RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Archive for category Thessaloniki Upcoming Events

Η φιλοξένηση της συζήτησης εντός της Αριστεράς, με άρθρα, συνεντεύξεις και απομαγνητοφωνήσεις εκδηλώσεων κάθε μήνα στο διεθνές περιοδικό μας Platypus Review!

The Platypus Review

Ελληνικές μεταφράσεις σε αρκετά άρθρα βρίσκονται στο "Κείμενα και μεταφράσεις"

Κείμενα και μεταφράσεις

12/5/2017- Νομική Α.Π.Θ.

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Σαράντα χρόνια μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973 και την ανατροπή του συστήματος ισοτιμιών του Μπρέττον Γουντς, η Αριστερά εξακολουθεί να ρίχνει όλο το βάρος της στην αναχαίτιση ή την επιβράδυνση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού – της σύναψης διεθνών εμπορικών συμφωνιών, της ελεύθερης κίνησης κεφαλαίου και εργασίας, καθώς και της λιτότητας. Μία σειρά φαινομένων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, το Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ, η Αραβική Άνοιξη, οι διαμαρτυρίες ενάντια στα μέτρα λιτότητας, η υποψηφιότητα του Μπέρνι Σάντερς και η ανάληψη της ηγεσίας του Εργατικού Κόμματος Μεγάλης Βρετανίας από τον Τζέρεμι Κόρμπιν δεν εμπόδισαν την τρέχουσα κρίση του νεοφιλελευθερισμού να βρει έκφραση στη Δεξιά, μέσω του Ούκιπ (UKIP), του Μπρέξιτ, της στροφής του Συντηρητικού Κόμματος Μεγάλης Βρετανίας στην εργατική τάξη και της πρόσφατης εκλογής του Ντόναλντ Τραμπ. Η παλιά νεοφιλελεύθερη σύμπνοια καταρρέει, η αλλαγή βρίσκεται προ των πυλών. Η περιβόητη φράση της Μάργκαρετ Θάτσερ «Δεν υπάρχει εναλλακτική» (ΤΙΝΑ) φαίνεται να διαψεύδεται από την ίδια την ανάγκη του καπιταλισμού να ξεπεράσει την κρίση του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες προσφέρεται η δυνατότητα στην Αριστερά να επανεπεξεργαστεί τη συνολική της στρατηγική και να επαναδιατυπώσει το αίτημα για σοσιαλισμό. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να διερευνηθούν οι απελευθερωτικές δυνατότητες που ενδεχομένως ξεπηδούν από την τρέχουσα κρίση. Για να μπορέσει κάτι τέτοιο να συμβεί, πρέπει μάλλον να ξεκινήσουμε από το ακόλουθο ερώτημα: Σε τι συνίσταται η κρίση του νεοφιλελευθερισμού;

Τη δεκαετία του 1960 η Αριστερά ήρθε αντιμέτωπη με μία σειρά από πολιτικοκοινωνικές κρίσεις σε μια περίοδο πλήρους απασχόλησης και οικονομικής ανάπτυξης. Παίρνοντας αποστάσεις από την κυρίαρχη «σοσιαλιστική» πολιτική που είχε σε μεγάλο βαθμό συνδεθεί με την ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας στις βιομηχανοποιημένες καπιταλιστικές χώρες, ένα τμήμα της Αριστεράς αμφισβήτησε τις κυρίαρχες τάσεις του κεϋνσιανισμού και του φορντισμού, αντιτάσσοντας τη συλλογική οργάνωση στη βάση μιας διευρυμένης ατομικής και κοινωνικής ανεξαρτησίας από το κράτος. Ενάντια στις κεϋνσιανές οικονομικές διεκδικήσεις, ένα άλλο τμήμα της Αριστεράς υποστήριξε την προσπάθεια της Δεξιάς για ενσωμάτωση των μέχρι πρότινος καταπιεσμένων ομάδων και ταυτοτήτων στη διευθυντική τάξη του εταιρικού καπιταλισμού. Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα, όλες αυτές οι επιδιώξεις εκφράστηκαν πολιτικά από τη Δεξιά, η οποία, στο όνομα της «ελευθερίας», διαμόρφωσε και προώθησε το μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού.
Από τη μία πλευρά, υπάρχουν ερμηνείες που περιγράφουν αυτήν τη φάση του καπιταλισμού ως μια συνέχεια του μεταπολεμικού φορντικού κράτους, π.χ. η σύλληψη του «ύστερου καπιταλισμού» από τον Ερνέστ Μαντέλ και η ιδέα του «μεταφορντισμού» από τον Ντέιβιντ Χάρβεϊ. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ερμηνείες που αντιτίθενται στον νεοφιλελευθερισμό μέσα από την υπεράσπιση του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας και την επίθεση ενάντια στη λιτότητα και την παγκοσμιοποίηση. Το πρόβλημα που προκύπτει αφορά τόσο τη συνέχεια του ίδιου του καπιταλισμού στη φάση του νεοφιλελευθερισμού, όσο και τα πρακτικά καθήκοντα που τίθενται από κάθε πολιτική αξιολόγηση της κατάστασης.

Με ποιον τρόπο μπορεί η Αριστερά να εκμεταλλευτεί την προσπάθεια του καπιταλισμού να βγει από την κρίση και να αναχαιτίσει την ανασυγκρότησή του; Πώς επηρεάζεται η αντίδραση της Αριστεράς στην κρίση του νεοφιλελευθερισμού από αυτήν τη διάκριση μεταξύ της υπεράσπισης του κράτους πρόνοιας και της υπεράσπισης της ατομικής ελευθερίας; Γιατί η Αριστερά έχει πρόσφατα στηρίξει τις προσπάθειες για μια πολιτική διαχείριση της τρέχουσας οικονομικής κρίσης αντί να πιέσει για μια πολιτική αλλαγή; Πώς μπορεί η Αριστερά να παλέψει για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας με στόχο την υπέρβαση του καπιταλισμού και την επίτευξη του σοσιαλισμού, όταν η πολιτική έκφραση της κρίσης του νεοφιλελευθερισμού έρχεται κατά βάση από τη Δεξιά, με τον Τραμπ νικητή στις εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου; 

Ομιλητές

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών

Σπύρος Μαρκέτος: Επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών, ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Γιάννης Μηλιός: Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας

Ηρακλής Χριστοφορίδης: ΟΚΔΕ

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Σπύρος Μαρκέτος: Το θέμα μας σήμερα είναι ο νεοφιλελευθερισμός και η Αριστερά δηλαδή τι μπορούμε να κάνουμε απέναντι στη νεοφιλελεύθερη επέλαση.

Πρέπει να εστιάσουμε στα βασικά: να συνδέσουμε μια ουσιώδη κριτική του ιστορικού συστήματος του καπιταλισμού και του κεφαλαίου ως κοινωνική σχέση και της πολιτικής μας πράξης. Η σημερινή εποχή, εποχή κλυδωνισμών και ανακατατάξεων είναι ασύγκριτα πιο δύσκολή από τα τελευταία 60 μεταπολεμικά χρόνια. Η παραπάνω σύνδεση μπορεί να γίνει μόνο αν θέσουμε τους ενδιάμεσους κρίκους.

Ζούμε σε αυτό που ο Βαλλερστάιν ονομάζει τερματική κρίση του καπιταλισμού, όχι αναγκαστικά με αίσια έκβαση. Είναι μια στιγμή μετασχηματισμού ενός συστήματος με ιστορία 500 χρόνων, η οποία σηματοδοτεί την κατάρρευση του. Μπορεί να υπάρξει ένα σύστημα το οποίο δε θα στηρίζεται στις λειτουργίες και στις αρχές του καπιταλισμού αλλά θα συνδυάζει τα αρνητικά του καπιταλισμού με τα αρνητικά προηγούμενων συστημάτων. Σήμερα επιδιώκεται κάτι παρόμοιο από την άρχουσα τάξη.

Μπορούμε επίσης να περάσουμε σε κάτι πολύ πιο δημοκρατικό και εξισωτικό, τα όρια του οποίου είναι ακόμα ασαφή.

Από τη νεοφιλελεύθερη κρίση που ξεκινά τη δεκαετία του 1970 έως τη κρίση που ζούμε ήδη 10 χρόνια από το 2007 έχουμε τη συγκρότηση ταξικών και γεωπολιτικών στρατοπέδων, την αλλαγή των πόλων συσσώρευσης και των περιοχών της περιφέρειας, την αντικατάσταση ενός μονοπολικού από ένα πολυπολικού συστήματος και φυσικά την ωρίμανση και εξάπλωση σε μαζική κλίμακα της κριτικής της πατριαρχίας, του ρατσισμού και του εθνικισμού.

Η Αριστερά πρέπει να ενώσει όλες αυτές τις επιμέρους κριτικές. Δεν μπορεί να υπάρξει Αριστερά σήμερα που να μην είναι αντικαπιταλιστική, αντιπατριαρχική, αντιρατσιστική και αντιιεραρχική. Επίσης είναι ανάγκη να γίνει μια εμπεριστατωμένη κριτική των ενδιάμεσων κρίκων που οδηγούν από τα μακροϊστορικά φαινόμενα όπως ο καπιταλισμός, η πατριαρχία, ο ρατσισμός στα επιμέρους επίπεδα με τα οποία αρθρώνεται σήμερα η καπιταλιστική ιεραρχία.

Στην Ελλάδα του 2017 είναι ανάγκη να γίνει κριτική στις ενδιάμεσες μορφές κυριαρχίας και εκμετάλλευσης που υφίσταται ο τωρινός μας κοινωνικός σχηματισμός. Δεν μπορεί να υπάρξει Αριστερά σήμερα χωρίς κριτική στην Ε.Ε. και στο ευρώ.

Σήμερα δεν υπάρχει η δυνατότητα ταξικής συνεργασίας και συμβιβασμών που υπήρχε στις περιόδους άνθησης και επέκτασης του καπιταλισμού. Αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι ο ωμός υποβιβασμός της χώρας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας καθώς και διαδικασίες πρωταρχικής συσσώρευσης ή απαλλοτριωτικής συσσώρευσης εντός του καπιταλιστικού κέντρου και εντός της Ε.Ε. Ταυτόχρονα ο εθνικισμός που αναβιώνει σήμερα παράγεται από τις πολιτικές επιλογές της κυρίαρχης ελίτ η οποία κατασκευάζει τις εθνικές διακρίσεις ακριβώς για να συντηρήσει τον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο καπιταλισμό.

Αυτό που υπάρχει σήμερα δεν είναι σοσιαλδημοκρατία ή σοσιαλφιλελευεθερισμός αλλά μία μορφή νεοφιλελεύθερης άκρας δεξιάς. Σε όλα τα επίπεδα εφαρμόζονται συντηρητικές ακροδεξιές πολιτικές μεταβίβασης πόρων και εξουσίας από τους πολλούς στους λίγους χωρίς να αφήνεται το ελάχιστο περιθώριο για ταξικούς συμβιβασμούς. Σήμερα δεν χωρά οποιαδήποτε μορφή συνεργασίας της Αριστεράς με το ακροδεξιό μόρφωμα που ονομάζεται Σύριζα.

Γιάννης Μηλιός: Αυτό που χαρακτηρίζει το νεοφιλελευθερισμό σε σχέση με προηγούμενες μορφές καπιταλιστικής διακυβένρησης είναι τρία πράγματα:

Το πρώτο είναι η παγκοσμιοποίηση δηλαδή η θεσμική απελευθέρωση της κίνησης εμπορευμάτων, ανθρώπων και κεφαλαίων. Το δεύτερο είναι η ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών και η τρίτη διάσταση είναι η λιτότητα, η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, η συγκράτηση των μισθών και η ελαστικοποίηση των μορφών εργασίας.

Φαινόμενα όπως η εκλογή Τραμπ και το Brexit ως πολιτικές προστατευτισμού ανακινούν μία συζήτηση για την αμφισβήτηση και «κατάργηση» της παγκοσμιοποίησης.

Η διάσταση του προστατευτισμού δε συνιστά κρίση του νεοφιλελευθερισμού εφόσον οι δύο άλλες διαστάσεις που προανέφερα δηλαδή η λιτότητα και η χρηματοπιστικοποίηση παραμένουν οι βασικοί άξονες ιδίως μετά το ξέσπασμα της κρίσης.

Η λιτότητα είναι η απολύτως ορθή πολιτική για το κεφάλαιο, δεδομένης της συμπίεσης και μείωσης της κερδοφορίας. Η μείωση του κόστους είναι αυτό που επιδιώκεται βάσει των εξελίξεων αυτών.

Η βασική σύγκρουση είναι μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας σε κάθε χώρα. Αυτό εκφράστηκε και στο ελληνικό δημοψήφισμα όταν οι άνθρωποι του ΝΑΙ βγήκαν στο δρόμο υπερασπιζόμενοι τα συμφέροντά τους.

Όσον αφορά τη χρηματοπιστικοποίηση πρέπει να πούμε ότι η χρηματοπιστωτική σφαίρα δε συνιστά καζίνο. Αντιθέτως αποτελεί σφαίρα ρύθμισης, καθοδήγησης, ελέγχου και επιτήρησης της καπιταλιστικής οικονομίας η οποία έχει αποκτήσει τεράστια ισχύ την εποχή του νεοφιλελευθερισμού.

Κάθε καπιταλιστική επιχείρηση αποτελεί έναν Ιανό, από τη μία έχει κάποιες εγκαταστάσεις και παράγει ένα προϊόν και από την άλλη έχει μετοχές και ομόλογα. Οι κάτοχοι ομολόγων και μετοχών είναι η χρηματοπιστωτική σφαίρα. Σε περιπτώσεις για παράδειγμα ελλιπούς χρηματοδότησης, η κρίση μπορεί να μεταβιβαστεί με συγκεκριμένα αποτελέσματα όπως ανάγκη απολύσεων και στους εργαζόμενους.

Ο Τραμπ και το Brexit δεν αμφισβήτησαν σε τίποτα την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού. Το έθνος είναι από τις πιο δομικές ιδεολογίες κυριαρχίας του κεφαλαίου και αναδίπλωση στο αμερικανικό έθνος που συνιστά το America first δε βγάζει την κατάσταση από τον κανόνα. Ιδίως στα ευρωπαϊκά έθνη, που αποτελούν έθνη αίματος, ο ρατσισμός είναι εγγενές στοιχείο του εθνικισμού.

Η σύγκρουση είναι σαφώς συνολική σήμερα. Ο οικονομικός αγώνας ενάντιας στο κεφάλαιο και οι πρωτοβουλίες ενάντιας στην κυριαρχία της αγοράς καθώς και ο αγώνας ενάντια στον εθνικισμό αποτελούν όψεις του αντικαπιταλιστικού αγώνα.

Ο αντικαπιταλιστικός αγώνας σίγουρα οδηγεί και σε αποφάσεις για τις διεθνείς αρθρώσεις και συνεργασίες μιας χώρας. Αν όμως βάζουμε τα πράγματα ανάποδα λέγοντας ότι θα λυθούν τα προβλήματα αν αλλάξουμε νόμισμα ή βγει η Ελλάδα ως Ελλάδα από την ευρωπαϊκή ένωση, χωρίς να αμφισβητηθεί το ελληνικό κεφάλαιο χάνουμε την ουσία. Δεν υπάρχει σύγκρουση Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά σύγκρουση εργατικής τάξης και κεφαλαίου.

Όσον αφορά την Ελλάδα η κατεύθυνση του Σύριζα μετά τις εκλογές του 2012  προσανατολίστηκε σε ζητήματα που συγκάλυπταν την ταξική διαίρεση. Το σύνθημα αναδιανομή ως κυρίαρχο σύνθημα αντικαταστάθηκε από την παραγωγική ανασυγκρότηση, η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης αντικατέστησε κάθε άλλη πολιτική και τέλος το ζήτημα της λιτότητας αντιμετωπίστηκε ως ζήτημα «λάθους» πολιτικής.

Η προοπτική ανασυγκρότησης της Αριστεράς δε μπορεί να γίνει στη βάση της ανάπτυξης αλλά ούτε στη βάση της δημοκρατίας, αλλά με συνείδηση ποια είναι η καπιταλιστική στρατηγική και με ποιο τρόπο μπορούμε να την αμφισβητήσουμε στην καθημερινότητα ή στο σύνολό της.

Ηρακλής Χριστοφορίδης: Η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος για το Μαρξ δεν είναι μονοδιάστατα μια κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων που ξεπερνιέται με μειώσεις μισθών και αύξηση της εκμετάλλευσης, ούτε μονοδιάστατα μια κρίση υποκατανάλωσης που απαιτεί αύξηση της ζήτησης, ούτε μονοδιάστατα αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής, ούτε τέλος η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Αυτό σημαίνει ότι το ξεπέρασμα του καπιταλιστικής κρίσης δεν επιτυγχάνεται με εύκολες λύσεις.

Η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού τη δεκαετία του ‘70 έχει κάποιες αιτίες: την οικονομική κρίση του 1973 που στην ουσία ξεκινάει πολύ νωρίτερα, την αποτυχία του Κεϋνσιανισμού να αντιμετωπίσει την κρίση καθώς και τη προδοτική στάση των δύο ρεφορμιστικών ρευμάτων στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα δηλαδή της σοσιαλδημοκρατίας και των κομμουνιστικών κομμάτων, θυμίζω τον ιστορικό συμβιβασμό του ιταλικού ΚΚ το 1979, αλλά και το σύνθημα του κομμουνιστικού κόμματος στην Ελλάδα «όχι στη μονόπλευρη λιτότητα».

Ο νεοφιλελευθερισμός στηρίχθηκε σε δύο αρχές: την ελπίδα ότι η αγορά θα λύσει τα προβλήματα χωρίς το κράτος και την ολόπλευρη επίθεση στο εργατικό κίνημα. Ο νεοφιλελευθερισμός σαν πολιτική φαινόταν ότι μπορεί να δώσει απάντηση στην κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, σύντομα όμως αποδείχτηκε ότι ήταν πιο αποτυχημένη και άθλια πολιτική ιδεολογία που η αστική τάξη αντιμετώπιζε την κρίση της. Η κυριαρχία της αγοράς σε τελευταία ανάλυση όχι απλά την άγρια εκμετάλλευση της εργατικής τάξης αλλά την κατάργηση των οποιωνδήποτε κρατικών ρυθμίσεων και παρέμβασης του αστικού κράτους σε μια περίοδο παρακμής του καπιταλιστικού συστήματος μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο.

Η ολοκληρωτική ήττα του εργατικού κινήματος αποτελεί μια αναγκαία αλλά όχι ικανή προϋπόθεση για έξοδο από την κρίση. Ο νεοφιλελευθερισμός φτάνει όχι απλά να αυξάνει την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης αλλά να καταστρέφει και την ίδια την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό από ότι ο ναζισμός.

Η πολιτική του νεοφιλελευθερισμού έχει οδηγήσει σε ανυπέρβλητες ανισορροπίες το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Η διόγκωση και παρακμής της χρηματιστικοποίησης της οικονομίας με ταυτόχρονη αποδιάρθρωση και αποδυνάμωση της βιομηχανικής παραγωγής είναι πρωτοφανής ακόμα και για περιόδους κρίσης του κεφαλαίου. Αυτό οδηγεί στην «υποβάθμιση» των ιμπεριαλιστικών χωρών και την «άνοδο» χωρών της περιφέρειας (BRICS). Οι ανακατατάξεις αυτές δημιουργούς συνθήκες όχι οικονομικού αλλά εμπόλεμου ανταγωνισμού.

Η διόγκωση των χρεών είναι επίσης μια κολοσσιαία ανισορροπία. Η κοινωνική και οικονομική ανισότητα σε παγκόσμιο επίπεδο ακόμα και μέσα στις καπιταλιστικές χώρες και τέλος η καταστροφή του περιβάλλοντος αποτελούν επίσης εμπόδια στην καπιταλιστική ανάπτυξη και στο ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κρίσης.

Κοινωνικές επιπτώσεις όπως η φτώχια, η εκμετάλλευση, η επίθεση σε δημοκρατικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα, η προλεταριοποίηση των μικροαστικών και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων της εργατικής τάξης οδηγούν σε πολιτικές ανακατατάξεις και αλλαγές όπως η κατάρρευση των αστικών κομμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Εδώ θα ήθελα να σχολιάσω το φαινόμενο της Λεπέν. Η πολιτική της Λεπέν δεν μπορεί να υιοθετηθεί από το γαλλικό κεφάλαιο. Ο ναζισμός αποτελούσε λύση όχι μόνο γιατί ήταν μια επίθεση στην εργατική τάξη αλλά γιατί ταυτόχρονα αποτελούσε μία λύση επιβίωσης του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Μπορεί σήμερα η Λεπέν να ισχυριστεί κάτι παρόμοιο; Ακόμα και να συντρίψει την εργατική τάξη τι θα κάνει για το γαλλικό κεφάλαιο;

Μέσα από το συγκεκριμένο αλλά και πολλά άλλα παραδείγματα φαίνεται ξεκάθαρα ότι το παλιό πεθαίνει αλλά το νέο ειδικά από το εργατικό κίνημα δεν έχει γεννηθεί ακόμα. Η άνοδος του Τραμπ δεν οφείλεται απλά σε ρατσιστικές ιδέες αλλά εκφράζει μία κρίση της αστικής εξουσίας αλλά και την αμηχανία του εργατικού κινήματος.

Η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος υπάρχει ταυτόχρονα με την κρίση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος δε φανερώνει τεράστιες ευκαιρίες για το εργατική κίνημα και χρειάζεται μία ενεργή προσπάθεια των επαναστατικών οργανώσεων να δημιουργήσουν εκ νέου τις παραδόσεις μέσα στο εργατικό κίνημα, να ενισχύσουν τις τάσεις αυτοοργάνωσης εντός της εργατικής τάξης, να δημιουργούν ρήξεις με συνδικαλιστικά ρεφορμιστικά κόμματα και να αναδεικνύουν τη λύση μέσα από τους αγώνες και όχι από κυβερνητικές προτάσεις.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Πρώτα θα αναφερθώ σε ένα παράδειγμα εξέγερσης ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό που συνέβη το 1989 στο Καράκας στη Βενεζουέλα. Η Βενεζουέλα, μία χώρα με σχετική ευημερία, ήταν από τις πρώτες μαζί με άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής που δέχτηκαν την επίθεση του νεοφιλελευθερισμού. Από το 1980 οπότε και αρχίζει να εφαρμόζεται ο νεοφιλελευθερισμός, καταρρέει η μεσαία τάξη ενώ τα κατώτερα εργατικά στρώματα υφίστανται ακόμα μεγαλύτερες πιέσεις. Έτσι φτάνουμε στην εξέγερση του 1989 με αφορμή την αύξηση του εισιτηρίου στις συγκοινωνίες, ένα μεγάλο, κοινωνικό και μαζικό ξέσπασμα ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό. Η εξέγερση καταστέλλεται με δεκάδες νεκρούς και βία.

Το πρόβλημα που βιώνει μια κοινωνία, στο παράδειγμα αυτό ο λαός της Βενεζουέλας, που εξεγείρεται ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό είναι ότι πέρα από αυτή την έκφραση της αυθόρμητης λαϊκής εξέγερσης, αδυνατεί να οργανώσει κάτι πιο συστηματικό δηλαδή μία διαφορετική πολιτική δύναμη που θα ανατρέψει το οικονομικό και πολιτικό καθεστώς της χώρας.

Αυτό με θεωρητικούς όρους θα το περιέγραφα ως κρίση του συλλογικού υποκειμένου, που αφορά τους ανθρώπους από τα κάτω και όχι τις ελίτ που αντιπροσωπεύουν ένα 20% και ακόμα λιγότερο του πληθυσμού. Το υπόλοιπο ποσοστό δείχνει κοινωνικά  κατακερματισμένο και προσδεδεμένο ακόμα στις αξίες αυτού του συστήματος όπως ο καταναλωτισμός, ενώ έχει σε μεγάλο βαθμό εσωτερικεύσει ένα αίσθημα υποτέλειας και αδυναμίας παραγωγής μια πιο μαζικής πολιτικής αντίθετης στο νεοφιλελευθερισμό. Χρειάστηκε να περάσουν άλλα δέκα χρόνια για να βρεθεί ένας νέος τρόπος οργάνωσης.

Θα ήθελα να εστιάσω στις μορφές πολιτικής στρατηγικής και πολιτικής οργάνωσης που εμφανίστηκαν τα τελευταία 30 χρόνια ως απάντηση στην κρίση του νεοφιλελευθερισμού με ριζοσπαστική κατεύθυνση.

Η πρώτη πολιτική απάντηση ήταν το ρεύμα του αριστερού λαϊκισμού με κύριο εκφραστή τον Τσάβες. Ο Τσάβες εκπροσωπεί μια αγανάκτηση που δεν μπορεί η ίδια να οργανωθεί και καταφέρνει να συνενώσει τα πολυδιασπασμένα κοινωνικά υποκείμενα, υποβοηθώντας μορφές συλλογικής οργάνωσης από τα κάτω.

Αυτή η απάντηση στο νεοφιλελευθερισμό περνάει αυτή τη στιγμή μια τεράστια πολιτική και οικονομική κρίση. Παρότι ο Τσάβες δημιουργεί αυτό το συλλογικό υποκείμενο, εναντιώνεται όλο και πιο ριζοσπαστικά στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και φτάνει στο σημείο να μιλάει για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, ο θάνατός του σηματοδοτεί την κρίση της πολιτικής αυτής. Το μοντέλο του αριστερού λαϊκισμού που είναι ηγετοκεντρικό και προσωποκεντρικό αρχίζει να καταρρέει από τη στιγμή που εκλείπει ο ηγέτης. Η έλλειψη πολιτικής βούλησης από τη μεριά της κοινωνίας να δημιουργήσει η ίδια το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα φανερώνει την κρίση του συλλογικού υποκειμένου.

Στην περίπτωση της νότιας Ευρώπης το μοντέλο αυτό απάντησης στην κρίση του νεοφιλελευθερισμού επαναλαμβάνεται με ανάλογα προβλήματα. Ωστόσο, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο σήμερα, τα εμπόδια ώστε μία χώρα ή ένα κόμμα μόνο του χωρίς μαζική λαϊκή υποστήριξη να καταφέρει να ανατρέψει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι ανυπέρβλητα.

Μία δεύτερη απάντηση στο νεοφιλελευθερισμό δίνει ο αγώνας εναντίον της ιδιωτικοποίησης του νερού στη Βολιβία την περίοδο 1999-2000. Το μοτίβο είναι παρόμοιο, με μία λαϊκή εξέγερση εναντίον της αύξησης των τιμολογίων του νερού και της ισότιμης διαχείρισής του, όμως υπάρχει μια βασική διαφορά όσον αφορά την πολιτική συνείδηση: δεν προκρίνεται το κράτος ως συλλογικός διαχειριστής αλλά η κοινωνική διαχείριση μέσω των δήμων. Η δεύτερη αυτή πρόταση μεταφράζεται πολιτικά και θεωρητικά στη διαχείριση των «κοινών», δηλαδή η ανάκτηση των συλλογικών αγαθών με κοινωνικούς όρους και η οργάνωση της οικονομίας, της παραγωγής, της πολιτικής με διαφορετικό τρόπο και απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό.

Το πρόβλημα που εντοπίζουμε σε αυτή την πρόταση, που σαν στόχο δε βάζει την κατάληψη της κρατικής εξουσίας από ένα κόμμα αλλά την κοινωνική αλλαγή μέσω της ανάπτυξης ενός εναλλακτικού τρόπου παραγωγής βρίσκεται στον αντίποδα του προβλήματος της προηγούμενης πρότασης: εάν ο αριστερός λαϊκισμός χαρακτηρίζεται και υπονομεύεται από ένα υπερπολιτικισμό εδώ το πρόβλημα είναι το έλλειμα πολιτικής σκέψης και δράσης. Οι περισσότεροι εμπλεκόμενοι σε αυτού του είδους τις προσπάθειες δίνουν έμφαση στην ανάπτυξη αυτών των συλλογικών εγχειρημάτων χωρίς να εστιάζουν ιδιαίτερα στο πως θα αναπτυχθεί μια πολιτική στρατηγική που να μπορεί να τα συνενώσει και να αναμετρηθεί με το κράτος και την αγορά.

Οι δύο αυτές προσεγγίσεις χρειάζεται να συνδυαστούν. Από τη μία οφείλουμε να ασχοληθούμε σοβαρά στο τι γίνεται σε επίπεδο κράτους και πολιτικού συστήματος δημιουργώντας φορείς συλλογικής εκπροσώπησης σε αυτό το επίπεδο, αλλά ταυτόχρονα να ασχοληθούμε με την ανάπτυξη αυτών των εγχειρημάτων και προσπαθειών από τα κάτω, τα οποία θα μπορούσαν υπό δεδομένες συνθήκες να δημιουργήσουν ένα σχετικά αυτόνομο κοινωνικό πόλο που θα αποτελέσει την κοινωνική βάση για το πολιτικό εγχείρημα. Κατά τη γνώμη μου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επιστρέφουμε σε μία αντίληψη στρατηγικής ηγεμονίας στον Γκράμσι.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Αναφέρθηκε η ανάγκη για αντικαπιταλιστική πολιτική. Η έξοδος από το ευρώ και την ευρωζώνη δεν είναι ένα πρώτο βήμα για να «χτυπήσουμε» το κεφάλαιο;

Γιάννης Μηλιός: Δεν υπάρχουν μόνιμες κρίσεις στον καπιταλισμό, αυτό είναι ιστορικά γνωστό. Με άλλα λόγια ο καπιταλισμός δε θα «πέσει» αν δεν τον ρίξουμε. Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 δεν υπήρχε το ευρώ. Η προοπτική του σοσιαλισμού δεν εξαρτάται από αυτό. Για την αμφισβήτηση του ευρώ χρειάζεται κίνημα αμφισβήτησης του καπιταλισμού, όχι το αντίστροφο.

Σπύρος Μαρκέτος: Είχαμε μιλήσει στην αρχή της κρίσης με το Γιάννη Μηλιό όπου είχαν τεθεί τα ζητήματα του χρέους και του ευρώ. Φοβάμαι ότι δεν έχει υπάρξει αυτοκριτική σε σχέση  με το που οδήγησε η τυφλότητα απέναντι στην ευρωπαϊκή ένωση και σε ζητήματα όπως η υποτέλεια του χρέους. Βλέπω έναν ισχνό μαρξισμό που εστιάζει στη σχέση κεφαλαίου, αρνείται να δει όλα τα ενδιάμεσα δηλαδή τον ιμπεριαλισμό, το χρέος..

Γιάννης Μηλιός: Δυστυχώς αν κάποιος πάει να πουλήσει παιχνίδια στη Notos Galleries θα πληρωθεί με χρέος, μία συναλλαγματική. Το χρέος επομένως είναι κάτι πιο βαθύ, είναι το χρήμα το ίδιο και η αμφισβήτησή του δεν είναι ενδιάμεσος κρίκος σε σχέση με την αμφισβήτηση του καπιταλισμού.

Σπύρος Μαρκέτος: Η αμφισβήτηση της σχέσης κεφαλαίου χωρίς την αμφισβήτηση των ενδιάμεσων κρίκων σημαίνει αποδοχή του καπιταλισμού και αυτό αποδείχτηκε με την πολιτική του Σύριζα.

Μιλήσατε για το έθνος-κράτος. ΟΙ Η.Π.Α. συνιστούν κατά τη γνώμη σας έθνος κράτος από τη στιγμή που ιστορικά ήταν το προϊόν ενός εμφυλίου πολέμου;

Γιάννης Μηλιός: Βεβαίως θεωρώ τις Η.Π.Α. έθνος.

Ο ρατσισμός σαν φαινόμενο αναδύεται πολύ αργότερα από τη γέννηση των ευρωπαϊκών εθνών ως αποτέλεσμα της ιδεολογίας της ιμπεριαλιστικής επέκτασης η οποία συνδυαζόταν με ρατσιστικές θεωρίες. Υπάρχει σύνδεση ευρωπαϊκού έθνους κράτους και ρατσισμού;

Γιάννης Μηλιός: Οι κάτοικοι της Αμερικής πιστεύουν ότι αποτελούν έθνος ως μια πολιτική ενότητα υπό τον πρόεδρό τους. Αντίθετα πολλοί ευρωπαίοι πολίτες θεωρούν ότι ταυτόχρονα αποτελούν και φυλή.

Σπύρος Μαρκέτος: Ο ρατσισμός είναι παιδί του καπιταλισμού και έχει ηλικία περίπου 300 ετών. Ο ρατσισμός εμφανίζεται στην Ισπανία την εποχή των κονκισταδόρων όπου μπαίνει το θέμα της καθαρότητας του αίματος για να αποκλειστεί κομμάτι του πληθυσμού από το νέο χριστιανικό καθεστώς όμως ο σύγχρονος ρατσισμός δομείται στην Αμερική και σε άλλες χώρες που σχετίζονταν με το δουλεμπόριο με βάση το «μαύρο δούλο».

Ο Μαρξ συνέδεσε το σοσιαλισμό με την πάλη για δημοκρατία. Εσείς αναφερθήκατε περισσότερο στην ανάγκη για μια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Μπορεί να υπάρξει σοσιαλισμός χωρίς δημοκρατία και εθνική ανεξαρτησία εντός ευρωπαϊκής ένωσης;

Γιάννης Μηλιός: Ο καπιταλισμός συνιστά ένα άκρως εκμεταλλευτικό σύστημα. Η αναφορά στη δημοκρατία πρέπει να γίνεται υπό αυτούς τους όρους. Οι εργάτες που έσπαγαν τις μηχανές στην κοινοβουλευτική και δημοκρατική Βρετανία κρεμιούνταν στους δρόμους του Λονδίνου και αποτελούσαν δημόσιο θέαμα.

Σπύρος Μαρκέτος: Δεν πιστεύω ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την επίκληση της δημοκρατίας. Ωστόσο πρέπει να τονιστεί ότι σήμερα πλέον καπιταλισμός και δημοκρατία είναι ασύνδετα. Και ένα βασικό μέσο για αυτό είναι θεσμοί όπως η ευρωπαϊκή ένωση οι οποίοι καταργούν κατακτήσεις που είχαν γίνει εντός του πλαισίου του έθνους κράτους. Η δημιουργία υπερεθνικών θεσμών που δεν μπορούν να επηρεαστούν από τα εργατικά κινήματα ήταν επιδίωξη και στρατηγική του κεφαλαίου.

Οι όροι Αριστερά και Δεξιά αναφέρονται συχνά σε κοινοβουλευτικούς θεσμούς και κοινοβουλευτικά κόμματα. Τι σημασία έχουν αυτοί οι όροι στο βαθμό που οι ομιλητές προτάξατε την ανάγκη για οργανωμένα και μαζικά εργατικά κινήματα;

Γιάννης Μηλιός: Οι κινήσεις των μαζικών κινημάτων έχουν πάντοτε άμπωτη και παλίρροια. Σε περιόδους ανάπτυξης των κινημάτων οικοδομούνται νέες δομές και υπάρχει μία γενικευμένη ελπίδα. Σε περιόδους όμως οπισθοχώρησης απαιτείται ένα πολιτικό υποκείμενο που θα κρατήσει τη επαναστατική φλόγα αναμμένη. Σε αυτό θα συμφωνήσω με τον Αλέξανδρο ότι τα κινήματα για μια εναλλακτική οικονομία, παραγωγή κτλ. πάσχουν από τη μη πολιτική συμπύκνωση. Το πιο προχωρημένο τέτοιου τύπου κίνημα ήταν αυτό των οπαδών του Όουεν, το οποίο οι Μαρξ και Ένγκελς επαινούσαν.

Σπύρος Μαρκέτος: Η Αριστερά είναι το παιδί της εισόδου των μαζών στην πολιτική. Γεννιέται πολύ μετά τις απαρχές του καπιταλισμού στις εθνοσυνελεύσεις κατά τη διάρκεια της γαλλικής επανάστασης και δρα για μεγάλο διάστημα εκτός κοινοβουλίων. Τα κοινοβούλια αρχίζουν να έχουν σημαντικό ρόλο το τέλος του 19ου αιώνα. Η Αριστερά κινητοποιείται για απελευθέρωση και ισότητα. Με αυτή την έννοια η Αριστερά δεν έχει σχέση με τον κοινοβουλευτισμό. Ο Σύριζα δεν αναφέρεται στην Αριστερά αλλά στην άκρα δεξιά.

Ο Μαρξ στον πρώτο τόμο του κεφαλαίου αναφέρεται στην διάρκεια της εργάσιμης ημέρας και στην ανάγκη μείωσής της από τις 11 ώρες. Το κύριο αντεπιχείρημα των καπιταλιστών εκείνης της εποχής ήταν ότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα κατέρρεε η οικονομία. Η πάλη των εργατών και οι παροδικές νίκες τους  δημιουργεί την ανάγκη για μετάβαση από την απόλυτη στη σχετική μορφή υπεραξίας. Ο νεοφιλελευθερισμός από την άλλη σχετίζεται με μια στροφή στην απόλυτη μορφή υπεραξίας.

Γιάννης Μηλιός: Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα κυριαρχεί η τάση της σχετικής υπεραξίας χωρίς να έχει εξαφανιστεί η απόλυτη.

Σήμερα φαίνεται σαν να υπάρχει αδυναμία συγκρότησης της εργατικής τάξης. Ακόμα και μια θεωρία όπως του αριστερού λαϊκισμού ή των κοινών φαίνεται σαν να περικυκλώνει την εργατική τάξη. Σήμερα υπάρχει ανάγκη αναζήτησης της εργατικής τάξης και της ταυτότητάς της εκεί όπου αυτή ζει, εργάζεται, διανέμεται και συγκροτείται;

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας θα μπορούσε να ενταχθεί αναλυτικά η περιγραφικά στην εργατική τάξη. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν μπορούμε να ονομάσουμε την κοινωνική πλειοψηφία ως εργατική τάξη αλλά αν μπορούμε να την προσεγγίσουμε αποκαλώντας την με αυτόν τον χαρακτηρισμό. Μπορεί αυτή η επίκληση να λειτουργήσει ως σημαίνον που θα συσπειρώσει ευρύτερα λαϊκά στρώματα;

Μπορεί κατά τη γνώμη σας σήμερα να υπάρξει κεφάλαιο χωρίς δημοκρατία; Το κεφάλαιο πρέπει συνεχώς να επαναστατικοποιεί την παραγωγική διαδικασία. Η επανάσταση στα μέσα παραγωγής αυξάνει την απόσταση ανάμεσα στον έλεγχο των μέσων και στη βάση του πληθυσμού ενώ παράλληλα απαξιώνει την εργατική δύναμη. Μήπως σήμερα η ανάπτυξη του κεφαλαίου σημαίνει και την απαξίωση του έθνους κράτους καθώς και της δημοκρατίας όπως φαίνεται να αντικαθρεπτίζεται από τη δομή της ευρωπαϊκής ένωσης;

Γιάννης Μηλιός: Το μεγάλο όπλο του κεφαλαίου είναι όπως αναφέρθηκε ότι επαναστατικοποιεί την παραγωγική διαδικασία. Συνεπώς για να υπάρχει δυνατότητα αμφισβήτησης του κεφαλαίου πρέπει να αμφισβητηθεί η τάση αυτή. Θυμίζω ότι οι απεργίες το Μάη του ’68 έληξαν όταν δόθηκε μία παροδική αύξηση των μισθών μετά από τα αιτήματα των συνδικάτων.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 παρατηρούμε μία όλο και στενότερη ταύτιση της κρατικής εξουσίας και του κεφαλαίου. Στις δυτικές «φιλελεύθερες» κοινωνίες φαίνεται ένας εντεινόμενος αυταρχισμός του κράτους ακριβώς γιατί δεν έχει απέναντί του οργανωμένες κοινωνικές δυνάμεις. Οι αυταρχικές μορφές μπορούν να καταργήσουν την τυπική δημοκρατία φιλελεύθερου τύπου. Ο αυταρχισμός αυτός δε σχετίζεται απαραίτητα με την δεξιά ή την άκρα δεξιά.

Ηρακλής Χριστοφορίδης: Από τη διαπίστωση ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ξεπεραστεί αυτόματα και αντικειμενικά χωρίς τη δράση του προλεταριάτου δεν μπορούμε να καταλήγουμε ότι ο καπιταλισμός θα επιβιώνει αιώνια αν κατορθώνει να ξεπερνά τις κρίσεις του. Αυτή η θεώρηση κοινή με την παράδοση του Κάουτσκυ μας απομακρύνει από την μπολσεβίκικη επαναστατική θεωρία. Αυτό στο οποίο πρέπει να σταθούμε είναι ότι η εκρηκτικότητα και η όξυνση των αντιφάσεων του καπιταλισμού είναι τέτοια που η κρίση συνεχώς θα βαθαίνει και η ανθρωπότητα έχει μπροστά της όχι μόνο τον κίνδυνο της βαρβαρότητας αλλά και της εξαφάνισής της. Το πλήθος και η εκρηκτικότητα των αντιφάσεων του καπιταλισμού θα εντείνεται πράγμα που σημαίνει ότι η ανθρωπότητα έχει μπροστά της τόσο τον κίνδυνο της βαρβαρότητας όσο και της εξαφάνισής της.

Η σχέση της Ελλάδας με την ευρωπαϊκή ένωση περνάει μέσα από κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες. Μπορεί να υπάρξει μια πολιτική αντικαπιταλιστική πρόταση χωρίς να θέτει τον πολιτικό στόχο της αποδέσμευσης από την ευρωπαϊκή ένωση και την ευρωζώνη;

Γιάννης Μηλιός: Γνώμη μου είναι ότι η ευρωπαϊκή ένωση είναι μία συνειδητή, οργανωμένη, αργή διαδικασία οικοδόμησης μιας συνομοσπονδίας σε νεοφιλελεύθερη και καπιταλιστική κατεύθυνση. Η συνομοσπονδία αυτή διατηρεί τα κράτη και τα ενισχύει. Η αντικαπιταλιστική στρατηγική προϋποθέτει την αμφισβήτηση του κράτους. Αν αμφισβητήσουμε το ελληνικό κράτος και το ελληνικό κεφάλαιο θα αμφισβητήσουμε και την ευρωπαϊκή ένωση. Συμφωνώ με τον Αλέξανδρο ότι το ζήτημα δεν είναι δημόσιο ή ιδιωτικό αλλά κοινωνικό ή δημόσιο-ιδιωτικό.

Σπύρος Μαρκέτος: Ο ισχνός μαρξισμός που δίνει βαρύτητα στην αξία, παρότι εξαιρετικά σημαντικός πρέπει να ξεπεραστεί. Ο καπιταλισμός συναρθρώνει πολλούς άλλους παράγοντες και έχει πολλούς ενδιάμεσους κρίκους. Αν δε γίνει σοβαρή κριτική σε αυτούς τους ενδιάμεσους κρίκους, ο αντικαπιταλισμός θα μείνει απλά θεωρητικός. Οφείλουμε να δούμε την ιστορικότητα των συγκρούσεων που φτιάχνουν το σήμερα.

Δεν μπορούμε να αναλύσουμε τη σημερινή κατάσταση χωρίς αναφορά στον ιμπεριαλισμό. Οι εθνικισμοί σήμερα δεν είναι ίδιοι με τους εθνικισμούς του μεσοπολέμου. Ο φορέας που ασκεί σήμερα εθνικιστική-ρατσιστική πολιτική είναι η ευρωπαϊκή ένωση ως υπερεθνικός μηχανισμός και όχι τα διάφορα μικροκράτη. Ακόμα και η πρωταρχική απαλλοτριωτική συσσώρευση σήμερα πραγματοποιείται μέσω των μηχανισμών χρέους. Πρέπει η κριτική μας να καλύψει το ζήτημα της πατριαρχίας μέσω της συνεισφοράς του φεμινιστικού κινήματος και της αρχής το προσωπικό είναι πολιτικό.

Η ευρωζώνη είναι μια δικτατορία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

Όταν μιλάμε για συνομοσπονδία μιλάμε για σχέσεις μεταξύ ίσων, συνεπώς είναι μύθος ότι η ευρωπαϊκή ένωση είναι συνομοσπονδία. Αντίθετα η ευρωπαϊκή ένωση είναι μια ιεραρχικότατη ένωση όπου δεν υπάρχει καμία προοπτική να βελτιωθεί η θέση των χωρών της περιφέρειας αλλά αντίθετα η απόκλιση μεταξύ κέντρου και περιφέρειας θα συνεχίζει να μεγαλώνει..

Γιάννης Μηλιός: Ενώ η Νέα Υόρκη και το Κολοράντο είναι σε σχέση ισότητας..

Ηρακλής Χριστοφορίδης: Δεν καταλαβαίνω την αντιπαράθεση για αντικαπιταλιστικό αγώνα εντός η εκτός ευρωπαϊκής ένωσης. Δε γνωρίζουμε μέσα από ποιους δρόμους θα περάσει η εργατική τάξη. Μέσα όμως από την ευρωπαϊκή ένωση και των κανόνων του νεοφιλελευθερισμού είναι αδύνατον να διεκδικήσεις οτιδήποτε. Η έξοδος από την ευρωπαϊκή ένωση είναι μία απαραίτητη και αναγκαία προϋπόθεση αλλά όχι ικανή για να λυθούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εργατική τάξη.

Είναι η λιτότητα η κυρίαρχη πολιτική του νεοφιλελευθερισμού; Θα έπρεπε κατά τη γνώμη σας να αναλύσουμε μία σειρά από παλιότερες αναδιαρθρώσεις όπως οι αντεργατικοί ή οι εφαρμοστικοί νόμοι;

Μέχρι πρόσφατα υπήρχε η κοινή παραδοχή ότι μέσα από την εργασία μπορεί κανείς να παράξει τόσο υλικά αγαθά όσο και κοινωνικό νόημα. Έχει διαφοροποιηθεί αυτή η παραδοχή σήμερα; Μπορούμε να δημιουργήσουμε κοινά πάνω στη διαφοροποιημένη σε σχέση με το παρελθόν κοινωνική οργάνωση του αυτοματισμού;

Γιάννης Μηλιός: Η μορφή της εργατικής τάξης αλλάζει αλλά δε χάνεται με την αυτοματοποίηση. Θα έπρεπε να δούμε τα χαρακτηριστικά της εργατικής τάξης σε σχέση με τη συγκέντρωση του κεφαλαίου αλλά και της εργατικής υποκειμενικότητας.  Κάτι τέτοιο θα ήταν έργο των ανθρώπων που ασχολούνται με την αριστερά και περισσότερο των διανοουμένων.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Η συζήτηση γύρω από τα κοινά γίνεται στα πλαίσια μιας τεχνολογικής αλλαγής που χρησιμοποιεί τις νέες ψηφιακές τεχνολογίες όχι μόνο στο διαδίκτυο αλλά και αλλού για να δημιουργήσει αποκεντρωμένες μορφές τεχνολογιών και κοινωνικών συνεταιρισμών. Αν δεν υπάρξει πολιτική συνειδητοποίηση εντός αυτών των συλλογικών προσπαθειών μπορούν εύκολα να καταλήξουν σε μορφές νέα επιχειρηματικότητας και σύγχρονου ψηφιακού καπιταλισμού.

 

 

24/6/2017- αντιρατσιστικό φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Μετά την αποσύνθεση των παραδοσιακών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, το 2015 εμφανίστηκαν καινούργιοι πολιτικοί σχηματισμοί όπως ο Σύριζα και οι Ποδέμος. Το 2016 σημειώθηκαν η άνοδος του Τζέρεμι Κόρμπιν στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος Μεγάλης Βρετανίας και η μαζική υποστήριξη προς τον Μπέρνι Σάντερς για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος στις ΗΠΑ. Η συζήτηση που διοργανώνουμε σκοπεύει να διερευνήσει το ζήτημα της σοσιαλδημοκρατίας σήμερα, υπό το πρίσμα τόσο των προαναφερόμενων πολιτικών σχηματισμών όσο και της μακράς ιστορίας της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής στο πλαίσιο της Αριστεράς.

Κάποτε η σοσιαλδημοκρατία αποτελούσε ένα παγκόσμιο κίνημα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης, βασισμένο στη μαρξιστική επαναστατική πολιτική. Σήμερα τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έχουν αντικαταστήσει πλήρως το καθήκον να οργανώσουν τους εργαζόμενους για να ανατρέψουν τον καπιταλισμό με το καθήκον να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν τις προϋποθέσεις για μια πιο δίκαιη οικονομία της αγοράς. Η σημερινή σκοπιά της σοσιαλδημοκρατίας είναι καθηλωμένη στην κοινωνία ως έχει, οριοθετημένη από τις εθνικές οικονομίες και τις διαμεσολαβημένη από τα εθνικά κράτη. Η σοσιαλδημοκρατία σήμερα υπόσχεται να καταπολεμήσει την κοινωνική αδικία στο όνομα των λαών, αλλά δεν υπόσχεται πλέον να πραγματώσει τον σοσιαλισμό. Αυτό που έχει μείνει είναι μόνο το όνομα, και μαζί με αυτό η υπόσχεση και η προβληματική της «σοσιαλδημοκρατίας».

Προσφέρει ακόμη η «σοσιαλδημοκρατία» μια προοπτική για την Αριστερά; Ενώ η σοσιαλδημοκρατία αναδύθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα ως έκφραση της πολιτικής απαίτησης των εργαζόμενων τάξεων για σοσιαλισμό, πέρασε μια σειρά κρίσεων στην πορεία του 20ου αιώνα. Πώς αυτές οι κρίσεις έχουν μετασχηματίσει τον τρόπο με τον οποίο η Αριστερά αντιλαμβάνεται τόσο την ιστορική μορφή της σοσιαλδημοκρατίας όσο και τους σοσιαλδημοκρατικούς πολιτικούς σχηματισμούς του σήμερα; Έχουν οδηγήσει οι διάφοροι μετασχηματισμοί –π.χ. η ρεβιζιονιστική διαμάχη στα έτη 1890-1900, η υποστήριξη των εθνικών κυβερνήσεων κατά τη διάρκεια του 1ου Παγκόσμιου Πολέμου, η διαμάχη σχετικά με τη ρωσική και τη γερμανική επανάσταση μεταξύ των ετών 1917 και 1919, η Νέα Αριστερά της δεκαετίας του 1960, η κρίση της δεκαετίας του 1970, η νεοφιλελεύθερη στροφή της δεκαετίας του 1980, η ανάδυση πολιτικών του «τρίτου δρόμου» κατά τη δεκαετία του 1990, η οικονομική κρίση του 2008– στον θάνατο της σοσιαλδημοκρατίας; Έχει αλλάξει για την Αριστερά η έννοια της κοινωνικής επανάστασης και του σοσιαλισμού, δεδομένου του μετασχηματισμού που έχει υποστεί η έννοια της «σοσιαλδημοκρατίας»; Θα μπορούσε η τροχιά που ακολούθησε η σοσιαλδημοκρατία να φωτίσει τους στόχους της Αριστεράς; Και αν ναι, με ποιον τρόπο;

Ομιλητές

Δημήτρης Μάνος: ΚΚΕ μ-λ

Κώστας Παλούκης: Ιστορικός, μέλος ΝΑΡ

Γιώργος Οικονόμου: Διδάκτωρ Φιλοσοφίας

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Κώστας Παλούκης: Αν πούμε ότι πέθανε η σοσιαλδημοκρατία τι μπορούμε άραγε να κάνουμε;

Η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα σοσιαλιστικό κίνημα που υποστηρίζει τη δημιουργία μιας σοσιαλιστικής οικονομίας μέσα από πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Το θεμελιώδες  χαρακτηριστικό της είναι η απόρριψη της επανάστασης και η πεποίθηση της ότι ο ρεφορμισμός είναι ένας επιθυμητός δρόμος για την επίτευξη του σοσιαλισμού. Στην πράξη αποδέχεται την ανάληψη της διακυβέρνησης ενός καπιταλιστικού πλαισίου αποδεχόμενη κάποιους συμβιβασμούς και υποχωρήσεις για την επίτευξη αυτών των στόχων.

Δεν υπάρχει ιστορικά μία τυπική μορφή σοσιαλδημοκρατίας αλλά πολλές, από τα τέλη του 19ου αιώνα έως και σήμερα. Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κύριες μορφές σοσιαλδημοκρατίας.

Η πρώτη είναι η κλασσική δυτικοευρωπαϊκή μορφή με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο το πλατύ, μαζικό, δημοκρατικό κόμμα του γερμανικού SPD, το οποίο εκπροσωπεί κοινοβουλευτικά την εργατική τάξη και στο οποίο συμμετέχουν πλατιά τμήματά της. Παράλληλα αναπτύσσει πολιτικές και πολιτιστικές δράσεις ενώ πάντα δρα στο όριο της πολιτικής νομιμότητας του εκάστοτε καθεστώτος.

Η δεύτερη είναι κάποιες πολύ μικρές ομαδοποιήσεις διανοουμένων και συνδικαλιστών που δεν μπορούν να αναδειχτούν σε μαζικό ρεύμα. Πολλές φορές έχουν έναν αναντίστοιχα με το μέγεθός τους και τη μικρή οργανωτική τους βάση μεγάλο και σημαντικό ρόλο και δράση στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Ενίοτε οι ομάδες αυτές εντάσσονται σε μεγαλύτερα φιλελεύθερα κόμματα με δημοκρατικό χαρακτήρα. Τέτοια παραδείγματα σοσιαλιστικών ομάδων μπορεί να βρει κανείς εντός του δημοκρατικού κόμματος των Η.Π.Α. ή άλλων δημοκρατικών κομμάτων της Ευρώπης.

Μία τρίτη μορφή σοσιαλδημοκρατίας είναι η ένοπλη σοσιαλδημοκρατία. Εμφανίζεται σε περιόδους επικράτησης αυταρχικών καθεστώτων και έχει έντονα εθνικοαπελευθερωτικά και δημοκρατικά χαρακτηριστικά. Τέτοιου είδους κόμματα μπορούν να χαρακτηριστούν το PKK και το Sinn Fein-IRA και παλαιότερα το κόμμα των μενσεβίκων.

Η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα πολιτικό ρεύμα που κινείται σε προοδευτική κατεύθυνση αλλά κρίνεται από τη στάση των εκάστοτε κομμάτων σε κρίσιμα κομβικά ιστορικά ζητήματα.

Στη σοσιαλδημοκρατία μπορεί κανείς να αναγνώσει και δύο ρεύματα με επαναστατικό χαρακτήρα. Το ένα θεωρεί αναγκαία και επιθυμητή την επανάσταση και υποτάσσει την τακτική του γύρω από αυτό το στόχο, ενώ μία δεύτερη εκδοχή αρνείται πλήρως οποιαδήποτε μεταβατική λογική και αίτημα στις σημερινές συνθήκες προβάλλοντας ως μόνη λύση την επαναστατική διαδικασία στο παρόν, χωρίς ενδιάμεσες καταστάσεις. Το ΚΚΕ σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους είχε είτε τη μία είτε την άλλη μορφή.

Για την ανάπτυξη της σοσιαλδημοκρατίας σε πλατύ κοινωνικό ρεύμα απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις: η ύπαρξη ενός πλατιού στρώματος εργατικής αριστοκρατίας, ένα πλαίσιο οικονομικών λειτουργιών μέσα στο οποίο η αστική τάξη δέχεται παραχωρήσεις προς την εργατική τάξη και τέλος ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται η ενδοαστική διαμάχη εντός ενός κράτους ή η ενδοϊμπεριαλιστική διαμάχη μεταξύ κρατών.

Στην Ελλάδα μέχρι το 1981 δεν υπήρχαν οι παραπάνω προϋποθέσεις για την εμφάνιση και την άνοδο μιας μαζικής σοσιαλδημοκρατίας. Τη δεκαετία του 1930 έχουμε την πρώτη εμφάνιση ενός πλατιού μετώπου κομμουνιστών και σοσιαλιστών το οποίο προλαμβάνεται από το Μεταξά, μέτωπο το οποίο θα πραγματωθεί με την εμφάνιση του Ε.Α.Μ. λίγα χρόνια αργότερα. Με την ήττα του Ε.Α.Μ.-ΕΛΑΣ το μέτωπο θα διαλυθεί. Αργότερα συσπειρώσεις των δύο ρευμάτων θα υπάρξουν και εντός της ΕΔΑ γύρω από μια πλατιά σωματειακή βάση. Ωστόσο και στην τελευταία περίπτωση δε δημιουργείται εργατική αριστοκρατία η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα τυπικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.

Ο βασικός λόγος για τον οποίο δεν είχαμε νωρίτερα από το 1980 σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα ήταν όχι γιατί η ελληνική αστική τάξη δεν υπήρξε ή δεν ήταν αναπτυγμένη αλλά γιατί δεν είχε τη διάθεση να κάνει παραχωρήσεις προς την εργατική τάξη, αναγκάζοντας τους σοσιαλδημοκράτες είτε να αποτελούν το μακρύ χέρι του κράτους είτε να συμμαχούν με τους κομμουνιστές.

Στην Ελλάδα η σοσιαλδημοκρατία δημιουργήθηκε από το ΠΑΣΟΚ. Είναι η περίοδος που οι προϋποθέσεις που προανέφερα μπορούν να πραγματωθούν έστω παροδικά. Ωστόσο η είσοδος στην ΕΟΚ και την ευρωπαϊκή ένωση θα επιφέρει την αναγκαστική υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Με την κρίση του 2010 στην Ελλάδα δοκιμάστηκαν ξανά οι δυνατότητες για μια νέου τύπου σοσιαλδημοκρατίας με την άνοδο του Σύριζα και πάλι φάνηκαν τα όρια αυτής της πολιτικής εντός ευρωπαϊκής ένωσης. Ο θάνατος της σοσιαλδημοκρατίας σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος δρόμος από την αντικαπιταλιστική λύση.

Δημήτρης Μάνος: Ας μη βιαστούμε να μιλήσουμε για το θάνατο της σοσιαλδημοκρατίας.

Η ένταξη της σοσιαλδημοκρατίας στο κυρίαρχο καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα συνέβη αμετάκλητα και οριστικά στον πρώτο παγκόσμιο όταν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα συμμάχησαν με τις εθνικές αστικές τάξεις τους για τη διεξαγωγή του πολέμου. Σήμερα η πολιτική έκφραση της σοσιαλδημοκρατίας υπό τις δεδομένες συνθήκες και το συσχετισμό δύναμης είναι δύναμη του συστήματος. Σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές εφαρμόστηκαν και από το Φράνκο στην Ισπανία ή τα χριστιανοδημοκρατικά κόμματα σε Ιταλία και Γερμανία (αλλά όχι από τον Πινοσέτ στη Χιλή) στη βάση της ρήσης του Τσώρτσιλ ότι από τις χώρες του παραπετάσματος πρέπει να αντιγράψουμε το κοινωνικό τους κράτους.

Η εργατική βάση της σοσιαλδημοκρατίας σύμφωνα με το Λένιν ήταν η εργατική αριστοκρατία.

Όσον αφορά την Ελλάδα, η άνοδος της σοσιαλδημοκρατίας καθορίστηκε τόσο από την εξάρτηση της χώρας από το διεθνή ιμπεριαλισμό που δεν επέτρεπε στην ελληνική αστική τάξη παραχωρήσεις όσο και από την υποχώρηση και ήττα της Αριστεράς. Η εργατική αριστοκρατία δεν δημιουργήθηκε στην Ελλάδα παρά από το ΠΑΣΟΚ το οποίο όμως είχε την «ατυχία» να αναπτύσσεται παράλληλα με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού.

Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς δεν υπάρχει η εναλλακτική επαναστατική πρόταση στον καπιταλισμό-ιμπεριαλισμό που να θέτει ζητήματα αμφισβήτησης του καπιταλισμού και εργατικής εξουσίας. Η λενινιστική λύση δηλαδή η κατάληψη του κράτους, η καταστροφή του αστικού κράτους και η οικοδόμηση του σοσιαλιστικού κράτους σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο που αποτέλεσε την εργατική απάντηση αν και σημαντική είναι ακόμα αδύναμη. Στο έδαφος αυτής της αδυναμίας υπάρχει ακόμα η δυνατότητα ανάπτυξης σοσιαλδημοκρατικών φαινομένων όπως για παράδειγμα στη χώρα μας.

Η επίθεση του ιμπεριαλιστικού συστήματος στη σημερινή φάση της κρίσης του, η οποία συμπιέζει τα μικροαστικά στρώματα, δεν δημιουργεί οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία κοινωνικών συμμαχιών υπό την κυριαρχία των αστικών τάξεων. Η επίθεση γίνεται ακόμα και στις ιμπεριαλιστικές χώρες όπως οι Η.Π.Α. και η Γαλλία. Το φαινόμενο κατάρρευσης των μεσοστρωμάτων είναι σημαντικό για την ανάλυση της σοσιαλδημοκρατίας.

Οι μετακομμουνιστικές λύσεις όπως οι πλατείες, το Occupy άνθισαν στο βαθμό που η κομμουνιστική λύση είναι ακόμα αδύνατη. Ανάλογα με τις τοπικές περιστάσεις δημιουργήθηκαν συμμαχίες μεταξύ κομματιών της αστικής τάξης και κομμάτια των λαϊκών κινημάτων προηγούμενων ετών. Σε ένα παράδειγμα διαμάχης των δύο αυτών ρευμάτων το κομμουνιστικό κόμμα Ινδίας μαοϊκό που διεξάγει έναν κοινωνικό και απελευθερωτικό αγώνα συγκρούεται ένοπλα με σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις με συμμετοχή ακόμα και μαρξιστικών-λενινιστικών κομμάτων! Η προβιά της σοσιαλδημοκρατίας μπορεί να φορεθεί από πολλούς.

Το φαινόμενο Σύριζα αναπτύχθηκε κάτω από την έλλειψη της κομμουνιστικής πολιτικής, από την πίεση του συστήματος, της συνειδητοποίησης των μικροαστικών κομμάτων ότι είναι και αυτά αναλώσιμα όπως η εργατική τάξη η οποία δεχόταν την κρίση και πριν την κρίση. Η αριστερά εντός και εκτός κοινοβουλίου «στήριξε» το Σύριζα κυρίως μέσω των μεταβατικών προγραμμάτων.

Ποια πρέπει να είναι η άλλη κατεύθυνση δεδομένης της συνέχισης της επίθεσης από τη μεριά του συστήματος; Ο αγώνας σήμερα οφείλει να είναι διμέτωπος τόσο απέναντι στις σοσιαλδημοκρατικές λύσεις που ενδεχομένως θα πλασαριστούν στο μέλλον αλλά και απέναντι στις φασιστικές λύσεις που προβάλλονται υπό το μανδύα του λαϊκισμού.

Πρέπει να διαχωριστεί η πάλη που δίνουμε σήμερα με τους στρατηγικούς στόχους. Πάνω σε αυτό το έδαφος των στρατηγικών στόχων λαμβάνει χώρα η άνοδος των απόψεων του Σύριζα.

Αυτό που κατά τη γνώμη μου θα παλέψουμε στο μέλλον είναι η αποδέσμευση από τα ιμπεριαλιστικά δεσμά και η ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό που συνδέει τη σημερινή και τη μελλοντική πάλη είναι η δημιουργία μετώπων αντίστασης, ο συντονισμός των εστιών αντίστασης και η συνεργασία με τους λαούς που δέχονται αυτή την επίθεση.

Γιώργος Οικονόμου: Θα προσπαθήσω να συνδέσω την αποτυχία της σοσιαλδημοκρατίας ως λύση για τα κοινωνικά προβλήματα με τους στόχους και τη φυσιογνωμία ευρύτερα της Αριστεράς.

Θα ήθελα να αναφερθώ σε τρεις περιπτώσεις σοσιαλιστικών κομμάτων, στα προγράμματά τους και στο πολιτικό αποτέλεσμα που επέφεραν.

Το 1971 γίνεται το συνέδριο του σοσιαλιστικού κόμματος της Γαλλίας όπου υπερνικά η μετριοπαθής τάση του Μιττεράν, που είχε στο πρόγραμμά της την κατάργηση της μισθωτής εργασίας. Δέκα χρόνια μετά από την κατάληψη της εξουσίας καμία από τις προγραμματικές δηλώσεις δεν εφαρμόστηκε. Το δεύτερο παράδειγμα είναι το ελληνικό ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα αυτό το 1974 μιλούσε για σοσιαλισμό, για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και για διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας. Μετά από πολύχρονη διακυβέρνηση δεν έκανε τίποτα από όλα αυτά. Τέλος η περίπτωση  του Σύριζα, που μιλούσε επίσης για σοσιαλισμό και μη αποδοχή των μνημονίων και δεν εφάρμοσε ούτε το μετριοπαθές πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.

Οι τρεις αυτές περιπτώσεις δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος που δεν αφορά μόνο τη σοσιαλδημοκρατία αλλά και ευρύτερα της Αριστεράς. Το πρόβλημα που θέλω να θίξω είναι αυτό της τεράστιας αποτυχίας της Αριστεράς τόσο σε ιδεολογικό όσο και οργανωτικό και πολιτικό επίπεδο. Όταν λέω Αριστερά εννοώ όχι μόνο τη σοσιαλδημοκρατία αλλά και τα κομμουνιστικά κόμματα.

Η σοσιαλδημοκρατία προσπάθησε να ενταχθεί μέσα στο σύστημα εφαρμόζοντας μεταρρυθμίσεις. Επειδή το αίτημα για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής ήταν πολύ δύσκολο να εφαρμοστεί κατέφυγε σε οικονομικά και κοινωνικά μέτρα και καλύτερη διανομή του κοινωνικού προϊόντος.

Το στοιχείο ωστόσο που καθόρισε και καθορίζει ακόμα και σήμερα την αποτυχία της Αριστεράς κατά τη γνώμη μου είναι αυτό της αντιπροσώπευσης. Αυτό που ζούμε σήμερα είναι μια κρίση του συστήματος της αντιπροσώπευσης όπως την εννοεί η Αριστερά αφού ακόμα και στις χώρες του υπαρκτού ολοκληρωτισμού όπως στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλόκ, το κόμμα που αντιπροσώπευε τα συμφέροντα της εργατικής τάξης οδήγησε σε αυταρχικές, ανελεύθερες, δικτατορικές δομές.

Η Αριστερά επίσης εμφανίζει τεράστιο έλλειμα όσον αφορά τη δημοκρατία. Αυτό που έδειξαν οι πλατείες αλλά και όλα τα κινήματα από τη δεκαετία του 1960 και τα γνήσια εργατικά κινήματα ήταν η αυτοδιεύθυνση των εργαζομένων, αίτημα και πρακτική που η Αριστερά απεμπόλησε. Ήδη από την εποχή της ρωσικής επανάστασης η επικράτηση του λενινιστικού κόμματος και της γραφειοκρατίας ενάντια στην αυτοδιεύθυνση των εργατών υπήρξε η ταφόπλακα της εξουσίας των σοβιέτ.

Εκ γενετής η Αριστερά και ολόκληρη η μαρξική ιδεολογία έπασχε από την αδυναμία σύλληψης της έννοιας της δημοκρατίας. Η έμφαση στο οικονομικό στοιχείο και στην πάλη ανάμεσα στις παραγωγικές σχέσεις και στις παραγωγικές δυνάμεις υπήρξε καταστροφική για το εργατικό κίνημα.

Η Αριστερά ευνοεί τέλος τον καταμερισμό της πολιτικής εργασίας αφού το κόμμα ή η οργάνωση παρέχει τη μοναδική δυνατότητα για επιστημονική ανάλυση και η κοινωνία πρέπει να υπακούει. Μιλάμε δηλαδή για μία τεχνική έννοια της πολιτικής και όχι της δυνατότητας των εργατών-πολιτών να αυτοκυβερνηθούν και να αυτοοργανωθούν.

Η βασική διαίρεση με βάση τη μαρξική θεωρία είναι ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Η έμφαση στην οικονομική αυτή διαίρεση απεμπολεί το πολιτικό και δημοκρατικό στοιχείο. Ο Καστοριάδης από πολύ νωρίς έδειξε ότι η κεντρική δομή της κοινωνίας και η ρίζα της εκμετάλλευσης και της αλλοτρίωσης δεν είναι η καπιταλιστική αγορά αλλά η ιεραρχική, γραφειοκρατική οργάνωση της κοινωνίας. Η γραφειοκρατία είναι μια πολιτική και όχι οικονομική δομή εξουσίας.

Η κύρια διαίρεση σήμερα είναι μεταξύ αυτών που λαμβάνουν τις αποφάσεις και θεσπίζουν τους νόμους και σε αυτούς που τις εκτελούν. Συνεπώς αυτό που προέχει είναι κυρίως η πολιτική ισότητα των ατόμων και η συμμετοχή τους στη λήψη των αποφάσεων και όχι η αφηρημένη κατάργηση του καπιταλισμού σε οικονομικό επίπεδο. Κατά τη γνώμη μου αυτό καταδεικνύουν και οι σύγχρονες μορφές αντίστασης όπως οι πλατείες οι οποίες αντιτίθενται στην αντιπροσώπευση των κομμάτων και τονίζουν το στοιχείο της αυτοδιεύθυνσης. Πρέπει να υπάρξουν ανεξάρτητες πολιτικές κινήσεις που θα δημιουργήσουν ένα δημοκρατικό κίνημα και θα προωθήσουν θεσμικές αλλαγές.

Κώστας Παλούκης: Το μεταβατικό πρόγραμμα όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ σχετίζεται με μια σειρά αιτημάτων από τη μεριά των εργαζομένων. Η διεκδίκησή των μερικών μεταβατικών αιτημάτων δημιουργεί τις συνθήκες για την επόμενη κλίμακα αιτημάτων και τη σταδιακή κατανόηση της σημερινής πολιτικής κατάστασης από τη μεριά των εργαζομένων καθώς και την πάλη για ολοένα πιο διευρυμένα και ριζοσπαστικά αιτήματα. Τα μεταβατικά αιτήματα δεν μπαίνουν για να εφαρμοστούν στον καπιταλισμό αλλά ως σημείο αφετηρίας για την πάλη ενάντια στην εργοδοσία και απέναντι στο κράτος και στο κεφάλαιο.

Σε σχέση με το ζήτημα της αντιπροσώπευσης και της αποτυχίας της αριστεράς: πως είμαστε σίγουροι ότι όσοι αναφέρονται σε τέτοια ζητήματα δεν είναι και οι ίδιοι κομμάτια της ήττας και της αποτυχίας; Αυτές οι ομάδες ή οι συλλογικότητες δε γέννησαν άραγε γραφειοκρατίες στο εσωτερικό τους καθώς και προβλήματα που δεν μπορούν να ξεπεράσουν;

Δημήτρης Μάνος: Η βασικότερη σύγκρουση με τη σοσιαλδημοκρατία έγινε το 1917. Η πορεία κατάκτησης της εξουσίας από τους εργάτες δεν είναι γραμμική και δεν έρχεται από ολοένα και πιο προχωρημένα αιτήματα. Ενδεχομένως σε μία κοινωνία που έχει κατακτηθεί η εξουσία από τους εργαζόμενους θα μπορούσα ίσως να συμφωνήσω με τον Οικονόμου ότι η διαίρεση είναι μεταξύ των διευθυντών και διευθυνομένων. Σήμερα όμως που ακόμα και ο συνδικαλισμός τείνει να εξαφανιστεί προέχει η συγκρότηση της εργατικής τάξης σαν τάξης για τον εαυτό της. Αυτό που πρέπει να αλλάξει είναι ο ταξικός συσχετισμός.

Γιώργος Οικονόμου: Βασικά δικαιώματα όπως η ελευθερία του λόγου δεν υπήρχαν ούτε υπάρχουν σε κράτη που επικράτησαν κομμουνιστικά καθεστώτα. Τα συνθήματα περί σοσιαλισμού και κομμουνισμού έχουν πεθάνει. Το μόνο αίτημα που μπορεί να διασωθεί είναι το δημοκρατικό αίτημα, δηλαδή αν θέλουμε να είμαστε πολίτες και υποκείμενα της πολιτικής μας. Η μαρξιστική λενινιστική λογική δεν έχει δώσει απολύτως τίποτα θετικό.  Ότι κερδήθηκε οφείλεται στο γνήσιο εργατικό και λαϊκό κίνημα που απέκτησε δικαιώματα μέσω των αγώνων του .

Συζήτηση-ερωτήσεις

Μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και στη βάση του κομμουνιστικού κινδύνου και της ανάγκης για ανοικοδόμηση του καπιταλισμού επενδύθηκαν μέσω της σοσιαλδημοκρατίας αντικομμουνιστικές τάσεις. Η σοσιαλδημοκρατία εξέφραζε τα μεσαία στρώματα και την αυταπάτη ότι μπορούν να μοιραστούν την εξουσία με το μεγάλο κεφάλαιο. Ακόμα και σήμερα η σοσιαλδημοκρατία μπορεί να υπάρξει με πολλές μορφές.

Αν παίρναμε μία εφημερίδα εκατό χρόνια πριν την περίοδο της ρώσικης επανάστασης θα διαβάζαμε ότι είπε ο Γιώργος Οικονόμου. Αυτή είναι η δειλή, έμμεση σοσιαλδημοκρατία. Ενώ κατηγορεί το κόμμα για την απόλυτη αλήθεια την ίδια στιγμή μιλάει και καθορίζει το πότε ένα κίνημα είναι γνήσιο ή όχι.

Γιώργος Οικονόμου: Το εργατικό κίνημα διεκδίκησε και πέτυχε την καθιέρωση πολλών δικαιωμάτων χωρίς τη βοήθεια των κομμουνιστών. Τα κομμουνιστικά κόμματα εξέφρασαν τα συμφέροντα και τους σκοπούς της κομμουνιστικής γραφειοκρατίας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δυσφημιστεί τόσο πολύ το αίτημα του σοσιαλισμού-κομμουνισμού ώστε σήμερα τέτοια συνθήματα υπάρχουν μόνο σε περιθωριακές αριστερές ομάδες. Η κοινωνία σήμερα δεν ακολουθεί τα κομμουνιστικά καθεστώτα.

Το δικαίωμα να ασκούμε κριτική είναι πολύ σημαντικό. Πρέπει να δούμε κάθε πολιτική άποψη και να την κριτικάρουμε μέσω επιχειρημάτων. Κατά τη γνώμη μου ο Καστοριάδης άσκησε μια πολύ σημαντική κριτική στο μαρξισμό και στο κομμουνιστικό κίνημα η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί αλλά πρέπει να απαντηθεί.

Αν πούμε ότι η σοσιαλδημοκρατία δεν έχει εκπνεύσει πολιτικά και ιστορικά πως θα μπορούσε ένας σχηματισμός όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή το ΚΚΕ μ-λ, που είναι εξαιρετικά κριτικός στις παρούσες μορφές σοσιαλδημοκρατίας, να πραγματώσει το πρόγραμμά του αν ερχόταν στην εξουσία;

Κώστας Παλούκης: Η απάντηση είναι ότι την εξουσία δε θα την πάρει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά η εργατική τάξη και ο λαός. Η χρήση των μεταβατικών αιτημάτων γίνεται στο βαθμό που επιδιώκουμε να προσεγγίσουμε την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα εκεί όπου αυτά υπάρχουν. Κατά τη γνώμη μου μπορεί να υπάρχουν επιμέρους νίκες σε διάφορα αιτήματα αλλά όχι ένα πρόγραμμα εφαρμογής μιας σειράς τέτοιων αιτημάτων μέσα στον υπαρκτό καπιταλισμό.

Δημήτρης Μάνος: Η εμπειρία του Σύριζα αναδεικνύει πόσο μακρύς είναι ο δρόμος που πρέπει να διανύσουμε. Ίσως αυτό το πισωγύρισμα να ήταν αναγκαίο, δηλαδή να φανερωθεί ο Σύριζα ως αστική δύναμη στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού.

 

9/5/2016- στέκι Πολιτικών Επιστημών Α.Π.Θ.

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Η συνέχιση των πολιτικών λιτότητας, η (επαν-)εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ και η κατάληξη των διαπραγματεύσεων με τους “θεσμούς” έφερε με ακόμα μεγαλύτερη οξύτητα στο προσκήνιο τη στάση της Αριστεράς απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Πολύ σχηματικά, για κάποια τμήματα της Αριστεράς, η ΕΕ αποτελεί εγγενώς εκμεταλλευτικό και αντιδημοκρατικό μηχανισμό επιβολής των ισχυρών εθνών και τάξεων επί των αδυνάτων, ενώ για κάποια άλλα τμήματα, δυνητικά προοδευτικό διεθνιστικό ανάχωμα στους εθνικούς ανταγωνισμούς και την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (παρότι προς το παρόν αναγνωρίζουν τον συντηρητικό και αντιδραστικό χαρακτήρα της). Για τα πρώτα, η ΕΕ είναι ένα όχημα εδραίωσης των νεοφιλελεύθερων πολιτικών ή ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, ενώ για τα δεύτερα, μόνο σε επίπεδο ΕΕ μπορεί δυνητικά να ανατραπεί ο νεοφιλελευθερισμός και να περιοριστούν οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί. Όπως είναι σαφές, οι σχετικές τοποθετήσεις καθορίζουν αποφασιστικά το πεδίο της πολιτικής πρακτικής και την επιλογή για παραμονή ή έξοδο από την ΕΕ. Εξίσου σχηματικά μπορούμε να πούμε το εξής: για τους μεν, η ΕΕ δεν μεταρρυθμίζεται, συνεπώς κάθε αριστερή πολιτική εντός της είναι καταδικασμένη να αποτύχει· για τους δε, μια ενδεχομένως πετυχημένη πολιτική πρακτική της Αριστεράς σε ευρωπαϊκό επίπεδο μπορεί να αλλάξει την κατεύθυνση και τον χαρακτήρα της ΕΕ.

Από την άλλη πλευρά, βλέπουμε ότι η Δεξιά δεν εξαντλείται σε μία στήριξη της ΕΕ, αλλά τμήματά της, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, στέκονται ολοένα και πιο κριτικά απέναντί της. Το κύμα του δεξιού ευρωσκεπτικισμού αφορά κυρίως την ανασύσταση της εθνικής κυριαρχίας των κρατών και τη διατήρηση της πολιτικής τους αυτοτέλειας, συχνά με ακροδεξιές κορόνες και ξενοφοβική ρητορική.

Στο πλαίσιο της παραπάνω προβληματικής, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε την “προσφυγική κρίση” με τη μαζική μετακίνηση ανθρώπων προς αναζήτηση ασφάλειας και καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Η “Ευρώπη Φρούριο” αποτελεί την κωδικοποίηση της στάσης και της κριτικής προς την ΕΕ, η οποία σε μεγάλο βαθμό υποστηρίζει μια πολιτική κλειστών συνόρων στο όνομα της κοινωνικής σταθερότητας. Όσο κι αν φαίνεται να δικαιώνεται η γραμμή ανάλυσης όσων υποστηρίζουν την έξοδο από την ΕΕ, υπάρχουν ακόμα πολλοί που υποστηρίζουν ότι μια αποτελεσματική αντιμετώπιση του μεταναστευτικού ζητήματος μπορεί να συμβεί μέσα από μια αλλαγή κατεύθυνσης της ίδιας της ΕΕ.

Τέλος, σε όλα τα προηγούμενα προστίθεται το δημοψήφισμα του Ιουνίου στη Μ. Βρετανία σχετικά με την παραμονή ή την έξοδο της χώρας από την ΕΕ, το αποκαλούμενο Brexit. Η στάση της βρετανικής Αριστεράς δεν είναι επίσης ομόφωνη, καθώς διατύπωνονται επιχειρήματα υπέρ του “ναι”, του “όχι” αλλά και της αποχής. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η γνωστότερη περίπτωση δεξιού ευρωσκεπτικισμού (πέρα απ’ τη Λεπέν) προέρχεται από τη Μ. Βρετανία με το UKIP του Νάιτζελ.

Μπορούμε συνεπώς ή όχι, και με ποια κριτήρια, να διακρίνουμε μεταξύ αριστερής και δεξιάς εναντίωσης στην ΕΕ, αλλά και μεταξύ αριστερής και δεξιάς υποστήριξής της;

Περαιτέρω, η ΕΕ αποτελεί μόρφωμα που κρατείται τεχνητά στη ζωή ή αποτελεί, καλώς ή κακώς, πραγματικότητα την οποία δεν μπορούμε να αγνοήσουμε; Υπάρχει μία ευρωπαϊκή εργατική τάξη ή η ταυτότητά της παραμένει εθνική; Ποιο πρέπει να είναι το σημείο αφετηρίας της Αριστεράς, το εθνικό ή το ευρωπαϊκό;

Ο καπιταλισμός προωθεί την ευρωπαϊκή ενοποίηση ή την αναστέλλει; Μπορούμε να διακρίνουμε, ή ακόμα και να αποκόψουμε, την οικονομική από την πολιτική ενοποίηση;

Είναι εφικτή, και υπό ποιες προϋποθέσεις, η πραγμάτωση του συνθήματος για τις “Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης”; Αν ναι, υπάρχουν κίνδυνοι στο εγχείρημα αυτό, αν περιχαρακωθεί τόσο από τους ισχυρούς (π.χ. ΗΠΑ) όσο και από τους ανίσχυρους (Ασία, Αφρική, καθώς και τους μετανάστες που προέρχονται απ’ αυτές); Δηλαδή με ποιες προϋποθέσεις μπορεί να αποφευχθεί ένας ευρωπαϊκός σωβινισμός, υπέρ ενός πραγματικού διεθνισμού;

Έχει σημασία η διαφορά μεταξύ ευρωζώνης και ΕΕ ως πολιτικών προβλημάτων; Ή η εναντίωση στο “ευρώ” ταυτίζεται με την εναντίωση στην ΕΕ;”

Ομιλητές

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Δρ Φιλοσοφίας

Γιώργος Κρεασίδης: μέλος ΝΑΡ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Cosmopolitan Communist: μέλος της αόρατης επιτροπής της αντεθνικής προλεταριακής εξέγερσης

Δημοσθένης Παπαδάτος: μέλος συντακτικής ομάδας του RedNotebook

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Cosmopolitan Communist: Παρατηρώντας τους ριζοσπαστικούς χώρους της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια, βλέπουμε μια έντονη παραγωγή λόγων γύρω από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια πραγματική έκρηξη της ιδεολογίας στο συγκεκριμένο θέμα. Στην εισήγησή μου θα προσπαθήσω να τους καταγράψω, να τους ταξινομήσω και να κάνω μια γενεαλογία τους, όχι για να επιβεβαιώσω την όποια δική μου κλειστή κοσμοθεωρία σε αυτό το ζήτημα, αλλά για να επανεκκινήσω μια διαδικασία κριτικής.

Δεν με ενδιαφέρει μια κριτική ουδέτερη, αντικειμενική και αμερόληπτη, αυτά τα αφήνω στους νεοφιλελεύθερους και στις νεοφιλελεύθερες, στα αυτοαποκαλούμενα ολοκληρωμένα Καρτεσιανά υποκείμενα που φαντασιώνονται ότι διαθέτουν καθαρή θέση για τα πάντα. Ο τρόπος που θέλω να παρέμβω στη συζήτησή μας, έχει μια ξεκάθαρα μεροληπτική και υποκειμενική θέση. Αυτή είναι προλεταριακή, φεμινιστική και αντιεθνιστική με αιχμή την εναντίωση στον εθνικισμό και την πατριαρχία της χώρας που ζω, στον τρόπο που διαμορφώνεται τόσο από τα πάνω όσο κι από τα κάτω.

“Ο εχθρός είναι στην ίδια μας τη χώρα”, είναι η χαρακτηριστική φράση που είπε ο Κάρλ Λίμπνεχ, τη πρωτομαγιά του 1916 στο Βερολίνο μπροστά σε 10.000 διεθνιστές και διεθνίστριες, εργάτες και εργάτριες, που κατέβηκαν σε αντιπολεμικό συλλαλητήριο κόντρα στον Γερμανικό σοσιαλσοβινισμό του SPD. Αυτή ήταν η μόνη φράση που πρόλαβε να πει πριν τον συλλάβει η Γερμανική αστυνομία για την εθνοπροδοτική του προπαγάνδα και ακολουθήσουν ταραχές. Αυτό πρέπει να είναι το σύνθημα που να ορίζει και τη σύγχρονη Κομμουνιστική οπτική.

Επιστρέφοντας στην σημερινή συγκυρία του Ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, ας δούμε τις απόψεις των σημαντικότερων αριστερών ομάδων, στο θέμα.

Θα ξεκινήσω, προσεγγίζοντας τη θέση του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ για την ΕΕ, όπως αποτυπώνεται στα προγραμματικά κείμενα διαβούλευσης για την εξωτερική πολιτική. Στα κείμενα αυτά το εθνικό συμφέρον είναι δεσπόζον σημαίνον. Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ αποτελεί σημαντικό παράγοντα της εξωτερικής της πολιτικής, όσον αφορά το διεθνή της ρόλο και τη διαπραγματευτική της δύναμη, τις διεθνείς οικονομικές τις σχέσεις, τις σχέσεις της με χώρες εκτός ΕΕ και την αντιμετώπιση διεθνών προκλήσεων όπως η διαχείριση των μεταναστευτικών και προσφυγικών κυμάτων.

Αν λοιπόν, η σημερινή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι να χρησιμοποιεί οικονομικά τους μετανάστες για λογαριασμό του ελληνικού κεφαλαίου και ταυτόχρονα ως εργαλείο γεωπολιτικού εκβιασμού  υποβιβάζοντάς τους σε κύματα και ροές, αυτό δεν είναι μια παρέκκλιση, αλλά είναι μια θέση ήδη κωδικοποιημένη με τρόπο ωμό και κομψό στο πρόγραμμά του. Στα ίδια προγραμματικά κείμενα υπογραμμίζεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί δύναμη ευρωσκεπτικισμού και απορρίπτει την άνοδο του εθνικισμού ως απάντηση στην πολιτική της ΕΕ. Αυτό το αξίωμα συνοδεύεται από μια εκτεταμένη ανάλυση που κατηγορεί την εξωτερική πολιτική της Βόρειας Ευρώπης για την αστάθεια στη Μέση Ανατολή, ενώ μιλάει για ένα νέο ευρωαντλαντικό, ψυχροπολεμικό κλίμα με στόχο τη Ρωσία. Παράλληλα αναλύεται μια ασυμμετρία Βορρά-Νότου, σύμφωνα με την οποία οι Νότιες χώρες είναι αποικίες χρέους του Βορρά. Έχουμε δηλαδή μια αντιιμπεριαλιστική ανάλυση που προσωποποιεί την επέκταση του κεφαλαίου στις πολιτικές των ΗΠΑ, της Γερμανίας και της Αγγλίας, ενώ βλέπει παραδείγματος χάριν άλλες ισχυρές καπιταλιστικές χώρες ως θύματα των ιμπεριαλιστών. Κατ' αυτόν τον τρόπο ερμηνεύει όλους τους ανταγωνισμούς των καπιταλιστικών κρατών του τρίτου κόσμου σαν συνέπεια των δράσεων των μεγάλων δυνάμεων και υποβαθμίζει τις ενδογενείς αντιθέσεις στους εγγύς κυματισμούς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται λοιπόν να γίνεται ο θιασώτης ενός εθνικού οράματος διαμεσολάβησης ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή. Μια τριγωνική πολιτική που παραμένει ο πυρήνας του ελληνικού ιμπεριαλισμού, ακριβώς με τη μορφή της αυτοδύναμης εξωτερικής πολιτικής όπως εγκαινιάστηκε απ' το ΠΑΣΟΚ του '81. Ο βίαιος, εξοντωτικός χαρακτήρας της πολιτικής της δεκαετίας του '90 φάνηκε πολύ πιο άγρια και απροκάλυπτα. Ήταν το ίδιο κράτος, που με όλη του την αστική τάξη στήριξε την ελληνοσερβική φιλία και τη γενοκτονία 8000 Σλάβων στη Βοσνία ενώ την ίδια στιγμή έδωσε γη και ύδωρ στο ΝΑΤΟ στους βομβαρδισμούς του ‘99 για να εξασφαλίσει τα κεφάλαια του. Είναι η ίδια χώρα άλλωστε που χρόνια μόλις πριν, χρησιμοποιούσε τη θέση της στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ για να αποικίσει οικονομικά τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με κορύφωση το εμπάργκο που της επέβαλλε το ’94-‘96. Ταυτόχρονα κατάφερνε να κινητοποιήσει τον εθνικό κορμό, μέσω των  media, των κομμάτων, των συνδικάτων και της εκκλησίας σε ένα αντιαμερικανικό κίνημα αξιοποιώντας τις αριστερές και ακροδεξιές ιδεολογίες για τις ανάγκες της εξωτερικής του πολιτικής.

Η τριγωνική διπλωματία γενικά απέδωσε οφέλη απτά σε πολλά παραδείγματα, για παράδειγμα, το ελληνικό κεφάλαιο κατάφερε να διατηρήσει προνομιακή θέση στη Σερβία και να συμμετέχει μαζί με το ΝΑΤΟ στη στρατιωτική κατοχή του Κοσόβου.

Η φιλειρηνική πολιτική των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν είναι παρά μια εμβάθυνση της διαχρονικής πολιτικής των ελληνικών think tanks που συνενώνει άκρα δεξιά και πατριωτική αριστερά. Επιδιώκεται μία γεωπολιτική πρόσοδος από την εκμετάλλευση της γεωγραφικής της θέσης μέσα απ' τη διαμεσολάβηση και τους επεκτατικούς στόχους ισχυρότερων καπιταλιστικών κρατών, με τρόπο που να οξύνει παράλληλα τις αντιθέσεις στο εσωτερικό των δεύτερων. Υπάρχει σταθερά άλλωστε τα τελευταία 25 χρόνια επίσης, σε διάφορες μιλιταριστικές δεξαμενές σκέψης στον κρατικό και παρακρατικό μηχανισμό η φαντασίωση για μια στρατηγική συμμαχία των ορθόδοξων κρατών που θα αναπαράγει με σταθερό τρόπο τα συμφέροντα του ελληνικού ιμπεριαλισμού.

Φυσικά, απέναντι στους οπαδούς μιας οποιαδήποτε θεωρίας εξάρτησης, η θέση μου είναι ότι η Ελλάδα δεν εκπροσωπεί κάποια ευρωπαϊκά, ρωσικά ή αμερικανικά, συμφέροντα αλλά ελληνικά.

Επέλεξα να μιλήσω για την ελληνική γεωπολιτική και τη σημασία της ΕΕ σε αυτή για την υποτίμηση της εργατικής τάξης και των μεταναστών-μεταναστριών από την μεριά του ελληνικού κεφαλαίου και όχι να σταθώ σε δίπολα που θεωρώ εύκολα ενσωματώσιμα στη διαλεκτική του εθνικισμού και της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Η γεωπολιτική σημασία των διακρατικών συμφωνιών είναι αυτή που κάνει εντέλει τις διάφορες μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου και κομμάτια της εργατικής τάξης να υποστηρίζουν την παραμονή στην Ε.Ε.

Ας δούμε όμως πως προσεγγίζουν το θέμα της Ε.Ε. και οι υπόλοιπες αριστερές δυνάμεις.

Η ΛΑΕ κινείται ξεκάθαρα προς την κατεύθυνση της εθνικής παραγωγικής ανασυγκρότησης, σε συνεργασία με τους αναδυόμενους ιμπεριαλισμούς της Ρωσίας και της Κίνας και πλήρη ρήξη με την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. Επιδιώκει ένα φθηνό νόμισμα έτσι ώστε να καταστεί η χώρα μία ανταγωνιστική αγροτική και βιομηχανική  οικονομία. Στην ουσία αποζητεί μεγαλύτερη υποτίμηση της εργασίας για να σωθεί η παραγωγικότητα και η αξιοποίηση.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτελεί την πιο ριζοσπαστική εκδοχή αυτού του προγράμματος. Προβάλλει το μοτίβο μιας πιο άμεσης σοσιαλιστικής συσσώρευσης σε μία κρατικοποιημένη συνεταιριστική οικονομία που όμως θα συνεχίσει να λειτουργεί με γνώμονα την παραγωγικότητα και την αξιοποίηση. Το αίτημα για τη συγκρότηση της αυτονομίας του πολιτικού προλεταριάτου δεν αποτελεί καθόλου σημείο εκκίνησης. Έτσι έχουμε μια επανεδαφικοποίηση από το διεθνή ταξικό πόλεμο σε μία εθνική διαχείριση του προβλήματος.

Θέλω επίσης να αναφερθώ στην πιο καιροσκοπική γραμμή που εκφράστηκε εντός του ΣΥΡΙΖΑ από τον κύκλο του Γιάννη Μηλιού. Η άποψη αυτή συμπυκνώνεται στη θέση ότι η ανατίμηση της εργατικής τάξης θα γίνει χωρίς σύγκρουση απέναντι στο ελληνικό κεφάλαιο αλλά μέσω ενός διπλωματικού μηχανισμού παρατεταμένου οικονομικού πολέμου με το εσωτερικό της Ε.Ε. που θα περιλαμβάνει στάση πληρωμών. Όμως χωρίς πραγματική μάχη για την αναγνώριση των αναγκών του διεθνούς προλεταριάτου ενάντια στη  μικρή, μεσαία και μεγάλη εργοδοσία κάτι τέτοιο δεν θα είναι παρά η διαιώνιση ενός καθεστώτος έκτακτης ανάγκης όπου η κυβέρνηση θα αποδίδει την υποτίμηση στους ξένους τοκογλύφους και θα υπόσχεται παροχές που δεν θα μπορεί να εκπληρώσει.

Όσον αφορά το ΚΚΕ, η μη συμμετοχή του στις εκδηλώσεις της αντιμνημονιακής εθνικής ενότητας, όπως οι αγανακτισμένοι και το «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα υποτίθεται ότι είναι δείγμα δογματικής εμμονής στη διαρκή επανάσταση και στη μη αποδοχή κάθε είδους ενδιάμεσων δημοκρατικών αιτημάτων. Υπάρχει ακόμα και η σκανδαλολογία ότι το ΚΚΕ είναι υπέρ του ευρώ και της Ε.Ε.

Το ΚΚΕ ωστόσο παραμένει ένα εθνικιστικό κόμμα, πιστό στις αρχές του σοβιετικού μαρξισμού. Καταγγέλει το ΝΑΤΟ ότι υπονομεύει την εθνική ανεξαρτησία και θεωρεί ότι μόνο το δικό του σοσιαλιστικό πρόγραμμα μπορεί να εξασφαλίσει τη ρήξη με την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ.

Το βασικό ερώτημα κατά τη γνώμη μου είναι πως μπορεί να οργανωθεί ένας διεθνιστικό εσωτερικός εχθρός στις χώρες της Ευρώπης είτε αυτές ανήκουν στην Ε.Ε. είτε όχι. Πως θα αναπτυχθεί καλύτερα η συνεργασία ανάμεσα στις ριζοσπαστικές αντιστάσεις σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό. Είναι προτεραιότητα η ανάδειξη της σύνδεσης ανάμεσα στην έμφυλη, ταξική και φυλετική καταπίεση σε κάθε κοινωνία. Ή σύγκρουση με τον καπιταλισμό και το κράτος είναι αλληλένδετη με την πάλη ενάντια στην πατριαρχία και το ρατσισμό και αντισημιτισμό. Για να είναι πραγματικά αιχμηρή και μη ενσωματώσιμη η συνολική εναντίωση σε αυτά τα συστήματα εξουσίας βασικός όρος για κάθε κίνημα είναι να εναντιώνεται πρώτα και κύρια στο κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό της δικής του χώρας.

Όταν η συζήτηση μετατοπίζεται από τη συγκρότηση του εσωτερικού εχθρού ενάντια στο ελληνικό κράτος προς μία επαναστατική κατεύθυνση στο ποια θα είναι η εξωτερική του πολιτική, αν δηλαδή θα ασκεί την καπιταλιστική αναδιάρθρωση στα πλαίσια διακρατικών συμφωνιών υπάρχει ένας εκτροχιασμός. Ο εκτροχιασμός αποπροσανατολίζει τις ενστάσεις των από τα κάτω και εγκλωβίζει το ανταγωνιστικό κίνημα σε ένα εθνικό επιβιωτισμό.

Δημοσθένης Παπαδάτος: Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι δε νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει αριστερή υποστήριξη στην Ε.Ε. και μάλιστα μετά από την ελληνική εμπειρία.

Όταν αναφερόμαστε στην Ε.Ε. μιλάμε για την Ευρώπη όπως το κεφάλαιο κατάφερε να ενώσει μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ο Λένιν, όταν αναφερόταν στην ανάγκη δημιουργίας των ηνωμένων πολιτειών της Ευρώπης τόνιζε την σημασία του οικονομικού περιεχομένου αυτής της ένωσης: αν το οικονομικό περιεχόμενο είναι ο καπιταλισμός τότε η ένωση θα είναι είτε ανεφάρμοστη είτε αντιδραστική.

Κάποια χρόνια αργότερα ο Χάγιεκ θα πει: «ο διακρατικός φεντεραλισμός είναι το πιο χρήσιμο εργαλείο αν θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι τα ειδικά συμφέροντα (π.χ. τα εργατικά) δε θα επιδρούν στην κρατική πολιτική». Αν δεν υπάρχει δηλαδή ένα κέντρο επί του οποίου μπορούν τα εργατικά κινήματα να ασκήσουν πίεση και επιρροή.

Σύμφωνα με τον Πουλαντζά ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής χαρακτηρίζεται από μία διπλή ταυτόχρονη τάση: η πρώτη είναι να αναπαράγεται ο καπιταλισμός σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό (συνήθως ένα έθνος) και η δεύτερη να επεκτείνεται πολύ πέρα από τα όρια αυτού του σχηματισμού.

Οι λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό δεν είναι αντικειμενικοί αλλά εξαρτώνται από μία ορισμένη ισορροπία δυνάμεων σε κάθε ιστορική συγκυρία. Συνεπώς δε νοείται Ε.Ε. χωρίς την ισορροπία που διαμορφώνεται από τους ταξικούς αγώνες σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό.

Η Ε.Ε. πρέπει να κατανοηθεί ως συνισταμένη τριών παραγόντων: 1) η ισορροπία εντός κοινωνικών σχηματισμών-κρατών, οι οποίοι έχουν διαφορετική βαρύτητα ανάλογα με τη χώρα, 2) οι διακρατικοί ανταγωνισμοί μεταξύ άνισων εθνικών στρατηγικών και 3) οι παρεμβάσεις από άλλους υπερεθνικούς θεσμούς όπως η ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα και η Κομισιόν με σκοπό να εξαλείψουν οποιαδήποτε δυνατότητα λαϊκής κυριαρχίας η οποία έχει επιβιώσει σε επίπεδο εθνικού κράτους.

Η ελληνική περίπτωση πρόσφερε πολλά παραδείγματα παρεμβατικότητας των θεσμών προς αυτή την κατεύθυνση, όπως η απόρριψη των ελληνικών ομολόγων λίγες μέρες μετά την άνοδο του Σύριζα, η απόφαση της ευρωπαϊκής τράπεζας να σταματήσει τη χρηματοδότηση των τραπεζών και να επιβάλλει capital controls λίγες μέρες πριν το δημοψήφισμα και η καθυστέρηση στη χρηματοδότηση για το προσφυγικό.

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια εκρηκτική αντίθεση: από τη μία ο μόνος τρόπος να σκεφτούμε την οποιαδήποτε κοινωνική αλλαγή είναι μέσω κινημάτων και αντινεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων ενώ την ίδια στιγμή έχουμε την εμπειρία ότι τα κινήματα ή οι κυβερνήσεις αυτού του είδους είναι κραδασμοί που η Ε.Ε. μπορεί εύκολα να απορροφήσει και να εξουδετερώσει.

Η δεύτερη αντίφαση είναι ότι για να σκεφτούμε μία πολιτική υπέρ των δυνάμεων εργασίας χρειάζονται βαθμοί νομισματικής κυριαρχίας ενώ την ίδια στιγμή η εμπειρία αποδεικνύει ότι καμιά απόπειρα ανάκτησης εθνικής νομισματικής κυριαρχίας δεν μπορεί να περάσει αδιάφορη από την ίδια την Ε.Ε.

Στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συζήτησης σε σχέση με την Ε.Ε. θεωρούμε ότι είναι αναγκαία μια ευρεία συνδιάσκεψη των δυνάμεων της αντιπολιτευόμενης Αριστεράς που αντιλαμβάνονται το ζήτημα της Ε.Ε. ως διαχωριστική γραμμή απέναντι σε άλλες απόψεις. Αυτές οι δυνάμεις οφείλουν να συζητήσουν όχι μόνο τους όρους ανάκτησης της νομισματικής κυριαρχίας αλλά και τους όρους ύπαρξης πέρα από τον καπιταλισμό. Έχει κεφαλαιώδη σημασία η προετοιμασία του πολιτικού υποκειμένου που θα είναι έτοιμο να αναλάβει τη ρήξη. Στα πλαίσια αυτά μπορούμε να σκεφτούμε ότι απέναντι στην ισχύ και στους εκβιασμούς οφείλουμε να αντιτάξουμε ισχύ και όχι επιχειρήματα και προπαγάνδα.

Με όρους λοιπόν πραγματικού σχεδιασμού στρατηγικής και όχι προπαγάνδας το κρίσιμο είναι να δούμε τις προϋποθέσεις για να σκεφτούμε στη χώρα μας αρχικά (αλλά όχι μόνο) τη ζωή μετά τον καπιταλισμό. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ασκείς έλεγχο στις χρηματικές ροές, στο δημόσιο προϋπολογισμό, στις πιστώσεις, στις εισαγωγές κτλ.

Ένα τέτοιο παράδειγμα δημιουργίας μίας συνθήκης που καλύπτει ανάγκες σε μικροκλίμακα είναι το City Plaza στην Αθήνα.

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Η δική μου ανάλυση δεν θα είναι ένας λόγο περί στρατηγικής αλλά για να σκεφτούμε πέρα απ' τη δεδομένη κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γι' αυτό θα μπορούσε να έχει ως τίτλο “Η Ευρώπη ως μέθοδος”.

Πλέον γνωρίζουμε όλοι και έχουμε κάνει την απαραίτητη διάκριση μεταξύ Ευρώπης, ευρωπαϊκός χώρος, ευρωπαϊκά ιδεώδη, παράδοση και πολιτική και άλλο Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ΕΕ είναι ο μηχανισμός αυτού του χώρου, στον οποίο μέσα υπάρχουν συγκρούσεις, πολιτικές κλπ.

Θα ήθελα, λοιπόν,  να προσεγγίσω το ερώτημα μιας αριστερής πολιτικής όσων αφορά την ΕΕ με αφετηρία δύο γραμμές θέσεων: η πρώτη αφορά το τι είναι μια ολοκλήρωση και η δεύτερη όσων αφορά το θέμα της ισχύος, το οποίο περιλαμβάνεται στην στρατηγική, αλλά εγώ θέλω να το προσεγγίσω με έναν διαφορετικό τρόπο.

Σχετικά με το μοντέλο ολοκλήρωσης: δεν υπήρξε άλλο παράδειγμα εκτός από αυτό στο οποίο ήμασταν μάρτυρες και το οποίο πιθανά να βρίσκεται στο συγκλονιστικό τέλος του. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι ίσως η μοναδική υπαρκτή παγκοσμιοποίηση.

Αντιλαμβάνομαι μια ολοκλήρωση με την έννοια της ενσωμάτωσης, δηλαδή φτιάχνω ένα όλο ενσωματώνοντας μέρη, σε δύο επίπεδα. Πρώτον ως μία πλειάδα σχέσεων σε ένα οριζόντιο επίπεδο όπου αναπτύσσονται σχέσεις μεταξύ των μελών (μέλη κράτη εντός της ΕΕ). Τα άτομα, οι ομάδες, οι τάξεις που υπάρχουν στο οριζόντιο επίπεδο βρίσκονται σε μια μη γραμμική σχέση, επιδρούν ο καθένας στον τρόπο του άλλου και όχι στην άμεση επίδραση στον χαρακτήρα. Συνεπώς είναι μια δικτυακή λειτουργία όπου όλες οι δράσεις αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Δεύτερον στον κάθετο άξονα, ο σχηματισμός ενός όλου, υπάρχουν πράγματι περιπτώσεις όπου το όλο φτιάχνεται με τρόπο κλειστό, σύμφωνα με τον τύπο του οργανικού όλου όπου τα μέρη του είναι όλα μέρη ενός συστήματος, χωρίς να έχει δυνατότητες να ανασχηματιστεί σε νέες μορφές. Η ολοκλήρωση και συγκεκριμένα η ΕΕ, έχει αυτό το χαρακτηριστικό.

Αυτό  είναι μια αναδιατύπωση της παλιάς μαρξιστικής θέσης, ότι μπορεί να υπάρξει μια συμπύκνωση της ταξικής πάλης στην Ελλάδα και τα αποτελέσματα της να είναι πολύ πιο αδύναμα απ' ότι στην Ισπανία, στην Πορτογαλία ή στη Γερμανία. Υπάρχει δηλαδή, όχι απλώς η ανισότητα στα αποτελέσματα των δράσεων και των σχέσεων αλλά και το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχουν ολοκληρώσεις ή να δημιουργούνται συνέχεια μορφές σε ένα μέρος και αυτό που είναι σήμερα μέρος να είναι αργότερα όλον.

Επομένως το όλον διαλύεται, φτιάχνεται, καταστρέφεται και ξαναδημιουργείται. Αυτή η παρατήρηση είναι πάρα πολύ σημαντική, γιατί αυτό στο οποίο εγώ θα ήθελα να κάνω κριτική είναι η λογική του απόλυτου τέλους της ΕΕ και του ευρωπαϊκού χώρου. Νομίζω ότι αυτή είναι μια μη υλιστική τοποθέτηση και θέση και αν θέλουμε να αποφύγουμε τέτοιες αντιλήψεις απόλυτης αποδυνάμωσης του κράτους, των μαζών και των υποκειμένων και καταστροφή (που κατά τη γνώμη μου είναι το χαρακτηριστικό που κυριαρχεί στους λόγους μετά την ελληνική εμπειρία) νομίζω ότι αυτό πρέπει να αποφευχθεί και για να αποφευχθεί πρέπει να συλλάβουμε την ένωση σαν ανοιχτή ολοκλήρωση τόσο σε οριζόντιο όσο και σε κάθετο επίπεδο.

Υπάρχει μια πολύ μεγάλη παράδοση στο μαρξισμό, η οποία κατά τη γνώμη μου έχει πάρα πολύ μεγάλο πλούτο αλλά αυτή τη στιγμή θέτει ορισμένα εμπόδια στο να μπορέσουμε να συλλάβουμε τις σημερινές εξελίξεις. Δεν υπάρχει μαρξιστής που να μην αντιλαμβάνεται την έννοια της ισχύος με τον παραδοσιακό λενινιστικό τρόπο που υπονοούσε και το απόσπασμα που διάβασε και ο Δημοσθένης: ότι η ισχύς είναι μια απλή επιβολή ενός μέρους απέναντι σε ένα άλλο. Το μοντέλο το οποίο εγώ θα ήθελα να προτείνω είναι της σύνθετης ισχύος. Και νομίζω ότι μόνο μέσα από ένα μοντέλο ολοκλήρωσης μπορούμε να σκεφτούμε ένα τέτοιο μοντέλο.

Δε θα είχα καμιά αντίρρηση να αποδεχτώ το τι συμβαίνει στο επίπεδο του κράτους, με όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως. Θα μπορούμε να ορίσουμε το ευρωπαϊκό κράτος ως το σύνολο των τυπικών και άτυπων μορφών, όπως είναι η Κομισιόν, το Eurogroup κτλ. που «φτιάχνουν» το ευρωπαϊκό κράτος που λειτουργεί με τον αυταρχικό-εξαναγκαστικό τρόπο που ήδη περιγράφηκε . Πρόκειται για μια νέα μορφή κυριαρχίας που κατά τη γνώμη μου είναι δείκτης αδυναμίας, των κυρίαρχων τάξεων και του νεοφιλελευθερισμού. Η κρίση ηγεμονίας που υπάρχει δεν θα έχει καμία σημασία αν δεν φανταστούμε και δεν δεχτούμε ότι εκτός απ' αυτήν την δομή, δηλαδή τη βαθμίδα του κυρίαρχου ευρωπαϊκού κράτους, υπάρχει μέσα στον ίδιο χώρο, τον ευρωπαϊκό και η βαθμίδα των από τα κάτω, δηλαδή των κινήσεων των πολιτών, των μαζών, των κινημάτων. Αυτή όμως είναι μια βαθμίδα για την οποία δεν μπορούμε να μιλήσουμε με τον ίδιο τρόπο σε ότι αφορά το θέμα της ισχύος. Στο κράτος έχουμε Gewalt (λειτουργία), αλλά από τα κάτω έχουμε puissance δηλαδή ισχύς. Αυτό είναι το όριο του μαρξισμού, όσων αφορά την έννοια της ισχύος και της εξουσίας. Πρέπει να επαναφέρουμε μια διαλεκτική σχέση της ισχύος και της κρατικής εξουσίας για να μπορέσουμε να είμαστε κάπως πιο ρεαλιστές και ίσως πιο αισιόδοξοι.

Με αυτή την έννοια πρέπει πάντοτε να φανταζόμαστε την αντίδραση στον ευρωπαϊκό χώρο, ότι δηλαδή υπάρχει μια διαπάλη στο εσωτερικό αυτού του χώρου. Για μένα δεν υπάρχει έξω, διότι τα χαρακτηριστικά των ολοκληρώσεων που σας περιέγραψα νωρίτερα και ειδικότερα ότι μέσα στην ολοκλήρωση έχουμε έναν ενιαίο χώρο στον οποίο συνυπάρχουν δύο αντίθετες δυνάμεις, σημαίνει ότι ότι παίζεται είναι στο εσωτερικό αυτού του χώρου. Συνεπώς δεν μπορώ να εγκαλούμαι ως υποκείμενο, ηθικά, και να απαντήσω ναι ή όχι στην ΕΕ ούτε σήμερα ούτε τη δεκαετία του '80 η Ελλάδα έγινε μέλος σε αυτό το μηχανισμό. Δεν μπορώ να θεωρήσω ότι είναι παραγωγική η απλή αυτή απάντηση, διότι έτσι σημαίνει ότι εγκαλούμαι να απαντήσω σχεδόν ηθικολογικά, σε μια ερώτηση που μου επιβάλλει κάποιος άλλος ισχυρότερος από εμένα.

Αυτό η διαπίστωση μου δίνει ίσως το δικαίωμα να απαντήσω στα ερωτήματα που μου θέτετε  με έναν τρόπο πλάγιο και διαγώνιο. Με αυτή την έννοια η βασική μου τοποθέτηση που εισάγω είναι μέσα και εναντίον. Δεν υπάρχει έξω από μια ολοκλήρωση. Αυτό δεν σημαίνει πειθαναγκασμό ή υποταγή. Αλλά ό,τι έχουμε να παλέψουμε, ότι έχουμε να αντισταθούμε και να επινοήσουμε πολιτική, βρίσκεται μέσα σε αυτόν τον ενιαίο χώρο, μαζί με όλα τα κινήματα και τις μορφές της ταξικής πάλης, εναντίων αυτού του αυταρχικού και βάναυσου μηχανισμού.

Θα ήθελα, τώρα, να εισάγω την εξής παρατήρηση όσων αφορά τη σκέψη πέρα απ' την ΕΕ. Η ΕΕ είναι προϊόν του Β' Παγκοσμίου πολέμου και αυτό προέκυψε από τις συμφωνίες που υπήρξαν από το '45, '47 μέχρι και το '57. Οι μεταπολεμικές ισορροπίες καθόρισαν τον τρόπο ίδρυσης της ΕΕ. Το '89, με τη πτώση του τοίχους υπήρξε μια επιβεβαίωση του οράματος της ολοκλήρωσης και ταυτοχρόνως η αρχή μιας καταστροφικής διαχείρισης με τη γνωστή νεοφιλελεύθερη διαμόρφωση που ακολούθησε και επιβεβαιώθηκε με το Μάαστριχτ. Το 2008 ήταν το τρίτο κομβικό στοιχείο ιστορικά, η εμφάνιση της οικονομικής κρίσης και η περιπλοκή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με αφορμή την οικονομική κρίση, στο ειδικό σημείο που λέγεται Ελλάδα. Όλες οι αντιφάσεις της συμπυκνώθηκαν εκεί.

Μετά την οικονομική κρίση του 2008, η ΕΕ με τον νεοφιλελεύθερο τρόπο που διαμορφώνονταν άρχισε να προσεγγίζει ένα σημείο μη αντιστροφής. Αυτή όμως η ιστορική αναδρομή, μας δείχνει ότι παρά τη γενική εντύπωση, ότι μετά τη πτώση του κομμουνισμού ο κόσμος κατευθυνόταν προς ένα παγκόσμιο σύστημα με πλοηγό την αγορά, η οικονομική κρίση του 2008 επαναφέρει τα έθνη-κράτη ως καθοριστικούς παράγοντες της διεθνούς πολιτικής. Είναι η επιστροφή του γεωπολιτικού ανταγωνισμού στην Ευρώπη; Η ενίσχυση των διμερών σχέσεων; Αυτές οι σχέσεις έχουν αρχίσει να παρακάμπτουν τις μεταπολεμικές πολυμερείς δομές, όπως η Ατλαντική συμμαχία, που υπήρχα για πάνω από έξι δεκαετίες και οργάνωναν τις Ευρωπαϊκές πολιτικές. Η επιστροφή της Κίνας, οι δημοσιονομικές κρίσεις και γενικά η μετάβαση από τη γεωπολιτική στη γεωστρατηγική είναι επίσης σημαντική. Για μένα όμως αυτό το σημείο της γεωστρατηγικής που χρησιμοποίησε και ο σύντροφος Τόνι, δεν είναι πρόσφορο έδαφος για να σκεφτούμε τι υπάρχει μετά την ΕΕ σε μια συνεχή εναλλαγή των ολοκληρώσεων.

Το βασικό πρόβλημα και αντίφαση σήμερα, είναι ότι ενώ παραμένουν τα προβλήματα πολύπλοκα, αναδεικνύεται μια σκέψη που αναζητεί την απλότητα και την απλοϊκότητα. Και σ' αυτό ανταποκρίνεται η παράσταση ότι στις μέρες μας τα πράγματα με τη γεωστρατηγική ή τη γεωπολιτική είναι ένας ανταγωνισμός εθνών κρατών. Νομίζω ότι η εξήγηση αυτής της περιπλοκότητας με μια απλοϊκότητα, είναι που πρέπει να ξεπεράσουμε. Και εδώ είναι το πρόβλημα της ΕΕ και κάθε ολοκλήρωσης, ότι γίνεται η παγκοσμιοποίηση και η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση χωρίς να υπάρχει ένα όραμα. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ήταν η μόνη που διέπονταν παλιότερα απ' ένα όραμα κανονικοποίησης και πειθαρχίας, δηλαδή συγκρότησης των υποκειμένων.

Πρέπει κατά τη γνώμη μου να υπάρχει πάντα μια υπερκείμενη βαθμίδα αναφοράς, ένας κοινός ορίζοντας προσανατολισμού και κατασκευής παραστάσεων. Μια βαθμίδα φαντασίας στην οποία όλα όσα συμβαίνουν, οι αλληλεπιδράσεις σε οριζόντιο επίπεδο, να επιτρέπουν μια ισορροπία στην διαδικασία συγκρότησης και διάλυσης των υποκειμένων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι πάντοτε απαραίτητη μια ολοκλήρωση.

Συνεπώς το θέμα της ολοκλήρωσης είναι η ιστορική απάντηση στο θέμα ότι για να προχωρήσουμε πρέπει να έχουμε μια κοινή παράσταση σε μια δεδομένη εποχή. Με αυτή την έννοια δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει τέλος μιας ολοκλήρωσης ή αν υπάρχει, σχετίζεται απλά με την έννοια της επανέναρξης της και του ανασχηματισμού της. Η τελική θέση είναι ότι το πλεονέκτημα μια ολοκλήρωσης, εκτός απ' τα προηγούμενα, είναι ότι κινούμαστε στο διεθνικό πεδίο και όχι στο εθνικό. Το σημείο που αναπτύσσονται οι ταξικοί αγώνες και έχουν καλύτερη τύχη, αλλά και ο τόπος του κομμουνισμού δεν είναι το έθνος, ούτε το διεθνές πεδίο. Είναι το ανάμεσα στα κράτη-έθνη , ανάμεσα στα άτομα και που μόνο μια ολοκλήρωση έχει αυτό το στοιχείο του ανάμεσα. Διότι εκεί στο ανάμεσα υπάρχει ή το κεφάλαιο ή η πολιτική. Έχουμε λοιπόν τη δυνατότητα με το trans-national να εγγραφούμε σε αυτό το ανάμεσα  υπερασπιζόμενη τη δυνατότητα της πολιτικής έναντι του κεφαλαίου.

Γιώργος Κρεασίδης: Να ξεκινήσω με μερικές αφετηριακές διαπιστώσεις μετά και την εμπειρία της κρίσης και του τρίτου μνημονίου.

Το πρώτο είναι ότι κάθε αγωνιστική διεκδίκηση που είχαμε τα προηγούμενα χρόνια ενάντια στα μνημονιακά μέτρα με στόχο να υπερασπιστούμε δικαιώματα και ελευθερίες της κοινωνικής και εργαζόμενης πλειοψηφίας, σκοντάφτει στην ευρωπαϊκή ένωση, τους θεσμούς της, τις οδηγίες και συμφωνίες οι οποίες διέπουν τη λειτουργία της και τις στρατηγικές της επιλογές έτσι όπως διατυπώνονται στα κείμενα της. Το είδος των εργασιακών σχέσεων, το ύψος του βασικού μισθού, το αν θα επιβληθούν όρια στις πιστώσεις, το που θα πάνε οι δαπάνες της υγείας και αν θα αφορούν προσλήψεις ή τη λειτουργία του νοσοκομείου, σκοντάφτουν επίσης σε τέτοιου είδους ρυθμίσεις.

Δεύτερο στοιχείο, τα μνημόνια εφαρμόζονται και περιγράφονται μέσα απ' τους θεσμούς και τις συμφωνίες της ΕΕ και των επιμέρους θεσμών όπως είναι η ΕΚΤ. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά το δημοψήφισμα και την πολύ μεγάλη πίεση προς τη κυβέρνηση για να υπογράψει το τρίτο μνημόνιο η διαδικασία που θα ακολουθούνταν αν δεν είχε συμβιβαστεί η κυβέρνηση ήταν σύνοδος κορυφής της ΕΕ και όχι κάποιο άλλο όργανο της Ευρωζώνης.

Ένα τρίτο στοιχείο, που θα πρέπει να το ιεραρχήσουμε πολύ ψηλά είναι ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ σημαίνει δέσμευση απέναντι στη διατλαντική συμφωνία (TTIP) η οποία με σαφή τρόπο θέτει σε προτεραιότητα τις ανάγκες των πολυεθνικών και σε δεύτερη μοίρα τα δημοκρατικά εργασιακά δικαιώματα, τη προστασία του περιβάλλοντος και ότι έχει απομείνει από τη δημοκρατική διαδικασία.

Ένα τέταρτο στοιχείο είναι η έκρηξη του προσφυγικού και η αντιμετώπιση την οποία τυγχάνει, η οποία αναδεικνύει την ίδια τη φύση της ΕΕ, μέσα κυρίως από τη συμφωνία ΕΕ και Τουρκίας. Ο μηχανισμός ο οποίος επιβάλλεται είναι ιμπεριαλιστικός, ρατσιστικός και εχθρικός καθώς δεν αναγνωρίζει τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Είναι πράγματα πρωτοφανή για την Ευρώπη μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, είμαστε όμως αναγκασμένοι να τα βιώσουμε και να τα αντιμετωπίσουμε.

Η υπόθεση του δημοψηφίσματος και της πορείας προς την επαίσχυντη συμφωνία που οδήγησε στο τρίτο μνημόνιο θα πρέπει να συνδεθεί με έναν ευφημισμό του προηγούμενου διαστήματος, που περιγραφόταν σαν δημοκρατικό έλλειμμα. Είναι η οικονομική διακυβέρνηση, το καθεστώς επιτροπείας που περιγράφηκε και πριν όπου με μια σειρά από μηχανισμούς, η προτεραιότητα της κερδοφορίας του κεφαλαίου καταγράφεται με έναν απόλυτο τρόπο πέρα και μακριά από το τι θα μπορούσε να είναι η βούληση μιας κοινωνίας.

Πέρα απ’ τις διαπιστώσεις για το τρίτο μνημόνιο και το δημοψήφισμα, θα πρέπει να γίνει και ένα είδος απολογισμού της συμμετοχής της χώρας στην ΕΕ. Παλιότερα υπήρχαν διάφορα ιδεολογήματα που στήριζαν το ΝΑΙ στην ΕΕ (ή  παλιότερα στην ΕΟΚ), όπως η σύγκλιση των οικονομιών και της κοινωνίας, η διευρυμένη αγορά που θα ανοίξει για την ελληνική οικονομία, η άνοδος βιοτικού επιπέδου, η εξασφάλιση της δημοκρατίας στη χώρα, η θωράκιση σε κινδύνους πολεμικούς, σε μια ταραγμένη περιοχή όπως είναι η μεσόγειος και τα Βαλκάνια. Σε όλα αυτά θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπήρχε μια τραγική διάψευση.

Αυτό που θεωρήθηκε ως βασικό για τη κοινωνική σύγκλιση με τους άλλους Ευρωπαϊκούς λαούς, ήταν τα λεγόμενα πακέτα στήριξης, δηλαδή τα μεσογειακά ολοκληρωμένα προγράμματα τα οποία χρηματοδότησαν τη μεταστροφή της κοινής γνώμης, υπέρ της ΕΟΚ στη δεκαετία του '80 (ας μη ξεχνάμε ότι στις κοινοβουλευτικές εκλογές του '81, τυπικά, τα κόμματα που λέγανε συνθηματικά ”ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο” πήραν γύρω στο 60%). Τα κοινωνικά πλαίσια στήριξης και τα ΕΣΠΑ δεν είναι απλά λεφτά που δόθηκαν στην ελληνική κοινωνία επειδή την είχε μεγάλη ανάγκη το Ευρωπαϊκό κεφάλαιο ή ως παραχώρηση. Συνήθως τα ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδοτούν πολιτικές με πολύ αυστηρό τρόπο για το που θα επενδυθούν τα χρήματα. Με μεγάλη αυστηρότητα αξιολογούν βήμα βήμα το πως εφαρμόζεται η συγκεκριμένη πολιτική και ακολουθούν συγκεκριμένη κατεύθυνση νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα ότι δεν θα απασχολείται μόνιμο προσωπικό.

Κάθε πολιτική πρόταση που έχει στόχο τη κοινωνική απελευθέρωση προϋποθέτει τη τοποθέτηση ενάντια στη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ. Κάποια βασικά στοιχεία για να ξεκαθαριστεί αυτή η θέση είναι αρχικά ότι αυτό δεν σημαίνει οπισθοδρόμηση, στην στιγμή που ήμασταν πριν γίνει η ένταξη. Όπως και το να πει κανείς όχι στην ιδιωτικοποίηση των νοσοκομείων δεν σημαίνει να υπερασπιστούμε το δημόσιο νοσοκομείο, αλλά υπεράσπιση της δυνατότητας για δημόσια υγεία. Δεύτερον, δεν είναι εθνικιστική επιλογή, αφού οι αγώνες μας έχουν διεθνιστικά χαρακτηριστικά και προσπαθούν να αναπτύξουν την πάλη σε συνεργασία με άλλες χώρες γύρω από κοινούς στόχους και απέναντι σε κοινό αντίπαλο. Θυμίζω ότι το 2003 υπήρξε παγκόσμιο κίνημα ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ που είχε μέσα πολλές χώρες απ' όλο το κόσμο.

Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι η τοποθέτηση μας για την ΕΕ δεν μπορεί να γίνει από αόριστες θέσεις εθνικής ανεξαρτησίας, αυτό είναι στοιχείο του λεγόμενου Ευρωσκεπτικισμού. Για μια άποψη που εκκινά από αντικαπιταλιστική, εργατική και διεθνιστική θέση, η ΕΕ είναι ένας μηχανισμός που φτιάχτηκε για να εξυπηρετήσει την άρχουσα τάξη στην Ευρώπη (ας μη ξεχνάμε ότι πρόδρομος της είναι η Ευρωπαϊκή κοινότητα άνθρακα και χάλυβα). Είναι γεγονός ότι η ΕΕ καταφέρνει και προσφέρει μια συμμαχία ζωής η οποία γίνεται πολύ πιο σημαντική στις μέρες της καπιταλιστικής κρίσης, στις αστικές τάξεις ανά την Ευρώπη. Προφανώς η συμμετοχή εντός της ευρωπαϊκής ένωσης δεν είναι ισότιμη και δύσκολα μπορεί να πει κανείς ότι η αστική τάξη στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό έχει το ίδιο ειδικό βάρος με την αντίστοιχη γερμανική. Παρόλα αυτά η σχέση ταυτόχρονης ολοκλήρωσης και ηγεμονίας τους εξασφαλίζουν το βασικό, δηλαδή μια δύναμη πυρός μεγάλη απέναντι στις εργατικές τάξεις και την κοινωνική πλειοψηφία.

Cosmopolitan Communist: Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 το ελληνικό κράτος ακολουθεί μαζική δολοφονική πολιτική απέναντι στους μετανάστες, ενώ παρουσιάζει τον εαυτό του σαν πρωτοπορία της ανθρωπιστικής πολιτικής. Το να μετατίθεται αυτό σε ένα διαπραγματευτικό θεσμό απομακρύνει το πρόβλημα του ελληνικού ρατσισμού. Όταν η όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού έχει σαν αναφορά την ευρωπαϊκή ένωση σαν συνασπισμό κρατών και όχι το ίδιο το κρατικό κεφάλαιο όπως λειτουργεί τώρα με συγκεκριμένα παραδείγματα οικονομικών δομών η καταγγελία της ευρωπαϊκής ένωσης μετατρέπεται σε ένα δίπολο εκτόνωσης για να ξεθυμάνει ο κοινωνικός ανταγωνισμός. Το ζήτημα έχει να κάνει με τα όρια μιας ριζοσπαστικής πολιτικής σήμερα. Σήμερα δεν έχουμε κανένα παράδειγμα καπιταλισμού που να μην λειτουργεί σε πλαίσια λιτότητας. Ο αποκλεισμός της εργατικής δύναμης είναι ο κανόνας σε κάθε καπιταλιστικό σύστημα.

Δημοσθένης Παπαδάτος: Με αφορμή το δημοψήφισμα τέθηκε το ζήτημα αν πρέπει ο Σύριζα να εφαρμόσει μνημόνιο ή να ακολουθήσει μία εναλλακτική πολιτική. Υπήρχε ένα κομμάτι μέσα στο Σύριζα που πρότεινε ρήξη με την ευρωπαϊκή ένωση και κατηγορήθηκε για εθνικό απομονωτισμό και απομάκρυνση από το ευρωπαϊκό πεδίο. Καμία εθνική στρατηγική δεν είναι επαρκής για το ξεπέρασμα της κρίσης. Αν σε ευρωπαϊκό επίπεδο η Αριστερά αποδυναμωθεί λόγω της εφαρμογής μέτρων λιτότητας και οπισθοχώρησης σε εθνικές λύσεις, θα αποδυναμωθεί και σαν πόλος συσπείρωσης της αντίστασης.

Αν όπως είπε ο Γιώργος κάναμε έναν απολογισμό της συμμετοχής της Ελλάδας στην ευρωζώνη θα βλέπαμε πολλά αρνητικά αποτελέσματα. Παρά την επιδείνωση των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας ο ελληνικός αστισμός δεν διανοείται την αποχώρηση από την Ε.Ε. αφού η συμμετοχή του σε αυτήν του διασφαλίζει την έκθεσή του στον διεθνή ανταγωνισμό. Αντίθετα εμείς δεν έχουμε κάτι να χάσουμε, ούτε κάνουμε τον ίδιο απολογισμό.

Σε σχέση με αυτό που είπε ο Μπαρτσίδης για το κοινό ευρωπαϊκό όραμα: αυτή τη στιγμή στο πεδίο που λέγεται Ε.Ε. οι υπάρχουν δύο στρατηγικές, μία της ΕΚΤ και ορισμένων κεντροαριστερών κυβερνήσεων η οποία προτείνει την αντιμετώπιση της κρίσης με ενέσεις ρευστότητας και η δεύτερη (αυτή του Σόιμπλε) που προτάσσει την εξασφάλιση της χρηματοδότησης των πλεονασμάτων του Βορρά από τον ευρωπαϊκό νότο. Οι δύο αυτές υποτίθεται αντιτιθέμενες απόψεις δεν είναι παρά συμπληρωματικές. Συνεπώς δε θεωρώ ότι υπάρχει κοινό πεδίο και όραμα που μπορούμε να μοιραστούμε και να αναπτύξουμε.

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Το ζήτημα του προσφυγικού ήταν αυτό που έφερε την Ε.Ε. στα πρόθυρα της διάλυσης και όχι η κρίση στην Ελλάδα. Η ροή μεταναστών από τα έξω έθεσε σε αμφισβήτηση τις ίδιες τις αξίες της Ε.Ε. που δεν είναι οι αξίες της αταξικής κοινωνίας και του σοσιαλισμού όπως εμείς μπορούμε να σκεφτόμαστε αλλά το κοινό όραμα δεξιών, αριστερών, ευρωπαίων και τριτοκοσμικών που να μπορεί να συμπεριλάβει όλους τους ανθρώπους.

Το πραγματικό σημείο του κομμουνισμού είναι το διεθνικό και όχι το διεθνές. Η Ε.Ε. δεν είναι το άθροισμα των κρατών μελών της αλλά και το ζήτημα με τους μετανάστες που δεν μπορεί να συμπεριλάβει. Πρέπει να επινοήσουμε έναν τόπο που θα λάβει χώρα το διεθνικό στοιχείο. Το νέο όραμα δεν μπορεί να είναι το δικό μας όραμα συν το όραμα των άλλων αλλά η κοινή παράσταση με την οποία μπορούμε να συλλάβουμε τον κόσμο. Παλιότερα αυτή η παράσταση ήταν η έννοια της προόδου.

Γιώργος Κρεασίδης: Το προσφυγικό ζήτημα έχει το αποτύπωμα της πολιτικής των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων. Επίσης ο αριθμός των μεταναστών που εισέρχονται στην Ε.Ε. είναι πολύ μικρότερος από χώρες όπως π.χ. η Ιορδανία.

Όσον αφορά την ακροδεξιά θα ήταν λάθος να υποτιμούσαμε την πολιτική πτυχή που την κάνει ελκτική για τις μάζες. Η γραμμή αυτή υπερασπίζεται κάποια θετικά της Ε.Ε. όπως κάποια υπολείμματα του κοινωνικού κράτους, αλλά το υπερασπίζεται μόνο για τους ντόπιους αποκλείοντας τους ξένους.

Μπορούμε να ξέρουμε τι μπορεί να υπάρξει εντός ευρωπαϊκής ένωσης. Δεν μπορούμε όμως να ξέρουμε τι μπορεί να υπάρξει εκτός.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Σήμερα δεν υπάρχει δυνατότητα επιστροφής στο έθνος κράτος και στην εθνική ταυτότητα δηλαδή την εσωτερίκευση της εθνικής κυριαρχίας. Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι μονάχα η κρατική παγκοσμιοποίηση της Ε.Ε. αλλά και δομές όπως το ίντερνετ το οποίο διαχέεται και αποδομεί τις ταυτότητες. Η Ε.Ε. ζει παράλληλα και έχει να αντιμετωπίσει εξίσου παγκοσμιοποιημένες μορφές και δυνάμεις κάτι που δεν συνέβαινε στο παρελθόν.#

Η συνεργασία εθνικών εργατικών τάξεων και κομμάτων ή η έμφαση στον αντιεθνικισμό μπορεί να «κρύβει» μία πολιτική επικεντρωμένη στο εθνικό. Επίσης υπονοήθηκε ότι η εναντίωση στην ευρωπαϊκή ένωση μπορεί να πάρει τη μορφή πολιτική εναντίον κεφαλαίου. Για το μαρξισμό η πολιτική γίνεται πάνω στη βάση του καπιταλισμού και όχι πίσω από αυτή, η πολιτική «χρησιμοποιεί» το κεφάλαιο και χαρακτηριστικά όπως ο διεθνικός του χαρακτήρας, η παγκόσμια συσσώρευση πλούτου. Με ποιο συγκεκριμένο τρόπο μπορεί να αντανακλάται οργανωτικά ο διεθνισμός με στόχο το διεθνικό μετασχηματισμό;

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Εγώ δεν έχω κάτι να προτείνω αλλά μπορώ να δω τι έγινε όλα τα προηγούμενα χρόνια. Θα επισημάνω 3 πράγματα. Το πρώτο είναι η συγκλονιστική κατ’ εμέ εμπειρία της περιόδου μετά το 2000 όπου τα παγκόσμια κοινωνικά φόρουμ εισήγαγαν το στοιχείο της δικτυακής οργάνωσης της παρέμβασης και δράσης σε παγκόσμιο-τοπικό επίπεδο. Το δεύτερο είναι οι πλατείες ως εμβληματικές μορφές πολιτικής οργάνωσης και στατική-χωρική απάντηση στο κράτος. Το τρίτο είναι η οργάνωση σε χρονική βάση και η χρονική διασύνδεση και επικοινωνία των αντιστάσεων που εκφράζεται κυρίως με το νέο γαλλικό κίνημα. Η αξία-έννοια που θα μπορούσε να συνδέσει αυτές τις εναλλακτικές μορφές και να αποτελέσει μία κοινή παράσταση των παραστάσεων είναι κατά τη γνώμη μου η αξιοπρέπεια.

Cosmopolitan Communist: Το βασικό στοιχείο περάσματος από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα είναι ότι ο έλεγχος γίνεται πιο μοριακός, περνάει στην μικροφυσική της εξουσίας. Αυτό δε σημαίνει ότι οι συμπαγείς κυρίαρχες ταυτότητες καταργούνται. Όσον αφορά την Ε.Ε. θα ήταν λάθος αν οποιοδήποτε ριζοσπαστικό κίνημα φυσικοποιήσει σαν οντολογία την ευρωπαϊκής ένωσης, σκεφτόμενο είτε ότι θα λυθεί μέσα από μία επανάσταση είτε ότι θα μείνει αναπάντητο δεδομένο το οποίο θα αντιμάχεται. Σήμερα μιλάμε για μία συνθήκη όπου οι ρατσιστικοί και εθνικιστικοί θεσμοί διατηρούνται όπως και ο αποκλεισμός των από τα κάτω από την οικονομία. Αυτό το δεδομένο θα υπάρχει είτε η Ε.Ε. συνεχίσει να υπάρχει είτε διαλυθεί.

Το ερώτημα για τη διεθνή συνεργασία των κινημάτων δε θα πρέπει να επικεντρωθεί μέσα από μία ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Η διεθνής συνεργασία μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο αν τίθενται τόσο οι κριτικές όσο και οι συσχετισμοί και στρατηγικές εξουσίας σε κάθε κοινωνία. Το παράδειγμα των εργαζομένων της Coca Cola είναι χαρακτηριστικό της οριοθέτησης της εργατικής ταυτότητας μέσα από το φαντασιακό του έθνους.

Το χτύπημα του οποιουδήποτε εθνικισμού απαιτεί μια εξειδίκευση όσον αφορά την ειδική μυθολογία αποκλεισμού των άλλων πάνω στην οποία χτίστηκε κάθε εθνική κοινότητα. Παρά τις δικτυακές πρωτοβουλίες και προσπάθειες σε αυτή την κατεύθυνση λείπουν τα θεωρητικά εργαλεία και οι πρακτικές αιχμές που μπορεί να ριζοσπαστικοποιήσουν τα πράγματα και να μη αποτελούν ένα πλαίσιο εναλλακτικής φαντασίωσης.

Γιώργος Κρεασίδης: Καταρχήν χρειάζεται να υπάρξει μία συνάντηση των κοινωνικών κινημάτων και ρευμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο στο επίπεδο των αρχών. Δηλαδή ένα κίνημα στην Ελλάδα το οποίο είναι αντικυβερνητικό, αντιμνημονιακό, αντιιμπεριαλιστικό και ενάντια στην Ε.Ε. μπορεί να συναντηθεί είτε στο επίπεδο της αλληλεγγύης είτε στο επίπεδο των άμεσων κοινών πολιτικών στόχων στον αγώνα για το προσφυγικό, στον αγώνα ενάντια στην ευρωατλαντική συμμαχία, στον αγώνα για τη διαγραφή του χρέους, στον αγώνα ενάντια στις απολύσεις κτλ. Έτσι μπορούμε να περιγράψουμε τον κομμουνισμό της εποχής μας και να περιγράψουμε ένα σύγχρονο, κοινό εργατικό όραμα και ταυτότητα των δυνάμεων που αντιπαλεύουν τον καπιταλισμό.

Ο ευρωπαϊσμός χτίζεται γύρω από συνθήκες όπως το Μάαστριχτ, τα μνημόνια, το ευρωσύμφωνο plus τα οποία δεν είναι μόνο σύμβολα αλλά και δεσμεύσεις. Έξοδος από την Ε.Ε. σημαίνει ακύρωση αυτών των συμφωνιών. Επίσης είναι ένα ιδεολόγημα το οποίο συστηματικά καλλιεργείται και αποτέλεσε στήριγμα του κεφαλαίου στην περίοδο πριν την κρίση και εμπόδισαν την αριστερή στροφή του κόσμου.

Αν η  Ε.Ε. φτιάχτηκε για να υπηρετήσει το κεφάλαιο όπως ακούστηκε, γιατί δεν ισχύει κάτι παρόμοιο για τα έθνη κράτη; Θα μπορούσαμε με αυτή τη λογική να υποστηρίξουμε ότι μας διευκολύνει η επιστροφή σε κοινοτικές προεθνοκρατικές μορφές;

Δημοσθένης Παπαδάτος: Αυτή τη στιγμή που μιλάμε υπάρχει μία άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη χωρίς οι ευρωπαϊκές ελίτ να διανοούνται ότι μπορούν να αλλάξουν αυτό το κλίμα πολιτικής. Με αυτή την έννοια αυτό που ζούμε είναι και ευρωπαϊσμός και εθνικισμός. Με τη συνεπικουρία της Ε.Ε. έχουμε μία

Απόσχιση του κράτους από τις συνθήκες αναπαραγωγής. Η Ε.Ε. όμως δεν είναι κράτος στην οποία θα προσαρμόζαμε τη θεωρία του κράτους και θα μπορούσε να ισχύει η πρόταση «δεν υπάρχει τίποτα έξω από αυτήν». Αν θέλουμε να μιλάμε για ένα χώρο που μπορεί να παιχτεί ένα πείραμα κοινωνικού μετασχηματισμού γιατί αυτός ο χώρος να μην ήταν κάτι διαφορετικό από την Ε.Ε. π.χ. η περιοχή της Μεσογείου; Ο τόπος του κομμουνισμού κατά τη γνώμη μου είναι ο τόπος που το κίνημα μπορεί να αλλάζει τα πράγματα του σήμερα. Η ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα ή η κομισιόν δεν είναι ο χώρος αυτός.

Cosmopolitan Communist: Το γεγονός ότι στο κίνημα των αγανακτισμένων υπήρξε από τα κάτω μια επιτελεστική λειτουργία από τα κάτω, δεν αναιρεί ότι αυτό που κυριάρχησε ήταν το εθνικό σημαίνον και μία λατρεία επιστροφής σε μία αυθεντική παραγωγική οικονομία. Κινήματα όπως το 15$/h στην Αμερική έθεσαν με ξεκάθαρο τρόπο το ζήτημα της ταξικής ανατίμησης με τρόπο που έμπαιναν και ζητήματα φυλής και φύλου σε αντίθεση με την ουτοπία του 99% του Occupy που υπονοούσε μία εθνική ομοιογενής ταυτότητα ενάντια στην ελίτ της Wall Street. Στην Ελλάδα επίσης υπάρχει η απόκλιση μεταξύ του συντάγματος στο οποίο κυριαρχούν συγκεκριμένα αιτήματα και σε τοπικές συνελεύσεις που τίθενται πραγματικά ζητήματα αντιφασισμού και ικανοποίησης πραγματικών αναγκών.

Θα ήθελα να θέσω και τη φαντασιακή διάσταση γύρω από την Ε.Ε. δηλαδή το πώς ο ευρωπαϊσμός έχει γίνει κομμάτι του φαντασιακού μας. Η Αριστερά τείνει να επικεντρώνεται στον καταπιεστικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, όμως ο καπιταλισμός είναι κάτι που «πλασάρεται» και αγοράζεται υπό το μανδύα της ελευθερίας. Το κυρίαρχο φαντασιακό εντός της Ε.Ε. είναι τα δικαιώματα, η ελευθερία κίνησης και η συνύπαρξη ανθρώπων. Ο ευρωσκεπτικισμός, ο οποίος δεν παίρνει μόνο δεξιό πρόσημο είναι και η αντίδραση στην απώλεια πολιτικής κυριαρχίας σε τοπικό επίπεδο, η οποία βάζει πολλές φορές σαν ανάχωμα το κράτος. Για την Αριστερά το ζήτημα είναι ποιο είναι το άλλο φαντασιακό που μπορούμε να προτάξουμε, διαφορετικό και από αυτό της ολοκλήρωσης και από αυτό της οπισθοδρόμησης στο έθνος κράτος;

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Συμφωνώ απόλυτα με αυτή την τοποθέτηση. Το μεγάλο ζήτημα στις μέρες μας είναι η ενίσχυση ενός τέτοιου κοινού φαντασιακού. Η φαντασία είναι η μοναδική δυνατότητα να πάρουμε μία φιλοσοφική έννοια που θα μας βοηθήσει να δημιουργήσουμε την κοινή μεσολαβούσα παράσταση που έχουμε σήμερα τόσο ανάγκη.

Το ζήτημα της εξόδου από την Ε.Ε. τίθεται εκ των πραγμάτων στη σημερινή πραγματικότητα. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι λύνει το πρόβλημα. Η ολοκλήρωση της Ε.Ε. δεν είναι ούτε ολοκληρωμένη, ούτε και ολοκληρώσιμη, αλλά μπορεί να καταρρεύσει από εσωτερικές εμφανείς αντιφάσεις. Σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να δούμε το εξής σχιζοφρενικό παράδοξο: να διαλύεται η ολοκλήρωση και να την υπερασπιζόμαστε. Στιγμές αμφισβήτησης και εναντίωσης στην Ε.Ε. ήρθαν και ίσως ξαναέρθουν. Η πραγματικότητα όμως θέτει σήμερα ερωτήματα όπως υπάρχουν πρακτικά όρια στο τι μπορεί να υποστεί ένας λαός;

Μια παρατήρηση: ο Μαρξ δεν έλεγε ποτέ να επιστρέψουμε σε προηγούμενες μορφές κράτους αλλά την ίδια στιγμή τόνιζε ότι το ιρλανδικό ζήτημα κρίνει αν η εργατική τάξη της Αγγλίας είναι επαναστατική.

Κατά τη γνώμη μου η Ε.Ε. δεν είναι ούτε ολοκληρωμένη αλλά ούτε και ολοκληρώσιμη. Στο μεσοπόλεμο ο χρυσός κανόνας, κάτι παρόμοιο με την οικονομική ολοκλήρωση, διαλύθηκε αφού προσπάθησε μάταια για πολλά χρόνια να κρατηθεί. Συνεπώς αυτή η κατάσταση μπορεί να επαναληφθεί και να προκύψει το εξής οξύμωρο και σχιζοφρενικό: να διαλύεται η ολοκλήρωση της Ε.Ε. και να την υπερασπιζόμαστε!

Δημοσθένης Παπαδάτος: Η μεταπολεμική Ευρώπη είχε δύο στιγμές που άρρητα σήμαιναν την αδυνατότητα επιστροφής στην αιματοχυσία του 2ου παγκοσμίου πολέμου. Η πρώτη ήταν η σύμβαση της Γενεύης του 1951 και η δεύτερη η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η ίδρυση της Ε.Ο.Κ. Πολλές διαφορετικές τάσεις όπως σοσιαλδημοκρατία, δεξιά και κομμουνιστικά κόμματα για τους δικούς της λόγους συναίνεσαν στη πορεία αυτή. Και οι δύο συνθήκες όμως με πρωταγωνιστικό ρόλο της Ε.Ε., με το ρόλο της απέναντι στους πρόσφυγες και την κατάργηση του κράτους πρόνοιας, έχουν τελειώσει. Το να λέμε ότι λείπει το ηγεμονικό όραμα από την Ευρώπη δε λέμε τίποτα διαφορετικό από την παραδοχή ότι λείπει το ηγεμονικό όραμα από τον καπιταλισμό.

Τονίστηκε ότι δεν υπάρχει έξω από την Ε.Ε. ενώ στη συνέχεια ειπώθηκε ότι οι μετανάστες έρχονται από έξω. Θα πρέπει να αναρωτηθούμε σε ποια πράγματα υπάρχει έξω και να διευκρινίζεται.

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Ο διαχωρισμός με κάθετους όρους του μέσα και του έξω, του εσωτερικού και του εξωτερικού είναι μία παλιά συζήτηση. Σήμερα το θέμα είναι πως μπορούμε να φανταστούμε την επικοινωνία του έσω και του έξω. Μεγάλη παρόμοια προσπάθεια ήταν ο συνδυασμός μαρξισμού και ψυχανάλυσης. Πρότεινα την Ευρώπη ακριβώς γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να διδαχθούμε από την ιστορία των επιστημών, αλλιώς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι η απλή και ρηχή κριτική στην Ε.Ε. ως καπιταλιστικό εργαλείο.

Η πραγματοποίηση του πνεύματος του κράτους είναι η Ε.Ε. η οποία προφανώς έχει έξω από αυτήν με την έννοια του παγκόσμιου χώρου. Η μέθοδος Ευρώπη με την έννοια της ολοκλήρωσης δεν έχει έξω, αλλά είναι το όλον που όλα συμβαίνουν εντός της.

Μπορεί η Ελλάδα να οικοδομήσει ένα είδος σοσιαλισμού με ένα επίπεδο ζωής καλύτερο από αυτό που προσφέρει η Ε.Ε.;

Γιώργος Κρεασίδης: Επειδή συνδέουμε τη σύγκρουση μεταξύ της αντεργατικής πολιτικής που υπάρχει σήμερα μετη στρατηγική του σοσιαλισμού, είμαστε ενάντια στην Ε.Ε. Για να υπερασπιστείς τις ελευθερίες και τα δικαιώματα της κοινωνίας πρέπει να συγκρουστείς με την Ε.Ε. χωρίς αυτό να μπαίνει ως προϋπόθεση του σοσιαλισμού.

Είναι εύλογο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει σε μία μόνο χώρα. Δεν μπορώ να φανταστώ ένα κίνημα το οποίο να αμφισβητεί τη βασική στρατηγική του κεφαλαίου και αυτό να μένει μόνο στην Ελλάδα.

Δημοσθένης Παπαδάτος: Το ερώτημα δεν είναι το «αν θα βγούμε θα είναι καλύτερα;» αλλά πως προχωρήσουμε στην υιοθέτηση μίνιμουμ όπως επιδόματα ανεργίας και 14ος μισθός. Το ερώτημα είναι «μπορούμε να το κάνουμε εντός;».

 

27/5/2015- Μικρόπολις Θεσσαλονίκη

Σκεπτικό και ερωτήσεις

"Το Κεφάλαιο δεν είναι ένα βιβλίο για την πολιτική, ούτε καν ένα βιβλίο για την εργασία· είναι ένα βιβλίο για την ανεργία", Φρέντρικ Τζέιμσον, "Αναπαριστώντας το Κεφάλαιο: Μια ανάγνωση του πρώτου τόμου".

"...η δυστυχία του να σε εκμεταλλεύονται οι καπιταλιστές δεν είναι τίποτα συγκρινόμενη με την δυστυχία του να μην σε εκμεταλλεύονται καθόλου", Τζόαν Ρόμπινσον.

"Το λάθος συνίσταται στην πεποίθηση πως η εργασία -υπό αυτόν τον όρο εννοώ την ετερόνομη και μισθωτή εργασία- μπορεί και πρέπει να παραμείνει το ουσιώδες ζήτημα. Απλώς δεν είναι έτσι. Σύμφωνα με αμερικανικές προβλέψεις, μέσα σε είκοσι χρόνια ο χρόνος εργασίας θα μειωθεί στο μισό του ελεύθερου χρόνου. Νομίζω ότι καθήκον της αριστεράς είναι η καθοδήγηση και η προαγωγή αυτής της διαδικασίας της κατάργησης της εργασίας με έναν τρόπο, ο οποίος δεν θα έχει ως αποτέλεσμα από τη μια πλευρά μια μάζα ανέργων και από την άλλη μια αριστοκρατία της εργασίας, ενώ ανάμεσά τους βρίσκεται ένα προλεταριάτο που διεκπεραιώνει τις πιο δυσάρεστες δουλειές επί σαράντα πέντε ώρες την εβδομάδα. Αντίθετα, ας αφήσουμε καθέναν να εργάζεται πολύ λιγότερο για τον μισθό του και, έτσι, ας είναι ελεύθερος να ενεργεί με έναν πολύ περισσότερο αυτόνομο τρόπο... Σήμερα, ο κομμουνισμός είναι μια πραγματική δυνατότητα και, ακόμη, μια ρεαλιστική πρόταση, καθώς η κατάργηση της μισθωτής εργασίας μέσω της αυτοματοποίησης διαβρώνει αμφότερες την καπιταλιστική λογική και την οικονομία της αγοράς", Αντρέ Γκορζ.

Υπάρχει η διαδεδομένη πεποίθηση πως οι μαρξιστές και οι άλλοι αριστεροί έχουν την πολιτική ευθύνη να στηρίζουν μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των εργατών. Ωστόσο, ηγετικές μορφές της μαρξιστικής παράδοσης -όπως ο Λένιν, η Λούξεμπουργκ και ο Τρότσκι- κατάλαβαν επιπλέον ότι τέτοιες μεταρρυθμίσεις θα διεύρυναν την κρίση του καπιταλισμού και, δυνητικά, θα ενέτειναν τις αντιφάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αντιστρόφως την άμεση κατάσταση των εργατών. Για παράδειγμα, η πλήρης απασχόληση, ενώ αποτελεί μια αυτονόητη διεκδίκηση από την πλευρά των συμφεροντων όλων των εργατών, απειλεί επίσης τους όρους της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (η οποία στηρίζεται σε ένα πλεόνασμα διαθέσιμης εργασίας), θέτοντας σε κίνδυνο το σύστημα της εργασίας συνολικά. Υπό το φως τέτοιων εύγλωττων παραδόξων, το πάνελ επιχειρεί να διερευνήσει την πολιτική της εργασίας από διάφορες αριστερές προοπτικές. Θα επιδιώξει να προκαλέσει τον αναστοχασμό και την συζήτηση των αμφισημιών και των διλημμάτων της πολιτικής της εργασίας συμπεριλαμβάνοντας ομιλητές από διαφορετικές προοπτικές, ορισμένες από τις οποίες επιδιώκουν την άμεση εγκατάλειψη της εργασία, ενώ άλλες επιδιώκουν να αυξήσουν την διαθεσιμότητα των ευκαιριών απασχόλησης. Ελπίζουμε πως αυτή η συζήτηση θα βαθύνει την κατανόηση των σύγχρονων προβλημάτων, τα οποία αντιμετωπίζει η αριστερά στις προσπάθειές της να συγκροτήσει μια πολιτική κατάλληλη για την αυτοχειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Πώς θα χαρακτηρίζατε την εργασία και την απασχόληση ως πολιτικό ζήτημα στην σύγχρονη κοινωνία; Σε τι συνίσταται το πρόβλημα της ανεργίας; Και/ή σε τι συνίσταται το πρόβλημα της εργασίας;

Συνήθως γίνεται μια διάκριση μεταξύ της εργασίας ως σκόπιμης ανθρώπινης δραστηριότητας (προφανώς υπαρκτής πριν και μετά τον καπιταλισμό), αφενός, και της εργασίας υπό την έννοια της δουλειάς στον καπιταλισμό, αφετέρου, όπου ο εργαζόμενος αναλαμβάνει μια σκόπιμη δραστηριότητα έναντι χρημάτων υπό την απειλή της υλικής ένδειας (τυπικά με την μορφή της μισθωτής εργασίας). Έχει αυτή η διάκριση πολιτική σημασία όταν σκεπτόμαστε την εργασία; Σε μια ελεύθερη κοινωνία, η εργασία θα εμφανιζόταν με τη μία ή και με τις δύο σημασίες;

Αν το ευρέως παρατηρούμενο φαινόμενο της υπερεργασίας και της ανεργίας είναι ένα αναγκαίο χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοινωνίας, γιατί και πώς συμβαίνει αυτό; Ποιες μορφές κοινωνικής αναγκαιότητας, στην σημερινή οργάνωση του κόσμου, αποτελούν τη βάση αυτού του φαινομένου; Σε συνάρτηση με τη δική σας ερμηνεία αυτής της αναγκαιότητας, ποια σημασία έχει ο ριζικός μετασχηματισμός της;

Στην ιστορία της αριστεράς, ποια παραδείγματα θεωρείτε πως διαμορφώνουν τη στάση σας απέναντι στη σημερινή πολιτική της εργασίας και της ανεργίας; Τι καθιστά αυτά τα ορόσημα σημαντικά για μας σήμερα;

Ιστορικά, η αριστερά έχει επιχειρήσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της υπερεργασίας και της ανεργίας με διάφορους τρόπους: πλήρης απασχόληση, εγγυημένο κατώτερο εισόδημα ανεξάρτητα από την απασχόληση και/ή λιγότερες ώρες εργασίας για όσους εργάζονται. Αν επιλέγατε κάποιες, ποιες θα θεωρούσατε επαρκείς απαντήσεις; Πώς θα έπρεπε η αριστερά να επιδιώξει την πραγμάτωσή τους;

Δεδομένου του εύρους των θεμάτων και των αγώνων που διεξάγει η αριστερά ιστορικά αλλά και σήμερα -φυλή και ρατσισμός, ισότητα των φύλων, περιβαλλοντικές ανησυχίες, παγκοσμιοποίηση, μιλιταρισμός κλπ-, ποια είναι η σχέση μεταξύ της πολιτικής της εργασίας και του ευρύτερου σχεδίου της κοινωνικής απελευθέρωσης; Πόσο ακριβώς περιφερειακή ή κεντρική είναι η πολιτική της εργασίας για την κοινωνική χειραφέτηση;

Ποιο ρόλο, εάν υπάρχει, αποδίδετε στην πολιτική οργάνωση, όπως ένα υπαρκτό ή δυνητικά υπαρκτό πολιτικό κόμμα, στην προσπάθεια του προοδευτικού μετασχηματισμού των σύγχρονων σχέσεων της εργασίας και της ανεργίας; Ποια θα όφειλε να είναι η σχέση μεταξύ ενός τέτοιου οργανισμού και της εργατικής τάξης;

Έναν αιώνα πριν, αυτές οι ερωτήσεις αντιμετωπίστηκαν συνειδητά από ένα πολιτικά οργανωμένο εργατικό κίνημα στο οποίο συμμετείχαν μαρξιστές και σοσιαλιστές. Σήμερα, συζητήσεις αυτού του θέματος κινδυνεύουν να καταστούν ουτοπικές με την απολιτίκ έννοια. Με ποιο τρόπο καθορίζει η παρακμή των εργατικών κινημάτων και ο θάνατος της αριστεράς την ικανότητά μας να εμπλεκόμαστε στην πολιτική της εργασίας;

Ομιλητές:

Ανέστης Ταρπάγκος: Γραμματεία Συριζα Θεσσαλονίκης

Γιώργος Κρεασίδης: Νέο αριστερό Ρεύμα

Άρης Τσιούμας

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Ανέστης Ταρπάγκος: Θα ήθελα να μιλήσω για αυτό το θέμα κάνοντας μια μελέτη πεδίου με βάση την περίοδο από το 1980 μέχρι σήμερα και εξετάζοντας πως εξελίχθηκε ο ελληνικός καπιταλισμός αυτά τα χρόνια, πως επέδρασε η πάλη των τάξεων σε αυτές τις εξελίξεις, ποιες ήταν οι συνέπειες και οι μορφές αυτής της εξέλιξης πάνω στο περιεχόμενο και στους όρους της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα. Το κάνω αυτό για να γίνει συγκεκριμένο και απτό το υλικό πεδίο στο οποίο μπορούμε να έχουμε αναφορά, δηλαδή το πεδίο της εργασίας σε σχέση με την καπιταλιστική ανάπτυξη και την ταξική πάλη.

Το 1980 εκδηλώθηκε ετεροχρονισμένα στην ελληνική πραγματικότητα η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1973. Την περίοδο 1980-1985 έχουμε μία πρώτη κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου η οποία οδηγεί στην κατακόρυφη μείωση στην κερδοφορία του κεφαλαίου, των παγίων επενδύσεων και του τζίρου των επιχειρήσεων. Αυτά σε μία περίοδο σοσιαλδημοκρατικής μεταλλαγής όπου στόχοι ήταν η μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και ταυτόχρονα οι μεταρρυθμίσεις φιλολαϊκού χαρακτήρα που θα διασφάλιζαν μία ορισμένη πολιτική υποστήριξη.

Η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης την περίοδο αυτή, μέσα κυρίως από τα εργοστασιακά-επιχειρησιακά σωματεία και σε ένα βαθμό από τα κλαδικά συνδικάτα εκπροσωπούνταν πολιτικά από το ρεύμα της σοσιαλδημοκρατίας (στην ομοσπονδία βιομηχανικών εργατοϋπαλληλικών σωματείων επί 100 επιχειρησιακών σωματείων τα 95 ανήκαν στη δύναμη της ΠΑΣΚΕ).

Η πρώτη αυτή περίοδος κρίσης καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης καθόρισε την ανάγκη για μια σοβαρή μεταστροφή και ανασυγκρότηση του κεφαλαίου την περίοδο 1985-1995. Αυτή ήταν η απαρχή εφαρμογής του μονεταρισμού και στη συνέχεια του ανοιχτού νεοφιλελευθερισμού.

Την περίοδο 1980-1985 η ανάπτυξη του κινήματος και η πολιτική του εκπροσώπηση από τη σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα είχε ως προϋπόθεση το γεγονός ότι η ανεργία ήταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, μία ανεργία τριβής της τάξης του 3-4% και όχι μία μαζική ανεργία η οποία θα μπορούσε να επιδράσει στις εξελίξεις.

Τη δεύτερη περίοδο την οποία συζητάμε δηλαδή τη δεκαετία ’85-’95 παρατηρούμε: 1) έναν τεχνολογικό εκσυγχρονισμό του ελληνικού καπιταλισμού με την εισαγωγή διαδικασιών ρομποτικής αυτοματοποίησης, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την ελληνική κλωστοϋφαντουργία όπου η μαζική εισαγωγή μηχανών και τεχνολογιών οδήγησε στη μαζική μείωση του εργατικού δυναμικού 2) με τη λήψη νεοφιλελεύθερων μέτρων όπως η προσωρινή και η μερική απασχόληση, τα οποία αποσκοπούσαν στο να εφαρμόσουν τις πρώτες μορφές ελαστικοποίησης της μισθωτής εργασίας και 3) μία μαζική εκκαθάριση των προβληματικών επιχειρήσεων, δηλαδή όσων επιχειρήσεων η λειτουργία είχε καταστεί ζημιογόνα λόγω κρίσης γεγονός που εκτόξευσε την ανεργία καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 στο 10-12%.

Οι εξελίξεις αυτές άρχισαν να κάμπτουν και να μετασχηματίζουν και την ίδια τη σύνθεση, τη μορφή, τις παρεμβάσεις του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος ενώ ταυτόχρονα τα αυξημένα επίπεδα ανεργίας άρχισαν να παίζουν περισσότερο σημαντικό ρόλο.

Το 1986 το ενεργητικό του εταιρικού τομέα της οικονομίας βρίσκονταν στο επίπεδο των 13 τρισεκατομμυρίων δραχμών ενώ μέχρι το 2000 εκτινάχτηκε στα 88 τρις. Η κερδοφορία αυτών των επιχειρήσεων τα ίδια χρόνια ήταν για το 1986 (με την κρίση υπερσυσσώρευσης) στα 82 δις δραχμές ενώ το 2000 εκτινάχτηκε στα 4,3 τρις δραχμές. Μιλάμε δηλαδή για μια επιτυχημένη ανασυγκρότηση του ελληνικού καπιταλισμού με τη συνέργεια της νεοφιλελεύθερης πολιτικής η οποίο προώθησε μια ισχυρή συσσώρευση και συγκεντροποίηση κεφαλαίου κάνοντας τον ελληνικό καπιταλισμό ισχυρό και την αστική τάξη να επιδιώκει την ένταξη στην οικονομική και νομισματική ένωση καθώς και στην ενιαία ζώνη του ευρώ.

Η διαδικασία αυτή συνεχίστηκε και την περίοδο 2000-2008, με όρους σημαντικής κερδοφορίας για το σύνολο των ελληνικών επιχειρήσεων (οι 22.500 επιχειρήσεις του εταιρικού τομέα) περίπου στο 12-15 δις ευρώ το χρόνο.

Στο τέλος αυτής της περιόδου έχουμε τη μεγάλη έκρηξη της κρίσης της υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου το 2008, του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε παγκόσμιο επίπεδο και ταυτόχρονα της μεταβίβασης αυτής της κρίσης στο επίπεδο της πραγματικής παραγωγής, στο επίπεδο της πραγματική οικονομίας. Το 2008 κλονίζεται κυριολεκτικά ο ελληνικός καπιταλισμός, δηλαδή η αποδοτικότητα του κεφαλαίου πέφτει κατακόρυφα σε αρνητικά επίπεδα, οι επιχειρήσεις συσσωρεύουν τεράστια ζημιογόνα αποτελέσματα της τάξης των 10 δις ευρώ για το 2010-2011 και ξεκινάει η διαδικασία αντιμετώπισης αυτής της κρίσης.

Η πρώτη απάντηση που δόθηκε ήταν να τεθεί σε λειτουργία ο μηχανισμός εκκαθάρισης αυτής της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, δηλαδή το σταδιακό κλείσιμο εκατοντάδων εργοστασίων και επιχειρήσεων από το 2008 μέχρι σήμερα. Αυτό το φαινόμενο εκτίναξε την ανεργία από το 7 στο 27% και αυτή ήταν η πιο σπουδαία μεταλλαγή στο επίπεδο της μισθωτής εργασίας και θα αποτελέσει από δω και πέρα το επίκεντρο του ενδιαφέροντος για όλους μας, για το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί και να ξεπεραστεί αφού εξακολουθεί να δρα με τρόπο παραλυτικό πάνω στην ενεργό εργατική τάξη.

Ωστόσο η ανεργία που δημιουργήθηκε με το κλείσιμο των επιχειρήσεων δεν έφτανε. Έτσι υιοθετήθηκε η πολιτική του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή η πολιτική των μνημονίων η οποία είχε πρωτίστως σαν σκοπό να καταστήσει την εργατική δύναμη φθηνή, πειθήνια και ελαστικοποιημένη και να συμβάλλει κατά αυτόν τον τρόπο στην ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου και δευτερευόντως την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα.

Αν στην Ευρώπη μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε ο καπιταλισμός της εξαγωγής μορφών σχετικής υπεραξίας, μοντέλο που βασιζόταν σε τεχνολογικές επαναστάσεις και εκσυγχρονισμούς, με την κρίση ξεκίνησε να εισάγεται στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες μορφές εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας, κάτι που βασίστηκε στην απόλυτη μείωση μισθών, στην πλήρη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, στην κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Αυτό συνέβη τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες, όμως στην Ελλάδα με την τόσο βαθιά κρίση του ελληνικού καπιταλισμού απαιτούνταν δραστικά μέτρα από την πλευρά της αστικής τάξης ούτως ώστε να επανέλθει στο επίπεδο κερδοφορίας.

Στη Γαλλία αυτό πραγματοποιήθηκε πρόσφατα με το νόμο Εμμανουέλ Μακρόν, ο οποίος κατοχυρώνει τη δυνατότητα σύναψης συμφωνιών μεταξύ μισθωτού εργαζόμενου και εργοδότη απευθείας, εκφεύγει του πλαισίου των συλλογικών συμβάσεων και υπάγει αυτές τις επιμέρους συμφωνίες στη δικαιοδοσία όχι του εργατικού αλλά του αστικού και εμπορικού δικαίου. Αντίστοιχα και στη Γερμανία στα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 2000 επί κυβέρνησης Σρέντερ με τη χάρτα Χαρτς η οποία είχε εισάγει τη μορφή εβδομαδιαίας απασχόλησης 15 ωρών με την αντίστοιχη μηνιαία πληρωμή 400 ευρώ, ή στην Αγγλία επί Μπλέρ με τη σύμβαση μηδενικής απασχόλησης, όπου ένας εργαζόμενος καλούνταν να εργαστεί όποτε υπήρχε ανάγκη με αντίστοιχη πληρωμή μόνο για τις ώρες αυτές.

Όλα αυτά τα μέτρα κατόρθωσαν να συγκρατήσουν την κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε ελληνικό επίπεδο. Από το 2013-2014 έχουμε μία σαφή ανάκαμψη του ελληνικού καπιταλισμού αφού μηδενίστηκαν οι ζημίες των ελληνικών επιχειρήσεων και στο σύνολο των ελληνικών επιχειρήσεων το 60% μπήκε πλέον στην τροχιά της κερδοφορίας με ετήσια κέρδη 11 δις ευρώ. Αυτή όμως η καπιταλιστική ανάπτυξη δε συνοδεύεται από κοινωνική ανάπτυξη. Για τη σταθεροποίηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης απαραίτητος όρος είναι η πλήρης απορρύθμιση της εργασίας και η μαζική ανεργία.

Γιώργος Κρεασίδης: Στη συζήτηση μας οφείλουμε να πάρουμε υπόψιν τρία πολύ σημαντικά στοιχεία: 1) την νεοφιλελεύθερη εμπειρία σαν απάντηση στην καπιταλιστική κρίση το 1973, 2) τη σημερινή κρίση και πως απαντάει σε αυτή η άρχουσα τάξη και 3) την κατάσταση του εργατικού κινήματος έτσι όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά το 1989 και την στρατηγική υποχώρηση της Αριστεράς αλλά και μετά την ανάκαμψη των αγώνων με νέα θετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά μετά το 2000.

Η εκμετάλλευση της εργασίας είναι το θεμέλιο της κοινωνικής θέσης και της εξουσίας που έχει η άρχουσα-αστική τάξη. Η ανεργία, ο αποκλεισμός από την εργασία καθιστά διπλά ευάλωτο τον κόσμο της εργασίας τόσο στους καταναγκασμούς του κεφαλαίου όσο και στην επακόλουθη περιθωριοποίηση και βίαιη έξοδο από την κοινωνική ζωή.

Έχει σημασία να δούμε τη σχέση που έχει ο παραγωγός εργαζόμενος με το προϊόν που παράγει, τους όρους της εργασίας του καθώς και τι είδους προϊόντα παράγει, αν δηλαδή είναι χρήσιμα ή άχρηστα.

Από μία κομμουνιστική απελευθερωτική προοπτική, η απελευθέρωση της εργασίας θα την μετατρέψει σε κάτι δημιουργικό απαλλάσσοντας την από τα σημερινά χαρακτηριστικά της μισθωτής εργασίας.

Η υπερεργασία και η ανεργία είναι επιλογές του κεφαλαίου στον αγώνα του ενάντια τόσο στην κρίση του όσο και απέναντι στην εργασία και στο εργατικό κίνημα. Με το χειρισμό της υπερεργασίας, της ελαστικοποίησης της εργασίας καθώς και της ανεργίας αντιμετωπίζεται το κόστος της εργασίας, διασφαλίζεται ο έλεγχος της παραγωγής, καθώς και η διάσπαση και διαφοροποίηση της εργατικής τάξης. Απέναντι σε αυτές τις μορφές ελέγχου ένα εργατικό κίνημα θα έπρεπε να προτείνει την κατάργηση κάθε μορφή ελαστικοποίησης της εργασίας και συμπίεσης των μισθών, η απαίτηση για συλλογικές συμβάσεις εργασίας με βάση τις σύγχρονες εργατικές ανάγκες, η ισότητα των δικαιωμάτων μέσα στους χώρους δουλειάς.

Θεωρούμε κληρονομιά του εργατικού κινήματος το σύνολο της σκέψης και της πάλης των οργανωμένων ρευμάτων των εργατών από τις απαρχές του. Με αυτή τη λογική δεν μπορούμε να μη δούμε, με κριτικό τρόπο φυσικά, τη συνεισφορά  και την προσφορά ρευμάτων όπως το αναρχικό, το μαοϊκό, το τροτσκιστικό ακόμα και το ευρωκομμουνιστικό. Οφείλουμε να αντλήσουμε από την ιστορική εμπειρία ούτως ώστε να πετύχουμε το μεγάλο ζητούμενο της εποχής μας που είναι ένα νέο πολιτικό, δημοκρατικό, διεκδικητικό και συγκρουσιακό εργατικό κίνημα που θα ξεπεράσει τις παθογένειες του παρελθόντος.

Η αντιμετώπισης της μαζικής ανεργίας του 30% και της «μαζικής» μαύρης εργασίας δεν μπορεί να λυθεί αν δεν μειωθεί ριζικά ο χρόνος εργασίας με αμοιβή στη βάση των σύγχρονων αναγκών. Επίσης είναι αναγκαίο να απαιτηθούν προσλήψεις σε δημόσιους τομείς με εργασιακά δικαιώματα για τους εργαζόμενους.

Χωρίς απελευθέρωση της εργασίας δεν μπορεί να απελευθερωθεί η ανθρωπότητα και ταυτόχρονα ένα κίνημα για την απελευθέρωση της εργασίας δεν μπορεί να μιλάει μόνο για τους χώρους απασχόλησης αλλά οφείλει να είναι ταυτόχρονα αντιρατσιστικό, αντιφασιστικό, αντισεξιστικό και να υπερασπίζεται τον πολιτισμό, τις δημοκρατικές ελευθερίες και δικαιώματα που αντιστοιχούν στη σύγχρονη εποχή μας. Υπάρχει επίσης αναγκαιότητα για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό κόμμα (η οργάνωσή μου πιστεύει ότι δεν είναι αυτό το κόμμα) που θα «μπολιάσει» το εργατικό κίνημα με στρατηγική σκέψη, δηλαδή ότι η δικαίωση του κόσμου της εργασίας δεν μπορεί να έρθει παρά με την ανατροπή του καπιταλισμού και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Το κόμμα μπορεί να αποτελέσει φορέα αναζήτησης της γενικευμένης ιστορικής εμπειρίας του εργατικού κινήματος και τέλος να συμβάλλει στην κοινωνική και ταξική ενότητα στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο.

Η κρίση του κομμουνιστικού κινήματος και της Αριστεράς μετά το 1989 έγινε και κρίση του εργατικού κινήματος. Η μεγάλη υποχώρηση του εργατικού κινήματος έρχεται όταν από τις σημαίες του εργατικού κινήματος «φεύγει» η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης και η στόχευση μιας άλλης κοινωνίας και μπαίνει ο ανταγωνισμός και ο ευρωπαϊσμός, ιδέες της αστικής τάξης που οδηγούν πρώτα στην κοινωνική συναίνεση και μετά στην στρατηγική ήττα και τη διάσπαση. Αντίθετα με αυτή τη λογική εμείς πιστεύουμε ότι το εργατικό κίνημα πρέπει να αντιστέκεται στον κυβερνητικό συνδικαλισμό, να ενώνει κοινωνικές δυνάμεις πέρα από πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα πάνω σε ένα πλαίσιο διεκδικήσεων και εκεί να κριθεί το κάθε ρεύμα.

Άρης Τσιούμας: Οι πολιτικές απελευθέρωσης της εργασίας μπορούν να νοηθούν μέσα στο σχήμα απελευθέρωσης από την εργασία. Αντιστρέφοντας το μότο της Ρόμπινσον θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι «η ευτυχία του να μη σε εκμεταλλεύονται εντατικά οι καπιταλιστές δεν είναι τίποτα συγκρινόμενη με την ευτυχία να μην υπάρχουν καθόλου εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι».

Μπορούμε να κατηγορηθούμε ότι ήδη από τον πρώτο λόγο μας έχουμε πάει πολύ μακριά. Ποιος άνθρωπος ή πολιτικός φορέας τολμά να αναφέρεται στην ευτυχία μέσα στην έρημο του πραγματικού όπως διαμορφώνεται στη σύγχρονη καπιταλιστική συνθήκη;

Για να αγγίξουμε έστω και λίγο τα ζητήματα που προκύπτουν από τα ερωτήματα της εκδήλωσης θα περιορίσουμε τον πυρήνα του κακού στο διογκούμενο πρόβλημα της ανεργίας. Ποια θα μπορούσε να είναι η λύση στο πρόβλημα αυτό;

Η προφανής απάντηση είναι η ίδια η εργασία. Όμως εδώ προκύπτει το εξής πρόβλημα: δεδομένης της αλληλένδετης σχέσης εργασίας-ανεργίας και του γεγονότος ότι στον καπιταλισμό η εργασία είναι εμπόρευμα για τη μείωση της τιμής του οποίου διαγωνίζονται το σύνολο των δυνάμεων της κυριαρχίας το εμπόρευμα εργασία βρίσκεται σε υπερπροσφορά από τη μεριά των εργατών-προλεταριάτο. Η μηχανή του αυτοματοποιημένου εκβιασμού έχει πάρει ήδη φωτιά χωρίς κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια εξαιτίας της απλής, δήθεν αντικειμενικής παρατήρησης από τη μεριά των αφεντικών ότι «η δουλειά δεν φτάνει για όλους». Αυτή η ανακοίνωση των καπιταλιστών συστήνεται ως η κοινωνική μηχανική ενός κοινωνικού δαρβινισμού με βασική φιλοσοφική ύλη την υποτιθέμενη ικανότητα του καθενός ξεχωριστά.

Η κατάκτηση του 8ώρου έστω σε επίπεδο αναγνώρισης δικαιώματος έγινε δυνατή στη βάση της δολοφονίας των 4 τεσσάρων αναρχικών εργατών  το 1886. Ας θέσουμε το κεντρικό ερώτημα που προκύπτει: αν το 1886 ο καπιταλισμός υπό την πίεση ενός επαναστατικά οργανωμένου επαναστατικού κινήματος να υποχωρήσει στην παραχώρηση του 8ώρου, η αυτοματοποίηση της παραγωγής που έχει συντελεστεί τα τελευταία 130 χρόνια πως είναι δυνατόν να μην έχει μειώσει συνολικά τις θέσεις εργασίας αλλά να έχει οδηγήσει ουσιαστικά στην αύξησή τους;

Η ρίζα του προβλήματος είναι και προφανής: ο μοναδικός τρόπος για να εκμηδενιστεί η ανεργία είναι η εκμετάλλευση του ξέφρενου αυτοματισμού στην παραγωγή με τρόπο βέβαια που θα σέβεται το περιβάλλον, η στροφή υπέρ των εργατικών αναγκών με ριζική μείωση των ωρών εργασίας σε τέτοια ελάχιστα επίπεδα ώστε να εργάζονται όλοι οι άνθρωποι χωρίς φυσικά μείωση των μισθών. Σε αυτή την περίπτωση θα είχαμε διατυπώσει τουλάχιστον ένα ριζοσπαστικό αίτημα εντός του καπιταλιστικού πλαισίου, με την έννοια ότι το αίτημα αυτό αναδεικνύει ποιος ευθύνεται για τη σημερινή κατάσταση ενώ ταυτόχρονα καταδεικνύει πόσο πιο απλή και ευκολότερη θα ήταν η ζωή αν είχαμε την ευκαιρία να επιλέξουμε διαφορετικές δυνατότητες όπως π.χ. την καταστροφή της μηχανής παραγωγής του καπιταλιστικού κέρδους δηλαδή της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας.

Η επίνευση στην οριστική ματαίωσής μιας τέτοιας δυνατότητας αποτελεί τον λόγο που οι εξουσιαστές διεξάγουν τέτοιο ανηλεή πόλεμο, απαιτώντας την άνευ όρων παραίτησή μας από τη διεκδίκησή της.

Μέσα στα συγκεκριμένα ιστορικά συμφραζόμενα της ανεργίας, υπερεργασίας, φτώχειας, πολέμων στην περιφέρεια, σκλαβιάς και παιδικής εργασίας στις χώρες με φθηνό εργατικό δυναμικό πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αν από τη μία πλευρά δικαιώνεται η θέση πως με βάση τις δυνατότητες της παραγωγής βρισκόμαστε αντικειμενικά πιο κοντά από ποτέ στην περίπτωση της εξάλειψης της υλικής σπάνης των αγαθών, από την άλλη πλευρά παραμένει αναπάντητη η διερώτηση: γιατί υποκειμενικά απέχουμε τόσο πολύ από την πυροδότηση αυτής της διαδικασίας συνολικής απαλλοτρίωσης του παραγόμενου πλούτου από τους παραγωγούς του;

Ίσως το σημείο ενδείκνυται για να κατονομάσουμε τη διαδικασία ως κοινωνική επανάσταση, όχι για να προκαλέσουμε την αξία χρήσης μιας ακραίας ρητορικής σε μία εποχής διευρυμένης απάθειας αλλά γιατί θα δυσκολευτούμε πολύ να εφεύρουμε κάποια άλλη διαδικασία πέρα από την κοινωνική επανάσταση που να απαντά στο ποιος και τι θα εξαναγκάσει τα αφεντικά να μειώσουν την εργάσιμη ημέρα σε 3-4 ώρες χωρίς να μειώσουν τους μισθούς.

Η ανάπτυξη των παραγωγικών μέσων τόσο σημαντική στον κλασσικό μαρξισμό αποδείχτηκε ανίκανη από μόνη της να πυροδοτήσει από μόνη της μια αναμενόμενη διαδικασία κοινωνικοποίησής τους. Η υποβάθμιση από την Αριστεράς του γεγονότος ότι ο καπιταλισμός αποτελεί μία κοινωνική σχέση αλλοτρίωσης που ταυτόχρονα υπαγορεύει την αναπαραγωγή της εξουσίας στις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται στο περιβάλλον του αλλοίωσε σε βάθος μια προοπτική της εργασίας που θα στρεφόταν ανυποχώρητα σε ένα χειραφετητικό προσανατολισμό. Ακόμα περισσότερο αγνοήθηκε και η ίδια η μαρξική προσταγή για κατάργηση της μισθωτής εργασίας και το σύνολο των Αριστερών δυνάμεων επανέφερε θριαμβικά το σύνθημα «δίκαιο μεροκάματο για μια μέρα δουλειάς». Εδώ θα μου επιτρέψετε να εξαιρέσω τη γενναία άρνηση των αναρχικών να συνεισφέρουν σε αυτή την αναστήλωση.

Το πρόβλημα είναι όπως έχει περιγράψει έγκυρα ο Ράσελ Τζάκομπι ότι «έχει πάψει ο κοινωνικός οραματισμός». Καμιά Αριστερά δεν σκέφτεται ένα κόσμο λυτρωτικά απολυτρωμένο από την καπιταλιστική προσταγή. «Η ιδέα της ουτοπίας» σχολίαζε ο Αντόρνο «εξαφανίστηκε ολοσχερώς από την αντίληψη του σοσιαλισμού, αυτός είναι ο λόγος που η τεχνική υποδομή, ο τρόπος και τα μέσα έχουν προσλάβει κάθε δυνατό περιεχόμενο». Εδώ η ρητορική ερώτηση του Ράιτ Μιλλς «δεν είναι άλλωστε ο ουτοπισμός η κύρια πηγή της δύναμής μας;» διατυπωμένη ήδη από τη δεκαετία του ’60 παραμένει επίκαιρη.

Από τη θορυβώδη πτώση των φιλοσοφικών στοχασμών της μαρξιστικής Αριστεράς γύρω από την εργασία και την κοινωνική απελευθέρωση επιλέγουμε να αναφερθούμε εν συντομία κυρίως στην αποτυχία της νέας Αριστεράς επειδή αυτή τουλάχιστον προσπάθησε να επαναδιατυπώσει την επαναστατική συνθήκη ορμώμενη από την ουτοπική δύναμη της σκέψης της. Η αναγνώριση μιας επίφασης ως να επρόκειτο για την ίδια την ουσία των πραγμάτων ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τα αδιέξοδα αυτού του τρόπου σκέψης. Όταν ο Αντρέ Γκόρζ ένας μεταξύ των πολλών καταπιάνεται με το τέλος των εργατικών κινημάτων ρίχνει το βάρος στη σημασία των νέων μεταϋλιστικών κινημάτων, συγχέει σε τεράστιο βαθμό την πρόνοια για μείωση της εργασίας με τη νεοφιλελεύθερη αναμόρφωση της δομικής ανεργίας, η οποία επιλέγεται από τις καπιταλιστικές ελίτ ως η πλέον πρόσφορη λύση σε συνδυασμό με τον ιδιωτικό δανεισμό σε ατομικό και διακρατικό επίπεδο για την αντιμετώπιση των συνθηκών εκείνης της περιόδου δηλαδή την αύξηση του πάγιου κεφαλαίου έναντι του μεταβλητού στις αρχές του 1970.

Η συνθήκη αυτή φθάνει γρήγορα σε ένα όριο, η δε διατήρηση της εργασίας σε εξάρτηση από την εργοδοσία σηματοδοτεί σταθερά την κατάσταση της εργατικής δύναμης σαν ένα εμπόρευμα που πρέπει να υποτιμηθεί. Ο κρισιακός κύκλος που ανοίγει εξαιτίας του ελλείμματος στην κατανάλωση απαντάται με τον δανεισμό, ήτοι την επιλογή αποικιοποίησης του μελλοντικού εργασιακού χρόνου από το μεταφορντικό μοντέλο του καπιταλισμού, η δε ελαστικοποίηση της εργασίας δε συνοδεύτηκε από αύξηση των εισοδημάτων.

Η εξάντληση των δυνατοτήτων της σκέψης του είδους του Αντρέ Γκόρζ υπογραμμίστηκε από τις αστοχίες των θεωρητικών επεξεργασιών τόσο του ύστερου Νέγκρι όπως τον διαβάζουμε στις εργασίες του Διόνυσου με το ολοένα επαναφερόμενο ζήτημα του τέλους της εργασίας όσο και με τις θεωρητικές κατασκευές του Πάολο Βίρνο στη “γραμματική του πλήθους». Η αντιμετώπιση ως εν δυνάμει θετικών των αναδιαρθρώσεων της μεταφορντικής παραγωγής στις εργασιακές σχέσεις πάσχει από διάφορες οπτικές.

Όλα αυτά τα αμιγώς ευρωπαϊκά σκεπτικά αν και ελλιπώς απηχούν ίσως κάποιους προβληματισμούς των λευκών δυτικών εργαζόμενων και ανέργων, μοιάζουν να φλερτάρουν ανοικτά με μία αποικιακού τύπου θεώρηση στο βαθμό που επιμένουν να υποβαθμίζουν την υπόθεση της εργασίας στην καπιταλιστική περιφέρεια εκεί που οι θεωρίες περί τέλους της εργασίας δεν μπορούν να γίνουν μήτε παιχνίδι στα χέρια των νηπίων που περνούν το χρόνο τους σε εργάσιμες μέρες των 12 ωρών. Ο George Kaffentzis με σειρά άρθρων του βάζει ένα όριο σε αυτό τον θεωρητικό ακροβατισμό και στην ανοησία ότι το καπιταλιστικό κέρδος έχει αυτονομηθεί από την παραγωγική διαδικασία.

Που βρισκόμαστε λοιπόν; Το «Κεφάλαιο» μπορεί να ήταν ένα εγχειρίδιο απομάγευσης της καπιταλιστικής συνθήκης όμως το φιλοσοφικό εγχειρίδιο της απελευθέρωσης από την εργασία μπορούμε να το αναζητήσουμε σε ένα λιγότερο γνωστό βιβλίο «το δικαίωμα στην τεμπελιά» του Πωλ Λαφάργκ.

Είτε ως υποτιθέμενη στρατηγική απελευθέρωση της εργασίας από τα καπιταλιστικά δεσμά είτε ως κρατικές πολιτικές επαναθεμελίωσης της προτεσταντικής ηθικής περί εργασίας τα επιμέρους αιτήματα περί πλήρους εργασίας έχουν χάσει την όποια δυναμική τους αφού έχασαν το πραγματικό τους ρόλο στη υπόθεση της ταξικής πάλης. Για παράδειγμα ο συνδικαλισμός από αρένα αντιπαράθεσης των εργατών με τα αφεντικά έχει μετατραπεί με τη μεσολάβηση του κράτους στην πλέον χυδαία μεσολάβηση παρασίτων που στοχεύουν αποκλειστικά στην απονέκρωση των διεκδικήσεων των εργαζομένων.

Αν δεν μπορέσουμε να φανταστούμε ένα κίνημα που θα οραματίζεται την άμεση, αδιαμεσολάβητη και ριζοσπαστική διαπάλη με τους εκμεταλλευτές ως απαραίτητη συνθήκη για την ολική απελευθέρωση τότε θα καταλήξουμε με έναν σωρό υποτακτικών εργαζομένων που διαρκώς θα χάνουν τα αυτονόητα. Στον καπιταλισμό το πρόβλημα της εργασίας έγκειται στην οντολογία της εργασίας δηλαδή στον τρόπο που αυτή υφίσταται ή εκλείπει. Αυτό δε σημαίνει ότι θα πάψουμε να αγωνιζόμαστε σε καθημερινό επίπεδο, όμως έχει απόλυτη σημασία η αποσαφήνιση των τρόπων που θα παλέψουμε όπως και οι στόχοι μας. Η ανάπτυξη σωματείων βάσης με ταξικά χαρακτηριστικά ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συνδικαλιστική και κομματική γραφειοκρατία, τα όποια κινούνται σε σταθερή τροχιά σύγκρουσης με το κράτος ανεξαρτήτως του πολιτικού διαχειριστή των υποθέσεών του, με αντικαπιταλιστική στρατηγική αλλά και απτή καθημερινή ριζοσπαστική δράση στους χώρους δουλειάς αποτελεί την αρχή της καθημερινής παρέμβασης στο πεδίο της εργασίας. Ο συντονισμός αυτών των πρωτοβουλιών, η ποιοτική αναβάθμιση των χαρακτηριστικών τους, η κατάληψη και αυτοδιαχείριση δομών, η προετοιμασία των εργαζομένων μέσα σε συνεταιρισμούς και συνεργατικά εγχειρήματα, το σπάσιμο της νομιμότητας και η πυροδότηση της οργής των καταπιεσμένων ενάντια στους θεσμούς και στη νομιμότητα αποτελούν θετικά και αναγκαία βήματα.

Θα πρέπει να είμαστε ειλικρινείς: η ιστορία δεν έχει φερθεί γενναιόδωρα σε ιστορικά παραδείγματα απελευθέρωσης και όχι μόνο αντίστασης από την εργασία. Ένα τέτοιο αποκαλυπτικό και ίσως μοναδικό παράδειγμα είναι η επαναστατημένη Ισπανία όπου η χειρότερη πραγματικότητα ενός εμπόλεμου παραδείγματος έμπρακτης αλληλεγγύης με εθελοντικές κοινωνικοποιήσεις των παραγωγικών μέσων, την άρνηση της μισθωτής εργασίας και τη σταθερή αποστροφή απέναντι στο κράτος και τη γραφειοκρατία είναι πολύ πιο αισιόδοξη από την απατηλή υπόσχεση του καπιταλιστικού κόσμου.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Πως εννοείτε την πάλη σε ένα πρώτο επίπεδο στους χώρους δουλειάς; Αν το αίτημα είναι η κατάργηση της εργασίας πως παλεύουμε στην καθημερινότητά μας μαζί με άλλους εργαζόμενους και ανέργους ενάντια στα αφεντικά;

Άρης Τσιούμας: Κατανοούμε το συνδικαλισμό ως μέσο πάλης αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την ιστορική θέση που είχε μέσα στην ταξική πάλη, της προετοιμασίας των εργαζομένων για την ολική ανατροπή. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν αγώνες που αναγνωρίζουν την πάλη κατά των αφεντικών στους χώρους δουλειάς ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύουν μία πληθώρα ζητημάτων είτε από φορείς αλληλεγγύης είτε από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Η μεταφορά από τη διαμεσολάβηση στην πράξη σε πρώτο χρόνο και πρόσωπο έχει τεράστια αξία.

Νομίζω ότι διανοίγονται δύο προτάσεις: η μία είναι αυτή που ανέφερε ο Άρης με τους αδιαμεσολάβητους αγώνες ενάντια στο κράτος και η άλλη που ίσως είναι πιο κυρίαρχη, που είναι η αποστασιοποίηση από αυτή την παραδοσιακή τακτική και η εργασία σε εναλλακτικές δομές παράλληλα με την αγνόηση του κράτους. Διακρίνω μία αντίφαση στο να θέλουμε την κατάργηση του καπιταλισμού και της εργασίας αλλά να διεκδικώ ταυτόχρονα την επαναπρόσληψή μου στα πλαίσια μιας επιβίωσης.

Γιώργος Κρεασίδης: Η απομάκρυνση από την εργασία ως ανεργία οδηγεί στην περιθωριοποίηση. Σήμερα πρέπει να διεκδικήσουμε το δικαίωμα στην εργασία. Κάτι τέτοιο είναι αντιφατικό φυσικά, αλλά για να έχουμε ένα ιδεολογικό ρεύμα που θα αμφισβητήσει την κυριαρχία του κεφαλαίου αμφισβητώντας παράλληλα ότι εργασία μπορεί να υπάρχει μόνο αν υπάρχει αφεντικό ή ότι κάθε εργασία είναι κοινωνικά θετική. Το διευθυντικό δικαίωμα για δυνατότητα απολύσεων, η ανοχή στη μαύρη εργασία, η δυνατότητα της εργοδοσίας να μην καλύπτει τις εργοδοτικές εισφορές όλα αυτά τα παραδείγματα πρέπει να χτυπηθούν από τη συλλογική δράση του εργατικού κινήματος. Με αυτό τον τρόπο βελτιώνουμε τη θέση μας και τη δυνατότητά μας να αγωνιζόμαστε.

Σε σχέση με τα συνεργατικά εγχειρήματα: είναι μεγάλη η συζήτηση για το αν μπορούν να διαμορφώσουν μία κοινωνική ζώνη απελευθερωμένου καταναγκασμού από το κεφάλαιο, ενώ το κεφάλαιο έχει την πολιτική και οικονομική εξουσία. Καταναγκασμοί δεν είναι μόνο τα αφεντικά αλλά εξίσου η εφορία ή η σχέση με το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε διαφορετικό καταμερισμό του κοινωνικού πλούτου για την κοινωνική πλειοψηφία αν δεν θίξουμε την ίδια την εξουσία του κεφαλαίου.

Ανέστης Ταρπάγκος: Θα ήθελα να θέσω το ζήτημα με τις δυνατότητες των συνεργατικών εγχειρημάτων με μία διαφορετική μορφή, πιο σύγχρονη και πιο πιεστική. Το γεγονός ότι ο σύγχρονος ελληνικός καπιταλισμός προκειμένου να αντιμετωπίσει την κρίση υπερσυσσώρευσης οδηγήθηκε στο να κλείσει και να καταστρέψει τις ζωντανές παραγωγικές δυνάμεις και πάγια κεφάλαια σε εκατοντάδες χιλιάδες εργοστάσια και ευρύτερα εμπορικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών. Αυτό είναι ένα πεδίο δόξης λαμπρό για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά. Η λύση απέναντι σε αυτή την εκκαθάριση κεφαλαίων θα ήταν η κήρυξη αυτών των επιχειρήσεων καταρχήν σε δημόσια κυριότητα. Το εγχείρημα του κατειλημμένου εργοστασίου της Βιομε είναι και άκρως περιορισμένο και είχε και ως στοιχείο της εγκατάλειψης του εργοστασίου από τους εργοδότες. Οι μεγάλες επιχειρήσεις που κλείνουν δεν εγκαταλείπονται από τους εργοδότες αλλά τα πάγια κεφάλαια παραμένουν στην ιδιοκτησία των καπιταλιστών. Συνεπώς μία προϋπόθεση είναι να έχεις μία κυβερνητική και πολιτική εξουσία που να θέσει αυτές τις επιχειρήσεις σε δημόσια κυριότητα. Η δεύτερη είναι να τις θέσεις σε λειτουργία.

Άρης Τσιούμας: Αναφέρθηκα ήδη στην εξάντληση των παραδοσιακών αιτημάτων από το εργατικό κίνημα. Τα αιτήματα για πλήρη εργασία υπήρξαν ως στρατηγικές για την Αριστερά μέσα από την ανάλυση ότι μέσω αυτής της στρατηγικής ο καπιταλισμός δε θα μπορούσε να ανταπεξέλθει σε αυτά τα αιτήματα. Μετά από 40 χρόνια σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώθηκε. Η μόνη διαφορά είναι η διαμεσολάβηση του συνδικαλισμού από επαγγελματίες πολιτικούς κηφήνες.

Όσο η εργασία παραμένει εμπόρευμα, ακόμα και σε συνεταιριστικά εγχειρήματα, και καθώς κανένα κίνημα δεν έχει στα χέρια του τον καταμερισμό της εργασίας σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά είναι στα χέρια του κεφαλαίου, το να δημιουργήσουμε ένα πλαίσιο αυτοθέσμισης δεν ευσταθεί. Αυτό όμως που μπορούν να κάνουν τέτοιου είδους πλαίσια είναι να προεικονίσουν κάποια συγκεκριμένα ζητήματα και να πάρουν πίσω αυτό άφησε η προηγούμενη πολιτική της Αριστεράς πάνω στην εργασία δηλαδή το τρίπτυχο διαμεσολάβηση- συνδικαλισμός-μεγαλύτερα μεροκάματα μετατρέποντάς το σε παλεύω μόνος μου-κερδίζω και προεικονίζω. Τα συνεργατικά εγχειρήματα δεν είναι η ίδια η επανάσταση.

Υπάρχει ελληνικός καπιταλισμός; Τι είναι αυτό που συγκροτεί το φαινόμενο του ελληνικού καπιταλισμού;

Άρης Τσιούμας: Αν δεν υπάρχει μία ολοκληρωμένη ανάλυση για το που βρίσκεται ο ελληνικός και ο διεθνής καπιταλισμός δεν μπορεί να δοθεί καμία ακριβής απάντηση. Κατά τη γνώμη μου η διεθνοποίηση του κεφαλαίου είναι η παγκόσμια τάση και μεταφράζεται σε συγκεντροποίηση του κεφαλαίου διεθνώς, σύμπτυξη του βιομηχανικού και χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, η χρησιμοποίηση της κρίσης χρέους σε παγκόσμιο επίπεδο από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο με εκβιαστικό τρόπο. Στα πλαίσια του διεθνοποιούμενου κεφαλαίου υπάρχουν κεφαλαιακές δυνάμεις που έχουν αναφορά στην ελληνική επικράτεια με την έννοια ότι χρησιμοποιούν το ελληνικό νομικό σύστημα για την εκμετάλλευση των ελλήνων και ξένων εργαζομένων. Το γεγονός ότι υπάρχει ελληνικός καπιταλισμός δε σημαίνει ότι υπάρχει ενιαία γραμμή για τα συμφέροντά του αυτή την περίοδο και για τις διεθνείς συμμαχίες στις οποίες πρέπει ενταχθεί.

Γιώργος Κρεασίδης: Η αναφορά στον ελληνικό καπιταλισμό έγινε ως σύμβαση για να κάνουμε συζήτηση, ο κόσμος της εκμετάλλευσης είναι παγκόσμιος. Εμείς αναφερόμαστε σε ένα ολοκληρωτικό καπιταλισμό ο οποίος επιτείνει χαρακτηριστικά που είχε ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός και διέπεται από διεθνοποίηση, καπιταλιστικές ολοκληρώσεις όπως είναι η Ε.Ε. Ο ελληνικός καπιταλισμός έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πχ. το θεσμικό πλαίσιο το οποίο τον διέπει. Η ταξική πάλη πολλές φορές γίνεται με εθνικούς και όχι ιδεολογικούς όρους. Το ελληνικό κεφάλαιο για παράδειγμα χρειάστηκε τον εμφύλιο πόλεμο του ’46-’49 για να επιβληθεί πράγμα που δεν χρειάστηκε να γίνει σε χώρες όπως η Ιταλία. Κοινωνική απελευθέρωση σε μια χώρα δεν μπορεί να υπάρξει. Παρόλα αυτά νίκη σε επαναστατικά γεγονότα μπορούμε να έχουμε, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν παραδείγματα (όπως η επανάσταση στην Ισπανία) για τον υπόλοιπο κόσμο.

Ο καπιταλισμός είναι σήμερα πιο διεθνοποιημένος από ότι πριν 30 χρόνια με την έννοια ότι έχει μεταφερθεί σε περιοχές που δεν ήταν αντικείμενο εκμετάλλευσης, του καπιταλισμού και των σχέσεων αγοράς όπως τις έχουμε μάθει στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, αλλά στηρίζονταν σε φεουδαρχικές, ημιφεουδαρχικές και άλλες κοινωνικές δομές.

Ας κρατήσουμε τέλος τη σχέση του ελληνικού καπιταλισμού με την Ε.Ε. που είναι συμμαχία ζωής για το ελληνικό κεφάλαιο με το βορειοευρωπαϊκό κεφάλαιο.

Επαναστάτες προηγούμενων αιώνων όπως ο Λένιν ή η Λούξεμπουργκ εστίαζαν στην κρίση του καπιταλισμού και στο πως αυτή μεταφέρεται ή αντανακλάται μέσα στο εργατικό κίνημα. Οι ομιλητές της συζήτησης εστίασαν στο πως φαίνεται αντικειμενικά ο καπιταλισμός από τη σκοπιά του καθενός, και φάνηκε σαν να μην έχουν ιδεολογικές διαφορές. Υπάρχει ανάγκη για ιδεολογική διαμάχη σήμερα ή αυτή εξαντλείται στην περιγραφή του αντικειμένου του καπιταλισμού;

Γιώργος Κρεασίδης: Η ιδεολογική διαμάχη εντός της Αριστεράς υπάρχει, αυτό που λείπει είναι η ιδεολογική διαμάχη για ένα πολιτικό δια ταύτα, δηλαδή μια κοινωνικοπολιτική πρόταση που σε δοσμένο χρόνο θα βοηθήσει αν επικρατήσει η μία ή η άλλη αντίληψη έτσι ώστε να ξεπεραστούν εμπόδια και να πάνε τα πράγματα σε μια καλύτερη πορεία.

Ένα παράδειγμα είναι η συζήτηση για την Ε.Ε. Η εναντίωση στην Ε.Ε. από θέσεις εργατικές δεν είναι η κυρίαρχη θέση εντός της Αριστεράς. Πολλές φορές παρατηρούμε ότι ακόμα και οργανώσεις ή κόμματα με διεθνιστικές επαναστατικές αντιλήψεις υποτιμούν του θέματος της Ε.Ε. και τη στρατηγική συμμαχία για την ελληνική αστική τάξη. Αυτή η στάση είναι υπεκφυγή στον πολιτικό στόχο της εναντίωσης στην Ε.Ε.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι η συνδικαλιστική δομή. Θα διαφωνήσω με τον Άρη. Είναι διαφορετικό πράγμα η συμμετοχή με πρωτοβάθμια σωματεία και στο διοικητικό συμβούλιο αυτού ως εργαζόμενος και διαφορετικό η συμμετοχή επαγγελματιών σε δομές όπως η ΓΣΕΕ. Πολλές δυνάμεις προβάλλουν το αίτημα για τον καλύτερο συσχετισμό δυνάμεων κάτι που όμως δεν εξηγεί πολλά πράγματα όπως π.χ. ο συντονισμός των πρωτοβάθμιων σωματείων και η διεκδίκηση συνολικότερων αιτημάτων όπως συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Υπήρξαν αναφορές τόσο για κατάργηση όσο και για απελευθέρωση της εργασίας. Θεωρείτε ότι αυτά είναι ταυτόσημα;

Άρης Τσιούμας: Το ιστορικό παράδειγμα της Ισπανίας ήταν η απόπειρα που ενείχε τα περισσότερα ποιοτικά χαρακτηριστικά για να ξεκινήσει επαναστατικά η απελευθέρωση από την εργασία. Αν έμενε στο παράδειγμα της Ισπανίας αυτό θα σήμαινε μία ήττα πρώτου μεγέθους.

Δεν μπορούμε να φανταστούμε πως μπορεί να είναι η απελευθέρωση της εργασίας σε ένα κόσμο ο οποίος θα κινείται σύμφωνα με τη ρήση του Μαρξ «από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Αυτό που κρύβεται πίσω από «τις δυνατότητες» δεν μπορούμε να το ονομάσουμε εργασία. Αυτό που εννοούμε λέγοντας απελευθέρωση συνίσταται στην πλήρη αποεμπορευματοποίηση της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Γιώργος Κρεασίδης: Θα συμφωνήσω εν μέρει με τον Άρη. Αυτό που χρειάζεται η κοινωνία για να σταματήσει να βυθίζεται στην καπιταλιστική βαρβαρότητα είναι η εργασία να μην έχει τα χαρακτηριστικά του εμπορεύματος με όλους τους καταναγκασμούς που αυτό φέρνει.

Σε μεγάλες σύγχρονες βιομηχανίες αυτό που διαχειρίζεται και ελέγχεται είναι περισσότερο το περιεχόμενο (content) της πληροφορίας και λιγότερο το κεφάλαιο και το εργατικό δυναμικό. Υπό μία έννοια το να τραφεί ο πληθυσμός της γης είναι αστείο αλλά ταυτόχρονα φαίνεται ότι ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί τον άνθρωπο ως πηγή πλούτου.

Άρης Τσιούμας: Η αναφορά στα έξυπνα δίκτυα, στις τεχνολογίες και στους αυτοματισμούς ως ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού έχει ένα συγκεκριμένο όριο. Δεν έχει ακόμα εφευρεθεί ο άνθρωπος ο οποίος θα τρέφεται μόνο με πληροφορίες. Για να υπάρχουν όλα τα παραπάνω απαραίτητη προϋπόθεση είναι να καταπιέζεται ένα τεράστιο μέρος του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού το οποίο ούτε καν έχει κάποιο όφελος από όλες αυτές τις εξελίξεις.

Γιώργος Κρεασίδης: Αν παρατηρήσουμε τις θέσεις εργασίας που χάθηκαν από το κλείσιμο των επιχειρήσεων και τις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν το νέο στοιχείο είναι περισσότερο η ελαστικοποίηση της εργασίας. Αν ο μονοπωλιακός καπιταλισμός ήταν η εποχή της απόλυτης υπεραξίας και της υπερεκμετάλλευσης, ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός γίνεται η εποχή της σχετικής υπεραξίας και της επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας η δική μας εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού είναι μία προσπάθεια του κεφαλαίου να συνδυάσει και τα δύο.