RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Συζήτηση με το κοινό: ερωτήσεις και απαντήσεις

Συζήτηση με το κοινό: ερωτήσεις και απαντήσεις

1η Ερώτηση (Laurie Rojas): Ο Ian μόλις μίλησε για το ζήτημα της συμμετοχής των μελών [στο εγχείρημα] και θα ήθελα να επεκταθώ σε αυτό, αλλά κυρίως να απευθυνθώ στον Chris και στον Richard, οι οποίοι έκαναν πολύ διαφορετικές και λιγότερο απτές παρουσιάσεις. Μιας και ο Ian έθεσε το ζήτημα της συμμετοχής των μελών, πώς καλούνται, λοιπόν, να κατανοήσουν τα μέλη αυτό που μόλις παρουσιάσατε εσείς οι δύο;

Richard Rubin: Νομίζω ότι μάλλον πρόκειται για δύο ξεχωριστά θέματα. Υπάρχουν πολλά διαφορετικά μοντέλα συμμετοχής ή οργανωτικά μοντέλα. Δεν νομίζω ότι αυτό συνδέεται ειδικά και αναγκαία με το ιδεολογικό μας εγχείρημα. Δεν γνωρίζουμε με σαφήνεια τι είναι ο Platypus. Δεν τον σκεφτόμαστε ως πολιτικό κόμμα, συνιστά όμως κάποιου είδους οργάνωση. Έχουμε μια εφημερίδα που αποτελεί, τρόπον τινά, ένα όργανο της οργάνωσης, αλλά δεν προορίζεται να γίνει μια «κομματική» εφημερίδα. Στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερό μας πρόβλημα είναι ότι θέλουμε περισσότερο υλικό «απ’ έξω», με απόψεις που δεν ταυτίζονται με τις δικές μας, ούτως ώστε να μπορούμε να αναμετρηθούμε με αυτές.

Το ερώτημα γύρω από τη συμμετοχή των μελών είναι, νομίζω, ένα ξεχωριστό, πρακτικό και εργαλειακό ερώτημα πάνω στο οποίο δεν έχω σαφή άποψη. Πιθανότατα αποτελώ μειοψηφία στην οργάνωση, αλλά δεν μου είναι σαφές γιατί το ζήτημα της συμμετοχής, ενώ αποτελεί μια πρακτική αναγκαιότητα για τον Platypus, έχει τόσο κεντρική θέση στο εγχείρημά μας. Δεδομένου ότι αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να δημιουργήσουμε ένα κοινωνικό περιβάλλον [milieu], δεν χρειαζόμαστε κατ’ ανάγκη μεγάλη συμμετοχή. Τα μέλη μας είναι στην πραγματικότητα οι άνθρωποι που κάνουν τη δουλειά. Και ενώ κάτι τέτοιο είναι προφανώς μια πολύ σημαντική πρακτική αναγκαιότητα, αυτό που όντως χρειαζόμαστε είναι ένα ευρύ περιβάλλον ανθρώπων που θα ακούσουν και θα αναστοχαστούν αυτές τις ιδέες. Όχι αναγκαστικά ανθρώπους που θα συμφωνήσουν, αλλά που θα σκεφτούν σοβαρά τις ιδέες αυτές.

Ian Morrison: Είχα ανατρέξει σε ορισμένα ιστορικά συμφραζόμενα προκειμένου να εντοπίσω κάποιου είδους προηγούμενο, τουλάχιστον στο οργανωτικό επίπεδο. Βρήκα ένα ενδιαφέρον παράδειγμα: σε κάποια φάση, η ομάδα που είχε δημιουργηθεί γύρω από τον Shachtman επιθυμούσε διακαώς να προσανατολιστεί στη νεολαία, ούτως ώστε να συμβάλει στην αποδυνάμωση του Σταλινισμού στην Αμερική. Αυτό απέτυχε. Στον Platypus βρισκόμαστε σε μια παρόμοια κατάσταση. Θέλουμε να αποδυναμώσουμε την κακή παιδαγωγική στην Αριστερά, και ο μόνος τρόπος για να το κάνουμε είναι να ξεκινήσουμε από την κουλτούρα του πανεπιστημίου.

Chris Cutrone: Θα ήθελα να επεκταθώ στη φράση «κακή παιδαγωγική». Δεν θεωρούμε ότι η σεκταριστική Αριστερά είναι στ’ αλήθεια πολιτική. Με άλλα λόγια, δεν θεωρούμε ότι ομάδες όπως οι Σπαρτακιστές, η ISO ή το RCP κ.ά., είναι πραγματικά πολιτικές οργανώσεις. Τις θεωρούμε, μάλλον, κακές παιδαγωγούς.

IM: Η ιδέα ότι είναι «πολιτικές» συνιστά από μόνη της κακή παιδαγωγική!

CC: . . . Σωστά! Υπάρχουν δύο στοιχεία στην παιδαγωγική. Το πρώτο, που είναι και το πιο άμεσο, αφορά την εκλαΐκευση των ιδεών. Το δεύτερο, παρά το γεγονός ότι είναι πιο έμμεσο και θα έκανε την πολιτική μας να μοιάζει «φιλελεύθερη», συνίσταται στο να προσφέρουμε μια παιδαγωγική, όχι μόνο των ιδεών, αλλά και της πολιτικής πρακτικής. Παιδαγωγική που δεν προσφέρεται μόνο στα μέλη μας ή μέσω της συμμετοχής στην οργάνωση αλλά μέσα από την ίδια τη δραστηριότητά μας, μέσα από άρθρα, φόρουμ, μέσα από τις εκδηλώσεις μας και από τις συζητήσεις που προσπαθούμε να φιλοξενήσουμε. Επιστρέφουμε σε ένα Διαφωτιστικό μοντέλο «φιλοσοφικής αντιπαράθεσης ιδεών»· ήτοι, επανερχόμαστε στο πεδίο διδασκαλίας της σημασίας των ιδεών στους ανθρώπους και στο ότι, κατά μία έννοια, η πολιτεία μπορεί να συγκροτηθεί στο επίπεδο των ιδεών.

Έτσι, με αυτήν την έννοια, η κακή παιδαγωγική αφορά και τις δύο πλευρές. Υπάρχει η τροφοδότηση της κακής ιδεολογίας, αλλά υπάρχει επίσης και η τροφοδότηση ενός κακού μοντέλου πολιτικής.

IM: Μερικές φορές σκέφτομαι ότι ίσως «μας βγει το όνομα» λόγω των επιθέσεών μας στην κουλτούρα του ακτιβισμού. Ως προς το ζήτημα της «θεωρίας» και το ερώτημα σχετικά με το «τι να κάνουμε», θα λέγαμε ότι θέλουμε διακαώς να τραβήξουμε το χειρόφρενο και να κάνουμε τους ανθρώπους να σκεφτούν προτού δράσουν. Σε κάποιο επίπεδο, αυτό είναι κακό για τον ακτιβισμό. Είναι πολύ προβληματική η ιδέα ενός ακτιβισμού χωρίς τη στενή του σύνδεση με τη θεωρία, ως ιδεολογίας που θέλει τους ανθρώπους να μαθαίνουν να κατανοούν τον κόσμο μόνο «μέσα από τον αγώνα» χωρίς αυτό να συνδέεται με έναν αναστοχασμό πάνω στον ίδιο τον αγώνα, ότι δηλαδή μπορούμε να αγωνιζόμαστε και μόνο αργότερα να σκεφτόμαστε.

RR: Θέλω να θέσω δύο πρακτικά ζητήματα. Κατά πρώτον, η ύπαρξη του Platypus Review είναι ως έναν βαθμό τυχαία, δεδομένου ότι ο αρχικός σκοπός του Platypus, προτού ακόμα συγκροτηθεί ως ομάδα, ήταν να δημιουργήσει ένα είδος ακαδημαϊκού περιοδικού. Έτσι, κατά έναν παράδοξο τρόπο, ενώ αποτύχαμε σε αυτό, καταφέραμε να φτιάξουμε μια εφημερίδα με ακαδημαϊκή χροιά.

Κατά δεύτερον, το γεγονός ότι ο Platypus εστιάζει σε συγκεκριμένα ζητήματα και όχι σε άλλα, δεν είναι κατ’ ανάγκη ενδεικτικό του σκοπού μας. Εννοώ, δηλαδή, ότι υπάρχουν πολύ περισσότερα πράγματα που θα μπορούσαμε να κάνουμε αν είχαμε μια πιο ευρεία συμμετοχή μελών. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ενδιαφέρονται για συγκεκριμένους τομείς, στους οποίους, αν ήμασταν μια μεγαλύτερη οργάνωση, θα μπορούσαμε να εστιάσουμε. Κάποια μέλη του Platypus, λόγου χάρη, ασχολούνται με τον συνδικαλισμό. Επομένως, δεν είμαστε αντίθετοι με κάθε μορφή συγκεκριμένης πολιτικής δραστηριοποίησης. Επίσης, έχουν υπάρξει διάφοροι άνθρωποι στον Platypus που ήταν ενεργοί στην SDS, κάτι που αποτελεί βέβαια ένα σύνθετο και περίπλοκο ζήτημα.

CC: Θέλω να προσθέσω μια διευκρίνηση πάνω στο ζήτημα του «ακτιβισμού». Νομίζω ότι ο Ian αναφέρεται εδώ στην κουλτούρα της διαμαρτυρίας [protest culture], πράγμα που είναι κάπως διαφορετικό. Αφορά σε ό,τι οι Christian Parenti,[1] Doug Henwood[2] και Liza Featherstone[3] αποκαλούσαν «ιδεολογικοποιημένο ακτιβισμό» [“activistism”], ή ο Adorno «πρακτικισμό». Από τη δεκαετία του ’60 μέχρι και σήμερα, ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού «ακτιβισμού» είναι πράγματι (α) μη πολιτικό και (β) δεν συνιστά πραγματική «δράση». Το να συμμετέχει κανείς σε μια διαμαρτυρία ή να πηγαίνει σε μια διαδήλωση δεν σημαίνει ότι οργανώνει τους εργάτες. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές δράσεις. Το γεγονός ότι μπορούμε να τις σκεφτούμε αμφότερες ως «δράσεις» συνιστά ένα πρόβλημα από μόνο του. Συνεπώς, το ζήτημα δεν είναι ότι προσπαθούμε να ανακόψουμε τη «δράση»· προσπαθούμε να ανακόψουμε τον «ακτιβισμό», την κουλτούρα της διαμαρτυρίας.

Νομίζω ότι ένα κομμάτι της καταγωγής του Platypus οφείλεται στο αίσθημα —τόσο μεταξύ των νεότερων μελών όσο και της παλαιότερης γενιάς— ότι, πηγαίνοντας σε διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες, αντιπολεμικές κινητοποιήσεις, ήταν σαν να αναστέλλαμε τη δυσπιστία μας. Μπορεί μεν να θέλαμε να είμαστε εκεί, να καρφώσουμε τα πόδια μας στο έδαφος, να εκφράσουμε ρητά τη διαμαρτυρία μας, να το κάνουμε με την καρδιά μας, όμως νοιώθαμε σαν να έπρεπε να αναστείλουμε την ίδια μας τη σκέψη για να το κάνουμε. Τα συνθήματα, η συμβατικότητα της εκδήλωσης, όλα εκείνα που οι άνθρωποι αποδέχονταν σιωπηρά, ήταν πράγματα που θεωρούσαμε ανεπαρκή και έπρεπε με έναν τρόπο να αναστείλουμε τις αμφιβολίες μας. Και διαπιστώσαμε —και αυτό ήταν ένα περίεργο φαινόμενο— ότι οι περισσότεροι διαδηλωτές ένιωθαν κάτι παρόμοιο, πράγμα που εν προκειμένω χρήζει διερώτησης.

Έτσι, από αυτήν την άποψη, το ζήτημα δεν είναι η αντίθεση της θεωρίας στην πράξη. Ξαναθέτουμε με τον δικό μας τρόπο το πρόβλημα της σχέσης της θεωρίας με την πράξη, ειδικά ενόψει της κακοποίησής του από την Αριστερά· εκείνοι έχουν τον τρόπο τους κι εμείς τον δικό μας. Ωστόσο, αυτοί οι τρόποι δεν είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι. Τουναντίον, σχετίζονται. Εμείς απλώς προσπα­θούμε να αντισταθμίσουμε το έλλειμμα. Δεν περιμένουμε να εξαφανιστεί ο «ιδεολογικοποιημένος ακτιβισμός», όμως θέλουμε πράγματι να τον ανακόψουμε. Σε αυτήν τη φάση, θέλουμε να προσθέσουμε το στοιχείο που λείπει.

IM: Στην πραγματικότητα, το έντυπό μας εμπνέεται σε μεγάλο βαθμό από το πρόβλημα της κουλτούρας της διαμαρτυρίας. Είμαι σίγουρος ότι όσοι από σας έχετε πάει σε διαδηλώσεις έχετε καταλήξει με ένα πλήθος εφημερίδων στο χέρι σε όλες τις διαφορετικές παραλλαγές του εργατισμού [workerism], από τις οποίες στ’ αλήθεια δεν βγαίνει κανένα νόημα. Πρόκειται για μια πολύ παράδοξη εμπειρία, καθώς οι νέοι δεν έχουν καν τον τρόπο να αποκωδικοποιήσουν αυτήν την παράξενη γλώσσα που τους κληροδοτείται. Αυτή ήταν τουλάχιστον η δική μου εμπειρία. Κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράκ, πήγαινα σε διάφορες διαμαρτυρίες και άκουγα κάθε λογής απόψεις, εκ των οποίων πραγματικά δεν μπορούσα να καταλάβω καμία. Και νομίζω ότι αυτή είναι η εμπειρία των περισσότερων ανθρώπων. Το λυπηρό, βέβαια, είναι ότι οι άνθρωποι ενδιαφέρονται, κατά τη γνώμη μου, όντως γι’ αυτές τις ιδέες, αλλά δεν έχουν πραγματική πρόσβαση ούτε στην προέλευση αυτών των θέσεων ούτε στα κίνητρα που βρίσκονται πίσω από αυτές, καθώς αυτή η ιδεολογική στράτευση δεν λέει και πολλά στην εποχή μας. Εξού, όταν διαβάζουμε κλασικά μαρξιστικά κείμενα, δίνουμε περισσότερη έμφαση στο γενικό πνεύμα και όχι στις κλασικές «διαμάχες» των συγγραφέων —όπως, για παράδειγμα, μεταξύ του Lenin και της Luxemburg κ.λπ.— καθώς κάτι τέτοιο συσκοτίζει τα σημεία στα οποία όντως συμφωνούν.

Συνεπώς, με έναν τρόπο, οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται να διατελέσει τον ρόλο του «αποκωδικοποιητή» αυτής της εμπειρίας θα μπορούσε να γράφει στο περιοδικό μας. Μας ενδιαφέρει ο αναστοχασμός αυτής της εμπειρίας που βιώνουν συχνά οι άνθρωποι στη φοιτητική τους ζωή, αν συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις.

CC: Ως προς το εν λόγω ζήτημα,υπάρχουν δύο πράγματα που είναι σημαντικά. Το πρώτο είναι ότι, από τη μία πλευρά, έχουμε τη σεκταριστική Αριστερά και ένα είδος μουσειοποίησης του Μαρξισμού που αυτή πλασάρει. Από την άλλη, έχουμε την ακαδημαϊκή Αριστερά, σύμφωνα με την οποία όταν για παράδειγμα διαβάζει κανείς Foucault, υποτίθεται ότι καταλαβαίνει όλα αυτά στα οποία ο Foucault αποκρίνεται. Πρόκειται απλώς για την σιωπηλή συμφωνία ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κριτική του Μαρξισμού. Όμως, όλο αυτό παραμένει αδιασαφήνιστο. Η δική μας προσπάθεια έγκειται στην ανασύσταση ενός ουσιαστικού τρόπου συζήτησης, ο οποίος θεωρείται δεδομένος ενώ δεν είναι. Είναι όπως όταν πηγαίνουμε σε μια διαδήλωση και μας μοιράζουν κάθε λογής δογματικά έντυπα τα οποία καλούμαστε να κατανοήσουμε από μόνοι μας. Πραγματικά, οι ομάδες που τα γράφουν δεν συνομιλούν πια μεταξύ τους. Μήπως, όμως, ο λόγος που δεν συνομιλούν μεταξύ τους είναι ότι δεν «μιλάνε» καν στ’ αλήθεια;

Το ζητούμενο είναι ότι, επιχειρώντας να τις φέρουμε σε διάλογο, κατά κάποιον τρόπο προσπαθούμε να κάνουμε τον «νεκρό» να μιλήσει. Η δική μας συμβολή είναι, απλώς, ότι πιστεύουμε πως κάτι τέτοιο χρειάζεται να συμβεί. Όλες αυτές οι ομάδες παριστάνουν ότι οι άλλες δεν υπάρχουν, με την ελπίδα ότι κάποτε θα εξαφανιστούν. Ωστόσο, με αυτόν τον τρόπο παραιτούνται από την πολιτική. Παραιτούνται από τα επίμαχα ζητήματα και την αντιπαράθεση επί αυτών καταφεύγοντας μάλλον σε ανεξέταστα σεκταριστικά σχίσματα. Νομίζω ότι το δικό μας μοντέλο θυμίζει κάπως το είδος της συζήτησης που υποτίθεται ότι λαμβάνει χώρα αδιάκοπα στην Αριστερά, αλλά στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει ποτέ. Εμείς πραγματικά προσπαθούμε να την κάνουμε να προκύψει.

2η Ερώτηση (Gabe Gaster): Θα μπορούσα να διατυπώσω την απάντησή μου ως ερώτηση. Απαντώντας σε αυτό που έλεγε ο Ian για την κακή παιδαγωγική στα πανεπιστήμια. . .

CC: Για την «αποστράγγιση του βάλτου».

GG: Σωστά, για την «αποστράγγιση του βάλτου». Θα έλεγα ότι είναι κάπως σαν να τους παραχωρούμε υπερβολικά πολύ έδαφος. Δεν τους προκαλούμε να γίνουν καλύτεροι; Να αρθρώσουν τις απόψεις τους; Να μιλήσουν ο ένας στον άλλο; Αυτό είναι ένα σημείο στο οποίο καταλήξατε. Όμως, θα έλεγα ότι δίνουμε υπερβολικό βάρος στην ιδέα ότι τους «ισοπεδώνουμε». Το ζητούμενο είναι πως τους προκαλούμε να γίνουν καλύτεροι ακτιβιστές και να αρθρώσουν τις σκέψεις τους, προκειμένου ο καθένας να μπορέσει να κατανοήσει το γενικό πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου βρίσκεται. Και, επίσης, τι γίνεται με την ιδέα για ένα πιο θεωρητικό περιοδικό;

CC: Θέλω να πω κάτι σχετικά με το περιοδικό, επειδή τέθηκε το ερώτημα. Το εγχείρημα δεν έχει χαθεί από τον ορίζοντά μας. Το Platypus Review δεν έχει αντικαταστήσει το σχέδιό μας για το περιοδικό. Επίσης, το περιοδικό δεν προορίζεται να γίνει ακαδημαϊκό. Ο προορισμός του είναι να αντικαταστήσει το New Left Review[4] και να καταστρέψει ολόκληρο τον μηχανι­σμό που στηρίζει το εν λόγω περιβάλλον και τα σχετιζόμενα με αυτό έντυπα. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές του όπως το Historical Materialism.[5] Επιθυμούμε να παράσχουμε ένα διαφορετικό πλαίσιο και, πιο ειδικά, στον αγγλόφωνο κόσμο. Δεν θα ήταν ούτε ένα ακαδημαϊκό περιοδικό ούτε θα ήταν ο «Platypus». Αλλά μάλλον, θα ήταν ένα μέρος στο οποίο οι υπάρχοντες αριστεροί διανοούμενοι θα παρακινούνταν να γράψουν και να σκεφτούν με τρόπους που μέχρι τώρα δεν τους είχαν ζητηθεί. Το εγχείρημα, λοιπόν, συνεχίζεται. Χρειάζεται απλώς κάποιο διάστημα για να πάρει μπροστά, καθώς συνεπάγεται την εγκαθίδρυση σχέσεων με διάφορους ανθρώπους, πράγμα που ήδη προσπαθούμε να κάνουμε μέσω των δημόσιων εκδηλώσεών μας κ.λπ. Καλώντας διάφορους ανθρώπους σε πάνελ συζήτησης και δημόσιες αντιπαραθέσεις όπου μπορούν να γονιμοποιήσουν τη σκέψη τους, θέλουμε να καταδείξουμε τη δυνατότητα ύπαρξης ενός αναγνωστικού κοινού για το είδος του περιοδικού που θέλουμε να ξεκινήσουμε. Διότι, αυτήν τη στιγμή, η υπάρχουσα αριστερή διανόηση ουσιαστικά θεωρεί ότι ένα τέτοιο ακροατήριο δεν μπορεί να υπάρξει. Εξού και οι γραφικότητες τύπου Zizek. Υπάρχει μια αντίληψη ότι ένα τέτοιο κοινό δεν υφίσταται.

IM: Επιτρέψτε μου να διευκρινίσω κάτι. Η ιδέα της «αποστράγγισης του βάλτου» είναι διαφορετική από την εικόνα της «ισοπέδωσης» της νεκρής Αριστεράς. Η πρόθεσή μας δεν είναι να τη βάλουμε κάτω και να αρχίσουμε να τη σφυροκοπούμε. Αυτό που θέλουμε να πούμε είναι ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που έχουν παγιδευτεί σε αυτόν τον βάλτο και, πολύ σύντομα, θα γίνουν απολιθώματα και καθώς βουλιάζουν θα χαιρετούν, απλά, ο ένας τον άλλο κουνώντας το χέρι. Εμείς θέλουμε να στραγγίξουμε το έλος για να μπορέσουν οι άνθρωποι να μιλήσουν. Αυτός είναι και ο λόγος που στις δημόσιες εκδηλώσεις μας καλούμε σχεδόν πάντα κάποιον εκπρόσωπο από μια «δογματική αριστερή ομάδα» —αν αυτός είναι ο σωστός όρος—, έναν φοιτητή που συμμετέχει σε κάποιο είδος ακτιβισμού, έναν από εμάς και ίσως κάποιον αριστερό ακαδημαϊκό. Αυτή είναι η συνήθης δομή. Η μέχρι τώρα εμπειρία μας δείχνει ότι σε αυτό το πλαίσιο που διαμορφώνουμε παρότι θεωρείται συνήθως αδύνατο, οι άνθρωποι ανταποκρίνονται πολύ καλύτερα απ’ ό,τι στα βιβλία τους ή στο New Left Review και ούτω καθεξής. Πάνω-κάτω, αυτή είναι η ιδέα. Το ζήτημα δεν είναι σε καμία περίπτωση να διαλύσουμε τις άλλες ομάδες ή κάτι τέτοιο. Έχει να κάνει με τους ανθρώπους που απλώς αλληλοαγνοούνται. Στο Τι να κάνουμε; υπάρχει, βέβαια, μια συζήτηση για την «ελευθερία της κριτικής», για τον τρόπο που οι άνθρωποι χρησιμοποιούν την «ελευθερία της κριτικής» προκειμένου να την καταπνίξουν, υιοθετώντας μια τέτοιου είδους ψυχολογία. Βασικά, ολόκληρο το βιβλίο αφορά το άνοιγμα μιας συζήτησης που ο Lenin πίστευε ότι δεν θα συνέβαινε ποτέ στα πλαίσια της Β’ Διεθνούς. Θέλουμε να δημιουργήσουμε μια συζήτηση που, παρότι συνεχίζεται, παραδόξως δεν θεωρείται εφικτή.

RR: Θα ήθελα να απαντήσω σε δύο σημεία. Το πρώτο αφορά τους ανθρώπους που παριστάνουν ότι υπάρχουν μόνον αυτοί και κανείς άλλος. Το πρώτο πράγμα που με είχε προσελκύσει στη Λίγκα των Σπαρτακιστών [Spartacist League] δεν ήταν οι έκδηλες πολιτικές τους πεποιθήσεις, κάποιες από τις οποίες στην αρχή με απωθούσαν, αλλά μάλλον το γεγονός ότι είχαν αναπτύξει όλες αυτές τις εσωτερικές πολεμικές με άλλες περίεργες μικρές ομάδες. Το βρήκα πολύ ελκυστικό διότι κάτι τέτοιο σήμαινε ότι ήταν η μοναδική αριστερή ομάδα που παρακολουθούσε άλλες ομάδες της Αριστεράς κι αυτό μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον. Το δεύτερο πράγμα που με τράβηξε είναι ότι μπορούσε να βρει κανείς όλα τα παλαιότερα τεύχη τους —τα οποία τώρα έχω κι εγώ— ακόμα κι αν βρίσκονταν στον πάγο από τη δεκαετία του ’60 έως και τις αρχές του ’90. Η μελέτη τους αποτέλεσε για μένα σημαντική εκπαίδευση στην ιστορία της δογματικής Αριστεράς. Παρά τα προβλήματα που θα μπορούσε να έχει κανείς με τις συγκεκριμένες κριτικές και θέσεις τους, δεν θα μπορούσε να βρει πουθενά αλλού τόσο υλικό. Ήταν πολύ δύσκολο να έχει κανείς πρόσβαση σε τέτοιου είδους πληροφορίες.

Το άλλο σημείο που θα ήθελα να θίξω είναι η μεταφορά της «αποστράγγισης του βάλτου». Σε αυτό το σημείο θα κάνω για λίγο τον δικηγόρο του διαβόλου. Το πρώτο πράγμα που μου έφερε στο μυαλό αυτή η εικόνα ήταν ένα μέρος στη Γαλιλαία, στο Βόρειο Ισραήλ —ή Παλαιστίνη, αν προτιμάτε—, όπου βρίσκονταν οι βάλτοι της Λεκάνης Χουλά. Πρόκειται για μία από τις πρώιμες, ηρωικές ιστορίες των σιωνιστών εποίκων, οι οποίοι κατάφεραν με μεγάλη επιτυχία να αποστραγγίξουν τους βάλτους. Ωστόσο, το εγχείρημά τους κατέληξε σε τεράστια οικολογική καταστροφή. Επομένως, ποιο είναι το νόημα αυτής της μεταφοράς; Ότι παρόλο που κατάφεραν να αποστραγγίξουν τους βάλτους και να αναπτύξουν γεωργία, δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι οι βάλτοι ήταν ζωτικής σημασίας για την οικολογία της περιοχής. Οπότε, το νόημα είναι ότι στην πραγματικότητα έχουμε μια παρασιτική σχέση τόσο με τη δογματική όσο και με την ακαδημαϊκή Αριστερά.

IM: Και με τον ακτιβισμό!

RR: Ενώ διαρκώς εκνευρίζομαι με τη δογματική Αριστερά (υπενθυμίζω ξανά την εικόνα της Αρπαγής των Πιστών, η οποία προφανώς δεν πρόκειται να συμβεί), η προοπτική της κυριολεκτικής εξαφάνισής της μου φαίνεται πραγματικά τρομακτική. Θεωρώ ότι, σε έναν κόσμο όπου τα συγκεκριμένα συμπτώματα της νεκρής Αριστεράς θα εξαφανίζονταν, η πορεία του Platypus θα ήταν εξαιρετικά αμφίβολη. Κάτι τέτοιο ίσως στέλνει αντιφατικά μηνύματα, είναι όμως κάτι που οφείλουμε να σκεφτούμε. Άλλωστε, υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος μέσω του οποίου το περιεχόμενο της ακαδημαϊκής Αριστεράς εκφυλίζεται όσο ο εξωτερικός, δογματικός Αριστερισμός αρχίζει να υποχωρεί. Κι αυτό δεν είναι ένα πρόβλημα στο οποίο θα έχουμε μακροπρόθεσμα ανοσία.

IM: Υπάρχει επίσης η ιδέα της «περιστρεφόμενης πόρτας», που είναι μια κάπως διαφορετική εικόνα. Συνήθως, η αίσθησή μου είναι ότι η συμμετοχή πολλών ανθρώπων σε τέτοιου είδους ομάδες και εγχειρήματα έχει μια διάρκεια ζωής δύο ή τριών χρόνων· εγχειρήματα από τα οποία αποκομίζουν τελικά ένα αίσθημα ακραίας απογοήτευσης.

Πριν από λίγο καιρό, μιλούσα με κάποιον σε ένα πάρτι για την εμπειρία που αποκόμισε από τη συμμετοχή του σε τέτοιου είδους μετωπικές οργανώσεις [front groups]. Ήταν όλοι κατενθουσιασμένοι με τον Μαρξισμό και διάβαζαν οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια τους. Όμως, δεδομένου ότι δεν είχαν έρθει ευθέως σε επαφή με όλη τη θεωρία του Μαρξισμού για όσο διάστημα συμμετείχαν στην ομάδα —ακόμη κι αν ήταν «Μαρξιστική» με κάποια έννοια— σοκαρίστηκαν όταν διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να απευθυνθούν στους ανθρώπους με το περιεχόμενο των ίδιων τους των ιδεών. Και αυτός ήταν ένας θλιβερός τρόπος για να έρθει κανείς σε επαφή με τον Μαρξισμό και την Αριστερά. Έτσι, πολλοί άνθρωποι θα απομακρυνθούν και θα προβούν στην τάδε ή τη δείνα ακτιβιστική ενέργεια, μέχρις ότου όλο αυτό να ξεφουσκώσει, όσο δεν υπάρχει κάποιος πόλεμος στο προσκήνιο κ.ο.κ.

3η ερώτηση (Troy Pasulka): Θα ήθελα να χωρίσω την τοποθέτησή μου σε δύο σκέλη. Νομίζω ότι ενώ ο Platypus είναι ένας «χώρος θεωρητικολογίας», θέλει να είναι και κάτι παραπάνω. Πώς μπορούμε να τον βελτιώσουμε λοιπόν; Θα ήθελα να αναφέρω δύο πράγματα ως προς αυτό. Πρώτον, πιστεύω ότι η έμφαση στην καταστροφή του New Left Review και η άσκηση κριτικής σε όλες αυτές τις αριστερές ομάδες, όπως είπε κάποιος την Παρασκευή, θα πρέπει να τοποθετηθεί εντός ενός ευρύτερου στόχου μετασχηματισμού του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού, προκειμένου να λύσουμε τα προβλήματα μαθαίνοντας από την ιστορία της Αριστεράς. Δεύτερον, θεωρώ ότι πρέπει να ενθαρρύνουμε μέσα στον «χώρο θεωρητικολογίας» μια καλύτερη κατανόηση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Στο πάνελ ειπώθηκε ότι: «Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν πολεμάει πια τους Αριστερούς, αλλά το αντιδραστικό Ισλάμ [...]».

CC: Κυρίως.

TP: Εντάξει, κυρίως. Αλλά όχι μόνο. Αν κοιτάξουμε σε διάφορα μέρη του κόσμου, σίγουρα θα δούμε ότι δεν μάχεται μόνο εναντίον του αντιδραστικού Ισλάμ. Ακόμα και στον Αραβικό κόσμο, οι επιθέσεις του στρέφονται και αλλού· πολεμάει τους Μπααθιστές[6] που είναι κοσμικοί, τους Κομμουνιστές, τους εργάτες του συνδικάτου πετρελαίου και ούτω καθεξής. Το δεύτερο πράγμα στο οποίο θα ήθελα να αναφερθώ, πέραν του «χώρου θεωρητικολογίας», είναι η πεποίθησή μου πως πρέπει να αλλάξουμε τον κόσμο. Θεωρώ ότι είναι αναγκαίο να χτίσουμε μια επαναστατική οργάνωση που θα εφαρμόζει στην πράξη όλη αυτήν τη θεωρία. Τι είδους οργάνωση θα είναι αυτή; Μήπως όπως εκείνη των Σπαρτακιστών που απλώς εστιάζουν στην επίθεση εναντίον άλλων αριστερών ομάδων; Δεν νομίζω. Πιστεύω ότι χρειαζόμαστε μια οργάνωση που θα προσεγγίζει ανθρώπους ανοιχτούς στην προπαγάνδα και θα εμπλέκεται σε διάφορα εγχειρήματα. Ian, έλεγες ότι κανείς δεν είναι ανοιχτός στην προπαγάνδα, αλλά αυτό δεν ισχύει. Μιλάω συνεχώς με ανθρώπους που ενδιαφέρονται. Όπως είπες, υπάρχουν διάφοροι άνθρωποι που βρίσκονται κοντά σε τέτοιες ιδέες και ενδιαφέρονται πολύ να προχωρήσουν, χωρίς να τους απασχολεί ούτε στο ελάχιστο να εστιάσουν στο New Left Review και στο πόσο χάλια είναι όλες αυτές οι αριστερές ομάδες. Όχι, θέλουν να προχωρήσουν. Για παράδειγμα, συμφωνώ ότι η υποστήριξη του Obama [Obamaism] δεν είναι και η καλύτερη, αλλά όχι και να βάζουμε την ταμπέλα του «αντιδραστικού» σε όποιον τον υποστηρίζει. Υπάρχει κάποια πρόοδος, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που είναι ανοιχτοί. Συμφωνώ ότι το να πας σε μια διαμαρτυρία δεν είναι και τόσο πολιτικό, αλλά δεν αποτελεί και άρνηση να οργανωθούν οι εργάτες, καθώς και οι εργάτες πηγαίνουν σε πορείες. Μπορεί κανείς να πάει σε μια διαδήλωση και να της ασκήσει κριτική ή να πάει σε μια διαδήλωση και να προσπαθήσει να γίνει οργανωτής. Και μια ακόμα διευκρίνιση: είμαι μέλος της Διεθνούς Σοσιαλιστικής Οργάνωσης [ISO], οπότε δεν είναι σωστό να λέμε ότι στην Αριστερά κανείς δεν μιλάει σε κανέναν. Είμαι εδώ. Μόλις προ ολίγου μιλούσα με κάποιον που είναι οργανωμένος στην FRSO [Freedom Road Socialist Organization],[7] οπότε θα ήθελα να το επισημάνω.

RR: Θα απαντήσω σύντομα. Έχουμε την ISO και τη Λίγκα των Σπαρτακιστών. Η Λίγκα των Σπαρτακιστών δημοσιεύει ένα κάρο επιθέσεις και πολεμικές εναντίον της ISO, με τις οποίες σε μεγάλο βαθμό συμφωνώ, όμως δεν έχω διαβάσει ούτε μία πολεμική της ISO εναντίον της Λίγκας των Σπαρτακιστών. Υπάρχει μια ασυμμετρία στον τρόπο με τον οποίο οι δύο αυτές οργανώσεις αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους ως επαναστατικά μαρξιστικά κόμματα. Από αυτήν την άποψη, νομίζω ότι, στην Αριστερά, οι Σπαρτακιστές αποτελούν σαφώς την εξαίρεση και η ISO τον κανόνα. Κάτι τέτοιο δεν καθιστά αναγκαστικά τη Λίγκα των Σπαρτακιστών πρότυπο προς μίμηση, αλλά σίγουρα μου φαίνεται περισσότερο ενδιαφέρουσα από τον κανόνα. Προφανώς, έχουμε διαφορετικό αισθητήριο επί του θέματος.

Σε ό,τι αφορά τον Αμερικανικό ιμπεριαλισμό, το ερώτημα δεν είναι να τον κατανοήσουμε, γιατί απλούστατα δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Το ερώτημα είναι: τι μας δείχνει για τον κόσμο το γεγονός ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για τον Αμερικανικό ιμπεριαλισμό δεν προέρχεται από τους Αριστερούς επαναστάτες, αλλά από τους αντιδραστικούς Ισλαμιστές; Αυτό μας λέει κάτι για την ιστορική οπισθοδρόμηση. Ας φτάσω, όμως, στο θεμελιώδες ζήτημα που είναι η απουσία της Αριστεράς σε αυτόν τον αστερισμό [constellation]. Αναφέρθηκες στον Αραβικό κόσμο. Ας δούμε την Παλαιστίνη σήμερα, που είναι μια περίπτωση που γνωρίζω αρκετά καλά. Αν κοιτούσες την παλαιστινιακή πολιτική κατά τη δεκαετία του ’70, θα έβλεπες αρκετές Αριστερές εθνικιστικές ομάδες, πολλές εκ των οποίων ισχυρίζονταν ότι είναι Μαρξιστικές. Σήμερα, ανεξαρτήτως από την κριτική που θα μπορούσε να τους ασκηθεί, είναι σαφές ότι έχουν εξαφανιστεί. Η κυρίαρχη πολιτική δύναμη που αντιτίθεται στο Ισραήλ είναι Ισλαμική· είναι η Χαμάς. Και αυτό είναι αδύνατο να το παρακάμψουμε. Ισχύει παντού στην Μέση Ανατολή· ισχύει σε όλον τον κόσμο. Ακόμα και οι διάφορες περιπτώσεις αριστερών πολιτικών κινημάτων, όπως στη Λατινική Αμερική, αποτελούν αδιάφορες εκδοχές σε σύγκριση με τα κινήματα των δεκαετιών του ’70 και του ’80. Όχι ότι αυτά ήταν καλύτερα, δεν προσπαθώ να προωθήσω μια τέτοια άποψη, όμως είναι προφανές ότι από τότε έλαβε χώρα στον κόσμο ένας εκτεταμένος μετασχηματισμός· ένας μετασχηματισμός προς τα δεξιά. Σημαντική ως γεγονός είναι η αδυναμία αναγνώρισης αυτής της εξέλιξης, όχι η «κατανόηση του Αμερικανικού ιμπεριαλισμού». Δεν είναι ότι έχει αλλάξει ο Αμερικανικός ιμπεριαλισμός, αλλά ότι έχει αλλάξει η Αριστερά και έχει καταρρεύσει κάθε αριστερή αντιπολίτευση σ’ αυτόν. Υπάρχουν άνθρωποι που αντιτίθενται στον Αμερικανικό ιμπεριαλισμό για πολλούς και διάφορους λόγους, όμως οι λόγοι αυτοί είναι αντιδραστικοί. Αν ήθελε να μιλήσει κανείς για τον Αμερικανικό ιμπεριαλισμό ως υποκινητή της αντίδρασης, ένα από τα πράγματα που μόνο μια μικρή μερίδα της Αριστεράς θα ισχυριζόταν είναι ότι, αν η Σοβιετική Ένωση νικούσε στο Αφγανιστάν, η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους (9/11) δεν θα είχε συμβεί. Ωστόσο, είναι σαφές ότι κάτι τέτοιο δεν θα ειπωθεί ούτε από τους ανθρώπους της Αριστεράς ούτε της Δεξιάς. Είναι σαφές ότι μία από τις έσχατες αιτίες της επίθεσης στους Δίδυμους Πύργους ήταν η πολιτική της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία διοχέτευσε άμεσα χρήματα στους αντιδραστικούς Ισλαμιστές που πολεμούσαν τον Κόκκινο Στρατό. Αυτό είναι ένα πλαίσιο εντός του οποίου η Αριστερά δεν αναγνωρίζει ούτε την ίδια της την ιστορία. Η Αμερικανική Αριστερά, στη συντριπτική της πλειονότητα, συμπεριλαμβανομένης και της υποτιθέμενης άκρας Αριστεράς, στήριζε τους Μουτζαχεντίν. Νομίζω πως ένα μοντέλο οικοδόμησης της Αριστεράς με τον τρόπο που το θέτεις προϋποθέτει να κάνουμε μια παραχώρηση σε μια ήδη κακή ιστορία.

IM: Βρέθηκα πρόσφατα σε μια εκδήλωση όπου παρευρισκόταν ένας αντιπρόσωπος των συνδικάτων του Ιράκ και συζητούσε για ένα συνέδριο που είχε διοργανωθεί στην Ερμπίλ. Σε αυτό δεν συμμετείχε σχεδόν καμία ομάδα της Αριστεράς, για λόγους που ίσως θα μπορούσαμε να διερευνήσουμε. Όμως, εκείνο που μου φάνηκε σχεδόν σοκαριστικό ήταν ότι το συνέδριό τους, το οποίο αποτελούσε μια απόπειρα ένωσης διαφόρων συνδικαλιστικών ενώσεων της χώρας (οι οποίες ήταν κατά της βίας, εναντίον της θρησκείας, αντιδογματικές, υπερασπίζονταν τα δικαιώματα της γυναίκας και στήριζαν κάθε λογής ενδιαφέροντα αιτήματα) δεν θα είχε πραγματοποιηθεί αν δεν υπήρχε μια ομάδα που ονομάζεται U.S. Labor Against the War.[8] Ακόμα κι αν το εργατικό κίνημα στην Αμερική είναι εξαιρετικά μικρό, η Αριστερά κάποιων άλλων χωρών βασίζεται σε αυτό. Ο Lenin περιέγραψε με τον όρο «ουραγισμός» [tailism] την υποστήριξη άλλων ομάδων σε διάφορα μέρη του κόσμου —πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η απουσία της Αριστεράς στην Αμερική είναι εξαιρετικά επιζήμια για τις Αριστερές ομάδες του εξωτερικού. Πρόκειται για ένα βαρύ φορτίο και νομίζω ότι η τυπική αντι-ιμπεριαλιστική ρητορική μπερδεύει κάπως τα πράγματα. Επομένως, έχουμε να κάνουμε με ένα ζήτημα θεωρίας, με ένα συγκεκριμένο είδος συζήτησης που πρέπει άμεσα να ξεκινήσει, ούτως ώστε ο καθένας να αρχίσει να σκέφτεται πάνω στα περίπλοκα πρακτικά ζητήματα που απορρέουν από αυτή ―για τα οποία μάλιστα μπορεί να μην έχουμε απαντήσεις.

CC: Επιτρέψτε μου να πω κάτι για τον προπαγανδισμό [propagandism]. Η Λίγκα των Σπαρτακιστών αυτοπροσδιορίζεται ως μια «μαχητική προπαγανδιστική ομάδα». Δεν είμαι σίγουρος για την η ιστορία αυτού του όρου, αλλά νομίζω ότι ίσως έχει βαθιές ρίζες. Ο τρόπος που αυτοκατανοείται μια ομάδα όπως η ISO θα μπορούσε να περιγραφεί ως εξής: δεν είναι ένα πολιτικό κόμμα, αλλά μια προπαγανδιστική ομάδα που προσπαθεί να προωθήσει τις ιδέες της και να διασταυρωθεί με άλλους ανθρώπους στο πλαίσιο των πολιτικών τους δραστηριοτήτων, στο επίπεδο των ιδεών. Κι εδώ είναι που επιστρέφουμε στην κακή παιδαγωγική και στο ζήτημα της «αποστράγγισης του βάλτου» και του «συνδρόμου της περιστρεφόμενης πόρτας». Με βάση την εμπειρία μου ως μέλος του διδακτικού προσωπικού πια, όχι ως φοιτητής, περνώντας αρκετά χρόνια αποξενωμένος από την Αριστερά —παρότι ο Richard με κρατούσε ενήμερο—, θα έλεγα ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι υπάρχουν κάποιες ομάδες όπως η ISO και η Λίγκα των Σπαρτακιστών που παρέχουν μια κακή Μαρξιστική εκπαίδευση. Εξίσου προβληματική είναι και η ιδέα του RCP, λόγου χάρη, ότι οι συμπλοκές με την αστυνομία κάνουν τους ανθρώπους επαναστάτες και άλλα παρόμοια. Πρόκειται απλώς για μια άλλη μορφή αποπολιτικοποίησης. Κοντολογίς, η κακή εκπαίδευση δεν αφορά μόνο το τι είναι πραγματικά ο Μαρξισμός, αλλά και το τι είναι η πολιτική. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι νέοι ιδεαλιστές απλώς σπαταλούν μερικά χρόνια απ’ τη ζωή τους και μετά παραιτούνται. Παραιτούνται και γίνονται κυνικοί. Κάνουν την καρδιά τους πέτρα και ρίχνουν την ψήφο τους στους Δημοκρατικούς. Αυτό συμβαίνει στο 99% των περιπτώσεων. Μόνο κάτι θεότρελοι παραμένουν σε αυτές τις ομάδες. Με άλλα λόγια, ένα είδος εσωτερικής φυσικής επιλογής δεν αφήνει πίσω της και το καλύτερο ανθρώπινο υλικό.

Άρα, τι κάνουμε σε αυτήν την περίπτωση; Τι συμβαίνει στους ανθρώπους όταν η πρώτη τους εμπειρία με τον Μαρξισμό αφορά χοντροκομμένες ιδέες και άσκοπη δράση; Ο λόγος για τον οποίο επιμένουμε ότι δεν προσπαθούμε να κάνουμε προπαγάνδα είναι ακριβώς επειδή το μοντέλο της προπαγάνδας αναφέρεται σε μια ιστορική περίοδο κατά την οποία οι άνθρωποι ήταν περισσότερο πολιτικά ενεργοί, η κοινωνία πιο πολιτικοποιημένη, η εργατική τάξη πιο οργανωμένη και η Αριστερά περισσότερο συνειδητοποιημένη και, κυρίως, πιο οργανωμένη. Ο Ian μίλησε προηγουμένως για το πώς είναι να πηγαίνει κανείς σε μια διαδήλωση και να μαζεύει κάθε λογής έντυπα. Τη δεκαετία του ’30, οι άνθρωποι κυριολεκτικά θα έβαζαν τις φωνές ο ένας στον άλλο. Θα πήγαινες στο Greenwich Village ή στο Washington Square Park και θα τους έβλεπες να τσακώνονται στ’ αλήθεια, άλλες φορές με σεβασμό και άλλες όχι (μπορεί να πιάνονταν και στα χέρια). Υπήρχε, όμως, μια αίσθηση ότι η πολιτική διαμείβεται μέσω των ιδεών, η οποία λείπει σε σημαντικό βαθμό σήμερα. Επομένως, δεν είναι ότι η προπαγάνδα αποτελεί εν γένει ένα κακό μοντέλο. Απλώς, αυτήν τη στιγμή, σε σχέση με αυτό που ήταν κάποτε, είναι άστοχη. Η στάση μας απέναντι στις ομάδες της δογματικής Αριστεράς είναι ότι κάνουν αυτό που έκαναν πάντα, μόνο που το κάνουν έξω από τα συμφραζόμενα εντός των οποίων κάποτε είχε νόημα. Με άλλα λόγια, το να κάνεις κάτι τέτοιο τη δεκαετία του ’60 δεν είναι το ίδιο με το να το κάνεις τη δεκαετία του ’30. Και για να είμαστε ακριβείς, δεν είχε λειτουργήσει ούτε τη δεκαετία του ’30. Το να συνεχίζουμε ένα τέτοιο μοντέλο στη δεκαετία του ’60 και να το φέρνουμε στο παρόν είναι απλά σουρεαλιστικό. Είναι αυτό που αποκαλούμε «πρακτική ζόμπι» [zombie practice], όπως κι αν παρουσιάζεται.

Όποτε, μας ρωτάτε γιατί δεν κάνουμε προπαγάνδα; Διότι είναι επιβλαβής και γιατί από αυτό το μοντέλο δραστηριοποίησης λείπει το κατάλληλο πλαίσιο. Μιλώντας με όρους «αποστράγγισης του βάλτου» και σταματήματος της «περιστρεφόμενης πόρτας», θα έλεγα ότι θέλουμε η πρώτη εμπειρία των ανθρώπων με τις Μαρξιστικές ιδέες στα πανεπιστήμια να μην είναι διαμέσου της δογματικής Αριστεράς ή της κακοπιστίας των ακαδημαϊκών Αριστερών της πρώην Νέας Αριστεράς. Θέλουμε να βάλουμε οπωσδήποτε ένα τέλος σε αυτό. Τώρα, αυτό που λέει ο Richard ισχύει επίσης: δεν μπορούμε να το σταματήσουμε απόλυτα, αλλά μπορούμε να το μετασχηματίσουμε. Με άλλα λόγια, θα ήταν πραγματικά πολύ τρομακτικό αν εξαφανίζονταν όλοι κατά την Αρπαγή των Πιστών. Εμείς θέλουμε να σπρώξουμε τα πράγματα ένα βήμα παραπέρα, να καθαρίσουμε τις γωνίες απ’ τις αράχνες, να ξυπνήσουμε τα ζόμπι, πείτε το με όποια μεταφορά σας αρέσει. Όπως είπε νωρίτερα και ο Ian για τον χαρακτήρα του χάρτινου πύργου, ένας από τους λόγους που δεν αρέσει σε διάφορες ομάδες να ασχολούνται μαζί μας είναι γιατί αντιλαμβάνονται ότι, αν εμπλακούν σε μια τέτοια συζήτηση, όλο αυτό που έχουν χτίσει κινδυνεύει να γκρεμιστεί. Και θα γκρεμιστεί.

Q4 (Ashley Weger): Θέλω να σας ευχαριστήσω γι’ αυτό το πάνελ. Chris, έθιξες κάπως το ζήτημα, αν και ίσως όχι με αυτούς τους όρους, του επαναπροσδιορισμού της σχέσης μας με το παρελθόν. Κρίνοντας από την προσωπική μου εμπειρία, πιστεύω ότι κάτι τέτοιο προϋποθέτει σε έναν ορισμένο βαθμό να ξεμάθουμε αυτά που ξέρουμε. Αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της αδυναμίας μου να απαντήσω σε μια ερώτηση που μου τέθηκε από τον Richard για τη σχέση μου με την ιστορία, δεδομένου ότι, για να εμπλακώ σε αυτού του είδους τη συζήτηση, απαιτείται να ξεμάθω πολλά από αυτά που ξέρω. Τώρα, από μια πολύ πρακτική άποψη, πώς βλέπετε να διευκολύνει ο Platypus αυτήν τη διαδικασία επανεκκίνησης στον βαθμό που κάποιοι άνθρωποι ξεκινούν από το μηδέν; Διότι, για να είμαι ειλικρινής, και νομίζω ότι αυτή είναι μια εύστοχη κριτική στον Platypus, κάποιοι άνθρωποι σας θεωρούν αρκετά εσωστρεφείς. Αυτό μπορεί να οφείλεται είτε στο γεγονός ότι δεν έχουν επαφή με την οπτική σας πάνω στις Μαρξιστικές ιδέες είτε επειδή έχουν συνδεθεί με ανθρώπους από τους οποίους πρέπει να ξεμάθουν πολλά. Οπότε, πώς βλέπετε να διευκολύνεται κάτι τέτοιο; Διότι, παρόλο που η ομάδα μελέτης μου φαίνεται ένας καλός τρόπος, αν εισέρχεται κανείς αργά στον Μαρξισμό, αυτή είναι μια δύσκολη κουβέντα για να ξεκινήσει. Πώς ένα κοινό όπως εγώ, το οποίο είναι ίσως λίγο ανώριμο πολιτικά αλλά έχει ταυτόχρονα ισχυρή επιθυμία, θα έρθει να παρακολουθήσει μια τέτοια συζήτηση;

CC: Ο Ian μίλησε προηγουμένως για τη σημασία που έχει η ομάδα μελέτης για τους ανθρώπους που συμμετέχουν ως μέλη στην οργάνωση. Ωστόσο, η ομάδα μελέτης δεν είναι τα πάντα, δεν είναι ο σκοπός, με κάθε μέσο, της ομάδας. Στην πραγματικότητα, ο καλύτερος τρόπος για να έρθει κανείς σε μια πρώτη επαφή με τον Platypus δεν περνάει ούτε μέσα από τις ομάδες μελέτης ούτε μέσα από μια ομιλία σαν τη σημερινή ή όπως εκείνη που δώσαμε το βράδυ της Παρασκευής. Η προσπάθεια που κάνουμε στο επίπεδο του να ξαναμάθουμε, να ξανασκεφτούμε, να αλλάξουμε τη σχέση με το παρελθόν, γίνεται μέσω των δημόσιων συζητήσεων και του Platypus Review. Είναι ο προνομιακός χώρος για να εκφραστούν πλειοψηφικά φωνές εκτός της οργάνωσης. Με άλλα λόγια, στο πάνελ του φόρουμ θα βρίσκονται τέσσερα άτομα, εκ των οποίων μόλις το ένα θα είναι μέλος του Platypus. Ο ρόλος του είναι κυρίως να τσαντίσει τους υπολοίπους και να ταράξει κάπως τα νερά. Αυτός ήταν τουλάχιστον ο δικός μου ρόλος. Επομένως, η αρχική επαφή δεν γίνεται μέσω των ιδεών μας, αλλά μέσω μιας συζήτησης που προορίζεται να είναι εξίσου παραγωγική και για εμάς· δεν έχουμε θεωρία. Υπάρχουμε για να ξαναθυμηθούμε τη θεωρία, δεν έχουμε θεωρία, δεν είναι αυτού του είδους η παιδαγωγική που προσφέρουμε. Θα λέγαμε ότι πρόκειται μάλλον για μια παιδαγωγική της συζήτησης, το να την κάνουμε να συμβεί. Με αυτόν τον τρόπο, ελπίζουμε να ξαναβρούν οι άνθρωποι μια σχέση με το παρελθόν, όχι μέσα από αυτό που έχουμε να πούμε εμείς, αλλά μέσα από εκείνα που προσπαθούμε να κάνουμε τους άλλους να πουν.

RR: Η απάντησή μου στο ζήτημα της εσωστρέφειας: το πρόβλημα δεν είναι ότι δείχνουμε εσωστρεφείς, αλλά ότι είμαστε πολύ πιο εσωστρεφείς απ’ όσο φαίνεται. Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Το πρόβλημα έχει να κάνει περισσότερο με την ανησυχία των ανθρώπων για εκείνα τα σημεία που δεν είναι και τόσο εσωστρεφή. Πολλοί άνθρωποι μας αποφεύγουν όχι επειδή δεν μας καταλαβαίνουν, αλλά, αντίθετα, επειδή μας καταλαβαίνουν πολύ καλά. Όμως, το πραγματικό και βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι είμαστε πολύ πιο εσωστρεφείς απ’ όσο δείχνουμε.

CC: Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά.

RR: Ναι, υπάρχει και μια άλλη πλευρά. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα του να ξεμάθουμε, το οποίο είναι ένα πρόβλημα στο οποίο έχω αφιερώσει πολύ σκέψη, θα ξαναπώ ότι δεν ήρθα στον Platypus ως ένας δεκαοχτάχρονος ή δεκαεννιάχρονος φοιτητής για να παρακολουθήσω κάποιο μάθημα στην τάξη του Chris Cutrone. Αντίθετα, ερχόμενος στον Platypus —ουσιαστικά μαζί με τον Chris— μπήκα σε μια διαδικασία μαζικής απομάθησης, στην οποία εξακολουθώ να έχω βαθιές αντιστάσεις. Υπάρχουν πολλές πτυχές του Platypus στις οποίες ενδόμυχα αντιστέκομαι, θέτοντας συνεχώς προκλήσεις στον εαυτό μου. Έχω περάσει από διάφορα στάδια στην πολιτική μου σκέψη, κατά τη διάρκεια των οποίων χρειάστηκε να ξεμάθω πολλά από αυτά που ξέρω. Προτού πάω στο πανεπιστήμιο, έβλεπα τα πράγματα κάπως ακαθόριστα μέσα από την οπτική της Νέας Αριστεράς και του Chomsky, μια οπτική που είχε με έναν τρόπο αναπτυχθεί εύλογα μέσα από το φιλελεύθερο υπόβαθρο της οικογένειάς μου. Μετά, συνάντησα τη Λίγκα των Σπαρτακιστών και ουσιαστικά υιοθέτησα τη Σπαρτακιστική οπτική, την οποία ως έναν ορισμένο βαθμό χρειάστηκε επίσης να ξεμάθω για να υιοθετήσω την οπτική του Platypus. Τελικά, δεν είμαι απολύτως σίγουρος τι μου έχει αφήσει όλο αυτό. Το λέω για να γίνει κατανοητό ότι πρόκειται για κάτι που βρίσκεται στον πυρήνα του εγχειρήματος, ιδιαίτερα μεταξύ των ιδρυτικών του μελών. Δυσκολεύομαι πολύ περισσότερο να καταλάβω τους ανθρώπους που ξεκίνησαν από τον Platypus και βλέπουν την Αριστερά μέσα από τους φακούς του, παρά εκείνους που ανθίστανται στο εγχείρημα. Εννοώ, φυσικά, ότι είμαι χαρούμενος που υπάρχουν, αλλά μου φαίνεται δύσκολο να καταλάβω πώς κάποιος θα μπορούσε να δει τον κόσμο ή την Αριστερά ξεκινώντας από τον Platypus. Είναι κάτι που με εκπλήσσει.

Q5: Αναρωτιόμουν αν θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για το πόσο σημαντικό είναι για το εγχείρημά σας να έχετε μια βιώσιμη Μαρξιστική κατανόηση του παρόντος εν γένει. Να μπορέσετε, δηλαδή, να εντοπίσετε τη συνείδηση μέσα στην εργατική τάξη, όπως και τις διαφορετικές τάσεις ανάμεσα στους εργάτες. Αν θεωρείτε ότι αυτό είναι σημαντικό, πώς θα προτείνατε να το αναγνώσουμε ή να γράψουμε γι' αυτό; Διότι, προφανώς, οι ομάδες της Αριστεράς μάλλον δεν το παρουσιάζουν και τόσο καλά. Οπότε, τι είδους κοινωνικά περιβάλλοντα θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν;

IM: Θα προσπαθήσω να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση με δύο διαφορετικούς τρόπους. Μια σκέψη που νομίζω ότι ασυνείδητα μας επηρεάζει είναι εκείνη μιας ορισμένης οπτικής της δεκαετίας του ’60 για τον κόσμο: η ιδέα των φοιτητών ως τάξης. Οι άνθρωποι που στοχεύουν σε ένα ανώτερο μορφωτικό επίπεδο είναι πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι στο παρελθόν. Ωστόσο, έχουμε κάνει και εκδηλώσεις με συνδικαλιστές. Μας ενδιαφέρει πολύ να εξερευνήσουμε τέτοιου είδους πολιτικές και τους τρόπους με τους οποίους τα πανεπιστήμια τις υποδέχονται. Μόλις χθες βράδυ συζητούσαμε γι’ αυτό. Πολλές από τις εργατικές ομάδες χρησιμοποιούν τους φοιτητές —οι οποίοι οργανώνονται σε αυτές χωρίς να το πολυσκεφτούν— ως βορά στα κανόνια. Κατά τη γνώμη μου, το πανεπιστήμιο και το είδος της κουλτούρας που του αντιστοιχεί διασταυρώνεται με ένα πολύ μεγαλύτερο κοινωνικό εύρος σε σχέση με αυτό που πιστεύει ο κόσμος. Πράγματι, υπάρχει κάτι που προκαλεί σύγχυση στον κόσμο ως προς την πολιτική όταν τίθεται αφηρημένα το ζήτημα της εργατικής τάξης και κάτι τέτοιο είναι κομμάτι της προπαγανδιστικής πολιτικής της δεκαετίας του ’30. Νομίζω ότι η πραγματική μας διαφωνία έγκειται στο ότι δεν θέλουμε να είμαστε μια προπαγανδιστική οργάνωση· θέλουμε να ενθαρρύνουμε ένα συγκεκριμένο είδος συζήτησης. Εννοώ ότι, προφανώς, μπορεί να έρθει ο οποιοσδήποτε στις ομάδες μελέτης ή στις δημόσιες εκδηλώσεις μας: είναι ανοικτές στο κοινό, τις κοινοποιούμε σε διάφορα μέρη, δεν απευθύνονται αποκλειστικά σε κάποια συγκεκριμένα είδη ομάδων ή ατόμων και ούτω καθεξής. Οπότε, υποθέτω ότι απλώς θα αμφισβητούσα τα στερεότυπα της αφηρημένης εργατικής τάξης στην οποία γίνεται συχνά αναφορά.

CC: Θα ήθελα να μετατοπίσω ελαφρώς το ζήτημα. Πρώτα απ’ όλα, πιστεύω ότι, μέσω των εκδηλώσεών μας, έχουμε δημιουργήσει σχέσεις με ανθρώπους που βρίσκονται σε παρόμοια πεδία με τα δικά μας, τόσο από τη δογματική Αριστερά όσο και ευρύτερα από την ακαδημαϊκή Αριστερά· σχέσεις που είναι ζωτικής σημασίας. Αυτό σημαίνει ότι οι συνδικαλιστές με τους οποίους ερχόμαστε σε επαφή, αλλά και τα περιβάλλοντα με τα οποία διασταυρωνόμαστε, εμπλουτίζουν τη σκέψη μας και μας παρέχουν ταυτόχρονα διαφορετικών ειδών ακροατήρια. Η εφημερίδα δεν διανέμεται μόνο στα πανεπιστήμια, αλλά επίσης και στα σωματεία, όπου έχουμε εγκαθιδρύσει υπαρκτές σχέσεις. Το να εκθέτει κανείς τους συνδικαλιστές [unionists] και τους «συνηθισμένους» ανθρώπους της εργατικής τάξης στο είδος της εσωτερικής συζήτησης που διεξάγεται στα πλαίσια της Αριστεράς είναι λίγο σαν να προσπαθείς να βρεις στόχο στο σκοτάδι. Διότι, για να είμαστε ειλικρινείς, αυτή η συζήτηση είναι απλώς μια παραλλαγή του πεδίου λόγου [discourse] που θα βρει κανείς σε έντυπα όπως το The Nation, το οποίο, φυσικά, διαβάζουν οι εργάτες. Δεν είναι άσχετοι ή αποξενωμένοι απέναντί του. Δεν είναι ότι κάτι τέτοιο δεν μας αφορά, όμως νομίζω ότι λίγο-πολύ έχουμε αποδεχτεί το γεγονός ότι μπορούμε να έχουμε μόνο μια έμμεση σχέση με αυτό.

IM: Νομίζω ότι αν μπορούσαμε να έχουμε μια πιο ισχυρή παιδαγωγική σχέση με ένα μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας θα το κάναμε. Νομίζω ότι αυτήν τη στιγμή ενδιαφερόμαστε για τους περιορισμούς μιας τέτοιας πρακτικής και δεν πιστεύουμε ότι το μοντέλο της προπαγάνδας (το να κρέμεσαι δηλαδή έξω από ένα εργοστάσιο με την εφημερίδα στο χέρι) είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό. Στο παρελθόν, τα σωματεία —για παράδειγμα, το Μανιφέστο του Port Huron [Port Huron Statement][9] της UAW—[10] χορηγούσαν διάφορα συνέδρια. Σήμερα, ωστόσο, που οι ενώσεις είναι πολύ μικρότερες, αξιοποιούν τους προϋπολογισμούς τους διαφορετικά.

Νομίζω ότι οι άνθρωποι νιώθουν σύγχυση απέναντι στην Αριστερά ακριβώς επειδή είναι πολύ μικρή. Σαν να πιστεύουν ότι υπάρχει μια ομάδα που είναι το παιδί για όλες τις δουλειές στο όνομα μιας νέας Αριστεράς που δεν υπάρχει. Στην πραγματικότητα, όμως, υφίσταται ένας καταμερισμός εργασίας. Λόγου χάρη, εμείς δεν θα πάμε να κηρύξουμε τις τακτικές της συνδικαλιστικής πολιτικής —αυτό θα ήταν γελοίο εκ μέρους μας. Όμως, αν όντως υπήρχε ένα μέσο όπου θα μπορούσε κανείς να καταστήσει τις ιδέες μας περισσότερο προσβάσιμες στο ευρύ κοινό, κάτι τέτοιο θα μας ενδιέφερε.

Q6: Δεν είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι η Αριστερά είναι ολοκληρωτικά νεκρή, αλλά απ’ ότι κατάλαβα λέτε ότι, αν δεν είναι νεκρή, τότε σίγουρα δεν απέχει πολύ. Ήμουν στην «πιάτσα» για ένα μικρό διάστημα. Όποιοι κι αν είναι οι λόγοι, η Αριστερά έχει γίνει αυτό που είναι, και αυτό είναι γεγονός. Η άλλη όψη του νομίσματος είναι ότι η αστική ιδεολογία, εκτός από γενικευμένη, είναι και διαβρωτική. Πιστεύω ότι αυτό αποτελεί έναν από τους λόγους που παρατηρούμε ένα κομμάτι της Αριστεράς να μετακινείται προς τα δεξιά. Η ερώτησή μου —μου προκάλεσε ευχάριστη έκπληξη αυτή η εκδήλωση— είναι η εξής: με ποιον τρόπο περιγράφετε, αντικειμενικά και κάπως συνοπτικά, αυτήν την εξαιρετικά διαβρωτική αστική ιδεολογία και πώς αντιστέκεστε σε αυτήν;

IM: Ίσως. Κατά πρώτον, το σύνθημά μας, «Η Αριστερά είναι νεκρή! — Ζήτω η Αριστερά!», δεν είναι προπαγανδιστικό· είναι προκλητικό. Όταν κατεβαίνουμε σε διαδηλώσεις με αυτό το σύνθημα δεν το κάνουμε με όρους διακήρυξης.

CC: Υποτίθεται ότι κάνει τους ανθρώπους να σκεφτούν.

IM: Αυτή είναι η ιδέα. Υποτίθεται ότι είναι σχεδόν ντανταϊστικό: Τι είναι αυτό; Τι εννοείτε; Δεν το πιάνω. Δεν είναι του τύπου: «Επιτέλους! Η Αριστερά είναι νεκρή».

RR: Θα χωρίσω την απάντησή μου σε δύο μέρη. Πρώτον, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι η αστική ιδεολογία είναι γενικευμένη, διότι πάντα ήταν τόσο γενικευμένη. Το πρόβλημα είναι ότι η αστική ιδεολογία έχει εκχυδαϊστεί. Κατά μια έννοια, η αστική ιδεολογία είναι διαβρωτική για τον ίδιο της τον εαυτό· είναι διαβρωτική εκατέρωθεν. Και, όπως είπες, αυτό επηρεάζει και την Αριστερά. Όσο για το ζήτημα της αντίστασης στην αστική ιδεολογία, δεν θα το έθετα έτσι. Ο Chris κι εγώ προερχόμαστε από ένα τελείως διαφορετικό ταξικό υπόβαθρο. Ο Chris έχει εργατική καταγωγή κι εγώ αστική. Δεν νομίζω ότι αυτό το εμφανώς διαφορετικό ατομικό υπόβαθρο είχε μεγάλη επίδραση στην πολιτική μας εξέλιξη. Κάτι περίεργο, που μοιράζομαι με τον Chris, το οποίο δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω επαρκώς, είναι ότι, για μένα, η πιο ριζοσπαστική πολιτικά στιγμή ήταν η κατάρρευση του Σταλινισμού το 1989-1992 —κατάρρευση με την έννοια της αποκατάστασης του καπιταλισμού στην Ανατολική Ευρώπη μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης—, γεγονός που είθισται να θεωρείται τεράστια ήττα και καταστροφή για την Αριστερά. Ο λόγος που κάτι τέτοιο ήταν ριζοσπαστικό με τη διανοητική έννοια, ήταν ότι, στην πραγματικότητα, μου επιβεβαίωσε την εγκυρότητα της βασικής ανάλυσης του Trotsky, απέναντι στην οποία προηγουμένως αντιστεκόμουν σθεναρά και την αμφισβητούσα.

Η ειρωνεία είναι ότι ένα βαθιά αρνητικό γεγονός στο επίπεδο της ανάλυσης με οδήγησε σε μια παράδοξη αίσθηση της αλήθειας και της αξίας του: σε διανοητικό επίπεδο, μου δόθηκε μια ώθηση προς τα Αριστερά από ένα γεγονός που έσπρωχνε ουσιωδώς όλο τον κόσμο προς τα δεξιά. Το ότι μου ήταν κυριολεκτικά αδύνατο να αποδεχθώ τον Σπαρτακισμό οφειλόταν εν μέρει σε αυτήν τη διττή συνείδηση. Θυμάμαι να μιλάω με έναν σύντροφο μεγαλύτερης ηλικίας που είχε λάβει μέρος στο πρωταρχικό Τροτσκιστικό κίνημα, ήταν μέλος της Αμερικανικής Κομμουνιστικής Ένωσης [Communist League of America][11] και ιδρυτικό μέλος τους Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος [Socialist Worker’s Party]· ένας άνθρωπος της γενιάς του ’30, ένας οργανικός διανοούμενος της εργατικής τάξης, που έμεινε πιστός στις ιδέες του μέχρι τον θάνατό του στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Το γεγονός της κατάρρευσης τον είχε προβληματίσει πολύ. Η ριζοσπαστικοποίησή του είχε λάβει χώρα στο πλαίσιο ενός μαζικού εργατικού κινήματος και προερχόταν από μια οικογένεια Κομμουνιστών που είχε ζήσει την πολιτική έκρηξη της δεκαετίας του ’30. Είναι μια παράδοξη κατάσταση, η οποία μ’ έχει στιγματίσει διανοητικά με τρόπο όχι οπωσδήποτε επιθυμητό. Θυμάμαι εκείνη την περίοδο να σκέφτομαι: «Γιατί τόσο λίγοι άνθρωποι έχουν κάνει τη σύνδεση που έκανα εγώ;». Ασφαλώς θα περίμενα περισσότεροι άνθρωποι να είναι σαν κι εμένα. Τελικά, αποδείχθηκε ότι άνθρωποι σαν κι εμένα είναι λίγοι και διασκορπισμένοι. Πραγματικά δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω —αν όχι μοναδικές, είμαστε σπάνιες περιπτώσεις.

CC: Υπάρχει μια μεταφορά που ο Richard κι εγώ είχαμε χρησιμοποιήσει στην προηγούμενη συζήτησή μας: ότι είμαστε οι μεταλλαγμένοι του 1989. Με όρους δαρβινικής εξέλιξης, αυτό σημαίνει ότι δεν εκπροσωπούμε τον κυρίαρχο τρόπο ζωής, αλλά τη μετάλλαξή του. Παρόλα αυτά, έχουμε βρει τη βιολογική μας θέση [niche]. Εν προκειμένω, όμως, δεν θα ήθελα να απαντήσω στην ερώτηση με αυτόν τον τρόπο. Θα απαντούσα κάπως διαφορετικά. Ο Richard θέτει την ιδέα της via negativa [αρνητικής οδού]. Με άλλα λόγια, πώς μπορεί να αναδυθεί, μέσω της άρνησης, η συνείδηση για μια Αριστερά που γεννήθηκε από την ήττα; Κατά μια έννοια, ο Platypus θέλει να μοιραστεί αυτό το είδος αρνητικού μαθήματος , το αρνητικό μάθημα της Αριστεράς. Το αρνητικό μάθημα του 1989, το αρνητικό μάθημα της Αριστεράς της δεκαετίας του ’90, το αρνητικό μάθημα της ανεπάρκειας του αντιπολεμικού κινήματος στον Πόλεμο του Ιράκ, αυτή ηvia negativa έχει υπάρξει σημαντική για εμάς. Και πώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε την αντίσταση στην υποβάθμιση της συνείδησης που υφίσταται στην Αριστερά και επηρεάζει όλη την κοινωνία; Νομίζω ότι ο λόγος για τον οποίο ο Richard θα απέφευγε να μιλήσει για αντίσταση στην αστική συνείδηση είναι ότι, κατά μια έννοια, η αστική συνείδηση είναι διαλεκτική. Αυτό σημαίνει ότι συλλαμβάνουμε την Αριστερά ως ένα είδος αστικής συνείδησης, με τη διαφορά να έγκειται στην επίγνωση του εαυτού της ως τέτοια.

RR: Ο Μαρξισμός είναι η υψηλότερη μορφή αστικής συνείδησης.

CC: Όχι με την ταξική, αλλά με την ιστορική έννοια. Αυτό εγείρει το ζήτημα της ιστορικής συνείδησης, των λόγων που διαμορφώνουμε τη δική μας αυτοκατανόηση, το γιατί πρέπει να υπάρξει ένα συγκεκριμένο είδος συζήτησης στην Αριστερά, αλλά και γιατί νομίζουμε ότι η ιστορία πρέπει να καταγγέλλει το παρόν ή να είναι κριτική απέναντί του. Πιστεύουμε ότι η συνείδηση και η κοινωνική πραγματικότητα δεν συγχρονίζονται απαραίτητα με τον εαυτό τους. Με άλλα λόγια, μπορεί να υπάρχει μια ασύγχρονη σχέση μεταξύ ιδεολογίας και κοινωνικής πραγματικότητας. Ως εκ τούτου, όταν ξεκινήσαμε αυτό το εγχείρημα, το πρώτο πράγμα για το οποίο μας ζητήθηκε απευθείας να τοποθετηθούμε ήταν η διαμάχη του Lenin με τη Luxemburg. Όχι από ανθρώπους που ήταν ζωντανοί το 1917 ή τη δεκαετία του ’60, αλλά από νέους ανθρώπους! Επομένως, αυτές οι ιδέες έχουν προφανώς κάποιου είδους παράξενη επίδραση πάνω τους· το ερώτημα είναι, τι κάνουμε με αυτό; Διότι, με τον τρόπο που επιδρούν σήμερα, μάλλον θα ευχόμασταν να εξαφανιστούν. Το ερώτημά μας, λοιπόν, είναι: μπορεί αυτή η επίδραση να αποτελέσει σημείο εκκίνησης;

Κοντολογίς, ο Μαρξισμός εξακολουθεί να ασκεί γοητεία στους ανθρώπους, νέοι άνθρωποι συνεχίζουν να οργανώνονται στην ISO. Οι μικρές, δογματικές ομάδες της Αριστεράς εξακολουθούν να αποτελούν πόλο έλξης για τους ανθρώπους και η γενιά του ’60 της ακαδημαϊκής Αριστεράς συνεχίζει να προσπαθεί να βγάλει από τη μύγα (τον Μαρξ εν προκειμένω) ξίγκι. Δεν υπάρχει ούτε μία πανεπιστημιακή αίθουσα που να μην ακούσουμε: «Μα, γι’ αυτό ο Marx κάνει λάθος» και «Ω, παρεμπιπτόντως, αυτός είναι ο λόγος που ο Marx κάνει λάθος». Τέτοιες φράσεις ακούγονται σε κάθε αίθουσα στο Πανεπιστήμιο του Chicago, εκτός ίσως από εκείνες των φυσικών επιστημών. Όμως, ακόμα κι εκεί, κάποια στιγμή θα αναφερθεί στην κουβέντα κάτι του στυλ: «Βλέπεις; Η Δαρβινική κατανόηση της εξέλιξης δεν είναι τελεολογική! Επομένως, ο Marx έκανε λάθος!». Αν, λοιπόν, έτσι έχουν τα πράγματα, αν ο Marx πρέπει συνεχώς να ξορκίζεται, αν ο Μαρξισμός πρέπει συνεχώς να ξορκίζεται, αν ο Μπολσεβικισμός παραμένει ακόμα απαγορευμένη λέξη, τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει κάτι; Τι μπορούμε να κάνουμε με αυτό; Επομένως, η ιδεολογία είναι ένα αρκετά σύνθετο ζήτημα, και η ιστορία έχει τη δική της θέση στη δυναμική της. Κατά μια έννοια, αυτός είναι ο τρόπος που κατανοούμε τους εαυτούς μας και αντιλαμβανόμαστε την ικανότητά μας για «αντίσταση» ―αν και, στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για αντίσταση. Ο Richard έχει ήδη επισημάνει τον κίνδυνο ότι θα μπορούσαμε να είμαστε εξίσου συμπτωματικοί με αυτό στο οποίο αντιπαρατιθέμεθα. Είναι ένας κίνδυνος με τον οποίο «φλερτάρουμε» ανοιχτά. Κι έχουμε κουραστεί από την επίμονη άρνηση της Αριστεράς να τον αναγνωρίσει. Εμείς, αποφασίσαμε να τον αποδεχθούμε.


RR: Παρά τη ρηχότητά της λαϊκής κουλτούρας, προκύπτουν απ' αυτή παράξενα συμπτώματα (που αφορούν και τη σημασία του ίδιου του Μαρξ). Τα βλέπουμε στην οικονομική κρίση. Σε μια τηλεοπτική συζήτηση, ο Paul Krugman εκπροσωπούσε τη φωνή της Αριστεράς. Η ερώτηση που του τέθηκε ήταν, περίπου, αν ο καπιταλισμός έχει ξοφλήσει. Κι η απάντησή του ήταν περίπου η εξής: «Δεν νομίζω ότι θα χρειαστεί να γίνουμε ερυθροφρουροί». Ήταν ομολογουμένως μια περίεργη στιγμή· διότι, ενώ το τέλος του καπιταλισμού σπανίως εμφανίζεται ως θέμα στην, ως είθισται να διαμορφώνεται, ημερήσια διάταξη, αρκεί μόνο να τεθεί η ερώτηση για να ανασυρθεί η εικόνα του Marx ως κεντρική στον διάλογο. Το γεγονός ότι η Αριστερά είναι νεκρή, παραδόξως, δεν σημαίνει ότι το ίδιο ισχύει και για την εικόνα του Marx. Ό,τι κι αν κάνουν οι Μαρξιστές και η υπάρχουσα Αριστερά, η εικόνα του Marx συνεχίζει να μας στοιχειώνει.| P

Απομαγνητοφώνηση: Ashley Weger

Μετάφραση-Σχόλια: Παναγιώτης Διδάχος

Επιμέλεια: Ισιδώρα Στανιμεράκη, Θοδωρής Βελισσάρης


[1] Ο Christian Parenti είναι Αμερικανός δημοσιογράφος, ακαδημαϊκός και συγγραφέας.

[2] Ο Doug Henwood είναι Αμερικανός δημοσιογράφος, συγγραφέας, οικονομικός αναλυτής, επενδυτής και συντάκτης του εβδομαδιαίου περιοδικού The Nation. Είναι παντρεμένος με τη Liza Featherstone.

[3] Η Liza Featherstone είναι Αμερικανή δημοσιογράφος και καθηγήτρια δημοσιογραφίας, η οποία γράφει στο The Nation και στο Jacobin.

[4] Σημαντικό, διμηνιαίο, πολιτικό και ακαδημαϊκό περιοδικό της Νέας Αριστεράς που προέκυψε στη Βρετανία μετά την κρίση του Βρετανικού Κομμουνιστικού κόμματος το 1956. Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1960. Αρθρογράφοι του έχουν υπάρξει, μεταξύ άλλων, οι E.P. Thomson, Stuart Hall, John Saville, Perry Anderson, Ralph Miliband, Charles Taylor, Raymond Williams, Eric Hobsbaum, Tariq Ali, Ronald D. Laing, David Cooper, Herbert Marcuse, Georg Lukács, André Gorz, Louis Althusser, Juliet Mitchell, Jean-Paul Sartre, Νίκος Πουλαντζάς, Terry Eagleton, Fredric Jameson.

[5] Το Historical Materialism είναι τριμηνιαίο, μαρξιστικό, αγγλικό ακαδημαϊκό περιοδικό το οποίο ξεκίνησε την πορεία του το 1995, ενώ από το 2008 και μετά διοργανώνει ένα δημοφιλές ετήσιο συνέδριο.

[6] Αραβικό κίνημα που ξεκίνησε στη Συρία στα τέλη της δεκαετίας του ’40 και συνδυάζει ιδέες του αραβικού σοσιαλισμού με εθνικιστικές και παναραβικές προσμίξεις.

[7] Η Σοσιαλιστική Οργάνωση-Δρόμος της Ελευθερίας είναι μια Μαοϊστικού προσανατολισμού πολιτική οργάνωση στις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία ιδρύθηκε το 1985.

[8] Πρόκειται για μια αμερικανική, συνδικαλιστική, αντιπολεμική οργάνωση, που ιδρύθηκε ως αντίσταση στον πόλεμο του Ιράκ το 2003.

[9] Είναι ένα πολιτικό μανιφέστο της SDS που γράφτηκε στο Port Huron του Michigan το 1962 σε έναν χώρο της UAW.

[10] Πρόκειται για την United Automobile, Aerospace and Agricultural Implement Workers of America, τη διεθνή, αμερικανική, εργατική, συνδικαλιστική ένωση στους τομείς της αυτοκινητοβιομηχανίας, της αεροπορικής, καθώς και της γεωργικής βιομηχανίας, η οποία ιδρύθηκε το 1935 και —σύμφωνα με την ίδια— αριθμεί πάνω από 400.000 ενεργά μέλη και πάνω από 580.000 συνταξιοδοτημένα μέλη σε Βόρεια Αμερική, Καναδά και Πουέρτο Ρίκο.

[11] Η Communist League of America ιδρύθηκε το 1928 από τους James P. Cannon, Max Shachtman και Martin Abern μετά την εκδίωξή τους από το Κομμουνιστικό Κόμμα Αμερικής [Communist Party USA], με την κατηγορία του Τροτσκισμού.