RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Archive for tag Αριστερά

Απομαγνητοφώνηση της ολομέλειας (τόσο των παρουσιάσεων όσο και της συζήτησης) του 1ου Διεθνούς ετήσιου συνεδρίου της Platypus Affiliated Society, Σικάγο, 12-14 Ιουνίου 2009.

 

Παρουσιάζοντας τον Platypus

Ian Morrison, Πρόεδρος της Platypus Affiliated Society

 

Ο Platypus δημιουργήθηκε ως μια επίθεση στα ταμπού της σκέψης. Ευθύς εξαρχής, απορρίψαμε τη συνήθη, αριστερή παράδοση που διακηρύττει τον αγώνα ενάντια στον κοινό εχθρό, εστιάζοντας όλη της την ενέργεια στη δαιμονοποίηση της τάδε ή της δείνα δεξιάς κλίκας. Αντιθέτως, εμείς επιλέγουμε να αναδείξουμε τον συντηρητικό χαρακτήρα της εποχής μας και την εμφανή αδυναμία της Αριστεράς ―ή ίσως ακόμα και την ολοκληρωτική εξάλειψή της· όχι με την κυριολεκτική έννοια του πτώματος, αλλά ως το λογικό υποπροϊόν της ιδεολογικής της σύγχυσης, ως την παντελή έλλειψη διαύγειας για τον κόσμο μας και, επιπλέον, ως τον διάχυτο στιγματισμό του διαλόγου και της κριτικής. Στο παρελθόν, μπορεί να φαινόταν ότι οι φιλόσοφοι απλώς ερμήνευαν τον κόσμο, σήμερα όμως φαίνεται ότι εκείνοι που προσπαθούν να τον αλλάξουν έχουν απλά σταματήσει να τον ερμηνεύουν.

Δεδομένης της φιλοσοφίας μας, δεν πρέπει να προκαλεί καμιά έκπληξη το γεγονός ότι ξεκινήσαμε ως μια ομάδα μελέτης με την ελπίδα να αποκρυπτογραφήσουμε τα αλληλoεπικαλυπτόμενα κοινωνικά φαντασιακά που σκεπάζουν το παρόν σαν πυκνή ομίχλη. Η αφετηρία μας συνίστατο στην εξερεύνηση της αποσύνδεσης μεταξύ παλαιάς και νέας Αριστεράς, καθώς επίσης και στη μελέτη του τρόπου με τον οποίο αυτή η σύγχυση εξελίσσεται στην εποχή μας. Και ομολογουμένως κάπως απαισιόδοξα, καταλήξαμε να πιστεύουμε ότι είναι εξαιρετικά πιθανό η Μαρξιστική παράδοση να εκλείψει κατά τη διάρκεια των ζωών μας —αν δεν έχει ήδη εκλείψει—, εκτός κι αν αρθεί η απαγόρευση της συζήτησης και της κριτικής της ιστορίας της Αριστεράς. Η δυσκολία να τεθεί επί τάπητος η ιστορία της Αριστεράς είναι, βεβαίως, σύνθετη και ο κόσμος μας έχει φτιάξει ένα πλήθος από αμυντικούς μηχανισμούς, ένας εκ των οποίων είναι και ο δογματισμός της ψευδο-Αριστεράς. Στις μέρες μας, ίσως να μη μπορούμε να διαβάσουμε τους κλασικούς του επαναστατικού Μαρξισμού σαν οδικό χάρτη, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει οπωσδήποτε να απορρίψουμε τις ιδέες τους. Το γεγονός ότι είναι απλούστατα αδύνατο να γνωρίζουμε περισσότερα για την επαναστατική αλλαγή από εκείνους που στο παρελθόν πραγματικά αγωνίστηκαν για να κάνουν τις ιδέες τους πραγματικότητα, αποτελεί ήδη κομμάτι του προβλήματος. Έτσι, αποτιμώντας την ιστορική στιγμή μας, ενδιαφερόμαστε να διερευνήσουμε τους φραγμούς και τα ταμπού που πλήττουν την προσπάθεια για εξερεύνηση των υψηλότερων προσδοκιών για την ανθρώπινη ελευθερία, θεωρώντας ότι αυτές ενυπάρχουν στη Μαρξιστική παράδοση.

Στα τέλη του 2006, βγήκαμε από τα στενά όρια της ομάδας μελέτης και αρχίσαμε να φιλοξενούμε εκδηλώσεις. Όπως όλοι ξέρετε, αυτό συνέβη κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράκ, γεγονός που αναπόφευκτα απέβη καθοριστικό για το εγχείρημά μας. Στην πρώτη μας δημόσια εκδήλωση ανοίξαμε την, επιτακτικότατη, συζήτηση για τον «ιμπεριαλισμό», ένα θέμα που έχει ενδεχομένως κατανοηθεί ελάχιστα στην εποχή μας, κυρίως επειδή χρησιμεύει ως μέσο απόκρυψης μιας τεράστιας σύγχυσης, λειτουργώντας φαινομενικά μόνο ως σημείο σύγκλισης απόψεων. Πιστεύουμε ότι το εγχείρημά μας δικαιώθηκε από το γεγονός ότι σχεδόν καμία άλλη ομάδα δεν ανέδειξε την εν λόγω συζήτηση παρόλο που η έννοια «ιμπεριαλισμός» βρισκόταν σε όλα τα πλακάτ και τα πανό της περιόδου. Και, ασφαλώς, δεν ήταν καθόλου αυτονόητο με ποιον τρόπο θα μπορούσε να ξεπεράσει κανείς το πρόβλημα της παρανόησης του «ιμπεριαλισμού» συνεχίζοντας απλώς να τον καταγγέλλει. Αν ήταν τόσο απλό, θα είχαμε ξεπεράσει το ζήτημα προ πολλού. Για τον λόγο αυτό, πιστεύουμε ότι είναι απαραίτητο να ανιχνεύσουμε τις ιστορικές αλλαγές, ειδικά σε ό,τι αφορά ιδέες όπως ο «ιμπεριαλισμός», και να μη συγκαλύπτουμε τα προβλήματα με τον τυπικό, αντιδιανοουμενίστικο τρόπο της «Αριστεράς». Ωστόσο, το μίσος για αλλαγή και ολοσχερή κριτική είναι τόσο βαθιά ριζωμένο, που θεωρήθηκε εσφαλμένα ότι το εγχείρημά μας στήριζε τον πόλεμο, λες και το να θέσουμε μια ερώτηση θα γκρέμιζε τον χάρτινο πύργο της Αριστεράς. Και ίσως αυτό το ένα και μοναδικό ερώτημα να κατορθώσει όντως να τον ρίξει· τόσο το καλύτερο, κατά τη γνώμη μας. Διότι η αδυναμία να κατανοηθεί ένα φαινόμενο όπως ο «ιμπεριαλισμός» είναι κομμάτι της ίδιας της διατήρησής του. Η διαιώνιση του ιμπεριαλισμού μπορεί να οφείλεται ως επί το πλείστον στην αδυναμία κατανόησής του. Το εγχείρημά μας θα ήθελε να διερευνήσει αυτήν τη δυνατότητα.

Προσφάτως, επιχειρήσαμε να ξεκινήσουμε μια δημόσια συζήτηση για τον τρόπο που κινητοποιούνται οι άνθρωποι: Για ποιους σκοπούς κάνουν τι; Και με τι ψυχολογικές διαθέσεις; Απευθύναμε αυτό το ερώτημα θέτοντας υπό εξονυχιστική διερεύνηση διάφορες θορυβώδεις λέξεις-κλειδιά που η Αριστερά αρέσκεται να ξεφουρνίζει απερίσκεπτα, όπως, λόγου χάρη, «αντίσταση», «μεταρρύθμιση» και «επανάσταση». Και βρήκαμε ότι, στην εικονική πραγματικότητα που ζει η Αριστερά, δεν είναι διόλου εύκολο να αρθρωθούν με σαφήνεια τα υποτιθέμενα αυστηρά περιγράμματα των εννοιών αυτών. Κατόπιν τούτου, προσπαθήσαμε να θέσουμε υπό διερώτηση τη σχετικά αφηρημένη έννοια των «κινημάτων» —μια ακόμη μυστήρια, σχεδόν μυστικιστική έννοια, που υποτίθεται ότι όλοι μας κατανοούμε.

Στη σύντομη ιστορία μας, έχουμε καλύψει ένα μεγάλο εύρος θεματικών, συμπεριλαμβανομένης της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης, της καταστροφής στη Νότια Ασία, των αλλαγών στους τρόπους εκδήλωσης του ρατσισμού και, πιο πρόσφατα, αντιδρώντας στη λεγόμενη οικονομική κρίση των τελευταίων ετών, ρωτήσαμε τους συνδικαλιστές της εργατικής τάξης για τον τρόπο που αυτή επηρέασε τις προσπάθειές τους. Και σκοπεύουμε στο συνέδριό μας αυτό το σαββατοκύριακο να καλύψουμε κι ένα εύρος άλλων θεματικών.

Θα έλεγα, προκειμένου να είμαι όσο το δυνατόν σαφέστερος, ότι βρίσκουμε μια βαθιά αμφίσημα σε αυτά τα ζητήματα. Σε όλες μας τις συζητήσεις, αποφύγαμε να προβούμε στις τυπικές προβλέψεις και να απαριθμήσουμε τα συνηθισμένα κλισέ. Αρνούμαστε να βαφτίσουμε κάθε κοινωνικό κίνημα επαναστατικό για λόγους προσωπικής, ψυχολογικής ικανοποίησης, ή να δούμε κάθε επικείμενη καταστροφή, είτε οικονομική είτε στρατιωτική, σαν μια ευκαιρία, και συνήθως μόνο για διαδηλώσεις. Αντ’ αυτού, αποφασίσαμε να διανοίξουμε τον χώρο ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να ρίξουν μια ματιά και προς τα πίσω: να επεξεργαστούν τις ιδέες με έναν ανοιχτό τρόπο, να κοιτάξουν νηφάλια την πραγματικότητα, ευελπιστώντας να υπερβούν έναν εσφαλμένο πεσιμισμό ή οπτιμισμό, προς χάριν μιας κριτικής προσέγγισης της εποχής μας.

Από αυτό αντλήσαμε και την έμπνευσή μας να εκδώσουμε τη μηνιαία μας επιθεώρηση Platypus Review. Όπως συμβαίνει και με τις δημόσιες εκδηλώσεις μας, δεν αφορά αποκλειστικά τα μέλη του Platypus ή ορισμένους ανθρώπους που διάκεινται φιλικά στο εγχείρημά μας. Ευελπιστούμε να δημιουργήσουμε έναν χώρο ανταλλαγής ιδεών που θα ευνοήσει τον αναστοχασμό πάνω στην Αριστερά, καλώντας οποιονδήποτε είναι πρόθυμος να δραπετεύσει από τον συνήθη κομφορμισμό και την τυφλή άγνοια της κουλτούρας διαμαρτυρίας [protest culture].

Ο Platypus σφυρηλατεί μια συζήτηση για την Αριστερά που, ειδάλλως, πιστεύουμε πως δεν θα λάμβανε χώρα. Οι ομάδες που τοποθετούν σήμερα τον εαυτό τους κάτω από το λάβαρο της «Αριστεράς» έχουν γίνει επαγγελματίες στο να αλληλοαγνοούνται. Προκειμένου να εξυπηρετήσουν αυτόν τον σκοπό, χρησιμοποιούν μια ευρεία γκάμα τεχνικών, είτε αγνοώντας επιδεικτικά η μία την άλλη, είτε αποφεύγοντας προσεκτικά οποιαδήποτε πραγματική δημόσια συζήτηση, αναλωνόμενες σε ατέρμονες κοινοτοπίες. Ο Platypus απορρίπτει κατηγορηματικά την ιδέα ότι ο αγώνας απλώς συνεχίζεται.

Για τον Platypus, το κίνημα δεν είναι τίποτα αν ο σκοπός παρουσιάζεται σαν φάρσα. Γι’ αυτό λέμε: «Η Αριστερά είναι νεκρή! — Ζήτω η Αριστερά!».| P

Απομαγνητοφώνηση: Ashley Weger

Μετάφραση: Παναγιώτης Διδάχος

Επιμέλεια: Ισιδώρα Στανιμεράκη, Θοδωρής Βελισσάρης

μετάφραση: ομάδα Πλατύπους

Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από το αρχικό κείμενο που δημοσιεύτηκε στο διεθνές περιοδικό Platypus Review το Σεπτέμβριο του 2017- https://platypus1917.org/2017/08/29/slavoj-zizek-donald-trump-left

Κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου 2016, μόλις λίγες ημέρες πριν τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο μια συνέντευξη του Σλοβένου φιλοσόφου Σλάβοϊ Ζίζεκ στο Channel 4. Στο επίμαχο βίντεο, ο αριστεριστής φιλόσοφος εμφανίζεται κατά τον συνήθη τρόπο του –νευρικός, να τρίβει επανειλημμένα την μύτη του– καθώς απαντά στο ακόλουθο ερώτημα: ποιος θα κέρδιζε την ψήφο του αν ήταν Αμερικανός. Ο Ζίζεκ αναφωνεί χωρίς δισταγμό: «ο Τραμπ!». Στη συνέχεια εξηγεί την απάντησή του: ο Τραμπ δεν είναι ο καλύτερος υποψήφιος, δεν είναι καν συμπαθής, ωστόσο η Κλίντον εκφράζει την απειλή της απόλυτης αδράνειας. Αντιθέτως, η παρέμβαση του Τραμπ θα μπορούσε να αποδιοργανώσει με παραγωγικό τρόπο το αμερικανικό δικομματικό σύστημα: «Αν ο Τραμπ κερδίσει, αμφότερα τα μεγάλα κόμματα, οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Δημοκρατικοί, θα όφειλαν να επιστρέψουν στα βασικά, να ξανασκεφτούν τους εαυτούς τους και ίσως έτσι να προέκυπταν ορισμένα πράγματα». Και συνεχίζει: «Αυτή είναι η απέλπιδα, πολύ απέλπιδα ελπίδα μου – ότι αν κερδίσει ο Τραμπ, αυτό θα αποτελέσει ένα είδος μεγάλης αφύπνισης, ότι νέες πολιτικές διαδικασίες θα τεθούν σε κίνηση». Έχοντας επίγνωση ότι μια πιθανή προεδρία του Τραμπ φοβίζει του φιλελεύθερους, αναγνωρίζει τους κινδύνους από τους διορισμούς στο υπουργικό του συμβούλιο και προσπαθεί να δώσει στους ακροατές του κάποια προοπτική: «Η Αμερική δεν είναι ακόμη ένα δικτατορικό κράτος, ο Τραμπ δεν θα εισαγάγει τον φασισμό».[1] Σύμφωνα με τον Ζίζεκ, ο Τραμπ δεν είναι απλώς το μικρότερο κακό. Μάλλον, εν αγνοία του υποψηφίου προέδρου, η αταξία που θα προξενούσε στο κομματικό σύστημα θα μπορούσε να παρακινήσει την Αριστερά να αναστοχαστεί και να οργανωθεί γύρω από μια πολιτική που δείχνει πέρα από την αποτυχία της νεοφιλελεύθερης τάξης πραγμάτων.

Όπως ήταν αναμενόμενο, το βίντεο προκάλεσε αναταραχή μεταξύ των, κατά μείζονα λόγο, αριστεριστών ακόλουθων του Ζίζεκ. Πώς είναι δυνατόν ένας αυτοαποκαλούμενος μαρξιστής να επιδοκιμάζει δημοσίως έναν Ρεπουμπλικάνο, ο οποίος μάλιστα είχε ευρέως περιγραφεί ως φασίστας,[2] φανατικός,[3] μισογύνης,[4] ως κάποιος που μισεί τους μετανάστες;[5] Ο Νόαμ Τσόμσκι συνέκρινε τον Ζίζεκ με εκείνους τους διανοούμενους που κατά τραγικό τρόπο καλωσόρισαν την άνοδο του Χίτλερ ως δυνητικό όχημα κοινωνικής αλλαγής, με μοναδικό αποτέλεσμα να διωχθούν αμέσως μετά για τη θρησκεία τους, την κουλτούρα τους ή την πολιτική τους θέση.[6] Αλλού, ο Ζίζεκ αποκλήθηκε ανεύθυνος,[7] ένας «διανοούμενος τσαρλατάνος»,[8] ενώ συγχρόνως κατηγορήθηκε ότι απλώς συμπαθεί τη Σλοβένα σύζυγο του Τραμπ, Μελάνια.[9] Γρήγορα συγκεντρώθηκαν πύρινες καταγγελίες και από τα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος: η Left Voice απαίτησε από την Αριστερά να αποκηρύξει τον Ζίζεκ,[10] ενώ το Breitbart, ένα δεξιό διαδικτυακό πρακτορείο ειδήσεων, πανηγύρισε τη στήριξη προς τον Τραμπ.[11]

Μεταφερόμαστε μια εβδομάδα αργότερα. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ και είναι καθ’ οδόν προς τη συγκρότηση του δεξιού υπουργικού συμβουλίου που είχε υποσχεθεί. Με την ιδιότητα του επισκέπτη ακαδημαϊκού, ο Ζίζεκ έχει προσκληθεί να μιλήσει στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης μία μέρα μετά την εκλογή. Μια μακριά ουρά εκτείνεται έξω από το Cantor Center, όπου ο Ζίζεκ θα δώσει τη διάλεξή του: «Φυλετικές απολαύσεις: Ό,τι η φιλελεύθερη Αριστερά δεν θέλει να ακούσει».[12] Φοιτητές, νέοι που ψηφίζουν για πρώτη φορά, και διαφόρων ειδών αριστεριστές –μπερδεμένοι, σοκαρισμένοι, άφωνοι– περιμένουν απαντήσεις από τον καθηγητή Ζίζεκ. Και τώρα τι; Όταν ο Ζίζεκ ανεβαίνει στο βήμα μοιάζει ήρεμος και περισσότερο συγκρατημένος από το συνηθισμένο. Ενώ είναι γνωστός για τις προκλητικές παρουσιάσεις του, η οργισμένη αντίδραση της Αριστεράς στο «χρίσμα» του φαίνεται να τον περιορίζει. Ή, ενδεχομένως, είχε ήδη λάβει αρκετή αρνητική δημοσιότητα για μία εβδομάδα. Παρόλα αυτά εμμένει στο κεντρικό του επιχείρημα. Τόσο ο Τραμπ όσο και ο Μπέρνι Σάντερς ήταν πολιτικά αουτσάιντερ που συνέλαβαν τη διάθεση εναντίωσης στο κατεστημένο, γεγονός που ο κεντρισμός της Χίλαρι Κλίντον απέτυχε να αναγνωρίσει. Η νίκη της θα αντιπροσώπευε την απόπειρα διαιώνισης του κατεστημένου, υπό τον μανδύα μιας δικαιολογημένης λιτότητας σερβιρισμένης με μια δόση πολιτικής ορθότητας. Αντίστροφα, ο Τραμπ, με τον πολιτικά μη ορθό τρόπο του, απευθύνθηκε στην υποαντιπροσωπευόμενη «λευκή εργατική τάξη» και υπενθύμισε στους ψηφοφόρους του τη μισοξεχασμένη έννοια της ταξικής πάλης –μολονότι υπό μια λαϊκίστικη και στρεβλή εκδοχή– που είχε αδρανοποιηθεί στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής.

Η αισιόδοξη πρόταση του Ζίζεκ είναι αινιγματική, λακωνική και ενάντια στο κοινό αίσθημα. Προκειμένου να την κατανοήσουμε καλύτερα, είναι απαραίτητο να τη συγκρίνουμε με άλλες αναλύσεις της αμερικανικής πολιτικής σήμερα. Με ενδιαφέρουν κυρίως τρία ερωτήματα: Ποια είναι τα βασικά συστατικά στοιχεία της αμφιλεγόμενης θέσης του Ζίζεκ ότι μια φαινομενικά αντιδραστική φιγούρα μπορεί εν τέλει, ασχέτως των ενδιάμεσων σταθμών, να προκαλέσει πολιτικές εξελίξεις; Πώς και γιατί είναι ελκυστικός ο Τραμπ στους υποστηρικτές του; Ποιες είναι εκείνες οι προϋποθέσεις που οδηγούν πολλούς ανθρώπους στην απόρριψη του επιχειρήματος του Ζίζεκ;

Το επιχείρημα του Ζίζεκ αποτελείται από δύο σημεία που συνδέονται διαλεκτικά: Πρώτον, ο αριστερίστικος και φιλελεύθερος πανικός σε σχέση με τις υποτιθέμενες φασιστικές τάσεις του Τραμπ στηρίζεται σε μια εξόχως ανιστορική ανάγνωση του φασισμού. Δεύτερον, η εκλογή του Τραμπ και η ήττα των νεοφιλελεύθερων Ρεπουμπλικάνων αποτελούν μια ευθεία απάντηση στην αποτυχία των Δημοκρατικών να προσαρμοστούν στην κρίση που σηματοδοτήθηκε από τον Σάντερς. Η ρητορική του εν ενεργεία προέδρου κινητοποίησε τα αισθήματα ενάντια στο κατεστημένο, δημιουργώντας ένα προηγούμενο για την επανενεργοποίηση της αδρανούς Αριστεράς.

Η πρώτη ομάδα επιχειρημάτων είναι εύκολο να υποστηριχθεί. Ενώ στην κοινή χρήση του ο όρος «φασισμός» έχει καταστεί συνώνυμος του ρατσιστικού, εθνικιστικού, αυταρχικού ή απλά αυτού που απειλεί την παρούσα τάξη, η κατηγορία του Τραμπ ως φασίστα, όπως εμφανίζεται σε μια πλειάδα από αφίσες διαμαρτυρίας και άρθρα εφημερίδων, είναι ιστορικά ανακριβής. Σε ένα άρθρο του Jacobin από τον Δεκέμβριο του 2015, ο δημοσιογράφος Ντάνιελ Λαζάρ σημείωνε ότι ο Τραμπ δεν είναι φασίστας με την κλασική έννοια. «Παρουσιάζει τον εαυτό του ως ένα άτομο –Τραμπ Α.Ε.– που χωρίς καμία εξωτερική βοήθεια θα πάρει κεφάλια και θα κάνει το σύστημα να λειτουργήσει. Κατά συνέπεια, ο καταλληλότερος όρος είναι Βοναπαρτιστής – ένας σκληρός ηγέτης που τοποθετεί τον εαυτό του υπεράνω του ανταγωνισμού και ταυτοχρόνως επιτίθεται στους εχθρούς του από την Αριστερά και από τη Δεξιά».[13]

Ενώ αποδοκιμάζει τη φιλελεύθερη πολιτική των Δημοκρατικών, συγχρόνως ο Τραμπ συνταράσσει τους μηχανισμούς του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, φθάνοντας σε ρήξη με τον παραδοσιακό συντηρητισμό του. Ιδεολογικά αδέσμευτος από αμφότερα κόμματα, μπορεί να παρουσιαστεί ως ένα λαϊκιστής σωτήρας, φερόμενος ως εκπρόσωπος των ιδεών του νόμου, της τάξης και του κοινού καλού. Την ίδια στιγμή, επιδεικνύει το χάρισμα ενός αυταρχικού ηγέτη, απευθύνεται στους οικονομικά μη προνομιούχους και στηρίζεται στον νεποτισμό εξαιτίας της πολιτικής του απειρίας – ένας τρόπος που μοιάζει με την ηγεσία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη τον δέκατο ένατο αιώνα.[14]

Σε ένα άρθρο του στο Brooklyn Rail από τον Μάιο του 2017, ο κοινωνιολόγος Μάικλ Μαν υπογραμμίζει τις διαφορές μεταξύ των υποστηρικτών του Τραμπ και των πραγματικών φασιστικών κινημάτων του εικοστού αιώνα στη Γερμανία και την Ιταλία. Οι παραλληλισμοί, όπως ο μιλιταρισμός του Τραμπ, οι αντιμεταναστευτικές πολιτικές, η δημαγωγική ρητορική, ξεθωριάζουν υπό το φως της ιστορικής σύγκρισης. Ακόμη και αν υπάρχει μεγάλης κλίμακας δυσφορία μεταξύ του αμερικανικού λαού σήμερα, ένας ευθύς παραλληλισμός με τη Γερμανία της Βαϊμάρης ή με την Ιταλία της δεκαετίας του 1920 δεν μπορεί να σταθεί. Δεν ζούμε εν μέσω της Μεγάλης Ύφεσης, η Αμερική δεν έχει υποστεί μαζικές απώλειες από έναν παγκόσμιο πόλεμο στο έδαφός της· συγχρόνως, η χώρα, η οποία λειτουργεί ως φιλελεύθερη δημοκρατία, διαθέτει ένα νομικό σύστημα και μια υποδομή που δεν μπορούν εύκολα να διαρρηχθούν από έναν μεγαλομανή πολιτικό, ούτε και από την κλίκα που τον ακολουθεί.[15] Αντίθετα προς τη φιλελεύθερη αντίληψη που παρουσιάζει τον Τραμπ ως αυτοκράτορα, κατά τον Ζίζεκ, η περιγραφή που του ταιριάζει καλύτερα είναι αυτή του μετριοπαθούς: « Ο Τραμπ είναι ένα παράδοξο: στην πραγματικότητα είναι ένα κεντρώος φιλελεύθερος, και ίσως σε ό,τι αφορά την οικονομική πολιτική του να πλησιάζει περισσότερο τους Δημοκρατικούς, πράγμα που επιχειρεί απεγνωσμένα να συγκαλύψει. Έτσι, η λειτουργία όλων αυτών των βρώμικων αστείων και των ανοησιών δεν είναι παρά η συγκάλυψη του γεγονότος ότι στην πραγματικότητα είναι ένας μάλλον συνηθισμένος κεντρώος πολιτικός».[16] Ενώ για την Κλίντον η μετριοπάθεια μετατράπηκε σε εμπόδιο, με αποτέλεσμα να μην καταλάβει τη δυσαρέσκεια του κόσμου, για τον Τραμπ, ο οποίος, ως Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος, ήταν αναμενόμενο να κινηθεί πάνω σε μια περισσότερο συντηρητική πλατφόρμα, μετατράπηκε σε προσόν. Χάρη στο γεγονός ότι αναφέρθηκε στις ανάγκες των απλών ανθρώπων, όπως η δημιουργία θέσεων εργασίας, η αύξηση του βασικού μισθού και η μείωση του κόστους της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, σε συνδυασμό με μια συμπεριφορά εξόχως μη τυπική για έναν συντηρητικό πολιτικό, ο Τραμπ εμφανίστηκε ως μια περισσότερο μοναδική επιλογή για τους ψηφοφόρους της μεσαίας τάξης εν συγκρίσει με τους καταφανώς αντεργατικούς Ρεπουμπλικάνους συνυποψηφίους του.[17] Αυτός είναι πιθανώς και ο λόγος για τον οποίο κέρδισε τους εκλέκτορες στην επονομαζόμενη περιοχή Rustbelt [σ.τ.μ. πρόκειται για αστικά συγκροτήματα στις αποβιομηχανοποιημένες περιοχές της Νέας Αγγλίας και των μεσοδυτικών πολιτειών των ΗΠΑ], η οποία είναι παραδοσιακά δημοκρατική και είχε υπερψηφίσει τον Μπαράκ Ομπάμα στις τελευταίες δύο εκλογές. Η Κλίντον ήταν τόσο σίγουρη ότι θα κέρδιζε σε αυτήν την περιοχή της χώρας ώστε μετά βίας πραγματοποίησε προεκλογική εκστρατεία εκεί.[18]

Η δεύτερη ομάδα επιχειρημάτων του Ζίζεκ απαιτεί μια περισσότερο ενδελεχή ανάλυση της βάσης που υποστήριξε τον Τραμπ. Σύμφωνα με τον Ζίζεκ, το μεγαλύτερο προσόν του Τραμπ είναι ακριβώς ο κακόγουστος λαϊκισμός του: Όχι μόνο θύμωσε πολλούς, αλλά επίσης απηύθυνε μια ριζική πρόκληση σε αποφασιστικά εκλεκτορικά σώματα εντός του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Η Κλίντον, από την άλλη πλευρά, κινήθηκε πάνω στο έδαφος μιας ευρείας συναίνεσης, η οποία περιλάμβανε ένα απίθανο κουβάρι διάφορων πολιτικών νημάτων, καθώς προσπάθησε να καταπνίξει τις διαφωνίες που εκφράστηκαν και οξύνθηκαν από τον Σάντερς:

Όλοι είναι εκεί, από τους τραπεζίτες της Wall Street μέχρι τους υποστηρικτές του Μπέρνι Σάντερς και τους βετεράνους του κινήματος Occupy, από τις μεγάλες εταιρείες μέχρι τα εργατικά συνδικάτα, από τους βετεράνους του στρατού ως τους ακτιβιστές του ΛΟΑΤΚΙ κινήματος, από τους οικολόγους που τρομοκρατήθηκαν από την άρνηση του Τραμπ να αναγνωρίσει το φαινόμενο του θερμοκηπίου και τις φεμινίστριες που είναι ενθουσιασμένες με την προοπτική της πρώτης γυναίκας προέδρου, μέχρι τις «αξιοπρεπείς» φιγούρες του Ρεπουμπλικανικού κατεστημένου, έντρομες από τις ασυνέπειες και τις ανεύθυνες δημαγωγικές προτάσεις του Τραμπ.[19]

Οι Τραμπ και Σάντερς προέκυψαν από την ίδια διάχυτη δυσφορία απέναντι στην κατεστημένη πολιτική, η οποία είχε καταφέρει να συγκρατήσει αυτό το ετερόκλητο σύνολο ψηφοφόρων κάτω από τη φτερούγα του κόμματος των Δημοκρατικών. Ενώ o Τραμπ χειρίστηκε αυτή τη δυσφορία μέσω ενός «δεξιού λαϊκισμού», ο Σάντερς χρησιμοποίησε ένα «αριστερό κάλεσμα για δικαιοσύνη», και θα αποτελούσε έτσι τη μοναδική διαθέσιμη επιλογή για να αποδυναμωθεί ο ισχυρισμός του Τραμπ ότι συνιστά ένα αουτσάιντερ. Το αποτέλεσμα ήταν μια κρίση στην καρδιά του πολιτικού κέντρου, το οποίο φάνηκε να περιλαμβάνει τόσο το κατεστημένο όσο και την αντιπολίτευσή του. Ο Τραμπ πόζαρε σαν δεξιός για να καταπραΰνει τη βάση του, αλλά ήταν εμφανές ότι θα κυβερνούσε σαν μετριοπαθής οπορτουνιστής. Ο Σάντερς προωθούσε μεν τον «σοσιαλισμό», αλλά οι μεταρρυθμίσεις του σχετικά με το κράτος-πρόνοιας έμοιαζαν, στην καλύτερη περίπτωση, σοσιαλδημοκρατικές. Και η Κλίντον, προσπαθώντας να είναι αρεστή σε όλους, υποσχέθηκε μια αδύναμη συνέχιση της δέσμευσης του Ομπάμα απέναντι στο στάτους κβο, παρά τις μετατοπίσεις των τεκτονικών πλακών κάτω από τα πόδια των ψηφοφόρων. Γινόμαστε έτσι μάρτυρες ενός θεάτρου πολιτικών οπτικών που μεταμφιέζει τον τρόπο που όλοι περιστρέφονται γύρω από το κέντρο.

Νοθεύοντας τις προκριματικές εκλογές για να ξεφορτωθεί τον Σάντερς,[20] το Δημοκρατικό κόμμα εξασφάλισε ότι θα συνέχιζαν την πρακτική του να οικειοποιείται αγώνες γύρω από την κουλτούρα –εναντίον του σεξισμού, του ρατσισμού κλπ– για να απορροφά τους διαφωνούντες. Έτσι θα μπορούσαν να διατηρηθούν οι θεμελιώδεις στρατηγικές του νεοφιλελευθερισμού, ακόμα και ενόψει της κρίσης του. Αυτή η στροφή σε θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης επισκιάζει το γεγονός ότι το Δημοκρατικό κόμμα έχει από καιρό εγκαταλείψει τα προσχήματα ως προς το γεγονός ότι αποτελεί «το κόμμα του λαού». Όπως διατυπώνεται εκτεταμένα από τον Τζορτζ Πάκερ σε ένα άρθρο του στον New Yorker τον Οκτώβριο του 2016, κατά τη διάρκεια της πολιτικής καριέρας της Χίλαρι Κλίντον, το Δημοκρατικό κόμμα έστρεψε την προσοχή του σε μια ποικιλόμορφη, μορφωμένη επαγγελματική τάξη, χάνοντας την εργατική του βάση.[21] Η προεδρία του συζύγου της Κλίντον, Μπιλ, σηματοδότησε μια σημαντική φάση αυτής της ιστορικής στροφής κατά την οποία οι φαινομενικές ταυτότητες των δύο κομμάτων –Ρεπουμπλικάνοι για τις επιχειρήσεις, Δημοκρατικοί για την κοινωνική πρόνοια– άρχισαν να αποσυντίθενται.

Καθώς προερχόταν από μια επαρχιακή πόλη με έντονο το εργατικό στοιχείο, ο Μπιλ Κλίντον ξεκίνησε την πολιτική σταδιοδρομία του κατά τη διάρκεια της υποψηφιότητας του Δημοκρατικού Τζορτζ ΜακΓκόβερν για την προεδρία το 1972. Στο μέτρο που η εκστρατεία του ξεκίνησε κατά τα τελευταία στάδια του πολέμου του Βιετνάμ, ο ΜακΓκόβερν πολιτεύτηκε με μια ισχυρή αντιπολεμική πλατφόρμα και κέρδισε την υποστήριξη νέων ψηφοφόρων, μειονοτήτων και ακτιβιστών. Όσο η αριστερίζουσα προσέγγισή του άγγιζε τους κοινωνικά φιλελεύθερους, τόσο αποξένωνε τους εργάτες και τροφοδοτούσε την τρέχουσα αλλαγή στην πολιτική της εργατικής τάξης. Ο μετασχηματισμός αυτός ξεκίνησε με την κρίση του Νιου Ντηλ και κορυφώθηκε το 1980, όταν ο Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος Ρόναλντ Ρήγκαν κέρδισε έναν σημαντικό αριθμό πρώην Δημοκρατικών ψηφοφόρων που ανήκαν στους χειρώνακτες της εργατικής τάξης.[22] Η δεκαετία του 1990 σφραγίστηκε από την επιτυχία των αποφοίτων Νομικής του Γέιλ, Μπιλ και Χίλαρι Κλίντον, που είχαν ανατραφεί σε οικογένειες εργατικής και μεσαίας τάξης αντιστοίχως. Ήταν αυτοδημιούργητοι, ιδεαλιστές τεχνοκράτες που προασπίζονταν «ιδέες για οικονομική μεγέθυνση φιλικές προς τις επιχειρήσεις», εναντιώνονταν στους παραδοσιακούς θεσμούς της εργατικής τάξης και υπέθεταν ότι κάθε Αμερικανός μπορεί να εμπνευστεί από τις ιδέες τους και να τους ακολουθήσει. Μέχρι τη στιγμή που η Χίλαρι Κλίντον έθεσε υποψηφιότητα για την προεδρία το 2016, οι προβλέψεις αυτές έμεναν απλώς ανεκπλήρωτες. Αντιθέτως, στις επαρχιακές και φτωχές περιοχές, οι οποίες περιλάμβαναν πολλούς ανήμπορους να εισέλθουν στην επαγγελματική τάξη, διαμορφωνόταν μια νέα ταυτότητα: η λευκή εργατική τάξη. Αγνοημένη και εξοστρακισμένη από τον επαγγελματισμό, τον ελιτισμό, και την ηθικιστική έμφαση στην εθνοτική ποικιλομορφία εκ μέρους των Δημοκρατικών –μια κατάσταση που διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της προεδρίας Ομπάμα– η λευκή εργατική τάξη αναζητούσε εναλλακτικές πολιτικές οδούς, όπως στην εποχή του Ρήγκαν.[23]

Αυτή ήταν η βάση της εκστρατείας του Τραμπ. Ο σκεπτικισμός απέναντι στις πολιτικές ταυτοτήτων, σύμφωνα με τις οποίες το χρώμα του δέρματος ή το φύλο καθορίζει τα δικαιώματα των προσώπων καθώς και τις δυνατότητές τους για δράση και λόγο, άνοιξε τον δρόμο για μια χοντροκομμένη φιγούρα όπως ο Τραμπ. Με τον σκαιό του τρόπο και την έλλειψη σεβασμού απέναντι στην πολιτική ορθότητα, εμφανίστηκε ως αυτός που λέει αλήθειες στα αγνοημένα τμήματα του πληθυσμού των ΗΠΑ, τα οποία διψούσαν για αλλαγή. Ενώ τα φιλελεύθερα ΜΜΕ δαπανούσαν τον χρόνο τους γελοιοποιώντας τα μέλη της εργατικής τάξης για τη φυλετική μνησικακία τους, την προσκόλληση στα όπλα και τη θρησκευτικότητά τους, έκανε την εμφάνισή του ένα αναμορφωμένο Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι ο Τραμπ, ένας πρώην Δημοκρατικός, κατέβηκε υποψήφιος ως Ρεπουμπλικάνος. Στο μέτρο που οι Δημοκρατικοί μεταμορφώθηκαν σε ένα κόμμα των επαγγελματιών του κατεστημένου, έγινε σαφές ότι ποτέ δεν αποτελούσαν συμμάχους της εργατικής τάξης, παρά τη ρητορική περί του αντιθέτου. Συνεπώς, οι ψηφοφόροι της λευκής εργατικής τάξης στράφηκαν στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, το οποίο υπό τη νέα του ηγεσία εμφανιζόταν σαν στασιάστρια φράξια που εξεγειρόταν «εναντίον των αλλαγών στο χρώμα και την κουλτούρα… εναντίον της παγκοσμιοποίησης.»[24] Η επί μακρόν αγνοημένη «σιωπηλή πλειοψηφία» ανταποκρίθηκε με μνημειώδη ενθουσιασμό και στήριξε έναν υποψήφιο που της υποσχόταν μια Αμερική στην οποία οι εργαζόμενοι θα μπορούσαν να διασφαλίσουν μια σταθερή μεσοαστική ζωή για τις οικογένειές τους. Το σύνθημα του Τραμπ «Να κάνουμε την Αμερική σπουδαία ξανά» –παρότι απλοϊκό σε μια πρώτη ματιά– τροφοδότησε ακριβώς αυτές τις ελπίδες: το επίρρημα «ξανά» καταδεικνύει την επιθυμία επιστροφής σε καλύτερους καιρούς. Το ρήμα «να κάνουμε» αποτελεί ισχυρό κάλεσμα για δράση. Η προεκλογική του εκστρατεία διεπόταν από την επίκληση σε μια αμερικανική αναδιάταξη, την οποία δεν μπορούσαν να εκφράσουν ούτε ο Ομπάμα με το σύνθημα του 2008 «Ναι, μπορούμε», ούτε η Κλίντον με την έωλη απάντησή της στον Τραμπ «Είμαστε σπουδαίοι επειδή είμαστε καλοί». Οι υποσχέσεις του Τραμπ για επιστροφή στις ΗΠΑ των θέσεων εργασίας στον κατασκευαστικό τομέα και για αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής, προσέδωσαν στο νέο αυτό λαϊκιστικό κίνημα μια εθνικιστική χροιά. Η λαϊκιστική Δεξιά γίνεται η φωνή που εκφράζει τη δυσαρέσκεια των ανθρώπων στο μέτρο που ο νεοφιλελευθερισμός έχει μετατραπεί σε κατεστημένο, και μια Αριστερά σε διεθνιστική βάση είναι είτε ανύπαρκτη είτε αποτυγχάνει να δημιουργήσει μια βιώσιμη πολιτική εναλλακτική. Εντωμεταξύ, εφησυχασμένοι, οι Δημοκρατικοί συνεχίζουν να κατηγορούν τους εργάτες ως υπαίτιους των δεινών τους, αντί να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα αυτά ως προϊόντα αποτυχημένων πολιτικών. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι αρνήθηκαν να δουν την επερχόμενη καταστροφή στο πρόσωπο του Τραμπ.[25]

Επιπρόσθετα, οι Δημοκρατικοί και οι υποστηρικτές τους χλεύαζαν τον ίδιο τον Τραμπ, τον οποίο τα δικά τους ΜΜΕ αντιμετώπιζαν με δριμύτητα, ευθύς εξαρχής ως παρία. Όμως, η αποστροφή του κατεστημένου προς την αντιελιτίστικη προπαγάνδα του Τραμπ –η κατακεραύνωση του «λαϊκισμού», της πολιτικής απειρίας και της συμπεριφοράς του – αποδείχθηκε αντιπαραγωγική ως στρατηγική. Η αντίδραση των ΜΜΕ των ελίτ απλά επιβεβαίωσε την αποτελεσματικότητα της προσέγγισης του Τραμπ και ισχυροποίησε το μήνυμά του. Όσο περισσότερο τον γελοιοποιούσαν τα κατεστημένα ΜΜΕ, τόσο περισσότερο αρεστός γινόταν στους απλούς πολίτες, οι οποίοι είχαν ήδη νιώσει την απόρριψη από τη φιλελεύθερη Αμερική. Εξέλαβαν τις προσβολές ωσάν να αφορούσαν τους ίδιους και περήφανα τις υιοθέτησαν ως δικά τους χαρακτηριστικά.[26]

Οι δημοσκοπήσεις επιβεβαιώνουν το εκλογικό χάσμα μεταξύ των κατά βάση φιλελεύθερων, ανώτατης εκπαίδευσης Αμερικάνων και των πολιτών χωρίς πανεπιστημιακά πτυχία. Η έρευνα του Pew Research Center αποκαλύπτει το μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ των πτυχιούχων πανεπιστημίου και των απλών πτυχιούχων ήδη από το 1980: οι πρώτοι στήριξαν ως επί το πλείστον Κλίντον, ενώ οι δεύτεροι κυρίως Τραμπ. Αντιθέτως, η φυλή και το φύλο δεν έπαιξαν τον ρόλο που περίμεναν οι αναλυτές των ΜΜΕ.[27] Όπως καταδεικνύει το εκλογικό αποτέλεσμα, οι περισσότεροι από τους ψηφοφόρους του Τραμπ είναι απλώς Ρεπουμπλικάνοι που υποστήριξαν των υποψήφιο του κόμματός τους. Αλλά υπάρχουν και οι ψηφοφόροι που μετακινήθηκαν μεταξύ Σάντερς και Τραμπ. Το 20% των συνήθως πιστών οπαδών των Δημοκρατικών διαβεβαίωνε τον Ιανουάριο του 2016 ότι ο Τραμπ ήταν η επόμενη επιλογή τους μετά τον Σάντερς, για τον απλό λόγο ότι οι συγκεκριμένοι υποψήφιοι αναδείκνυαν τα προβλήματά τους σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι οι πολιτικοί του κατεστημένου.[28] Ένα γκάλοπ από τον Σεπτέμβριο του 2016 αποκαλύπτει ότι οι ψηφοφόροι του Τραμπ δεν είναι αναγκαστικά οι φτωχότεροι αλλά ότι «τείνουν να είναι λιγότερο μορφωμένοι, με χειρότερη υγεία, και με λιγότερη αυτοπεποίθηση για το μέλλον των παιδιών τους… Τους λείπει περισσότερο το κοινωνικό κεφάλαιο παρά το οικονομικό».[29] Με μαρξιστικούς όρους, θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ως πιθανοί συμμετέχοντες σε μια εργατική πρωτοπορία, το προλεταριακό στρώμα της κοινωνίας που κρύβει επαναστατικές δυνατότητες και θα μπορούσε να οργανωθεί σε ένα αμερικανικό σοσιαλιστικό κόμμα. Ξεκάθαρα, δεν αποτελούν τους πλέον εξαθλιωμένους, εκείνους που ο Καρλ Μαρξ αποκαλούσε «λούμπεν προλεταριάτο» και ο Λέον Τρότσκι θεωρούσε ως επιρρεπείς σε φασιστικές ιδεολογίες.[30] Ή, όπως σημειώνει ο Ζίζεκ, «αυτός ο πυρήνας απορρίπτεται από τους φιλελεύθερους ως “λευκά σκουπίδια” – αλλά δεν είναι ακριβώς αυτοί που πρέπει να ενστερνιστούν τη ριζοσπαστική αριστερή υπόθεση»;[31] Ωστόσο, η πικρή αλήθεια είναι πως σε ένα πολιτικό και ιστορικό κλίμα που αποτρέπει την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης, η δυσαρέσκεια των ανθρώπων αυτών έφερε στο προσκήνιο απλώς μια νέα ταυτότητα, αυτήν της λευκής εργατικής τάξης. Διαχώρισαν τη θέση τους από τα έγχρωμα μέλη της ίδιας οικονομικής τάξης, με τα οποία θα μπορούσαν να είναι σύντροφοι και συντρόφισσες, και εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στον κατάλληλο πολιτικό υποψήφιο που επιτέλους θα ανταποκρινόταν στις εκκλήσεις τους, αντί να οργανωθούν ανεξάρτητα. Όταν οποιαδήποτε αλλαγή, ακόμα και αν είναι επισφαλής, απροσδιόριστη και τρομακτική, θεωρείται προτιμότερη από τη μη αλλαγή, ενώ μια αριστερή εναλλακτική δεν είναι διαθέσιμη, ένας σόουμαν σαν τον Τραμπ εκλέγεται πρόεδρος. Δεν αποτελεί την αιτία, αλλά το σύμπτωμα της αδυναμίας της αμερικανικής πολιτικής, την έκφραση μιας κρίσης.

Επιπλέον, ενώ ένα μέρος των εργατών ψηφοφόρων μπορεί να έχει γοητευτεί από τη ρητορική του Τραμπ, η μεγάλη πλειοψηφία νιώθει βαθιά απογοητευμένη με όλες τις διαθέσιμες πολιτικές επιλογές. O Τζορτζ Πάκερ περιγράφει πώς ήρθε αντιμέτωπος με την απελπισία και την αποξένωση των εργαζόμενων κατά τη διάρκεια της επίσκεψης σε μια αγροτική πόλη νότια της Τάμπα, στo αποκορύφωμα της οικονομικής κρίσης του 2008. Έχοντας χάσει τα λίγα που είχαν και με συσσωρευμένα χρέη που δεν θα μπορούσαν να αποπληρώσουν όσο ζουν, αισθάνονταν ότι η αμερικανική κυβέρνηση είναι διεφθαρμένη και απρόσιτη. Όταν οχτώ χρόνια αργότερα ο Πάκερ ρώτησε τους ίδιους ανθρώπους ποιον υποστήριζαν στις εκλογές του 2016, ένας από αυτούς με το όνομα Μαρκ Φρίσμπι απάντησε: «Υπάρχει η επιλογή της απάντησης “τίποτε από τα παραπάνω”;» Ούτε η δημοκρατική Κλίντον ούτε ο Ρεπουμπλικάνος Τραμπ ήταν αξιόπιστοι υποψήφιοι για αυτόν.[32] Και τα δύο κόμματα φαίνονταν να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των ισχυρών και των πλουσίων, πολεμώντας για την υποστήριξη των εταιριών και αποτυγχάνοντας να σταθούν στο πλευρό του απλού ανθρώπου.

Για τον Ζίζεκ, μια απάντηση όπως αυτή του Φρίσμπι είναι η καταλληλότερη στο δεδομένο πολιτικό κλίμα. Στην υποστήριξη του Τραμπ ο Ζίζεκ αντιτάσσει την αποχή από τις εκλογές. Όσο συνεχίζεται η εμπλοκή με το κατεστημένο μέσω της συμμετοχής στις εκλογές, οι γνώμες μας μπορεί να επηρεάζονται από αυτό, και το σύστημα στο οποίο προσπαθούμε να αντιτεθούμε μπορεί τελικά να βγαίνει κερδισμένο. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποχή από την επιλογή μεταξύ δύο εναλλακτικών δεξιάς πολιτικής αποτελεί μια έγκυρη πολιτική παρέμβαση. Ωστόσο, η αποχή αυτή πρέπει να είναι μια συνειδητή πράξη διαμαρτυρίας και όχι μια ένδειξη αδυναμίας και παραίτησης. Με άλλα λόγια, πρέπει να ενσωματώνεται σε μια πολιτική και κινηματική οργάνωση της Αριστεράς.[33] Παράλληλα, ο Ζίζεκ τάσσεται υπέρ της προεδρίας Τραμπ, τον οποίο μάλιστα αποκαλεί «απόβρασμα», για τον απλό λόγο ότι αντιπροσωπεύει μια μικρή πιθανότητα αλλαγής και ενδεχομένως προσφέρει έναν δρόμο, αν και έμμεσο, για τη διαμόρφωση ενός «χειραφετητικού σχεδίου». O Τραμπ ενσαρκώνει την άθλια κατάσταση της αμερικανικής πολιτικής, συγκεκριμενοποιεί την προβληματικότητά της και εμφανίζεται ως ο μοναδικός αυτουργός της. Η αποκάλυψη όλων όσα δεν σταθήκαμε ικανοί να αναγνωρίσουμε υπό αυτό το πρίσμα είναι η πραγματική πηγή του τρόμου καθώς και η αληθινή ευκαιρία του καθεστώτος Τραμπ.

Αυτές οι δυνατότητες για πραγματικό κοινωνικο-πολιτικό μετασχηματισμό, και όχι οι δεξιόστροφες πολιτικές του τάσεις, πυροδοτούν την οργή των φιλελεύθερων έναντι του Τραμπ. Διότι υπό την κυριαρχία του καπιταλισμού έχουμε χάσει την ικανότητα να σκεφτόμαστε σε μια κλίμακα που θα επέτρεπε τον ριζικό μετασχηματισμό. Συνεπώς, οι πραγματικές αλλαγές μοιάζουν ασύλληπτες, εξαιρετικά τρομακτικές για να τις αναλογιστούμε. Σε αυτό το ανισόρροπο σύστημα οποιαδήποτε δραστηριότητα, οποιαδήποτε διαμαρτυρία, οποιοδήποτε μποϊκοτάρισμα καταλήγει σε αυτό που ο Ζίζεκ, απηχώντας τον Τέοντορ Αντόρνο, αποκαλεί «ψευδο-δραστηριότητα», ψευδεπίγραφη εναντίωση που αποτυγχάνει να οδηγήσει σε πραγματική πολιτική αλλαγή. Πρέπει με κάθε κόστος να αποφύγουμε αυτήν την αδράνεια που συγκαλύπτεται στη φράση “κάτι κάνουμε” και να εφαρμόσουμε την αποχή ως ένα διαλεκτικό αντίμετρο στην ψευδή πράξη. Η μεγαλύτερη παγίδα, ωστόσο, θα ήταν να θεωρήσουμε την Κλίντον ως το «μικρότερο κακό» και να την ψηφίσουμε από φόβο. Ο Ζίζεκ μας προειδοποιεί ότι η υστερία μας για τον Τραμπ οδηγεί στην εξιδανίκευση των Δημοκρατικών, οι οποίοι στην πραγματικότητα είναι εξίσου διεφθαρμένοι και μικρή σχέση έχουν με την Αριστερά, ενδυναμώνοντας ακολούθως το στάτους κβο και συνεχίζοντας την αποδυνάμωση των εργαζόμενων. Συνεπώς, εάν πρέπει να ψηφίσουμε, θα ήταν καλύτερα να ψηφίσουμε υπέρ του Τραμπ.[34]

Ο Ζίζεκ παρέμεινε σχετικά σιωπηλός στην ταραχώδη μετεκλογική περίοδο. Ένα άρθρο πάνω σε αυτό το θέμα δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2017 στο περιοδικό The Philosophical Salon, γεγονός που μοιάζει ήδη πολύ πίσω στον χρόνο. Σε ένα δεύτερο άρθρο ο Ζίζεκ οικτίρει την αντίδραση των Δημοκρατικών στο εκλογικό αποτέλεσμα, στον βαθμό που είναι είτε πανικόβλητη είτε αυτάρεσκη. Παραλληλίζει την εν λόγω αντίδραση με αυτήν του πολωνικού PiS (το δεξιό λαϊκιστικό κόμμα εξουσίας), το οποίο επιδίδεται σε μέτρα κατά της λιτότητας και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των φτωχών με εθνικιστικό τρόπο, ενώ η επονομαζόμενη Αριστερά θα είχε εφαρμόσει πολιτική λιτότητας υπό τον μανδύα του κοσμοπολιτισμού. Τι θα γινόταν, αναρωτιέται ο Ζίζεκ, εάν ο Τραμπ υιοθετούσε αντίστοιχη τακτική;[35] Άλλωστε, το τελικό σποτ της προεκλογικής εκστρατείας του, όπως και ο επινίκιος λόγος του, εμπεριέχουν στοιχεία λαϊκισμού τύπου Μπέρνι Σάντερς, αν βέβαια παραβλεφθούν τα στοιχεία που αφορούν τον εθνικισμό, την παράνομη μετανάστευση, όπως σημειώνει ο Ταντ Τίτζε σε άρθρο του στο μπλογκ Left Flank τον Νοέμβριο του 2016.[36] Επιπλέον, ενώ υπήρχαν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των προεκλογικών πολιτικών του και των αντίστοιχων του Σάντερς, μπορούν να ανευρεθούν κοινά σημεία σε ό,τι αφορά τον επανασχεδιασμό των υποδομών, την εφαρμογή του δίκαιου εμπορίου και τη διατήρηση της κοινωνικής ασφάλειας.[37] Αν ο Τραμπ θα έχει την ευκαιρία να εφαρμόσει αυτά τα σχέδια –υποθέτοντας ότι είναι αληθή– είναι κάτι που μένει να φανεί. Λαμβάνοντας υπόψη τη δυσαρέσκεια που έχει προκαλέσει η σκληρή ταξιδιωτική απαγόρευση που εφάρμοσε, την εμφανή υποστήριξη μιας αντιδραστικής Ρεπουμπλικανικής μεταρρύθμισης του συστήματος υγείας και την αιφνίδια απόλυση του επικεφαλής του FBI, Τζέιμς Kόουμι, αυτό μοιάζει εξαιρετικά απίθανο. Αλλά είναι επίσης πολύ νωρίς για να εκτιμηθούν οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις που θα έχει η εκλογή μιας φιγούρας όπως ο Τραμπ –μια έντονα προσωποποιημένη εκδήλωση της κρίσης του νεοφιλελευθερισμού– στην Αμερική και στην παγκόσμια πολιτική.

Προς το παρόν, θα ήταν ίσως συνετό να ακολουθήσει κανείς την προτροπή του Ζίζεκ στο άρθρο του στο The Philosophical Salon: αναστοχασμός. Τονίζει τη διαφορά μεταξύ φόβου, ο οποίος εστιάζει στην απειλή της προσωπικής ταυτότητας από ένα εξωτερικό αντικείμενο, και άγχους, το οποίο λειτουργεί μέσω της ενδοσκόπησης και μπορεί έτσι να οδηγήσει σε αυτοπαρατήρηση. Υπό τις παρούσες πολιτικές συνθήκες, τόσο η ξενοφοβία εκ μέρους της Δεξιάς όσο και ο τρόμος της αλλαγής εκ μέρους της Αριστεράς είναι προϊόντα του φόβου. Αντ’ αυτού, ο Ζίζεκ μας ζητά να μελετήσουμε προσεκτικά τις ταυτότητες που πασχίζουμε να διαφυλάξουμε. Εφόσον οι Δημοκρατικοί δεν είναι μία φιλελεύθερη φιλοεργατική συμμαχία, και η διάσπαση των Ρεπουμπλικάνων φαίνεται βέβαιη υπό την πίεση της προεδρίας Τραμπ, το κοινοβουλευτικό σύστημα βρίσκεται σε κρίση, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη συγκρότηση ενός εναλλακτικού, αριστερού πολιτικού κόμματος. Αν η Αμερική είναι ένα μονοκομματικό κράτος με δύο δεξιές συνιστώσες, όπως συνήθιζε να λέει ο Γκορ Βιντάλ, γιατί να μην ενοποιήσουμε τις δύο αυτές συνιστώσες και να δημιουργήσουμε ένα γνήσιο δικομματικό σύστημα; Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να θυμηθούμε ότι ο Μπιλ Κλίντον υπέγραψε το Ποινικό Νομοσχέδιο του 1994 (που οδήγησε σε μαζικές φυλακίσεις Αφροαμερικανών[38]), ότι με το σύστημα υγείας που εισήγαγε ο Obama [Obamacare] 33 εκατομμύρια άνθρωποι έμειναν ανασφάλιστοι και 21% των ασφαλισμένων κατηγοριοποιήθηκαν ως υποασφαλισμένοι,[39] και ότι τα επτά μουσουλμανικά κράτη για τα οποία ο Τραμπ επέβαλε προσωρινή απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ είχαν ήδη επιλεγεί κατά τη διάρκεια της προεδρίας Ομπάμα.[40] Αξίζει επίσης να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τα σημεία στα οποία ο Τραμπ έδινε έμφαση κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του: ότι το κομματικό πολιτικό σύστημα είναι «στημένο»,[41] ότι τα ποσοστά συμμετοχής των εργαζόμενων είναι τραγικά χαμηλά και ότι η πολιτική τάξη συνολικά είναι απελπιστικά ανίκανη και εκτός πραγματικότητας. Η πολιτική της πολυπολιτισμικότητας αποδεικνύεται ως το σχέδιο μιας κοσμοπολίτικης ελίτ και ως ζήτημα που απασχολεί τα τμήματα διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού. Καθώς οι συνθήκες διαβίωσης των πολλών δεν βελτιώνονται ή πολύ περισσότερο επιδεινώνονται, οφείλουμε να αναρωτηθούμε πάνω στις υπάρχουσες κατηγοριοποιήσεις και να αναζωογονήσουμε δυνητικά μια πολιτική βασισμένη στην τάξη, η οποία βρίσκει απήχηση στη μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικάνων. Άλλωστε, κατά τη διάρκεια των οκτώ ετών της προεδρίας Ομπάμα, η κατάσταση των Αφροαμερικανών δεν κατάφερα να βελτιωθεί, ενώ σημειώθηκε το υψηλότερο ποσοστό απελάσεων.[42]

Αν η αρχή της πολιτικής ορθότητας δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά την αστυνόμευση της γλώσσας, και τα επιτεύγματα της Αριστεράς πανηγυρίζονται ως «αλλαγή της συζήτησης», όπως συνέβη με το 99% του κινήματος Occupy Wall Street ή με τον εκ μέρους του Σάντερς αποστιγματισμό της λέξης «σοσιαλισμός» στον δημόσιο λόγο, τότε βάζουμε τον πήχη πολύ χαμηλά. Ας ρίξουμε μια ματιά, για παράδειγμα, στο κίνημα Women' s March που έτυχε ευρείας επιδοκιμασίας και έλαβε χώρα στην Ουάσιγκτον στις 21 Ιανουαρίου, μία μέρα μετά την ορκωμοσία του Τραμπ. Τα κύρια αντικείμενα συζήτησης ήταν ζητήματα φυλής και φύλου σε σχέση με τα προνόμια των λευκών ανδρών, τα οποία φαίνεται να προσωποποιεί ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ, ενώ απουσίαζαν αιτήματα που θα αφορούσαν όλους τους εργαζόμενους ανεξαρτήτως υποβάθρου, όπως το σύστημα υγείας, φροντίδας των παιδιών και οι γονικές άδειες – αιτήματα που θα είχαν προσδώσει πολιτική σημασία στην πορεία.[43] Τι κάνει αυτός ο συνασπισμός πολιτικά ασύνδετων ομάδων, καθώς σέρνεται πίσω από τους Δημοκρατικούς, αν όχι ψευδο-δραστηριότητα;

Η κοινωνική αλλαγή μπορεί να καταστεί πιθανή μόνο αν αναστοχαστούμε, αντί να κρυβόμαστε πίσω από τον φόβο της αλλαγής ή τον φόβο ενός εγωπαθούς προέδρου, αντί να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον σωστό υποψήφιο των Δημοκρατικών. Αυτόν τον προσανατολισμό –αν και κάπως ιδεαλιστικά– προτείνει ο Ζίζεκ. Αν θέλουμε να είμαστε κριτικοί απέναντι στον Τραμπ, πρέπει να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο ανήλθε στην εξουσία και να μελετήσουμε τις δυνάμεις που τον υποστήριξαν, ώστε να αντιπαρατεθούμε τόσο σε αυτόν όσο και στις κοινωνικές δομές που του επέτρεψαν να λάβει την εξουσία. Πρέπει να αναγνωρίσουμε και να χρησιμοποιήσουμε τα αισθήματα του κόσμου που στρέφονται ενάντια στο κατεστημένο, αντί να τα απορρίπτουμε ως ρατσιστικά παραληρήματα κάποιων «λευκών σκουπιδιών», ενώ παράλληλα οφείλουμε να καταπολεμούμε την ψευδαίσθηση ότι οι Δημοκρατικοί εκπροσωπούν τις γυναίκες και τις μειονότητες. Κυρίως, όμως, πρέπει να κάνουμε βήματα πέρα από την ενδοσκόπηση και να κάνουμε ριζική αυτοκριτική της ιστορίας μας, της ιστορίας της Αριστεράς, έτσι ώστε να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας και να μάθουμε πώς θα τα υπερβούμε με οργανωμένο τρόπο. Ο ελπιδοφόρος πεσιμισμός του Ζίζεκ προϋποθέτει ότι η Αριστερά –όπως είναι αδρανής, απολιθωμένη και αποσβολωμένη από τις πολιτικές ταυτοτήτων– μπορεί να αφυπνιστεί για να αναμετρηθεί με τα βαθύτερα πάθη, συνεπώς και τις σημαντικότερες προοπτικές, των εργαζόμενων. Ωστόσο, αν αυτό μπορεί να επιτευχθεί σε μια κοινωνία στην οποία τα όρια του πολιτικού φάσματος συσκοτίζονται διαρκώς και η ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης έχει γίνει σχεδόν αδύνατη, αποτελεί κεφάλαιο ενός βιβλίου που μένει να γραφεί.

 

[1] Ippolit Belinski, “Slavoj Žižek would vote for Trump,” YouTube, 1:52 mins, November 3, 2016: https://www.youtube.com/watch?v=b4vHSiotAFA

[2] Conor Lynch, “ Donald Trump is an actual fascist: What his surging popularity says about the GOP base,” Salon, July 25, 2015: http://www.salon.com/2015/07/25/donald_trump_is_an_actual_fascist_what_his_surging_popularity_says_about_the_gop_base

[3] M. Dov Kent, “Donald Trump's bigotry against Muslims has safety implications we can't ignore,” The Guardian, November 20, 2015: https://www.theguardian.com/commentisfree/2015/nov/20/donald-trump-bigotry-has-real-safety-implications

[4] Nadia Khomami, “Donald's misogyny problem: How Trump has repeatedly targeted women,” The Guardian, October 8, 2016: https://www.theguardian.com/us-news/2016/oct/08/trumps-misogyny-problem-how-donald-has-repeatedly-targeted-women

[5] Socialist Worker-Year of the Renegades, Socialist Worker, January 21, 2016: http://socialistworker.org/2016/01/21/year-of-the-renegades

[6] Alexandra Rosenmann, “Noam Chomsky Drops Truth Bomb on Trump’s Election,” Alternet, November 25, 2016: http://www.alternet.org/election-2016/post-election-noam-chomsky-drops-trump-bomb-trump-voters-wanting-shake-systempost

[7] Hamid Dabashi, “Why Chomsky and Žižek are Wrong on the US Elections,” Al Jazeera, November 30, 2016: http://www.aljazeera.com/indepth/opinion/2016/11/chomsky-zizek-wrong-elections-161129090634539.html

[8] Andre Damon, “The idiot speaks: Slavoj Žižek endorses Donald Trump,” World Socialist Web Site, November 9, 2016: https://www.wsws.org/en/articles/2016/11/09/zize-n09.html

[9] Alex Shephard, (2016) Minutes, New Republic: https://newrepublic.com/minutes/134505/slavoj-zizeks-take-donald-trump-zizek-y

[10] Ian Steinman, “From Farce to Tragedy: Žižek endorses Trump,” Left Voice, November 4, 2016: http://www.Leftvoice.org/From-Farce-to-Tragedy-Žižek-Endorses-Trump

[11] Lucas Nolan, “Left-Wing Philosopher Slavoj Žižek: ‘I would vote for Trump,’” Breitbart, November 4, 2016: http://www.breitbart.com/2016-presidential-race/2016/11/04/left-wing-philosopher-slavoj-zizek-i-would-vote-for-trump/

[12] Deutsches Haus, “Slavoj Žižek—Racial Enjoyments: What the Liberal Left Doesn’t Want to Hear,” YouTube, 1:50:10 mins, January 5, 2017: https://www.youtube.com/watch?v=7lrU_ZX15C8

[13] Daniel Lazare, “Is Trump a Fascist,” Jacobin, December 15, 2015: https://www.jacobinmag.com/2015/12/donald-trump-fascism-islamophobia-nativism

[14] Karl Marx, The Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte, trans. Daniel de Leon (Digireads 2012).

[15] Michael Mann, “Is Donald Trump a Fascist?” Brooklyn Rail, (May 2016): 105.

[16] Marcus Browne, “Slavoj Žižek: 'Trump is really a centrist liberal,'” The Guardian, April 28, 2016: https://www.theguardian.com/books/2016/apr/28/slavoj-zizek-donald-trump-is-really-a-centrist-liberal

[17] Nikos Malliaris, “Freedom from progress: Donald Trump, Christopher Lasch, and a Left in fear of America,” The Platypus Review, March, 2017: https://platypus1917.org/2017/03/06/freedom-progress-donald-trump-christopher-lasch-left-fear-america/

[18] Tad Tietze, “A few thoughts on the Trump victory and the Left,” Left Flank, November 10, 2016: https://left-flank.org/2016/11/10/a-few-thoughts-on-the-trump-victory-and-the-left

[19] Slavoj Žižek, “Clinton, Trump and the Triumph of Global Capitalism,” In These Times, August 24, 2016: http://inthesetimes.com/article/19410/clinton-trump-and-the-triumph-of-ideology

[20] Glenn Greenwald, “Tom Perez Apologizes for Telling the Truth, Showing Why Democrats’ Flaws Urgently Need Attention,” The Intercept, February 9, 2017: https://theintercept.com/2017/02/09/tom-perez-apologizes-for-telling-the-truth-showing-why-democrats-flaws-urgently-need-attention/

[21] George Packer, “Hillary Clinton and the Populist Revolt,” The New Yorker, October 31, 2016: http://www.newyorker.com/magazine/2016/10/31/hillary-clinton-and-the-populist-revolt

[22] See Jefferson Cowie, Stayin’ Alive (New York: The New Press, 2010), 6-18.

[23] George Packer, “Hillary Clinton and the Populist Revolt,” The New Yorker, October 31, 2016: http://www.newyorker.com/magazine/2016/10/31/hillary-clinton-and-the-populist-revolt

[24] Στο ίδιο.

[25] Thomas Frank, “The Democrats' Davos ideology won't win back the midwest,” The Guardian, April 27, 2017:

https://www.theguardian.com/commentisfree/2017/apr/27/democratic-party-2018-races-midwest-populism-trump

[26] Slavoj Žižek, “Donald Trump’s Topsy-Turvy World,” The Philosophical Salon, January 16, 2017: http://thephilosophicalsalon.com/donald-trumps-topsy-turvy-world

[27] Alec Tyson and Shiva Maniam, “Behind Trump’s victory: Divisions by race, gender, education,” Pew Research Center, November 9, 2016: http://www.pewresearch.org/fact-tank/2016/11/09/behind-trumps-victory-divisions-by-race-gender-education

[28] Elizabeth Bruening, “What Explains the Trump-Sanders Crossover Vote?” The New Republic, January 12, 2016: https://newrepublic.com/article/127442/explains-trump-sanders-crossover-vote

[29] George Packer, “Hillary Clinton and the Populist Revolt,” The New Yorker, October 31, 2016: http://www.newyorker.com/magazine/2016/10/31/hillary-clinton-and-the-populist-revolt

[30] Leon Trotsky, “How Mussolini Triumphed,” What Next? Vital Question for the German Proletariat, 1932: https://www.marxists.org/archive/trotsky/works/1944/1944-fas.htm - p2

[31] Slavoj Žižek, “Up for Debate: The Lesser Evil,” In These Times, November 6, 2016: http://inthesetimes.com/features/zizek_clinton_trump_lesser_evil.html

[32] George Packer, “Hillary Clinton and the Populist Revolt,” The New Yorker, October 31, 2016: http://www.newyorker.com/magazine/2016/10/31/hillary-clinton-and-the-populist-revolt

[33] Slavoj Žižek, “Why bother to vote?” The Guardian, September 29, 2007: https://www.theguardian.com/theobserver/2007/sep/30/featuresreview.review11

[34] Slavoj Žižek, “Up for Debate: The Lesser Evil,” In These Times, November 6, 2016: http://inthesetimes.com/features/zizek_clinton_trump_lesser_evil.html

[35] Slavoj Žižek, “Donald Trump’s Topsy-Turvy World,” The Philosophical Salon, January 16, 2017: http://thephilosophicalsalon.com/donald-trumps-topsy-turvy-world/

[36] Tad Tietze, “A few thoughts on the Trump victory and the Left,” Left Flank, November 10, 2016: https://left-flank.org/2016/11/10/a-few-thoughts-on-the-trump-victory-and-the-left

[37] Tamara Keith, “5 Ways Bernie Sanders and Donald Trump Are More Alike Than You Think,” NPR Politics, February 8, 2016: http://www.npr.org/2016/02/08/465974199/what-do-sanders-and-trump-have-in-common-more-than-you-think

[38] Robert Farley, “Bill Clinton and the 1994 Crime Bill,” Fact Check, April 12, 2016: http://www.factcheck.org/2016/04/bill-clinton-and-the-1994-crime-bill

[39] “Background Fact Sheet Beyond the Affordable Care Act: A Physicians’ Proposal for Single-Payer Health Care Reform,” American Journal of Public Health, June 2016.

[40] Tom Kertscher, “Were the 7 nations identified in Donald Trump's travel ban named by Barack Obama as terror hotbeds?” Politifact Wisconsin, February 7, 2017: http://www.politifact.com/wisconsin/statements/2017/feb/07/reince-priebus/were-7-nations-identified-donald-trumps-travel-ban

[41] “Trump: 'Our system is rigged,'” Chicago Tribune, October 13, 2016: http://www.chicagotribune.com/news/91719444-132.html

[42] Serena Marshall, “Obama Has Deported More People Than Any Other President,” ABC News, August 29, 2016: http://abcnews.go.com/Politics/obamas-deportation-policy-numbers/story?id=41715661

[43] Farah Stockman, “Women’s March on Washington Opens Contentious Dialogues About Race,” The New York Times, January 9, 2017: https://www.nytimes.com/2017/01/09/us/womens-march-on-washington-opens-contentious-dialogues-about-race.html

12/5/2017- Νομική Α.Π.Θ.

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Σαράντα χρόνια μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973 και την ανατροπή του συστήματος ισοτιμιών του Μπρέττον Γουντς, η Αριστερά εξακολουθεί να ρίχνει όλο το βάρος της στην αναχαίτιση ή την επιβράδυνση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού – της σύναψης διεθνών εμπορικών συμφωνιών, της ελεύθερης κίνησης κεφαλαίου και εργασίας, καθώς και της λιτότητας. Μία σειρά φαινομένων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, το Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ, η Αραβική Άνοιξη, οι διαμαρτυρίες ενάντια στα μέτρα λιτότητας, η υποψηφιότητα του Μπέρνι Σάντερς και η ανάληψη της ηγεσίας του Εργατικού Κόμματος Μεγάλης Βρετανίας από τον Τζέρεμι Κόρμπιν δεν εμπόδισαν την τρέχουσα κρίση του νεοφιλελευθερισμού να βρει έκφραση στη Δεξιά, μέσω του Ούκιπ (UKIP), του Μπρέξιτ, της στροφής του Συντηρητικού Κόμματος Μεγάλης Βρετανίας στην εργατική τάξη και της πρόσφατης εκλογής του Ντόναλντ Τραμπ. Η παλιά νεοφιλελεύθερη σύμπνοια καταρρέει, η αλλαγή βρίσκεται προ των πυλών. Η περιβόητη φράση της Μάργκαρετ Θάτσερ «Δεν υπάρχει εναλλακτική» (ΤΙΝΑ) φαίνεται να διαψεύδεται από την ίδια την ανάγκη του καπιταλισμού να ξεπεράσει την κρίση του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες προσφέρεται η δυνατότητα στην Αριστερά να επανεπεξεργαστεί τη συνολική της στρατηγική και να επαναδιατυπώσει το αίτημα για σοσιαλισμό. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να διερευνηθούν οι απελευθερωτικές δυνατότητες που ενδεχομένως ξεπηδούν από την τρέχουσα κρίση. Για να μπορέσει κάτι τέτοιο να συμβεί, πρέπει μάλλον να ξεκινήσουμε από το ακόλουθο ερώτημα: Σε τι συνίσταται η κρίση του νεοφιλελευθερισμού;

Τη δεκαετία του 1960 η Αριστερά ήρθε αντιμέτωπη με μία σειρά από πολιτικοκοινωνικές κρίσεις σε μια περίοδο πλήρους απασχόλησης και οικονομικής ανάπτυξης. Παίρνοντας αποστάσεις από την κυρίαρχη «σοσιαλιστική» πολιτική που είχε σε μεγάλο βαθμό συνδεθεί με την ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας στις βιομηχανοποιημένες καπιταλιστικές χώρες, ένα τμήμα της Αριστεράς αμφισβήτησε τις κυρίαρχες τάσεις του κεϋνσιανισμού και του φορντισμού, αντιτάσσοντας τη συλλογική οργάνωση στη βάση μιας διευρυμένης ατομικής και κοινωνικής ανεξαρτησίας από το κράτος. Ενάντια στις κεϋνσιανές οικονομικές διεκδικήσεις, ένα άλλο τμήμα της Αριστεράς υποστήριξε την προσπάθεια της Δεξιάς για ενσωμάτωση των μέχρι πρότινος καταπιεσμένων ομάδων και ταυτοτήτων στη διευθυντική τάξη του εταιρικού καπιταλισμού. Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα, όλες αυτές οι επιδιώξεις εκφράστηκαν πολιτικά από τη Δεξιά, η οποία, στο όνομα της «ελευθερίας», διαμόρφωσε και προώθησε το μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού.
Από τη μία πλευρά, υπάρχουν ερμηνείες που περιγράφουν αυτήν τη φάση του καπιταλισμού ως μια συνέχεια του μεταπολεμικού φορντικού κράτους, π.χ. η σύλληψη του «ύστερου καπιταλισμού» από τον Ερνέστ Μαντέλ και η ιδέα του «μεταφορντισμού» από τον Ντέιβιντ Χάρβεϊ. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ερμηνείες που αντιτίθενται στον νεοφιλελευθερισμό μέσα από την υπεράσπιση του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας και την επίθεση ενάντια στη λιτότητα και την παγκοσμιοποίηση. Το πρόβλημα που προκύπτει αφορά τόσο τη συνέχεια του ίδιου του καπιταλισμού στη φάση του νεοφιλελευθερισμού, όσο και τα πρακτικά καθήκοντα που τίθενται από κάθε πολιτική αξιολόγηση της κατάστασης.

Με ποιον τρόπο μπορεί η Αριστερά να εκμεταλλευτεί την προσπάθεια του καπιταλισμού να βγει από την κρίση και να αναχαιτίσει την ανασυγκρότησή του; Πώς επηρεάζεται η αντίδραση της Αριστεράς στην κρίση του νεοφιλελευθερισμού από αυτήν τη διάκριση μεταξύ της υπεράσπισης του κράτους πρόνοιας και της υπεράσπισης της ατομικής ελευθερίας; Γιατί η Αριστερά έχει πρόσφατα στηρίξει τις προσπάθειες για μια πολιτική διαχείριση της τρέχουσας οικονομικής κρίσης αντί να πιέσει για μια πολιτική αλλαγή; Πώς μπορεί η Αριστερά να παλέψει για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας με στόχο την υπέρβαση του καπιταλισμού και την επίτευξη του σοσιαλισμού, όταν η πολιτική έκφραση της κρίσης του νεοφιλελευθερισμού έρχεται κατά βάση από τη Δεξιά, με τον Τραμπ νικητή στις εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου; 

Ομιλητές

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών

Σπύρος Μαρκέτος: Επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών, ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Γιάννης Μηλιός: Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας

Ηρακλής Χριστοφορίδης: ΟΚΔΕ

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Σπύρος Μαρκέτος: Το θέμα μας σήμερα είναι ο νεοφιλελευθερισμός και η Αριστερά δηλαδή τι μπορούμε να κάνουμε απέναντι στη νεοφιλελεύθερη επέλαση.

Πρέπει να εστιάσουμε στα βασικά: να συνδέσουμε μια ουσιώδη κριτική του ιστορικού συστήματος του καπιταλισμού και του κεφαλαίου ως κοινωνική σχέση και της πολιτικής μας πράξης. Η σημερινή εποχή, εποχή κλυδωνισμών και ανακατατάξεων είναι ασύγκριτα πιο δύσκολή από τα τελευταία 60 μεταπολεμικά χρόνια. Η παραπάνω σύνδεση μπορεί να γίνει μόνο αν θέσουμε τους ενδιάμεσους κρίκους.

Ζούμε σε αυτό που ο Βαλλερστάιν ονομάζει τερματική κρίση του καπιταλισμού, όχι αναγκαστικά με αίσια έκβαση. Είναι μια στιγμή μετασχηματισμού ενός συστήματος με ιστορία 500 χρόνων, η οποία σηματοδοτεί την κατάρρευση του. Μπορεί να υπάρξει ένα σύστημα το οποίο δε θα στηρίζεται στις λειτουργίες και στις αρχές του καπιταλισμού αλλά θα συνδυάζει τα αρνητικά του καπιταλισμού με τα αρνητικά προηγούμενων συστημάτων. Σήμερα επιδιώκεται κάτι παρόμοιο από την άρχουσα τάξη.

Μπορούμε επίσης να περάσουμε σε κάτι πολύ πιο δημοκρατικό και εξισωτικό, τα όρια του οποίου είναι ακόμα ασαφή.

Από τη νεοφιλελεύθερη κρίση που ξεκινά τη δεκαετία του 1970 έως τη κρίση που ζούμε ήδη 10 χρόνια από το 2007 έχουμε τη συγκρότηση ταξικών και γεωπολιτικών στρατοπέδων, την αλλαγή των πόλων συσσώρευσης και των περιοχών της περιφέρειας, την αντικατάσταση ενός μονοπολικού από ένα πολυπολικού συστήματος και φυσικά την ωρίμανση και εξάπλωση σε μαζική κλίμακα της κριτικής της πατριαρχίας, του ρατσισμού και του εθνικισμού.

Η Αριστερά πρέπει να ενώσει όλες αυτές τις επιμέρους κριτικές. Δεν μπορεί να υπάρξει Αριστερά σήμερα που να μην είναι αντικαπιταλιστική, αντιπατριαρχική, αντιρατσιστική και αντιιεραρχική. Επίσης είναι ανάγκη να γίνει μια εμπεριστατωμένη κριτική των ενδιάμεσων κρίκων που οδηγούν από τα μακροϊστορικά φαινόμενα όπως ο καπιταλισμός, η πατριαρχία, ο ρατσισμός στα επιμέρους επίπεδα με τα οποία αρθρώνεται σήμερα η καπιταλιστική ιεραρχία.

Στην Ελλάδα του 2017 είναι ανάγκη να γίνει κριτική στις ενδιάμεσες μορφές κυριαρχίας και εκμετάλλευσης που υφίσταται ο τωρινός μας κοινωνικός σχηματισμός. Δεν μπορεί να υπάρξει Αριστερά σήμερα χωρίς κριτική στην Ε.Ε. και στο ευρώ.

Σήμερα δεν υπάρχει η δυνατότητα ταξικής συνεργασίας και συμβιβασμών που υπήρχε στις περιόδους άνθησης και επέκτασης του καπιταλισμού. Αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι ο ωμός υποβιβασμός της χώρας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας καθώς και διαδικασίες πρωταρχικής συσσώρευσης ή απαλλοτριωτικής συσσώρευσης εντός του καπιταλιστικού κέντρου και εντός της Ε.Ε. Ταυτόχρονα ο εθνικισμός που αναβιώνει σήμερα παράγεται από τις πολιτικές επιλογές της κυρίαρχης ελίτ η οποία κατασκευάζει τις εθνικές διακρίσεις ακριβώς για να συντηρήσει τον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο καπιταλισμό.

Αυτό που υπάρχει σήμερα δεν είναι σοσιαλδημοκρατία ή σοσιαλφιλελευεθερισμός αλλά μία μορφή νεοφιλελεύθερης άκρας δεξιάς. Σε όλα τα επίπεδα εφαρμόζονται συντηρητικές ακροδεξιές πολιτικές μεταβίβασης πόρων και εξουσίας από τους πολλούς στους λίγους χωρίς να αφήνεται το ελάχιστο περιθώριο για ταξικούς συμβιβασμούς. Σήμερα δεν χωρά οποιαδήποτε μορφή συνεργασίας της Αριστεράς με το ακροδεξιό μόρφωμα που ονομάζεται Σύριζα.

Γιάννης Μηλιός: Αυτό που χαρακτηρίζει το νεοφιλελευθερισμό σε σχέση με προηγούμενες μορφές καπιταλιστικής διακυβένρησης είναι τρία πράγματα:

Το πρώτο είναι η παγκοσμιοποίηση δηλαδή η θεσμική απελευθέρωση της κίνησης εμπορευμάτων, ανθρώπων και κεφαλαίων. Το δεύτερο είναι η ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών και η τρίτη διάσταση είναι η λιτότητα, η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, η συγκράτηση των μισθών και η ελαστικοποίηση των μορφών εργασίας.

Φαινόμενα όπως η εκλογή Τραμπ και το Brexit ως πολιτικές προστατευτισμού ανακινούν μία συζήτηση για την αμφισβήτηση και «κατάργηση» της παγκοσμιοποίησης.

Η διάσταση του προστατευτισμού δε συνιστά κρίση του νεοφιλελευθερισμού εφόσον οι δύο άλλες διαστάσεις που προανέφερα δηλαδή η λιτότητα και η χρηματοπιστικοποίηση παραμένουν οι βασικοί άξονες ιδίως μετά το ξέσπασμα της κρίσης.

Η λιτότητα είναι η απολύτως ορθή πολιτική για το κεφάλαιο, δεδομένης της συμπίεσης και μείωσης της κερδοφορίας. Η μείωση του κόστους είναι αυτό που επιδιώκεται βάσει των εξελίξεων αυτών.

Η βασική σύγκρουση είναι μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας σε κάθε χώρα. Αυτό εκφράστηκε και στο ελληνικό δημοψήφισμα όταν οι άνθρωποι του ΝΑΙ βγήκαν στο δρόμο υπερασπιζόμενοι τα συμφέροντά τους.

Όσον αφορά τη χρηματοπιστικοποίηση πρέπει να πούμε ότι η χρηματοπιστωτική σφαίρα δε συνιστά καζίνο. Αντιθέτως αποτελεί σφαίρα ρύθμισης, καθοδήγησης, ελέγχου και επιτήρησης της καπιταλιστικής οικονομίας η οποία έχει αποκτήσει τεράστια ισχύ την εποχή του νεοφιλελευθερισμού.

Κάθε καπιταλιστική επιχείρηση αποτελεί έναν Ιανό, από τη μία έχει κάποιες εγκαταστάσεις και παράγει ένα προϊόν και από την άλλη έχει μετοχές και ομόλογα. Οι κάτοχοι ομολόγων και μετοχών είναι η χρηματοπιστωτική σφαίρα. Σε περιπτώσεις για παράδειγμα ελλιπούς χρηματοδότησης, η κρίση μπορεί να μεταβιβαστεί με συγκεκριμένα αποτελέσματα όπως ανάγκη απολύσεων και στους εργαζόμενους.

Ο Τραμπ και το Brexit δεν αμφισβήτησαν σε τίποτα την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού. Το έθνος είναι από τις πιο δομικές ιδεολογίες κυριαρχίας του κεφαλαίου και αναδίπλωση στο αμερικανικό έθνος που συνιστά το America first δε βγάζει την κατάσταση από τον κανόνα. Ιδίως στα ευρωπαϊκά έθνη, που αποτελούν έθνη αίματος, ο ρατσισμός είναι εγγενές στοιχείο του εθνικισμού.

Η σύγκρουση είναι σαφώς συνολική σήμερα. Ο οικονομικός αγώνας ενάντιας στο κεφάλαιο και οι πρωτοβουλίες ενάντιας στην κυριαρχία της αγοράς καθώς και ο αγώνας ενάντια στον εθνικισμό αποτελούν όψεις του αντικαπιταλιστικού αγώνα.

Ο αντικαπιταλιστικός αγώνας σίγουρα οδηγεί και σε αποφάσεις για τις διεθνείς αρθρώσεις και συνεργασίες μιας χώρας. Αν όμως βάζουμε τα πράγματα ανάποδα λέγοντας ότι θα λυθούν τα προβλήματα αν αλλάξουμε νόμισμα ή βγει η Ελλάδα ως Ελλάδα από την ευρωπαϊκή ένωση, χωρίς να αμφισβητηθεί το ελληνικό κεφάλαιο χάνουμε την ουσία. Δεν υπάρχει σύγκρουση Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά σύγκρουση εργατικής τάξης και κεφαλαίου.

Όσον αφορά την Ελλάδα η κατεύθυνση του Σύριζα μετά τις εκλογές του 2012  προσανατολίστηκε σε ζητήματα που συγκάλυπταν την ταξική διαίρεση. Το σύνθημα αναδιανομή ως κυρίαρχο σύνθημα αντικαταστάθηκε από την παραγωγική ανασυγκρότηση, η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης αντικατέστησε κάθε άλλη πολιτική και τέλος το ζήτημα της λιτότητας αντιμετωπίστηκε ως ζήτημα «λάθους» πολιτικής.

Η προοπτική ανασυγκρότησης της Αριστεράς δε μπορεί να γίνει στη βάση της ανάπτυξης αλλά ούτε στη βάση της δημοκρατίας, αλλά με συνείδηση ποια είναι η καπιταλιστική στρατηγική και με ποιο τρόπο μπορούμε να την αμφισβητήσουμε στην καθημερινότητα ή στο σύνολό της.

Ηρακλής Χριστοφορίδης: Η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος για το Μαρξ δεν είναι μονοδιάστατα μια κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων που ξεπερνιέται με μειώσεις μισθών και αύξηση της εκμετάλλευσης, ούτε μονοδιάστατα μια κρίση υποκατανάλωσης που απαιτεί αύξηση της ζήτησης, ούτε μονοδιάστατα αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής, ούτε τέλος η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Αυτό σημαίνει ότι το ξεπέρασμα του καπιταλιστικής κρίσης δεν επιτυγχάνεται με εύκολες λύσεις.

Η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού τη δεκαετία του ‘70 έχει κάποιες αιτίες: την οικονομική κρίση του 1973 που στην ουσία ξεκινάει πολύ νωρίτερα, την αποτυχία του Κεϋνσιανισμού να αντιμετωπίσει την κρίση καθώς και τη προδοτική στάση των δύο ρεφορμιστικών ρευμάτων στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα δηλαδή της σοσιαλδημοκρατίας και των κομμουνιστικών κομμάτων, θυμίζω τον ιστορικό συμβιβασμό του ιταλικού ΚΚ το 1979, αλλά και το σύνθημα του κομμουνιστικού κόμματος στην Ελλάδα «όχι στη μονόπλευρη λιτότητα».

Ο νεοφιλελευθερισμός στηρίχθηκε σε δύο αρχές: την ελπίδα ότι η αγορά θα λύσει τα προβλήματα χωρίς το κράτος και την ολόπλευρη επίθεση στο εργατικό κίνημα. Ο νεοφιλελευθερισμός σαν πολιτική φαινόταν ότι μπορεί να δώσει απάντηση στην κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, σύντομα όμως αποδείχτηκε ότι ήταν πιο αποτυχημένη και άθλια πολιτική ιδεολογία που η αστική τάξη αντιμετώπιζε την κρίση της. Η κυριαρχία της αγοράς σε τελευταία ανάλυση όχι απλά την άγρια εκμετάλλευση της εργατικής τάξης αλλά την κατάργηση των οποιωνδήποτε κρατικών ρυθμίσεων και παρέμβασης του αστικού κράτους σε μια περίοδο παρακμής του καπιταλιστικού συστήματος μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο.

Η ολοκληρωτική ήττα του εργατικού κινήματος αποτελεί μια αναγκαία αλλά όχι ικανή προϋπόθεση για έξοδο από την κρίση. Ο νεοφιλελευθερισμός φτάνει όχι απλά να αυξάνει την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης αλλά να καταστρέφει και την ίδια την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό από ότι ο ναζισμός.

Η πολιτική του νεοφιλελευθερισμού έχει οδηγήσει σε ανυπέρβλητες ανισορροπίες το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Η διόγκωση και παρακμής της χρηματιστικοποίησης της οικονομίας με ταυτόχρονη αποδιάρθρωση και αποδυνάμωση της βιομηχανικής παραγωγής είναι πρωτοφανής ακόμα και για περιόδους κρίσης του κεφαλαίου. Αυτό οδηγεί στην «υποβάθμιση» των ιμπεριαλιστικών χωρών και την «άνοδο» χωρών της περιφέρειας (BRICS). Οι ανακατατάξεις αυτές δημιουργούς συνθήκες όχι οικονομικού αλλά εμπόλεμου ανταγωνισμού.

Η διόγκωση των χρεών είναι επίσης μια κολοσσιαία ανισορροπία. Η κοινωνική και οικονομική ανισότητα σε παγκόσμιο επίπεδο ακόμα και μέσα στις καπιταλιστικές χώρες και τέλος η καταστροφή του περιβάλλοντος αποτελούν επίσης εμπόδια στην καπιταλιστική ανάπτυξη και στο ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κρίσης.

Κοινωνικές επιπτώσεις όπως η φτώχια, η εκμετάλλευση, η επίθεση σε δημοκρατικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα, η προλεταριοποίηση των μικροαστικών και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων της εργατικής τάξης οδηγούν σε πολιτικές ανακατατάξεις και αλλαγές όπως η κατάρρευση των αστικών κομμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Εδώ θα ήθελα να σχολιάσω το φαινόμενο της Λεπέν. Η πολιτική της Λεπέν δεν μπορεί να υιοθετηθεί από το γαλλικό κεφάλαιο. Ο ναζισμός αποτελούσε λύση όχι μόνο γιατί ήταν μια επίθεση στην εργατική τάξη αλλά γιατί ταυτόχρονα αποτελούσε μία λύση επιβίωσης του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Μπορεί σήμερα η Λεπέν να ισχυριστεί κάτι παρόμοιο; Ακόμα και να συντρίψει την εργατική τάξη τι θα κάνει για το γαλλικό κεφάλαιο;

Μέσα από το συγκεκριμένο αλλά και πολλά άλλα παραδείγματα φαίνεται ξεκάθαρα ότι το παλιό πεθαίνει αλλά το νέο ειδικά από το εργατικό κίνημα δεν έχει γεννηθεί ακόμα. Η άνοδος του Τραμπ δεν οφείλεται απλά σε ρατσιστικές ιδέες αλλά εκφράζει μία κρίση της αστικής εξουσίας αλλά και την αμηχανία του εργατικού κινήματος.

Η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος υπάρχει ταυτόχρονα με την κρίση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος δε φανερώνει τεράστιες ευκαιρίες για το εργατική κίνημα και χρειάζεται μία ενεργή προσπάθεια των επαναστατικών οργανώσεων να δημιουργήσουν εκ νέου τις παραδόσεις μέσα στο εργατικό κίνημα, να ενισχύσουν τις τάσεις αυτοοργάνωσης εντός της εργατικής τάξης, να δημιουργούν ρήξεις με συνδικαλιστικά ρεφορμιστικά κόμματα και να αναδεικνύουν τη λύση μέσα από τους αγώνες και όχι από κυβερνητικές προτάσεις.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Πρώτα θα αναφερθώ σε ένα παράδειγμα εξέγερσης ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό που συνέβη το 1989 στο Καράκας στη Βενεζουέλα. Η Βενεζουέλα, μία χώρα με σχετική ευημερία, ήταν από τις πρώτες μαζί με άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής που δέχτηκαν την επίθεση του νεοφιλελευθερισμού. Από το 1980 οπότε και αρχίζει να εφαρμόζεται ο νεοφιλελευθερισμός, καταρρέει η μεσαία τάξη ενώ τα κατώτερα εργατικά στρώματα υφίστανται ακόμα μεγαλύτερες πιέσεις. Έτσι φτάνουμε στην εξέγερση του 1989 με αφορμή την αύξηση του εισιτηρίου στις συγκοινωνίες, ένα μεγάλο, κοινωνικό και μαζικό ξέσπασμα ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό. Η εξέγερση καταστέλλεται με δεκάδες νεκρούς και βία.

Το πρόβλημα που βιώνει μια κοινωνία, στο παράδειγμα αυτό ο λαός της Βενεζουέλας, που εξεγείρεται ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό είναι ότι πέρα από αυτή την έκφραση της αυθόρμητης λαϊκής εξέγερσης, αδυνατεί να οργανώσει κάτι πιο συστηματικό δηλαδή μία διαφορετική πολιτική δύναμη που θα ανατρέψει το οικονομικό και πολιτικό καθεστώς της χώρας.

Αυτό με θεωρητικούς όρους θα το περιέγραφα ως κρίση του συλλογικού υποκειμένου, που αφορά τους ανθρώπους από τα κάτω και όχι τις ελίτ που αντιπροσωπεύουν ένα 20% και ακόμα λιγότερο του πληθυσμού. Το υπόλοιπο ποσοστό δείχνει κοινωνικά  κατακερματισμένο και προσδεδεμένο ακόμα στις αξίες αυτού του συστήματος όπως ο καταναλωτισμός, ενώ έχει σε μεγάλο βαθμό εσωτερικεύσει ένα αίσθημα υποτέλειας και αδυναμίας παραγωγής μια πιο μαζικής πολιτικής αντίθετης στο νεοφιλελευθερισμό. Χρειάστηκε να περάσουν άλλα δέκα χρόνια για να βρεθεί ένας νέος τρόπος οργάνωσης.

Θα ήθελα να εστιάσω στις μορφές πολιτικής στρατηγικής και πολιτικής οργάνωσης που εμφανίστηκαν τα τελευταία 30 χρόνια ως απάντηση στην κρίση του νεοφιλελευθερισμού με ριζοσπαστική κατεύθυνση.

Η πρώτη πολιτική απάντηση ήταν το ρεύμα του αριστερού λαϊκισμού με κύριο εκφραστή τον Τσάβες. Ο Τσάβες εκπροσωπεί μια αγανάκτηση που δεν μπορεί η ίδια να οργανωθεί και καταφέρνει να συνενώσει τα πολυδιασπασμένα κοινωνικά υποκείμενα, υποβοηθώντας μορφές συλλογικής οργάνωσης από τα κάτω.

Αυτή η απάντηση στο νεοφιλελευθερισμό περνάει αυτή τη στιγμή μια τεράστια πολιτική και οικονομική κρίση. Παρότι ο Τσάβες δημιουργεί αυτό το συλλογικό υποκείμενο, εναντιώνεται όλο και πιο ριζοσπαστικά στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και φτάνει στο σημείο να μιλάει για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, ο θάνατός του σηματοδοτεί την κρίση της πολιτικής αυτής. Το μοντέλο του αριστερού λαϊκισμού που είναι ηγετοκεντρικό και προσωποκεντρικό αρχίζει να καταρρέει από τη στιγμή που εκλείπει ο ηγέτης. Η έλλειψη πολιτικής βούλησης από τη μεριά της κοινωνίας να δημιουργήσει η ίδια το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα φανερώνει την κρίση του συλλογικού υποκειμένου.

Στην περίπτωση της νότιας Ευρώπης το μοντέλο αυτό απάντησης στην κρίση του νεοφιλελευθερισμού επαναλαμβάνεται με ανάλογα προβλήματα. Ωστόσο, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο σήμερα, τα εμπόδια ώστε μία χώρα ή ένα κόμμα μόνο του χωρίς μαζική λαϊκή υποστήριξη να καταφέρει να ανατρέψει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι ανυπέρβλητα.

Μία δεύτερη απάντηση στο νεοφιλελευθερισμό δίνει ο αγώνας εναντίον της ιδιωτικοποίησης του νερού στη Βολιβία την περίοδο 1999-2000. Το μοτίβο είναι παρόμοιο, με μία λαϊκή εξέγερση εναντίον της αύξησης των τιμολογίων του νερού και της ισότιμης διαχείρισής του, όμως υπάρχει μια βασική διαφορά όσον αφορά την πολιτική συνείδηση: δεν προκρίνεται το κράτος ως συλλογικός διαχειριστής αλλά η κοινωνική διαχείριση μέσω των δήμων. Η δεύτερη αυτή πρόταση μεταφράζεται πολιτικά και θεωρητικά στη διαχείριση των «κοινών», δηλαδή η ανάκτηση των συλλογικών αγαθών με κοινωνικούς όρους και η οργάνωση της οικονομίας, της παραγωγής, της πολιτικής με διαφορετικό τρόπο και απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό.

Το πρόβλημα που εντοπίζουμε σε αυτή την πρόταση, που σαν στόχο δε βάζει την κατάληψη της κρατικής εξουσίας από ένα κόμμα αλλά την κοινωνική αλλαγή μέσω της ανάπτυξης ενός εναλλακτικού τρόπου παραγωγής βρίσκεται στον αντίποδα του προβλήματος της προηγούμενης πρότασης: εάν ο αριστερός λαϊκισμός χαρακτηρίζεται και υπονομεύεται από ένα υπερπολιτικισμό εδώ το πρόβλημα είναι το έλλειμα πολιτικής σκέψης και δράσης. Οι περισσότεροι εμπλεκόμενοι σε αυτού του είδους τις προσπάθειες δίνουν έμφαση στην ανάπτυξη αυτών των συλλογικών εγχειρημάτων χωρίς να εστιάζουν ιδιαίτερα στο πως θα αναπτυχθεί μια πολιτική στρατηγική που να μπορεί να τα συνενώσει και να αναμετρηθεί με το κράτος και την αγορά.

Οι δύο αυτές προσεγγίσεις χρειάζεται να συνδυαστούν. Από τη μία οφείλουμε να ασχοληθούμε σοβαρά στο τι γίνεται σε επίπεδο κράτους και πολιτικού συστήματος δημιουργώντας φορείς συλλογικής εκπροσώπησης σε αυτό το επίπεδο, αλλά ταυτόχρονα να ασχοληθούμε με την ανάπτυξη αυτών των εγχειρημάτων και προσπαθειών από τα κάτω, τα οποία θα μπορούσαν υπό δεδομένες συνθήκες να δημιουργήσουν ένα σχετικά αυτόνομο κοινωνικό πόλο που θα αποτελέσει την κοινωνική βάση για το πολιτικό εγχείρημα. Κατά τη γνώμη μου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επιστρέφουμε σε μία αντίληψη στρατηγικής ηγεμονίας στον Γκράμσι.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Αναφέρθηκε η ανάγκη για αντικαπιταλιστική πολιτική. Η έξοδος από το ευρώ και την ευρωζώνη δεν είναι ένα πρώτο βήμα για να «χτυπήσουμε» το κεφάλαιο;

Γιάννης Μηλιός: Δεν υπάρχουν μόνιμες κρίσεις στον καπιταλισμό, αυτό είναι ιστορικά γνωστό. Με άλλα λόγια ο καπιταλισμός δε θα «πέσει» αν δεν τον ρίξουμε. Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 δεν υπήρχε το ευρώ. Η προοπτική του σοσιαλισμού δεν εξαρτάται από αυτό. Για την αμφισβήτηση του ευρώ χρειάζεται κίνημα αμφισβήτησης του καπιταλισμού, όχι το αντίστροφο.

Σπύρος Μαρκέτος: Είχαμε μιλήσει στην αρχή της κρίσης με το Γιάννη Μηλιό όπου είχαν τεθεί τα ζητήματα του χρέους και του ευρώ. Φοβάμαι ότι δεν έχει υπάρξει αυτοκριτική σε σχέση  με το που οδήγησε η τυφλότητα απέναντι στην ευρωπαϊκή ένωση και σε ζητήματα όπως η υποτέλεια του χρέους. Βλέπω έναν ισχνό μαρξισμό που εστιάζει στη σχέση κεφαλαίου, αρνείται να δει όλα τα ενδιάμεσα δηλαδή τον ιμπεριαλισμό, το χρέος..

Γιάννης Μηλιός: Δυστυχώς αν κάποιος πάει να πουλήσει παιχνίδια στη Notos Galleries θα πληρωθεί με χρέος, μία συναλλαγματική. Το χρέος επομένως είναι κάτι πιο βαθύ, είναι το χρήμα το ίδιο και η αμφισβήτησή του δεν είναι ενδιάμεσος κρίκος σε σχέση με την αμφισβήτηση του καπιταλισμού.

Σπύρος Μαρκέτος: Η αμφισβήτηση της σχέσης κεφαλαίου χωρίς την αμφισβήτηση των ενδιάμεσων κρίκων σημαίνει αποδοχή του καπιταλισμού και αυτό αποδείχτηκε με την πολιτική του Σύριζα.

Μιλήσατε για το έθνος-κράτος. ΟΙ Η.Π.Α. συνιστούν κατά τη γνώμη σας έθνος κράτος από τη στιγμή που ιστορικά ήταν το προϊόν ενός εμφυλίου πολέμου;

Γιάννης Μηλιός: Βεβαίως θεωρώ τις Η.Π.Α. έθνος.

Ο ρατσισμός σαν φαινόμενο αναδύεται πολύ αργότερα από τη γέννηση των ευρωπαϊκών εθνών ως αποτέλεσμα της ιδεολογίας της ιμπεριαλιστικής επέκτασης η οποία συνδυαζόταν με ρατσιστικές θεωρίες. Υπάρχει σύνδεση ευρωπαϊκού έθνους κράτους και ρατσισμού;

Γιάννης Μηλιός: Οι κάτοικοι της Αμερικής πιστεύουν ότι αποτελούν έθνος ως μια πολιτική ενότητα υπό τον πρόεδρό τους. Αντίθετα πολλοί ευρωπαίοι πολίτες θεωρούν ότι ταυτόχρονα αποτελούν και φυλή.

Σπύρος Μαρκέτος: Ο ρατσισμός είναι παιδί του καπιταλισμού και έχει ηλικία περίπου 300 ετών. Ο ρατσισμός εμφανίζεται στην Ισπανία την εποχή των κονκισταδόρων όπου μπαίνει το θέμα της καθαρότητας του αίματος για να αποκλειστεί κομμάτι του πληθυσμού από το νέο χριστιανικό καθεστώς όμως ο σύγχρονος ρατσισμός δομείται στην Αμερική και σε άλλες χώρες που σχετίζονταν με το δουλεμπόριο με βάση το «μαύρο δούλο».

Ο Μαρξ συνέδεσε το σοσιαλισμό με την πάλη για δημοκρατία. Εσείς αναφερθήκατε περισσότερο στην ανάγκη για μια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Μπορεί να υπάρξει σοσιαλισμός χωρίς δημοκρατία και εθνική ανεξαρτησία εντός ευρωπαϊκής ένωσης;

Γιάννης Μηλιός: Ο καπιταλισμός συνιστά ένα άκρως εκμεταλλευτικό σύστημα. Η αναφορά στη δημοκρατία πρέπει να γίνεται υπό αυτούς τους όρους. Οι εργάτες που έσπαγαν τις μηχανές στην κοινοβουλευτική και δημοκρατική Βρετανία κρεμιούνταν στους δρόμους του Λονδίνου και αποτελούσαν δημόσιο θέαμα.

Σπύρος Μαρκέτος: Δεν πιστεύω ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την επίκληση της δημοκρατίας. Ωστόσο πρέπει να τονιστεί ότι σήμερα πλέον καπιταλισμός και δημοκρατία είναι ασύνδετα. Και ένα βασικό μέσο για αυτό είναι θεσμοί όπως η ευρωπαϊκή ένωση οι οποίοι καταργούν κατακτήσεις που είχαν γίνει εντός του πλαισίου του έθνους κράτους. Η δημιουργία υπερεθνικών θεσμών που δεν μπορούν να επηρεαστούν από τα εργατικά κινήματα ήταν επιδίωξη και στρατηγική του κεφαλαίου.

Οι όροι Αριστερά και Δεξιά αναφέρονται συχνά σε κοινοβουλευτικούς θεσμούς και κοινοβουλευτικά κόμματα. Τι σημασία έχουν αυτοί οι όροι στο βαθμό που οι ομιλητές προτάξατε την ανάγκη για οργανωμένα και μαζικά εργατικά κινήματα;

Γιάννης Μηλιός: Οι κινήσεις των μαζικών κινημάτων έχουν πάντοτε άμπωτη και παλίρροια. Σε περιόδους ανάπτυξης των κινημάτων οικοδομούνται νέες δομές και υπάρχει μία γενικευμένη ελπίδα. Σε περιόδους όμως οπισθοχώρησης απαιτείται ένα πολιτικό υποκείμενο που θα κρατήσει τη επαναστατική φλόγα αναμμένη. Σε αυτό θα συμφωνήσω με τον Αλέξανδρο ότι τα κινήματα για μια εναλλακτική οικονομία, παραγωγή κτλ. πάσχουν από τη μη πολιτική συμπύκνωση. Το πιο προχωρημένο τέτοιου τύπου κίνημα ήταν αυτό των οπαδών του Όουεν, το οποίο οι Μαρξ και Ένγκελς επαινούσαν.

Σπύρος Μαρκέτος: Η Αριστερά είναι το παιδί της εισόδου των μαζών στην πολιτική. Γεννιέται πολύ μετά τις απαρχές του καπιταλισμού στις εθνοσυνελεύσεις κατά τη διάρκεια της γαλλικής επανάστασης και δρα για μεγάλο διάστημα εκτός κοινοβουλίων. Τα κοινοβούλια αρχίζουν να έχουν σημαντικό ρόλο το τέλος του 19ου αιώνα. Η Αριστερά κινητοποιείται για απελευθέρωση και ισότητα. Με αυτή την έννοια η Αριστερά δεν έχει σχέση με τον κοινοβουλευτισμό. Ο Σύριζα δεν αναφέρεται στην Αριστερά αλλά στην άκρα δεξιά.

Ο Μαρξ στον πρώτο τόμο του κεφαλαίου αναφέρεται στην διάρκεια της εργάσιμης ημέρας και στην ανάγκη μείωσής της από τις 11 ώρες. Το κύριο αντεπιχείρημα των καπιταλιστών εκείνης της εποχής ήταν ότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα κατέρρεε η οικονομία. Η πάλη των εργατών και οι παροδικές νίκες τους  δημιουργεί την ανάγκη για μετάβαση από την απόλυτη στη σχετική μορφή υπεραξίας. Ο νεοφιλελευθερισμός από την άλλη σχετίζεται με μια στροφή στην απόλυτη μορφή υπεραξίας.

Γιάννης Μηλιός: Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα κυριαρχεί η τάση της σχετικής υπεραξίας χωρίς να έχει εξαφανιστεί η απόλυτη.

Σήμερα φαίνεται σαν να υπάρχει αδυναμία συγκρότησης της εργατικής τάξης. Ακόμα και μια θεωρία όπως του αριστερού λαϊκισμού ή των κοινών φαίνεται σαν να περικυκλώνει την εργατική τάξη. Σήμερα υπάρχει ανάγκη αναζήτησης της εργατικής τάξης και της ταυτότητάς της εκεί όπου αυτή ζει, εργάζεται, διανέμεται και συγκροτείται;

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας θα μπορούσε να ενταχθεί αναλυτικά η περιγραφικά στην εργατική τάξη. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν μπορούμε να ονομάσουμε την κοινωνική πλειοψηφία ως εργατική τάξη αλλά αν μπορούμε να την προσεγγίσουμε αποκαλώντας την με αυτόν τον χαρακτηρισμό. Μπορεί αυτή η επίκληση να λειτουργήσει ως σημαίνον που θα συσπειρώσει ευρύτερα λαϊκά στρώματα;

Μπορεί κατά τη γνώμη σας σήμερα να υπάρξει κεφάλαιο χωρίς δημοκρατία; Το κεφάλαιο πρέπει συνεχώς να επαναστατικοποιεί την παραγωγική διαδικασία. Η επανάσταση στα μέσα παραγωγής αυξάνει την απόσταση ανάμεσα στον έλεγχο των μέσων και στη βάση του πληθυσμού ενώ παράλληλα απαξιώνει την εργατική δύναμη. Μήπως σήμερα η ανάπτυξη του κεφαλαίου σημαίνει και την απαξίωση του έθνους κράτους καθώς και της δημοκρατίας όπως φαίνεται να αντικαθρεπτίζεται από τη δομή της ευρωπαϊκής ένωσης;

Γιάννης Μηλιός: Το μεγάλο όπλο του κεφαλαίου είναι όπως αναφέρθηκε ότι επαναστατικοποιεί την παραγωγική διαδικασία. Συνεπώς για να υπάρχει δυνατότητα αμφισβήτησης του κεφαλαίου πρέπει να αμφισβητηθεί η τάση αυτή. Θυμίζω ότι οι απεργίες το Μάη του ’68 έληξαν όταν δόθηκε μία παροδική αύξηση των μισθών μετά από τα αιτήματα των συνδικάτων.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 παρατηρούμε μία όλο και στενότερη ταύτιση της κρατικής εξουσίας και του κεφαλαίου. Στις δυτικές «φιλελεύθερες» κοινωνίες φαίνεται ένας εντεινόμενος αυταρχισμός του κράτους ακριβώς γιατί δεν έχει απέναντί του οργανωμένες κοινωνικές δυνάμεις. Οι αυταρχικές μορφές μπορούν να καταργήσουν την τυπική δημοκρατία φιλελεύθερου τύπου. Ο αυταρχισμός αυτός δε σχετίζεται απαραίτητα με την δεξιά ή την άκρα δεξιά.

Ηρακλής Χριστοφορίδης: Από τη διαπίστωση ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ξεπεραστεί αυτόματα και αντικειμενικά χωρίς τη δράση του προλεταριάτου δεν μπορούμε να καταλήγουμε ότι ο καπιταλισμός θα επιβιώνει αιώνια αν κατορθώνει να ξεπερνά τις κρίσεις του. Αυτή η θεώρηση κοινή με την παράδοση του Κάουτσκυ μας απομακρύνει από την μπολσεβίκικη επαναστατική θεωρία. Αυτό στο οποίο πρέπει να σταθούμε είναι ότι η εκρηκτικότητα και η όξυνση των αντιφάσεων του καπιταλισμού είναι τέτοια που η κρίση συνεχώς θα βαθαίνει και η ανθρωπότητα έχει μπροστά της όχι μόνο τον κίνδυνο της βαρβαρότητας αλλά και της εξαφάνισής της. Το πλήθος και η εκρηκτικότητα των αντιφάσεων του καπιταλισμού θα εντείνεται πράγμα που σημαίνει ότι η ανθρωπότητα έχει μπροστά της τόσο τον κίνδυνο της βαρβαρότητας όσο και της εξαφάνισής της.

Η σχέση της Ελλάδας με την ευρωπαϊκή ένωση περνάει μέσα από κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες. Μπορεί να υπάρξει μια πολιτική αντικαπιταλιστική πρόταση χωρίς να θέτει τον πολιτικό στόχο της αποδέσμευσης από την ευρωπαϊκή ένωση και την ευρωζώνη;

Γιάννης Μηλιός: Γνώμη μου είναι ότι η ευρωπαϊκή ένωση είναι μία συνειδητή, οργανωμένη, αργή διαδικασία οικοδόμησης μιας συνομοσπονδίας σε νεοφιλελεύθερη και καπιταλιστική κατεύθυνση. Η συνομοσπονδία αυτή διατηρεί τα κράτη και τα ενισχύει. Η αντικαπιταλιστική στρατηγική προϋποθέτει την αμφισβήτηση του κράτους. Αν αμφισβητήσουμε το ελληνικό κράτος και το ελληνικό κεφάλαιο θα αμφισβητήσουμε και την ευρωπαϊκή ένωση. Συμφωνώ με τον Αλέξανδρο ότι το ζήτημα δεν είναι δημόσιο ή ιδιωτικό αλλά κοινωνικό ή δημόσιο-ιδιωτικό.

Σπύρος Μαρκέτος: Ο ισχνός μαρξισμός που δίνει βαρύτητα στην αξία, παρότι εξαιρετικά σημαντικός πρέπει να ξεπεραστεί. Ο καπιταλισμός συναρθρώνει πολλούς άλλους παράγοντες και έχει πολλούς ενδιάμεσους κρίκους. Αν δε γίνει σοβαρή κριτική σε αυτούς τους ενδιάμεσους κρίκους, ο αντικαπιταλισμός θα μείνει απλά θεωρητικός. Οφείλουμε να δούμε την ιστορικότητα των συγκρούσεων που φτιάχνουν το σήμερα.

Δεν μπορούμε να αναλύσουμε τη σημερινή κατάσταση χωρίς αναφορά στον ιμπεριαλισμό. Οι εθνικισμοί σήμερα δεν είναι ίδιοι με τους εθνικισμούς του μεσοπολέμου. Ο φορέας που ασκεί σήμερα εθνικιστική-ρατσιστική πολιτική είναι η ευρωπαϊκή ένωση ως υπερεθνικός μηχανισμός και όχι τα διάφορα μικροκράτη. Ακόμα και η πρωταρχική απαλλοτριωτική συσσώρευση σήμερα πραγματοποιείται μέσω των μηχανισμών χρέους. Πρέπει η κριτική μας να καλύψει το ζήτημα της πατριαρχίας μέσω της συνεισφοράς του φεμινιστικού κινήματος και της αρχής το προσωπικό είναι πολιτικό.

Η ευρωζώνη είναι μια δικτατορία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

Όταν μιλάμε για συνομοσπονδία μιλάμε για σχέσεις μεταξύ ίσων, συνεπώς είναι μύθος ότι η ευρωπαϊκή ένωση είναι συνομοσπονδία. Αντίθετα η ευρωπαϊκή ένωση είναι μια ιεραρχικότατη ένωση όπου δεν υπάρχει καμία προοπτική να βελτιωθεί η θέση των χωρών της περιφέρειας αλλά αντίθετα η απόκλιση μεταξύ κέντρου και περιφέρειας θα συνεχίζει να μεγαλώνει..

Γιάννης Μηλιός: Ενώ η Νέα Υόρκη και το Κολοράντο είναι σε σχέση ισότητας..

Ηρακλής Χριστοφορίδης: Δεν καταλαβαίνω την αντιπαράθεση για αντικαπιταλιστικό αγώνα εντός η εκτός ευρωπαϊκής ένωσης. Δε γνωρίζουμε μέσα από ποιους δρόμους θα περάσει η εργατική τάξη. Μέσα όμως από την ευρωπαϊκή ένωση και των κανόνων του νεοφιλελευθερισμού είναι αδύνατον να διεκδικήσεις οτιδήποτε. Η έξοδος από την ευρωπαϊκή ένωση είναι μία απαραίτητη και αναγκαία προϋπόθεση αλλά όχι ικανή για να λυθούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εργατική τάξη.

Είναι η λιτότητα η κυρίαρχη πολιτική του νεοφιλελευθερισμού; Θα έπρεπε κατά τη γνώμη σας να αναλύσουμε μία σειρά από παλιότερες αναδιαρθρώσεις όπως οι αντεργατικοί ή οι εφαρμοστικοί νόμοι;

Μέχρι πρόσφατα υπήρχε η κοινή παραδοχή ότι μέσα από την εργασία μπορεί κανείς να παράξει τόσο υλικά αγαθά όσο και κοινωνικό νόημα. Έχει διαφοροποιηθεί αυτή η παραδοχή σήμερα; Μπορούμε να δημιουργήσουμε κοινά πάνω στη διαφοροποιημένη σε σχέση με το παρελθόν κοινωνική οργάνωση του αυτοματισμού;

Γιάννης Μηλιός: Η μορφή της εργατικής τάξης αλλάζει αλλά δε χάνεται με την αυτοματοποίηση. Θα έπρεπε να δούμε τα χαρακτηριστικά της εργατικής τάξης σε σχέση με τη συγκέντρωση του κεφαλαίου αλλά και της εργατικής υποκειμενικότητας.  Κάτι τέτοιο θα ήταν έργο των ανθρώπων που ασχολούνται με την αριστερά και περισσότερο των διανοουμένων.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Η συζήτηση γύρω από τα κοινά γίνεται στα πλαίσια μιας τεχνολογικής αλλαγής που χρησιμοποιεί τις νέες ψηφιακές τεχνολογίες όχι μόνο στο διαδίκτυο αλλά και αλλού για να δημιουργήσει αποκεντρωμένες μορφές τεχνολογιών και κοινωνικών συνεταιρισμών. Αν δεν υπάρξει πολιτική συνειδητοποίηση εντός αυτών των συλλογικών προσπαθειών μπορούν εύκολα να καταλήξουν σε μορφές νέα επιχειρηματικότητας και σύγχρονου ψηφιακού καπιταλισμού.

 

 

Θοδωρής Βελισσάρης

22/8/2015

 

Ένα φάντασμα πλανάται τελευταία πάνω από την Αριστερά: το φάντασμα της εθνικής κυριαρχίας. Κι αν τα φαντάσματα των κυρίαρχων – όπως το «φάντασμα του κομμουνισμού» πάνω από την Ευρώπη – εξέφραζαν παλιότερα υπαρκτές κοινωνικές τάσεις, τα φαντάσματα της Αριστεράς μοιάζουν αντιθέτως να αγνοούν τις τάσεις αυτές. Το φάντασμα του κομμουνισμού αποτελούσε πραγματικό ιστορικό παράγοντα, ενώ το φάντασμα της εθνικής κυριαρχίας φαίνεται παρωχημένο και άνευ σημασίας.

Οι θιασώτες της εθνικής κυριαρχίας διαμαρτύρονται επειδή στα πλαίσια του παγκόσμιου καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας οι λαοί παραμερίζονται και επικρατούν ως μονόδρομοι οι πολιτικές των υπερεθνικών τεχνοκρατών της εξουσίας. Σ’ αυτή την κατηγορία μπορούμε να συμπεριλάβουμε και την ελευθεριακή και αντεξουσιαστική Αριστερά μαζί με τα ιδεώδη τοπικής κυριαρχίας, αυτονομίας και αυτάρκειας που προωθεί. Από τη μία έχουμε το πρόταγμα ενός κρατισμού, από την άλλη το πρόταγμα ενός τοπικισμού. Όταν μιλάμε για εθνική αυτοκυριαρχία, η έμφαση είναι στην έννοια της (αυτο-)κυριαρχίας, γι’ αυτό και μπορούμε να την αναγνωρίσου ακόμα και σε εχθρούς του έθνους-κράτους (πολλοί από τους οποίους, από την άλλη, θεωρούν ρητά την εθνική αυτοκυριαρχία ως βήμα προόδου προς την αντεθνική ή τοπική αυτοκυριαρχία που οραματίζονται). Με τον τρόπο αυτό η έννοια της (αυτο-)κυριαρχίας συνενώνει κρατιστές και αντικρατιστές .

Η προοπτική της χειραφέτησης μοιάζει να προκύπτει ως όραμα μόνο εφόσον οι λαοί κατορθώσουν πρώτα να ανακτήσουν την αυτοκυριαρχία τους από τις πανίσχυρες αγορές. Και αφού ανακτήσουν την εθνική ή τοπική κυριαρχία τους, και μόνο τότε, θα επιδοθούν στο έργο του αριστερού διεθνισμού. Κάθε διεθνισμός στην αντίληψη αυτή προϋποθέτει ισχυρά έθνη-κράτη και ισχυρές λαϊκές κοινότητες, ειδάλλως είναι ψευδεπίγραφος. Ιδού οι μαντικοί χρησμοί της κυρίαρχης Αριστεράς: δεν μπορούμε να περάσουμε από τον ψευδεπίγραφο διεθνισμό του συστήματος στον πραγματικό διεθνισμό. Ο τελευταίος προϋποθέτει μία μεγάλη παράκαμψη εθνικής και τοπικής αναδίπλωσης. Κάποια βήματα πίσω, και μετά ένα μπρος.

Εδώ προκύπτουν δύο προβλήματα: πρώτον, κατά πόσο είναι εφικτή μία παρόμοια αναδίπλωση, δεύτερον, κατά πόσο είναι πολιτικά επιθυμητή. Σχετικά με το πρώτο, ίσως αρκεί σε πρώτη φάση να σημειώσουμε ότι ακόμα και η ισχυρότερη δύναμη διεθνώς, οι ΗΠΑ, είναι οικονομικά εξαρτημένες από τη διεθνή αγορά, και σε καμία περίπτωση αυτάρκεις. Παρά το σχετικά μεγαλύτερο εύρος των επιμέρους πολιτικών που μπορούν να εφαρμόζουν, οι γενικές γραμμές της πολιτικής τους περιορίζονται από το διεθνές περιβάλλον. Οι ανάγκες σήμερα (ψευτο-)καλύπτονται μέσω ενός, άνευ προηγουμένου, διεθνοποιημένου καταμερισμού εργασίας. Όσον αφορά το δεύτερο πρόβλημα, αναρωτιέται κανείς ποιο ιδιαίτερα αριστερό στοιχείο υπάρχει στα αιτήματα αυτά, ειδικά στο μέτρο που υποστηρίζονται και από τη Δεξιά. Για παράδειγμα, ο αγώνας του ΣΥΡΙΖΑ για τερματισμό της λιτότητας στην Ελλάδα εντός της ευρωζώνης, κάλλιστα ήταν υπερασπίσιμος από τους υπερδεξιούς ΑΝΕΛ. Πως μπορεί κανείς να βρει τη διαφορά όταν τόσο ο Τσίπρας όσο και, ας πούμε, ο Φάρατζ του UKIP, ζητούν δημοκρατία στην Ευρώπη εννοώντας αναβάθμιση και σεβασμό του ρόλου και της εξουσίας κάθε έθνους-κράτους (ασχέτως του γεγονότος ότι ο πρώτος θέλει αυτή την αναβάθμιση εντός της ΕΕ) ; Πόσο πιο συντηρητικά μοιάζουν τα αιτήματα αυτά συγκρινόμενα ακόμα και με τις αστικές επαναστάσεις τις οποίες η Αριστερά φαντάζεται πως έχει ξεπεράσει πολιτικά, όπως την αμερικανική ή τη γαλλική, και τη διεθνή συναδέλφωση των λαών που επιδίωκαν;

Ένα πρόβλημα της Αριστεράς εν προκειμένω έγκειται στην πεποίθηση ότι ο εικοστός αιώνας ήταν ένας αιώνας προόδου για τις επαναστατικές ιδέες (και πράξεις). Αντιμετωπίζουμε μία πλήρη φυσικοποίηση του εθνικού ως θεμελιώδους, ή και μοναδικού, πλαισίου πολιτικής, εν είδει κληρονομιάς που συνεχίζουμε ασύνειδα. Ο σταλινισμός της ιδέας περί «σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα» κυριαρχεί σχεδόν αδιαμφισβήτητος μεταξύ σταλινικών και αντισταλινικών, με τόσο τους μεν όσο και τους δε να φαίνεται να ισχυρίζονται πως ένα έθνος μπορεί να ευδοκιμεί, ή έστω να βελτιώσει ριζικά την κατάστασή του, απλά με την εφαρμογή κατάλληλων εθνικών πολιτικών. Άλλο παράδειγμα αποτελεί η ανάδυση της λεγόμενης «νέας Αριστεράς», η σημασία της οποίας υπερεκτιμάται παρά το στενά εθνικό πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύχθηκε, αποκομμένη από την ιδέα της διεθνούς σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοβαρής, στην πράξη, οργάνωσης προς την ιδέα αυτή.

Συγχρόνως, το αφήγημα περί τεχνοκρατών εναντίον δημοκρατίας, συσκοτίζει τη δυνατότητα να πολιτικοποιηθεί επαναστατικά αυτό που φαίνεται τεχνοκρατικό: το ξεμπέρδεμα με την αποστροφή «τεχνοκράτες!» υποκρύπτει το γεγονός ότι αυτοί εκφράζουν και χρησιμοποιούνται από κατεστημένες μορφές πολιτικής. Στην πραγματικότητα έχουμε τη σύγκρουση διαφορετικών πεδίων και μορφών πολιτικής, όχι τη σύγκρουση τεχνοκρατών και πολιτικής. Η εναντίωση στους τεχνοκράτες μπορεί να εκφράζει έναν φόβο απέναντι στις τρέχουσες μαζικές μορφές πολιτικής, και μάλιστα σε όσες είναι διεθνείς, άρα πιο ουσιαστικές. Ποιες συνθήκες όμως καθιστούν τους τεχνοκράτες σήμερα αναγκαίους, γιατί η μαζική πολιτική λαμβάνει σαν από αναγκαιότητα παρόμοια χαρακτηριστικά; Μια επαναστατική πολιτική δεν θα εργαλειοποιούσε τεχνοκράτες υπέρ της;

Μπορεί, λοιπόν, η ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή να γίνει πεδίο επαναστατικής πολιτικής; Μπορεί μάλιστα η Αριστερά να ζητά τη διεύρυνση του πεδίου αυτού, πέρα από τον επαρχιώτικο αντιαμερικανισμό του ευρωπαϊκού κατεστημένου και τον ρατσισμό και τη φοβικότητά του απέναντι στις μεταναστευτικές ροές; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν μπορεί να είναι αυτομάτως αρνητική, χωρίς σοβαρή εξέτασή τους.

Δεν μπορούμε εδώ παρά να υπενθυμίσουμε, σε όσους στην Αριστερά υιοθετούν αβασάνιστα τα παραπάνω προτάγματα περί εθνικής και τοπικής κυριαρχίας, την πικρόχολη κριτική του Μαρξ απέναντι στο πρόγραμμα της Γκότα που υιοθέτησαν οι σύντροφοί του το 1875.

«Στην πραγματικότητα, ο διεθνισμός του προγράμματος στέκεται ακόμα απείρως χαμηλότερα από τον διεθνισμό του κόμματος του Ελεύθερου Εμπορίου. Το τελευταίο επίσης επιβεβαιώνει ότι το αποτέλεσμα των προσπαθειών του θα είναι ‘η διεθνής συναδέλφωση των λαών’. Αλλά επίσης κάνει και κάτι ώστε να καταστήσει το εμπόριο διεθνές, και σε καμία περίπτωση δεν μένει ικανοποιημένο με τη συνείδηση ότι όλοι οι λαοί ασχολούνται με το εμπόριο στον τόπο τους».

Αναρωτήθηκε άραγε η Αριστερά εάν ο διεθνισμός της στέκεται απείρως χαμηλότερα από αυτόν της Δεξιάς όσο εκτυλίσσονταν τα πρόσφατα γεγονότα; Πόσο φτωχές σε σχέση με την αποτίμηση αυτή του Μαρξ ακούγονται διατυπώσεις όπως αυτές του νομπελίστα Στίγκλιτς ο οποίος, μέσω της προτίμησης του για το «όχι» κατά το πρόσφατο δημοψήφισμα, ήλπιζε να μπορέσει ίσως η Ελλάδα «να πάρει το πεπρωμένο της στα χέρια της…», φράση σε διάφορες παραλλαγές της οποίας επιδίδεται συχνά η Αριστερά.

Όχι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι διεθνιστική. Παραμένει μία τυπική συνένωση εθνών-κρατών, χωρίς καμία ουσιαστική προοπτική δημοσιονομικής ενοποίησης, πόσο μάλλον πολιτικής (τουλάχιστον βραχυ- ή μεσο-πρόθεσμα). Και ακόμα κι αν η προοπτική αυτή μπει κάποια στιγμή στην ημερήσια διάταξη εντός του κατεστημένου πλαισίου, φαίνεται ότι θα έμπαινε και πάλι υπό την κρατικιστική οπτική μία κυρίαρχης Ευρώπης σε σχέση με τους μονίμως υφέρποντες «διεθνείς κινδύνους» (ΗΠΑ, Κίνα, και, το χειρότερο, μετανάστες).

Απέναντι στις, ψευδεπίγραφα διεθνιστικές, κατεστημένες δυνάμεις, η Αριστερά πρέπει να είναι πραγματικά διεθνιστική και όχι, λόγω αντανακλαστικών αντιδράσεων, εθνική ή τοπική στον προσανατολισμό. Και μάλιστα κατά φαντασία τοπική ή εθνική, στο μέτρο που δεν μπορεί να ξεπεραστεί στην πράξη η τρέχουσα αλληλεξάρτηση που έχει επιτευχθεί διεθνώς (με όλες τις φρικτές ανισομέρειές της). Χωρίς την προοπτική επέκτασης μίας επανάστασης στα διεθνή καπιταλιστικά κέντρα, καμία «οικονομική συμφωνία» δεν θα είναι αυτονόητα ουδέτερη, αθώα, ή προς το συμφέρον των καταπιεσμένων.

Ένα από τα πολλά ανεξέταστα «συμφωνημένα υπονοούμενα» της Αριστεράς είναι η αντίδραση, ως αυτοσκοπός, σε ό,τι θεωρείται κυρίαρχη καπιταλιστική πολιτική (με την παραγκωνισμένη ή πιο περιθωριακή καπιταλιστική πολιτική, ας πούμε του έθνους-κράτους, να θεωρείται αυτόματα προτιμότερη). Εντούτοις, η αφηρημένη απόλυτη αντίδραση στον καπιταλισμό δεν είναι αυτομάτως προοδευτική, μπορεί μάλιστα πολλές φορές να πολλαπλασιάζει τα δεινά που θέλει να ξεπεράσει. Για παράδειγμα, το κίνημα που καθαίρεσε τον εκπρόσωπο των κυρίαρχων καπιταλιστών, Σάχη, το 1979 στο Ιράν, δεν συνοδεύτηκε από την εδραίωση μίας αριστερής θεωρίας και πράξης, αλλά από τους αγιατολάδες και τη φυσική και ιδεολογική εξόντωση της Αριστεράς. Το παράδειγμα δεν αναφέρεται εδώ επειδή η Αριστερά έπρεπε να είναι υπέρ του Σάχη, αλλά ως κατάδειξη του γεγονότος ότι ο αντικαπιταλισμός από μόνος του δεν είναι αναγκαστικά προοδευτικός καθαυτός. Γι’ αυτό ο Λένιν στην κλασική πολεμική του εναντίον του «αριστερισμού» τόνιζε ότι οι μαρξιστές στοχεύουν στο ξεπέρασμα του καπιταλισμού «επί τη βάσει του ίδιου του καπιταλισμού».

Οι Μαρξ και Λένιν δεν αναφέρονται εδώ φυσικά ως πρότυπα, αλλά ως παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο οι επαναστάτες στο παρελθόν προσπαθούσαν, όχι απλά να αντισταθούν στον καπιταλισμό, αλλά να τον ξεπεράσουν, με τρόπο που μοιάζει να μας ξενίζει σήμερα. Ας δούμε ένα ακόμα παράδειγμα από τη σκέψη του Λένιν:

«Η αστική τάξη κάνει τη δουλειά της προωθώντας τα τραστ, και οδηγώντας τις γυναίκες και τα παιδιά τους στα εργοστάσια, μέσω φθοράς και βασάνων, καταδικάζοντας τες στην απόλυτη φτώχια. Δεν ‘απαιτούμε’ αυτή την εξέλιξη, δεν την ‘υποστηρίζουμε’. Την πολεμάμε. Αλλά πώς την πολεμάμε; Εξηγούμε ότι τα τραστ και η εργασία των γυναικών είναι προοδευτικά. Δεν θέλουμε την επιστροφή στο χειροτεχνικό σύστημα, στον καπιταλισμό όπως ήταν πριν από τα μονοπώλια, στην οικιακή αγγαρεία των γυναικών. Μπροστά μέσω των τραστ κλπ, και πέρα από αυτά στον σοσιαλισμό!» (Λένιν, The Military Programme of the Proletarian Revolution: II, δική μας μετάφραση).

Σε μεγάλο βαθμό τα παραπάνω προβλήματα συνδέονται με την ιδέα της Αριστεράς ως εργαλείου των καταπιεσμένων κατά την αντίδρασή τους απέναντι στους καταπιεστές τους. Η Αριστερά βλέπει τον εαυτό της υπό ένα κοινωνιολογικό πρίσμα, θεωρώντας πως πρέπει να προωθεί τα αιτήματα των αδύναμων και εκμεταλλευόμενων κοινωνικών στρωμάτων. Δεν είναι προβληματική αυτή η στάση ως τέτοια αλλά μονάχα στη μονομέρειά της, η οποία δεν αναγνωρίζει την Αριστερά ως δυνάμει επαναστατική πολιτική έκφραση των δυσχερειών των εκμεταλλευόμενων, χωρίς την οποία οι καταπιεσμένοι θα εκφραστούν μέσω αντιδραστικών πολιτικών δυνάμεων. Γίνεται αντιθέτως η υπόθεση περί μιας ήδη υπάρχουσας χειραφετητικής πολιτικής των καταπιεσμένων, στην ουρά της οποίας πρέπει να σταθεί και να «σπρώξει» η Αριστερά. Ο Μαρξ όμως προειδοποιούσε, όχι μόνο πως τα καταπιεσμένα πολιτικά στρώματα μπορεί να υποστηρίξουν αυθόρμητα αντιδραστικές πολιτικές (στην ανάλυσή του για το φαινόμενο του βοναπαρτισμού), αλλά ακόμα και πως θα μπορούσε να υπάρχει μία καπιταλιστική κοινωνία χωρίς καπιταλιστές η οποία θα καταπίεζε τον εαυτό της! Η ανάγκη μίας σοβαρής διεθνούς σοσιαλιστικής πολιτικής έχει παραμεριστεί για χάρη της ανάγκης κοινωνικής άμυνας απέναντι στην καπιταλιστική προέλαση, ενώ θα έπρεπε να τη συμπληρώνει και να την καθοδηγεί.

Στη δική μας περίπτωση, κατά την κινητοποίηση γύρω από το δημοψήφισμα, δεν φαινόταν η Αριστερά να εκφράζει ιδεολογικά την κινητοποίηση των καταπιεσμένων, αλλά περισσότερο ο αυτοματισμός της κινητοποίησης να καθοδηγεί την Αριστερά, καθώς το βασικό ιδεολογικό στίγμα της κινητοποίησης αυτής παρέμεινε το αίσθημα της «εθνικής υπερηφάνειας» και «αξιοπρέπειας», το κύμα της οποίας παρέσυρε σε μεγάλο βαθμό κάποιους από τους βασικούς εκπροσώπους της Αριστεράς. Χονδρικά, το «όχι» υπερασπίστηκαν κυρίως, εκτός από τον ΣΥΡΙΖΑ, δυνάμεις γύρω από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τον αντεξουσιαστικό χώρο (βασικά όσοι στον τελευταίο κινούνται γύρω από τα προτάγματα της άμεσης δημοκρατίας ή είναι περισσότερο «εργατιστές»). Την αποχή από το δημοψήφισμα στήριξε κατά βάση το ΚΚΕ, αλλά και άλλες μικρότερες σταλινικές ή μαοϊκές εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις, όπως και κάποιοι αναρχικοί (που ρέπουν προς τον κομμουνισμό ή την «κομμουνιστικοποίηση). Είναι συμπτωματικό της κατάστασης ότι ακόμα και η πιθανότητα ενός αριστερού «ναι» (το οποίοι προέταξε μία ελάχιστη μειοψηφία όσων θα αποκαλούσαμε μάλλον «φιλελεύθερους» αριστερούς) αποκλειόταν εκ των προτέρων ως προδοσία χωρίς την παραμικρή διάθεση διερεύνησης ή συζήτησης. Δεν υποστηρίζουμε εδώ βεβαίως, μέσω του κειμένου αυτού, την επιλογή ενός αριστερού «ναι», αλλά ακριβώς τη δυσκολία, ή ακόμα και αδυνατότητα, οποιασδήποτε σοβαρής αριστερής απάντησης στο πρόβλημα που έθεσε το δημοψήφισμα.

Για να ξαναπιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε, αυτή η κοινωνιολογική ημιτελής αυτοσυνείδηση της Αριστεράς είναι που έχει οδηγήσει και σε μία σειρά παρεξηγήσεων ως προς τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση. Επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να προωθούσε (κατά τις διακηρύξεις του) ένα πρόγραμμα λιγότερο επώδυνο για τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα, αυτό τον κατέτασσε αυτόματα στην Αριστερά σύμφωνα με την κυρίαρχη λογική (δεν θα αναλύσουμε εδώ τις εξόφθαλμες ανεπάρκειες μίας παρόμοιας κυβέρνησης σε σχέση με θέματα που αφορούν την εκκλησία, τον στρατό, τους εφοπλιστές κ.α.). Ένα παρόμοιο πρόγραμμα όμως, σε αντίθεση με αυτό της περισσότερο αυστηρής λιτότητας, μπορούμε κάλλιστα να ισχυριστούμε ότι επιδιώκει για παράδειγμα και ο Ομπάμα: αυτό τον καθιστά περισσότερο αριστερό από τη Μέρκελ; Η Αριστερά ως ιδέα έχει να κάνει με το αίτημα ριζικού μετασχηματισμού του κυρίαρχου πλαισίου προς την ατομική και κοινωνική χειραφέτηση, όχι στην πλήρη αποδοχή του πλαισίου αυτού και στην προσπάθεια βελτίωσης των συνθηκών εντός του. Όχι ότι δεν πρέπει να συνοδεύεται μία αριστερή πολιτική από μεταρρυθμίσεις και αιτήματα άμεσης ανακούφισης: το θέμα είναι η σύνδεσή τους με τον προαναφερθέντα μετασχηματισμό.

Περαιτέρω, υπάρχει ένα ακόμα πρόβλημα με τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση ως εκπρόσωπο της Αριστεράς, που έχει να κάνει με τον κρατισμό που επισημάναμε πρωτύτερα. Μία αριστερή δύναμη που έχει επίγνωση των καθηκόντων που πρέπει να διεκπεραιώσει, δεν μπορεί να εξαντλείται σε διαπραγματευτικά παιχνίδια πέντε ανθρώπων πίσω από κλειστές θύρες, ούτε σε διατάγματα υπουργικών γραφείων. Η Αριστερά ως μετασχηματιστική δύναμη δεν μπορεί να βασίζεται απλά στις ψήφους του λαού, αλλά στην οργανωμένη πλειοψηφία του, κάτι το οποίο στερείται σε μεγάλο βαθμό, όχι μόνο ο Σύριζα, αλλά ολόκληρη η Αριστερά, στην Ελλάδα και διεθνώς. Η εφαρμογή ενός αριστερού προγράμματος δεν αρκεί να διακηρυχθεί αλλά πρέπει να εφαρμοστεί, κάτι που απαιτεί συγκρούσεις που διατρέχουν ολόκληρο το κοινωνικό πεδίο. Μ’ αυτόν τον τρόπο η Αριστερά μπορεί να αναλάβει την ευθύνη των επιδιώξεών της και των αποτελεσμάτων των κινήσεών της, άρα να διασαλεύσει ουσιαστικά της καθεστηκυία τάξη, και να μην εμφανίζεται ως ο καιροσκόπος ή τζογαδόρος της εκάστοτε συγκυρίας.

Η αδυναμία υπεύθυνης επαναστατικής πολιτικής από την πλευρά της Αριστεράς, γίνεται εξόφθαλμη από τα «παντός καιρού» καλέσματά της να μετατρέψει οποιαδήποτε κρίση σε ρήξη, εξέγερση, ή ακόμα και επανάσταση. Δεν είναι όμως «κάθε μέρα πασχαλιά» για την κοινωνική επανάσταση. Κάθε επαναστατική δύναμη που σέβεται τον εαυτό της ξέρει πότε πρέπει να προχωρήσει σε καλέσματα επαναστατικής ρήξης, και πότε να επιδιώξει άσκηση επαναστατικής υπομονής. Ειδάλλως κινδυνεύουμε να καταλήξουμε είτε υπερεπεναστάτες (χωρίς επανάσταση) των λόγων και των πληκτρολογίων, είτε αντεπαναστάτες της αιώνιας αναβλητικότητας.

Όλων αυτών δεδομένων, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν φοβήθηκε, τουλάχιστον, να εμπλακεί σε μαζικές μορφές πολιτικής, σε αντίθεση με τους υπερεπαναστάτες κριτικούς του. Παρά τη στενότητα αυτής της εμπλοκής και τον μετριοπαθή αστικό χαρακτήρα της, και παρά την τελική αποτυχία της, η παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ διάνοιξε ελαφρώς τον πολιτικό ορίζοντα και την πολιτική συζήτηση γύρω από το κρίσιμο πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας (ή έδειξε ότι ο ορίζονται αυτός δεν έχει ίσως ολοκληρωτικά συντριβεί).

Tην ευθύνη για την αποτυχία αυτή έχει βεβαίως περισσότερο η κυρίαρχη δύναμη εντός ευρωζώνης, δηλαδή η Γερμανία, ασχέτως αν ο ΣΥΡΙΖΑ έπεσε σαν ερασιτέχνης στην παγίδα που του στήθηκε, χειροτερεύοντας δραματικά την κατάσταση. Η Γερμανία και οι υπόλοιπες δυνάμεις των «θεσμών», μπορούσαν να τελειώσουν το πρόγραμμα με την προηγούμενη ελληνική κυβέρνηση. Φοβόντουσαν όμως ότι μία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ σε μία Ελλάδα εκτός προγράμματος θα αναιρούσε πολλές από τις βασικές πολιτικές που είχαν επιβληθεί τα χρόνια των μνημονίων. Προτίμησαν λοιπόν να ρισκάρουν μία καταστροφή για να εξημερώσουν μία παρόμοια κυβέρνηση όταν θα ήταν ευκολότερο, προτού κλείσει το πρόγραμμα, όσο οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση θα ήταν ευάλωτη και εξαρτημένη από τους «θεσμούς». Αν ο ΣΥΡΙΖΑ εκλεγόταν μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, οι «θεσμοί» θα είχαν πολύ πιο περιορισμένα μέσα για τον έλεγχο και τη χειραγώγησή του. Προτεραιότητα λοιπόν δόθηκε στην προσπάθεια απαξίωσης του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων πιθανών κυβερνήσεων που θα αμφισβητούσαν τη λιτότητα. Οι θεσμοί λειτούργησαν άλλη μια φορά σαν τραπεζίτες και δανειστές ή, για να το θέσουμε χωρίς περιστροφές, σαν γκάνγκστερ, όχι ως υποτιθέμενοι «υπεύθυνοι» ηγέτες (με τον ίδιο τρόπο που λειτούργησαν όταν, κατά το πρώτο μνημόνιο, επέβαλαν λιτότητα χωρίς ελάφρυνση χρέους, για να προστατεύσουν τις τράπεζές τους). Η «σοδειά» αυτής της άθλιας πολιτικής των ισχυρών της Ευρώπης είναι μία περισσότερο ασταθής ευρωζώνη, βυθισμένη ακόμα στην κρίση, με τη Γερμανία πλέον να εξετάζει στα σοβαρά σενάρια που ήθελε να αποφύγει, όπως αυτό ενός «Grexit». Ένας αιώνας και βάλε, και η κατάσταση παραμένει ίδια όπως την περιέγραφε η μαρξιστική σύλληψη: η αστική τάξη δεν είναι ικανή πλέον να ηγείται, και η εργατική τάξη δεν είναι ικανή, προς το παρόν, να ηγηθεί.

Το μεγαλύτερο λάθος της νέας κυβέρνησης συνίσταται ίσως στο γεγονός ότι η ευρωζώνη ήδη άλλαζε σταδιακά προς την κατεύθυνση που επιθυμούσε ο ΣΥΡΙΖΑ: όχι προς ένα κράτος-πρόνοιας αλλά, ας πούμε, προς το «μοντέλο Ομπάμα», λιγότερο αυστηρής λιτότητας με έμφαση στη θεσμική συνεισφορά προς τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης (δεν υπονοείται εδώ ότι το μοντέλο αυτό είναι όντως καλύτερο για την εργατική τάξη και τους λαούς γενικότερα). Ο Ντράγκι ήδη δικαιωνόταν στα ευρωπαϊκά δικαστήρια εναντίον των γερμανών, κερδίζοντας το δικαίωμα εφαρμογής του προγράμματος «ποσοτικής χαλάρωσης», και το αδιέξοδο του «γερμανικού μοντέλου» γινόταν εμφανές με την καθυστέρηση ανάκαμψης της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αντί να ευθυγραμμιστεί και να ενισχύσει μια πολιτική που ήδη λάμβανε χώρα, θέλησε να «μηδενίσει το κοντέρ» και να επιχειρήσει να αναδομήσει ολόκληρη την ευρωζώνη, ωσάν κάτι τέτοιο να ήταν εφικτό απλώς με θεωρίες παιγνίων και διαπραγματευτικές τακτικές. Αντί να εκμεταλλευτεί τις ήδη υπάρχουσες αυτές τάσεις καθώς και τις αντιθέσεις εντός των «θεσμών», ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να συνενώσει τις δυνάμεις αυτές εναντίον του! Κι όλα αυτά εξαιτίας της εμμονής με το «αντιμνημονιακό» προφίλ που είχε ήδη οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στη συμμαχία με τους υπερδεξιούς ΑΝΕΛ. Μία καλύτερη εκτίμηση της διεθνούς πολιτικής κατάστασης θα οδηγούσε πιθανώς τον ΣΥΡΙΖΑ να κλείσει το προηγούμενο πρόγραμμα όταν αυτό ήταν εφικτό και η οικονομία σε φάση ελαφριάς ανάκαμψης, και μόνο στη συνέχεια, σταδιακά, να ενισχύσει τις τάσεις αλλαγής προς την κατεύθυνση που επιθυμούσε. Φοβόταν ωστόσο ότι κάτι τέτοιο θα φαινόταν ως προδοσία, οπότε επιδόθηκε σ’ αυτό το απείκασμα «σκληρής διαπραγμάτευσης» μέχρι, υποτιθέμενα, να καταλάβει εντελώς ότι δεν μπορεί παρά να συνθηκολογήσει. Συνθηκολόγηση τέτοιας καθυστέρησης που οδήγησε στην οπισθοδρόμηση της χώρας, ωσάν με χρονομηχανή, πίσω στο 2012 (όσον αφορά την ύφεση, τα ελλείμματα, το επισφαλές τραπεζικό περιβάλλον κ.α.). Ο ΣΥΡΙΖΑ επικεντρώθηκε σε τακτικές μάρκετινγκ και πειθούς ώστε να φανεί ότι «παλεύει τουλάχιστον για το καλύτερο», τακτικές κακού λαϊκισμού που έθρεψαν τον εθνικισμό και αδυνάτισαν δραματικά την οικονομία.

Αλλά υπάρχουν όρια στην ανάλυση των θεμάτων αυτών. Μία ανασυγκροτημένη διεθνής Αριστερά ως σοβαρή και οργανωμένη πολιτική δύναμη είναι προϋπόθεση τόσο για να ερμηνεύσουμε τον κόσμο μας σήμερα όσο και για να τον αλλάξουμε. Στο μέτρο που λείπει η προϋπόθεση αυτή, η υφιστάμενη Αριστερά θα εμπλέκεται σε μία σειρά από ατυχή γεγονότα, στον άχαρο ρόλο του κομφορμιστή που μονίμως κάνει την ανάγκη φιλοτιμία.

 

5/11/2014- νέο κτίριο Φιλοσοφικής Α.Π.Θ.

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Αφότου οι Ναζί ανέβηκαν στην εξουσία ογδόντα χρόνια πριν, ο αντιφασισμός αποτελεί  αναπόσταστο κομμάτι της αριστερής πολιτικής. Ο αγώνας ενάντια στους φασίστες και τους Ναζί είναι ηθικά αυταπόδεικτος, με αποτέλεσμα ο πολιτικός αντιφασισμός να είναι εξίσου αυταπόδεικτος. Εντούτοις σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους η πολιτική του αντιφασισμού ήταν εντελώς διαφορετική· γενικότερα, η συμβολή του αντιφασισμού στη διαμόρφωση της αριστερής πολιτικής είχε διαφορετική σημασία. Παρόλα αυτά, ο αντιφασισμός σήμερα εξακολουθεί να εγείρει αντικαπιταλιστικές αξιώσεις. Πού στηρίζεται αυτή η παραδοχή; Τι ήταν ο αντιφασισμός και πώς έχει αλλάξει; Με ποιο τρόπο μπορούμε μέσω της έννοιας του αντιφασισμού να συλλάβουμε καλύτερα την παρελθούσα και σύγχρονη πραγματικότητα; Ποια είναι η σημασία του αντιφασισμού σήμερα δεδομένης της απουσίας του φασιστικού μαζικού κινήματος; Η συζήτηση επικεντρώνεται στην ιστορική και πολιτική σημασία του αντιφασισμού προκειμένου να φωτίσει τα σημερινά προβλήματα της αριστερής πολιτικής.

Γιατί αναδύθηκε/αναδύεται ο φασισμός; Ποιες είναι οι ρίζες και η δυναμική της αυξημένης αυταρχικότητας που εκφράζεται/εκφράστηκε στον φασισμό; Εξακολουθεί να υπάρχει αυτή η αιτία; Πώς μπορεί να καταπολεμηθεί ο φασισμός;

Ο Μαρξ αναγνώρισε στο φαινόμενο του Βοναπαρτισμού -μετά το 1848- την αυταρχική απάντηση στην ήττα της εργατικής επανάστασης. Μέχρι ποιο βαθμό μπορεί ο φασισμός του '20 και του '30 να εξηγηθεί με αυτούς του όρους; Υπάρχει σύνδεση μεταξύ της ανόδου των Ναζί και της αποτυχίας της επανάστασης την περίοδο 1917-1919;

Ποιες τάξεις και κοινωνικά στρώματα κινητοποιεί ο φασισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός και γιατί; Σε ποιες συγκεκριμένες ανάγκες και φόβους απαντά το φασιστικό «κίνημα»; Γιατί κατέστη δυνατότερο από τους κομμουνιστές και τους σοσιαλδημοκράτες τη δεκαετία του '30;

Τι ενοποιεί την πολιτική του αντιφασισμού εκκινώντας από τη δεκαετία του '30, τα κινήματα του '60, τις δεκαετίες του '80 και του '90 μέχρι σήμερα; Δεδομένης της απουσίας ενός απροκάλυπτου φασισμού, τι εκφράζει αυτή η συνέχεια του αντιφασιστικού αγώνα; Μπορεί ο αντιφασισμός σήμερα, και αν ναι πώς, να κατανοηθεί ως συνέχεια του αντιφασισμού του ’30; Τι διαφοροποιεί τα διάφορα είδη αντιφασισμού ως προς τη ριζοσπαστικότητα την οποία  θέλουν να εκφράσουν;

Τι ακριβώς σημαίνει ο φασισμός σήμερα; Πώς διαφοροποιείται από τη μορφή που πήρε στον μεσοπόλεμο; Πώς ερμηνεύετε τον παραλληλισμό της σημερινής Ελλάδας με τη δημοκρατία της Βαϊμάρης; Μπορεί να υπάρξει αναβίωση του φασισμού με αυτήν την έννοια;

Ποιος είναι ο στόχος του αντιφασιστικού αγώνα σήμερα; Ποια είναι η σχέση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής του αντιφασισμού; Μας βοηθάει ο αντιφασισμός σήμερα να κατανοήσουμε την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα και να την αλλάξουμε; Αν ναι, πώς;

Iστορικά, δυνάμεις που σχετίζονταν με τη Δεξιά/το κατεστημένο υποστήριξαν την ανάγκη για αντιφασιστική κοινή δράση (Σύμμαχοι εναντίον Χίτλερ). Στην Ελλάδα σήμερα η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι κάνει το ίδιο διώκοντας τη Χρυσή Αυγή. Υπάρχει αντιφασισμός από μια δεξιά προοπτική;

Ομιλητές

Κατερίνα Κλείτσα: οργάνωση Ξεκίνημα

Μάριος Εμμανουηλίδης

Θωμάς: Αντιφασιστικό Πυρήνας Θεσσαλονίκης (ACT)

Αντώνης Γαζάκης: μέλος Αντιφασιστικής Συνέλευσης Αλληλεγγύης

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Κατερίνα Κλείτσα: Το ερώτημα γιατί αναδύεται ο φασισμός σχετίζεται με τις κοινωνικές συνθήκες σε κάθε εποχή. Ένα μεγάλο κομμάτι των μεσαίων στρωμάτων καταστράφηκε με γρήγορο ρυθμό εντός της κρίσης και αναζητά γρήγορες και άμεσες λύσεις. Εκφράζει επίσης την οργή εξαιτίας των ανισοτήτων του συστήματος.

Αρκεί όμως η οικονομική κρίση για να γεννηθεί ο φασισμός; Στην Ιρλανδία για παράδειγμα ενώ οι οικονομικές συνθήκες μοιάζουν με της Ελλάδας (μνημόνια, λιτότητα) δεν υπάρχει η δεύτερη προϋπόθεση που είναι η πολιτική κρίση.

Αναγνωρίζοντας τις συνθήκες που γεννούν το φασισμό οδηγούμαστε στην  επιλογή των συμμάχων εναντίον του. Πρώτα όμως πρέπει να δούμε πως αντιμετωπίζουμε τον κόσμο που ψηφίζει φασιστικά και ναζιστικά κόμματα. Ένα κομμάτι του κόσμου αυτού είναι γαλουχημένο με τις φασιστικές ιδέες και θα ήταν μάταιο να προσπαθήσουμε να τους πείσουμε για κάτι. Το μεγαλύτερο όμως κομμάτι, παρότι συντηρητικό, έχει σημασία να προσεγγιστεί.

Το βασικό ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε δεν είναι αν κάποιος-α ξέρει ή όχι τι είναι ένα ναζιστικό κόμμα αλλά οι λόγοι που την-τον κάνουν να το ψηφίζει.

Τα ιστορικά παραδείγματα μας βοηθάν στην εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων. Το κομμουνιστικό κόμμα της Γερμανίας καθόλη τη δεκαετία του ’30 υποστήριζε ότι ο κύριος εχθρός είναι η ανάπτυξη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και αποκαλούσε τα μέλη και τους ψηφοφόρους του σοσιαλφασίστες. Η ίδια λανθασμένη πολιτική ακολουθήθηκε και στις εκλογές όπου η άρνηση του ΚΚΓ για συνεργασία «έστρωσε» το δρόμο για την εξουσία στο Χίτλερ.

Ένα μεγάλο μέρος της μαχητικής εργατικής τάξης πρόσκεινταν στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (υπήρχαν ακόμα και ένοπλες πολιτοφυλακές που επιτίθεντο σε φασίστες) και σε ένα ενδεχόμενο κάλεσμα για Αριστερή ενότητα εναντίον των φασιστών θα είχε μετακινηθεί πιο αριστερά.

Ο φασισμός είναι δομικό κομμάτι του συστήματος και με αυτή την έννοια πρέπει να είμαστε πάντα σε εγρήγορση. Πρέπει παρόλα αυτά να διακρίνουμε την απολυταρχική από τη φασιστική λογική. Η ασαφής διάκριση προκαλεί άμβλυνση των αντιφασιστικών αντανακλαστικών του κόσμου καθώς και σύγχυση γύρω από το τι αντιπροσωπεύει το κάθε κόμμα.

Σήμερα υπάρχουν φασίστες αλλά όχι φασιστικό κίνημα. Κάνοντας τον παραλληλισμό με τη Γερμανία του 1930 βρίσκουμε κοινά σε σχέση με τις συνθήκες ζωής και τις αντιφάσεις των εργαζομένων τότε και τώρα. Θα βρούμε όμως και μια πολύ μεγάλη διαφορά: η διαφορά είναι ότι για μας η μάχη δεν έχει ακόμα χαθεί και ότι ακόμα μπορούμε να χτίσουμε το αντιφασιστικό κίνημα.

Η εργατική τάξη σήμερα δεν έχει δώσει ακόμα τις μεγάλες της μάχες. Συνεπώς παράλληλα με την αντιφασιστική δράση οφείλουμε να ενισχύουμε τους κοινωνικούς εργατικούς αγώνες.

Η αντιφασιστική δράση κυρίως σε περιόδους ύφεσης του αντιφασιστικού κινήματος πρέπει να έχει χαρακτηριστικά όπως, το χτίσιμο βάσεων και αντιφασιστικών επιτροπών σε γειτονιές και εργασιακούς χώρους, η αντισυστημικότητα στο λόγο μας σε αντίθεση με τον ψευδή αντισυστημικό ρόλο των ναζιστικών-φασιστικών κομμάτων (της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα). Η δημιουργία ομάδων αυτοάμυνας που θα υπερασπίζονται την κοινωνία καθώς και η συνεργασία και αλληλεγγύη ανάμεσα στις αριστερές οργανώσεις και στις αναρχικές ομάδες είναι επίσης δύο σημαντικοί στόχοι.

Στον αγώνα ενάντια στην άνοδο του φασισμού ένα κομμάτι της αστικής τάξης μπορεί να θελήσει να συμμετέχει. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε τα κίνητρα και τις επιδιώξεις αυτού του κομματιού. Τα κίνητρα αυτά είναι η επιδίωξη των συμφερόντων για το μερίδιο αυτό της αστικής τάξης. Μελετώντας την ιστορία η αστική τάξη αντιλαμβάνεται ότι αν φασιστικά κόμμα έρθουν στην εξουσία μπορούν εύκολα να βγουν εκτός ελέγχου. Αυτό είναι προφανώς ενάντια στα συμφέροντα και στις επιδιώξεις τους σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.

Μάριος Εμμανουηλίδης: Ο φασισμός, με τις καθημερινές μύριες πτυχές του, είτε είναι πάντα εδώ κοντά μας, είτε είναι ένα χονδροειδές σκίτσο, ένας μηχανισμός ο οποίος είναι οριακά ενταγμένος στην κρατική στρατηγική. Αν ο μοναδικός αντιφασισμός ενάντια στην χονδροειδή αυτή τακτική είναι η μάχη, το θαρραλέο σώμα ενάντια στη φασιστική ατιμία, η μάχη εναντίον των καθημερινών μικρών φασισμών, των ενταγμένων στο κοινωνικό σώμα, είναι δύσκολη και διαρκής.

Ο φασισμός, ως η χονδροειδής πολιτική στρατηγική, είναι τώρα πλέον λειτουργικά άχρηστος για την πολιτική οικονομία της εξουσίας. Από τη άποψη της αντιφασιστικής δράσης αν κάτι έπρεπε να είχε γίνει, θα έπρεπε να είχε γίνει το φθινόπωρο του 2012 όταν η Χρυσή Αυγή κυριαρχούσε το κοινωνικό χώρο.  Αυτή η μάχη δε δόθηκε ποτέ. Αυτή η λειψή αντιφασιστική δράση ίσως σχετίζεται με την εδαφικοποίηση της εξέγερσης του 2011 στο Σύριζα και την ανάθεση ξανά στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς. Τώρα υπάρχει μια διαρκής μη μάχη, είναι η μάχη με το μετανεοφιλελευθερισμό.

Ποια ήταν η στρατηγική λειτουργία του φασισμού που κυβέρνησε την ελληνική κοινωνία το 2012; Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η σημασία της διερώτησης του φασιστικού φαινομένου.

Η κατανόηση του παρόντος σχετίζεται με μια αντιφατική διαδικασία αναδιάταξης των τρόπων εξουσίας για την επιβολή των νέων κανόνων ζωής. Στην κατανάλωση της θετικής συσχέτισης των ρατσιστικών πρακτικών του κράτους και της Χρυσής Αυγής εξίσου και στην παραγωγή ενός μετακρισιακού πληθυσμού εργασίας υποτιμημένης αξίας και πειθαρχημένης γενικής νόησης. Ένας πληθυσμός σε αντιστοίχιση με τις συνθήκες χρηματιστικοποίησης του καπιταλισμού.

Η Χρυσή Αυγή δεν αποτέλεσε αντίσταση στο σύστημα αλλά ούτε και δεκανίκι της εξουσίας. Η Χρυσή Αυγή προσέφερε την πρόταση θεραπείας μέσω φαρμακείας της κρίσης της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής και αποτέλεσε μια μηχανή αιχμαλώτισης και μετατροπής του πληθυσμού σε στοιχεία ενίσχυσης και επέκτασης του κυριαρχικού κράτους. Επίσης αιχμαλώτισε την ηθικολογική κριτική που ασκούσε ο πληθυσμός στο κράτος και στην κοινωνία. Με λίγα λόγια αποτέλεσε τον αποφασιστικό παράγοντα για την ήττα της εξέγερσης.

Αναζητώντας τη στρατηγική λειτουργία του φασισμού-ρατσισμού του καιρού μας αυτό συνεπάγεται 3 τουλάχιστον μεθοδολογικές δεσμεύσεις.

Η πρώτη είναι να αποφεύγουμε τον πειρασμό της αναλογίας και της συνέχειας. Αναφέρομαι στο δημοφιλή πειρασμό να αναζητούμε αναλογίες με την κρίση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης και στη  συνέχεια να εξάγουμε τα όποια πολιτικά συμπεράσματα. Η δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι ένας τόπος συνεχούς επιστροφής. Εδώ η Χρυσή Αυγή δεν επεδίωξε ούτε την άλωση του κρατικού μηχανισμού , ούτε την καταστροφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Η αναζήτηση αναλογιών, συνεχειών και καταγωγών είναι μια αδύναμη σκέψη. Η κατανόηση είναι μια διαδικασία κατανόησης διαφορών. Το ζήτημα είναι να αναζητήσουμε την διαφορά και αυτό που παρήγαγε τη δυναμική της Χρυσής Αυγής τώρα.

Η Χρυσή Αυγή όπως και ο Σύριζα αποτέλεσαν συμπτώματα της διαχείρισης της κρίσης, την αντίσταση του πληθυσμού σε αυτή την κρίση και την μεταστροφή των αφηγήσεων για την κρίση.

Η δεύτερη μέθοδος αφορά την έννοια της κατάστασης εξαίρεσης στον Αγκάμπεν.  Η έννοια προσέφερε στον αναρχικό χώρο μία αντιφασιστική θεωρία που δεν είχε, παρόλο που η αντιφασιστική του δράση ήταν αξιέπαινη. Η χρήση και κατάχρηση της θεωρίας της κατάστασης εξαίρεσης έγινε με δύο τρόπους: πρώτον είτε με την ανάγνωση «αυτό που ζούμε αποτελεί μία κατάσταση εξαίρεσης, με τον νόμο να παραμένει σε ισχύ» με παράγωγα πολιτικά συμπεράσματα είτε την καταφυγή στη συνταγματικότητα ή αναμονή της ισχύος του νόμου και δεύτερον με την ανάγνωση «τώρα βρισκόμαστε σε μία κατάσταση εξαίρεσης όπου στο κέντρο του δικαιικού συστήματος έχει εφαρμοστεί η ανομία» με πολιτικό συμπέρασμα τη βίαιη αντιπαράθεση με την εξουσία.

Ωστόσο η παρούσα συνθήκη δεν είναι μία κατάσταση εξαίρεσης αφού δεν πρόκειται για μία οντολογική υποταγή του πληθυσμού στη βιοπολιτική κυριαρχία αλλά για την αναγκαιότητα ενός αγώνα και τους κανόνες μιας στρατηγικής. Αυτό που ζούμε έχει να κάνει με τη θεμελίωση μίας νέας κανονιστικότητας.

Αν μας ενδιαφέρουν οι στρατηγικές των εξουσιών και αυτή είναι η τρίτη μεθοδολογική δέσμευση, δε μας ενδιαφέρει η αναζήτηση της διάβρωσης των κρατικών μηχανισμών από το φασιστικό χέρι. Ο φασισμός δεν είναι ο πραγματικός εχθρός και ο λόγος περί κρατικού αυταρχισμού κρύβει την ταυτόχρονη με την κυριαρχία κατάσταση μειωμένης κρατικής δύναμης. Ο φασισμός είναι μια δαπανηρή λειτουργία για την οικονομία της εξουσίας γιατί ο τρόμος δεν μπορεί ποτέ να είναι διαρκής.

Η ρατσιστική επιδρομή στους εξαθλιωμένους αποτέλεσε τον ακραίο δίαυλο των σημάτων εμπέδωσης του νέου καθεστώτος ζωής στο νόμιμο πληθυσμό. Η φασιστική απειλή αποτέλεσε ένα δίαυλο εισαγωγής σε 3 κύρια θεωρητικά πολιτικά αντικείμενα του καιρού, η ουσία του κακού που ζούμε, ο νόμος της διαδικασίας.

Το πρώτο είναι η κρίση του κράτους ως διαρκής κρίση διακυβέρνησης. Πλέον το κράτος θα αδυνατεί όχι μόνο να κατανοεί αλλά και να ελέγξει τις χρηματοροές καθώς αυτές αδιαφορούν πλέον για το κράτος και το παρακάμπτουν. Το δεύτερο αντικείμενο είναι ότι το πεδίο της οικονομίας έγινε αόρατο ακόμα και για το ίδιο το κεφάλαιο. Υπάρχει κρίση της αξιολόγησης της αξίας αλλά όχι και κρίση κερδοφορίας του κεφαλαίου. Το τελευταίο και πιο σημαντικό είναι η συνεχής κατάσταση του πληθυσμού σε κρίση και αξιολόγηση. Πρόκειται για τη νέα συνθήκη όπου κράτος, κεφάλαιο και πληθυσμός προσπαθούν διαρκώς να ξεφύγουν από το αναπάντεχο κακό, μία συνθήκη που ούτε το όνομα του νεοφιλελευθερισμού ούτε το όνομα του φασισμού αρκεί για να περιγράψει.

Θωμάς: Ο φασισμός αναδύθηκε ως αντιστάθμισμα στον κομμουνισμό σε περίοδο γενικευμένης κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, ως διέξοδος μέσω του επεκτατισμού , του ιμπεριαλισμού και της καταναγκαστικής εργασίας. Υπερασπιζόμενος τον μικροαστισμό, τις συντεχνίες και τα συμφέροντα της εθνικής εργατικής μάζας, μέσω συντηρητικών πολιτικών ο φασισμός εδραιώνει την πλήρη κυριαρχία της αστικής τάξης και του κεφαλαίου.

Ο φασισμός υπερεντατικοποιεί τις σχέσεις εκμετάλλευσης του πληθυσμού. Οι ρίζες του προέρχονται από την υλική και πνευματική φτώχεια και την εξαθλίωση που προκαλεί ο καπιταλισμός και οι κρίσεις του ενώ το δόγμα του είναι η καθαρότητα του έθνους. Με οδηγό τον άνδρα και λατρεία του την πατριαρχική πυρηνική οικογένεια οι φασίστες οικοδομούν μία άκρως συντηρητική κοινωνία.

Αναλύοντας ιδεολογικά, θεωρητικά και πρακτικά τις αιτίες που τον προκαλούν και λαμβάνοντας υπόψιν ότι προέρχεται από τον καπιταλισμό και τις καθημερινές λειτουργίες του, ο φασισμός καταπολεμείται. Η καταπολέμησή του εμπεριέχει την άρνηση του τρόπου παραγωγής, αξιών και ιδεών του.

Στον πόλεμο ενάντια στον καπιταλισμό αντιπαραθέτουμε τον κομμουνισμό. Σε περιπτώσεις εξεγέρσεων και οξυμένων ταξικών συγκρούσεων που δεν μετατράπηκαν σε επαναστάσεις τα μέτρα που παίρνονται ισχυροποιούν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Στην περίπτωση του φασισμού επιβεβαιώνεται ο κανόνας. Μετά τις προσπάθειες των σπαρτακιστών στη Γερμανία και των εργατικών συμβουλίων στην Ιταλία για την κατάκτηση της εξουσίας, ακολούθησε η οργανωμένη επίθεση του κεφαλαίου. Η σύνδεση μεταξύ της ανόδου των ναζί και της αποτυχίας της επανάστασης του ’17-’19 είναι άμεση.

Ο εθνικοσοσιαλισμός κινητοποιεί όλα τα κοινωνικά στρώματα με έμφαση στη μεσαία τάξη. Αναλογιζόμενοι τις συνθήκες που επικρατούν στις χώρες που αναδύθηκαν φαινόμενα φασισμού και ναζισμού, παρατηρούμε ότι η συγκρότηση του εθνικού αστικού κράτους καθυστερεί αρκετά λόγω αντίστασης από την προηγούμενη φεουδαρχική μορφή. Η Γερμανία και η Ιταλία μαζί με τη Ρωσία «φθάνουν» καθυστερημένα στον καπιταλισμό.

Μέσω της εκμετάλλευσης της εργατικής μάζας και του κρατικού παρεμβατισμού ο εθνικοσοσιαλισμός τρέχει προς τα εμπρός εδραιώνοντας την ευημερία για μια μεγάλη μερίδα των Γερμανών. Η μικροαστική τάξη επανδρώνει τις κρατικές θέσεις στους κρατικούς μηχανισμούς που ήδη είχε κρατήσει επιρροή η φεουδαρχία και η συγκέντρωση κεφαλαίου βοηθάει τις επενδύσεις. Επαναφέροντας το χαμένο κύρος από τους χαμένους πολέμους, τα φασιστικά κινήματα απαντάνε στο φόβο του διαφορετικού δημιουργώντας συνθήκες επιβίωσης κανονιστικού περιβάλλοντος.

Η πολιτική του αντιφασισμού ενοποιεί την αμφισβήτηση του καπιταλισμού και του φασιστικού μοντέλου παραγωγής. Ο φασισμός είναι ένα πολιτικό σύστημα που γεννήθηκε πριν περίπου ένα αιώνα. Από αυτήν την τάση προέρχονται και οι θιασώτες του φασισμού σήμερα και φέρουν χαρακτηριστικά του. Συνεπώς αν και οι συνθήκες έχουν αλλάξει το περιεχόμενο παραμένει το ίδιο. Ο αντιφασισμός σήμερα είναι συνέχεια του αντιφασισμού του ’30.

Ένα σημείο που πρέπει επίσης να εξεταστεί είναι αυτό της παγκοσμιοποίησης, η άνοδος των παραγωγικών δυνάμεων, η μη ύπαρξη ανταγωνιστικού κινήματος σε παγκόσμιο επίπεδο που να απειλεί τον καπιταλισμό καθώς και το γεγονός ότι κυβερνήσεις συνεργασίας υπάρχουν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στόχος του αντιφασιστικού κινήματος σήμερα είναι η ανάδειξη των τάσεων αυτών και των αιτιών που προκαλούν το φασισμό.

Ο τρόπος αναπαραγωγής της προσωπικότητας στην καθημερινότητα είναι η αρχή του αντιφασισμού που συμπληρώνει το σύνολο του αντιφασιστικού αγώνα. Ο αντιφασισμός μας βοηθάει να αλλάξουμε πρακτικά την κοινωνική πραγματικότητα καλυτερεύοντας τις συνήθειες μας και στη συνέχεια τις συνθήκες διαβίωσής μας, δημιουργώντας τον κομμουνισμό στην πράξη.

Σε αυτή τη βάση αποδεχόμαστε τα δημοκρατικά αισθήματα του κόσμου που θέλει να δράσει όμως μέσα από αυτή τη δράση πρέπει να αναπτυχθεί η πραγματική όψη της δημοκρατίας που δεν είναι άλλη από τη λαϊκή ισότητα, κοινή ιδιοκτησία, διαφάνεια, πολιτικός φιλελευθερισμός. Η αποδοχή στον επιφανειακό αντιφασισμό κρατικό ή μη καθώς αυτός λειτουργεί ως βαλβίδα αποσυμπίεσης των υγιών κοινωνικών αντιφασιστικών αντανακλαστικών.

Ο φασισμός δεν είναι παρά εντατικοποιημένος καπιταλισμός, συνεπώς δεν μπορεί να υπάρξει αντιφασισμός που δε θα είναι αντικαπιταλιστικός.

Αντώνης Γαζάκης: Για να απαντήσουμε στο ερώτημα ποια πρέπει να είναι η πολιτική του αντιφασισμού σήμερα πρέπει πρώτα να απαντήσουμε τι σημαίνει φασισμός, τόσο ιστορικά όσο και ιδεολογικά. Αν στο μυαλό μας έχουμε με διαφορετικό τρόπο την έννοια του φασισμού τότε και ο αντιφασισμός θα είναι κάτι διαφορετικό.

Είναι σημαντικό να διακρίνουμε τη διαφορά μεταξύ φασισμού και ενός απολυταρχικού ή ολοκληρωτικού καθεστώτος. Ο φασισμός είναι μια ιδεολογία που στον πυρήνα του έχει όχι μόνο τον εθνικισμό και το ρατσισμό αλλά και τη θεοποίηση της βίας ως πρόταση λύσης των προβλημάτων. Στη συνέχεια έρχεται η ομάδα με «κοινά» χαρακτηριστικά και η υπακοή στον αρχηγό.

Ενώ από τους προηγούμενους ομιλητές-ομιλήτριες εξετάστηκε η σχέση και υποστήριξη της μεγαλοαστικής τάξης στο φασισμό υπάρχει ένα έλλειμμα γύρω από το γιατί ο φασισμό αποτέλεσε πόλο έλξης για μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας. Τι είναι δηλαδή αυτό που συγκινεί το ένα τρίτο περίπου της γερμανικής κοινωνίας και στις μέρες μας αυτό που συγκινεί το 10% στην Ελλάδα;

Η έλξη προς το φασισμό έχει να κάνει τόσο με ένα υπόβαθρο εθνικισμού και την καλλιέργεια της αντίληψης ότι το έθνος είναι το καλύτερο και ταυτόχρονα το πιο κυνηγημένο από όλα αλλά και με το γεγονός ότι το σύστημα πλέον δεν ικανοποιεί τις μάζες όπως τις ικανοποιούσε προηγουμένως.

Αν στη δεκαετία του 20 και του 30 μπορούμε να πούμε ότι ο κόσμος δεν γνώριζε τι σήμαινε ο φασισμός, που ήταν ένα νέο φαινόμενο, σήμερα υπάρχει η ιστορική εμπειρία του που οδήγησε και οδηγεί.

Η άνοδος της Χρυσής Αυγής δεν σχετίζεται μόνο με την οικονομική κρίση αλλά και με τη βιολογική εξαφάνιση όσων βίωσαν τη φασιστική κατοχή. Επίσης δεν εξηγείται από το απλοϊκό σχήμα ότι οι κεφαλαιοκράτες βλέποντας την άνοδο του Σύριζα χρηματοδότησαν και υποστήριξαν το φασιστικά μορφώματα.

Η ανάδειξη της Χρυσής Αυγής μετά το 2012 είχε να κάνει με το ότι ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας του οποίου η σχέση με την πολιτική ήταν πελατειακή και αναθετική, χάνει αυτή τη δυνατότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι κοινωνιολογικά το μεγαλύτερο ποσοστό των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής είναι μικρομεσαίοι και άνεργοι. Στην αρχή αυτή η τάση εκφράζεται ως τιμωρία στους προηγούμενους πολιτικούς προστάτες ενώ στη συνέχεια μετατρέπεται σε υστερόβουλη επιδίωξη κέρδους.

Η διαφορά σε σχέση με τα φασιστικά κινήματα της δεκαετίας του ’30 είναι ότι σήμερα ο φασισμός τουλάχιστον στην Ελλάδα, ακόμα και αν όπως ειπώθηκε από προηγούμενο ομιλητή «κυβέρνησε»  για ένα διάστημα την Ελλάδα δεν καταφέρνει μεγάλες λαϊκές μάζες να σταθούν στο πλευρό της. Σήμερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Χρυσή Αυγή μοιάζει να είναι μία καρικατούρα των παλιών φασιστών.

Ένας πραγματικός αντιφασισμός πρέπει να έχει ως στόχο τον καπιταλισμό. Υπάρχει όμως και ένα άλλο διακύβευμα. Είναι κρίσιμο ο εμπράγματος φασισμός που θέτει σε κίνδυνο τη ζωή μελών της εργατικής τάξης πρέπει να πολεμάται ακόμα και αν αυτοί με τους οποίους πολεμάς δεν έχουν στο μυαλό τους το όραμα του κομμουνισμού.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Ο φασισμός είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο ή είναι μια πολιτική της άρχουσας τάξης;

Μάριος Εμμανουηλίδης: Δεν πρέπει να αναζητούμε ποτέ τι είναι ένα πράγμα. Πρέπει να δούμε πως λειτουργούν τα πράγματα, να απαντήσουμε στο πως και όχι στο τι.

Κατερίνα Κλείτσα: Δεν υπάρχει κανένας λόγος για να μπαίνουν αντιπαραθετικές οι δύο αυτές ερμηνείες. Μέσα από τις κοινωνικές αντιφάσεις ένα κομμάτι του κόσμου θα βγάλει ρατσιστικά και φασιστικά συμπεράσματα. Εκεί σίγουρα θα παίξει ρόλο η στάση που θα κρατήσει η αστική τάξη, αν δηλαδή επενδύσει στη δημιουργία φασιστικού πυρήνα.

Αντώνης Γαζάκης: Τα πράγματα ορίζονται είτε μιλάμε για τη λειτουργία τους είτε μιλάμε για τα στατικά τους χαρακτηριστικά. Αν διευρυνθεί πολύ ο ορισμός μίας έννοιας χάνει σε μεγάλο βαθμό την ουσία της, για αυτό είναι προβληματικό η έννοια φασισμός να αποδίδεται σε πολλές διαφορετικές αντιλήψεις. Ένας ορισμός είναι μια δυναμική έννοια.

Ο Κόλλιν Σπαρκς στο βιβλίο του ποτέ ξανά φασισμός ορίζει ως φασισμό «τα μαζικά κινήματα της μεσαίας τάξης με σκοπό να συντρίψουν τις οργανώσεις και τα κόμματα της εργατικής τάξης». Υπάρχει και η αντίληψη ότι ο φασισμός δεν αποτελεί ιδεολογία, αλλά ευκαιριακά υιοθετεί πολιτικές απόψεις.

Μάριος Εμμανουηλίδης: Αν ακολουθήσουμε αυτή τη συλλογιστική η Χρυσή Αυγή δεν είναι φασιστική, καθώς δεν αποτελεί κίνημα..

Ποια είναι η άποψή σας για την ενότητα του αντιφασιστικού κινήματος; Πάνω σε ποια βάση και με ποιο οργανωτικό τρόπο μπορεί αυτή να οικοδομηθεί;

Κατερίνα Κλείτσα: Πολλές φορές οι διάφορες οργανώσεις της Αριστεράς έχουν καταφέρει να οργανώσουν κοινές δράσεις όπως για παράδειγμα στην εναντίωση του ανοίγματος γραφείων της Χρυσής Αυγής. Είναι σημαντικό να υπάρχει κοινή αντιφασιστική δράση εξίσου σε επίπεδο γειτονιάς.

Μάριος Εμμανουηλίδης: Η Χρυσή Αυγή επαναδαφικοποίησε ξανά την πολιτική από αντιδραστική σκοπιά και η «σύγκρουση» έγινε χωρική και μάλιστα στο μικρό χώρο. Είναι τυχαίο ότι στη Θεσσαλονίκη παρότι θεωρείται πόλη με έντονα εθνικιστικά χαρακτηριστικά, μετά την επίθεση στα γραφεία της Χρυσής Αυγής, δεν μπόρεσε να οργανωθεί και να σηκώσει κεφάλι;

Κατά τη γνώμη μου δεν είναι σημαντικός ο αντιφασιστικός αγώνας. Ο αντιφασιστικός αγώνας, την ίδια στιγμή που πρέπει να δίνεται, αμβλύνει το πεδίο της πάλης και καταλήγει σε ένα δίπολο «φασισμός ή δημοκρατία».

Θωμάς: Για να υπάρξει μια πολιτική συνεργασίας πρέπει να υπάρχουν κοινοί στόχοι και θέσεις. Υπάρχει μια μεγάλη μερίδα της Αριστεράς που δεν βλέπει την ανάγκη για αντιφασιστικό αγώνα.

Το να κλείσουν τα γραφεία της Χρυσής Αυγής όσο υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν και αναπαράγονται με την κουλτούρα του φασισμού είναι μάταιο.

Αντώνης Γαζάκης: Το βασικό ερώτημα είναι «ποιος είναι ο στόχος του αντιφασισμού;». Παρατηρούμε ότι τα αντιφασιστικά χαρακτηριστικά ανταποκρίθηκαν λόγω μιας έκτακτης ανάγκης δηλαδή της υπαρκτής υπόστασης της Χρυσής Αυγής μετά το 2011.

Θα συμφωνήσω ότι ο αντιφασισμός δεν πρέπει να είναι πρόταγμα από μόνο του. Όταν όμως έχεις επιθέσεις από φασίστες υπάρχει η ανάγκη για αντιφασιστική δράση ενάντια στη φασιστική.

Θεωρώ σημαντικό σε τέτοιου είδους συζητήσεις να τονίζεται η σύνδεση μορφής και περιεχομένου. Οι περισσότερες τοποθετήσεις περιστράφηκαν γύρω από τη δομή του φασισμού.

Θα ήταν σημαντικό να δούμε ποιες πολιτικές ήταν εφικτό να αναπτυχθούν τις δεκαετίες του ’20 και του ’30 δηλαδή την περίοδο των μεγάλων προλεταριακών επαναστάσεων. Οι πολιτικές αυτές ήταν δύο. Η πρώτη ήταν η επαναστατική πολιτική που έθετε το ζήτημα των ορίων της εθνικής πολιτικής και του μετασχηματισμού της και από την άλλη ο φασισμός. Όσων αφορά το περιεχόμενο ο φασισμός είναι η συνέχιση της κοινωνίας που στηρίζεται στην ατομική ιδιοκτησία και ιεραρχία με μορφές επαναστατικές. Όσον αφορά τον αντιφασισμό εγώ θα τον περιέγραφα ως μια ηγεμονία της επαναστατικής πολιτικής πάνω στο συντηρητισμό της περιόδου εκείνης ενώ το φασισμό την ηγεμονία της συντηρητικής πολιτικής πάνω στην επαναστατική πολιτική. Ισχύει κάτι παρόμοιο σήμερα; Εξαντλείται το περιεχόμενο του φασισμού στη Χρυσή Αυγή;

Μάριος Εμμανουηλίδης: Ο φασισμός συνεχώς διατείνεται ότι θα βάλλει τάξη στο χάος. Η θεραπεία που προτείνει είναι επίσης άμεσου χρόνου. Αυτή η αίσθηση προδοσίας διοχετεύτηκε στη Χρυσή Αυγή.

Αντώνης Γαζάκης: Δεν είναι απαραίτητα αυτό που υπάρχει σήμερα φασισμός τουλάχιστον για την άρχουσα τάξη. Σύμφωνα με την κλασική ρήση του Έκο «τι να τα κάνεις τα τανκς όταν υπάρχει η τηλεόραση;». Για παράδειγμα σήμερα υπήρξε μία σύγκρουση με φασίστες και αντιφασίστες αλλά αυτό που επικαθόρισε το γεγονός και την έκβασή του ήταν οι εκατοντάδες των δασκάλων τριγύρω που αδιαφορούσαν για τον ξυλοδαρμό των φασιστών. Μπορεί αυτό ζούμε να μοιάζει τρομακτικό αλλά έχω την αίσθηση ότι η άρχουσα τάξη δεν έχει ανάγκη να επιστρέψει σε ένα μοντέλο καθαρού φασισμού.

Θωμάς: Ο αντιφασισμός είναι θέση κατάφασης και όχι άρνησης. Όσο ο καπιταλισμός συνεχίζει να αναπαράγεται, θα αναπαράγει τις κρίσεις του με αποτέλεσμα τη μεγέθυνση των άκρων της πολιτικής. Αν δούμε τον αντιφασισμό ως άρνηση διατρέχουμε τον κίνδυνο να πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον διαρκώς αυξανόμενο πληθυσμό που εντός του καπιταλισμού συσσωρεύεται στο άκρο του  φασισμού και μοιάζει σαν τέρας δύσκολο τόσο στην κατανόηση όσο και στην επεξεργασία. Για αυτό το λόγο πρέπει να τσακίσουμε το τέρας κάνοντας την κατάφαση στον αντιφασισμό επίθεση εναντίον του.

Σε μια συζήτηση με μια antifa ομάδα της Γερμανίας υπήρξε μια διαφορετική αναλογία με αυτή της Βαϊμάρης που αναφέρθηκε εδώ. Η αναλογία ήταν με την κατάσταση που επικράτησε στη Γερμανία μετά την επανένωση. Η εν λόγω antifa ανέφερε τα χαρακτηριστικά εκείνης της περιόδου δηλαδή ξυλοδαρμοί μεταναστών, απρόκλητες επιθέσεις, άνοδος σε κοινωνικό επίπεδο νεοναζιστικών ομάδων και νεοναζιστικής ιδεολογία με την ανοχή της κοινωνίας και του κράτους και περιέγραψε το τέλος αυτής της ιστορίας με την ενεργό πρωτοβουλία του κράτους. Αποτιμώντας τη δράση τους, ανέφεραν ότι για μία ολόκληρη δεκαετία πήραν μέρος σε ένα ενεργό αντιφασιστικό αγώνα (χωρίς να έχουν μόνο αντιφασιστικές προκείμενες) και χωρίς να το καταλάβουν διολίσθησαν σε αμιγή αντιφασιστική δράση, σε μάχες σώμα με σώμα χάνοντας το επιχείρημα και το λόγο που η Αριστερά είναι ο φορέας του ενώ όταν ανέκαμψε ανακάλυψε ότι τον αντιφασιστικό αγώνα τον είχε αναλάβει το κράτος και ο Joschka Fischer. Έκτοτε κατέστη πολιτική ιδεολογία σε εθνικό επίπεδο ο αντιφασισμός.

Ένα ελάχιστο μίνιμουμ συμφωνίας για αντιφασιστική δράση θα μπορούσε να είναι η ανάγκη να κυκλοφορούμε χωρίς φόβο και να μπορούμε να συζητάμε και να οργανωνόμαστε καλύτερα..

Αν αποδεχτούμε ότι ο φασισμός έρχεται σε περιόδους υποχώρησης των ιδεών της Αριστεράς  για μια επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας τότε ο αντιφασισμός είναι πάντα επίκαιρος. Μπορούμε όμως να μιλήσουμε για την ιδέα της επαναστατικής αλλαγής μέσω του αντιφασισμού; Για ποιο λόγο ο αντιφασισμός ή ο αντι-αντιφασισμός είναι σήμερα σημαντικός για την ιδέα της αλλαγής της κοινωνίας;

Αντώνης Γαζάκης: Δεν πιστεύω ότι ο φασισμός υποχωρεί όταν αναδύεται η Αριστερά αλλά ως αντίβαρο στην ενδεχόμενη άνοδό της. Γιατί πρέπει όλοι οι άνθρωποι να είναι Αριστεροί ή να γοητεύονται από τον κομμουνισμό; Μπορεί εξίσου κάποιοι να γοητεύονται με τη δύναμη του έθνους και την αντίθεση στις αριστερές ιδέες. Ο αντιφασισμός είναι για πολλούς ανθρώπους η επιστροφή σε ένα δημοκρατικό ευνομούμενο κράτος.

Ειπώθηκε ότι η Χρυσή Αυγή έφερε την ήττα της εξέγερσης. Σε τι συνίσταται αυτή η εξέγερση; Υπάρχει ο διαχωρισμός και η διάκριση της κοινωνίας και του κράτους;

Μάριος Εμμανουηλίδης: Δεν λέω κράτος εναντίον κοινωνίας, μίλησα για κρατικές στρατηγικές και στρατηγικές εξουσιών.

Η Χρυσή Αυγή έπεται δύο πραγμάτων. Το πρώτο είναι ότι έπεται της κρατικής στρατηγικής, εντασσόμενη οριακά σε αυτή και έπεται της αντίστασης. Η εξέγερση του 2008 που αποτέλεσε την κρίση του πυλώνα ασφαλείας της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής και αποτέλεσε το σημείο εμφάνισης της Χρυσής Αυγής.

Η Χρυσή Αυγή εμφανίστηκε επίσης μετά την κρίση του δεύτερου πυλώνα του νεοφιλελευθερισμού που είναι η ελευθερία. Από το 2010 έως το Φλεβάρη του 2012 όλη η κοινωνία βρισκόταν σε εξέγερση. Κατόπιν το πράγμα διοχετεύεται στον κοινοβουλευτικό δρόμο. Η Χρυσή Αυγή πήρε το πεδίο από το Σύνταγμα που ήταν ένα εργαστήρι δημοκρατίας, όπως και να το κρίνουμε, μετατοπίζοντάς το στο κυνήγι των μεταναστών. Αυτό το πράγμα οδήγησε στην ομαλοποίηση. Το σύστημα δε θα μπορούσε να διαβεί κανένα κατώφλι νομιμοποίησης χωρίς τη Χρυσή Αυγή.

Αν όντως είτε μέσω της εξέγερσης είτε μέσω των ιδεών παράγεται η Χρυσή Αυγή ως λόγος και ως πρακτική τότε παράγουμε ίσως κάτι αναποτελεσματικό ή μια καρικατούρα, που παρόλα αυτά όμως θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει. Είναι μεταφορική η ερώτηση αλλά υπάρχει ανάγκη να «παράξουμε» μέσω της δράσης μας μία πραγματική αντεπανάσταση και ένα πραγματικό φασιστικό κίνημα που δε θα κρύβεται πίσω από το κράτος, ή τους εγκληματίες της νύχτας;

Αντώνης Γαζάκης: Είναι παράδοξο να μιλάμε για κοινωνικό πόλεμο και να μην υπάρχουν θύματα έστω στο συμβολικό πεδίο. Η κρατική ή φασιστική καταστολή σαν απάντηση στις κινήσεις του εργατικού κινήματος και των διαδηλωτών δεν αναγκάστηκε να σκοτώσει. Παρόλα αυτά αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει δεν είναι η αντίδραση από τη μεριά των φασιστών ή του κράτους αλλά η αποτελεσματικότητα των δράσεων μας.

Κατερίνα Κλείτσα: Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να θεωρούμε σήμερα τη Χρυσή Αυγή καρικατούρα και να νομίζουμε ότι δεν πρέπει να κάνουμε τίποτα για να τη σταματήσουμε. Η Χρυσή Αυγή θα δείξει τα δόντια της αν την αφήναμε να ανοίξει γραφεία σε κάθε πόλη ή να συμμετέχει στο συνδικαλιστικό κίνημα. Με αυτό τον τρόπο προδίδουμε το εργατικό κίνημα αφήνοντάς το απογοητευμένο και βορά στο φασισμό.