RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Chris Cutrone: Ιστορία, θεωρία

Chris Cutrone: Ιστορία, θεωρία

Θα ξεκινήσω ευθύς αμέσως με ένα ζήτημα που έθεσε ο Richard και το οποίο θα ήθελα να προσπαθήσω να αναπτύξω περαιτέρω, παραπέμποντας στην πιο «θετική» πλευρά της θεωρίας του Platypus. Όχι με τον τρόπο που έχουμε εσφαλμένα αναγνωριστεί ως νεοσυντηρητικοί, κρυφο-Σπαρτακιστές[1] ή ακαδημαϊκοί Αριστεροί φιλελεύθεροι και τι μπορεί αυτό να λέει «αρνητικά» για το εγχείρημά μας —σαν ένα αρνητικό φωτογραφίας— αλλά το πώς σκεφτόμαστε θετικά για το περιεχόμενο του εγχειρήματος σε διανοητικό επίπεδο.

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω από μια υποθετική σκέψη: θα μπορούσαμε, άραγε, να σκεφτούμε ότι η κριτική των Σπαρτακιστών στη Νέα Αριστερά της δεκαετίας του ’60 και η κριτική του Moishe Postone στη Νέα Αριστερά, όσο διαφορετικές ή αντιθετικές κι αν παρουσιάζονται, είναι και οι δύο ορθές; Με άλλα λόγια, τι θα γινόταν αν, παραδόξως, το πρόβλημα είναι ότι η Νέα Αριστερά της δεκαετίας του ‘60 ήταν «πολύ παραδοσιακή» και ταυτόχρονα «όχι και τόσο παραδοσιακή» στον Μαρξισμό της;

Θα μπορούσαν, άραγε, οι Σπαρτακιστές να είχαν δίκιο ότι ο Σταλινισμός και ο Τροτσκισμός (και ο Μπολσεβικισμός γενικότερα) δεν θα έπρεπε να συγχέονται κατά τον τρόπο που είθισται να το κάνει τόσο η σταλινοφιλική Νέα Αριστερά, ο Μαοϊσμός, ο Γκεβαρισμός κ.λπ, όσο και ο σταλινοφοβικός νεο-αναρχισμός, σιτουασιονισμός κ.λπ.; Θα μπορούσε ο Postone να είχε δίκιο ότι ο Τροτσκισμός, ως μέρος του «παραδοσιακού Μαρξισμού», δεν ήταν σε θέση ούτε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των διαφορών του καπιταλισμού στα μέσα του 20ού αιώνα σε σύγκριση με πιο πρώιμες μορφές του, αλλά ούτε και να εξηγήσει τους λόγους που η επαναστατική, προλεταριακή, ταξική συνείδηση σταμάτησε να εκδηλώνεται και έμοιαζε να μη σχετίζεται, ή ακόμα χειρότερα, να καθίσταται απολογητική του status quo της «διοικούμενης κοινωνίας» του «οργανωμένου» καπιταλισμού στα μέσα του 20ού αιώνα;

Εκείνο, όμως, που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν ούτε οι Σπαρτακιστές ούτε ο Postone είναι το γιατί οι οπτικές τους, οι οποίες υποτίθεται ότι συλλάμβαναν βαθύτερα και σε ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο το πρόβλημα του κεφαλαίου από ό,τι άλλες προσεγγίσεις εντός της Νέας Αριστεράς μετά τη δεκαετία του ’60, στην πράξη δεν βρήκαν ακόλουθους. Αν στον Platypus λέμε ότι αμφότεροι έχουν δίκιο ενώ την ίδια στιγμή αποτυγχάνουν να εξηγήσουν επαρκώς τις δικές τους μορφές συνείδησης, αυτό εγείρει ένα ενδιαφέρον παράδοξο, το οποίο μας πηγαίνει πίσω σε θέματα ιστορικής ερμηνείας για τα σημεία αφετηρίας των Σπαρτακιστών και του Postone, δηλαδή, του Μπολσεβικισμού ως επαναστατικού Μαρξισμού, αλλά και του Μαρξισμού του ίδιου του Μαρξ.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το εν λόγω πρόβλημα θίγει δύο διαφορετικές πτυχές χρονικότητας στην ιστορία της Αριστεράς: οι Σπαρτακιστές δρουν σαν να μην έχει μεσολαβήσει καθόλου ιστορικός χρόνος ανάμεσα στους ίδιους και το 1917 και ο Postone δρα ως εάν η πρόοδος του ιστορικού μετασχηματισμού να καθιστά μονίμως παρωχημένη τη μαρξιστική παράδοση.

Τόσο οι Σπαρτακιστές όσο και ο Postone αναγνωρίζουν το πρόβλημα της οπισθοδρόμησης, αν και με κάπως πιο περιορισμένο τρόπο: οι Σπαρτακιστές την τοποθετούν μετά το 1917 και ο Postone μετά το 1968. Ωστόσο, και οι δύο αντιλαμβάνονται την οπισθοδρόμηση με έναν γραμμικό και στατικό τρόπο, ως εάν οι χειραφετητικές στιγμές του 1917 και του 1968 να μπορούσαν να επαναληφθούν σε ένα μέλλον που δεν έρχεται ποτέ. Πίσω από αυτές τις δύο στιγμές υπάρχει επίσης το 1848, το οποίο συνεχίζει ακόμα να στοιχειώνει τον κόσμο μας με τον τρόπο που τον αντιλαμβάνονται οι Καταστασιακοί, οι «Αριστεροί», οι «συμβουλιακοί» ή «ελευθεριακοί» κομμουνιστές και οι «αναρχικοί». Αν, όμως, έχουν όλοι τους δίκιο ότι το 1848, το 1917 και το 1968, αποτελούν στιγμές που μας στοιχειώνουν όντως, στιγμές που οριοθετούν πράγματι τις δυνατότητες του παρόντος, τότε το ερώτημα θα ήταν: με ποιον τρόπο συμβαίνει αυτό;

Σε αντίθεση με τους Σπαρτακιστές και τον Postone, το ζητούμενο θα ήταν να κατανοήσουμε το πώς και το γιατί η ιστορική συνάφεια αλλάζει και παρουσιάζει διακυμάνσεις τόσο στο πέρασμα του χρόνου όσο και σε συνάρτηση με το παρόν. Το θέμα είναι η δυνατότητα κατανόησης μιας μη γραμμικής σύλληψης της ιστορικής προόδου και της οπισθοδρόμησης. Αν από τη σκοπιά της υπέρβασης του κεφαλαίου, η στιγμή της Μπολσεβικικής Επανάστασης παραμένει για τους Σπαρτακιστές διαρκώς επίκαιρη όσο επίκαιρος παραμένει και ο Μαρξ για τον Postone, τότε θα πρέπει να είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε το γιατί και, μάλιστα, με τρόπους που αδυνατούν να το κάνουν οι ίδιοι. Αυτό ακριβώς σκοπεύει να κάνει ο Platypus.

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω πάλι με τέσσερα παραθέματα, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη σαν ομάδα άστρων που σχηματίζουν αστερισμό. Το πρώτο είναι από τις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας του Walter Benjamin, γραμμένο το 1940:

«Ο Karl Kraus είπε ότι “ο σκοπός είναι η καταγωγή”. Η ιστορία αποτελεί αντικείμενο μιας κατασκευής, τόπος της οποίας δεν αποτελεί ο ομοιογενής και κενός χρόνος, αλλά ο χρόνος που πληρούται από τωρινό χρόνο. Έτσι, η αρχαία Ρώμη υπήρξε για τον Ροβεσπιέρο ένα παρελθόν γεμάτο τωρινό χρόνο που το απέσπασε από το ιστορικό συνεχές. Η Γαλλική Επανάσταση κατανοούσε τον εαυτό της ως επανακάμπτουσα Ρώμη. Ανέφερε την αρχαία Ρώμη όπως ακριβώς η μόδα αναφέρει ένα ρούχο του παρελθόντος. Η μόδα μυρίζεται το επίκαιρο οσοδήποτε βαθιά και αν σαλεύει στις συστάδες του άλλοτε. Η μόδα είναι ένα άλμα τίγρης προς το παρελθόν. Μόνο που λαμβάνει χώρα σε μιαν αρένα που τελεί υπό τις διαταγές της άρχουσας τάξης. Το ίδιο άλμα κάτω από τον ανοιχτό ουρανό της ιστορίας είναι το διαλεκτικό άλμα ως το οποίο ο Μαρξ συνέλαβε την επανάσταση».[2]

Στην προσπάθεια να διαβάσουμε «ανάτριχα»[3] —όπως το έθεσε ο Benjamin— την ιστορία της επιταχυνόμενης παρακμής και αυτοκαταστροφής της Αριστεράς μετά τη δεκαετία του ’60, ο Platypus έρχεται αντιμέτωπος με ένα πρόβλημα που τίθεται από τον Nietzsche στο δοκίμιό του με τίτλο «Το επωφελές και το επιβλαβές της ιστορίας στη ζωή», γραμμένο το 1873:

«Ένα άτομο πρέπει να έχει τη δύναμη και, από καιρό σε καιρό, να τη χρησιμοποιεί για να διαρρηγνύει το παρελθόν και να το διαλύει προκειμένου να μπορέσει να ζήσει […] Οι εποχές ή οι λαοί που υπηρετούν τη ζωή κατ’ αυτόν τον τρόπο, κρίνοντας και καταστρέφοντας το παρελθόν, είναι πάντοτε επικίνδυνοι και, συνάμα, εκτεθειμένοι σε κίνδυνο […] Είναι μια απόπειρα να δώσει κανείς εκ των υστέρων στον εαυτό του ένα παρελθόν, εκ του οποίου ενδέχεται να καταγόμαστε, σε αντίθεση με το παρελθόν από το οποίο όντως καταγόμαστε […]».[4]

Ωστόσο, όπως έγραψε ο Karl Korsch στο δοκίμιό του Μαρξισμός και Φιλοσοφία το 1923:

«Αυτό που είπε ο Μαρξ στον Πρόλογο της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας για την ανθρωπότητα γενικά μπορεί να εφαρμοστεί βέβαια στην εργατική τάξη που προχωρούσε τότε αργόσυρτα προς την δική της απελευθέρωση: “δεν θέτει εμπρός της παρά καθήκοντα που μπορεί να εκπληρώσει, αφού εξετάζοντας καλύτερα τα πράγματα, θα δούμε πως το εκάστοτε καθήκον αναφαίνεται πάντα εκεί όπου οι όροι για την εκπλήρωσή του έχουν ήδη διαμορφωθεί ή έχουν αρχίσει να δημιουργούνται”. Αυτή η απόφανση δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ένα πρόβλημα που υπερβαίνει τις παρούσες σχέσεις μπορεί να έχει διαμορφωθεί σε μια προηγούμενη εποχή».[5]

Όπως έγραψε ο Adorno το 1966 στην Αρνητική Διαλεκτική:

«Η κατάργηση της θεωρίας μέσω δογματικοποίησης και απαγορευμένων ταμπού για τη σκέψη συνέβαλε στην κακή πρακτική [...] Η σχέση μεταξύ αυτών των δύο στοιχείων [της θεωρίας και της πράξης] δεν είναι μια για πάντα καθορισμένη, αλλά υπόκειται σε ιστορικές μεταβολές [...] Όποιος κατηγορεί τη θεωρία ως αναχρονιστική υπακούει στον κοινό τόπο που θέλει να απορρίψει ως ξεπερασμένο αυτό που ως ματαιωμένο εξακολουθεί να πονάει. [...] Το γεγονός ότι η ιστορία άφησε πίσω της ορισμένες θέσεις τιμάται ως ετυμηγορία για το περιεχόμενο αλήθειας αυτών των θέσεων μόνον από εκείνους για τους οποίους η ιστορία είναι η Ημέρα της Κρίσεως. Αυτό που προσπεράστηκε, αλλά θεωρητικά δεν αφομοιώθηκε, μπορεί να αποκαλύψει αργότερα την εμπεριεχόμενη αλήθεια του. Αυτή θα γίνει το απόστημα της κυρίαρχης υγείας και θα το ξαναθυμίσει υπό διαφορετικές συνθήκες».[6]

Στον Platypus, συλλαμβάνουμε συνειδητά τη δραστηριότητά μας σε συνάρτηση μ’ αυτή την επιστροφή ―υπό τροποποιημένες συνθήκες ασφαλώς― σ’ αυτό που «προσπεράστηκε, αλλά θεωρητικά δεν αφομοιώθηκε». Πιστεύουμε ότι μια προσέγγιση σαν τη δική μας είναι εφικτή μόνο στον βαθμό που η ιστορία, αποτυγχάνοντας να ξεπεραστεί, εξακολουθεί να παραμένει το «απόστημα» που «μπορεί να αποκαλύψει […] την εμπεριεχόμενη αλήθεια του», αν και «μόνο αργότερα». Η προσέγγισή μας αντλεί έμπνευση από προηγούμενα μοντέλα που προέβησαν σε ένα παρόμοιο εγχείρημα και, πιο συγκεκριμένα, από τους Trotsky, Adorno και τους επιγόνους τους, δηλαδή τους Σπαρτακιστές και τον Postone.

Πιστεύουμε ότι κάποιες μορφές ιστορικής σκέψης και δράσης, όπως οι Marx, Lenin, Luxemburg, Trotsky, Lukács, Korsch, Benjamin και Adorno έχουν μια εμφανώς μεταβαλλόμενη συνάφεια με το παρόν, αλλά θεωρούμε ότι παραμένουν στον ίδιο αστερισμό με αυτό παρά την απόστασή τους, ακριβώς επειδή «η ματαίωσή τους παραμένει οδυνηρή» και «η ιστορία άφησε πίσω τις θέσεις τους» χωρίς αυτές να έχουν πραγματικά ξεπεραστεί ή αντικατασταθεί, έχοντας μόνον εσφαλμένα «απορριφθεί ως ξεπερασμένες». Όπως το θέτει ο Adorno σε ένα από τα τελευταία του δοκίμια με τίτλο «Ύστερος καπιταλισμός ή βιομηχανική κοινωνία» ή «Είναι ο Μαρξ ξεπερασμένος;»,[7] αν ο Marx έχει όντως καταστεί παρωχημένος, μπορούμε να τον υπερβούμε μόνο στη βάση της σκέψης και του μοντέλου της ιστορικής δράσης του ίδιου του Μαρξ. Στον Platypus, πιστεύουμε ότι το ίδιο ισχύει για τους Lenin, Luxemburg, Trotsky, αλλά και τον ίδιο τον Adorno.

Αν αυτές οι ιστορικές μορφές είναι πράγματι παρωχημένες αλλά με κάποιον τρόπο εξακολουθούν να τραβούν την προσοχή και τη φαντασία μας, τότε είμαστε επιφορτισμένοι με το να εξηγήσουμε τη συνάφειά τους με το παρόν, παραπέμποντας στα δικά τους μοντέλα ιστορικής σκέψης και δράσης. Έτσι, κατά μία έννοια, θα καταφέρουμε να τις «υπερβούμε», αλλά μόνο διαμέσου της «ενθύμησής» τους και με βάση τα μέσα που οι ίδιες μας παρέχουν για να τις κατανοήσουμε. Θέλουμε να μετασχηματίσουμε τους τρόπους με τους οποίους εξακολουθούν να στοιχειώνουν το παρόν μας, αλλά σε ένα πλαίσιο ευγνωμοσύνης, όχι ενοχής (όπως το θέτουν οι Horkheimer και Adorno στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού, ακολουθώντας τη φροϋδική ψυχανάλυση ως προς τη «Θεωρία των φαντασμάτων»).

Αναγνωρίζουμε ότι ο Marx και οι καλύτεροι μαρξιστές, όπως οι Luxemburg, Lenin και Trotsky, δεν πρόκειται να ξεπεραστούν παρά μόνο εάν εκπληρωθούν. Και θέλουμε να τους ξεπεράσουμε πραγματικά, σε αντίθεση με το ψευδο-ξεπέρασμά τους από τη σημερινή «Αριστερά», η οποία επιδίδεται μάλλον στην προσπάθεια απώθησης και αγνόησής τους. Το δικό μας σημείο εκκίνησης είναι η δυσφορία που προκαλεί η ενθύμησή τους ως το μείζον σύμπτωμα της ιστορίας στο παρόν.

Όμως, κάτι τέτοιο προϋποθέτει μια αρκετά σύνθετη ιστορική προσέγγιση, η οποία αποκαλείται στον Platypus οπισθοδρόμηση και κριτική ιστορία ή, αλλιώς, μια ιστορία [που πηγαίνει] ανάτριχα στα γεγονότα, σημείο στο οποίο θα επεκταθώ ευθύς αμέσως.

Ο Nietzsche περιέγραψε αυτό που αποκαλούσε «κριτική ιστορία» ως μια προσέγγιση της ιστορίας που είναι κριτική προς τον εαυτό της από τη σκοπιά των αναγκών του παρόντος. Προκειμένου να αναδείξω αυτό το σημείο, επιτρέψτε μου να παραπέμψω ξανά στο νιτσεϊκό απόσπασμα στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως:

«Δεν είναι η δικαιοσύνη αυτή που δικάζει ούτε, ακόμη λιγότερο, είναι η χάρη αυτή που εκδίδει την απόφαση, αλλά μόνο η ζωή, εκείνη η σκοτεινή κινητήρια δύναμη που λαχταράει άπληστα τον εαυτό της».[8]

Οπότε, το ερώτημα μεταστρέφεται: Αν η μνήμη του ιστορικού Μαρξισμού εξυπηρετεί πράγματι τις ανάγκες του παρόντος, με ποιον ακριβώς τρόπο συμβαίνει αυτό; Στον Platypus, αναγνωρίζουμε τόσο την ασάφεια της κληρονομιάς του επαναστατικού Μαρξισμού όσο και τους τρόπους με τους οποίους η εναλλακτική, μη επαναστατική καταγωγή της παρακμάζουσας «Αριστεράς» έχει φυσικοποιηθεί, σε βαθμό που πλέον δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια. Η αφετηρία μας είναι η υπόθεση ότι η ιστορία της Αριστεράς, παρά την ασάφειά της, είναι η πραγματική ιστορία του παρόντος· ή ακριβέστερα, με εγελιανούς όρους, ότι η ιστορία της Αριστεράς είναι η ιστορία του παρόντος στην «ενεργό πραγματικότητά» του, στη δυνατότητα για αλλαγή και μετασχηματισμό, αλλά ταυτόχρονα και στον περιορισμό αυτής της δυνατότητας. Η ιστορία της Αριστεράς είναι δεσμευτική για εμάς είτε το αναγνωρίζουμε είτε όχι.

Για παράδειγμα, ακολουθούμε την προειδοποίηση του Trotsky σχετικά με τον κίνδυνο να γίνει κανείς Σταλινικός στη «μέθοδο», αν όχι στην ανοιχτά δηλωμένη «πολιτική» του, διαπιστώνοντας κάτι που σπάνια αναγνωρίζεται, δηλαδή ότι η «Αριστερά» παραμένει δέσμια του Σταλινισμού σε μεγάλο βαθμό. Ο Ian [Morrison] είχε γράψει ένα άρθρο στο τεύχος Μαΐου του Platypus Review (#12) πάνω στην «Αναβίωση της δεκαετίας του ’30», στο οποίο παρέθεσε ένα απόσπασμα του C. Wright Mills για το πώς η «εθνικοποίηση» της Αριστεράς των δεκαετιών του ’30 και του ’40 ήταν «καταστροφική». Αναγνωρίζουμε ότι αυτή η «εθνικοποίηση», δηλαδή ο περιορισμός του ορίζοντα της Αριστερής πολιτικής, ο οποίος θεωρήθηκε δεδομένος από την Αριστερά ειδικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι η ίδια η ουσία του Σταλινισμού και της ιστορικής κληρονομιάς του στο παρόν. Κυρίως, όμως, αναγνωρίζουμε ότι η «εθνικοποίηση» της Αριστερής πολιτικής ήταν εντελώς ξένη στην αντίληψη του Marx και των ριζοσπαστών Μαρξιστών της Β’ Διεθνούς, όπως οι Lenin, Luxemburg και Trotsky. Ως εκ τούτου, βρίσκουμε στο παράδειγμά τους ένα πιθανό κριτικό σημείο υπεροχής σε σύγκριση με την επακόλουθη ιστορική πορεία της Αριστεράς.

Ο Nietzsche περιγράφει τον κίνδυνο «της απόπειρας να δώσει κανείς εκ των υστέρων στον εαυτό του ένα παρελθόν εκ του οποίου ενδέχεται να καταγόμαστε, σε αντίθεση με το παρελθόν από το οποίο όντως καταγόμαστε —μια απόπειρα πάντοτε επικίνδυνη, γιατί είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς ένα όριο στην άρνηση του παρελθόντος, και γιατί ως επί το πλείστον, οι δεύτερες φύσεις είναι πιο αδύναμες από τις πρώτες».[9]        

Στο πάνελ της Παρασκευής για την «Παρακμή της Αριστεράς στον 20ό αιώνα», ο Richard μίλησε για το πώς οι Trotsky και Benjamin μας παρέχουν την «κρυμμένη» ή εσωτερική ιστορία του 20ού αιώνα, σε αντίθεση με την «πραγματική» ιστορία, όπως αυτή εκφράστηκε στα πρόσωπα των FDR[10] και Hitler. Ο σύγχρονος κόσμος φαίνεται να έλκει την καταγωγή του περισσότερο από την ιστορία των Hitler και FDR, οι οποίοι, κατά μία έννοια, τον έκαναν αυτό που είναι σήμερα. Αλλά, με ποιον τρόπο θα μπορούσαμε να καταγόμαστε επίσης από τους Benjamin και Trotsky; Μπορούμε να διεκδικήσουμε την ιστορία τους ως δική μας ή είμαστε απλώς καταδικασμένοι να αποτελούμε τα ιστορικά προϊόντα των Hitler, FDR και Stalin (και των ακολούθων τους);

Τι νόημα έχει σήμερα για εμάς η ιστορική δυνατότητα που εκπροσωπούσαν οι Trotsky και Benjamin; Η ιστορική κληρονομιά της εναντίωσης που μας κληροδότησαν είναι σαφώς ασθενέστερη από αυτή που εν τέλει επικράτησε ως νικηφόρα. Όμως, ήταν η εναντίωση των Trotsky και Benjamin στους Stalin, FDR και Hitler άκαρπη σε βαθμό που καθιστά αδύνατη την αξιοποίησή τους στον αγώνα μας ενάντια στις συνέπειες της κληρονομιάς των τελευταίων, κι ίσως ακόμη στο οριστικό ξεπέρασμά της; Είναι με αυτήν την έννοια, λοιπόν, που είμαστε σε θέση να συζητήσουμε την κριτική του παρόντος όπως αυτή μας παραχωρείται από την ιστορία.

Ο Benjamin αντιπαρέβαλλε μια τέτοια κριτική ιστορία, την ιστορία των ηττημένων —μια κριτική του παρόντος από την άποψη της ιστορίας, σε αντίθεση με τη νιτσεϊκή κριτική στην ιστορία από την άποψη του παρόντος— στη θετική ιστορία των νικητών, δηλαδή στην κατάφαση της ιστορίας όπως συνέβη. Πρώτα, όμως, χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε τι εννοούσε ο Benjamin με τον όρο ηττημένοι: δεν ήταν απλώς θύματα της ιστορίας, αλλά εκείνοι που νικήθηκαν, εκείνοι που πραγματικά αγωνίστηκαν και έχασαν. Το παράδειγμα που φέρνει ο Benjamin είναι η Ένωση Σπάρτακος της Rosa Luxemburg στη Γερμανική Επανάσταση και τον Εμφύλιο Πόλεμο του 1918-1919. Ήταν για λογαριασμό εκείνων των ιστορικά ηττημένων που ο Benjamin έγραψε ότι η ιστορία πρέπει να διαβάζεται ανάτριχα, κόντρα στο ρεύμα των θριάμβων και τουstatus quo που συγκροτούν το παρόν. Είναι στη μνήμη των θυσιών τους, στο μίσος και την οργή που αναδύεται από την εικόνα των σκλαβωμένων προγόνων,[11] που ο Benjamin σκέφτηκε ότι ο αγώνας για χειραφέτηση στο παρόν θα μπορούσε να κινητοποιηθεί από την ιστορία· ότι η ίδια η ιστορία θα μπορούσε να υπηρετεί το παρόν αντί να το καταπιέζει αποδεχόμενη το status quo.

Με αυτήν την έννοια, στον Platypus δεν θέλουμε τόσο να πούμε ότι οι Marx, Luxemburg, Lenin και Trotsky είχαν δίκιο, όσο προσπαθούμε να τους δικαιώσουμε αναδρομικά. Δεν αποδεχόμαστε αξιωματικά τη συνάφειά τους με το παρόν, αλλά επιχειρούμε να τους καταστήσουμε σχετικούς με αυτό. Διότι, εκείνοι δεν έψαχναν απλώς να εντοπίσουν την κρίση του καπιταλισμού· αλλά προσπάθησαν να την προκαλέσουν. Η κριτική μας στο παρόν αναφέρεται αρχικά σε ό,τι μας παρέχεται από την ίδια την ιστορία: δηλαδή, στο πώς μπορεί να ασκηθεί κριτική στο παρόν από την πλεονεκτική θέση της ιστορίας.

Το 1973 —στον απόηχο της δεκαετίας του ’60— ο James Robertson, ιδρυτής της Ένωσης των Σπαρτακιστών [Spartacist League], το έθεσε πολύ καλά λέγοντας το εξής:

 «Η αλήθεια είναι ιστορικά καθορισμένη. Με άλλα λόγια, η θεώρηση του Κομμουνιστικού κινήματος των τεσσάρων πρώτων συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς βασίστηκε σε έναν ιστορικό και επιτυχή ξεσηκωμό του επαναστατικού προλεταριάτου [το 1917]. Αυτή η μεγάλη επαναστατική επιτυχία συνοδεύτηκε από μια θεωρητική τομή και γενίκευση ανάλογου βεληνεκούς [...] Είναι σαν η θεωρητική σκοπιά της προλεταριακής πρωτοπορίας κατά την περίοδο 1919-23 εντός της Διεθνούς να βασιζόταν στην κορυφή ενός βουνού. Αλλά, από το ξεκίνημα της περιόδου της τροτσκιστικής αριστερής αντιπολίτευσης μέχρι τον θάνατό της αλλά και αργότερα, το προλεταριάτο έγινε μάρτυρας μιας σειράς από ήττες, με αποτέλεσμα η επαναστατική πρωτοπορία είτε να συρρικνωθεί είτε η συνέχειά της να διαρραγεί σε αρκετές χώρες. Είναι αδύνατο να διαχωρίσουμε την ικανότητά μας να γνωρίσουμε τον κόσμο από την ικανότητά μας να τον αλλάξουμε· και η δική μας ικανότητα να τον αλλάξουμε είναι πολύ μικρή σε σύγκριση με τις ηρωικές ημέρες της Κομμουνιστικής Διεθνούς».[12]

Ο Robertson έχει επισημάνει πόσο βαθιά εσφαλμένο και μάλιστα «υπεροπτικό» είναι να θεωρούμε ότι γνωρίζουμε περισσότερα απ’ όσα γνώριζαν οι επαναστάτες εκείνης της εποχής. Στόχος μας δεν είναι να θεοποιήσουμε το παρελθόν, αλλά να το αντιμετωπίσουμε με την ενδεδειγμένη δόση ταπεινότητας. Επιπλέον, το ζητούμενο είναι να μπορούμε να σκεφτούμε υπό το φως του παρελθόντος τον τρόπο που αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να σκεφτούμε στο παρόν. Διότι, όχι μόνο δεν γνωρίζουμε το παρελθόν τους καλύτερα από εκείνους, αλλά πιθανότατα δεν γνωρίζουμε καν το παρόν καλύτερα απ’ όσο εκείνοι θα μπορούσαν να μας προτρέψουν να το αναστοχαστούμε. Όπως έγραψε ο Adorno το 1963:

«Ο θεωρητικός που στις μέρες μας παρεμβαίνει σε πρακτικές αντιπαραθέσεις ανακαλύπτει συχνά και με κάποια ντροπή ότι οποιεσδήποτε ιδέες έχει ίσως συνεισφέρει έχουν εκφραστεί αρκετό καιρό πριν —και συνήθως καλύτερα την πρώτη φορά».[13]

Η επανάληψη, όμως, είναι οπισθοδρόμηση. Η δεύτερη φορά μπορεί να μην είναι καλύτερη, ίσως όμως να παραμένει με κάποιους τρόπους παραγωγική. Διότι, το ζήτημα δεν είναι τόσο ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να μιμηθούμε στο παρόν αυτούς τους μείζονες ιστορικούς στοχαστές και δρώντες, όσο το κατά πόσο η σκοπιά τους παραμένει διορατική στο παρόν. Όχι το τι θα έκαναν οι ίδιοι στο παρόν, αλλά το τι θα μπορούσαν να πουν στο παρόν μας και την ιστορική του τροχιά. Αρχικά, λοιπόν, πρόκειται περισσότερο για ένα ζήτημα θεωρίας παρά πράξης. Η ενασχόλησή μας με την ιστορική σκέψη και δράση των επαναστατών Μαρξιστών προκατόχων μας δεν αφορά την εφαρμογή μιας έτοιμης θεωρίας, αλλά μάλλον δοκιμάζει τις δικές μας ερμηνευτικές ικανότητες. Μας καλεί να σκεφτούμε —πράγμα όχι και τόσο απλό. Όπως έγραψε ο Trotsky στους ακόλουθούς του κατά τη δεκαετία του ’30, πρέπει να «μάθουμε να σκεφτόμαστε», ξανά. Αυτό είναι που μας διακρίνει από άλλες δήθεν «Μαρξιστικές» οργανώσεις. Και αυτό είναι που τροφοδοτεί την πρακτική μας, τι πραγματικά κάνουμε στον κόσμο, θέμα που θα συζητήσει στη συνέχεια ο Ian [Morrison].

Μια τέτοια προσέγγιση της ιστορίας μάς επιτρέπει να θέσουμε ορισμένα ερωτήματα. Δεν μας δίνει απαντήσεις. Το θετικό περιεχόμενο των ιστορικών ιδεών συνίσταται στην αμφισημία τους: σε αντίθεση με τη νεκρή θετικότητα των ψευδο-ιδεών —στην πραγματικότητα, δηλαδή, την καταστολή της σκέψης— που βρίσκουμε σήμερα στην υποτιθέμενη «Αριστερά», αυτή η αμφισημία είναι που τις καθιστά ζωντανές. Διότι, δεν τίθεται απλώς το ερώτημα του τι σκεφτόμαστε για το παρελθόν· διερωτόμαστε, και αυτό είναι ίσως ακόμα πιο σημαντικό στην παρούσα φάση της οπισθοδρόμησης, και ως προς το αντίστροφο: τι θα μπορούσε να σκέφτεται το παρελθόν για εμάς;

Όπως το θέτει ο Benjamin, η ιστορία οφείλει να προσεγγίζεται υπό την προοπτική της δυνατότητας τής λύτρωσής της. Πιστεύουμε ότι η ιστορική σκέψη και δράση του Μαρξισμού αποζητά να λυτρωθεί, καθώς και ότι τα δεινά του κόσμου μας, ο οποίος κυριαρχείται από το κεφάλαιο, θα συνεχίσουν να υφίστανται στον βαθμό που αυτό το καθήκον παραμένει ανεκπλήρωτο. Πιστεύουμε ότι ο ορίζοντας συγκρότησης του κόσμου μας έχει ήδη χαραχθεί, έστω σε πρωταρχικό επίπεδο, από την επαναστατική πολιτική του ιστορικού Μαρξισμού, αλλά ο ορίζοντας αυτός έχει θολώσει έκτοτε, υποπίπτοντας στη λήθη. Στον Platypus, αναλαμβάνουμε το καθήκον εστίασης της σκέψης πάνω σε αυτό το πρόβλημα, μέσα από τα βάθη της ομίχλης του παρόντος. Κοιτάζοντας πίσω, βλέπουμε τους επαναστάτες Μαρξιστές να στρέφουν το βλέμμα τους ξανά προς τα εμάς από μια μακρινή βουνοκορφή. Στη φευγαλέα τους ματιά υπάρχει μια ανεκπλήρωτη ελπίδα —και μια μομφή που μας στοιχειώνει.| P

Απομαγνητοφώνηση: Ashley Weger

Μετάφραση-Σχόλια: Παναγιώτης Διδάχος

Επιμέλεια: Ισιδώρα Στανιμεράκη, Θοδωρής Βελισσάρης


[1] Αναφέρεται στην Ένωση των Σπαρτακιστών στις ΗΠΑ η οποία ξεκίνησε ως τάση μέσα στο τροτσκιστικό SWP και ιδρύθηκε επίσημα το 1966. Το 1974 μετεξελίχθηκε σε Διεθνή Σπαρτακιστική Τάση και το 1989 σε Διεθνή Κομμουνιστική Ένωση (Τεταρτοδιεθνιστική).

[2] Walter Benjamin, Gesammelte Schriften, Ι.2, Suhrkamp, Φρανκφούρτη, σ. 701. Η φράση του Karl Kraus παρατίθεται από τον Walter Benjamin πριν από την ΙΔ’ θέση του. Χρησιμοποιήσαμε τη μετάφραση των Γ. Φαράκλα και Α. Μπαλτά. [­Εταιρεία Μελέτης των Επιστημών του Ανθρώπου – Τοπικά, Είκοσι χρόνια, Νήσος, Αθήνα, 2012, σ. 90].

[3] Walter Benjamin, Gesammelte Schriften, Ι.2, Suhrkamp, Φρανκφούρτη, σ. 697. Αναφέρεται στη φράση του Walter Benjamin από τις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας και συγκεκριμένα στο τέλος της Ζ’ θέσης, όπου ο Benjamin αναφέρει ότι ο ιστορικός υλιστής θεωρεί καθήκον του να «ξυστρίζει την ιστορία ανάτριχα». Η φράση στο πρωτότυπο είναι: «[...] die Geschichte gegen den Strich zu bürsten». Παρόμοιες εκφράσεις απαντώνται συχνά στην ελληνική γλώσσα, για παράδειγμα στην ξυλουργική μπορούμε να κόβουμε ή να πριονίζουμε το ξύλο «κόντρα στα νερά του» ή στη μαγειρική κόβουμε το κρέας κόντρα στις ίνες του, κάθετα και όχι οριζόντια κατά τη φορά τους.

[4] Friedrich Nietzsche, Vom Nutzen and Nachteile der Historie für das Leben [1874]. [Φρίντριχ Νίτσε, Ιστορία και ζωή, μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Γνώση, Αθήνα, 2010, σ. 39-40. Τροποποιημένη μετάφραση βασισμένη στην αγγλική απόδοση του Ian Johnston από την οποία παραθέτει και ο συγγραφέας].

[5] Karl Korsch, Marxism and Philosophy, μτφρ, F. Halliday, Monthly Review Press, Νέα Υόρκη, 2008, σ. 57-58. [Καρλ Κορς, Μαρξισμός και φιλοσοφία, μτφρ. Μ. Λαμπρίδης, Γ. Λυκιαρδόπουλος, Ύψιλον, Αθήνα, 1981, σ. 36].

[6] Theodor W. Adorno, Gesammelte Schriften, 8.I, Suhrkamp, Φρανκφούρτη, 2003, σ. 146-147. [Theodor W. Adorno, Αρνητική Διαλεκτική, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2006, σ. 178-179, ελαφρώς τροποποιημένη μετάφραση].

[7] Στο: Theodor W. Adorno, Gesammelte Schriften, 8.I, Suhrkamp, Φρανκφούρτη, 2003.

[8] Φρίντριχ Νίτσε, Ιστορία και ζωή, ό.π., σ. 39.

[9] Φρίντριχ Νίτσε, Ιστορία και ζωή, ό.π., σ. 40, ελαφρώς τροποποιημένη μετάφραση.

[10] Εννοεί τον Franklin D. Roosevelt, ο οποίος ήταν εκλεγμένος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών από το 1933 έως το 1945.

[11] Walter Benjamin, Gesammelte Schriften, Ι.2, Suhrkamp, Φρανκφούρτη, σ. 700. [­Εταιρεία Μελέτης των Επιστημών του Ανθρώπου – Τοπικά, Είκοσι χρόνια, Νήσος, Αθήνα, 2012, σ. 89].

[12] James Robertson, «In Defense of Democratic Centralism». Πρόκειται για ομιλία του Robertson τον Φεβρουάριο του 1973 στο συνέδριο του West Germany Spartacus. Το κείμενο της ομιλίας είναι διαθέσιμο στο: <http://www.bolshevik.org/Pamphlets/LeninVanguard/LVP%20Robertson%20to%20Spartacus-BL.htm>

[13] Theodor W. Adorno, Critical Models: Interventions and Catchwords, μτφρ. Henry W. Pickford, Columbia University Press, Νέα Υόρκη, 1998, σ. 71.