RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Archive for author thessaloniki

3/7/2016- αντιρατσιστικό φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Δανειζόμενες/οι τον τίτλο από το δοκίμιο που έγραψε η Τζούλιετ Μίτσελ (Juliet Mitchell) το 1966, σκοπός της συζήτησης είναι η διερεύνηση της  μακράς ιστορίας  του αγώνα για τη γυναικεία χειραφέτηση από τη σκοπιά της Αριστεράς σήμερα. Η Μίτσελ ασκεί κριτική στις αστικές φεμινιστικές διεκδικήσεις, όπως το δικαίωμα στην εργασία και την ίση αμοιβή, για να  προτάξει αντ' αυτών την ανάγκη για ίση εργασία· υποστηρίζει πολιτικές που προάγουν τον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και αμεσότερες  διεκδικήσεις με μία «κριτική της γυναικείας κατάστασης συνολικά».

Στο πνεύμα του δοκιμίου αυτού, θέτουμε πάλι το ερώτημα της πιθανής σχέσης μεταξύ του αγώνα για τη γενική κοινωνική χειραφέτηση και των συγκεκριμένων απαιτήσεων του φεμινισμού.

Ενώ το γυναικείο ζήτημα έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Αριστεράς, ο τρόπος που θεματοποιείται και ενσωματώνεται στην τρέχουσα ρητορική της  Αριστεράς δεν αντανακλά απαραίτητα μία σε βάθος κατανόηση του πολιτικού  νοήματος του αγώνα για τη γυναικεία απελευθέρωση· πολλές φορές, η “αυτονόητη” σημασία του φεμινισμού συσκοτίζει παρά αποκαλύπτει την κριτική δυναμική της ανάγκης για γυναικεία χειραφέτηση στον καπιταλισμό.

Με ποιον τρόπο ακριβώς αποτελεί το γυναικείο ζήτημα «τη διαρκέστερη επανάσταση»;

Πότε ξεκίνησε ο αγώνας για τη γυναικεία χειραφέτηση ως τέτοια; Αποτελεί έναν αγώνα που διατρέχει το σύνολο της ανθρώπινης ιστορίας; Ποια είναι η σχέση του με τη νεωτερικότητα και την εμφάνιση του καπιταλισμού; Πώς ερμηνεύετε τη συνάφεια μεταξύ της πατριαρχικής και της καπιταλιστικής κοινωνίας;

Αν η κρίση της αστικής κοινωνίας κατά τη βιομηχανική επανάσταση έθεσε την ανάγκη για τη γυναικεία απελευθέρωση σε απόλυτη συνάφεια με το στόχο της ανθρώπινης χειραφέτησης, τότε, πώς θα σχολιάζαμε την ύστερη αποσύνδεση του φεμινιστικού κινήματος από το εργατικό κίνημα για το σοσιαλισμό; Ποια είναι η γενικότερη πορεία της σύζευξης μεταξύ μαρξισμού και  φεμινισμού; Μπορούν αυτά τα δύο πολιτικά κινήματα να συνυπάρξουν ή να συνδυαστούν;

Η κατάσταση των γυναικών στις  σύγχρονες δυτικές κοινωνίες και παγκοσμίως έχει βελτιωθεί ή όχι από τη  δεκαετία του 1960 και έπειτα; Τι θα συμπεραίναμε από τη φαινομενική επίτευξη κάποιων στόχων του φεμινισμού σε συνάρτηση με την αποτυχία του προλεταριακού αγώνα για την εμπέδωση του στόχου της ανθρώπινης ελευθερίας και ξεπεράσματος του καπιταλισμού;

Πώς εντάσσεται ο αγώνας για τη γυναικεία απελευθέρωση στο ευρύτερο πλαίσιο του αγώνα για την ανθρώπινη ελευθερία; Τι απαιτείται για τη χειραφέτηση των γυναικών; Σχετίζεται αυτή με τη γενικότερη κοινωνική αλλαγή και πάλη; Είναι η επανάσταση προαπαιτούμενο για τη γυναικεία απελευθέρωση;

Ομιλήτριες

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Ακαδημαϊκός, μέλος του Κοινωνικού Εργαστηρίου Θεσσαλονίκης

Μαργαρίτα Κουταλάκη: ΟΚΔΕ

Α. Θεωδόρογλου: queer ακτιβιστ@, εικαστικ@

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Μαργαρίτα Κουταλάκη: Εκπροσωπώ την οργάνωση ΟΚΔΕ, που είναι κομμάτι του τροτσκιστικού ρεύματος και είμαι εργαζόμενη στον ιδιωτικό τομέα.

Η απαρχή της γυναικείας καταπίεσης ξεκινάει από το πέρασμα από την προταξική στην ταξική κοινωνία. Μία ομάδα ανθρώπων (που συνήθως ήταν ιερείς ή μεγαλύτερης ηλικίας) ιδιοποιείται το παραπάνω κοινωνικό προϊόν που παράγει η κοινότητα, εις βάρος της ίδιας της κοινότητας κομμάτι της οποίας είναι και οι γυναίκες. Η γυναίκα έχει το προσόν να γεννάει, δηλαδή να παράγει ανθρώπους που θα παράγουν αυτό το κοινωνικό υπερπροϊόν, λειτουργώντας έτσι σαν περιουσιακό στοιχείο, όπως τα ζώα και οι δούλοι. Η δημιουργία της πατριαρχίας περνάει μέσα από την καταστροφή της κοινοκτημοσύνης και της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας.

Με το πέρασμα του χρόνου η ανισότητα αυτή δημιούργησε το κράτος (λίγο πολύ όπως το γνωρίζουμε σήμερα με το στρατό, την αστυνομία και τα δικαστήρια) δηλαδή την κυρίαρχη ιδεολογία που βασίζεται στη λογική της διαίρεσης και της ανισότητας. Με λίγα λόγια η πατριαρχία είναι ο κοινωνικός και οικονομικός δεσμός που μεταφέρει από γενιά σε γενιά τις ταξικές διακρίσεις. Συνεπώς η αφετηρία της γυναικείας καταπίεσης έχει κοινωνικό και οικονομικό χαρακτήρα.

Το σύστημα της οικογένειας, το οποίο προσαρμόζεται πάντα στα νέα δεδομένα και στους τρόπους παραγωγής, είναι ο θεμελιώδης θεσμός της ταξικής κοινωνίας καθώς καθορίζει και διατηρεί τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της καταπίεση του γυναικείου φύλου. Ο ρόλος της οικογένειας είναι διαφορετικός για κάθε κοινωνική τάξη, αφού στην οικογένεια των πιο πλούσιων τάξεων εξυπηρετεί τη διατήρηση του πλούτου εντός της, στην τάξη των μικροβιοτεχνών χρησιμεύει ως μέσο για να διατηρείται και να αυξάνεται η περιουσία και τέλος στην εργατική τάξη η οικογένεια λειτουργεί ως πόλος υποστήριξης και αλληλεγγύης σε μία κοινωνία που δεν της παρέχει σχεδόν τίποτα.

Η οικογένεια υπάρχει και διατηρείται από την κυρίαρχη τάξη κάθε εποχής γιατί με αυτόν τον τρόπο καταργεί κάθε ευθύνη για τη συλλογική φροντίδα των μελών της κοινωνίας, μεταφέροντας την ευθύνη σε ατομικό επίπεδο. Επίσης μεταφέρει τον πλούτο και τις κοινωνικές διαιρέσεις από γενιά σε γενιά ενώ διευκολύνει και τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, αποδίδοντας έτσι στις γυναίκες ένας συγκεκριμένος ρόλος π.χ. ο ρόλος της τροφού ή της νοικοκυράς. Τέλος είναι ένας συντηρητικός θεσμός που αναπαράγει τις αυταρχικές και ιεραρχικές σχέσεις που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της ταξικής κοινωνίας.

Οι ρίζες του γυναικείου κινήματος (δεύτερο κύμα φεμινισμού) βρίσκονται στις αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και στις οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η γυναίκα με την ανάπτυξη και της ιατρικής και της επιστήμης μαθαίνει να ελέγχει το σώμα της, μέσω των γεννήσεων, αντισύλληψης και των εκτρώσεων. Η οικονομική ανάπτυξη και η ανύψωση του μέσου μορφωτικού επιπέδου τους μετατρέπει τις γυναίκες σε εργατικό δυναμικό και σε κομμάτι της παραγωγικής διαδικασίας βοηθώντας τες έτσι στην αναγνώριση του διπλού καταπιεστικού ρόλου τους ως εργαζόμενες και γυναίκες. Ταυτόχρονα όμως οι γυναίκες είναι αναγκασμένες να δουλεύουν πολλές ώρες.

Ενώ ο καπιταλισμός βγάζει τη γυναίκα από το σπίτι, την ίδια στιγμή είναι αναγκασμένος να διατηρήσει την οικογένεια. Η αντίφαση αυτή μεταξύ μύθου (η γυναίκα μητέρα είναι κολόνα της οικογένειας) και πραγματικότητας γίνεται φανερή και ανυπόφορη. Τα δικαιώματα που έχουν κατακτηθεί δεν ικανοποιούν τις γυναίκες, ιδίως τις νέες μορφωμένες γυναίκες που ζουν στις πόλεις και ζητούν περισσότερες ελευθερίες και δικαιώματα. Σε αυτό έπαιξαν ρόλο τόσο τα κινήματα των ομοφυλοφίλων και των λεσβιών, καθώς και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, τα κινήματα των μαύρων, η δυναμική του εργατικού κινήματος καθώς τέλος και η υποχώρηση των παραδοσιακών θρησκειών και της εκκλησίας.

Το κίνημα μετά τις δεκαετίες ’70-’80 αρχίζει να υποχωρεί, ακολουθώντας την υποχώρηση του εργατικού κινήματος. Η σοσιαλδημοκρατία που ανεβαίνει στην εξουσία όπως επίσης και τα σταλινικά κόμματα προσπαθούν να αγκαλιάσουν το γυναικείο κίνημα με σκοπό να το χειραγωγήσουν και να το καταπνίξουν.

Για μας η ύπαρξη ενός ανεξάρτητου φεμινιστικού κινήματος, ικανού να διεξάγει αγώνες για όλες τις πτυχές της καταπίεσης της γυναίκας είναι καθοριστική. Οι γυναίκες δεν είναι μόνο εργάτριες, καθώς υπάρχουν πολλά είδη καταπίεσης που πρέπει να αντιμετωπίζονται με μια σοβαρότητα. Μόνο με την καταστροφή του καπιταλιστικού συστήματος  μπορεί η γυναίκα να διεκδικήσει τη θέση που της αξίζει. Οι γυναίκες πρέπει επίσης να μπουν στα συνδικάτα και στα σωματεία.

Η μορφή ή το σχήμα ενός τέτοιου ανεξάρτητου γυναικείου κινήματος θα ποικίλει από χώρα σε χώρα ανάλογα με την ιστορία και τους αγώνες που διεξάγονται σε κάθε χώρα και ανάλογα με την συγκεκριμένη περίοδο και συγκυρία. Παρόλα αυτά η ανάγκη για συνέχεια και μεταφορά των θεωρητικών κατακτήσεων, των συζητήσεων για την στρατηγική και την εμπειρία των προηγούμενων αγώνων το καθιστά ένα παγκόσμιο κεντρικό ζήτημα.

Α. Θεοδώρογλου: Ασχολούμαι τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά με queer ζητήματα και θα μιλήσω από μία queer θέση. Στην εισήγησή μου θα προσπαθήσω να συνδέσω το κείμενο της Mitchell με κάποιες βασικές θέσεις της queer θεωρίας, δείχνοντας ότι το ζήτημα του φύλου και της σεξουαλικότητας είναι διαθεματικό με προεκτάσεις που συνδέονται άμεσα με τον καπιταλισμό.

Η Mitchell έγραψε το κείμενο το 1966 και σε αυτό προσπάθησε να συνδέσει ιδεολογικά την πατριαρχία με τον καπιταλισμό. Δηλαδή, πέρα από τις υλικές συνθήκες που ο καπιταλισμός δημιούργησε για να χειραγωγήσει τις γυναίκες υπήρχαν και κάποιες ιδεολογικές συνθήκες (υποτίμηση της γυναικείας-οικιακής εργασίας, η ιδέα ότι η γυναικεία σωματική υπόσταση είναι αδυναμία), οι οποίες επέτρεψαν σε αυτό να συμβεί. Η σύνδεση αυτή είναι σημαντική δεδομένου ότι γυναίκες της νέας Αριστεράς υποτιμούσαν το έμφυλο ζήτημα και το φεμινισμό θεωρώντας το κίνημα με αστικές καταβολές.

Στην queer θεωρία η πατριαρχία είναι κάτι που αναπαράγεται ιδεολογικά. Παράλληλα με την πατριαρχία αναπαράγεται και αυτό που αποκαλούμε ετεροκανονικότητα, δηλαδή ότι το φύλο υπάρχει σε μια διπολική κατάσταση, την φυσική κατάσταση του άντρα και της γυναίκας. Αυτή η ετεροκανονικότητα συλλειτουργοί με την πατριαρχία και τη συνολικότερη υποτίμηση της γυναικείας υπόστασης. Η queer θεωρία θέλει να πάει πέρα από αυτό το δίπολο αμφισβητώντας σε κάποιες περιπτώσεις και την βιολογική διάκριση άντρα-γυναίκας, αφού θεωρεί ότι και αυτή είναι κοινωνικά κατασκευασμένη.

Μέσα από μια queer θέση υπάρχει μία μεγάλη κίνηση προς αυτό που αποκαλούμε μικροπολιτικές, οι οποίες όμως μπορούν να ενεργοποιηθούν μόνο αν υπάρχει κριτική τόσο στον καπιταλισμό όσο και στη δυτική ηγεμονία. Σε αυτό το σημείο υπάρχει σαφώς μία ρήξη με τα λεγόμενα της Mitchell η οποία αναφέρει ότι μόνο σε μία δυτική ανεπτυγμένη κοινωνία μπορεί να υπάρξει γυναικεία χειραφέτηση, αγνοώντας ότι είναι αυτή η δυτική κοινωνία η οποία υπήρξε σημείο δημιουργίας και αναπαραγωγής καταπιέσεων έξω από το δυτικό κόσμο. Επίσης η θέση της Mitchell αγνοεί του ς αγώνες που γίνονται έξω από τα δυτικά πλαίσια για έμφυλη ισότητα όπως και τους αγώνες των μη δυτικών υποκειμένων μέσα στο δυτικό κόσμο.

Μια queer θεωρία είναι μία διαθεματική θεωρία που πέρα από το φύλο και σεξουαλικότητα λαμβάνει υπόψιν και την τάξη, την φυλή, την κατάσταση αναπηρίας και διάφορες άλλες καταπιέσεις που μπορεί να σχετίζονται με την ηλικία, το σώμα, και οι οποίες αναπαράγονται τόσο μέσα σε ατομικά όσο και σε συλλογικά υποκείμενα. Έτσι ενώ η Mitchell αναφέρεται σε μία ενιαία γυναικεία κατάσταση η queer αντίθετα φέρνει περισσότερα ζητήματα στην επιφάνεια και προσεγγίζει πολλαπλά την καταπίεση. Πόσο μπορεί να καταπιέζεται μία λευκή τρανς γυναίκα με ετεροφυλόφιλες έλξεις και μία μαύρη cis λεσβία οι οποίες και οι δύο ανήκουν στην εργατική τάξη;

Οι καταπιέσεις αυτές έχουν κοινές βάσεις τόσο στον καπιταλισμό όσο και στην δυτική ηγεμονία, στην πατριαρχία και στην ετεροκανονικότητα. Εντέλει αποτελούν πλέγματα καταπιέσεων και λειτουργούν σαν πολλά κεφάλια πάνω σε ένα σώμα παρά σαν πολλά μικρά κομμάτια πάνω σε ένα μεγαλύτερο σύστημα.

Στην queer θεωρία η έμφυλη σεξουαλικότητα έχει μια κεντρική θέση. Η queer συνείδηση, που μπορεί να δημιουργήσει μία τέτοια πολιτικοποίηση, έχει ως ρόλο να αντιλαμβάνεται τις πολλαπλές προκλήσεις που παρουσιάζονται μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο και στα διάφορα πλέγματα καταπίεσης και να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μία κριτική πολιτική και αμφισβήτηση και ένα εν δυνάμει σπάσιμο κανονικοτήτων με βάση τις μικροπολιτικές, τα βιώματα. Απώτερος στόχος είναι η δημιουργία ομάδων αλληλεγγύης και αμφισβήτησης αυτών των καταπιέσεων έμπρακτα.

Είναι επίσης χρήσιμο να αντιληφθούμε τον περιορισμό που έχουν οι queer μικροπολιτικές, καθώς δεν αποτελούν το στόχο αλλά την ενδυναμωτική βάση για την αμφισβήτηση σε μεγαλύτερα επίπεδα των κυριαρχιών που μας βασανίζουν. Για να δημιουργηθεί αυτό το δυναμικό μέσα από μια queer θέση-προσέγγιση πρέπει να υπάρχει μια πολιτικοποιημένη ορατότητα αυτής της προσέγγισης αφού τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία αποπολιτικοποίηση του κυρίως μέσα από κυρίαρχα media.

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Είμαι ακαδημαϊκός και ανθρωπολόγος και η τοποθέτησή μου σε σχέση με αυτή την εκδήλωση σχετίζεται με τη δουλειά μου και την επιτόπια έρευνά μου τόσο εντός Ελλάδας όσο και εκτός, κυρίως σε φεμινιστικές οργανώσεις-κινήματα trans στην Κωνσταντινούπολη. Προέρχομαι από το κοινωνικό εργαστήριο της Θεσσαλονίκης όπου μεταξύ των άλλων συζητάμε και τέτοια θέματα.

Στη διερώτηση αυτής της συζήτησης «Γυναίκες, η διαρκέστερη επανάσταση;» θα απαντούσα διαγωνίως, διατρέχοντας τα ερωτήματα και όχι απαντώντας ένας προς ένα.

Δύο είναι οι πηγές του κακού, δύο έννοιες του συστήματος στις οποίες πρέπει να εστιάσουμε. Ένα είναι το ζήτημα της κυριαρχίας του αρσενικού επί του θηλυκού και το δεύτερο είναι το ζήτημα της αναπαραγωγής που επαφίεται στα χέρια των γυναικών. Και τα δύο συνδέονται άμεσα με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, τους ρυθμούς ανάπτυξης και  το είδος της ανάπτυξης σε κάθε γωνιά της γης με διαφορετικό τρόπο σε μία διάδραση τοπικού-παγκόσμιου.

Η κυριαρχία του αρσενικού επί του θηλυκού θα πρέπει να μας ενδιαφέρει ως τρόπος, αντίθετα με το δεύτερο κύμα φεμινισμού που εστίαζε περισσότερο στην πολιτική της ταυτότητας, στη σεξουαλικότητα και στη γυναικεία υποτέλεια. Αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει σήμερα είναι η κυριαρχία ως τεχνολογία διαχείρισης της υποτέλειας με όρους ισχύος και βίας. Η αναπαραγωγή της ανθρώπινης ζωής ως όλον και όχι ως επιμέρους σφαίρες και έννοιες, παραγωγή σε σχέση με την εργασία, την οικογένεια, τα κοινά. Η αναπαραγωγή αυτή σχετίζεται με τη φυσικοποίηση της γυναίκας ως τροφού και καταλήγει σήμερα για τις γυναίκες ως βιοπολιτική ανάπτυξη του καπιταλισμού, είτε με τις μορφές πρωταρχικής συσσώρευσης είτε με τις νέες περιφράξεις που ασκεί ο καπιταλισμός πάνω στα σώματα των γυναικών.

Τόσο το πρόβλημα της κυριαρχίας όσο και το πρόβλημα της αναπαραγωγής θα πρέπει να μην παραμείνει στενά φεμινιστικό ζήτημα αλλά να ενταχθεί ως συστατικό και όχι ως συμπληρωματικό σε κάθε συζήτηση που κάνει η Αριστερά για την επανάσταση. Αν η Αριστερά στραφεί στη λεπτομερή παρατήρηση της κυριαρχίας επί των γυναικών βλέποντας και κατανοώντας χωρίς απλά να κοιτάζει ως απλός παρατηρητής, τη σημασία των γυναικών για την ανθρώπινη ζωή τότε μόνο θα αποκομίσει όλη τη γκάμα των εργαλείων και των τρόπων που χρειάζεται για να αναλύσει τις σχέσεις εξουσίας και υποτέλειας.

Αυτή η παρατήρηση είναι πολύ βοηθητική για την Αριστερά σε σχέση με τα δύο θεμελιώδη ταμπού της δηλαδή της διαρκής τροφοδότησης της προτεραιότητας των αρσενικών ως υποκείμενα, όσο και της αορατότητας-αντικειμενοποίησης των γυναικών ως αποτέλεσμα αυτής της συνθήκης σε κάθε συζήτηση και προβληματισμό για την επανάσταση. Ο συνεχής αποκλεισμός της γυναικείας ανισότητας ως συστατικό και όχι ως συμπληρωματικό κομμάτι της επανάστασης διαιωνίζει τις παθογένειες και μας εμποδίζει να οραματιστούμε ένα άλλο μέλλον.

Παρατηρώντας τι συμβαίνει στις γυναίκες και συσχετίζοντας τις δικές τους εμπειρίες με άλλες μειονοτικές κατηγορίες της διαφοράς και της εξαίρεσης π.χ. λόγω τάξης, φυλής, σεξουαλικού προσανατολισμού, στις εκάστοτε συνθήκες περιφράξεων από μεριάς κεφαλαίου αφενός πάμε τη μελέτη για τις σχέσεις εξουσίας σε βάθος αφετέρου οραματιζόμαστε τις κοινωνίες με όρους αλληλεγγύης και ανοχής, κάτι που μας επιτρέπει να οργανωνόμαστε αλλιώς.

Η κυριαρχία ασκείται επί των σωμάτων χωρίς σημασία, αναλώσιμα, αόρατα, άσεμνα, άσχημα αλλά και όμορφα, σώματα που πάντα χρειάζονται συμμόρφωση, ξεκινώντας πάντα από το γυναικείο σώμα. Η κυριαρχία και η αναπαραγωγή γίνονται αόρατες γιατί πατούν σε σχέσεις οικειότητας, πρώτα από όλα μέσα στην οικογένεια.

Η οικογένεια είναι ένας θεσμός που δεν αφορά μόνο τις δυτικές κοινωνίες, αλλά όλες τις κοινωνίες. Ο συγκεκριμένος τύπος της πυρηνικής οικογένειας γεννήθηκε και εδραιώθηκε από 17ο αιώνα στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Οι σχέσεις οικειότητας γίνονται αόρατες μέσα στην οικογένεια και αφού φυσικοποιούνται παράγουν νόρμες υπαγωγής και οδηγούν στην πατριαρχία.

Η πατριαρχία συνεπάγεται μία διπλή υπαγωγή: την υποταγή του θηλυκού στο αρσενικό και την υπαγωγή του μικρότερου σε ηλικία στους μεγαλύτερους. Μόνο υπό αυτή τη διπλή υπαγωγή μπορούμε να μιλάμε για πατριαρχία. Η πατριαρχία συνεχίζεται και αναπαράγεται ανά εποχές, φτάνοντας στο σημείο να μιλάμε για κρατική πατριαρχία, η οποία αναπαράγεται μέσα από πρακτικές και εφαρμογές του νόμου.

Σε περιόδους κρίσεις του καπιταλισμού η αναπαραγωγή της ζωής επαφίεται κυριολεκτικά στις γυναίκες κυρίως στις πρώην αποικιοκρατούμενες περιοχές του νότου. Στις παλιές μητροπόλεις αλλά και σε πόλεις όπως η Κωνσταντινούπολη ή το Σάο Πάολο, η αναπαραγωγή του κοινωνικού δεσμού ξεκινά από τις κινηματικές δράσεις του φεμινισμού ως κεντρικό κίνημα, που μαζί με την κριτική στο νεοφιλελευθερισμό, το μιλιταρισμό, το αυταρχικό κράτος και την πατριαρχία συμπορεύεται με κινήματα των μειονοτήτων, με τους υποστηρικτές δικαιωμάτων και ανοχής σε ένα άλλο σεξουαλικό προσανατολισμό.

Με το να αποσιωπούμε τις σχέσεις πατριαρχίας στις γυναίκες και σε όσους υποφέρουν σε κάθε κοινωνία και σε κάθε συνθήκη, αγνοούμε συνάμα τις σχέσεις ανισότητας στην αναπαραγωγή της ζωής. Αν το κεφάλαιο χρειάζεται την ανισότητα για να αναπαραχθεί, η Αριστερά έχει ανάγκη την εμπειρία αυτών που αναπαράγουν ζωή σε πείσμα της αορατότητας και των θανατοπολιτικών των περιφράξεων για συνεχή πρωταρχική συσσώρευση.

Με άλλα λόγια χρειάζεται να καταλάβουμε σε βάθος πως κυριαρχεί κάποιος σε ποιον εξετάζοντας και ξεκινώντας από την κυριαρχία των ανδρών επί των γυναικών. Επίσης πως οι περιφράξεις του κεφαλαίου στην ιστορία του καπιταλισμού ξεκινούν και καταλήγουν στις γυναίκες, οι οποίες τελικά αναλαμβάνουν την αναπαραγωγή της ζωής ως όλον.

Αν με ρωτούσατε πως θα ήθελα να κάναμε αυτή τη συζήτηση θα πρότεινα να ξεκινούσαμε δείχνοντας μία σημαίνουσα ταινία η οποία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, την ταινία Pride. Αφορά τη διάδραση μεταξύ δύο κινηματικών δράσεων, την πρωτοβουλία των κοινοτήτων ομοφυλοφίλων, λεσβιών και queer που θέλησαν να στηρίξουν οικονομικά τα συνδικάτα των ανθρακωρύχων στην Αγγλία. Η ταινία με τον ποιητικό της τρόπο δείχνει το πώς πρακτικές αλληλεγγύης και ανοχής στη διαφορετικότητα, όταν δικαιώματα συναισθήματα διαδρούν σε μικροκλίμακα κοινοτήτων και όχι σε μακροκλίμακα θεσμών αλλάζουν το τοπίο της επανάστασης στην καθημερινότητα.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Αναφερθήκατε στον τρόπο που η αστική οικογένεια είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή του συστήματος. Αυτό συνεπάγεται κατά τη γνώμη σας κάποιο πολιτικό αίτημα όπως π.χ. υπήρχαν τη δεκαετία του ’60 για κατάργηση του θεσμού της οικογένειας; Η Μίτσελ κάνοντας κριτική σε αυτό το αίτημα, δηλώνει ότι μπορεί εξίσου να αφομοιωθεί από τον καπιταλισμό. Επίσης πως ακριβώς εννοείτε το ανεξάρτητο φεμινιστικό κίνημα; Πρέπει να υπάρχουν ξεχωριστές πολιτικές οργανώσεις  γυναικών, ομοφυλοφίλων, τρανς;

Μαργαρίτα Κουταλάκη: Αν πάμε σε μία λαϊκή περιοχή μιας μεγάλης πόλης και ρωτήσουμε μια οποιαδήποτε γυναίκα οποιασδήποτε ηλικίας: τι αιτήματα θα υπέβαλλες απέναντι σε μία κυβέρνηση που θα μπορούσε να στα ικανοποιήσει; Εγώ πιστεύω θα έλεγε ότι δε θα ήθελε να ψηφιστεί το νομοσχέδιο που καταργεί νηπιαγωγεία και σχολεία και καταργεί θέσει εκπαιδευτικών. Επίσης θα έλεγε ότι θέλει νοσοκομεία και γηροκομεία, να μη πληρώσουμε τα δημόσια χρέη, να δουλεύει λιγότερο και όχι 12 ώρες, να μην είναι ο βασικός μισθός 500 ευρώ.

Κάθε επαναστατική οργάνωση πρέπει να αφουγκράζεται την κοινωνία και ιδιαίτερα με τα πιο καταπιεσμένα κομμάτια. Στην σημερινή τραγική κοινωνική κατάσταση δεν πιστεύω ότι οι γυναίκες θα έβαζαν αιτήματα π.χ. για την οικογένεια με τον ίδιο τρόπο που τα βάζουν οι επαναστατικές οργανώσεις. Υπάρχουν ζητήματα επιβίωσης, πως γίνεται να τεθούν θέματα που αφορούν την οικογένεια; Τώρα η συζήτηση και η πράξη πρέπει να στραφεί στην οργάνωση γυναικείων επιτροπών αντίστασης.

Ο καπιταλισμός δημιουργεί συνεχώς διαιρέσεις. Το να δημιουργηθεί ένα επαναστατικό κόμμα γυναικών είναι ακόμα μία διαίρεση. Όταν λέμε αυτόνομο εμείς εννοούμε: κάθε σωματείο θα βάλει ζητήματα που αφορούν τις γυναίκες; Θα βοηθήσει τις γυναίκες να κάνουν συνδικαλισμό και να οργανώνεται πολιτικά; Το ότι μπαίνουν αιτήματα από επαναστατικές οργανώσεις δε σημαίνει ότι αυτά γίνονται αποδεκτά από τις ίδιες τις γυναίκες, όμως πρέπει να βρούμε τον τρόπο να επικοινωνούμε.

Με ποιον τρόπο θα μπορούσε να ξεκινήσει η γυναικεία χειραφέτηση από τις μη δυτικές κοινωνίες δεδομένου ότι προϋποθέσεις όπως αυτές που αναφέρει η Μίτσελ όπως δομές για την φροντίδα των παιδιών, μέτρα αντισύλληψης και άλλες οικονομικές και κοινωνικές δομές απουσιάζουν;

Α. Θεοδώρογλου: Κινήματα υπάρχουν και σε μουσουλμανικές και σε μη δυτικές χώρες, όπως και κινήματα μη δυτικών σε δυτικά περιβάλλοντα. Δεν μπορώ να θέσω εγώ τις προϋποθέσεις για το πώς θα κάνει τον αγώνα της η μουσουλμάνα φεμινίστρια. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι αλληλεγγύη καθώς και αυτό που προαναφέρθηκε δηλαδή να ακούμε τι έχουν να μας πουν οι άλλοι.

Φωτεινή, στη διπλή υπαγωγή που περιέγραψες για την πατριαρχία θα προσέθετες την υπαγωγή του άνδρα στην πατριαρχία; Επίσης ποια είναι η σχέση του καπιταλισμού και της πατριαρχίας δεδομένου ότι ο καπιταλισμός ξεκίνησε ως μια εξέγερση ενάντια στην πατριαρχία; Σήμερα η πατριαρχία είναι υπόλειμμα από το παρελθόν που δεν έχει καταφέρει ο καπιταλισμός να εξαλείψει ή η πατριαρχία είναι σήμερα κάτι ριζικά νέο που έχει να κάνει με τον τρόπο που το κεφάλαιο κυριαρχεί πάνω στην κοινωνία και συνεπώς ο αγώνας εναντίον της πρέπει να θίξει το κεφάλαιο σαν κοινωνική κατηγορία;

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Η υπαγωγή περιλαμβάνει και την υπαγωγή των ανδρών. Δεν το τόνισα αρκετά, γιατί συνήθως όταν μιλάμε για το γυναικείο ζήτημα επικεντρωνόμαστε στις γυναίκες. Σε κάθε ιστορική περίοδο και σε κάθε παράδειγμα πρέπει να μελετάμε πως και με ποιους τρόπους δημιουργούνται αυτές οι σχέσεις οικειότητας και απόκρυψης της πατριαρχίας και επιπρόσθετα το πώς «κάθεται» κάθε φορά σε αυτές τις παραδοσιακές κοινότητες πατριαρχίας το κράτος αναπαράγοντας τις δικές του κρατικές πατριαρχίες. Η ταινία που προανέφερα το “Pride” έδειχνε το πώς διαφορετικές κατηγορίες ακτιβιστών, οι ανθρακωρύχοι από τη μία και οι τρανς-γκέυ-λεσβιακές κοινότητες μπορούν να ξεπεράσουν το ταμπού της συμπόρευσης και να αγωνιστούν από κοινού για το δικαίωμα στην εργασία, στην αλληλεγγύη. Ο ρόλος της αναπαραγωγή της ζωής από μεριάς των γυναικών ως όλον πρέπει να μας παραδειγματίσουν για να επεκτείνουμε αυτή την έννοια της κυριαρχίας και της αναπαραγωγής και στις άλλες μειονοτικές καταστάσεις. Πιστεύω ότι το αντίθετο από αυτό που λέει η Μαργαρίτα θα πρέπει να συμβεί: η αμηχανία να μιλήσουμε για το γυναικείο ζήτημα σε διάφορες αριστερές οργανώσεις δηλώνει ότι τέτοιου είδους ζητήματα δεν τα έχουν επεξεργαστεί σε ικανοποιητικό βαθμό. Το να μη μιλάμε για το γυναικείο ζήτημα επειδή τώρα προέχει να μιλάμε για την κρίση δηλώνει την υποβάθμιση του γυναικείου ζητήματος σε ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας.

Ο Άντονυ Γκίντενς στο βιβλίο του «η μεταμόρφωση της οικειότητας» αναφέρει ότι τα τελευταία χρόνια ζούμε μία από τις μεγαλύτερες σιωπηλές επαναστάσεις των 5000 τελευταίων χρόνων, αυτή των γυναικών. Η επανάσταση αυτή σύμφωνά με τον Γκίντενς έχεις ως πυρήνα της τη μεταμόρφωση της σεξουαλικότητας, δηλαδή την αποδέσμευση της σεξουαλικής πράξης από την αναπαραγωγή αλλά και τη διεκδίκηση και ικανοποίηση της σεξουαλικής επιθυμίας από μεριάς των γυναικών.

Ένα δεύτερο σχόλιο που ήθελα να κάνω είναι ότι αν θέλουμε σήμερα να μιλάμε για πατριαρχία ίσως θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν ότι υπάρχει μια ριζική διαφορά του καπιταλισμού ως το 1950 και του καπιταλισμού σήμερα. Περίπου μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα ο καπιταλισμός στηριζόταν στην αναβολή της απόλαυσης ενώ ο καπιταλισμός στη σύγχρονη εποχή έχει την επιταγή «απόλαυσέ το». Ένα διαφωτιστικό παράδειγμα: μία σοβιετική ταινία το 1949 στη Σοβιετική Ένωση απεικονίζει το Στάλιν σαν μεγάλο πατέρα και από κάτω τους άνδρες εργάτες να πολεμούν. Το μήνυμα είναι σαφές: θα έρθουν καλύτερες μέρες όμως τώρα υπάρχει ανάγκη για αύξηση της παραγωγής και πόλεμο. Στο gay parade που διοργανώθηκε πρόσφατα παρακολούθησα το λόγο μίας ομιλήτριας στο βήμα « Θα μπορούσαμε να κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή για τα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης στην Αμερική αλλά δεν μας ταιριάζει, για αυτό λοιπόν ας χειροκροτήσουμε!».

Α. Θεοδώρογλου: Σε σχέση με την αποδοχή και τις ορατότητες των ομοφυλοφίλων, τρανς και άλλων ατόμων: υπάρχει μία παγίδα που ονομάζεται ομοκανονικότητα δηλαδή ζητήματα γκέυ ή λεσβιών γίνονται ορατά αλλά απολιτικοποιούνται, αφού δεν αμβισβητούνται σχέσεις ταξικού προνομίου, φυλετικού προνομίου. Επίσης πέρα από το δίπολο ομοφυλοφιλία-ετεροφυλία υπάρχουν και άτομα που δεν εντάσσονται σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες όπως τρανς ή ιντερσέξ άτομα. Συνεπώς και λόγω των πολλών διασπάσεων πρέπει και εμείς οι ίδιοι να κάνουμε κριτική εντός της κοινότητας και να θέτουμε τα παραπάνω ζητήματα. Δεν είναι μόνο η σεξουαλικότητα η οποία μπορεί να μας ενώσει.

Μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες ήταν αποδεκτή στους πανεπιστημιακούς κύκλους η άποψη ότι πριν τη πατριαρχία υπήρχε ένα άλλο είδος κοινωνικής οργάνωσης με τη γυναίκα στο επίκεντρο και υποστήριζε την ισότητα ανάμεσα στα φύλα και στα μέλη της κοινότητας. Τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξε μία αμφισβήτηση αυτής της άποψης λόγω της ανεπάρκειας ιστορικών στοιχείων για αυτό. Θα ήθελα την άποψή σας για αυτό. Υπήρξε αυτή η περίοδος και αν ναι πως συνέβη η μετάλλαξη;

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Οι ανθρωπολόγοι έχουμε καταλήξει ότι η μητριαρχία δεν υπήρξε ποτέ μία κοινωνία ιδανική. Ακόμα και στις κοινωνίες όπου είχαμε εξισωτικές τάσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών πάντα υπήρξε ένα μικρό προβάδισμα υπέρ των ανδρών. Το γεγονός ότι η κοινωνία οδεύει από πιο εξισωτικές σε πιο πατριαρχικές κοινωνίες έχει αποσιωπηθεί και είναι αρνητικό. Αν κανείς μελετήσει τον οικονομικό τύπο συστημάτων πριν τον καπιταλισμό (κοινωνίες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών – κατά φυλές- κοινωνίες αρχηγίες- σύγχρονες κοινωνίες), όσο προχωράμε από το ένα στάδιο στο άλλο τόσο η ισότητα μεταξύ ανδρών γυναικών στενεύει εις βάρος των γυναικών. Αυτή η διαπίστωση είναι πολύ σημαντική για το πώς θα χρησιμοποιήσουμε αυτή την πρότερη ισότητα.

Με αφορμή τον πόλεμο στη Συρία, στην Ροτζάβα υπάρχει το μόνο στον κόσμο αποκλειστικά γυναικείο αντάρτικο, το οποίο ταυτόχρονα πίεσε σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο για να επικρατήσει η οργάνωση στη βάση της άμεσης δημοκρατίας, στην βάση των λαϊκών συνελεύσεων, της ισότιμης συμμετοχής κατά 50% από άνδρες και γυναίκες, της δημιουργίας μικτών πολιτοφυλακών. Αυτό είναι ένα παράδειγμα για την τοποθέτηση του γυναικείου ζητήματος σαν κεντρικό ζήτημα και πως αυτό οδηγεί στις πολιτικές δομές που προανέφερα. Αν αυτό αποτελεί ένα παράδειγμα γιατί δεν αναφέρεται;

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Θα πρέπει να δούμε τις καταβολές αυτού του κινήματος στο οποίο αναφέρεσαι. Πρώτα και κύρια το νέο είδος φεμινιστικής κινηματικής δράσης που ξεκινάει στην Τουρκία τη δεκαετία του 1980, αφού το παλιό είδος έχει υποστεί τεράστια δίωξη. Επίσης το γεγονός ότι οι Κούρδοι έχουν διεθνείς διασυνδέσεις και μεταφέρουν πολιτική εμπειρία από το εξωτερικό και τέλος η σύνδεση και επιρροή του κινήματος των Ζαπατίστας.

Μαργαρίτα Κουταλάκη: Το παράδειγμα αυτό αποτελεί απόδειξη τη δύναμη της αυτοοργάνωσης και της μη αποδοχής από τη μεριά των γυναικών του ρόλου που τους έχει ανατεθεί. Οι γυναίκες μπορούν να αποτελέσουν πρωτοπορία και να παλέψουν για αιτήματα όπως αλλαγή της κοινωνίας. Αποτελούν σίγουρα παράδειγμα προς μίμηση και παρακαταθήκη για τις κοινωνίες σε όλο τον κόσμο. Ζούμε σε μια εποχή πολέμων και επαναστάσεων.

Από τον τρόπο που μίλησαν οι ομιλήτριες μένει εντελώς θολός ο τρόπος της πολιτικής κατεύθυνσης που θα πάρουν τα διάφορα αιτήματα και διεκδικήσεις. Η περιγραφή του τρόπου που δομούνται οι ταυτότητες, ο τρόπος αυτοκατανόησης των ομοφυλοφίλων τον 20ο αιώνα και οι νέες μορφές συνείδησης που έρχονται να προστεθούν στις παραδοσιακές μορφές του εργατικού κινήματος παραπέμπουν σε κάποια συγκεκριμένη πολιτική μορφή; Ποια πολιτική μορφή είναι εγγύτερα σε αγώνες των ομοφυλοφίλων, τρανς κτλ; Είναι η άμεση δημοκρατία; Επίσης το πολιτικό κόμμα αποκλείεται ως μια ντε φάκτο αυταρχική μορφή; Πως γίνεται η μεταφορά της πολιτικής εμπειρίας εντός των ατόμων και των ομάδων χωρίς μια πολιτική οργάνωση;

Α. Θεοδώρογλου: Μέσα από αυτοοργανωτικές δομές μπορούν τέτοιες συνειδήσεις να λειτουργήσουν και να ενεργοποιηθούν και όχι μέσα από κόμματα. Αν μείνουν χωρίς πολιτική οργάνωση οδηγούμαστε σε όχι τόσο ευχάριστες πολιτικές αφομοιώσεις.

Φωτεινή Τσιμπιρίδου: Για να απαντήσω θα πρέπει να αντιστρέψω το ερώτημα, γιατί θεωρείς ότι αυτό που υποστηρίζεις είναι πολιτική και όχι αυτό που υποστηρίζουμε εμείς; Με την αντιστροφή του παραδείγματος θέτουμε ερωτήματα όπως πως ασκείται η πολιτική. Στην πράξη φαίνεται πως διαμορφώνεται μία νέα πολιτική η οποία κρατάει επιλεκτικά από το παρελθόν, εμπλουτίζεται. Η πολιτική στην οποία αναφέρεσαι, αυτή δηλαδή του μοντερνισμού, η οποία αφορά τα δικαιώματα και τις διεκδικήσεις και αποκλείει για παράδειγμα το συναίσθημα. Όμως όλο και περισσότερο διαπιστώνεται στην πράξη φαίνεται ότι δεν μπορούμε να δράσουμε ορμώμενοι από τον ορθό λόγο. Αυτό που χρειάζεται είναι να υπάρχει μία ανοικτότητα και όχι ταμπού μεταξύ των κινημάτων.

Τι σημαίνει διαθεματικότητα και πως αυτή η έννοια διαφοροποιείται από το παρελθόν; Σε κινήματα για παράδειγμα όπως το σοσιαλιστικό γυναίκες, ομοφυλόφιλοι, τρανς συμμετείχαν χωρίς να αυτοπροσδιορίζονται κάπως συγκεκριμένα πέρα από το ότι ήταν σοσιαλιστές.

Α. Θεοδώρογλου: Παλιότερα κινήματα όντως αντιμετώπιζαν τα διάφορα ζητήματα πέραν του κεντρικού της ταξικής επανάστασης ως επιμέρους παραμέτρους οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψιν ενώ όταν μιλάμε για διαθεματικότητα εννοούμε μία κατάσταση στην οποία λαμβάνουμε υπόψιν με ίσο τρόπο τα ζητήματα. Το ένα ζήτημα παραπέμπει στο άλλο δηλαδή η ταξική καταπίεση από μόνη της δεν λειτουργεί χωρίς την έμφυλη καταπίεση τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο δικτύων.

Συμμετέχω από θέση αρχής στο gay parade  και το θεωρώ πολύ θετικό που γίνεται. Η εμπορευματοποίηση ήταν εμφανής στο gay parade, για παράδειγμα μοίραζαν περιοδικά που απευθύνονταν με διαφημίσεις σε αυτό το κοινό. Υπάρχει κριτική μέσα στο ομοφυλόφιλο κίνημα για αυτά τα φαινόμενα;

Α. Θεοδώρογλου: Βασική ερώτηση. Όταν λέμε pride δεν εννοούμε μόνο γκέυ και λεσβίες αλλά μία κοινότητα που αποτελείται από διάφορους έμφυλους προσανατολισμούς. Τα pride οργανώνονται με θεσμικό τρόπο, υπάρχουν για να ικανοποιήσουν κάποιες νόρμες σε σχέση με τα μη ετεροφυλόφιλα υποκείμενα. Έτσι πολλές φορές αποσιωπούνται ζητήματα που σχετίζονται με προσανατολισμούς πέραν από των γκέυ ανδρών και γυναικών. Πάνω σε αυτό υπάρχει κριτική: η queer κριτική. Επίσης υπάρχει κριτική και στην εμπορευματοποίηση της όλης κατάστασης και στον πραγματισμό που υπάρχει μέσα στις θεσμικές προσεγγίσεις του ζητήματος της σεξουαλικότητας δηλαδή ότι αυτό που μας ενδιαφέρει είναι μόνο μία ικανοποίηση σε επίπεδο δικαιωμάτων και τίποτα παραπάνω.

9/5/2016- στέκι Πολιτικών Επιστημών Α.Π.Θ.

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Η συνέχιση των πολιτικών λιτότητας, η (επαν-)εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ και η κατάληξη των διαπραγματεύσεων με τους “θεσμούς” έφερε με ακόμα μεγαλύτερη οξύτητα στο προσκήνιο τη στάση της Αριστεράς απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Πολύ σχηματικά, για κάποια τμήματα της Αριστεράς, η ΕΕ αποτελεί εγγενώς εκμεταλλευτικό και αντιδημοκρατικό μηχανισμό επιβολής των ισχυρών εθνών και τάξεων επί των αδυνάτων, ενώ για κάποια άλλα τμήματα, δυνητικά προοδευτικό διεθνιστικό ανάχωμα στους εθνικούς ανταγωνισμούς και την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (παρότι προς το παρόν αναγνωρίζουν τον συντηρητικό και αντιδραστικό χαρακτήρα της). Για τα πρώτα, η ΕΕ είναι ένα όχημα εδραίωσης των νεοφιλελεύθερων πολιτικών ή ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, ενώ για τα δεύτερα, μόνο σε επίπεδο ΕΕ μπορεί δυνητικά να ανατραπεί ο νεοφιλελευθερισμός και να περιοριστούν οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί. Όπως είναι σαφές, οι σχετικές τοποθετήσεις καθορίζουν αποφασιστικά το πεδίο της πολιτικής πρακτικής και την επιλογή για παραμονή ή έξοδο από την ΕΕ. Εξίσου σχηματικά μπορούμε να πούμε το εξής: για τους μεν, η ΕΕ δεν μεταρρυθμίζεται, συνεπώς κάθε αριστερή πολιτική εντός της είναι καταδικασμένη να αποτύχει· για τους δε, μια ενδεχομένως πετυχημένη πολιτική πρακτική της Αριστεράς σε ευρωπαϊκό επίπεδο μπορεί να αλλάξει την κατεύθυνση και τον χαρακτήρα της ΕΕ.

Από την άλλη πλευρά, βλέπουμε ότι η Δεξιά δεν εξαντλείται σε μία στήριξη της ΕΕ, αλλά τμήματά της, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, στέκονται ολοένα και πιο κριτικά απέναντί της. Το κύμα του δεξιού ευρωσκεπτικισμού αφορά κυρίως την ανασύσταση της εθνικής κυριαρχίας των κρατών και τη διατήρηση της πολιτικής τους αυτοτέλειας, συχνά με ακροδεξιές κορόνες και ξενοφοβική ρητορική.

Στο πλαίσιο της παραπάνω προβληματικής, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε την “προσφυγική κρίση” με τη μαζική μετακίνηση ανθρώπων προς αναζήτηση ασφάλειας και καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Η “Ευρώπη Φρούριο” αποτελεί την κωδικοποίηση της στάσης και της κριτικής προς την ΕΕ, η οποία σε μεγάλο βαθμό υποστηρίζει μια πολιτική κλειστών συνόρων στο όνομα της κοινωνικής σταθερότητας. Όσο κι αν φαίνεται να δικαιώνεται η γραμμή ανάλυσης όσων υποστηρίζουν την έξοδο από την ΕΕ, υπάρχουν ακόμα πολλοί που υποστηρίζουν ότι μια αποτελεσματική αντιμετώπιση του μεταναστευτικού ζητήματος μπορεί να συμβεί μέσα από μια αλλαγή κατεύθυνσης της ίδιας της ΕΕ.

Τέλος, σε όλα τα προηγούμενα προστίθεται το δημοψήφισμα του Ιουνίου στη Μ. Βρετανία σχετικά με την παραμονή ή την έξοδο της χώρας από την ΕΕ, το αποκαλούμενο Brexit. Η στάση της βρετανικής Αριστεράς δεν είναι επίσης ομόφωνη, καθώς διατύπωνονται επιχειρήματα υπέρ του “ναι”, του “όχι” αλλά και της αποχής. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η γνωστότερη περίπτωση δεξιού ευρωσκεπτικισμού (πέρα απ’ τη Λεπέν) προέρχεται από τη Μ. Βρετανία με το UKIP του Νάιτζελ.

Μπορούμε συνεπώς ή όχι, και με ποια κριτήρια, να διακρίνουμε μεταξύ αριστερής και δεξιάς εναντίωσης στην ΕΕ, αλλά και μεταξύ αριστερής και δεξιάς υποστήριξής της;

Περαιτέρω, η ΕΕ αποτελεί μόρφωμα που κρατείται τεχνητά στη ζωή ή αποτελεί, καλώς ή κακώς, πραγματικότητα την οποία δεν μπορούμε να αγνοήσουμε; Υπάρχει μία ευρωπαϊκή εργατική τάξη ή η ταυτότητά της παραμένει εθνική; Ποιο πρέπει να είναι το σημείο αφετηρίας της Αριστεράς, το εθνικό ή το ευρωπαϊκό;

Ο καπιταλισμός προωθεί την ευρωπαϊκή ενοποίηση ή την αναστέλλει; Μπορούμε να διακρίνουμε, ή ακόμα και να αποκόψουμε, την οικονομική από την πολιτική ενοποίηση;

Είναι εφικτή, και υπό ποιες προϋποθέσεις, η πραγμάτωση του συνθήματος για τις “Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης”; Αν ναι, υπάρχουν κίνδυνοι στο εγχείρημα αυτό, αν περιχαρακωθεί τόσο από τους ισχυρούς (π.χ. ΗΠΑ) όσο και από τους ανίσχυρους (Ασία, Αφρική, καθώς και τους μετανάστες που προέρχονται απ’ αυτές); Δηλαδή με ποιες προϋποθέσεις μπορεί να αποφευχθεί ένας ευρωπαϊκός σωβινισμός, υπέρ ενός πραγματικού διεθνισμού;

Έχει σημασία η διαφορά μεταξύ ευρωζώνης και ΕΕ ως πολιτικών προβλημάτων; Ή η εναντίωση στο “ευρώ” ταυτίζεται με την εναντίωση στην ΕΕ;”

Ομιλητές

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Δρ Φιλοσοφίας

Γιώργος Κρεασίδης: μέλος ΝΑΡ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Cosmopolitan Communist: μέλος της αόρατης επιτροπής της αντεθνικής προλεταριακής εξέγερσης

Δημοσθένης Παπαδάτος: μέλος συντακτικής ομάδας του RedNotebook

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Cosmopolitan Communist: Παρατηρώντας τους ριζοσπαστικούς χώρους της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια, βλέπουμε μια έντονη παραγωγή λόγων γύρω από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια πραγματική έκρηξη της ιδεολογίας στο συγκεκριμένο θέμα. Στην εισήγησή μου θα προσπαθήσω να τους καταγράψω, να τους ταξινομήσω και να κάνω μια γενεαλογία τους, όχι για να επιβεβαιώσω την όποια δική μου κλειστή κοσμοθεωρία σε αυτό το ζήτημα, αλλά για να επανεκκινήσω μια διαδικασία κριτικής.

Δεν με ενδιαφέρει μια κριτική ουδέτερη, αντικειμενική και αμερόληπτη, αυτά τα αφήνω στους νεοφιλελεύθερους και στις νεοφιλελεύθερες, στα αυτοαποκαλούμενα ολοκληρωμένα Καρτεσιανά υποκείμενα που φαντασιώνονται ότι διαθέτουν καθαρή θέση για τα πάντα. Ο τρόπος που θέλω να παρέμβω στη συζήτησή μας, έχει μια ξεκάθαρα μεροληπτική και υποκειμενική θέση. Αυτή είναι προλεταριακή, φεμινιστική και αντιεθνιστική με αιχμή την εναντίωση στον εθνικισμό και την πατριαρχία της χώρας που ζω, στον τρόπο που διαμορφώνεται τόσο από τα πάνω όσο κι από τα κάτω.

“Ο εχθρός είναι στην ίδια μας τη χώρα”, είναι η χαρακτηριστική φράση που είπε ο Κάρλ Λίμπνεχ, τη πρωτομαγιά του 1916 στο Βερολίνο μπροστά σε 10.000 διεθνιστές και διεθνίστριες, εργάτες και εργάτριες, που κατέβηκαν σε αντιπολεμικό συλλαλητήριο κόντρα στον Γερμανικό σοσιαλσοβινισμό του SPD. Αυτή ήταν η μόνη φράση που πρόλαβε να πει πριν τον συλλάβει η Γερμανική αστυνομία για την εθνοπροδοτική του προπαγάνδα και ακολουθήσουν ταραχές. Αυτό πρέπει να είναι το σύνθημα που να ορίζει και τη σύγχρονη Κομμουνιστική οπτική.

Επιστρέφοντας στην σημερινή συγκυρία του Ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, ας δούμε τις απόψεις των σημαντικότερων αριστερών ομάδων, στο θέμα.

Θα ξεκινήσω, προσεγγίζοντας τη θέση του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ για την ΕΕ, όπως αποτυπώνεται στα προγραμματικά κείμενα διαβούλευσης για την εξωτερική πολιτική. Στα κείμενα αυτά το εθνικό συμφέρον είναι δεσπόζον σημαίνον. Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ αποτελεί σημαντικό παράγοντα της εξωτερικής της πολιτικής, όσον αφορά το διεθνή της ρόλο και τη διαπραγματευτική της δύναμη, τις διεθνείς οικονομικές τις σχέσεις, τις σχέσεις της με χώρες εκτός ΕΕ και την αντιμετώπιση διεθνών προκλήσεων όπως η διαχείριση των μεταναστευτικών και προσφυγικών κυμάτων.

Αν λοιπόν, η σημερινή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι να χρησιμοποιεί οικονομικά τους μετανάστες για λογαριασμό του ελληνικού κεφαλαίου και ταυτόχρονα ως εργαλείο γεωπολιτικού εκβιασμού  υποβιβάζοντάς τους σε κύματα και ροές, αυτό δεν είναι μια παρέκκλιση, αλλά είναι μια θέση ήδη κωδικοποιημένη με τρόπο ωμό και κομψό στο πρόγραμμά του. Στα ίδια προγραμματικά κείμενα υπογραμμίζεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί δύναμη ευρωσκεπτικισμού και απορρίπτει την άνοδο του εθνικισμού ως απάντηση στην πολιτική της ΕΕ. Αυτό το αξίωμα συνοδεύεται από μια εκτεταμένη ανάλυση που κατηγορεί την εξωτερική πολιτική της Βόρειας Ευρώπης για την αστάθεια στη Μέση Ανατολή, ενώ μιλάει για ένα νέο ευρωαντλαντικό, ψυχροπολεμικό κλίμα με στόχο τη Ρωσία. Παράλληλα αναλύεται μια ασυμμετρία Βορρά-Νότου, σύμφωνα με την οποία οι Νότιες χώρες είναι αποικίες χρέους του Βορρά. Έχουμε δηλαδή μια αντιιμπεριαλιστική ανάλυση που προσωποποιεί την επέκταση του κεφαλαίου στις πολιτικές των ΗΠΑ, της Γερμανίας και της Αγγλίας, ενώ βλέπει παραδείγματος χάριν άλλες ισχυρές καπιταλιστικές χώρες ως θύματα των ιμπεριαλιστών. Κατ' αυτόν τον τρόπο ερμηνεύει όλους τους ανταγωνισμούς των καπιταλιστικών κρατών του τρίτου κόσμου σαν συνέπεια των δράσεων των μεγάλων δυνάμεων και υποβαθμίζει τις ενδογενείς αντιθέσεις στους εγγύς κυματισμούς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται λοιπόν να γίνεται ο θιασώτης ενός εθνικού οράματος διαμεσολάβησης ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή. Μια τριγωνική πολιτική που παραμένει ο πυρήνας του ελληνικού ιμπεριαλισμού, ακριβώς με τη μορφή της αυτοδύναμης εξωτερικής πολιτικής όπως εγκαινιάστηκε απ' το ΠΑΣΟΚ του '81. Ο βίαιος, εξοντωτικός χαρακτήρας της πολιτικής της δεκαετίας του '90 φάνηκε πολύ πιο άγρια και απροκάλυπτα. Ήταν το ίδιο κράτος, που με όλη του την αστική τάξη στήριξε την ελληνοσερβική φιλία και τη γενοκτονία 8000 Σλάβων στη Βοσνία ενώ την ίδια στιγμή έδωσε γη και ύδωρ στο ΝΑΤΟ στους βομβαρδισμούς του ‘99 για να εξασφαλίσει τα κεφάλαια του. Είναι η ίδια χώρα άλλωστε που χρόνια μόλις πριν, χρησιμοποιούσε τη θέση της στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ για να αποικίσει οικονομικά τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με κορύφωση το εμπάργκο που της επέβαλλε το ’94-‘96. Ταυτόχρονα κατάφερνε να κινητοποιήσει τον εθνικό κορμό, μέσω των  media, των κομμάτων, των συνδικάτων και της εκκλησίας σε ένα αντιαμερικανικό κίνημα αξιοποιώντας τις αριστερές και ακροδεξιές ιδεολογίες για τις ανάγκες της εξωτερικής του πολιτικής.

Η τριγωνική διπλωματία γενικά απέδωσε οφέλη απτά σε πολλά παραδείγματα, για παράδειγμα, το ελληνικό κεφάλαιο κατάφερε να διατηρήσει προνομιακή θέση στη Σερβία και να συμμετέχει μαζί με το ΝΑΤΟ στη στρατιωτική κατοχή του Κοσόβου.

Η φιλειρηνική πολιτική των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν είναι παρά μια εμβάθυνση της διαχρονικής πολιτικής των ελληνικών think tanks που συνενώνει άκρα δεξιά και πατριωτική αριστερά. Επιδιώκεται μία γεωπολιτική πρόσοδος από την εκμετάλλευση της γεωγραφικής της θέσης μέσα απ' τη διαμεσολάβηση και τους επεκτατικούς στόχους ισχυρότερων καπιταλιστικών κρατών, με τρόπο που να οξύνει παράλληλα τις αντιθέσεις στο εσωτερικό των δεύτερων. Υπάρχει σταθερά άλλωστε τα τελευταία 25 χρόνια επίσης, σε διάφορες μιλιταριστικές δεξαμενές σκέψης στον κρατικό και παρακρατικό μηχανισμό η φαντασίωση για μια στρατηγική συμμαχία των ορθόδοξων κρατών που θα αναπαράγει με σταθερό τρόπο τα συμφέροντα του ελληνικού ιμπεριαλισμού.

Φυσικά, απέναντι στους οπαδούς μιας οποιαδήποτε θεωρίας εξάρτησης, η θέση μου είναι ότι η Ελλάδα δεν εκπροσωπεί κάποια ευρωπαϊκά, ρωσικά ή αμερικανικά, συμφέροντα αλλά ελληνικά.

Επέλεξα να μιλήσω για την ελληνική γεωπολιτική και τη σημασία της ΕΕ σε αυτή για την υποτίμηση της εργατικής τάξης και των μεταναστών-μεταναστριών από την μεριά του ελληνικού κεφαλαίου και όχι να σταθώ σε δίπολα που θεωρώ εύκολα ενσωματώσιμα στη διαλεκτική του εθνικισμού και της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Η γεωπολιτική σημασία των διακρατικών συμφωνιών είναι αυτή που κάνει εντέλει τις διάφορες μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου και κομμάτια της εργατικής τάξης να υποστηρίζουν την παραμονή στην Ε.Ε.

Ας δούμε όμως πως προσεγγίζουν το θέμα της Ε.Ε. και οι υπόλοιπες αριστερές δυνάμεις.

Η ΛΑΕ κινείται ξεκάθαρα προς την κατεύθυνση της εθνικής παραγωγικής ανασυγκρότησης, σε συνεργασία με τους αναδυόμενους ιμπεριαλισμούς της Ρωσίας και της Κίνας και πλήρη ρήξη με την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. Επιδιώκει ένα φθηνό νόμισμα έτσι ώστε να καταστεί η χώρα μία ανταγωνιστική αγροτική και βιομηχανική  οικονομία. Στην ουσία αποζητεί μεγαλύτερη υποτίμηση της εργασίας για να σωθεί η παραγωγικότητα και η αξιοποίηση.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτελεί την πιο ριζοσπαστική εκδοχή αυτού του προγράμματος. Προβάλλει το μοτίβο μιας πιο άμεσης σοσιαλιστικής συσσώρευσης σε μία κρατικοποιημένη συνεταιριστική οικονομία που όμως θα συνεχίσει να λειτουργεί με γνώμονα την παραγωγικότητα και την αξιοποίηση. Το αίτημα για τη συγκρότηση της αυτονομίας του πολιτικού προλεταριάτου δεν αποτελεί καθόλου σημείο εκκίνησης. Έτσι έχουμε μια επανεδαφικοποίηση από το διεθνή ταξικό πόλεμο σε μία εθνική διαχείριση του προβλήματος.

Θέλω επίσης να αναφερθώ στην πιο καιροσκοπική γραμμή που εκφράστηκε εντός του ΣΥΡΙΖΑ από τον κύκλο του Γιάννη Μηλιού. Η άποψη αυτή συμπυκνώνεται στη θέση ότι η ανατίμηση της εργατικής τάξης θα γίνει χωρίς σύγκρουση απέναντι στο ελληνικό κεφάλαιο αλλά μέσω ενός διπλωματικού μηχανισμού παρατεταμένου οικονομικού πολέμου με το εσωτερικό της Ε.Ε. που θα περιλαμβάνει στάση πληρωμών. Όμως χωρίς πραγματική μάχη για την αναγνώριση των αναγκών του διεθνούς προλεταριάτου ενάντια στη  μικρή, μεσαία και μεγάλη εργοδοσία κάτι τέτοιο δεν θα είναι παρά η διαιώνιση ενός καθεστώτος έκτακτης ανάγκης όπου η κυβέρνηση θα αποδίδει την υποτίμηση στους ξένους τοκογλύφους και θα υπόσχεται παροχές που δεν θα μπορεί να εκπληρώσει.

Όσον αφορά το ΚΚΕ, η μη συμμετοχή του στις εκδηλώσεις της αντιμνημονιακής εθνικής ενότητας, όπως οι αγανακτισμένοι και το «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα υποτίθεται ότι είναι δείγμα δογματικής εμμονής στη διαρκή επανάσταση και στη μη αποδοχή κάθε είδους ενδιάμεσων δημοκρατικών αιτημάτων. Υπάρχει ακόμα και η σκανδαλολογία ότι το ΚΚΕ είναι υπέρ του ευρώ και της Ε.Ε.

Το ΚΚΕ ωστόσο παραμένει ένα εθνικιστικό κόμμα, πιστό στις αρχές του σοβιετικού μαρξισμού. Καταγγέλει το ΝΑΤΟ ότι υπονομεύει την εθνική ανεξαρτησία και θεωρεί ότι μόνο το δικό του σοσιαλιστικό πρόγραμμα μπορεί να εξασφαλίσει τη ρήξη με την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ.

Το βασικό ερώτημα κατά τη γνώμη μου είναι πως μπορεί να οργανωθεί ένας διεθνιστικό εσωτερικός εχθρός στις χώρες της Ευρώπης είτε αυτές ανήκουν στην Ε.Ε. είτε όχι. Πως θα αναπτυχθεί καλύτερα η συνεργασία ανάμεσα στις ριζοσπαστικές αντιστάσεις σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό. Είναι προτεραιότητα η ανάδειξη της σύνδεσης ανάμεσα στην έμφυλη, ταξική και φυλετική καταπίεση σε κάθε κοινωνία. Ή σύγκρουση με τον καπιταλισμό και το κράτος είναι αλληλένδετη με την πάλη ενάντια στην πατριαρχία και το ρατσισμό και αντισημιτισμό. Για να είναι πραγματικά αιχμηρή και μη ενσωματώσιμη η συνολική εναντίωση σε αυτά τα συστήματα εξουσίας βασικός όρος για κάθε κίνημα είναι να εναντιώνεται πρώτα και κύρια στο κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό της δικής του χώρας.

Όταν η συζήτηση μετατοπίζεται από τη συγκρότηση του εσωτερικού εχθρού ενάντια στο ελληνικό κράτος προς μία επαναστατική κατεύθυνση στο ποια θα είναι η εξωτερική του πολιτική, αν δηλαδή θα ασκεί την καπιταλιστική αναδιάρθρωση στα πλαίσια διακρατικών συμφωνιών υπάρχει ένας εκτροχιασμός. Ο εκτροχιασμός αποπροσανατολίζει τις ενστάσεις των από τα κάτω και εγκλωβίζει το ανταγωνιστικό κίνημα σε ένα εθνικό επιβιωτισμό.

Δημοσθένης Παπαδάτος: Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι δε νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει αριστερή υποστήριξη στην Ε.Ε. και μάλιστα μετά από την ελληνική εμπειρία.

Όταν αναφερόμαστε στην Ε.Ε. μιλάμε για την Ευρώπη όπως το κεφάλαιο κατάφερε να ενώσει μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ο Λένιν, όταν αναφερόταν στην ανάγκη δημιουργίας των ηνωμένων πολιτειών της Ευρώπης τόνιζε την σημασία του οικονομικού περιεχομένου αυτής της ένωσης: αν το οικονομικό περιεχόμενο είναι ο καπιταλισμός τότε η ένωση θα είναι είτε ανεφάρμοστη είτε αντιδραστική.

Κάποια χρόνια αργότερα ο Χάγιεκ θα πει: «ο διακρατικός φεντεραλισμός είναι το πιο χρήσιμο εργαλείο αν θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι τα ειδικά συμφέροντα (π.χ. τα εργατικά) δε θα επιδρούν στην κρατική πολιτική». Αν δεν υπάρχει δηλαδή ένα κέντρο επί του οποίου μπορούν τα εργατικά κινήματα να ασκήσουν πίεση και επιρροή.

Σύμφωνα με τον Πουλαντζά ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής χαρακτηρίζεται από μία διπλή ταυτόχρονη τάση: η πρώτη είναι να αναπαράγεται ο καπιταλισμός σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό (συνήθως ένα έθνος) και η δεύτερη να επεκτείνεται πολύ πέρα από τα όρια αυτού του σχηματισμού.

Οι λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό δεν είναι αντικειμενικοί αλλά εξαρτώνται από μία ορισμένη ισορροπία δυνάμεων σε κάθε ιστορική συγκυρία. Συνεπώς δε νοείται Ε.Ε. χωρίς την ισορροπία που διαμορφώνεται από τους ταξικούς αγώνες σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό.

Η Ε.Ε. πρέπει να κατανοηθεί ως συνισταμένη τριών παραγόντων: 1) η ισορροπία εντός κοινωνικών σχηματισμών-κρατών, οι οποίοι έχουν διαφορετική βαρύτητα ανάλογα με τη χώρα, 2) οι διακρατικοί ανταγωνισμοί μεταξύ άνισων εθνικών στρατηγικών και 3) οι παρεμβάσεις από άλλους υπερεθνικούς θεσμούς όπως η ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα και η Κομισιόν με σκοπό να εξαλείψουν οποιαδήποτε δυνατότητα λαϊκής κυριαρχίας η οποία έχει επιβιώσει σε επίπεδο εθνικού κράτους.

Η ελληνική περίπτωση πρόσφερε πολλά παραδείγματα παρεμβατικότητας των θεσμών προς αυτή την κατεύθυνση, όπως η απόρριψη των ελληνικών ομολόγων λίγες μέρες μετά την άνοδο του Σύριζα, η απόφαση της ευρωπαϊκής τράπεζας να σταματήσει τη χρηματοδότηση των τραπεζών και να επιβάλλει capital controls λίγες μέρες πριν το δημοψήφισμα και η καθυστέρηση στη χρηματοδότηση για το προσφυγικό.

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια εκρηκτική αντίθεση: από τη μία ο μόνος τρόπος να σκεφτούμε την οποιαδήποτε κοινωνική αλλαγή είναι μέσω κινημάτων και αντινεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων ενώ την ίδια στιγμή έχουμε την εμπειρία ότι τα κινήματα ή οι κυβερνήσεις αυτού του είδους είναι κραδασμοί που η Ε.Ε. μπορεί εύκολα να απορροφήσει και να εξουδετερώσει.

Η δεύτερη αντίφαση είναι ότι για να σκεφτούμε μία πολιτική υπέρ των δυνάμεων εργασίας χρειάζονται βαθμοί νομισματικής κυριαρχίας ενώ την ίδια στιγμή η εμπειρία αποδεικνύει ότι καμιά απόπειρα ανάκτησης εθνικής νομισματικής κυριαρχίας δεν μπορεί να περάσει αδιάφορη από την ίδια την Ε.Ε.

Στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συζήτησης σε σχέση με την Ε.Ε. θεωρούμε ότι είναι αναγκαία μια ευρεία συνδιάσκεψη των δυνάμεων της αντιπολιτευόμενης Αριστεράς που αντιλαμβάνονται το ζήτημα της Ε.Ε. ως διαχωριστική γραμμή απέναντι σε άλλες απόψεις. Αυτές οι δυνάμεις οφείλουν να συζητήσουν όχι μόνο τους όρους ανάκτησης της νομισματικής κυριαρχίας αλλά και τους όρους ύπαρξης πέρα από τον καπιταλισμό. Έχει κεφαλαιώδη σημασία η προετοιμασία του πολιτικού υποκειμένου που θα είναι έτοιμο να αναλάβει τη ρήξη. Στα πλαίσια αυτά μπορούμε να σκεφτούμε ότι απέναντι στην ισχύ και στους εκβιασμούς οφείλουμε να αντιτάξουμε ισχύ και όχι επιχειρήματα και προπαγάνδα.

Με όρους λοιπόν πραγματικού σχεδιασμού στρατηγικής και όχι προπαγάνδας το κρίσιμο είναι να δούμε τις προϋποθέσεις για να σκεφτούμε στη χώρα μας αρχικά (αλλά όχι μόνο) τη ζωή μετά τον καπιταλισμό. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ασκείς έλεγχο στις χρηματικές ροές, στο δημόσιο προϋπολογισμό, στις πιστώσεις, στις εισαγωγές κτλ.

Ένα τέτοιο παράδειγμα δημιουργίας μίας συνθήκης που καλύπτει ανάγκες σε μικροκλίμακα είναι το City Plaza στην Αθήνα.

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Η δική μου ανάλυση δεν θα είναι ένας λόγο περί στρατηγικής αλλά για να σκεφτούμε πέρα απ' τη δεδομένη κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γι' αυτό θα μπορούσε να έχει ως τίτλο “Η Ευρώπη ως μέθοδος”.

Πλέον γνωρίζουμε όλοι και έχουμε κάνει την απαραίτητη διάκριση μεταξύ Ευρώπης, ευρωπαϊκός χώρος, ευρωπαϊκά ιδεώδη, παράδοση και πολιτική και άλλο Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ΕΕ είναι ο μηχανισμός αυτού του χώρου, στον οποίο μέσα υπάρχουν συγκρούσεις, πολιτικές κλπ.

Θα ήθελα, λοιπόν,  να προσεγγίσω το ερώτημα μιας αριστερής πολιτικής όσων αφορά την ΕΕ με αφετηρία δύο γραμμές θέσεων: η πρώτη αφορά το τι είναι μια ολοκλήρωση και η δεύτερη όσων αφορά το θέμα της ισχύος, το οποίο περιλαμβάνεται στην στρατηγική, αλλά εγώ θέλω να το προσεγγίσω με έναν διαφορετικό τρόπο.

Σχετικά με το μοντέλο ολοκλήρωσης: δεν υπήρξε άλλο παράδειγμα εκτός από αυτό στο οποίο ήμασταν μάρτυρες και το οποίο πιθανά να βρίσκεται στο συγκλονιστικό τέλος του. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι ίσως η μοναδική υπαρκτή παγκοσμιοποίηση.

Αντιλαμβάνομαι μια ολοκλήρωση με την έννοια της ενσωμάτωσης, δηλαδή φτιάχνω ένα όλο ενσωματώνοντας μέρη, σε δύο επίπεδα. Πρώτον ως μία πλειάδα σχέσεων σε ένα οριζόντιο επίπεδο όπου αναπτύσσονται σχέσεις μεταξύ των μελών (μέλη κράτη εντός της ΕΕ). Τα άτομα, οι ομάδες, οι τάξεις που υπάρχουν στο οριζόντιο επίπεδο βρίσκονται σε μια μη γραμμική σχέση, επιδρούν ο καθένας στον τρόπο του άλλου και όχι στην άμεση επίδραση στον χαρακτήρα. Συνεπώς είναι μια δικτυακή λειτουργία όπου όλες οι δράσεις αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Δεύτερον στον κάθετο άξονα, ο σχηματισμός ενός όλου, υπάρχουν πράγματι περιπτώσεις όπου το όλο φτιάχνεται με τρόπο κλειστό, σύμφωνα με τον τύπο του οργανικού όλου όπου τα μέρη του είναι όλα μέρη ενός συστήματος, χωρίς να έχει δυνατότητες να ανασχηματιστεί σε νέες μορφές. Η ολοκλήρωση και συγκεκριμένα η ΕΕ, έχει αυτό το χαρακτηριστικό.

Αυτό  είναι μια αναδιατύπωση της παλιάς μαρξιστικής θέσης, ότι μπορεί να υπάρξει μια συμπύκνωση της ταξικής πάλης στην Ελλάδα και τα αποτελέσματα της να είναι πολύ πιο αδύναμα απ' ότι στην Ισπανία, στην Πορτογαλία ή στη Γερμανία. Υπάρχει δηλαδή, όχι απλώς η ανισότητα στα αποτελέσματα των δράσεων και των σχέσεων αλλά και το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχουν ολοκληρώσεις ή να δημιουργούνται συνέχεια μορφές σε ένα μέρος και αυτό που είναι σήμερα μέρος να είναι αργότερα όλον.

Επομένως το όλον διαλύεται, φτιάχνεται, καταστρέφεται και ξαναδημιουργείται. Αυτή η παρατήρηση είναι πάρα πολύ σημαντική, γιατί αυτό στο οποίο εγώ θα ήθελα να κάνω κριτική είναι η λογική του απόλυτου τέλους της ΕΕ και του ευρωπαϊκού χώρου. Νομίζω ότι αυτή είναι μια μη υλιστική τοποθέτηση και θέση και αν θέλουμε να αποφύγουμε τέτοιες αντιλήψεις απόλυτης αποδυνάμωσης του κράτους, των μαζών και των υποκειμένων και καταστροφή (που κατά τη γνώμη μου είναι το χαρακτηριστικό που κυριαρχεί στους λόγους μετά την ελληνική εμπειρία) νομίζω ότι αυτό πρέπει να αποφευχθεί και για να αποφευχθεί πρέπει να συλλάβουμε την ένωση σαν ανοιχτή ολοκλήρωση τόσο σε οριζόντιο όσο και σε κάθετο επίπεδο.

Υπάρχει μια πολύ μεγάλη παράδοση στο μαρξισμό, η οποία κατά τη γνώμη μου έχει πάρα πολύ μεγάλο πλούτο αλλά αυτή τη στιγμή θέτει ορισμένα εμπόδια στο να μπορέσουμε να συλλάβουμε τις σημερινές εξελίξεις. Δεν υπάρχει μαρξιστής που να μην αντιλαμβάνεται την έννοια της ισχύος με τον παραδοσιακό λενινιστικό τρόπο που υπονοούσε και το απόσπασμα που διάβασε και ο Δημοσθένης: ότι η ισχύς είναι μια απλή επιβολή ενός μέρους απέναντι σε ένα άλλο. Το μοντέλο το οποίο εγώ θα ήθελα να προτείνω είναι της σύνθετης ισχύος. Και νομίζω ότι μόνο μέσα από ένα μοντέλο ολοκλήρωσης μπορούμε να σκεφτούμε ένα τέτοιο μοντέλο.

Δε θα είχα καμιά αντίρρηση να αποδεχτώ το τι συμβαίνει στο επίπεδο του κράτους, με όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως. Θα μπορούμε να ορίσουμε το ευρωπαϊκό κράτος ως το σύνολο των τυπικών και άτυπων μορφών, όπως είναι η Κομισιόν, το Eurogroup κτλ. που «φτιάχνουν» το ευρωπαϊκό κράτος που λειτουργεί με τον αυταρχικό-εξαναγκαστικό τρόπο που ήδη περιγράφηκε . Πρόκειται για μια νέα μορφή κυριαρχίας που κατά τη γνώμη μου είναι δείκτης αδυναμίας, των κυρίαρχων τάξεων και του νεοφιλελευθερισμού. Η κρίση ηγεμονίας που υπάρχει δεν θα έχει καμία σημασία αν δεν φανταστούμε και δεν δεχτούμε ότι εκτός απ' αυτήν την δομή, δηλαδή τη βαθμίδα του κυρίαρχου ευρωπαϊκού κράτους, υπάρχει μέσα στον ίδιο χώρο, τον ευρωπαϊκό και η βαθμίδα των από τα κάτω, δηλαδή των κινήσεων των πολιτών, των μαζών, των κινημάτων. Αυτή όμως είναι μια βαθμίδα για την οποία δεν μπορούμε να μιλήσουμε με τον ίδιο τρόπο σε ότι αφορά το θέμα της ισχύος. Στο κράτος έχουμε Gewalt (λειτουργία), αλλά από τα κάτω έχουμε puissance δηλαδή ισχύς. Αυτό είναι το όριο του μαρξισμού, όσων αφορά την έννοια της ισχύος και της εξουσίας. Πρέπει να επαναφέρουμε μια διαλεκτική σχέση της ισχύος και της κρατικής εξουσίας για να μπορέσουμε να είμαστε κάπως πιο ρεαλιστές και ίσως πιο αισιόδοξοι.

Με αυτή την έννοια πρέπει πάντοτε να φανταζόμαστε την αντίδραση στον ευρωπαϊκό χώρο, ότι δηλαδή υπάρχει μια διαπάλη στο εσωτερικό αυτού του χώρου. Για μένα δεν υπάρχει έξω, διότι τα χαρακτηριστικά των ολοκληρώσεων που σας περιέγραψα νωρίτερα και ειδικότερα ότι μέσα στην ολοκλήρωση έχουμε έναν ενιαίο χώρο στον οποίο συνυπάρχουν δύο αντίθετες δυνάμεις, σημαίνει ότι ότι παίζεται είναι στο εσωτερικό αυτού του χώρου. Συνεπώς δεν μπορώ να εγκαλούμαι ως υποκείμενο, ηθικά, και να απαντήσω ναι ή όχι στην ΕΕ ούτε σήμερα ούτε τη δεκαετία του '80 η Ελλάδα έγινε μέλος σε αυτό το μηχανισμό. Δεν μπορώ να θεωρήσω ότι είναι παραγωγική η απλή αυτή απάντηση, διότι έτσι σημαίνει ότι εγκαλούμαι να απαντήσω σχεδόν ηθικολογικά, σε μια ερώτηση που μου επιβάλλει κάποιος άλλος ισχυρότερος από εμένα.

Αυτό η διαπίστωση μου δίνει ίσως το δικαίωμα να απαντήσω στα ερωτήματα που μου θέτετε  με έναν τρόπο πλάγιο και διαγώνιο. Με αυτή την έννοια η βασική μου τοποθέτηση που εισάγω είναι μέσα και εναντίον. Δεν υπάρχει έξω από μια ολοκλήρωση. Αυτό δεν σημαίνει πειθαναγκασμό ή υποταγή. Αλλά ό,τι έχουμε να παλέψουμε, ότι έχουμε να αντισταθούμε και να επινοήσουμε πολιτική, βρίσκεται μέσα σε αυτόν τον ενιαίο χώρο, μαζί με όλα τα κινήματα και τις μορφές της ταξικής πάλης, εναντίων αυτού του αυταρχικού και βάναυσου μηχανισμού.

Θα ήθελα, τώρα, να εισάγω την εξής παρατήρηση όσων αφορά τη σκέψη πέρα απ' την ΕΕ. Η ΕΕ είναι προϊόν του Β' Παγκοσμίου πολέμου και αυτό προέκυψε από τις συμφωνίες που υπήρξαν από το '45, '47 μέχρι και το '57. Οι μεταπολεμικές ισορροπίες καθόρισαν τον τρόπο ίδρυσης της ΕΕ. Το '89, με τη πτώση του τοίχους υπήρξε μια επιβεβαίωση του οράματος της ολοκλήρωσης και ταυτοχρόνως η αρχή μιας καταστροφικής διαχείρισης με τη γνωστή νεοφιλελεύθερη διαμόρφωση που ακολούθησε και επιβεβαιώθηκε με το Μάαστριχτ. Το 2008 ήταν το τρίτο κομβικό στοιχείο ιστορικά, η εμφάνιση της οικονομικής κρίσης και η περιπλοκή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με αφορμή την οικονομική κρίση, στο ειδικό σημείο που λέγεται Ελλάδα. Όλες οι αντιφάσεις της συμπυκνώθηκαν εκεί.

Μετά την οικονομική κρίση του 2008, η ΕΕ με τον νεοφιλελεύθερο τρόπο που διαμορφώνονταν άρχισε να προσεγγίζει ένα σημείο μη αντιστροφής. Αυτή όμως η ιστορική αναδρομή, μας δείχνει ότι παρά τη γενική εντύπωση, ότι μετά τη πτώση του κομμουνισμού ο κόσμος κατευθυνόταν προς ένα παγκόσμιο σύστημα με πλοηγό την αγορά, η οικονομική κρίση του 2008 επαναφέρει τα έθνη-κράτη ως καθοριστικούς παράγοντες της διεθνούς πολιτικής. Είναι η επιστροφή του γεωπολιτικού ανταγωνισμού στην Ευρώπη; Η ενίσχυση των διμερών σχέσεων; Αυτές οι σχέσεις έχουν αρχίσει να παρακάμπτουν τις μεταπολεμικές πολυμερείς δομές, όπως η Ατλαντική συμμαχία, που υπήρχα για πάνω από έξι δεκαετίες και οργάνωναν τις Ευρωπαϊκές πολιτικές. Η επιστροφή της Κίνας, οι δημοσιονομικές κρίσεις και γενικά η μετάβαση από τη γεωπολιτική στη γεωστρατηγική είναι επίσης σημαντική. Για μένα όμως αυτό το σημείο της γεωστρατηγικής που χρησιμοποίησε και ο σύντροφος Τόνι, δεν είναι πρόσφορο έδαφος για να σκεφτούμε τι υπάρχει μετά την ΕΕ σε μια συνεχή εναλλαγή των ολοκληρώσεων.

Το βασικό πρόβλημα και αντίφαση σήμερα, είναι ότι ενώ παραμένουν τα προβλήματα πολύπλοκα, αναδεικνύεται μια σκέψη που αναζητεί την απλότητα και την απλοϊκότητα. Και σ' αυτό ανταποκρίνεται η παράσταση ότι στις μέρες μας τα πράγματα με τη γεωστρατηγική ή τη γεωπολιτική είναι ένας ανταγωνισμός εθνών κρατών. Νομίζω ότι η εξήγηση αυτής της περιπλοκότητας με μια απλοϊκότητα, είναι που πρέπει να ξεπεράσουμε. Και εδώ είναι το πρόβλημα της ΕΕ και κάθε ολοκλήρωσης, ότι γίνεται η παγκοσμιοποίηση και η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση χωρίς να υπάρχει ένα όραμα. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ήταν η μόνη που διέπονταν παλιότερα απ' ένα όραμα κανονικοποίησης και πειθαρχίας, δηλαδή συγκρότησης των υποκειμένων.

Πρέπει κατά τη γνώμη μου να υπάρχει πάντα μια υπερκείμενη βαθμίδα αναφοράς, ένας κοινός ορίζοντας προσανατολισμού και κατασκευής παραστάσεων. Μια βαθμίδα φαντασίας στην οποία όλα όσα συμβαίνουν, οι αλληλεπιδράσεις σε οριζόντιο επίπεδο, να επιτρέπουν μια ισορροπία στην διαδικασία συγκρότησης και διάλυσης των υποκειμένων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι πάντοτε απαραίτητη μια ολοκλήρωση.

Συνεπώς το θέμα της ολοκλήρωσης είναι η ιστορική απάντηση στο θέμα ότι για να προχωρήσουμε πρέπει να έχουμε μια κοινή παράσταση σε μια δεδομένη εποχή. Με αυτή την έννοια δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει τέλος μιας ολοκλήρωσης ή αν υπάρχει, σχετίζεται απλά με την έννοια της επανέναρξης της και του ανασχηματισμού της. Η τελική θέση είναι ότι το πλεονέκτημα μια ολοκλήρωσης, εκτός απ' τα προηγούμενα, είναι ότι κινούμαστε στο διεθνικό πεδίο και όχι στο εθνικό. Το σημείο που αναπτύσσονται οι ταξικοί αγώνες και έχουν καλύτερη τύχη, αλλά και ο τόπος του κομμουνισμού δεν είναι το έθνος, ούτε το διεθνές πεδίο. Είναι το ανάμεσα στα κράτη-έθνη , ανάμεσα στα άτομα και που μόνο μια ολοκλήρωση έχει αυτό το στοιχείο του ανάμεσα. Διότι εκεί στο ανάμεσα υπάρχει ή το κεφάλαιο ή η πολιτική. Έχουμε λοιπόν τη δυνατότητα με το trans-national να εγγραφούμε σε αυτό το ανάμεσα  υπερασπιζόμενη τη δυνατότητα της πολιτικής έναντι του κεφαλαίου.

Γιώργος Κρεασίδης: Να ξεκινήσω με μερικές αφετηριακές διαπιστώσεις μετά και την εμπειρία της κρίσης και του τρίτου μνημονίου.

Το πρώτο είναι ότι κάθε αγωνιστική διεκδίκηση που είχαμε τα προηγούμενα χρόνια ενάντια στα μνημονιακά μέτρα με στόχο να υπερασπιστούμε δικαιώματα και ελευθερίες της κοινωνικής και εργαζόμενης πλειοψηφίας, σκοντάφτει στην ευρωπαϊκή ένωση, τους θεσμούς της, τις οδηγίες και συμφωνίες οι οποίες διέπουν τη λειτουργία της και τις στρατηγικές της επιλογές έτσι όπως διατυπώνονται στα κείμενα της. Το είδος των εργασιακών σχέσεων, το ύψος του βασικού μισθού, το αν θα επιβληθούν όρια στις πιστώσεις, το που θα πάνε οι δαπάνες της υγείας και αν θα αφορούν προσλήψεις ή τη λειτουργία του νοσοκομείου, σκοντάφτουν επίσης σε τέτοιου είδους ρυθμίσεις.

Δεύτερο στοιχείο, τα μνημόνια εφαρμόζονται και περιγράφονται μέσα απ' τους θεσμούς και τις συμφωνίες της ΕΕ και των επιμέρους θεσμών όπως είναι η ΕΚΤ. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά το δημοψήφισμα και την πολύ μεγάλη πίεση προς τη κυβέρνηση για να υπογράψει το τρίτο μνημόνιο η διαδικασία που θα ακολουθούνταν αν δεν είχε συμβιβαστεί η κυβέρνηση ήταν σύνοδος κορυφής της ΕΕ και όχι κάποιο άλλο όργανο της Ευρωζώνης.

Ένα τρίτο στοιχείο, που θα πρέπει να το ιεραρχήσουμε πολύ ψηλά είναι ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ σημαίνει δέσμευση απέναντι στη διατλαντική συμφωνία (TTIP) η οποία με σαφή τρόπο θέτει σε προτεραιότητα τις ανάγκες των πολυεθνικών και σε δεύτερη μοίρα τα δημοκρατικά εργασιακά δικαιώματα, τη προστασία του περιβάλλοντος και ότι έχει απομείνει από τη δημοκρατική διαδικασία.

Ένα τέταρτο στοιχείο είναι η έκρηξη του προσφυγικού και η αντιμετώπιση την οποία τυγχάνει, η οποία αναδεικνύει την ίδια τη φύση της ΕΕ, μέσα κυρίως από τη συμφωνία ΕΕ και Τουρκίας. Ο μηχανισμός ο οποίος επιβάλλεται είναι ιμπεριαλιστικός, ρατσιστικός και εχθρικός καθώς δεν αναγνωρίζει τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Είναι πράγματα πρωτοφανή για την Ευρώπη μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, είμαστε όμως αναγκασμένοι να τα βιώσουμε και να τα αντιμετωπίσουμε.

Η υπόθεση του δημοψηφίσματος και της πορείας προς την επαίσχυντη συμφωνία που οδήγησε στο τρίτο μνημόνιο θα πρέπει να συνδεθεί με έναν ευφημισμό του προηγούμενου διαστήματος, που περιγραφόταν σαν δημοκρατικό έλλειμμα. Είναι η οικονομική διακυβέρνηση, το καθεστώς επιτροπείας που περιγράφηκε και πριν όπου με μια σειρά από μηχανισμούς, η προτεραιότητα της κερδοφορίας του κεφαλαίου καταγράφεται με έναν απόλυτο τρόπο πέρα και μακριά από το τι θα μπορούσε να είναι η βούληση μιας κοινωνίας.

Πέρα απ’ τις διαπιστώσεις για το τρίτο μνημόνιο και το δημοψήφισμα, θα πρέπει να γίνει και ένα είδος απολογισμού της συμμετοχής της χώρας στην ΕΕ. Παλιότερα υπήρχαν διάφορα ιδεολογήματα που στήριζαν το ΝΑΙ στην ΕΕ (ή  παλιότερα στην ΕΟΚ), όπως η σύγκλιση των οικονομιών και της κοινωνίας, η διευρυμένη αγορά που θα ανοίξει για την ελληνική οικονομία, η άνοδος βιοτικού επιπέδου, η εξασφάλιση της δημοκρατίας στη χώρα, η θωράκιση σε κινδύνους πολεμικούς, σε μια ταραγμένη περιοχή όπως είναι η μεσόγειος και τα Βαλκάνια. Σε όλα αυτά θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπήρχε μια τραγική διάψευση.

Αυτό που θεωρήθηκε ως βασικό για τη κοινωνική σύγκλιση με τους άλλους Ευρωπαϊκούς λαούς, ήταν τα λεγόμενα πακέτα στήριξης, δηλαδή τα μεσογειακά ολοκληρωμένα προγράμματα τα οποία χρηματοδότησαν τη μεταστροφή της κοινής γνώμης, υπέρ της ΕΟΚ στη δεκαετία του '80 (ας μη ξεχνάμε ότι στις κοινοβουλευτικές εκλογές του '81, τυπικά, τα κόμματα που λέγανε συνθηματικά ”ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο” πήραν γύρω στο 60%). Τα κοινωνικά πλαίσια στήριξης και τα ΕΣΠΑ δεν είναι απλά λεφτά που δόθηκαν στην ελληνική κοινωνία επειδή την είχε μεγάλη ανάγκη το Ευρωπαϊκό κεφάλαιο ή ως παραχώρηση. Συνήθως τα ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδοτούν πολιτικές με πολύ αυστηρό τρόπο για το που θα επενδυθούν τα χρήματα. Με μεγάλη αυστηρότητα αξιολογούν βήμα βήμα το πως εφαρμόζεται η συγκεκριμένη πολιτική και ακολουθούν συγκεκριμένη κατεύθυνση νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα ότι δεν θα απασχολείται μόνιμο προσωπικό.

Κάθε πολιτική πρόταση που έχει στόχο τη κοινωνική απελευθέρωση προϋποθέτει τη τοποθέτηση ενάντια στη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ. Κάποια βασικά στοιχεία για να ξεκαθαριστεί αυτή η θέση είναι αρχικά ότι αυτό δεν σημαίνει οπισθοδρόμηση, στην στιγμή που ήμασταν πριν γίνει η ένταξη. Όπως και το να πει κανείς όχι στην ιδιωτικοποίηση των νοσοκομείων δεν σημαίνει να υπερασπιστούμε το δημόσιο νοσοκομείο, αλλά υπεράσπιση της δυνατότητας για δημόσια υγεία. Δεύτερον, δεν είναι εθνικιστική επιλογή, αφού οι αγώνες μας έχουν διεθνιστικά χαρακτηριστικά και προσπαθούν να αναπτύξουν την πάλη σε συνεργασία με άλλες χώρες γύρω από κοινούς στόχους και απέναντι σε κοινό αντίπαλο. Θυμίζω ότι το 2003 υπήρξε παγκόσμιο κίνημα ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ που είχε μέσα πολλές χώρες απ' όλο το κόσμο.

Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι η τοποθέτηση μας για την ΕΕ δεν μπορεί να γίνει από αόριστες θέσεις εθνικής ανεξαρτησίας, αυτό είναι στοιχείο του λεγόμενου Ευρωσκεπτικισμού. Για μια άποψη που εκκινά από αντικαπιταλιστική, εργατική και διεθνιστική θέση, η ΕΕ είναι ένας μηχανισμός που φτιάχτηκε για να εξυπηρετήσει την άρχουσα τάξη στην Ευρώπη (ας μη ξεχνάμε ότι πρόδρομος της είναι η Ευρωπαϊκή κοινότητα άνθρακα και χάλυβα). Είναι γεγονός ότι η ΕΕ καταφέρνει και προσφέρει μια συμμαχία ζωής η οποία γίνεται πολύ πιο σημαντική στις μέρες της καπιταλιστικής κρίσης, στις αστικές τάξεις ανά την Ευρώπη. Προφανώς η συμμετοχή εντός της ευρωπαϊκής ένωσης δεν είναι ισότιμη και δύσκολα μπορεί να πει κανείς ότι η αστική τάξη στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό έχει το ίδιο ειδικό βάρος με την αντίστοιχη γερμανική. Παρόλα αυτά η σχέση ταυτόχρονης ολοκλήρωσης και ηγεμονίας τους εξασφαλίζουν το βασικό, δηλαδή μια δύναμη πυρός μεγάλη απέναντι στις εργατικές τάξεις και την κοινωνική πλειοψηφία.

Cosmopolitan Communist: Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 το ελληνικό κράτος ακολουθεί μαζική δολοφονική πολιτική απέναντι στους μετανάστες, ενώ παρουσιάζει τον εαυτό του σαν πρωτοπορία της ανθρωπιστικής πολιτικής. Το να μετατίθεται αυτό σε ένα διαπραγματευτικό θεσμό απομακρύνει το πρόβλημα του ελληνικού ρατσισμού. Όταν η όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού έχει σαν αναφορά την ευρωπαϊκή ένωση σαν συνασπισμό κρατών και όχι το ίδιο το κρατικό κεφάλαιο όπως λειτουργεί τώρα με συγκεκριμένα παραδείγματα οικονομικών δομών η καταγγελία της ευρωπαϊκής ένωσης μετατρέπεται σε ένα δίπολο εκτόνωσης για να ξεθυμάνει ο κοινωνικός ανταγωνισμός. Το ζήτημα έχει να κάνει με τα όρια μιας ριζοσπαστικής πολιτικής σήμερα. Σήμερα δεν έχουμε κανένα παράδειγμα καπιταλισμού που να μην λειτουργεί σε πλαίσια λιτότητας. Ο αποκλεισμός της εργατικής δύναμης είναι ο κανόνας σε κάθε καπιταλιστικό σύστημα.

Δημοσθένης Παπαδάτος: Με αφορμή το δημοψήφισμα τέθηκε το ζήτημα αν πρέπει ο Σύριζα να εφαρμόσει μνημόνιο ή να ακολουθήσει μία εναλλακτική πολιτική. Υπήρχε ένα κομμάτι μέσα στο Σύριζα που πρότεινε ρήξη με την ευρωπαϊκή ένωση και κατηγορήθηκε για εθνικό απομονωτισμό και απομάκρυνση από το ευρωπαϊκό πεδίο. Καμία εθνική στρατηγική δεν είναι επαρκής για το ξεπέρασμα της κρίσης. Αν σε ευρωπαϊκό επίπεδο η Αριστερά αποδυναμωθεί λόγω της εφαρμογής μέτρων λιτότητας και οπισθοχώρησης σε εθνικές λύσεις, θα αποδυναμωθεί και σαν πόλος συσπείρωσης της αντίστασης.

Αν όπως είπε ο Γιώργος κάναμε έναν απολογισμό της συμμετοχής της Ελλάδας στην ευρωζώνη θα βλέπαμε πολλά αρνητικά αποτελέσματα. Παρά την επιδείνωση των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας ο ελληνικός αστισμός δεν διανοείται την αποχώρηση από την Ε.Ε. αφού η συμμετοχή του σε αυτήν του διασφαλίζει την έκθεσή του στον διεθνή ανταγωνισμό. Αντίθετα εμείς δεν έχουμε κάτι να χάσουμε, ούτε κάνουμε τον ίδιο απολογισμό.

Σε σχέση με αυτό που είπε ο Μπαρτσίδης για το κοινό ευρωπαϊκό όραμα: αυτή τη στιγμή στο πεδίο που λέγεται Ε.Ε. οι υπάρχουν δύο στρατηγικές, μία της ΕΚΤ και ορισμένων κεντροαριστερών κυβερνήσεων η οποία προτείνει την αντιμετώπιση της κρίσης με ενέσεις ρευστότητας και η δεύτερη (αυτή του Σόιμπλε) που προτάσσει την εξασφάλιση της χρηματοδότησης των πλεονασμάτων του Βορρά από τον ευρωπαϊκό νότο. Οι δύο αυτές υποτίθεται αντιτιθέμενες απόψεις δεν είναι παρά συμπληρωματικές. Συνεπώς δε θεωρώ ότι υπάρχει κοινό πεδίο και όραμα που μπορούμε να μοιραστούμε και να αναπτύξουμε.

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Το ζήτημα του προσφυγικού ήταν αυτό που έφερε την Ε.Ε. στα πρόθυρα της διάλυσης και όχι η κρίση στην Ελλάδα. Η ροή μεταναστών από τα έξω έθεσε σε αμφισβήτηση τις ίδιες τις αξίες της Ε.Ε. που δεν είναι οι αξίες της αταξικής κοινωνίας και του σοσιαλισμού όπως εμείς μπορούμε να σκεφτόμαστε αλλά το κοινό όραμα δεξιών, αριστερών, ευρωπαίων και τριτοκοσμικών που να μπορεί να συμπεριλάβει όλους τους ανθρώπους.

Το πραγματικό σημείο του κομμουνισμού είναι το διεθνικό και όχι το διεθνές. Η Ε.Ε. δεν είναι το άθροισμα των κρατών μελών της αλλά και το ζήτημα με τους μετανάστες που δεν μπορεί να συμπεριλάβει. Πρέπει να επινοήσουμε έναν τόπο που θα λάβει χώρα το διεθνικό στοιχείο. Το νέο όραμα δεν μπορεί να είναι το δικό μας όραμα συν το όραμα των άλλων αλλά η κοινή παράσταση με την οποία μπορούμε να συλλάβουμε τον κόσμο. Παλιότερα αυτή η παράσταση ήταν η έννοια της προόδου.

Γιώργος Κρεασίδης: Το προσφυγικό ζήτημα έχει το αποτύπωμα της πολιτικής των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων. Επίσης ο αριθμός των μεταναστών που εισέρχονται στην Ε.Ε. είναι πολύ μικρότερος από χώρες όπως π.χ. η Ιορδανία.

Όσον αφορά την ακροδεξιά θα ήταν λάθος να υποτιμούσαμε την πολιτική πτυχή που την κάνει ελκτική για τις μάζες. Η γραμμή αυτή υπερασπίζεται κάποια θετικά της Ε.Ε. όπως κάποια υπολείμματα του κοινωνικού κράτους, αλλά το υπερασπίζεται μόνο για τους ντόπιους αποκλείοντας τους ξένους.

Μπορούμε να ξέρουμε τι μπορεί να υπάρξει εντός ευρωπαϊκής ένωσης. Δεν μπορούμε όμως να ξέρουμε τι μπορεί να υπάρξει εκτός.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Σήμερα δεν υπάρχει δυνατότητα επιστροφής στο έθνος κράτος και στην εθνική ταυτότητα δηλαδή την εσωτερίκευση της εθνικής κυριαρχίας. Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι μονάχα η κρατική παγκοσμιοποίηση της Ε.Ε. αλλά και δομές όπως το ίντερνετ το οποίο διαχέεται και αποδομεί τις ταυτότητες. Η Ε.Ε. ζει παράλληλα και έχει να αντιμετωπίσει εξίσου παγκοσμιοποιημένες μορφές και δυνάμεις κάτι που δεν συνέβαινε στο παρελθόν.#

Η συνεργασία εθνικών εργατικών τάξεων και κομμάτων ή η έμφαση στον αντιεθνικισμό μπορεί να «κρύβει» μία πολιτική επικεντρωμένη στο εθνικό. Επίσης υπονοήθηκε ότι η εναντίωση στην ευρωπαϊκή ένωση μπορεί να πάρει τη μορφή πολιτική εναντίον κεφαλαίου. Για το μαρξισμό η πολιτική γίνεται πάνω στη βάση του καπιταλισμού και όχι πίσω από αυτή, η πολιτική «χρησιμοποιεί» το κεφάλαιο και χαρακτηριστικά όπως ο διεθνικός του χαρακτήρας, η παγκόσμια συσσώρευση πλούτου. Με ποιο συγκεκριμένο τρόπο μπορεί να αντανακλάται οργανωτικά ο διεθνισμός με στόχο το διεθνικό μετασχηματισμό;

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Εγώ δεν έχω κάτι να προτείνω αλλά μπορώ να δω τι έγινε όλα τα προηγούμενα χρόνια. Θα επισημάνω 3 πράγματα. Το πρώτο είναι η συγκλονιστική κατ’ εμέ εμπειρία της περιόδου μετά το 2000 όπου τα παγκόσμια κοινωνικά φόρουμ εισήγαγαν το στοιχείο της δικτυακής οργάνωσης της παρέμβασης και δράσης σε παγκόσμιο-τοπικό επίπεδο. Το δεύτερο είναι οι πλατείες ως εμβληματικές μορφές πολιτικής οργάνωσης και στατική-χωρική απάντηση στο κράτος. Το τρίτο είναι η οργάνωση σε χρονική βάση και η χρονική διασύνδεση και επικοινωνία των αντιστάσεων που εκφράζεται κυρίως με το νέο γαλλικό κίνημα. Η αξία-έννοια που θα μπορούσε να συνδέσει αυτές τις εναλλακτικές μορφές και να αποτελέσει μία κοινή παράσταση των παραστάσεων είναι κατά τη γνώμη μου η αξιοπρέπεια.

Cosmopolitan Communist: Το βασικό στοιχείο περάσματος από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα είναι ότι ο έλεγχος γίνεται πιο μοριακός, περνάει στην μικροφυσική της εξουσίας. Αυτό δε σημαίνει ότι οι συμπαγείς κυρίαρχες ταυτότητες καταργούνται. Όσον αφορά την Ε.Ε. θα ήταν λάθος αν οποιοδήποτε ριζοσπαστικό κίνημα φυσικοποιήσει σαν οντολογία την ευρωπαϊκής ένωσης, σκεφτόμενο είτε ότι θα λυθεί μέσα από μία επανάσταση είτε ότι θα μείνει αναπάντητο δεδομένο το οποίο θα αντιμάχεται. Σήμερα μιλάμε για μία συνθήκη όπου οι ρατσιστικοί και εθνικιστικοί θεσμοί διατηρούνται όπως και ο αποκλεισμός των από τα κάτω από την οικονομία. Αυτό το δεδομένο θα υπάρχει είτε η Ε.Ε. συνεχίσει να υπάρχει είτε διαλυθεί.

Το ερώτημα για τη διεθνή συνεργασία των κινημάτων δε θα πρέπει να επικεντρωθεί μέσα από μία ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Η διεθνής συνεργασία μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο αν τίθενται τόσο οι κριτικές όσο και οι συσχετισμοί και στρατηγικές εξουσίας σε κάθε κοινωνία. Το παράδειγμα των εργαζομένων της Coca Cola είναι χαρακτηριστικό της οριοθέτησης της εργατικής ταυτότητας μέσα από το φαντασιακό του έθνους.

Το χτύπημα του οποιουδήποτε εθνικισμού απαιτεί μια εξειδίκευση όσον αφορά την ειδική μυθολογία αποκλεισμού των άλλων πάνω στην οποία χτίστηκε κάθε εθνική κοινότητα. Παρά τις δικτυακές πρωτοβουλίες και προσπάθειες σε αυτή την κατεύθυνση λείπουν τα θεωρητικά εργαλεία και οι πρακτικές αιχμές που μπορεί να ριζοσπαστικοποιήσουν τα πράγματα και να μη αποτελούν ένα πλαίσιο εναλλακτικής φαντασίωσης.

Γιώργος Κρεασίδης: Καταρχήν χρειάζεται να υπάρξει μία συνάντηση των κοινωνικών κινημάτων και ρευμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο στο επίπεδο των αρχών. Δηλαδή ένα κίνημα στην Ελλάδα το οποίο είναι αντικυβερνητικό, αντιμνημονιακό, αντιιμπεριαλιστικό και ενάντια στην Ε.Ε. μπορεί να συναντηθεί είτε στο επίπεδο της αλληλεγγύης είτε στο επίπεδο των άμεσων κοινών πολιτικών στόχων στον αγώνα για το προσφυγικό, στον αγώνα ενάντια στην ευρωατλαντική συμμαχία, στον αγώνα για τη διαγραφή του χρέους, στον αγώνα ενάντια στις απολύσεις κτλ. Έτσι μπορούμε να περιγράψουμε τον κομμουνισμό της εποχής μας και να περιγράψουμε ένα σύγχρονο, κοινό εργατικό όραμα και ταυτότητα των δυνάμεων που αντιπαλεύουν τον καπιταλισμό.

Ο ευρωπαϊσμός χτίζεται γύρω από συνθήκες όπως το Μάαστριχτ, τα μνημόνια, το ευρωσύμφωνο plus τα οποία δεν είναι μόνο σύμβολα αλλά και δεσμεύσεις. Έξοδος από την Ε.Ε. σημαίνει ακύρωση αυτών των συμφωνιών. Επίσης είναι ένα ιδεολόγημα το οποίο συστηματικά καλλιεργείται και αποτέλεσε στήριγμα του κεφαλαίου στην περίοδο πριν την κρίση και εμπόδισαν την αριστερή στροφή του κόσμου.

Αν η  Ε.Ε. φτιάχτηκε για να υπηρετήσει το κεφάλαιο όπως ακούστηκε, γιατί δεν ισχύει κάτι παρόμοιο για τα έθνη κράτη; Θα μπορούσαμε με αυτή τη λογική να υποστηρίξουμε ότι μας διευκολύνει η επιστροφή σε κοινοτικές προεθνοκρατικές μορφές;

Δημοσθένης Παπαδάτος: Αυτή τη στιγμή που μιλάμε υπάρχει μία άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη χωρίς οι ευρωπαϊκές ελίτ να διανοούνται ότι μπορούν να αλλάξουν αυτό το κλίμα πολιτικής. Με αυτή την έννοια αυτό που ζούμε είναι και ευρωπαϊσμός και εθνικισμός. Με τη συνεπικουρία της Ε.Ε. έχουμε μία

Απόσχιση του κράτους από τις συνθήκες αναπαραγωγής. Η Ε.Ε. όμως δεν είναι κράτος στην οποία θα προσαρμόζαμε τη θεωρία του κράτους και θα μπορούσε να ισχύει η πρόταση «δεν υπάρχει τίποτα έξω από αυτήν». Αν θέλουμε να μιλάμε για ένα χώρο που μπορεί να παιχτεί ένα πείραμα κοινωνικού μετασχηματισμού γιατί αυτός ο χώρος να μην ήταν κάτι διαφορετικό από την Ε.Ε. π.χ. η περιοχή της Μεσογείου; Ο τόπος του κομμουνισμού κατά τη γνώμη μου είναι ο τόπος που το κίνημα μπορεί να αλλάζει τα πράγματα του σήμερα. Η ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα ή η κομισιόν δεν είναι ο χώρος αυτός.

Cosmopolitan Communist: Το γεγονός ότι στο κίνημα των αγανακτισμένων υπήρξε από τα κάτω μια επιτελεστική λειτουργία από τα κάτω, δεν αναιρεί ότι αυτό που κυριάρχησε ήταν το εθνικό σημαίνον και μία λατρεία επιστροφής σε μία αυθεντική παραγωγική οικονομία. Κινήματα όπως το 15$/h στην Αμερική έθεσαν με ξεκάθαρο τρόπο το ζήτημα της ταξικής ανατίμησης με τρόπο που έμπαιναν και ζητήματα φυλής και φύλου σε αντίθεση με την ουτοπία του 99% του Occupy που υπονοούσε μία εθνική ομοιογενής ταυτότητα ενάντια στην ελίτ της Wall Street. Στην Ελλάδα επίσης υπάρχει η απόκλιση μεταξύ του συντάγματος στο οποίο κυριαρχούν συγκεκριμένα αιτήματα και σε τοπικές συνελεύσεις που τίθενται πραγματικά ζητήματα αντιφασισμού και ικανοποίησης πραγματικών αναγκών.

Θα ήθελα να θέσω και τη φαντασιακή διάσταση γύρω από την Ε.Ε. δηλαδή το πώς ο ευρωπαϊσμός έχει γίνει κομμάτι του φαντασιακού μας. Η Αριστερά τείνει να επικεντρώνεται στον καταπιεστικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, όμως ο καπιταλισμός είναι κάτι που «πλασάρεται» και αγοράζεται υπό το μανδύα της ελευθερίας. Το κυρίαρχο φαντασιακό εντός της Ε.Ε. είναι τα δικαιώματα, η ελευθερία κίνησης και η συνύπαρξη ανθρώπων. Ο ευρωσκεπτικισμός, ο οποίος δεν παίρνει μόνο δεξιό πρόσημο είναι και η αντίδραση στην απώλεια πολιτικής κυριαρχίας σε τοπικό επίπεδο, η οποία βάζει πολλές φορές σαν ανάχωμα το κράτος. Για την Αριστερά το ζήτημα είναι ποιο είναι το άλλο φαντασιακό που μπορούμε να προτάξουμε, διαφορετικό και από αυτό της ολοκλήρωσης και από αυτό της οπισθοδρόμησης στο έθνος κράτος;

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Συμφωνώ απόλυτα με αυτή την τοποθέτηση. Το μεγάλο ζήτημα στις μέρες μας είναι η ενίσχυση ενός τέτοιου κοινού φαντασιακού. Η φαντασία είναι η μοναδική δυνατότητα να πάρουμε μία φιλοσοφική έννοια που θα μας βοηθήσει να δημιουργήσουμε την κοινή μεσολαβούσα παράσταση που έχουμε σήμερα τόσο ανάγκη.

Το ζήτημα της εξόδου από την Ε.Ε. τίθεται εκ των πραγμάτων στη σημερινή πραγματικότητα. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι λύνει το πρόβλημα. Η ολοκλήρωση της Ε.Ε. δεν είναι ούτε ολοκληρωμένη, ούτε και ολοκληρώσιμη, αλλά μπορεί να καταρρεύσει από εσωτερικές εμφανείς αντιφάσεις. Σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να δούμε το εξής σχιζοφρενικό παράδοξο: να διαλύεται η ολοκλήρωση και να την υπερασπιζόμαστε. Στιγμές αμφισβήτησης και εναντίωσης στην Ε.Ε. ήρθαν και ίσως ξαναέρθουν. Η πραγματικότητα όμως θέτει σήμερα ερωτήματα όπως υπάρχουν πρακτικά όρια στο τι μπορεί να υποστεί ένας λαός;

Μια παρατήρηση: ο Μαρξ δεν έλεγε ποτέ να επιστρέψουμε σε προηγούμενες μορφές κράτους αλλά την ίδια στιγμή τόνιζε ότι το ιρλανδικό ζήτημα κρίνει αν η εργατική τάξη της Αγγλίας είναι επαναστατική.

Κατά τη γνώμη μου η Ε.Ε. δεν είναι ούτε ολοκληρωμένη αλλά ούτε και ολοκληρώσιμη. Στο μεσοπόλεμο ο χρυσός κανόνας, κάτι παρόμοιο με την οικονομική ολοκλήρωση, διαλύθηκε αφού προσπάθησε μάταια για πολλά χρόνια να κρατηθεί. Συνεπώς αυτή η κατάσταση μπορεί να επαναληφθεί και να προκύψει το εξής οξύμωρο και σχιζοφρενικό: να διαλύεται η ολοκλήρωση της Ε.Ε. και να την υπερασπιζόμαστε!

Δημοσθένης Παπαδάτος: Η μεταπολεμική Ευρώπη είχε δύο στιγμές που άρρητα σήμαιναν την αδυνατότητα επιστροφής στην αιματοχυσία του 2ου παγκοσμίου πολέμου. Η πρώτη ήταν η σύμβαση της Γενεύης του 1951 και η δεύτερη η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η ίδρυση της Ε.Ο.Κ. Πολλές διαφορετικές τάσεις όπως σοσιαλδημοκρατία, δεξιά και κομμουνιστικά κόμματα για τους δικούς της λόγους συναίνεσαν στη πορεία αυτή. Και οι δύο συνθήκες όμως με πρωταγωνιστικό ρόλο της Ε.Ε., με το ρόλο της απέναντι στους πρόσφυγες και την κατάργηση του κράτους πρόνοιας, έχουν τελειώσει. Το να λέμε ότι λείπει το ηγεμονικό όραμα από την Ευρώπη δε λέμε τίποτα διαφορετικό από την παραδοχή ότι λείπει το ηγεμονικό όραμα από τον καπιταλισμό.

Τονίστηκε ότι δεν υπάρχει έξω από την Ε.Ε. ενώ στη συνέχεια ειπώθηκε ότι οι μετανάστες έρχονται από έξω. Θα πρέπει να αναρωτηθούμε σε ποια πράγματα υπάρχει έξω και να διευκρινίζεται.

Μιχάλης Μπαρτσίδης: Ο διαχωρισμός με κάθετους όρους του μέσα και του έξω, του εσωτερικού και του εξωτερικού είναι μία παλιά συζήτηση. Σήμερα το θέμα είναι πως μπορούμε να φανταστούμε την επικοινωνία του έσω και του έξω. Μεγάλη παρόμοια προσπάθεια ήταν ο συνδυασμός μαρξισμού και ψυχανάλυσης. Πρότεινα την Ευρώπη ακριβώς γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να διδαχθούμε από την ιστορία των επιστημών, αλλιώς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι η απλή και ρηχή κριτική στην Ε.Ε. ως καπιταλιστικό εργαλείο.

Η πραγματοποίηση του πνεύματος του κράτους είναι η Ε.Ε. η οποία προφανώς έχει έξω από αυτήν με την έννοια του παγκόσμιου χώρου. Η μέθοδος Ευρώπη με την έννοια της ολοκλήρωσης δεν έχει έξω, αλλά είναι το όλον που όλα συμβαίνουν εντός της.

Μπορεί η Ελλάδα να οικοδομήσει ένα είδος σοσιαλισμού με ένα επίπεδο ζωής καλύτερο από αυτό που προσφέρει η Ε.Ε.;

Γιώργος Κρεασίδης: Επειδή συνδέουμε τη σύγκρουση μεταξύ της αντεργατικής πολιτικής που υπάρχει σήμερα μετη στρατηγική του σοσιαλισμού, είμαστε ενάντια στην Ε.Ε. Για να υπερασπιστείς τις ελευθερίες και τα δικαιώματα της κοινωνίας πρέπει να συγκρουστείς με την Ε.Ε. χωρίς αυτό να μπαίνει ως προϋπόθεση του σοσιαλισμού.

Είναι εύλογο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει σε μία μόνο χώρα. Δεν μπορώ να φανταστώ ένα κίνημα το οποίο να αμφισβητεί τη βασική στρατηγική του κεφαλαίου και αυτό να μένει μόνο στην Ελλάδα.

Δημοσθένης Παπαδάτος: Το ερώτημα δεν είναι το «αν θα βγούμε θα είναι καλύτερα;» αλλά πως προχωρήσουμε στην υιοθέτηση μίνιμουμ όπως επιδόματα ανεργίας και 14ος μισθός. Το ερώτημα είναι «μπορούμε να το κάνουμε εντός;».

 

10/07/2015- Κοινωνικός Χώρος Μικρόπολις Θεσσαλονίκη

 

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Μετά την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος εκ μέρους της κυβέρνησης παρακολουθήσαμε μια τεράστια κινητοποίηση όλων των αριστερών οργανώσεων και ομάδων. Μολονότι η συντριπτική πλειοψηφία της Αριστεράς συντάχθηκε με την επιλογή του “όχι”, προέκυψε ένα ετερογενές σύνολο θέσεων που όλες διεκδικούν τη ριζοσπαστική οικειοποίησης της πολιτικής πρωτοβουλίας. Το γεγονός ότι η Αριστερά έδειξε έτοιμη να ενσωματώσει την καταφυγή στο δημοψήφισμα στις πολιτικές της επιδιώξεις, δεν μπορεί να παραγράψει ορισμένα αποφασιστικά ερωτήματα και προβληματισμούς. Η κυβερνητική πρωτοβουλία μετατράπηκε σε εργαλείο ριζοσπαστικοποίησης, ο εκ των πραγμάτων κλειστός χαρακτήρας του σχετικού ερωτήματος μετασχηματίσθηκε σε δυνατότητα ριζικής ρήξης με την πολιτική πραγματικότητα της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού. Σε μεγάλο βαθμό κυριάρχησε η πεποίθηση ότι η Αριστερά μπορεί να θέσει την ατζέντα και να καθοδηγήσει τις εξελίξεις προς όφελος των “καταπιεσμένων”. Με ποιο τρόπο άραγε μπορεί/μπορούσε η Αριστερά να διαμεσολαβήσει το πολιτικό πεδίο που άνοιξε με τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, δεδομένου ότι σε επίπεδο κινημάτων και οργανωμένου πολιτικού αγώνα παρατηρείται το τελευταίο διάστημα μια αξιοσημείωτη απουσία πρωτοβουλιών; Στα στόματα των περισσοτέρων συνυπήρχαν δύο φαινομενικά αντίθετες προτάσεις: “Δεν ήμασταν εμείς που καθορίσαμε τους όρους του δημοψηφίσματος, αλλά μπορούμε να καθορίσουμε την τελική του έκβαση”. Τι χορηγεί τη βεβαιότητα στην Αριστερά ότι η πραγματικότητα κυοφορεί την πραγμάτωση των δικών της φιλοδοξιών;

Ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το επίδικο του δημοψηφίσματος; Γιατί θα έπρεπε να ενδιαφέρει την ελληνική αλλά και τη διεθνή Αριστερά;

Η πολιτική των οργανώσεων της ευρύτερης Αριστεράς σε σχέση με το δημοψήφισμα πολώνει κατά τη γνώμη σας τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς και αν ναι με ποιο τρόπο; Η στρατηγική και πρακτική της Αριστεράς εξαντλείται σε μια δύναμη αντίστασης στο νεοφιλελευθερισμό; 

Τα δημοψηφίσματα είναι πάντα θεμιτά δημοκρατικά μέσα ή μπορεί να είναι και μέθοδοι απόσπασης συναίνεσης και νομιμοποίησης της ελευθερίας κινήσεων οποιασδήποτε κυβέρνησης; Προς ποια πολιτική κατεύθυνση είναι το δημοψήφισμα; Διαμεσολαβεί τον αγώνα ενάντια στη λιτότητα καθώς και τον αγώνα ενάντια στην ΕΕ, καπιταλισμό και αν ναι με ποιο τρόπο;

Ποιοι είναι οι συσχετισμοί των πολιτικών δυνάμεων αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη, ποιες προκρίνουν τη διάλυσή της και για ποιους λόγους, και ποιες επιμένουν στη διατήρησή της, και γιατί; Πως διακρίνεται η αριστερή και η δεξιά εναντίωση στην Ευρώπη; Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αποσυντεθεί στα εξ ων συνετέθη και μονάχα μετά απ' αυτό τα νέα ελεύθερα και επαναστατημένα έθνη-κράτη να συνενωθούν ξανά σε νέα βάση, ή μπορεί να απαλλοτριωθεί η ίδια προς επαναστατική κατεύθυνση χωρίς να ολοκληρωθεί υποχρεωτικά μια τέτοια κίνηση;

Τι σηματοδοτεί η κυβέρνηση Σύριζα για την Αριστερά; Είναι ο Σύριζα μία κυβέρνηση της Αριστεράς ή μία κυβέρνηση άλλου μίγματος αστικής διαχείρισης; Πρέπει να πιεστεί προς τα Αριστερά ή αντιθέτως να ανασυγκροτηθεί πέραν αυτού μία πραγματική Αριστερά; Ο Σύριζα έχει έρθει να αντικαταστήσει την παλιά σοσιαλδημοκρατία ή να την ξεπεράσει;

Ποια πρέπει να είναι τα επόμενα βήματα της Αριστεράς μετά το "όχι", ποιες είναι οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν;

Ομιλητές

Γιώργος Μαριάς- Νέο Αριστερό Ρεύμα

Γρηγόρης Τσιλιμαντός- Αντιεξουσιαστική Κίνηση

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Γιώργος Μαριάς: Οι εξελίξεις που ζούμε είναι ιστορικών διαστάσεων. Τα κοινωνικά δεδομένα μπορούν να αλλάζουν ακόμα και τη στιγμή που γίνεται αυτή η εκδήλωση. Ένας αυτοτελής απολογισμός του δημοψηφίσματος και του τι ακολούθησε δεν μπορεί παρά να ανοίγει μια συζήτηση. Ωστόσο τα συνειδησιακά, πολιτικά και τα πραγματικά αποτελέσματα αυτής της διεργασίας του δημοψηφίσματος δεν είναι άσχετα με αυτά που ζούμε και θα ζήσουμε τους επόμενους μήνες.

Το ερώτημα του δημοψηφίσματος ήταν αρκετά ασαφές και όχι μονοσήμαντο από τη στιγμή που ξέφυγε από αυτόν που έθεσε το ερώτημα. Η κοινωνική και πολιτική διαπάλη που προκάλεσε διαπέρασε συνολικά και οριζόντια την κοινωνία, τις τάσεις της Αριστεράς τόσο τη εγχώρια όσο και τη διεθνή.

Σε σχέση με τις διεργασίες του δημοψηφίσματος μπορούμε να πούμε τα εξης. Σε μια χώρα που κατ’ επανάληψη «βιάστηκε» η λαϊκή βούληση, για πρώτη φορά ρωτήθηκε ευθέως ο λαός. Οι συγκεντρώσεις αλληλεγγύης σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες δείχνει και τον αντίκτυπο που είχε. Το ΌΧΙ στο δημοψήφισμα θα μπορούσε να αποτελεί ένα χαστούκι στην αλαζονεία και στην τεχνοκρατική διαχείριση που προτείνουν τα επιτελεία των Βρυξελλών. Επίσης τέθηκε με έντονο τρόπο το δημοκρατικό ζήτημα καθώς για μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας ήταν σαφές ότι η στάση των θεσμών και συνολικότερα του αστικού στρατοπέδου που συνασπίστηκε γύρω από το «μένουμε Ευρώπη» σχετιζόταν είτε με μία ενδεχόμενη ανατροπή είτε με μία άτακτη συνθηκολόγηση της κυβέρνησης. Σε αυτή την υποχώρηση και συνθηκολόγηση ο λαός αντιτάχθηκε.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του δημοψηφίσματος ήταν ότι η αντιπαράθεση ήταν καθόλης της ύλης. Το στρατόπεδο του ΝΑΙ, με ξεκάθαρα αντιδραστικό πρόσημο και συσπειρώνωντας όλες τις επίσημες κοινωνικές ομάδες και τους θεσμούς (ΓΣΕΕ, εργατικά κέντρα) έχασε με μεγάλη διαφορά από τους φτωχούς, από μια ταξική συνείδηση που πρώτη φορά σε εκλογική διαδικασία ευθυγραμμίστηκε με το δικό της ταξικό συμφέρον. Το μεγάλο ΌΧΙ ήταν ένα μεγάλο ΌΧΙ στο ΝΑΙ.

Η διαδικασία του δημοψηφίσματος ανεξαρτήτος αποτελέσματος φάνηκε ότι μπορεί να συμβάλλει στην αλλαγή του συσχετισμού. Η Ανταρσύα ρίχτηκε αμέσως στη μάχη υποστηρίζοντας ΌΧΙ. Το στρατόπεδο του ΌΧΙ μπορούμε να το χωρίσουμε σε τρία μεγάλα μπλόκ όχι ανεξάρτητα μεταξύ τους. Το πρώτο είναι ένα μεγάλο κομμάτι, ηγεμονευόμενο από την κυβέρνηση. Το δεύτερο είχε ένα εθνικό και πατριωτικό πρόσημο και τέλος ένα ΌΧΙ περισσότερο ταξικής απόχρωσης το οποίο συμπεριλάμβανε την άρνηση σε παλιά και νέα μνημόνια και είναι συνέχεια του ρήγματος που άνοιξαν οι κοινωνικοί αγώνες την τριετία 2010-2012.

Αφετηρία της Αριστεράς πρέπει να είναι μια πρακτική αντίστασης η οποία θα ξεκινάει στη συγκεκριμένη περίοδο από ένα ΌΧΙ στο δόγμα του «Δεν Υπάρχει Εναλλακτική». Μέσα από την αντίσταση πρέπει να αναδεικνύονται οι παραγωγικές και τεχνικές δυνατότητες μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης, πατώνατς από τη μία στην ιδεολογική αδυναμία που έχει πλέον ο καπιταλισμός και από την άλλη στο χτίσμο δομών και πολιτικών οι οποίες θα αρνούνται συνολικά την υπαγωγή των εργαζομένων τάξεων στο κεφάλαιο.

Τα δημοψηφίσματα δεν είναι μορφές άμεσης δημοκρατίας αλλά αποτυπώνουν ένα συσχετισμό μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων που ενδεχομένως να είναι και αρνητικός. Το συγκεκριμένο δημοψήφισμα όπως μετά από συζήτηση θέλαμε και επιδιώκαμε να γίνει καθώς θα ήταν ένα βήμα μπροστά από την ερμαφρόδιτη πολιτική γραμμή του Σύριζα που συμπυκνώνεται στο ούτε ρήξη ούτε υποταγή. Με την απάντηση του ΌΧΙ τόσο στις προτάσεις της τροικά, στα παλιά και νέα μνημόνια όσο και μια συνολική εναντίωση στην ευρωπαϊκή ένωση και το ευρώ προωθήκε μια ριζοσπαστική ατζέντα που με ευθύνη του Σύριζα είχε υποχωρήσει τον τελευταίο καιρό.

Η ευρωπαϊκή Αριστερά δυστυχώς στη μεγάλη της πλειοψηφία είναι είτε εντελώς αδύναμη είτε εντελώς ευρωλάγνα. Με μια διαφορετική αφετηρία από τη δικιά μου ο Ζίζεκ και η Μουφ μιλούν εύστοχα για τη δημιουργία χώρου για την λαϊκιστική ακροδεξιά μετά τη σύγκλιση κεντροαριστερά και κεντροδεξιάς στον κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο λόγο. Αυτό που αποφεύγουν να θίξουν είναι ότι η ακροδεξία παρουσιάζεται σαν διαφορετική φωνή  στο μέτρο που υπάρχει απουσία ενός οργανωμένου σχεδίου παρουσίας μιας αντισυστημικής Αριστεράς. Θετικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση είναι οι συμμαχίες, πλατφόρμες και μέτωπα ενάντια στην Ε.Ε.

Η δεξιά εναντίωση στην ευρωπαϊκή ένωση δεν μπορεί να συναντηθεί με την αριστερή εναντίωση καθόσον όπου υπάρχει εκφράζει κομμάτια της αστικής τάξης που μέσα στην κρίση υποβαθμίζονται ή χάνονται σε σχέση με άλλα. Με άλλα λόγια εκφράζει ενδοκαπιταλιστικούς-ενδοιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.

Η ευρωπαϊκή ένωση είναι δομικά ένας τεράστιος γραφειοκρατικός, οικονομικός, ιδεολογικός μηχανισμός και η εναντίωση σε ένα τέτοιο μηχανισμό δεν είναι ιδεολογική. ‘Εχω βιώσει διασπάσεις και διαχωρισμούς της Αριστεράς για διατυπώσεις σε σχέση με τη ρήξη ή όχι από την Ε.Ε. , έξοδος ή ρήξη κ.ο.κ. Σε ένα βαθμό αυτές οι διαδικασίες είναι ο εκφυλισμός της πολιτικής εκτίμησης και άποψης. Η ίδια η ζωή αυτές τις μέρες αποδεικνύει πόσο κοντά μπορούν να έρθουν οι δυνάμεις που μάχονται για τον τρόπο και το είδος των διατυπώσεων.

Η Ανταρσύα καλεί τον κόσμο που ψήφισε ΌΧΙ να είναι το επόμενο διάστημα η εμπροστοφυλακή του λαού απέναντι στην συνασπισμένη αντίδραση του «μένουμε Ευρώπη» και των κυρίαρχων μίντια. Θα προσπαθήσουμε μέσα από πολιτικές πρωτοβουλίες να συγκροτήσουμε το μέτωπο της ρήξης με την Ε.Ε.

Με το παλιό αστικό πολιτικό προσωπικό τελείως τραυματισμένο οδηγούμαστε σε πολύ σοβαρές εξελίξεις που είτε θα ευνοήσουν μια ανασυγκροτημένη, εθνικιστική, ναζιστική ακροδεξιά που θα διαδεχτεί το Σύριζα είτε μια προσπάθεια οικοδόμησης μιας πραγματικά αντισυστημικής Αριστεράς.

Γρηγόρης Τσιλιμαντός: Η αριστερή ηγεμονία της ανάθεσης καθήλωσε κινήματα (Χαλκιδική), επέβαλλε νέους νόμους που έκαναν αγώνες παρένθεσης (ΕΡΤ3), επικαλέστηκε την παλιά νομιμότητα για να επικαλύψει την ατολμία της (Βιο.Με.), εμφανίστηκε σαν να έχει τον τυφλοσούρτη των κοινωνικών αναγκών προτάσσοντας επαναπροσλήψεις με καθεστώς υπαλληλίας (αγώνας καθαριστριών).

Το ΌΧΙ του δημοψηφίσματος σε αντίθεση με το ΝΑΙ είναι πολυσήμαντο. Η κυβέρνηση μέσω του δημοψηφίσματος επιδιώκει να μετατρέψει την κοινοβουλευτική ηγεμονία σε κοινωνική θέτοντας το ερώτημα του δημοψηφίσματος με τρόπο που την βολεύει. Εμφανίζοντας ως δίλημμα το «συμφωνία ή καταστροφή» μετατρέπει το δημοψήφισμα από υπόθεση της Αριστεράς σε διακομματική εθνική υπόθεση. Στην ίδια λογική με διαφορετικές προσδοκίες κινείται και η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά.

Αν κάτι ένωσε τον κόσμο του ΌΧΙ ήταν ο χρηματοπιστωτικός ολοκληρωτισμός του ευρώ που μετετρέπει τις κοινωνικές σχέσεις σε χρηματικές αξίες. Όμως αυτή η αντίθεση κάθε άλλο παρά μονοσήμαντη μπορεί να χαρακτηριστεί. Σε ένα τηρουμένων των αναλογιών αντίστοιχο παράδειγμα στο Πολυτεχνείο του ’73 εκφράστηκε ένα μεγάλο ΌΧΙ από πολλές δυνάμεις οι οποίες από την επόμενη κιόλας μέρα πρόβαλλαν την ερμηνεία τους ως καθολική και μονοσήμαντη. Το κομμουνιστικό κόμμα διεκδικεί πάντα την αλάνθαστη και καθολική ερμηνεία των συμβάντων, ακόμα και για το δημοψήφισμα, ενώ συνήθως βρίσκεται έξω από τα γεγονότα..

Ότι είναι να ανιχνεύσουμε, θα το ανιχνεύσουμε στο ΌΧΙ. Το ΌΧΙ απαλλαγμένο από την ιδεολογική καθαρότητα του παρελθόντος, το οποίο μπορεί εξίσου εύκολα και μαζικά να συστρατεύει τον κόσμο αλλά και να τον αποδιοργανώνει, αποτελεί την ελπίδα πρόκλησης και πρόσκλησης σε ότι ριζοσπαστικό κρύβεται κάτω από το πέπλο της ηγεμονικής διαχείρισης. Το δημοψήφισμα άνοιξε μοναδικούς δρόμους, όχι για να τους εκφράσουμε αλλά για να εκφραστούμε μέσα από αυτούς.

Το δημοψήφισμα είναι μορφή λαϊκής έκφρασης, σημασία όμως έχει περισσότερο πως διαμορφώνεται αυτή η λαϊκή έκφραση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση παρατηρούμε την παντελή απουσία της κοινωνίας από τη διαμόρφωση του ερωτήματος. Παρότι το ερώτημα τέθηκε με τέτοιο τρόπο που ευνοούσε τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση προς όφελος της κυβέρνησης δεν ήταν διαχειρίσιμο υπό τις δεδομένες συνθήκες πόλωσης, αφού εξέφραζε εναντίωση σε μία πρόταση (αυτή των δανειστών) και όχι μία θέση. Αυτό που κρύβει το 61% του ΌΧΙ μένει να το δούμε.

Ο Σύριζα δεν είναι ένα κόμμα που γεννήθηκε από τις πλατείες αλλά ο πυρήνας του, ο Συνασπισμός έχει τις ρίζες του και τις ιδεολογικές του αναφορές στο ρεύμα του ευρωκομμουνισμού. Η εκτίναξη των ποσοστών του από το 4 στο 37% δεν έχει να κάνει με τη συσπείρωση γύρω από ένα πρόγραμμα αλλά κυρίως με την καταβαράθρωση του ΠΑΣΟΚ. Λόγω μικρής απεύθυνσης σε συνδικάτα ο Σύριζα και κυρίως η νεολαία στράφηκε και «αγκάλιασε» κινήματα, χωρίς να έχει πρόθεση ή σκοπό να υιοθετήσει θέσεις των σύγχρονων κινημάτων.

Ο Σύριζα εξέφραζε την καθεστωτική-κρατική συνέχεια. Εκεί όπου οι αγώνες και τα κινήματα δημιουργούσαν ρωγμές ο Σύριζα λειτουργούσε κλεινοντάς τις.

Με τη ρευστή κατάσταση που επικρατεί σήμερα τουλάχιστον σε κοινοβουλευτικό επίπεδο δίνεται μία δυνατότητα ώστε να απελευθερωθεί ένα κοινωνικό δυναμικό πέρα από την οικονομία. Ένα από τα μεγάλα ρήγματα της περιόδου ήταν η κυριαρχία του χρήματος όχι πια ως γενικού ισοδύναμου των εμπορευμάτων αλλά γενικότερα των ανθρωπίνων σχέσεων και υπάρξεων. Απέναντι σε αυτόν τον σύγχρονο χρηματοπιστωτικό ολοκληρωτισμό ο κόσμος ενώθηκε και εκφράστηκε με πολλούς διαφορετικους τρόπους. Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις και τον ολοκληρωτισμό οι παλιές διαιρέσεις Αριστεράς- Δεξιάς ή έννοιες όπως σοσιαλδημοκρατία έχουν χάσει το νόημά τους. Σε κεντρικό επίπεδο όλοι είναι διαχειριστές χρήματος. Οποιαδήποτε συνέχεια της σοσιαλδημοκρατίας ή των παλιών παραδόσεων είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη.

Πως το ΌΧΙ συνέβαλλε σε μια προοπτική ανάπτυξης της Αριστεράς; Το ΌΧΙ μπορεί να εξέφραζε την εναντίωση στο χρηματοπιστωτικό διευθυντήριο αλλά μπορεί εξίσου να ήταν δείγμα εθνικής εναντίωσης και εθνικής υπερηφάνειας. Διέσωσε το ΌΧΙ το διεθνισμό που συνήθως διέπει το επαναστατικό στρατόπεδο και αν ναι με ποιον τρόπο;

Γιώργος Μαριάς: Το ΌΧΙ αποτέλεσε συνέχεια των αγώνων από τα κάτω των προηγούμενων ετών και αποτέλεσε ρήγμα απέναντι στις κυρίαρχες πολιτικές. Αυτό δε σημαίνει ότι υπάρχει ένα ταξικά συνειδητοποιημένο κομμάτι που μπορεί να προχωρήσει πέρα από διλήμματα και αυταπάτες. Ο όρος εθνικολαϊκισμός είναι πιθανότατα ο πιο προβληματικός όρος για να περιγράψει τις κοινωνικές διεργασίες των προηγούμενων ετών.

Το στοιχείο του διεθνισμού εμφανίστηκε πρώτα και κύρια από τη συμπαράσταση των υπολοίπων λαών και των αρχηγών κρατών (όπως ο Φιντέλ Κάστρο) οι οποίοι προσπαθούν να αντισταθούν στον οδοστρωτήρα του νεοφιλελευθερισμού.

Γρηγόρης Τσιλιμαντός: Ο διεθνισμός που εκφράστηκε ήταν επίσης πολυδιάσπαστος και πολυσυλλεκτικός. Το ΌΧΙ στηρίχτηκε από αντιεξουσιαστές, αριστερούς και εθνικόφρωνες.

Αναφέρθηκε ότι η ευρωπαϊκή ένωση σαν τέτοια εκφράζει το κεφάλαιο. Το ελληνικό κράτος σαν τέτοιο θεωρείτε ότι εκφράζει κάτι διαφορετικό από αυτό;

Γιώργος Μαριάς: Οι συνθήκες που υπάρχουν στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό είναι λίγο ιδιαίτερες. Παραδοσιακά πρώτα συγκροτούνταν το πολιτικό και μετά το ταξικό. Με άλλα λόγια στην Ελλάδα πρώτα ιδρύθηκε το ΚΚΕ και μετά η ΓΣΕΕ. Οι μεγάλες συγκρούσεις οι οποίες δόθηκαν εντός του ελληνικού χώρου είχαν ένα χαρακτήρα πολιτειακό και εθνικό. Αυτή είναι μία επαναστατική παράδοση που δεν πρέπει να απορρίψουμε. Η πρόταση που πρέπει να αναπτυχθεί είναι ένα σχέδιο που θα βάζει στο στόχαστρο τον πλούτο, την ιδιοκτησία και την εξουσία του κεφαλαίου και αυτή η διαδικασία περνάει μέσα από την έξοδο από την ΕΕ και την επιστροφή σε μία διαφορετική έννοια εθνικού κράτους.

Γρηγόρης Τσιλιμαντός: Κατά τη γνώμη μου το έθνος κράτος έχει ήδη συντριβεί από το ίδιο το παράδειγμα. Η κυβέρνηση προσπάθησε να δώσει εθνικά χαρακτηριστικά στο δημοψήφισμα, δηλαδή ότι θα αποφασίζουμε σε εθνικό επίπεδο για εθνικά θέματα, και φυσικά απέτυχε. Υπάρχει ένα είδος εθνικού εγκλεισμού που μπορεί να εκφράζεται από αυτούς που πρκρίνουν το πέρασμα σε εθνικό νόμισμα και τη συντηρητική επιστροφή του έθνους κράτους.

Ο καπιταλισμός από τις εισηγήσεις φάνηκε ότι εκφράζεται με την κυριαρχία του χρήματος. Έτσι σαν σύστημα παρουσιάζεται σαν κάτι αρνητικό που πρέπει να παραμεριστεί και να επιστρέψουν οι ανθρώπινες σχέσεις που επικρατούσαν πριν την εποχή του κεφαλαίου. Σε αντίθεση ο Λένιν υποστήριζε την ανάγκη να πάμε πέρα από τον καπιταλισμό μέσα από τον καπιταλισμό. Η εναντίωση στο κεφάλαιο ως κριτήριο ορισμού της Αριστεράς πολλές φορές οδήγησε την Αριστερά σε συντηρητικές επιλογές, καθώς στον αγώνα εναντίον του μπορούμε να συνεργαστούμε και να ενωθούμε με αντιδραστικές δυνάμεις. Με ποιο τρόπο μπορούμε κατά τη γνώμη σας να πάμε πέρα από το κεφάλαιο;

Γρηγόρης Τσιλιμαντός: Η εναντίωση στο χρηματοπιστωτικό ολοκληρωτισμό φυσικά και μπορεί να περιέχει έναν εθνικό λαϊκισμό. Εξ ου και η παρατήρησή μου ότι το ΌΧΙ μπορεί να είναι μονοσήμαντο.

Σε σχέση με την Αριστερά και το κεφάλαιο: ο Μαρξ είχε μια διφορούμενη σχέση με το καπιταλιστικό φαντασιακό από την οποία ποτέ δεν μπόρεσε να ξεφύγει. Ο ίδιος ο Μαρξ και κατόπιν ο Λένιν υποστήριζαν ότι δεν υπάρχει ανάγκη να ανακαλύψουμε ένα νέο τρόπο παραγωγής και νέο τρόπο οργάνωσης της εργασίας αλλά η αλλαγή θα γίνει στην κατοχή των μέσων παραγωγής. Το ιδεολογικό αυτό λάθος πρακτικά κατέληξε σε τραγωδία. Από την ιδεολογία του οικονομισμού οφείλουμε να ξεφύγουμε και να ρυθμιστεί η οικονομία στα όρια της πραγματικής ζωής. Η ενστικτώδης αντίδραση ότι δε θέλουμε η ζωή μας να καθορίζεται πλήρως από την οικονομία εκφράστηκε από το δημοψήφισμα.

Γιώργος Μαριάς: Αντίστοιχες διεργασίες που έχουν γίνει στη Λατινική Αμερική μπορούν να αποτελούν πρότυπο για μία στρατηγική άλλων συμμαχιών, το κυρίαρχο όμως παραμένει να μπορεί η εργατική τάξη και όσοι έχουν συμφέροντα να συμμαχούν μαζί τους να ασκούν την πολιτική τους ανεξάρτητα από το κράτος και το κεφάλαιο και η επιστορφή στο εθνικό να είναι ένας δρόμος για την ενίσχυση αυτής της διαδικασίας.

Ένα σχόλιο για τον ταξικό χαρακτήρα του ΌΧΙ: για το αν μια άποψη έχει ταξικό χαρακτήρα ή ΌΧΙ δεν αρκεί το κοινωνιολογικό κριτήριο δηλαδή αν τα φτωχά λαϊκά στρώματα εκφράζουν αυτή την άποψη, αλλά απαιτείται και ένα ιδεολογικό κριτήριο. Οι καταπιεσμένοι πολλές φορές στρατεύτηκαν πίσω από Βοναπάρτες ή φασίστες ακριβώς μέσα από μια αντικαπιταλιστική ρητορική.#

Η άποψή μου είναι ότι στο δημοψήφισμα υπήρχαν δύο απόψεις: αυτοί που θεώρησαν ότι αυτό που ζούμε δεν είναι το καλύτερο δυνατό αλλά δεν υπάρχει κάτι καλύτερο και ψήφισαν ΝΑΙ και αυτοί που συμφωνώντας ότι αυτό που ζούμε δε μας εκφράζει ήθελαν να πάνε πέρα από αυτό. Η εθνική κυβέρνηση υπό μία έννοια πήρε υπόψιν και τις δύο τάσεις μετατρέποντας το ΌΧΙ σε ΝΑΙ.#

Ακούστηκε η άποψη ότι η στάση της Αριστεράς στο δημοψήφισμα είναι συνέχιση της πρακτικής της εναντίωσης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, τα μνημόνια και στην Ε.Ε. τα τελευταία 5 χρόνια και η συνακόλουθη  προσπάθεια να στραφεί ο κόσμος προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο ακόμα και αν δεν είχε τεθεί το δημοψήφισμα μία μεγάλη μερίδα του πληθυσμού θα συμφωνούσε ότι οι πολιτικές της Ε.Ε. είναι ενάντια στα συμφέροντά του. Το ποσοστό του κόσμου που ψήφισε ΝΑΙ δε ταυτίζει τα συμφέροντά του με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από εδώ προκύπτει το ζήτημα ότι ο καπιταλισμός σε συνθήκες κρίσης δυσκολεύεται να συσπειρώσει και να εμπνεύσει κόσμο. Το εμφατικό αντίθετα είναι η παντελής έλλειψη του άλλου πόλου. Το να αποτυπωθεί η αντίθεση ενός κόσμου σε μία πολιτική δεν έχει ιδιαίτερο νόημα τόσο από τη σκοπιά της ταξικής συνειδητοποίησης όσο και από τη μεριά της πειθούς. Εν είδει μιας Αριστεράς που δεν έχει κάποια θέση από το 2009 ψευδής συνείδηση αποδεικνύεται το ΌΧΙ!

Γρηγόρης Τσιλιμαντός: Σήμερα το χρήμα το οποίο παράγεται δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική παραγωγή αλλά είναι εικονικό. Με αυτόν τον τρόπο δε δίνεται κανένα περιθώριο για διεκδικήσεις μέσω του συνδικαλισμού όπως παλιότερα. Πως θα γίνει η αναδιανομή βασισμένη σε ένα χρέος της παραγωγής προς το χρήμα;

Με ένα ιστορικό παραλληλισμό το ΌΧΙ του Μεταξά ο οποίος ήταν ιδεολογικά ταυτισμένος με το φασισμό, απελευθέρωσε ένα μεγάλο κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο. Το ΌΧΙ είναι πολυσήμαντο αλλά μόνο εκεί μπορούμε να ανιχνεύσουμε κάτι που μπορεί να διασωθεί.

Όλα τα ζητήματα που μπαίνουν από τα κινήματα όπως η στήριξη των παραγωγών, η αναδιάρθρωση της γεωργικής παραγωγής, οι σχέσεις παραγωγού-καταναλωτή, τα συνεταιριστικά εγχειρήματα επανέρχονται ξανά. Τα χιλιάδες παραδείγματα κοινωνικής και αυτοδιαχειριζόμενης οικονομίας δεν έχουν δυστυχώς καμία πολιτική στόχευση και δικτύωση. Αν οι αγρότες δεν στηρίζονταν στις επιδοτήσεις αλλά επένδυαν στην παραγωγή και τη συνεργασία ο Θεσσαλικός κάμπος θα μπορούσε σήμερα να θρέψει όλη την Ελλάδα! Και όταν η αναλογία παραγόμενων και εισαγόμενων ειδών διατροφής είναι 30-70 οδεύουμε σίγουρα προς την καταστροφή!

Σήμερα αυτές οι ιδέες είναι αδύναμες, θα μπορούσαν όμως να αποτελούν την εναλλακτική σε αυτή τη φάση της μεγάλης κρίσης. Αυτό που λείπει είναι η πολιτική στόχευση για να σηκώσουν το βάρος όλου του παραγωγικού τομέα.

Γιώργος Μαριάς: Αυτή τη στιγμή βιώνουμε μία τεράστια κρίση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Τον ονομάζουμε έτσι με βάση κυρίως δύο στοιχεία: την παγκόσμια εξάπλωσή του και την πραγματική υπαγωγή της εργασίας και της γνώσης που τη συνοδεύει στο κεφάλαιο. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το σύνολο των εργαζομένων και ανέργων εξαρτάται με απόλυτο τρόπο από το κεφάλαιο και αυτό αποτελεί επαναστατική κατάσταση με τη διαφορά ότι αυτό το πλειοψηφικό κομμάτι δεν έχει συγκροτηθεί και οργανωθεί ακόμα. Η διαπλοκή πολιτικής πρότασης, δομών και κοινωνικών υποκειμένων μπορεί να γεννήσει κάτι νέο. Το ζήτημα παραμένει κατά βάση ζήτημα οργάνωσης, πολιτικής συνειδητοποίησης και συγκρότησης εναλλακτικών δομών.

Από τις δύο εισηγήσεις τονίστηκε λιγότερο η δυσχέρεια στις κεφαλαιακές ροές διεθνώς που προκαλεί η κρίση και η υπερσυσσώρευση και περισσότερο η «ανυπαρξία» τοπικής ή εθνικής πραγματικής παραγωγής. Έτσι φαίνεται σαν να προκρίνεται η επιστροφή σε κάτι πριν από το χρήμα, στην παραγωγή σε τοπικό-εθνικό επίπεδο των βασικών αγαθών. Αναιρούν αυτές οι παρατηρήσεις την προσπάθεια να ξεφύγουμε από τον υπάρχοντα καταμερισμό της εργασίας και της παραγωγής και να πάμε πέρα από αυτή; Πως στέκονται αυτές οι λύσεις που είναι στραμένες στην παραγωγή σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο απέναντι στο διεθνισμό του κεφαλαίου;

Γρηγόρης Τσιλιμαντός: Το τοπικό δεν πρέπει να συνδέεται με το εθνικό. Είμαστε άνθρωποι που μένουμε σε έναν τόπο συγκεκριμένο. Το μήνυμα που εκπέμπεις ή προσλαμβάνεις μπορεί να είναι διάχυτο. Τα επαναστατικά κινήματα συνδέονταν με διεθνιστικό τρόπο αλλά δρούσαν τοπικά. Όπως έλεγε και ο Φουκώ η ύπαρξη αποκτάται νόημα με τη σωματική παρουσία.

Παλιότερα παγκόσμιοι φορείς αποτελούσαν οι ιδεολογίες. Οι μεγάλες αφηγήσεις έχουν πια πεθάνει. Τα σύγχρονα προτάγματα είναι πολυκεντρικά και κατά συνέπεια δεν υπάρχει ένας πολιτικός φορέας να τα εκφράσει. Αυτή η εξέλιξη είναι θετική.

Το πιο σημαντικό ζήτημα είναι κατά τη γνώμη μου η κυριαρχία του οικονομικού επί του πολιτικού. Η οικονομία ξεκινώντας από ηθική βάση μετατράπηκε σε οικονομισμό όπως τονίστηκε από τη δεύτερη εισήγηση. Η σημασία του δημοψηφίσματος έγκειται στο αν θα επικρατήσει το οικονομικό ή το πολιτικό στοιχείο. Το κρίσιμο ζήτημα για την Αριστερά είναι η πολιτική κυριαρχία επί του χρήματος και η νομισματική πολιτική η οποία δε θα προέρχεται από μια κεντρική εξουσία αλλά από τους ίδιους τους ανθρώπους.#

Το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας μέσα σε μορφώματα καπιταλιστικών ολοκληρώσεων όπως αυτό της Ε.Ε ανεδειξε μία αντίφαση: η επιστροφή στην εθνική κυριαρχία και παραγωγή δεν μπορεί παρά να υποσχεθεί εξαθλίωση και την ίδια στιγμή η επίκληση σε ένα διεθνισμό φαίνεται εκ προοιμίου ξεγραμμένη. Πόσο ρεαλιστική θεωρείτε την ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας και της παραγωγής σε εθνικό επίπεδο και τι σηματοδοτεί αν συμβεί; Ποια είναι τα επαναστατικά καθήκοντα απέναντι σε αυτή την προοπτική;

Γιώργος Μαριάς: Η Ελλάδα σήμερα εντός Ε.Ε. έχει τα χαρακτηριστικά του αδύναμου κρίκου. Η θεωρία του αδύναμου κρίκου πρέπει να χρησιμοποιηθεί με σκοπό να καλυφθούν οι βασικές παραγωγικές και διατροφικές ανάγκες και να υπάρξουν διαφορετικές σχέσεις και κατευθύνσεις στην παραγωγή. Η υιοθέτηση εθνικού νόμισματος κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Παράλληλα πρέπει να λάβουμε υπόψιν τον ιμπεριαλισμό σε διεθνές επίπεδο καθώς και τον διαφοροποιημένο παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας.

Σε ένα υποθετικό σενάριο μπορεί η διάλυση της Ε.Ε. να σημάνει τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο αν αυτό συμβεί από τα δεξιά. Η ιστορία δεν σε αφήνει και πολύ να σκεφτείς πριν επιλέξεις. Οι ραγδαίες αλλαγές στις συνειδήσεις των υποκειμένων είναι αυτό στο οποίο ποντάρουμε.

Αν το πρόβλημα είναι η αναρχία της αγοράς και το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, ήδη παρατηρούμε την Ε.Ε. και άλλους θεσμούς να θωρακίζονται έτσι ώστε να «αντιμετωπίσουν» αυτό το πρόβλημα. Επίσης παρατηρούμε ότι ακόμα και σε χώρες όπως η Κίνα που υποτίθεται στηρίζεται στην πραγματική βιομηχανική παραγωγή δεν μπορεί να επιτευχθεί ένας διευρυμένος κύκλος αναπαραγωγής του κεφαλαίου όπως περίμεναν κάποιοι. Η Αριστερά έχει πάψει εδώ και πολύ καιρό να αναφέρεται στο ζήτημα της παραγωγής και των σχέσεων εντός της, δηλαδή ποιος κατέχει και ελέγχει τα μέσα παραγωγής. Τα όρια που υπάρχουν στο Σύριζα δεν είναι αυτά μιας ρεφορμιστικής ή οπορτουνιστικής Αριστεράς. Αν δεν υπάρχει μία εναλλακτική ας κάνουμε καλύτερα ότι και το ΚΚΕ.

Γρηγόρης Τσιλιμαντός: Η συνθήκη ύπαρξης μέσα στο χρέος είναι η νέα συνθήκη σκλαβιάς που προσπαθούν να διευθετήσουν. Σήμερα ένα παιδί γεννιέται με 32.000 ευρώ χρέος! Αυτό αποτελεί εκρηκτική κοινωνική συνθήκη. Τα χρέη δεν διαγράφονται και η προσπάθεια από μεριάς του συστήματος είναι τα εσωτερικευτεί το χρέος. Από τη μεριά μας οφείλουμε να δράσουμε σε τοπικό επίπεδο χωρίς να εξαρτόμαστε συνεχώς από το εσωτερικευμένο και εικονικό χρέος.

Γιώργος Μαριάς: Το ζήτημα έχει τρεις διαστάσεις κατά τη γνώμη μου: την πολιτική, την οικονομική και τη γεωπολιτική διάσταση.

Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι η αγορά είναι ένα καράβι ακυβέρνητο. Υπάρχει αδιανόητη σύμφηση του χρηματοπιστωτικού και του βιομηχανικού κεφαλαίου και οι πολιτικές αποφάσεις που προκύπτουν καθορίζουν τους τρόπους και τις σχέσεις της κοινωνικής αναπαραγωγής. Δεν καθορίζουν απόλυτα το πολιτικό επίπεδο αλλά τις γενικές προκείμενες των συνθηκών τις οποίες βιώνουμε.

Σήμερα υπάρχουν τεράστιες δυνατότητες για να ζούμε καλύτερα οι οποίες με την οργάνωση που υπάρχει οδηγούν είτε σε κακοπληρωμένη και πολύωρη εργασία είτε στην ανεργία. Ταυτόχρονα ανακύπτει το ζήτημα του περιεχομένου της εργασίας: δε θέλουμε να χτίζονται στρατόπεδα συγκέντρωσης για να αναπτύσσεται η οικοδομική δραστηριότητα και να ανοίγουν νέες δουλειές. Αν επιθυμούμε να εκφράσουμε τον κόσμο της εργασίας πρέπει να έρθουμε σε αντιπαράθεση με τις δύο συνθήκες που προανέφερα.

 

27/5/2015- Μικρόπολις Θεσσαλονίκη

Σκεπτικό και ερωτήσεις

"Το Κεφάλαιο δεν είναι ένα βιβλίο για την πολιτική, ούτε καν ένα βιβλίο για την εργασία· είναι ένα βιβλίο για την ανεργία", Φρέντρικ Τζέιμσον, "Αναπαριστώντας το Κεφάλαιο: Μια ανάγνωση του πρώτου τόμου".

"...η δυστυχία του να σε εκμεταλλεύονται οι καπιταλιστές δεν είναι τίποτα συγκρινόμενη με την δυστυχία του να μην σε εκμεταλλεύονται καθόλου", Τζόαν Ρόμπινσον.

"Το λάθος συνίσταται στην πεποίθηση πως η εργασία -υπό αυτόν τον όρο εννοώ την ετερόνομη και μισθωτή εργασία- μπορεί και πρέπει να παραμείνει το ουσιώδες ζήτημα. Απλώς δεν είναι έτσι. Σύμφωνα με αμερικανικές προβλέψεις, μέσα σε είκοσι χρόνια ο χρόνος εργασίας θα μειωθεί στο μισό του ελεύθερου χρόνου. Νομίζω ότι καθήκον της αριστεράς είναι η καθοδήγηση και η προαγωγή αυτής της διαδικασίας της κατάργησης της εργασίας με έναν τρόπο, ο οποίος δεν θα έχει ως αποτέλεσμα από τη μια πλευρά μια μάζα ανέργων και από την άλλη μια αριστοκρατία της εργασίας, ενώ ανάμεσά τους βρίσκεται ένα προλεταριάτο που διεκπεραιώνει τις πιο δυσάρεστες δουλειές επί σαράντα πέντε ώρες την εβδομάδα. Αντίθετα, ας αφήσουμε καθέναν να εργάζεται πολύ λιγότερο για τον μισθό του και, έτσι, ας είναι ελεύθερος να ενεργεί με έναν πολύ περισσότερο αυτόνομο τρόπο... Σήμερα, ο κομμουνισμός είναι μια πραγματική δυνατότητα και, ακόμη, μια ρεαλιστική πρόταση, καθώς η κατάργηση της μισθωτής εργασίας μέσω της αυτοματοποίησης διαβρώνει αμφότερες την καπιταλιστική λογική και την οικονομία της αγοράς", Αντρέ Γκορζ.

Υπάρχει η διαδεδομένη πεποίθηση πως οι μαρξιστές και οι άλλοι αριστεροί έχουν την πολιτική ευθύνη να στηρίζουν μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των εργατών. Ωστόσο, ηγετικές μορφές της μαρξιστικής παράδοσης -όπως ο Λένιν, η Λούξεμπουργκ και ο Τρότσκι- κατάλαβαν επιπλέον ότι τέτοιες μεταρρυθμίσεις θα διεύρυναν την κρίση του καπιταλισμού και, δυνητικά, θα ενέτειναν τις αντιφάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αντιστρόφως την άμεση κατάσταση των εργατών. Για παράδειγμα, η πλήρης απασχόληση, ενώ αποτελεί μια αυτονόητη διεκδίκηση από την πλευρά των συμφεροντων όλων των εργατών, απειλεί επίσης τους όρους της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (η οποία στηρίζεται σε ένα πλεόνασμα διαθέσιμης εργασίας), θέτοντας σε κίνδυνο το σύστημα της εργασίας συνολικά. Υπό το φως τέτοιων εύγλωττων παραδόξων, το πάνελ επιχειρεί να διερευνήσει την πολιτική της εργασίας από διάφορες αριστερές προοπτικές. Θα επιδιώξει να προκαλέσει τον αναστοχασμό και την συζήτηση των αμφισημιών και των διλημμάτων της πολιτικής της εργασίας συμπεριλαμβάνοντας ομιλητές από διαφορετικές προοπτικές, ορισμένες από τις οποίες επιδιώκουν την άμεση εγκατάλειψη της εργασία, ενώ άλλες επιδιώκουν να αυξήσουν την διαθεσιμότητα των ευκαιριών απασχόλησης. Ελπίζουμε πως αυτή η συζήτηση θα βαθύνει την κατανόηση των σύγχρονων προβλημάτων, τα οποία αντιμετωπίζει η αριστερά στις προσπάθειές της να συγκροτήσει μια πολιτική κατάλληλη για την αυτοχειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Πώς θα χαρακτηρίζατε την εργασία και την απασχόληση ως πολιτικό ζήτημα στην σύγχρονη κοινωνία; Σε τι συνίσταται το πρόβλημα της ανεργίας; Και/ή σε τι συνίσταται το πρόβλημα της εργασίας;

Συνήθως γίνεται μια διάκριση μεταξύ της εργασίας ως σκόπιμης ανθρώπινης δραστηριότητας (προφανώς υπαρκτής πριν και μετά τον καπιταλισμό), αφενός, και της εργασίας υπό την έννοια της δουλειάς στον καπιταλισμό, αφετέρου, όπου ο εργαζόμενος αναλαμβάνει μια σκόπιμη δραστηριότητα έναντι χρημάτων υπό την απειλή της υλικής ένδειας (τυπικά με την μορφή της μισθωτής εργασίας). Έχει αυτή η διάκριση πολιτική σημασία όταν σκεπτόμαστε την εργασία; Σε μια ελεύθερη κοινωνία, η εργασία θα εμφανιζόταν με τη μία ή και με τις δύο σημασίες;

Αν το ευρέως παρατηρούμενο φαινόμενο της υπερεργασίας και της ανεργίας είναι ένα αναγκαίο χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοινωνίας, γιατί και πώς συμβαίνει αυτό; Ποιες μορφές κοινωνικής αναγκαιότητας, στην σημερινή οργάνωση του κόσμου, αποτελούν τη βάση αυτού του φαινομένου; Σε συνάρτηση με τη δική σας ερμηνεία αυτής της αναγκαιότητας, ποια σημασία έχει ο ριζικός μετασχηματισμός της;

Στην ιστορία της αριστεράς, ποια παραδείγματα θεωρείτε πως διαμορφώνουν τη στάση σας απέναντι στη σημερινή πολιτική της εργασίας και της ανεργίας; Τι καθιστά αυτά τα ορόσημα σημαντικά για μας σήμερα;

Ιστορικά, η αριστερά έχει επιχειρήσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της υπερεργασίας και της ανεργίας με διάφορους τρόπους: πλήρης απασχόληση, εγγυημένο κατώτερο εισόδημα ανεξάρτητα από την απασχόληση και/ή λιγότερες ώρες εργασίας για όσους εργάζονται. Αν επιλέγατε κάποιες, ποιες θα θεωρούσατε επαρκείς απαντήσεις; Πώς θα έπρεπε η αριστερά να επιδιώξει την πραγμάτωσή τους;

Δεδομένου του εύρους των θεμάτων και των αγώνων που διεξάγει η αριστερά ιστορικά αλλά και σήμερα -φυλή και ρατσισμός, ισότητα των φύλων, περιβαλλοντικές ανησυχίες, παγκοσμιοποίηση, μιλιταρισμός κλπ-, ποια είναι η σχέση μεταξύ της πολιτικής της εργασίας και του ευρύτερου σχεδίου της κοινωνικής απελευθέρωσης; Πόσο ακριβώς περιφερειακή ή κεντρική είναι η πολιτική της εργασίας για την κοινωνική χειραφέτηση;

Ποιο ρόλο, εάν υπάρχει, αποδίδετε στην πολιτική οργάνωση, όπως ένα υπαρκτό ή δυνητικά υπαρκτό πολιτικό κόμμα, στην προσπάθεια του προοδευτικού μετασχηματισμού των σύγχρονων σχέσεων της εργασίας και της ανεργίας; Ποια θα όφειλε να είναι η σχέση μεταξύ ενός τέτοιου οργανισμού και της εργατικής τάξης;

Έναν αιώνα πριν, αυτές οι ερωτήσεις αντιμετωπίστηκαν συνειδητά από ένα πολιτικά οργανωμένο εργατικό κίνημα στο οποίο συμμετείχαν μαρξιστές και σοσιαλιστές. Σήμερα, συζητήσεις αυτού του θέματος κινδυνεύουν να καταστούν ουτοπικές με την απολιτίκ έννοια. Με ποιο τρόπο καθορίζει η παρακμή των εργατικών κινημάτων και ο θάνατος της αριστεράς την ικανότητά μας να εμπλεκόμαστε στην πολιτική της εργασίας;

Ομιλητές:

Ανέστης Ταρπάγκος: Γραμματεία Συριζα Θεσσαλονίκης

Γιώργος Κρεασίδης: Νέο αριστερό Ρεύμα

Άρης Τσιούμας

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Ανέστης Ταρπάγκος: Θα ήθελα να μιλήσω για αυτό το θέμα κάνοντας μια μελέτη πεδίου με βάση την περίοδο από το 1980 μέχρι σήμερα και εξετάζοντας πως εξελίχθηκε ο ελληνικός καπιταλισμός αυτά τα χρόνια, πως επέδρασε η πάλη των τάξεων σε αυτές τις εξελίξεις, ποιες ήταν οι συνέπειες και οι μορφές αυτής της εξέλιξης πάνω στο περιεχόμενο και στους όρους της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα. Το κάνω αυτό για να γίνει συγκεκριμένο και απτό το υλικό πεδίο στο οποίο μπορούμε να έχουμε αναφορά, δηλαδή το πεδίο της εργασίας σε σχέση με την καπιταλιστική ανάπτυξη και την ταξική πάλη.

Το 1980 εκδηλώθηκε ετεροχρονισμένα στην ελληνική πραγματικότητα η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1973. Την περίοδο 1980-1985 έχουμε μία πρώτη κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου η οποία οδηγεί στην κατακόρυφη μείωση στην κερδοφορία του κεφαλαίου, των παγίων επενδύσεων και του τζίρου των επιχειρήσεων. Αυτά σε μία περίοδο σοσιαλδημοκρατικής μεταλλαγής όπου στόχοι ήταν η μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και ταυτόχρονα οι μεταρρυθμίσεις φιλολαϊκού χαρακτήρα που θα διασφάλιζαν μία ορισμένη πολιτική υποστήριξη.

Η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης την περίοδο αυτή, μέσα κυρίως από τα εργοστασιακά-επιχειρησιακά σωματεία και σε ένα βαθμό από τα κλαδικά συνδικάτα εκπροσωπούνταν πολιτικά από το ρεύμα της σοσιαλδημοκρατίας (στην ομοσπονδία βιομηχανικών εργατοϋπαλληλικών σωματείων επί 100 επιχειρησιακών σωματείων τα 95 ανήκαν στη δύναμη της ΠΑΣΚΕ).

Η πρώτη αυτή περίοδος κρίσης καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης καθόρισε την ανάγκη για μια σοβαρή μεταστροφή και ανασυγκρότηση του κεφαλαίου την περίοδο 1985-1995. Αυτή ήταν η απαρχή εφαρμογής του μονεταρισμού και στη συνέχεια του ανοιχτού νεοφιλελευθερισμού.

Την περίοδο 1980-1985 η ανάπτυξη του κινήματος και η πολιτική του εκπροσώπηση από τη σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα είχε ως προϋπόθεση το γεγονός ότι η ανεργία ήταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, μία ανεργία τριβής της τάξης του 3-4% και όχι μία μαζική ανεργία η οποία θα μπορούσε να επιδράσει στις εξελίξεις.

Τη δεύτερη περίοδο την οποία συζητάμε δηλαδή τη δεκαετία ’85-’95 παρατηρούμε: 1) έναν τεχνολογικό εκσυγχρονισμό του ελληνικού καπιταλισμού με την εισαγωγή διαδικασιών ρομποτικής αυτοματοποίησης, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την ελληνική κλωστοϋφαντουργία όπου η μαζική εισαγωγή μηχανών και τεχνολογιών οδήγησε στη μαζική μείωση του εργατικού δυναμικού 2) με τη λήψη νεοφιλελεύθερων μέτρων όπως η προσωρινή και η μερική απασχόληση, τα οποία αποσκοπούσαν στο να εφαρμόσουν τις πρώτες μορφές ελαστικοποίησης της μισθωτής εργασίας και 3) μία μαζική εκκαθάριση των προβληματικών επιχειρήσεων, δηλαδή όσων επιχειρήσεων η λειτουργία είχε καταστεί ζημιογόνα λόγω κρίσης γεγονός που εκτόξευσε την ανεργία καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 στο 10-12%.

Οι εξελίξεις αυτές άρχισαν να κάμπτουν και να μετασχηματίζουν και την ίδια τη σύνθεση, τη μορφή, τις παρεμβάσεις του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος ενώ ταυτόχρονα τα αυξημένα επίπεδα ανεργίας άρχισαν να παίζουν περισσότερο σημαντικό ρόλο.

Το 1986 το ενεργητικό του εταιρικού τομέα της οικονομίας βρίσκονταν στο επίπεδο των 13 τρισεκατομμυρίων δραχμών ενώ μέχρι το 2000 εκτινάχτηκε στα 88 τρις. Η κερδοφορία αυτών των επιχειρήσεων τα ίδια χρόνια ήταν για το 1986 (με την κρίση υπερσυσσώρευσης) στα 82 δις δραχμές ενώ το 2000 εκτινάχτηκε στα 4,3 τρις δραχμές. Μιλάμε δηλαδή για μια επιτυχημένη ανασυγκρότηση του ελληνικού καπιταλισμού με τη συνέργεια της νεοφιλελεύθερης πολιτικής η οποίο προώθησε μια ισχυρή συσσώρευση και συγκεντροποίηση κεφαλαίου κάνοντας τον ελληνικό καπιταλισμό ισχυρό και την αστική τάξη να επιδιώκει την ένταξη στην οικονομική και νομισματική ένωση καθώς και στην ενιαία ζώνη του ευρώ.

Η διαδικασία αυτή συνεχίστηκε και την περίοδο 2000-2008, με όρους σημαντικής κερδοφορίας για το σύνολο των ελληνικών επιχειρήσεων (οι 22.500 επιχειρήσεις του εταιρικού τομέα) περίπου στο 12-15 δις ευρώ το χρόνο.

Στο τέλος αυτής της περιόδου έχουμε τη μεγάλη έκρηξη της κρίσης της υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου το 2008, του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε παγκόσμιο επίπεδο και ταυτόχρονα της μεταβίβασης αυτής της κρίσης στο επίπεδο της πραγματικής παραγωγής, στο επίπεδο της πραγματική οικονομίας. Το 2008 κλονίζεται κυριολεκτικά ο ελληνικός καπιταλισμός, δηλαδή η αποδοτικότητα του κεφαλαίου πέφτει κατακόρυφα σε αρνητικά επίπεδα, οι επιχειρήσεις συσσωρεύουν τεράστια ζημιογόνα αποτελέσματα της τάξης των 10 δις ευρώ για το 2010-2011 και ξεκινάει η διαδικασία αντιμετώπισης αυτής της κρίσης.

Η πρώτη απάντηση που δόθηκε ήταν να τεθεί σε λειτουργία ο μηχανισμός εκκαθάρισης αυτής της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, δηλαδή το σταδιακό κλείσιμο εκατοντάδων εργοστασίων και επιχειρήσεων από το 2008 μέχρι σήμερα. Αυτό το φαινόμενο εκτίναξε την ανεργία από το 7 στο 27% και αυτή ήταν η πιο σπουδαία μεταλλαγή στο επίπεδο της μισθωτής εργασίας και θα αποτελέσει από δω και πέρα το επίκεντρο του ενδιαφέροντος για όλους μας, για το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί και να ξεπεραστεί αφού εξακολουθεί να δρα με τρόπο παραλυτικό πάνω στην ενεργό εργατική τάξη.

Ωστόσο η ανεργία που δημιουργήθηκε με το κλείσιμο των επιχειρήσεων δεν έφτανε. Έτσι υιοθετήθηκε η πολιτική του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή η πολιτική των μνημονίων η οποία είχε πρωτίστως σαν σκοπό να καταστήσει την εργατική δύναμη φθηνή, πειθήνια και ελαστικοποιημένη και να συμβάλλει κατά αυτόν τον τρόπο στην ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου και δευτερευόντως την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα.

Αν στην Ευρώπη μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε ο καπιταλισμός της εξαγωγής μορφών σχετικής υπεραξίας, μοντέλο που βασιζόταν σε τεχνολογικές επαναστάσεις και εκσυγχρονισμούς, με την κρίση ξεκίνησε να εισάγεται στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες μορφές εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας, κάτι που βασίστηκε στην απόλυτη μείωση μισθών, στην πλήρη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, στην κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Αυτό συνέβη τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες, όμως στην Ελλάδα με την τόσο βαθιά κρίση του ελληνικού καπιταλισμού απαιτούνταν δραστικά μέτρα από την πλευρά της αστικής τάξης ούτως ώστε να επανέλθει στο επίπεδο κερδοφορίας.

Στη Γαλλία αυτό πραγματοποιήθηκε πρόσφατα με το νόμο Εμμανουέλ Μακρόν, ο οποίος κατοχυρώνει τη δυνατότητα σύναψης συμφωνιών μεταξύ μισθωτού εργαζόμενου και εργοδότη απευθείας, εκφεύγει του πλαισίου των συλλογικών συμβάσεων και υπάγει αυτές τις επιμέρους συμφωνίες στη δικαιοδοσία όχι του εργατικού αλλά του αστικού και εμπορικού δικαίου. Αντίστοιχα και στη Γερμανία στα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 2000 επί κυβέρνησης Σρέντερ με τη χάρτα Χαρτς η οποία είχε εισάγει τη μορφή εβδομαδιαίας απασχόλησης 15 ωρών με την αντίστοιχη μηνιαία πληρωμή 400 ευρώ, ή στην Αγγλία επί Μπλέρ με τη σύμβαση μηδενικής απασχόλησης, όπου ένας εργαζόμενος καλούνταν να εργαστεί όποτε υπήρχε ανάγκη με αντίστοιχη πληρωμή μόνο για τις ώρες αυτές.

Όλα αυτά τα μέτρα κατόρθωσαν να συγκρατήσουν την κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε ελληνικό επίπεδο. Από το 2013-2014 έχουμε μία σαφή ανάκαμψη του ελληνικού καπιταλισμού αφού μηδενίστηκαν οι ζημίες των ελληνικών επιχειρήσεων και στο σύνολο των ελληνικών επιχειρήσεων το 60% μπήκε πλέον στην τροχιά της κερδοφορίας με ετήσια κέρδη 11 δις ευρώ. Αυτή όμως η καπιταλιστική ανάπτυξη δε συνοδεύεται από κοινωνική ανάπτυξη. Για τη σταθεροποίηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης απαραίτητος όρος είναι η πλήρης απορρύθμιση της εργασίας και η μαζική ανεργία.

Γιώργος Κρεασίδης: Στη συζήτηση μας οφείλουμε να πάρουμε υπόψιν τρία πολύ σημαντικά στοιχεία: 1) την νεοφιλελεύθερη εμπειρία σαν απάντηση στην καπιταλιστική κρίση το 1973, 2) τη σημερινή κρίση και πως απαντάει σε αυτή η άρχουσα τάξη και 3) την κατάσταση του εργατικού κινήματος έτσι όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά το 1989 και την στρατηγική υποχώρηση της Αριστεράς αλλά και μετά την ανάκαμψη των αγώνων με νέα θετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά μετά το 2000.

Η εκμετάλλευση της εργασίας είναι το θεμέλιο της κοινωνικής θέσης και της εξουσίας που έχει η άρχουσα-αστική τάξη. Η ανεργία, ο αποκλεισμός από την εργασία καθιστά διπλά ευάλωτο τον κόσμο της εργασίας τόσο στους καταναγκασμούς του κεφαλαίου όσο και στην επακόλουθη περιθωριοποίηση και βίαιη έξοδο από την κοινωνική ζωή.

Έχει σημασία να δούμε τη σχέση που έχει ο παραγωγός εργαζόμενος με το προϊόν που παράγει, τους όρους της εργασίας του καθώς και τι είδους προϊόντα παράγει, αν δηλαδή είναι χρήσιμα ή άχρηστα.

Από μία κομμουνιστική απελευθερωτική προοπτική, η απελευθέρωση της εργασίας θα την μετατρέψει σε κάτι δημιουργικό απαλλάσσοντας την από τα σημερινά χαρακτηριστικά της μισθωτής εργασίας.

Η υπερεργασία και η ανεργία είναι επιλογές του κεφαλαίου στον αγώνα του ενάντια τόσο στην κρίση του όσο και απέναντι στην εργασία και στο εργατικό κίνημα. Με το χειρισμό της υπερεργασίας, της ελαστικοποίησης της εργασίας καθώς και της ανεργίας αντιμετωπίζεται το κόστος της εργασίας, διασφαλίζεται ο έλεγχος της παραγωγής, καθώς και η διάσπαση και διαφοροποίηση της εργατικής τάξης. Απέναντι σε αυτές τις μορφές ελέγχου ένα εργατικό κίνημα θα έπρεπε να προτείνει την κατάργηση κάθε μορφή ελαστικοποίησης της εργασίας και συμπίεσης των μισθών, η απαίτηση για συλλογικές συμβάσεις εργασίας με βάση τις σύγχρονες εργατικές ανάγκες, η ισότητα των δικαιωμάτων μέσα στους χώρους δουλειάς.

Θεωρούμε κληρονομιά του εργατικού κινήματος το σύνολο της σκέψης και της πάλης των οργανωμένων ρευμάτων των εργατών από τις απαρχές του. Με αυτή τη λογική δεν μπορούμε να μη δούμε, με κριτικό τρόπο φυσικά, τη συνεισφορά  και την προσφορά ρευμάτων όπως το αναρχικό, το μαοϊκό, το τροτσκιστικό ακόμα και το ευρωκομμουνιστικό. Οφείλουμε να αντλήσουμε από την ιστορική εμπειρία ούτως ώστε να πετύχουμε το μεγάλο ζητούμενο της εποχής μας που είναι ένα νέο πολιτικό, δημοκρατικό, διεκδικητικό και συγκρουσιακό εργατικό κίνημα που θα ξεπεράσει τις παθογένειες του παρελθόντος.

Η αντιμετώπισης της μαζικής ανεργίας του 30% και της «μαζικής» μαύρης εργασίας δεν μπορεί να λυθεί αν δεν μειωθεί ριζικά ο χρόνος εργασίας με αμοιβή στη βάση των σύγχρονων αναγκών. Επίσης είναι αναγκαίο να απαιτηθούν προσλήψεις σε δημόσιους τομείς με εργασιακά δικαιώματα για τους εργαζόμενους.

Χωρίς απελευθέρωση της εργασίας δεν μπορεί να απελευθερωθεί η ανθρωπότητα και ταυτόχρονα ένα κίνημα για την απελευθέρωση της εργασίας δεν μπορεί να μιλάει μόνο για τους χώρους απασχόλησης αλλά οφείλει να είναι ταυτόχρονα αντιρατσιστικό, αντιφασιστικό, αντισεξιστικό και να υπερασπίζεται τον πολιτισμό, τις δημοκρατικές ελευθερίες και δικαιώματα που αντιστοιχούν στη σύγχρονη εποχή μας. Υπάρχει επίσης αναγκαιότητα για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό κόμμα (η οργάνωσή μου πιστεύει ότι δεν είναι αυτό το κόμμα) που θα «μπολιάσει» το εργατικό κίνημα με στρατηγική σκέψη, δηλαδή ότι η δικαίωση του κόσμου της εργασίας δεν μπορεί να έρθει παρά με την ανατροπή του καπιταλισμού και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Το κόμμα μπορεί να αποτελέσει φορέα αναζήτησης της γενικευμένης ιστορικής εμπειρίας του εργατικού κινήματος και τέλος να συμβάλλει στην κοινωνική και ταξική ενότητα στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο.

Η κρίση του κομμουνιστικού κινήματος και της Αριστεράς μετά το 1989 έγινε και κρίση του εργατικού κινήματος. Η μεγάλη υποχώρηση του εργατικού κινήματος έρχεται όταν από τις σημαίες του εργατικού κινήματος «φεύγει» η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης και η στόχευση μιας άλλης κοινωνίας και μπαίνει ο ανταγωνισμός και ο ευρωπαϊσμός, ιδέες της αστικής τάξης που οδηγούν πρώτα στην κοινωνική συναίνεση και μετά στην στρατηγική ήττα και τη διάσπαση. Αντίθετα με αυτή τη λογική εμείς πιστεύουμε ότι το εργατικό κίνημα πρέπει να αντιστέκεται στον κυβερνητικό συνδικαλισμό, να ενώνει κοινωνικές δυνάμεις πέρα από πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα πάνω σε ένα πλαίσιο διεκδικήσεων και εκεί να κριθεί το κάθε ρεύμα.

Άρης Τσιούμας: Οι πολιτικές απελευθέρωσης της εργασίας μπορούν να νοηθούν μέσα στο σχήμα απελευθέρωσης από την εργασία. Αντιστρέφοντας το μότο της Ρόμπινσον θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι «η ευτυχία του να μη σε εκμεταλλεύονται εντατικά οι καπιταλιστές δεν είναι τίποτα συγκρινόμενη με την ευτυχία να μην υπάρχουν καθόλου εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι».

Μπορούμε να κατηγορηθούμε ότι ήδη από τον πρώτο λόγο μας έχουμε πάει πολύ μακριά. Ποιος άνθρωπος ή πολιτικός φορέας τολμά να αναφέρεται στην ευτυχία μέσα στην έρημο του πραγματικού όπως διαμορφώνεται στη σύγχρονη καπιταλιστική συνθήκη;

Για να αγγίξουμε έστω και λίγο τα ζητήματα που προκύπτουν από τα ερωτήματα της εκδήλωσης θα περιορίσουμε τον πυρήνα του κακού στο διογκούμενο πρόβλημα της ανεργίας. Ποια θα μπορούσε να είναι η λύση στο πρόβλημα αυτό;

Η προφανής απάντηση είναι η ίδια η εργασία. Όμως εδώ προκύπτει το εξής πρόβλημα: δεδομένης της αλληλένδετης σχέσης εργασίας-ανεργίας και του γεγονότος ότι στον καπιταλισμό η εργασία είναι εμπόρευμα για τη μείωση της τιμής του οποίου διαγωνίζονται το σύνολο των δυνάμεων της κυριαρχίας το εμπόρευμα εργασία βρίσκεται σε υπερπροσφορά από τη μεριά των εργατών-προλεταριάτο. Η μηχανή του αυτοματοποιημένου εκβιασμού έχει πάρει ήδη φωτιά χωρίς κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια εξαιτίας της απλής, δήθεν αντικειμενικής παρατήρησης από τη μεριά των αφεντικών ότι «η δουλειά δεν φτάνει για όλους». Αυτή η ανακοίνωση των καπιταλιστών συστήνεται ως η κοινωνική μηχανική ενός κοινωνικού δαρβινισμού με βασική φιλοσοφική ύλη την υποτιθέμενη ικανότητα του καθενός ξεχωριστά.

Η κατάκτηση του 8ώρου έστω σε επίπεδο αναγνώρισης δικαιώματος έγινε δυνατή στη βάση της δολοφονίας των 4 τεσσάρων αναρχικών εργατών  το 1886. Ας θέσουμε το κεντρικό ερώτημα που προκύπτει: αν το 1886 ο καπιταλισμός υπό την πίεση ενός επαναστατικά οργανωμένου επαναστατικού κινήματος να υποχωρήσει στην παραχώρηση του 8ώρου, η αυτοματοποίηση της παραγωγής που έχει συντελεστεί τα τελευταία 130 χρόνια πως είναι δυνατόν να μην έχει μειώσει συνολικά τις θέσεις εργασίας αλλά να έχει οδηγήσει ουσιαστικά στην αύξησή τους;

Η ρίζα του προβλήματος είναι και προφανής: ο μοναδικός τρόπος για να εκμηδενιστεί η ανεργία είναι η εκμετάλλευση του ξέφρενου αυτοματισμού στην παραγωγή με τρόπο βέβαια που θα σέβεται το περιβάλλον, η στροφή υπέρ των εργατικών αναγκών με ριζική μείωση των ωρών εργασίας σε τέτοια ελάχιστα επίπεδα ώστε να εργάζονται όλοι οι άνθρωποι χωρίς φυσικά μείωση των μισθών. Σε αυτή την περίπτωση θα είχαμε διατυπώσει τουλάχιστον ένα ριζοσπαστικό αίτημα εντός του καπιταλιστικού πλαισίου, με την έννοια ότι το αίτημα αυτό αναδεικνύει ποιος ευθύνεται για τη σημερινή κατάσταση ενώ ταυτόχρονα καταδεικνύει πόσο πιο απλή και ευκολότερη θα ήταν η ζωή αν είχαμε την ευκαιρία να επιλέξουμε διαφορετικές δυνατότητες όπως π.χ. την καταστροφή της μηχανής παραγωγής του καπιταλιστικού κέρδους δηλαδή της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας.

Η επίνευση στην οριστική ματαίωσής μιας τέτοιας δυνατότητας αποτελεί τον λόγο που οι εξουσιαστές διεξάγουν τέτοιο ανηλεή πόλεμο, απαιτώντας την άνευ όρων παραίτησή μας από τη διεκδίκησή της.

Μέσα στα συγκεκριμένα ιστορικά συμφραζόμενα της ανεργίας, υπερεργασίας, φτώχειας, πολέμων στην περιφέρεια, σκλαβιάς και παιδικής εργασίας στις χώρες με φθηνό εργατικό δυναμικό πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αν από τη μία πλευρά δικαιώνεται η θέση πως με βάση τις δυνατότητες της παραγωγής βρισκόμαστε αντικειμενικά πιο κοντά από ποτέ στην περίπτωση της εξάλειψης της υλικής σπάνης των αγαθών, από την άλλη πλευρά παραμένει αναπάντητη η διερώτηση: γιατί υποκειμενικά απέχουμε τόσο πολύ από την πυροδότηση αυτής της διαδικασίας συνολικής απαλλοτρίωσης του παραγόμενου πλούτου από τους παραγωγούς του;

Ίσως το σημείο ενδείκνυται για να κατονομάσουμε τη διαδικασία ως κοινωνική επανάσταση, όχι για να προκαλέσουμε την αξία χρήσης μιας ακραίας ρητορικής σε μία εποχής διευρυμένης απάθειας αλλά γιατί θα δυσκολευτούμε πολύ να εφεύρουμε κάποια άλλη διαδικασία πέρα από την κοινωνική επανάσταση που να απαντά στο ποιος και τι θα εξαναγκάσει τα αφεντικά να μειώσουν την εργάσιμη ημέρα σε 3-4 ώρες χωρίς να μειώσουν τους μισθούς.

Η ανάπτυξη των παραγωγικών μέσων τόσο σημαντική στον κλασσικό μαρξισμό αποδείχτηκε ανίκανη από μόνη της να πυροδοτήσει από μόνη της μια αναμενόμενη διαδικασία κοινωνικοποίησής τους. Η υποβάθμιση από την Αριστεράς του γεγονότος ότι ο καπιταλισμός αποτελεί μία κοινωνική σχέση αλλοτρίωσης που ταυτόχρονα υπαγορεύει την αναπαραγωγή της εξουσίας στις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται στο περιβάλλον του αλλοίωσε σε βάθος μια προοπτική της εργασίας που θα στρεφόταν ανυποχώρητα σε ένα χειραφετητικό προσανατολισμό. Ακόμα περισσότερο αγνοήθηκε και η ίδια η μαρξική προσταγή για κατάργηση της μισθωτής εργασίας και το σύνολο των Αριστερών δυνάμεων επανέφερε θριαμβικά το σύνθημα «δίκαιο μεροκάματο για μια μέρα δουλειάς». Εδώ θα μου επιτρέψετε να εξαιρέσω τη γενναία άρνηση των αναρχικών να συνεισφέρουν σε αυτή την αναστήλωση.

Το πρόβλημα είναι όπως έχει περιγράψει έγκυρα ο Ράσελ Τζάκομπι ότι «έχει πάψει ο κοινωνικός οραματισμός». Καμιά Αριστερά δεν σκέφτεται ένα κόσμο λυτρωτικά απολυτρωμένο από την καπιταλιστική προσταγή. «Η ιδέα της ουτοπίας» σχολίαζε ο Αντόρνο «εξαφανίστηκε ολοσχερώς από την αντίληψη του σοσιαλισμού, αυτός είναι ο λόγος που η τεχνική υποδομή, ο τρόπος και τα μέσα έχουν προσλάβει κάθε δυνατό περιεχόμενο». Εδώ η ρητορική ερώτηση του Ράιτ Μιλλς «δεν είναι άλλωστε ο ουτοπισμός η κύρια πηγή της δύναμής μας;» διατυπωμένη ήδη από τη δεκαετία του ’60 παραμένει επίκαιρη.

Από τη θορυβώδη πτώση των φιλοσοφικών στοχασμών της μαρξιστικής Αριστεράς γύρω από την εργασία και την κοινωνική απελευθέρωση επιλέγουμε να αναφερθούμε εν συντομία κυρίως στην αποτυχία της νέας Αριστεράς επειδή αυτή τουλάχιστον προσπάθησε να επαναδιατυπώσει την επαναστατική συνθήκη ορμώμενη από την ουτοπική δύναμη της σκέψης της. Η αναγνώριση μιας επίφασης ως να επρόκειτο για την ίδια την ουσία των πραγμάτων ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τα αδιέξοδα αυτού του τρόπου σκέψης. Όταν ο Αντρέ Γκόρζ ένας μεταξύ των πολλών καταπιάνεται με το τέλος των εργατικών κινημάτων ρίχνει το βάρος στη σημασία των νέων μεταϋλιστικών κινημάτων, συγχέει σε τεράστιο βαθμό την πρόνοια για μείωση της εργασίας με τη νεοφιλελεύθερη αναμόρφωση της δομικής ανεργίας, η οποία επιλέγεται από τις καπιταλιστικές ελίτ ως η πλέον πρόσφορη λύση σε συνδυασμό με τον ιδιωτικό δανεισμό σε ατομικό και διακρατικό επίπεδο για την αντιμετώπιση των συνθηκών εκείνης της περιόδου δηλαδή την αύξηση του πάγιου κεφαλαίου έναντι του μεταβλητού στις αρχές του 1970.

Η συνθήκη αυτή φθάνει γρήγορα σε ένα όριο, η δε διατήρηση της εργασίας σε εξάρτηση από την εργοδοσία σηματοδοτεί σταθερά την κατάσταση της εργατικής δύναμης σαν ένα εμπόρευμα που πρέπει να υποτιμηθεί. Ο κρισιακός κύκλος που ανοίγει εξαιτίας του ελλείμματος στην κατανάλωση απαντάται με τον δανεισμό, ήτοι την επιλογή αποικιοποίησης του μελλοντικού εργασιακού χρόνου από το μεταφορντικό μοντέλο του καπιταλισμού, η δε ελαστικοποίηση της εργασίας δε συνοδεύτηκε από αύξηση των εισοδημάτων.

Η εξάντληση των δυνατοτήτων της σκέψης του είδους του Αντρέ Γκόρζ υπογραμμίστηκε από τις αστοχίες των θεωρητικών επεξεργασιών τόσο του ύστερου Νέγκρι όπως τον διαβάζουμε στις εργασίες του Διόνυσου με το ολοένα επαναφερόμενο ζήτημα του τέλους της εργασίας όσο και με τις θεωρητικές κατασκευές του Πάολο Βίρνο στη “γραμματική του πλήθους». Η αντιμετώπιση ως εν δυνάμει θετικών των αναδιαρθρώσεων της μεταφορντικής παραγωγής στις εργασιακές σχέσεις πάσχει από διάφορες οπτικές.

Όλα αυτά τα αμιγώς ευρωπαϊκά σκεπτικά αν και ελλιπώς απηχούν ίσως κάποιους προβληματισμούς των λευκών δυτικών εργαζόμενων και ανέργων, μοιάζουν να φλερτάρουν ανοικτά με μία αποικιακού τύπου θεώρηση στο βαθμό που επιμένουν να υποβαθμίζουν την υπόθεση της εργασίας στην καπιταλιστική περιφέρεια εκεί που οι θεωρίες περί τέλους της εργασίας δεν μπορούν να γίνουν μήτε παιχνίδι στα χέρια των νηπίων που περνούν το χρόνο τους σε εργάσιμες μέρες των 12 ωρών. Ο George Kaffentzis με σειρά άρθρων του βάζει ένα όριο σε αυτό τον θεωρητικό ακροβατισμό και στην ανοησία ότι το καπιταλιστικό κέρδος έχει αυτονομηθεί από την παραγωγική διαδικασία.

Που βρισκόμαστε λοιπόν; Το «Κεφάλαιο» μπορεί να ήταν ένα εγχειρίδιο απομάγευσης της καπιταλιστικής συνθήκης όμως το φιλοσοφικό εγχειρίδιο της απελευθέρωσης από την εργασία μπορούμε να το αναζητήσουμε σε ένα λιγότερο γνωστό βιβλίο «το δικαίωμα στην τεμπελιά» του Πωλ Λαφάργκ.

Είτε ως υποτιθέμενη στρατηγική απελευθέρωση της εργασίας από τα καπιταλιστικά δεσμά είτε ως κρατικές πολιτικές επαναθεμελίωσης της προτεσταντικής ηθικής περί εργασίας τα επιμέρους αιτήματα περί πλήρους εργασίας έχουν χάσει την όποια δυναμική τους αφού έχασαν το πραγματικό τους ρόλο στη υπόθεση της ταξικής πάλης. Για παράδειγμα ο συνδικαλισμός από αρένα αντιπαράθεσης των εργατών με τα αφεντικά έχει μετατραπεί με τη μεσολάβηση του κράτους στην πλέον χυδαία μεσολάβηση παρασίτων που στοχεύουν αποκλειστικά στην απονέκρωση των διεκδικήσεων των εργαζομένων.

Αν δεν μπορέσουμε να φανταστούμε ένα κίνημα που θα οραματίζεται την άμεση, αδιαμεσολάβητη και ριζοσπαστική διαπάλη με τους εκμεταλλευτές ως απαραίτητη συνθήκη για την ολική απελευθέρωση τότε θα καταλήξουμε με έναν σωρό υποτακτικών εργαζομένων που διαρκώς θα χάνουν τα αυτονόητα. Στον καπιταλισμό το πρόβλημα της εργασίας έγκειται στην οντολογία της εργασίας δηλαδή στον τρόπο που αυτή υφίσταται ή εκλείπει. Αυτό δε σημαίνει ότι θα πάψουμε να αγωνιζόμαστε σε καθημερινό επίπεδο, όμως έχει απόλυτη σημασία η αποσαφήνιση των τρόπων που θα παλέψουμε όπως και οι στόχοι μας. Η ανάπτυξη σωματείων βάσης με ταξικά χαρακτηριστικά ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συνδικαλιστική και κομματική γραφειοκρατία, τα όποια κινούνται σε σταθερή τροχιά σύγκρουσης με το κράτος ανεξαρτήτως του πολιτικού διαχειριστή των υποθέσεών του, με αντικαπιταλιστική στρατηγική αλλά και απτή καθημερινή ριζοσπαστική δράση στους χώρους δουλειάς αποτελεί την αρχή της καθημερινής παρέμβασης στο πεδίο της εργασίας. Ο συντονισμός αυτών των πρωτοβουλιών, η ποιοτική αναβάθμιση των χαρακτηριστικών τους, η κατάληψη και αυτοδιαχείριση δομών, η προετοιμασία των εργαζομένων μέσα σε συνεταιρισμούς και συνεργατικά εγχειρήματα, το σπάσιμο της νομιμότητας και η πυροδότηση της οργής των καταπιεσμένων ενάντια στους θεσμούς και στη νομιμότητα αποτελούν θετικά και αναγκαία βήματα.

Θα πρέπει να είμαστε ειλικρινείς: η ιστορία δεν έχει φερθεί γενναιόδωρα σε ιστορικά παραδείγματα απελευθέρωσης και όχι μόνο αντίστασης από την εργασία. Ένα τέτοιο αποκαλυπτικό και ίσως μοναδικό παράδειγμα είναι η επαναστατημένη Ισπανία όπου η χειρότερη πραγματικότητα ενός εμπόλεμου παραδείγματος έμπρακτης αλληλεγγύης με εθελοντικές κοινωνικοποιήσεις των παραγωγικών μέσων, την άρνηση της μισθωτής εργασίας και τη σταθερή αποστροφή απέναντι στο κράτος και τη γραφειοκρατία είναι πολύ πιο αισιόδοξη από την απατηλή υπόσχεση του καπιταλιστικού κόσμου.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Πως εννοείτε την πάλη σε ένα πρώτο επίπεδο στους χώρους δουλειάς; Αν το αίτημα είναι η κατάργηση της εργασίας πως παλεύουμε στην καθημερινότητά μας μαζί με άλλους εργαζόμενους και ανέργους ενάντια στα αφεντικά;

Άρης Τσιούμας: Κατανοούμε το συνδικαλισμό ως μέσο πάλης αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την ιστορική θέση που είχε μέσα στην ταξική πάλη, της προετοιμασίας των εργαζομένων για την ολική ανατροπή. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν αγώνες που αναγνωρίζουν την πάλη κατά των αφεντικών στους χώρους δουλειάς ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύουν μία πληθώρα ζητημάτων είτε από φορείς αλληλεγγύης είτε από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Η μεταφορά από τη διαμεσολάβηση στην πράξη σε πρώτο χρόνο και πρόσωπο έχει τεράστια αξία.

Νομίζω ότι διανοίγονται δύο προτάσεις: η μία είναι αυτή που ανέφερε ο Άρης με τους αδιαμεσολάβητους αγώνες ενάντια στο κράτος και η άλλη που ίσως είναι πιο κυρίαρχη, που είναι η αποστασιοποίηση από αυτή την παραδοσιακή τακτική και η εργασία σε εναλλακτικές δομές παράλληλα με την αγνόηση του κράτους. Διακρίνω μία αντίφαση στο να θέλουμε την κατάργηση του καπιταλισμού και της εργασίας αλλά να διεκδικώ ταυτόχρονα την επαναπρόσληψή μου στα πλαίσια μιας επιβίωσης.

Γιώργος Κρεασίδης: Η απομάκρυνση από την εργασία ως ανεργία οδηγεί στην περιθωριοποίηση. Σήμερα πρέπει να διεκδικήσουμε το δικαίωμα στην εργασία. Κάτι τέτοιο είναι αντιφατικό φυσικά, αλλά για να έχουμε ένα ιδεολογικό ρεύμα που θα αμφισβητήσει την κυριαρχία του κεφαλαίου αμφισβητώντας παράλληλα ότι εργασία μπορεί να υπάρχει μόνο αν υπάρχει αφεντικό ή ότι κάθε εργασία είναι κοινωνικά θετική. Το διευθυντικό δικαίωμα για δυνατότητα απολύσεων, η ανοχή στη μαύρη εργασία, η δυνατότητα της εργοδοσίας να μην καλύπτει τις εργοδοτικές εισφορές όλα αυτά τα παραδείγματα πρέπει να χτυπηθούν από τη συλλογική δράση του εργατικού κινήματος. Με αυτό τον τρόπο βελτιώνουμε τη θέση μας και τη δυνατότητά μας να αγωνιζόμαστε.

Σε σχέση με τα συνεργατικά εγχειρήματα: είναι μεγάλη η συζήτηση για το αν μπορούν να διαμορφώσουν μία κοινωνική ζώνη απελευθερωμένου καταναγκασμού από το κεφάλαιο, ενώ το κεφάλαιο έχει την πολιτική και οικονομική εξουσία. Καταναγκασμοί δεν είναι μόνο τα αφεντικά αλλά εξίσου η εφορία ή η σχέση με το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε διαφορετικό καταμερισμό του κοινωνικού πλούτου για την κοινωνική πλειοψηφία αν δεν θίξουμε την ίδια την εξουσία του κεφαλαίου.

Ανέστης Ταρπάγκος: Θα ήθελα να θέσω το ζήτημα με τις δυνατότητες των συνεργατικών εγχειρημάτων με μία διαφορετική μορφή, πιο σύγχρονη και πιο πιεστική. Το γεγονός ότι ο σύγχρονος ελληνικός καπιταλισμός προκειμένου να αντιμετωπίσει την κρίση υπερσυσσώρευσης οδηγήθηκε στο να κλείσει και να καταστρέψει τις ζωντανές παραγωγικές δυνάμεις και πάγια κεφάλαια σε εκατοντάδες χιλιάδες εργοστάσια και ευρύτερα εμπορικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών. Αυτό είναι ένα πεδίο δόξης λαμπρό για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά. Η λύση απέναντι σε αυτή την εκκαθάριση κεφαλαίων θα ήταν η κήρυξη αυτών των επιχειρήσεων καταρχήν σε δημόσια κυριότητα. Το εγχείρημα του κατειλημμένου εργοστασίου της Βιομε είναι και άκρως περιορισμένο και είχε και ως στοιχείο της εγκατάλειψης του εργοστασίου από τους εργοδότες. Οι μεγάλες επιχειρήσεις που κλείνουν δεν εγκαταλείπονται από τους εργοδότες αλλά τα πάγια κεφάλαια παραμένουν στην ιδιοκτησία των καπιταλιστών. Συνεπώς μία προϋπόθεση είναι να έχεις μία κυβερνητική και πολιτική εξουσία που να θέσει αυτές τις επιχειρήσεις σε δημόσια κυριότητα. Η δεύτερη είναι να τις θέσεις σε λειτουργία.

Άρης Τσιούμας: Αναφέρθηκα ήδη στην εξάντληση των παραδοσιακών αιτημάτων από το εργατικό κίνημα. Τα αιτήματα για πλήρη εργασία υπήρξαν ως στρατηγικές για την Αριστερά μέσα από την ανάλυση ότι μέσω αυτής της στρατηγικής ο καπιταλισμός δε θα μπορούσε να ανταπεξέλθει σε αυτά τα αιτήματα. Μετά από 40 χρόνια σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώθηκε. Η μόνη διαφορά είναι η διαμεσολάβηση του συνδικαλισμού από επαγγελματίες πολιτικούς κηφήνες.

Όσο η εργασία παραμένει εμπόρευμα, ακόμα και σε συνεταιριστικά εγχειρήματα, και καθώς κανένα κίνημα δεν έχει στα χέρια του τον καταμερισμό της εργασίας σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά είναι στα χέρια του κεφαλαίου, το να δημιουργήσουμε ένα πλαίσιο αυτοθέσμισης δεν ευσταθεί. Αυτό όμως που μπορούν να κάνουν τέτοιου είδους πλαίσια είναι να προεικονίσουν κάποια συγκεκριμένα ζητήματα και να πάρουν πίσω αυτό άφησε η προηγούμενη πολιτική της Αριστεράς πάνω στην εργασία δηλαδή το τρίπτυχο διαμεσολάβηση- συνδικαλισμός-μεγαλύτερα μεροκάματα μετατρέποντάς το σε παλεύω μόνος μου-κερδίζω και προεικονίζω. Τα συνεργατικά εγχειρήματα δεν είναι η ίδια η επανάσταση.

Υπάρχει ελληνικός καπιταλισμός; Τι είναι αυτό που συγκροτεί το φαινόμενο του ελληνικού καπιταλισμού;

Άρης Τσιούμας: Αν δεν υπάρχει μία ολοκληρωμένη ανάλυση για το που βρίσκεται ο ελληνικός και ο διεθνής καπιταλισμός δεν μπορεί να δοθεί καμία ακριβής απάντηση. Κατά τη γνώμη μου η διεθνοποίηση του κεφαλαίου είναι η παγκόσμια τάση και μεταφράζεται σε συγκεντροποίηση του κεφαλαίου διεθνώς, σύμπτυξη του βιομηχανικού και χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, η χρησιμοποίηση της κρίσης χρέους σε παγκόσμιο επίπεδο από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο με εκβιαστικό τρόπο. Στα πλαίσια του διεθνοποιούμενου κεφαλαίου υπάρχουν κεφαλαιακές δυνάμεις που έχουν αναφορά στην ελληνική επικράτεια με την έννοια ότι χρησιμοποιούν το ελληνικό νομικό σύστημα για την εκμετάλλευση των ελλήνων και ξένων εργαζομένων. Το γεγονός ότι υπάρχει ελληνικός καπιταλισμός δε σημαίνει ότι υπάρχει ενιαία γραμμή για τα συμφέροντά του αυτή την περίοδο και για τις διεθνείς συμμαχίες στις οποίες πρέπει ενταχθεί.

Γιώργος Κρεασίδης: Η αναφορά στον ελληνικό καπιταλισμό έγινε ως σύμβαση για να κάνουμε συζήτηση, ο κόσμος της εκμετάλλευσης είναι παγκόσμιος. Εμείς αναφερόμαστε σε ένα ολοκληρωτικό καπιταλισμό ο οποίος επιτείνει χαρακτηριστικά που είχε ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός και διέπεται από διεθνοποίηση, καπιταλιστικές ολοκληρώσεις όπως είναι η Ε.Ε. Ο ελληνικός καπιταλισμός έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πχ. το θεσμικό πλαίσιο το οποίο τον διέπει. Η ταξική πάλη πολλές φορές γίνεται με εθνικούς και όχι ιδεολογικούς όρους. Το ελληνικό κεφάλαιο για παράδειγμα χρειάστηκε τον εμφύλιο πόλεμο του ’46-’49 για να επιβληθεί πράγμα που δεν χρειάστηκε να γίνει σε χώρες όπως η Ιταλία. Κοινωνική απελευθέρωση σε μια χώρα δεν μπορεί να υπάρξει. Παρόλα αυτά νίκη σε επαναστατικά γεγονότα μπορούμε να έχουμε, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν παραδείγματα (όπως η επανάσταση στην Ισπανία) για τον υπόλοιπο κόσμο.

Ο καπιταλισμός είναι σήμερα πιο διεθνοποιημένος από ότι πριν 30 χρόνια με την έννοια ότι έχει μεταφερθεί σε περιοχές που δεν ήταν αντικείμενο εκμετάλλευσης, του καπιταλισμού και των σχέσεων αγοράς όπως τις έχουμε μάθει στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, αλλά στηρίζονταν σε φεουδαρχικές, ημιφεουδαρχικές και άλλες κοινωνικές δομές.

Ας κρατήσουμε τέλος τη σχέση του ελληνικού καπιταλισμού με την Ε.Ε. που είναι συμμαχία ζωής για το ελληνικό κεφάλαιο με το βορειοευρωπαϊκό κεφάλαιο.

Επαναστάτες προηγούμενων αιώνων όπως ο Λένιν ή η Λούξεμπουργκ εστίαζαν στην κρίση του καπιταλισμού και στο πως αυτή μεταφέρεται ή αντανακλάται μέσα στο εργατικό κίνημα. Οι ομιλητές της συζήτησης εστίασαν στο πως φαίνεται αντικειμενικά ο καπιταλισμός από τη σκοπιά του καθενός, και φάνηκε σαν να μην έχουν ιδεολογικές διαφορές. Υπάρχει ανάγκη για ιδεολογική διαμάχη σήμερα ή αυτή εξαντλείται στην περιγραφή του αντικειμένου του καπιταλισμού;

Γιώργος Κρεασίδης: Η ιδεολογική διαμάχη εντός της Αριστεράς υπάρχει, αυτό που λείπει είναι η ιδεολογική διαμάχη για ένα πολιτικό δια ταύτα, δηλαδή μια κοινωνικοπολιτική πρόταση που σε δοσμένο χρόνο θα βοηθήσει αν επικρατήσει η μία ή η άλλη αντίληψη έτσι ώστε να ξεπεραστούν εμπόδια και να πάνε τα πράγματα σε μια καλύτερη πορεία.

Ένα παράδειγμα είναι η συζήτηση για την Ε.Ε. Η εναντίωση στην Ε.Ε. από θέσεις εργατικές δεν είναι η κυρίαρχη θέση εντός της Αριστεράς. Πολλές φορές παρατηρούμε ότι ακόμα και οργανώσεις ή κόμματα με διεθνιστικές επαναστατικές αντιλήψεις υποτιμούν του θέματος της Ε.Ε. και τη στρατηγική συμμαχία για την ελληνική αστική τάξη. Αυτή η στάση είναι υπεκφυγή στον πολιτικό στόχο της εναντίωσης στην Ε.Ε.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι η συνδικαλιστική δομή. Θα διαφωνήσω με τον Άρη. Είναι διαφορετικό πράγμα η συμμετοχή με πρωτοβάθμια σωματεία και στο διοικητικό συμβούλιο αυτού ως εργαζόμενος και διαφορετικό η συμμετοχή επαγγελματιών σε δομές όπως η ΓΣΕΕ. Πολλές δυνάμεις προβάλλουν το αίτημα για τον καλύτερο συσχετισμό δυνάμεων κάτι που όμως δεν εξηγεί πολλά πράγματα όπως π.χ. ο συντονισμός των πρωτοβάθμιων σωματείων και η διεκδίκηση συνολικότερων αιτημάτων όπως συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Υπήρξαν αναφορές τόσο για κατάργηση όσο και για απελευθέρωση της εργασίας. Θεωρείτε ότι αυτά είναι ταυτόσημα;

Άρης Τσιούμας: Το ιστορικό παράδειγμα της Ισπανίας ήταν η απόπειρα που ενείχε τα περισσότερα ποιοτικά χαρακτηριστικά για να ξεκινήσει επαναστατικά η απελευθέρωση από την εργασία. Αν έμενε στο παράδειγμα της Ισπανίας αυτό θα σήμαινε μία ήττα πρώτου μεγέθους.

Δεν μπορούμε να φανταστούμε πως μπορεί να είναι η απελευθέρωση της εργασίας σε ένα κόσμο ο οποίος θα κινείται σύμφωνα με τη ρήση του Μαρξ «από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Αυτό που κρύβεται πίσω από «τις δυνατότητες» δεν μπορούμε να το ονομάσουμε εργασία. Αυτό που εννοούμε λέγοντας απελευθέρωση συνίσταται στην πλήρη αποεμπορευματοποίηση της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Γιώργος Κρεασίδης: Θα συμφωνήσω εν μέρει με τον Άρη. Αυτό που χρειάζεται η κοινωνία για να σταματήσει να βυθίζεται στην καπιταλιστική βαρβαρότητα είναι η εργασία να μην έχει τα χαρακτηριστικά του εμπορεύματος με όλους τους καταναγκασμούς που αυτό φέρνει.

Σε μεγάλες σύγχρονες βιομηχανίες αυτό που διαχειρίζεται και ελέγχεται είναι περισσότερο το περιεχόμενο (content) της πληροφορίας και λιγότερο το κεφάλαιο και το εργατικό δυναμικό. Υπό μία έννοια το να τραφεί ο πληθυσμός της γης είναι αστείο αλλά ταυτόχρονα φαίνεται ότι ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί τον άνθρωπο ως πηγή πλούτου.

Άρης Τσιούμας: Η αναφορά στα έξυπνα δίκτυα, στις τεχνολογίες και στους αυτοματισμούς ως ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού έχει ένα συγκεκριμένο όριο. Δεν έχει ακόμα εφευρεθεί ο άνθρωπος ο οποίος θα τρέφεται μόνο με πληροφορίες. Για να υπάρχουν όλα τα παραπάνω απαραίτητη προϋπόθεση είναι να καταπιέζεται ένα τεράστιο μέρος του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού το οποίο ούτε καν έχει κάποιο όφελος από όλες αυτές τις εξελίξεις.

Γιώργος Κρεασίδης: Αν παρατηρήσουμε τις θέσεις εργασίας που χάθηκαν από το κλείσιμο των επιχειρήσεων και τις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν το νέο στοιχείο είναι περισσότερο η ελαστικοποίηση της εργασίας. Αν ο μονοπωλιακός καπιταλισμός ήταν η εποχή της απόλυτης υπεραξίας και της υπερεκμετάλλευσης, ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός γίνεται η εποχή της σχετικής υπεραξίας και της επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας η δική μας εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού είναι μία προσπάθεια του κεφαλαίου να συνδυάσει και τα δύο.

 

 

Πέτρος Πέτκας- 24/5/2015

Α) Περί ιστορίας

Στην δημοσιευόμενη, πιο πάνω, κριτική του Θοδωρή Βελισσάρη (στο εξής Θ.Β), όπως και στο βιβλίο μας, γίνονται συχνές αναφορές σε προγενέστερες ιστορικές περιόδους όπως στην Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, στην Παρισινή Κομμούνα του 1871 και στην Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917. Όσον αφορά, τουλάχιστον το βιβλίο μας, δεν πρόκειται για ιστορική μελέτη αλλά για μερικές σκέψεις που εδράζονται πάνω σε ιστορικά γεγονότα. Τούτο σημαίνει πως αναγκαστικά προβαίνουμε σε περιγραφή γεγονότων και, στην συνέχεια, στην ερμηνεία τους. Είχε επισημανθεί έγκαιρα απ’ τον Ευτύχη Μπιτσάκη πως «άλλο η περιγραφή ενός γεγονότος και άλλο η ερμηνεία του γεγονότος». Μόνο που η ερμηνεία του γεγονότος, για να είναι αξιόπιστη, πρέπει να στηρίζεται σε μια προγενέστερη μεν, ακριβή δε, περιγραφή του. Αν η περιγραφή είναι ανακριβής τότε και η ερμηνεία αναποδράστως θα είναι αναξιόπιστη, εσφαλμένη. Στον Όμηρο, όταν αναφύονταν μια νομική διαφορά, την έφεραν μπροστά στον Ίστορα, άνθρωπο επιδέξιο να ερευνά τα αμφισβητούμενα γεγονότα και να αποφασίζει ποιό ήταν το αληθινό. Ιστορίη (ο ιωνικός τύπος της λέξης ιστορία) σήμαινε μιαν έρευνα αυτού του είδους. Η ιστορία, λοιπόν, προσπαθεί να ανεύρει την αλήθεια, να κατανοήσει το παρελθόν, δεν επιδιώκει να προσφέρει ψυχαγωγία, να κερδίσει δημοτικότητα, να θυσιάσει την αλήθεια χάριν του εντυπωσιασμού – Μ’ άλλα λόγια, η ιστορία δεν «ποζάρει» (βλ. JOHN B. BURY, Οι αρχαίοι Έλληνες ιστορικοί, εκδόσεις Παπαδήμα, σελ. 20,141,176,186 (σημείωση 29), 9). Τούτο σημαίνει πως σκοπός της ιστορίας δεν μπορεί να είναι η σφυρηλάτηση του εθνικού φρονήματος, ούτε η υπόθαλψη αλυτρωτικών προσδοκιών, όπως δεν μπορεί να είναι η εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων ή ιδεολογικών προτιμήσεων του σήμερα με την ασυνείδητη ή συνειδητή προβολή πάνω στην οθόνη του παρελθόντος ορισμένων ανικανοποίητων πολιτικών πόθων του παρόντος. (Βλ. το άρθρο μας στην εφημερίδα «Νέα προοπτική» της 26 – 10 -2013 με τίτλο «Απ’ τα σπάργανα μέχρι τα σάβανα» – «Μαθήματα Ελληνικής Ιστορίας»).

Για να καταστήσουμε σαφέστερη την περί ιστορίας αντίληψή μας, ας χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα που σχετίζεται άμεσα και με το θέμα μας: Ο Δημήτρης ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ, με άρθρο του στην ΟΥΤΟΠΙΑ (τεύχος 100, Σεπτ-Οκτ. 2012 σελ. 135 επ. και ιδία σελ. 140), υποστηρίζει, μεταξύ των άλλων, και τ’ ακόλουθα: «Χαρακτηριστικό, εξάλλου, στοιχείο της εσωκομματικής δημοκρατίας στο κόμμα των Μπολσεβίκων ήταν ότι οι θέσεις της Εργατικής Αντιπολίτευσης τυπώθηκαν και μοιράσθηκαν στους συνέδρους» του 10ου  Συνεδρίου. Απ’ το προπαρατεθέν απόσπασμα προκύπτει α) ότι η Εργατική Αντιπολίτευση είχε κάθε δυνατότητα πολιτικής δράσης χωρίς προσκόματα στο πλαίσιο του κόμματος των Μπολσεβίκων και της Σοβιετικής Ένωσης. Η διαπίστωση αυτή συνιστά το «γεγονός». Β) Το προπαρατεθέν «γεγονός» ερμηνεύεται ως αποκαλυπτικό της ύπαρξης δημοκρατίας στο κόμμα των Μπολσεβίκων και στην σοβιετική κοινωνία στο πλαίσιο της οποίας μπορούσαν να εκφρασθούν δημόσια ακωλύτως όλες οι αντίθετες προς την κρατούσα άποψη απόψεις. Η πραγματικότητα, όμως, διέφερε ουσιωδώς απ’ τα προαναφερθέντα: Η ατύπως μεν, ουσιαστικώς δε, αρχηγός της Εργατικής Αντιπολίτευσης Αλεξάνδρα Κόλονταϊ, η συγγραφέας του αποκαλυπτικού βιβλίου με τίτλο «Η Εργατική Αντιπολίτευση», (κυκλοφορεί στα ελληνικά απ’ τις εκδόσεις Βέργος και Άρδην), αυτής της πολύτιμης πρωτογενούς ιστορικής πηγής, κατήγγειλε από του βήματος του χειραγωγηθέντος 10ου  Συνεδρίου ότι η κυκλοφορία αυτού του βιβλίου της είχε παρεμποδιστεί εσκεμμένα. (Βλ. αναλυτικά – λεπτομερώς, MAURICE BRINTON, Οι Μπολσεβίκοι και ο εργατικός έλεγχος. Το κίνημα των εργοστασιακών επιτροπών 1917 – 1921, εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη, 2007, σελ. 181 με περαιτέρω παραπομπή σε πρωτογενή πηγή – υλικά του 10ου  Συνεδρίου). Μόνο που η καταγγελία της Κόλονταϊ ήταν – εν αγνοία της – λειψή: το βιβλίο της απαγορεύτηκε και κατασχέθηκε ευθύς μετά την έκδοσή του (βλ. Ντανιέλ Γκερέν, Ο Αναρχισμός, από την θεωρία στην πράξη, εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος», Δ΄ Έκδοση, σελ 105). Την αυτού περιεχομένου διαβεβαίωση μας παρέχουν η Έμμα Γκόλντμαν (Η απογοήτευσή μου στην Ρωσία. Δύο χρόνια στη Ρωσία 1920-1921, εκδόσεις Απόπειρα) και ο Αλεξάντερ Μπέρκμαν ( Η Ρωσική Τραγωδία, εκδόσεις «ΑΡΔΗΝ» σελ. 95 και ιδία σελ. 97), με την επισήμανση ότι οι δύο τελευταίοι ήσαν αυτόπτες μάρτυρες. Και όλα αυτά συνέβαιναν τον Φλεβάρη και τον Μάρτη του 1921. Με αριστουργηματική συμπύκνωση το διατύπωσε ο ιστορικός του πολιτισμού, την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, Walter Goetz: «Το καθήκον του ιστορικού είναι όχι η καλλιέργεια της ευσέβειας προς ένα παρανοημένο παρελθόν, αλλά η ανελέητη εξερεύνηση της αλήθειας» (Βλ. ΠΗΤΕΡ ΓΚΑΙΥ, Η πνευματική ζωή στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης – Γερμανία 1919-1933, εκδόσεις Νησίδες, σελ.81).

Πρέπει, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, να τονίσουμε και τούτο: Μια πολιτική οργάνωση της Αριστεράς δεν μπορεί να λειτουργεί και να δρα με όρους και προϋποθέσεις επιστημονικού ιστορικού ινστιτούτου, Ακαδημίας Επιστημών. Έχει άλλην αποστολή και άλλα προτάγματα. Αν, όμως, «γυρίσει τις πλάτες της» στα επιστημονικά δεδομένα, τότε θα ναρκοθετήσει την δράση της και θα ακυρώσει τα προτάγματά της.

Β) Η περίπτωση της Ρόζας Λούξεμπουργκ

Ο Θ.Β στην κριτική του επισημαίνει την «συνεχή επίκληση της Λούξεμπουργκ», χαρακτηρίζει την κριτική της Λούξεμπουργκ ως «παρωχημένη», την εμφανίζει να μην επικρίνει «τον αυταρχισμό και τις ιδέες περί δικτατορίας του προλεταριάτου» του Λένιν, να μην υιοθετεί την κατηγορία «περί μπλανκισμού» κατά του Λένιν (την οποία αποδίδει σε μας) και επισημαίνει αμφίσημα ότι το έργο της «Ρώσικη Επανάσταση» τόγραψε στην φυλακή χωρίς νάχει  πρόσβαση σε επαρκή στοιχεία και πληροφορίες και ότι «δεν το κυκλοφόρησε όσο ζούσε». Στο σημείο τούτο ο Θ.Β υιοθετεί απόλυτα, ίσως και ακουσίως, την κοινώς παραδεδεγμένη αριστερή άποψη για την Ρόζα Λούξεμπουργκ με κοινή συνισταμένη την υποτιθέμενη απουσία θεμελιώδους διάστασης μεταξύ των θέσεών της και του Λένιν. (βλ. λ.χ το άρθρο του Πάνου Πέτρου στην «Εργατική Αριστερά» της 15-1-2014 με τίτλο «Η κόκκινη Ρόζα, «Φλόγα και ξίφος της επανάστασης», ως και το άρθρο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΡΗΡΟΡΟΠΟΥΛΟΥ στο «ΠΡΙΝ» της 26-1-2014 όπου αισθάνεται την ανάγκη να τονίσει ότι «Η διαφορά αυτή» (μεταξύ Λένιν και Λούξεμπουργκ, που την οριοθετεί μόνο ως προς την Συντακτική Συνέλευση) «διογκώνεται απ’ τον παλαιό και σύγχρονο ρεφορμισμό στην προσπάθειά του να αμαυρώσει τη σοσιαλιστική δημοκρατία και να προβάλει την ανωτερότητα της αστικής δημοκρατίας»). Η Λούξεμπουργκ σε μια σειρά ζητήματα-εθνικισμός, ιμπεριαλισμός και οργάνωση – κράτησε μιαν ιδιάζουσα θέση, διαφορετική από των μειζόνων συγχρόνων της μαρξιστών – Μπερνστάιν, Κάουτσκι και Λένιν. Για να ταυτιστεί με την «κρατούσα ορθοδοξία» κρίθηκε απαραίτητο ν’ απορριφθούν ορισμένα κείμενά της, ιδίως η ανάλυση της Ρώσικης Επανάστασης, ως δήθεν, καρποί κακής ή ελλιπούς πληροφόρησης και να επανερμηνευτούν ορισμένα άλλα. Έτσι, ο Arnold Reisberg καταγγέλει το 1970 ως αντικομμουνιστική την ερμηνεία του ανταγωνισμού Λούξεμπουργκ – Λένιν. Τονίζει την προσέγγισή τους μετά το 1905 και παραθέτει αποσπάσματα από ένα γράμμα της Λούξεμπουργκ που καλωσορίζει την Ρώσικη Επανάσταση (του 1905). Ο Norman Geras, το 1976, μειώνει την σημασία της κριτικής της στον Λένιν, ενώ ο J.P Nettl το 1966, θεωρεί πως έχει μικρή σημασία. (Βλ. Ράσελ Τζάκομπι, Διαλεκτική της ήττας, Περιγράμματα του Δυτικού μαρξισμού, εκδόσεις Νησίδες, σελ. 76 και 159 σημείωση μ’ αριθμό 39 όπου περαιτέρω παραπομπές στα έργα προπαρατεθέντων συγγραφέων).  Η αμφισβήτηση της επανάστασης με άνωθεν εντολές ή με την μίμηση ενός υποδείγματος παλλόταν σ’ όλο το έργο της Λούξεμπουργκ. Κεντρική της πίστη ήταν το προλεταριάτο ως υποκείμενο της επανάστασης. Δυσπιστούσε απέναντι στο κόμμα που υποκαθιστούσε την τάξη, απέναντι στην ηγεσία ή στην γραφειοκρατία προς όφελος του προλεταριάτου. Παραθέτοντας τον Μαρξ και τον Ένγκελς, ότι η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να είναι έργο του ίδιου του προλεταριάτου, σχολίασε: «Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μια κάποια επιτροπή διανοουμένων, που παραπειστικά αυτοαποκαλείται ηγέτης της εργατικής τάξης, ΄΄διατάσσει΄΄ ή ΄΄αποφασίζει΄΄ πότε και πώς η εργατική τάξη θ’ αρχίσει να ενεργεί με στόχο την χειραφέτησή της· σημαίνει ότι οι πλατιές μάζες του ίδιου του προλεταριάτου πρέπει να αναγνωρίσουν την ανάγκη, την προϋπόθεση και τα μέσα για χειραφέτηση και με την θέληση τους…να ξεκινήσουν ανοιχτά τον αγώνα» (στο ίδιο πιο πάνω, σελ. 75 με περαιτέρω παραπομπές (Για τους διανοούμενους και την σχέση τους με το επαναστατικό κίνημα βλ. τα άρθρα μας στην «Νέα Προοπτική» με τίτλους «Ο Σιδηρούς Νόμος της Ολιγαρχίας…σε επανεμφάνιση!» στο φύλλο της 31-12-2014 και «΄΄Πνευματικοί΄΄ άνθρωποι άνευ..πνεύματος» στο φύλλο της 10-1-2015). Ούτε η αξιολόγηση εκ μέρους της Λούξεμπουργκ της Ρωσικής Επανάστασης μπορεί να απορριφθεί εύκολα, ούτε μπορεί να διαχωριστεί από την κριτική που άσκησε στον Λένιν το 1904. Τουναντίον, η πρώτη αποτελεί επικαιροποίηση της δεύτερης! Αμφότερες καταδεικνύουν την εξαιρετική ιστορική οξυδέρκειά της. Οι επικριτές μας αναφέρονται, με ιδιαίτερη προτιμησιακή διάθεση, στην επιστολή της του 1906 με την οποία φέρεται να απέσυρε ορισμένα μέρη της κριτικής της του 1904. Αποφεύγουν,όμως, να υπομνήσουν ότι εξακολουθούσε να διατηρεί τις επιφυλάξεις τηςαπέναντι στους Μπολσεβίκους όπως φανερώνουν τα σχόλιά της για την Συνδιάσκεψη του RSPD το 1907 και, το σπουδαιότερο, επιλέγουν να λησμονούν ότι το 1918 κατηγόρησε τον Λένιν και τον Τρότσκυ για γιακωβινισμό (βλ. στο ίδιο πιο πάνω σελ. 76 και 160 σημείωση μ’ αριθμό 44 όπου παράθεση πρωτογενών πηγών). Λόγω στενότητας χώρου, είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε εξοικονόμηση σκέψεων (τις οποίες αναπτύξαμε αναλυτικά αλλού. βλ. το άρθρο μας με τίτλο «Επαναστατικές αδολεσχίες 2» στην ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ (Κοζάνης), τεύχος 156, Άνοιξη 2011, σελ. 99 επ. και ιδία σελ. 103-105 και 116-117, όπου αναλυτική αναφορά στο κεφαλαιώδες έργο της « Συγκεντρωτισμός και Δημοκρατία, ή οργανωτικά ζητήματα της Ρώσικης σοσιαλδημοκρατίας» που αποτελεί εξοντωτική, ανηλεή κριτική του Λένιν και των θέσεών του. Εκδόθηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κοροντζή με τίτλο «Σοσιαλισμός και Δημοκρατία», και στο έργο της «Ρωσική Επανάσταση»). Ας μας επιτραπεί να παραθέσουμε ψήγματα μόνον της σκέψης της: Επικεντρώνοντας στον σκληρό πυρήνα της λενινιστικής πρότασης, υποστηρίζει πως αντί της κυριαρχίας της πλειοψηφίας των συνειδητών εργατών στο κόμμα, έχουμε την απόλυτη εξουσία μιας κεντρικής επιτροπής που ενεργεί, κατά κάποιον τρόπο, δυνάμει μιας άρρητης ΄΄πληρεξουσιότητας΄΄, αντί του ελέγχου που ασκούν οι εργατικές μάζες στα όργανα του κόμματος, έχουμε τον αντεστραμμένο έλεγχο της κεντρικής επιτροπής επί της δραστηριότητας του προλεταριάτου (σελ. 45 στην έκδοση Κοροντζή). Ο προτεινόμενος υπερσυγκεντρωτισμός του Λένιν δεν είναι διαποτισμένος από θετικό και δημιουργικό πνεύμα, αλλά από το στείρο πνεύμα του νυχτοφύλακα. Η όλη προσπάθειά του τείνει να ελέγξει την δραστηριότητα του κόμματος και όχι να την γονιμοποιεί, να περιορίζει, παρά να διευρύνει το κίνημα, να το ανακόπτει και όχι να το ενοποιεί (σελ 49, πιο πάνω). Ο αυστηρός συγκεντρωτισμός του Λένιν θα παρέδιδε το κίνημα των ακαλλιέργητων ακόμη προλεταρίων στα χέρια των διανοούμενων αρχηγών της κεντρικής επιτροπής (σελ. 58). Προειδοποιεί τον Λένιν ότι σταματώντας τους παλμούς μιας υγιούς οργανικής ζωής, εξασθενεί το σώμα και ελαττώνεται η αντίστασή του καθώς και το μαχητικό του πνεύμα…Το προτεινόμενο μέτρο στρέφεται εναντίον του σκοπού (σελ. 63). Στο έργο της «Ρώσικη Επανάσταση» (έχουμε υπόψη μας την έκδοση των εκδόσεων Ύψιλον), γράφει, μεταξύ των άλλων σημαντικών, και τ’ ακόλουθα: «Ο Λένιν και ο Τρότσκυ εγκατέστησαν στην θέση των αντιπροσωπευτικών σωμάτων, που βγαίνουν από γενικές λαϊκές εκλογές, τα σοβιέτ σαν μοναδική πραγματική αντιπροσώπευση των εργαζομένων μαζών. Αλλά πνίγοντας την πολιτική ζωή σε όλη την χώρα είναι μοιραίο να παραλύει ολοένα και περισσότερο η ζωή μέσα σε αυτά τα ίδια τα σοβιέτ. Χωρίς γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία Τύπου και συγκεντρώσεων, ελεύθερη πάλη των ιδεών, η ζωή ξεψυχάει μέσα σε όλους τους δημόσιους θεσμούς, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία μένει το μόνο ενεργό στοιχείο. Από τον νόμο αυτό κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει. Η δημόσια ζωή σιγά-σιγά βυθίζεται στον ύπνο..» (σελ. 73) Καθώς επίσης και «…Η σοσιαλιστική δημοκρατία όμως δεν αρχίζει από την γη της επαγγελίας αφού δημιουργηθεί πρώτα το υπόβαθρο της σοσιαλιστικής οικονομίας, σαν ένα έτοιμο χριστουγεννιάτικο δώρο προς τον καλό λαό, που στο μεταξύ υποστήριζε την χούφτα των σοσιαλιστών δικτατόρων. Η σοσιαλιστική δημοκρατία αρχίζει ταυτοχρόνως με το έργο της κατάλυσης της ταξικής κυριαρχίας και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, από την στιγμή της κατάληψης της εξουσίας από το σοσιαλιστικό κόμμα…» (σελ. 78-79)

Το να προσπαθεί, μετά ταύτα, ο οιοσδήποτε να ταυτίσει την Λούξεμπουργκ με την κρατούσα «ορθοδοξία» των Λένιν-Τρότσκυ, συνιστά απροκάλυπτη κακοπιστία! Κλείνουμε αυτήν την ενότητα με δύο (2) παρατηρήσεις: 1) Η δυτικοευρωπαϊκή οπτική της Λούξεμπουργκ ελαχιστοποιήθηκε ως μη όφειλε. Καταδίκασε τις μπολσεβίκικες πρακτικές όχι μόνο αυτές καθαυτές αλλά σε σχέση με την επίδρασή τους στην Δ.Ευρώπη. Η επιτυχία τους ενθάρρυνε την δουλική μίμηση: αυτός ήταν ο κίνδυνος! Φοβήθηκε ότι η ευρωπαϊκή εργατική τάξη θα υπέκυπτε στην μίμηση των μπολσεβίκων. Γι’ αυτό θέλησε να αναβάλει την ίδρυση της Γ΄ Διεθνούς έως ότου ορισμένα δυναμικά δυτικοευρωπαϊκά κόμματα να μπορέσουν ν’ αναχαιτίσουν την επιρροή των μπολσεβίκων. Εναντιώθηκε και στην υιοθέτηση της ονομασίας «κομμουνιστικό κόμμα» που την θεώρησε ξένη προς τις γερμανικές επαναστατικές παραδόσεις (παράβ. Ράσελ Τζάκομπυ, Διαλεκτική της ήττας, σελ. 78 και 160, σημείωση μ’ αριθμό 52 όπου περαιτέρω παραπομπές). Γι’ αυτόν τον λόγο και έδωσε εντολή στον αντιπρόσωπο του Κ.Κ.Γ Ούγκο Έμπερλαϊν στο πρώτο συνέδριο της Γ΄ Διεθνούς, να αντιταχθεί στην ίδρυση μιας νέας διεθνούς, ενώ ο Λέο Γιόγκισες τούδωσε εντολή ν’ αποχωρήσει απ’ το Συνέδριο αν αυτό δεν υιοθετούσε την περί αναβολής του άποψη. Ο φόβος της Λούξεμπουργκ και του Γιόγκισες συνίστατο εις τούτο: η νέα διεθνής θα είχε αποκλειστικώς ρωσικό χαρακτἠρα! (Βλ. Ε.Χ ΚΑΡΡ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, τόμος 3, σελ. 158)

2) Ας μας επιτραπεί να παραθέσουμε απ’ το βιβλίο μας τ’ ακόλουθο απόσπασμα: Η Ρόζα Λούξεμπουργκ «δεν πίστευε σε μια «νίκη» στην οποία ο πολύς κόσμος δεν θα είχε κανένα ρόλο, ούτε φωνή, φοβόταν πολύ περισσότερο μια διαστρεβλωμένη επανάσταση από μια αποτυχημένη επανάσταση, πίστευε, με μια θαυμαστή ιστορική οξυδέρκεια πως η ηθική κατάρρευση της επανάστασης, θα προξενούσε μεγαλύτερη ζημιά απ’ όσο θα μπορούσαν να κάνουν «όλες οι πολιτικές ήττες…σε τίμιους αγώνες εναντίον υπέρτερων δυνάμεων και σε αντίξοες ιστορικές συνθήκες» (Βλ. Χάννα Άρεντ, Άνθρωποι σε ζοφερούς καιρούς, εκδόσεις Νησίδες, 1998, σελ. 38-39) – Η νεοτοποθετηθείσα απ’ την Εκτελεστική Επιτροπή της Τρίτης (Κομουνιστικής) Διεθνούς γενική γραμματέας του Κ.Κ Γερμανίας εικοσάχρονη Ρουθ Φίσερ (Ελφρίντε Άισνερ) έλεγε, κατ’ επιταγήν των εντολέων της, στους Γερμανούς συντρόφους της ότι « Η Ρόζα Λούξεμπουργκ και η επιρροή της, δεν ήταν τίποτε λιγότερο από σύφιλη!» (βλ. σελ 82 του βιβλίου μας όπου και ακριβείς παραπομπές).

Γ) Η ελευθεριακή Αριστερά και ο Μπορντίγκα

Ο Θ.Β,  σε μιαν αποστροφή του λόγου του, λέει «όχι μόνον μπολσεβίκοι, αλλά και μορφές που συμπαθεί ή περιλαμβάνει η ελευθεριακή Αριστερά, όπως οι Σερζ, Μπορντίγκα και Άβριτς τόνιζαν..». Ο Μπορντίγκα έγινε διαφωνών και αντίπαλος της Κομμουνιστικής Διεθνούς, γι’ αυτό άλλωστε και ο Λένιν τον χαρακτήρισε «αριστερό» κομμουνιστή. Τούτο ήταν, εν μέρει, σωστό καθόσον ο Μπορντίγκα διακρινότανε από μια άρνηση της κοινοβουλευτικής τακτικής. Για τον Μπορντίγκα, ο κοινοβουλευτισμός μύριζε ρεφορμισμό και οπορτουνισμό. Αμφισβήτησε ανοιχτά τον σοβιετικό μαρξισμό. Λίγο αργότερα, στην Διευρυμένη Εκτελεστική Επιτροπή της Κομιντέρν το 1926, μίλησε χωρίς περιστροφές και υποστήριξε ότι το ρωσικό μοντέλο επανάστασης δεν μπορούσε να εφαρμοστεί παντού, με το αιτιολογικό ότι ο ευσταθής αστικός κρατικός μηχανισμός της Δύσης ήταν «κάτι άγνωστο στην ρωσική ιστορία». Μίλησε για «κρίση» στην Κομ. Διεθνή, για μια «θεμελιώδη ατέλεια στην εσωτερική μέθοδο δουλειάς», απέρριψε το σύνθημα και την πραγματικότητα της μπολσεβικοποίησης επισημαίνοντας ότι «Σημαίνει μια τεχνητή και μηχανιστική μεταφύτευση στα Δυτικά κόμματα μεθόδων που προσιδιάζουν στο ρωσικό κόμμα. Με την μπολσεβικοποίηση, γίνεται μια απόπειρα να λύσουμε πολιτικά ζητήματα με ενέργειες οργανωτικού χαρακτήρα». Τέλος, κατήγγειλε την «τρομοκρατία» που ασκούνταν κατά των αντιπάλων της Κομ. Διεθνούς λέγοντας, χαρακτηριστικά, αυτή «η αυτοκαταστροφική μανία πρέπει να σταματήσει» ( Βλ. Ράσελ Τζάκομπυ, πιο πάνω, σελ. 112-114 και περαιτέρω παραπομπές σε πρωτογενείς πηγές).

Στο σημείο τούτο, όμως, χωρίζουν ξεκάθαρα οι δρόμοι του Μπορντίγκα και των λοιπών «αριστερών κομμουνιστών»: Οι δεσμοί του Μπορντίγκα με τους υπόλοιπους «αριστερούς κομμουνιστές», ΔΕΝ εκτείνονται σε μια θεωρία της οργάνωσης. Η απόρριψη, κατά τον Μπορντίγκα, του κοινοβουλευτισμού, βασιζόταν σ’ ένα σφριγηλό και πειθαρχημένο κόμμα, και ΟΧΙ, όπως σ’ άλλους «αριστερούς» κομμουνιστές, σε αντιεξουσιαστικές προλεταριακές οργανώσεις. Ήταν ο πιο ένθερμος υποστηρικτής του λενινιστικού κόμματος, συνεπής δε προς τον άκαμπτο λενινισμό του, εναντιώθηκε σθεναρά στα εργοστασιακά συμβούλια! (βλ. στο ίδιο πιο πάνω σελ. 122 με περαιτέρω παραπομπές σε πρωτογενείς πηγές). Οι «αριστεροί κομμουνιστές» όπως ο Πάνεκουκ (ο τόσο απαξιωμένος και παραγκωνισμένος) και ο Γκόρτερ προέβαιναν σε μια βαθύτερη και ουσιαστικότερη κριτική της Ρωσικής επανάστασης και του Λένιν: Κατά την σαφή διατύπωση του Πάνεκουκ «Τον Νοέμβριο του 1918, η κρατική εξουσία ξεγλίστρησε από τα άνευρα χέρια της αστικής τάξης στην Γερμανία και στην Αυστρία.. οι μάζες είχαν τον έλεγχο· και, εν τούτοις, η αστική τάξη στάθηκε ικανή να οικοδομήσει πάλι αυτήν την κρατική εξουσία και να υποτάξει για μιαν ακόμη φορά τους εργάτες. Αυτό αποδεικνύει ότι η αστική τάξη κατείχε μιαν άλλη κρυφή πηγή εξουσίας (ισχύος), που παρέμεινε άθικτη και της επέτρεψε να εγκαθιδρύσει εκ νέου την ηγεμονία της όταν όλα φαίνονταν γκρεμισμένα. Αυτή η κρυφή εξουσία (ισχύς) είναι η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ (τα κεφαλαία δικά μας..). Οι ίδιες οι προλεταριακές μάζες αποκατέστησαν την ηγεμονία της αστικής τάξης αφού είχε καταρρεύσει». Αυτή η αστική ηγεμονία, ριζωμένη στην μακρά ιστορία μιας αποφασιστικής και ευέλικτης αστικής τάξης ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΟΥΣΕ την Δ.Ευρώπη από την Σοβιετική Ένωση! Ο Γκόρτερ τόνιζε ότι η ιδεολογία της αστικής τάξης «έχει ποτίσει βαθιά τα μυαλά και τις καρδιές των εργατών» της Δύσης. Η συμβατική, λοιπόν, εξάρτηση από ηγέτες, κοινοβούλια και συνδικάτα όχι μόνο δεν θα βοηθούσε αλλά θα ήταν κάτι χειρότερο: θα επικύρωνε τις μορφές της αστικής κυριαρχίας. (στο ίδιο, πιο πάνω, σελ. 87,88 όπου περαιτέρω παραπομπές σε πρωτογενείς πηγές).

Ο «αριστερός κομμουνισμός» στην Γερμανία, στην Ολλανδία και – εν μέρει – στην Ιταλία, ξέγραψε τα κοινοβούλια και τα συνδικάτα από φορείς της επανάστασης. Διακρινότανε από ένα βαθύ μίσος για την εξουσιαστικότητα – αυταρχισμό και την γραφειοκρατία. Θεωρούσε πως τα κοινοβούλια και τα συνδικάτα ενθάρρυναν αυταπάτες για την επαναστατική διαδικασία στην εργατική τάξη. Εκτιμούσαν την αυτονομία και την αυτορύθμιση του προλεταριάτου. Γι’ αυτό και ΥΜΝΗΣΑΝ τα Συμβούλια (Σοβιέτ), τα οποία, σε αντίθεση προς την κοινοβουλευτική ή συνδικαλιστική γραφειοκρατία, βασίζονταν στην αυτονομία και στην ανεξαρτησία του προλεταριάτου. Αυτός ήταν και ο λόγος εξ αιτίας του οποίου, η Κομ. Διεθνής και ο ίδιος ο Λένιν διέλυσαν τα Περιφερειακά Γραφεία της Κομ. Διεθνούς στο Άμστερνταμ (που περιλάμβανε τον Γκόρτερ, την Ενριέττα Ρόλαντ-Χόλστ και τον Πάννεκουκ, τον πνευματικό του ηγέτη) και της Βιέννης (που βρέθηκε υπό την επιρροή των εξορίστων της ηττημένης Ουγγρικής επανάστασης και, πρωτίστως, του Λούκατς). Έτσι, έσβησαν και τα τόσο πολύτιμα θεωρητικά τους όργανα, τα περιοδικά «Δελτίο» (Bulletin) και «Kommunismus»,  αντίστοιχα. (βλ. στο ίδιο πιο πάνω, σελ. 84, 85 όπου περαιτέρω παραπομπές σε πρωτογενείς πηγές). {Το γραφείο του Άμστερνταμ, δημιουργήθηκε τον Οκτώβρη 1919 με εξουσιοδότηση του Λένιν. Το γραφείο της Βιέννης άνοιξε μετά τον Αύγουστο του 1919. Αμφότερα επισκίαζαν το ευάγωγο Γραφείο του Βερολίνου της Κομ. Διεθνούς. (Βλ. Ε.Χ Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, τόμ. 3 σελ. 174,171, 214, 215 και 210)}.Συνακόλουθα, η ήττα της Επανάστασης στην Κεντρική Ευρώπη είχε βαθύτερα και συνθετότερα αίτια που, σε κάθε περίπτωση, δεν εξαντλούνται στην απλοϊκή συλλογιστική του Θ.Β σύμφωνα με την οποία η αποτυχία της οφειλότανε στην απουσία ενός μπολσεβικοποιημένου Κομμουνιστικού Κόμματος!

Δ) Ο Θ.Β μας κατηγορεί ότι επιχειρούμε αφενός μεν την «ελευθεριακή διεκδίκηση του Μάρξ» αφετέρου δε, ότι διεκδικούμε τον Μάρξ στο «αντιλενιστικό στρατόπεδο». Η ταπεινότητά μας εις ουδεμίαν διεκδίκηση του Μάρξ προβαίνει, μια και δεν διακατέχεται από τόσο θαλερή αυτοπεποίθηση, εν αντιθέσει με άλλους. Περιοριστήκαμε μόνο να επισημάνουμε ένα γεγονός: Η Παρισινή Κομμούνα του 1871 ήταν μια εξέγερση εναντίον του συγκεντρωτικού κράτους καθεαυτού, είχε επηρεαστεί πολύ από αντιαυταρχικές συνομοσπονδιακές αντιλήψεις. Η ελευθεριακή δομή της και πολιτική της συμπεριφορά ήσαν πρόδηλες. Ο Μάρξ αυτήν την Κομμούνα ύμνησε με το έργο του «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία». Τούτο αποτελεί ένα γεγονός. Το ότι η εκτίμηση αυτή του Μάρξ είναι ασυνήθιστη και παράταιρη, σε σχέση με το σύνολο των γραπτών του σχετικά με το κράτοςˑ το ότι η ελευθεριακή ατμόσφαιρα της περιγραφής του, στο πιο πάνω βιβλίο του, έρχεται σε αντίθεση με τις συνήθως συγκεντρωτικές κρατικιστικές του απόψειςˑ το ότι ευνοούσε γενικά ένα ισχυρό συγκεντροποιημένο εργατικό κράτος, σε αντίθεση με τις συνομοσπονδίες, για να διευθύνει την οικονομική και κοινωνική ζωή κι’ έναν ισχυρό συγκεντροποιημένο κομματικό μηχανισμό για να καθοδηγήσει το σοσιαλιστικό κίνημα, είναι ένα άλλο γεγονός. Έτερον, εκάτερον! (ΜURRAY BOOKCHIN, Η Τρίτη Επανάσταση, λαϊκά κινήματα στην επαναστατική εποχή, τόμος 2, εκδόσεις Αλεξάνδρεια σελ 234, 315, 316, 339, 341). Πέρα απ’ όσα σχετικά τονίζουμε στην οικεία θέση του βιβλίου μας (βλ. σελ. 39-44) συμπληρωματικά προσθέτουμε και τ’ ακόλουθα: Ο Μάρξ, λίγο πριν τον θάνατό του, με την από 22-2-1881 επιστολή του προς τον κορυφαίο Ολλανδό αναρχικό στοχαστή Φέρντιναντ Ντομέλα Νιούβενχουις, ομιλεί υποτιμητικά για την Κομμούνα χαρακτηρίζοντάς την μιαν αχρείαστη, με μεγάλο κόστος, κοινοτική εξέγερση, «μιας πόλης κάτω από ασυνήθιστες συνθήκες» που θα μπορούσε να αποφευχθεί αν οι Κομμουνάροι είχαν επιδείξει μεγαλύτερη ευθυκρισία στις δοσοληψίες τους με την Εθνοσυνέλευση (βλ. στο ίδιο πιο πάνω σελ. 340 με περαιτέρω ακριβή παραπομπή στα άπαντα του Μάρξ). Όλα αυτά, όμως, δεν αναιρούν την ελευθεριακή εξύμνηση της Κομμούνας από τον Μάρξ-συγγραφέα του βιβλίου « Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία»!

Ε) Περί «ηθικισμού» και σκοπού που αγιάζει τα μέσα

Ο Θ.Β αναφέρεται στις «αντιφάσεις στις οποίες πέφτει κανείς όταν μπλέκει τον ηθικισμό με την πολιτική..» ενώ, παράλληλα, καίτοι αναφέρεται στο «ρητό» «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», καταλήγει να θεωρεί ότι «Σαφώς υπάρχουν νόμιμα ερωτήματα, τα οποία όμως θα πρέπει να τίθενται στη διάρκεια ενός σοβαρού πολιτικού αγώνα και όχι ως παραλυτικά αναχώματα στην ανάπτυξη οποιουδήποτε αγώνα». Μέτα ταύτα, δεν είναι περίεργο που επικροτεί ή, τουλάχιστον, ανέχεται την μπολσεβίκικη πρακτική της σύλληψης ομήρων (αυτήν την μελανή κηλίδα στον θυρεό της ρωσικής Επανάστασης) που είχε προσλάβει μαζικές διαστάσεις. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι οι μέθοδοι και τα μέσα δεν μπορούν να διαχωριστούν από τον τελικό στόχο τους. Με τον εθισμό των ατόμων και την παγίωση μιας κοινωνικής πρακτικής, τα μέσα γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι του τελικού σκοπού. Τον επηρεάζουν, τον τροποποιούν ολοένα, ώσπου πολύ γρήγορα ταυτίζονται εντελώς μαζί του. Αν αφαιρέσεις ως επαναστάτης, τους ηθικούς ενδοιασμούς από τις πράξεις σου, τότε βουλιάζεις στον πάτο του χειρότερου αμοραλισμού. Καμιά επανάσταση δεν μπορεί να φέρει την ελευθερία του ανθρώπου, αν τα μέσα που χρησιμοποιεί δεν ταυτίζονται με το πνεύμα και τον προσανατολισμό του επιδιωκόμενου σκοπού. «Εν ονόματι ενός μεγαλοπρεπούς μέλλοντος, γεμίζετε το παρόν με αποτροπιασμούς» έλεγε ο Λέων Τολστόι (παρατίθεται στο Γκούσταβ Λαντάουερ, Το μήνυμα του Τιτανικού, εκδόσεις Τροπή, σελ. 118. Υπενθυμίζουμε ότι ο ελευθεριακός φιλόσοφος Γκούσταβ Λαντάουερ ήταν ο Επίτροπος (υπουργός) Παιδείας της Σοβιετικής (Συμβουλιακής) Δημοκρατίας της Βαυαρίας που δολοφονήθηκε στο κελί της φυλακής του στις 2-5-1919). Αν η παρουσία ηθικών αναστολών και πολιτισμικών ενδοιασμών αντιμετωπίζονται ως «ηθικισμός», (αποκρουστικός νεολογισμός!) που δρα ως «παραλυτικό ανάχωμα» στην ανάπτυξη «οποιουδήποτε αγώνα», τότε οδηγούμαστε αναποδράστως στην εκβαναύσωση των ηθών των ανθρώπων, στην εξουθένωση και αποκτήνωσή τους· τότε αναφύονται ένστικτα αρπακτικού ζώου που προκαλούν ποταπή έλλειψη εμπιστοσύνης μετατρέποντας ολόκληρη την ανθρώπινη κοινωνία σε σκευωρία αλληλοεξαπάτησης. Μια τέτοια πολιτική πρακτική ισοδυναμεί με πρόσκληση σε «Θυέστεια δείπνα». (Για τα «Θυέστεια δείπνα» και τα ρωμαϊκά flagitia βλ. το άρθρο μας με τίτλο ΄΄ «Ταξική» μεροληψία;΄΄ στην «Νέα Προοπτική» της 14-2-2015 και αναλυτικότερα στο G.E.M DE STE CROIX, Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη, Διωγμοί, Αιρέσεις και Ήθη, εκδόσεις ΜΙΕΤ, σελ.33,34,72,73 και 121). Εκεί καταλήγει η κοινωνική και πολιτική δομή που ταυτίζει την καλόπιστη κριτική με την ηθικήν εξαχρείωση και την εσχάτη προδοσία. Ας δώσουμε τον λόγο σε δύο (2) κατ’ εξοχήν γνώστες της «επαναστατικής» τρομοκρατίας, στον αρχιτέκτονά της και θεωρητικό της Σαιν Ζυστ και στον Γενικό Διοικητή της ΤΣΕΚΑ Φέλιξ Ντζερντζίσκυ. Ο πρώτος (Σαιντ Ζυστ) έγραφε στο ημερολόγιό του (θεσμούς του) τ’ ακόλουθα: «Η Επανάσταση πάγωσε! Όλες οι θεωρητικές αρχές έχουν ατονήσει. Δεν υπάρχουν παρά μόνο κόκκινοι σκούφοι που τους φοράνε ραδιούργοι. Η άσκηση της τρομοκρατίας έχει κάνει τους εγκληματίες αναίσθητους, όπως τα δυνατά ποτά κάνουν αναίσθητο τον ουρανίσκο» (βλ. σελ. 27 του βιβλίου μας με περαιτέρω παραπομπή). Η ΤΣΕΚΑ δημιουργήθηκε στις 7-12-1917 με διάταγμα του Λένιν. Μετά τις 16-6-1918 της δόθηκε η εξουσία να συλλαμβάνει, να κατηγορεί, να δικάζει σε θάνατο και να εκτελεί την ποινή. Δηλαδή, ήταν αστυνόμος, εισαγγελέας, δικαστής και δήμιος ταυτόχρονα. Ήδη από τις αρχές του 1919 δεν μπορούσε πια να ελέγξει την ψυχολογική διαστροφή και την διαφθορά. Ο ίδιος ο Τζερντζίσκυ θεωρούσε τους ανθρώπους της ΤΣΕΚΑ, δηλαδή τους υφισταμένους του, «σαπίλα» (βλ. Βίκτωρ Σερζ, Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, εκδόσεις SCRIPTA, σελ. 128).

Δεν ήταν θέμα κακής βούλησης συγκεκριμένων ατόμων· ήταν θέμα δομής. Ο Σαιν Ζυστ και Ο Φέλιξ Τζερντζίσκυ μας εκπλήσσουν δυσάρεστα με την ασύγγνωστη πολιτική τους αφέλεια και την ολοκληρωτική απουσία διαίσθησης που τους διέκρινε. Η Νέμεσις που έπληξε το διεθνές επαναστατικό κίνημα το 1989, ήταν δικό του δημιούργημα. Το να το παραβλέπουμε, εμμένοντας σε μεθοδολογίες του παρελθόντος που μας οδήγησαν σε «νικηφόρα» πολιτική και ηθική πανωλεθρία, συνιστά περιφρόνηση αμαθούς έναντι της ιστορίας.

ΣΤ) Οι ενστάσεις της βιβλιοκριτικής παρουσίασης είναι πάρα πολλές αλλά ασυστηματοποίητες, χωρίς συνεκτικό δεσμό και, ενίοτε, μεστές προφανούς παρανόησης (ως λ.χ ο καινοφανής ισχυρισμός ότι « πολλοί στην λεγόμενη ελευθεριακή Αριστερά» «ξεχνούν» ότι «κάθε κράτος είναι αυταρχικό»! Η ελευθεριακή Αριστερά ποτέ δεν το λησμόνησε, εν αντιθέσει με άλλους) ή, ακόμη, και ασύγγνωστης σύγχυσης (ως λ.χ ο ισχυρισμός του «επί Γιακωβίνων δεν υπήρχε ΄’κεφάλαιο’’ δηλαδή η αστική τάξη που με την Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση κυριάρχησε πολιτικά, οικονομικά και ιδεολογικά ήταν χωρίς κεφάλαιο; Το ότι δεν υπήρχε ο σύγχρονος βιομηχανικός καπιταλισμός δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε και κεφάλαιο π.χ εφοπλιστικό, τραπεζικό, εμπορικό κ.λ.π!). Μετά ταύτα, καθίσταται πρόδηλο ότι τέτοιες απόψεις είναι ανεπίδεκτες απάντησης. Γι’ αυτόν τον λόγο-και όχι μόνον λόγω στενότητας διατεθέντος χώρου- περιοριστήκαμε να αναφερθούμε στις προμνησθείσες ενδείξεις Α-Ε της παρούσας τοποθέτησής μας. {Πριν γράψουμε αυτό το κείμενο τέθηκε υπόψη μας η από 8-12-2014 πολυσέλιδη βιβλιοκριτική παρουσίαση του Θ.Β}