίου το ερώτημα για τον χριστιανισμό μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων σε ορισμένα τμήματα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν σαφώς ένα τέτοιο κλειδί, ενώ στη Γερμανία του 1917 το ερώτημα για την ποιότητα του ψωμιού από πατάτα. Εν έτει 1930 η στάση απέναντι στη Ρωσία ρίχνει φως στη νοοτροπία των ανθρώπων. Η κατάσταση που επικρατεί εκεί είναι εξόχως προβληματική. Δεν έχω την πεποίθηση ότι γνωρίζω προς τα πού κατευθύνεται η χώρα· αναμφίβολα υπάρχει πολλή αθλιότητα. Όμως, όποιος μεταξύ των μορφωμένων δεν αντιλαμβάνεται τίποτα από την προσπάθεια [που γίνεται] στη Ρωσία και κομπάζει με ελαφριά καρδιά, όποιος σε αυτό το σημείο αποφεύγει να σκεφθεί την αναγκαιότητα, είναι ένας μίζερος σύντροφος, του οποίου η συναναστροφή δεν αποφέρει κανένα κέρδος. Όποιος έχει μάτια να βλέπει τη μάταιη αδικία του ιμπεριαλιστικού κόσμου, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξηγηθεί διαμέσου της τεχνικής αδυναμίας, θα αντιληφθεί τα γεγονότα στη Ρωσία ως τη συνεχιζόμενη επώδυνη προσπάθεια να ξεπερασθεί αυτή η φοβερή κοινωνική αδικία ή, τουλάχιστον, θα ρωτήσει καρδιοχτυπώντας αν διαρκεί ακόμη αυτή η προσπάθεια. Αν τα φαινόμενα διέψευδαν την προσπάθεια, θα γαντζωνόταν στην ελπίδα, όπως ένας καρκινοπαθής στην αμφίβολη είδηση ότι τα μέσα για την καταπολέμηση της ασθένειάς του έχουν βρεθεί.

Όταν ο Καντ έλαβε τις πρώτες ειδήσεις για τη Γαλλική Επανάσταση, έπρεπε να αλλάξει εφεξής τον συνηθισμένο του περίπατο. Επίσης, οι φιλόσοφοι του παρόντος διαισθάνονται την έλευση μιας καινούργιας εποχής, όχι όμως για την ανθρωπότητα αλλά για το απαίσιο βασίλειο φαντασμάτων της μεταφυσικής τους.

Σοσιαλισμός και μνησικακία

Η αποδοκιμασία των κινήτρων που ωθούν στην πραγμάτωση της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, όπως η σύγχυση και η αποθάρρυνση των ανθρώπων που καθορίζονται από αυτά τα κίνητρα, έχει τρομερή επιτυχία!

Στις συζητήσεις για τη δυνατότητα του σοσιαλισμού μπορεί κάποιος να ακούσει συχνά τον ενημερωμένο αντίπαλο να λέει ότι ο ενθουσιασμένος με τον σοσιαλισμό συνομιλητής του πρέπει πρώτα να μελετήσει την πραγματικότητα. Θα αντιληφθεί τότε ότι στον σοσιαλισμό ακόμη και για τον εργάτη τα πράγματα δεν θα ήταν καλύτερα από σήμερα. Προφανώς, για τον πολιτισμένο εργάτη – τουλάχιστον αυτής της γενιάς – τα πράγματα θα γίνουν κατά πολύ χειρότερα από σήμερα, μπορεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του να τρώει φασόλια. Ο υπεροπτικός αντίπαλος ίσως διασαφηνίσει τη γνώμη του διαμέσου του αισχρού αστείου του βαρόνου Rothschild, ο οποίος χάρισε σε έναν σοσιαλιστή ένα τάλαρο και εξήγησε: «Να είστε ικανοποιημένος τώρα, αυτό είναι πολύ περισσότερο από ό,τι σας αναλογεί κατά κεφαλήν στη συνολική ανακατανομή».

Αν ο νεαρός συνομιλητής έχει μαθητεύσει στον μαρξισμό, θα εξηγήσει ότι οι σοσιαλιστές δεν πασχίζουν για την ανακατανομή αλλά για την κοινωνικοποίηση και την αναδιάρθρωση της οικονομίας. Ενδεχομένως, θα δώσει μια θεωρητική διάλεξη. Όμως, μπορεί να ισχυρισθεί ότι με την ανακατανομή κυριαρχεί τουλάχιστον δικαιοσύνη. Σε αυτή την περίπτωση είναι χαμένος· διότι τώρα έχει αποκαλύψει το χυδαίο του φρόνημα, τη γεμάτη με μνησικακία σκέψη του. Σύμφωνα με αυτόν, στην πρώτη γραμμή δεν βρίσκεται καθόλου η υλική βελτίωση· όσοι σήμερα ζουν υποφερτά πρέπει απλώς να μην έχουν περισσότερα από τον ίδιο. Πίσω από τα επιχειρήματά του κρύβεται απλώς το μίσος. Κάποιος μπορεί να τρώει ευχαρίστως φασόλια σε όλη του τη ζωή, αρκεί μόνον ο άλλος να μην τρώει μπριζόλα! Ο νεαρός σοσιαλιστής θα σιωπήσει αμήχανα μπροστά σε αυτήν τη μομφή και ίσως υπερασπίσει τον εαυτό του απέναντι σε αυτήν. Βρίσκεται σε σύγχυση. Δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την καθολική αποδοκιμασία της βούλησης για ελευθερία και δικαιοσύνη, στην οποία αποδίδεται ο τίτλος της μνησικακίας.

Όμως, η ακίνδυνη μπριζόλα, την οποία φθονεί αυτό το απαγορευμένο φρόνημα, είναι το σύμβολο της εξουσίας πάνω στους ανθρώπους, της αυτοτέλειας που στηρίζεται στην πλάτη της αθλιότητας. Ο κίνδυνος, τα βάσανα, ο καταναγκασμός, οι ελλείψεις, η αβεβαιότητα, η συγκέντρωση αυτών των αρνητικών στιγμών της ζωής στην εκμεταλλευόμενη τάξη καθορίζονται σήμερα διαμέσου της συγκέντρωσης των θετικών στιγμών στον εξωφρενικά μικρό αριθμό των ελεύθερων. Στα σχολικά βιβλία η αστική τάξη διηγείται τον ιδεαλισμό των ηρώων, οι οποίοι προτιμούν να πεθάνουν παρά να υποδουλωθούν· απέναντι στον σοσιαλισμό, όμως, η αστική τάξη είναι αρκούντως υλιστική ώστε να αντικρούσει την ορμή για την αποτίναξη του ζυγού, για την κατάλυση της ανισότητας, παραπέμποντας στη φαινομενική αναλήθεια των υλικών βελτιώσεων. Η αγάπη για την ελευθερία καλλιεργείται μόνο στην ψευδή μορφή του εθνικιστικού σωβινισμού. Η συνθήκη των Βερσαλλιών προκαλεί πραγματικά περιττή αθλιότητα· όμως, στη Γερμανία κατηγορείται με σφοδρότητα από αυτούς που διατηρούν αμείλικτα την καπιταλιστική ιδιοκτησιακή τάξη πραγμάτων, η οποία καθιστά δυνατή τη συνθήκη των Βερσαλλιών. Αυτή η τάξη πραγμάτων, στην οποία καταδικάζονται τα παιδιά του προλεταριάτου σε λιμό και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου των ανώνυμων εταιρειών σε λουκούλλεια γεύματα, γεννά στην πράξη τη μνησικακία.

Πρόοδος

Ο κατασκευαστής πυρομαχικών, ο πολιτικός του και ο στρατηγός του εξηγούν: «Όσο υφίσταται ο κόσμος, θα υπάρχουν πάντα πόλεμοι· δεν υπάρχει καμία πρόοδος». Ως εκ τούτου, κατά πρώτον, η ευχή είναι ο πατέρας της σκέψης· κατά τα άλλα, αυτή η πεποίθηση πρέπει επίσης να αφομοιωθεί από τις μάζες. Αυτό είναι πολύ κατανοητό – τρόπον τινά, φανερή, ειλικρινής αποβλάκωση. Οι λογοτεχνικοί υπηρέτες των κυρίαρχων έχουν επιπρόσθετα την ξεδιαντροπιά να θέτουν – με ύφος αμερόληπτων ανθρώπων που γνωρίζουν όλες τις θεωρητικές δυσκολίες – το ερώτημα: «Τι σημαίνει πρόοδος; Το μέγεθος της προόδου μπορεί μόνον να προσεγγίζει την πραγμάτωση κάποιας μεμονωμένης και σχετικά τυχαίας αξίας. Εφόσον εξετάζουμε τη συνολική ιστορία υπό μια τέτοια οπτική γωνία, απολυτοποιούμε κάτι σχετικό, υποστασιοποιούμε κάτι υποκειμενικό, εν συντομία, εισάγουμε τον περιορισμό και τη μονομέρεια στην επιστήμη». Εξαιτίας της οργής τους απέναντι στον σοσιαλιστικό αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο, ο οποίος αντλεί την ελπίδα του από τα αποτελέσματα των προηγούμενων αγώνων, πρωτίστως από τις επαναστάσεις των τελευταίων αιώνων, δημιουργούν την αποκαλούμενη φιλοσοφία της ιστορίας τους. Σάμπως δεν θα ήταν σαφές ποια πρόοδος εννοείται από τους σοσιαλιστές και καταπολεμείται θεωρητικά και πρακτικά από την αντίδραση: η βελτίωση της υλικής ύπαρξης διαμέσου μιας περισσότερο σκόπιμης διαμόρφωσης των ανθρώπινων σχέσεων! Για την πλειονότητα των ανθρώπων, είτε γνωρίζουν είτε δεν γνωρίζουν τα παραπάνω, αυτή η βελτίωση σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει απλώς την πραγμάτωση μιας σχετικά τυχαίας αξίας αλλά το σπουδαιότερο στον κόσμο. Μπορεί η ιστορία υπό αυτή την άποψη να ακινητοποιείται ή να οπισθοδρομεί για μεγάλα διαστήματα, μπορεί η συγκάλυψη αυτού του γεγονότος τα τελευταία εκατό χρόνια να χρησιμοποιήθηκε συχνά ως μέσο εξαπάτησης των μαζών, εντούτοις ο λόγος περί της προόδου είναι ξεκάθαρος και δικαιολογημένος. Η πεποίθηση ότι η πρόοδος ολοκληρώνεται υπό την κυριαρχία των κυρίαρχων ήταν για πολύ καιρό ένα ψέμα στο στόμα των τελευταίων, από το οποίο απομακρύνονται σήμερα οι ίδιοι οι λογοτέχνες τους· ως εκ τούτου, είναι φανερό ότι αυτοί θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν την έννοια της προόδου προκειμένου να διατηρήσουν την κυριαρχία, διότι όπως ακριβώς οι άλλες αστικές ψευδαισθήσεις, όπως η ελευθερία και η ισότητα, αυτή δεν ενεργεί σήμερα, δυνάμει της ιστορικής διαλεκτικής, ως ιδεολογική υπεράσπιση αλλά ως κριτική στις υπάρχουσες καταστάσεις και ως προτροπή για την αλλαγή τους.

Εξάλλου, αυτή η πρόοδος υπό υλιστική έννοια, συνεπώς μια σοσιαλιστική αναδιοργάνωση της κοινωνίας, δεν καθορίζει στην παρούσα στιγμή μόνον τον επόμενο και άμεσα επιδιωκόμενο σκοπό μιας καλύτερης τροφοδοσίας της ανθρωπότητας με τα αναγκαία, αλλά επίσης την πραγμάτωση όλων των αποκαλούμενων πολιτιστικών ή ιδεατών αξιών. Στην πραγματικότητα είναι ορθό ότι η κοινωνική πρόοδος δεν πρέπει [είναι αναγκαίο] να λάβει χώρα· ότι αυτή δεν μπορεί να λάβει χώρα είναι ένα χοντροκομμένο ψέμα· όμως, ότι θα ήταν μονόπλευρο να μετρήσουμε την ιστορία της ανθρωπότητας με την ακόλουθη κλίμακα, σε ποιο βαθμό η ανθρωπότητα εξασφαλίζει μια υποφερτή ύπαρξη στα μέλη της, είναι πραγματικά απλώς φιλοσοφική κενολογία.

Σημείωση:
Η κοινωνική πρόοδος είναι κάθε φορά ένα ιστορικό καθήκον, αλλά δεν είναι μια μυστική αναγκαιότητα. Ότι ο μαρξισμός εξηγεί τη θεωρία της κοινωνίας ως τη θεωρία της πραγματικότητας είναι πολύ κατανοητό. Οι μάζες, οι οποίες υποφέρουν κάτω από την απαρχαιωμένη μορφή της κοινωνίας και περιμένουν τα πάντα από την ορθολογική τους οργάνωση, δεν αντιλαμβάνονται πλήρως ότι η εξαχρείωσή τους, από την οπτική γωνία της αιωνιότητας, είναι ένα γεγονός μεταξύ πολλών άλλων και ότι η θεώρηση του κόσμου από αυτή την οπτική γωνία είναι ακριβώς μόνον μία οπτική γωνία. Όπως ο μεμονωμένος άνθρωπος θεωρεί ότι ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από αυτόν, ότι ο θάνατός του συμπίπτει με την κατάρρευση του κόσμου, έτσι οι μάζες θεωρούν ότι η εκμετάλλευση και η εξαχρείωσή τους είναι η κατ’ εξοχήν εξαχρείωση και ότι η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη βελτίωση της ύπαρξής τους. Όμως, η ιστορία δεν πρέπει [είναι αναγκαίο] να πάρει αυτή την κατεύθυνση, εκτός αν εξαναγκασθεί.

Ο ιδεαλισμός του επαναστάτη

Η άποψη ότι ο μαρξισμός προπαγανδίζει απλώς την ικανοποίηση της πείνας, της δίψας και των σεξουαλικών ορμών του ατόμου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αντικρουστεί διαμέσου του ισχυρισμού ότι ο μαρξισμός είναι πολύ περισσότερο λεπτός, ευγενής, βαθύς και εσωτερικός. Διότι η εξέγερση, η αλληλεγγύη, η αυταπάρνηση είναι εξίσου «υλιστικές» όπως η πείνα· ο αγώνας για τη βελτίωση της μοίρας της ανθρωπότητας εμπεριέχει εγωισμό και αλτρουισμό, πείνα και αγάπη ως φυσικά μέλη αιτιακών αλυσίδων. Φυσικά, η υλιστική θεωρία δεν έχει κανέναν λογικό αποδεικτικό λόγο για την αυταπάρνηση της ζωής. Δεν επιβάλλει τον ηρωισμό ούτε με τη Βίβλο ούτε με τον βούρδουλα, δεν αντικαθιστά την αλληλεγγύη και τη γνώση της αναγκαιότητας της επανάστασης με καμία «πρακτική φιλοσοφία», με καμία θεμελίωση της θυσίας. Πολύ περισσότερο, αυτή είναι το αντίθετο κάθε τέτοιας «ιδεαλιστικής» ηθικότητας. Απελευθερώνει από ψευδαισθήσεις, αποκαλύπτει την πραγματικότητα και εξηγεί τα συμβάντα. Δεν διαθέτει λογικούς αποδεικτικούς λόγους για «υψηλότερες» αξίες· επίσης, όμως, δεν διαθέτει σίγουρα κανέναν αντίλογο απέναντι στην παραδοχή ότι κάποιος συνδράμει με κίνδυνο της ζωής του ώστε να πραγματωθούν οι «κατώτερες» αξίες, τουτέστιν μια υλικά υποφερτή ύπαρξη για όλους. Ο «ιδεαλισμός» εκκινεί από το σημείο στο οποίο αυτή η συμπεριφορά δεν ικανοποιείται με μια φυσιολογική εξήγηση του εαυτού της, αλλά αρπάζεται από το δεκανίκι «αντικειμενικών» αξιών, «απόλυτων» καθηκόντων ή οποιασδήποτε ιδεατής εξασφάλισης και «καθαγιασμού»· συνεπώς, εκκινεί από το σημείο στο οποίο η ανατροπή της κοινωνίας εξαρτάται από τη μεταφυσική – αντί από τους ανθρώπους.

Μεταστροφή της σκέψης

Μεταξύ των μαρξιστών θεωρητικών, η ομολογία των ηθικών κινήτρων – προπαντός του συμπάσχειν, το οποίο μάλιστα ενεργεί ως μυστικό ελατήριο της σκέψης και της δράσης τους – αποδοκιμάζεται, όχι μόνον εξαιτίας της ντροπής [που προκαλεί], αλλά επίσης διότι έχουν αποκομίσει την εμπειρία ότι αυτή η διακήρυξη αντικαθιστά συνήθως την πράξη. Συνειδητά ή μη υποθέτουν ότι η ηθική παρόρμηση επιδρά είτε στην πραγματική δράση είτε στα λόγια. Γι’ αυτό είναι τόσο δύσπιστοι απέναντι στα τελευταία.

Έτσι, όμως, οδηγούνται σε έναν παρόμοιο κίνδυνο όπως κατά τη διαπίστωσή τους ότι η πραγματικότητα περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από τα υλικά αγαθά. Απέναντι στην εμφατική παρατήρηση ότι υπάρχουν επίσης άλλες ανάγκες και άλλες ποιότητες πέρα από την πείνα και την εξουσία, στρέφουν την προσοχή στην πεζή πραγματικότητα, στην οποία όλα περιστρέφονται γύρω από την ικανοποίηση των πιο πρωτόγονων αναγκών· τείνουν να μετατρέψουν την πικρία αυτής της διαπίστωσης σε μια απολογία. Ο ισχυρισμός ότι στην παρούσα πραγματικότητα το ιδεατό είναι μόνο μια ιδεολογική συγκάλυψη μιας κακής υλικής πράξης μεταστρέφεται εύκολα στη σύμφωνη με την πραγματικότητα ορθοφροσύνη ορισμένων δημοσιογράφων και ρεπόρτερ: «Αφήστε μας ήσυχους με την κουλτούρα, ξέρουμε ότι είναι μια απάτη». Είναι πλήρως ικανοποιημένοι και συμφιλιωμένοι με αυτή την κατάσταση.

Σκεπτικισμός και ηθική

Από τους οικονομικούς νόμους που αποκάλυψε ο Μαρξ δεν «ακολουθεί» ο σοσιαλισμός. Βέβαια, υπάρχουν αρκετές επιστημονικές προβλέψεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από ύψιστη αληθοφάνεια, π.χ. ότι αύριο θα ανατείλει ο ήλιος. Αυτές είναι το αποτέλεσμα ενός τεράστιου εμπειρικού υλικού. Όμως, ποιος θα πιστέψει ότι έτσι έχουν τα πράγματα αναφορικά με την πρόβλεψη του σοσιαλισμού;

Ο σοσιαλισμός είναι μια καλύτερη, περισσότερο σκόπιμη κοινωνική μορφή, της οποίας τα στοιχεία υπάρχουν με ορισμένο τρόπο στον καπιταλισμό. Στον καπιταλισμό υπάρχουν «τάσεις», οι οποίες συντελούν στην αλλαγή του συστήματος. Το εμπειρικό υλικό, πάνω στο οποίο στηριζόμαστε για να υποθέσουμε ότι οι τάσεις θα επικρατήσουν πραγματικά, είναι πολύ πενιχρό. Διατρέχουμε ύψιστο κίνδυνο, καθώς ριψοκινδυνεύουμε να διασχίσουμε την άβυσσο πάνω σε γέφυρες, των οποίων οι αρχές κατασκευής δεν θα μπορούσαν να θεμελιωθούν σε ακριβέστερες εμπειρίες παρά στην [ίδια την] έλευση του σοσιαλισμού. –

Παρά την ορθότητά της, αυτή η συνολική εξέταση προσβλέπει ασφαλώς τόσο στην επιδοκιμασία όλων των ευμενών αστών φίλων του σοσιαλισμού όσο και στην ανοχή των εχθρών του. Κάποιος μπορεί να πρεσβεύει τον Μαρξ, όταν διακρίνεται από τον αναγκαίο βαθμό σκεπτικισμού. Όμως, η ευμένεια και η ανοχή εξαφανίζονται αμέσως, όταν συμπληρώσουμε την εικόνα της γέφυρας. Αν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της αδικίας, της ατροφίας των ανθρώπινων ταλέντων, της ψευδολογίας, της άσκοπης ταπείνωσης, εν συντομία, των περιττών υλικών και πνευματικών οδυνών πρόκειται να εξαφανισθούν ή όχι· με άλλα λόγια, αν κάποιος πρέπει να παλέψει για τον σοσιαλισμό· όλα εξαρτώνται από την παράτολμη ενέργεια να φθάσουμε στο άλλο άκρο της γέφυρας. Η σκεπτικιστικά περιοριστική αναγνώριση της μαρξικής θεωρίας, η ευσεβής κατάταξή της στην ιστορία της φιλοσοφίας αντιμετωπίζεται με ευχαρίστηση από την αστική τάξη· το συμπλήρωμα αυτής της θεωρητικής πραγμάτευσης είναι ο πρακτικός προσανατολισμός μέσα στο υπάρχον. Η διαπίστωση ότι από την μαρξιστική θεωρία του σοσιαλισμού δεν «ακολουθεί» τίποτα, μολονότι αυτός καθ’ εαυτόν θα έπρεπε να είναι επιθυμητός, παράγει, χωρίς περαιτέρω προσθήκη, την επιστημονική και ηθική θεμελίωση του καπιταλισμού. Αυτή [η διαπίστωση] εμφανίζεται ως έκφραση του κοινωνικού σκεπτικισμού.

Στην πραγματικότητα, όμως, από τη διασάφηση ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν έχουν «αποδείξει» τον σοσιαλισμό δεν ακολουθεί καμία απαισιοδοξία αλλά η ομολογία της πράξης, την οποία χρειάζεται η θεωρία. Ο Μαρξ έχει αποκαλύψει τον νόμο της κυρίαρχης απάνθρωπης τάξης πραγμάτων και έχει δείξει τον μοχλό, τον οποίο πρέπει να θέσουμε σε κίνηση προκειμένου να δημιουργηθεί μια περισσότερο ανθρώπινη τάξη πραγμάτων.

Ό,τι για τον αστό διανοούμενο είναι μια μετάβαση από το ένα μέρος του συστήματος σε κάποιο άλλο, ένα «πρόβλημα» ανάμεσα στα άλλα, ένα θέμα αναφορικά προς το οποίο αυτά τα προβλήματα στην καλύτερη περίπτωση «διορθώνονται» διαμέσου μερικών επεξηγηματικών σελίδων σε ένα διδακτικό εγχειρίδιο – ήτοι η απάντηση στην ερώτηση, αν η ταξική κοινωνία διαιωνίζεται ή αν καταλήγει να αντικατασταθεί από τον σοσιαλισμό, έχει αποφασιστική σημασία για την πρόοδο της ανθρωπότητας ή την πτώση της στη βαρβαρότητα. Ο τρόπος που διάκειται κάποιος απέναντι στην προηγούμενη ερώτηση δεν προσδιορίζει απλώς τη σχέση της ζωής του προς τη ζωή της ανθρωπότητας αλλά επίσης τον βαθμό της ηθικότητάς του. Ένα φιλοσοφικό σύστημα, μια ηθική, μια διδασκαλία περί ηθικότητας, η οποία [απλώς και μόνο] «τακτοποιεί» τις απαρχαιωμένες σχέσεις ιδιοκτησίας που εμποδίζουν την πρόοδο, την ύπαρξη της ταξικής κοινωνίας και το καθήκον της υπέρβασής της, αντί η ίδια να ταυτίζεται με αυτό το καθήκον είναι το αντίθετο της ηθικότητας, διότι η μορφή που [η ηθικότητα] έχει προσλάβει στο παρόν είναι η πραγμάτωση του σοσιαλισμού. Διαμέσου της σκεπτικιστικής πραγμάτευσης του σοσιαλισμού οι διανοούμενοι χρησιμοποιούν την κυρίαρχη κοινωνική τάξη πραγμάτων. Οι καθηγητές και οι συγγραφείς, οι οποίοι στον κατεστημένο κόσμο απολαμβάνουν υποστήριξη, αναγνώριση και τιμές, συμφωνούν σίγουρα με την «ηθική» αποδοκιμασία μιας εγκληματικής κλοπής. Παρατηρούν ατάραχοι τη νόμιμη κλοπή που υφίστανται αναρίθμητα παιδιά, γυναίκες και άνδρες στα καπιταλιστικά κράτη και ακόμη περισσότερο στις αποικίες, ενώ καρπώνονται το μερίδιό τους από τη λεία. Υποστηρίζουν το σύστημα, καθώς πραγματεύονται με «επιστημονική» γλώσσα τη διδασκαλία της σοσιαλιστικής κοινωνίας δίπλα στα διάφορα προβλήματα των πολιτισμένων βιβλίων και περιοδικών και, αφού χρησιμοποιήσουν μια σκεπτικιστική φράση, επανέρχονται στην ημερήσια διάταξη.

Είναι γνωστό ότι η αστική τάξη μπορεί να «συζητήσει» για τα πάντα. Αυτή η δυνατότητα ανήκει στη δύναμή της. Γενικά, [η αστική τάξη] παρέχει ελευθερία της σκέψης. Μόνον όπου η σκέψη λαμβάνει μια μορφή που ωθεί άμεσα στην πράξη, όπου η σκέψη γίνεται «μη επιστημονική» στην ακαδημαϊκή σφαίρα, εκεί σταματά η βολή. Ο καθαρός σκεπτικισμός είναι ουσιαστικά μια έκφραση του γεγονότος ότι διατηρούνται τα όρια της θεωρίας. Το αντίθετο αυτού του σκεπτικισμού δεν είναι ούτε η αισιοδοξία ούτε το δόγμα αλλά η προλεταριακή πράξη. Αν ο σοσιαλισμός φαίνεται να στερείται αλήθειας, χρειάζεται μια περισσότερο απεγνωσμένη αποφασιστικότητα για να επαληθευθεί. Ό,τι αντιπαρατίθεται στον σοσιαλισμό δεν είναι oι τεχνικές δυσκολίες της διεκπεραίωσης αλλά ο εξουσιαστικός μηχανισμός των κυρίαρχων.

Όμως, αν ο σκεπτικισμός είναι φαύλος, η βεβαιότητα δεν είναι καλύτερη. Η ψευδαίσθηση της φυσικής αναγκαίας έλευσης της σοσιαλιστικής τάξης πραγμάτων δεν θέτει την ορθή δράση σε μικρότερο κίνδυνο από τη σκεπτικιστική δυσπιστία. Αν ο Μαρξ δεν έχει αποδείξει τον σοσιαλισμό, [εντούτοις] έχει καταδείξει ότι στον καπιταλισμό υπάρχουν εξελικτικές τάσεις, οι οποίες καθιστούν τον σοσιαλισμό δυνατό. Όσοι ενδιαφέρονται για τον σοσιαλισμό ξέρουν πού πρέπει να επιτεθούν. Η σοσιαλιστική κοινωνική τάξη πραγμάτων δεν παρεμποδίζεται από την παγκόσμια ιστορία, είναι ιστορικά δυνατή· όμως, δεν πραγματώνεται από μια εμμενή στην ιστορία λογική αλλά από ανθρώπους που είναι εκπαιδευμένοι στη θεωρία και αποφασισμένοι να βελτιώσουν τα πράγματα· διαφορετικά, δεν θα πραγματωθεί καθόλου.


Μετάφραση από τα γερμανικά: Γιώργος Στεφανίδης