RSS FeedRSS FeedLivestreamLivestreamVimeoVimeoTwitterTwitterFacebook GroupFacebook Group
You are here: Platypus /Archive for author thessaloniki

13/3/2015- Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Πέρα από τις πολλές διαφορετικές τάσεις και ρεύματα, το σημαντικότερο ίσως ζήτημα που χαρακτηρίζει την Αριστερά σήμερα είναι αυτό του «πολιτικού κόμματος». Στην επαύριο της οικονομικής κρίσης του 2008 και της επακόλουθης ύφεσης, μετά το κίνημα του Occupy Wall street και την "Αραβική άνοιξη" έλαβαν χώρα διάφορες πρωτοβουλίες «αριστερής ενότητας»  (και στην Ελλάδα μεταξύ άλλων τον Δεκέμβρη του 2008 μέχρι τους "Αγανακτισμένους"): συνεχιζόμενες «μετα-πολιτικές» τάσεις που κληρονομήθηκαν από τις δεκαετίες 1980-1990, (προοπτικές που εκφράστηκαν στο έργο Αυτοκρατορία, Πλήθος και Δημοκρατία των Χαρντ και Νέγκρι, στο Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία του Τζον Χόλογουεϊ), ο σχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, και το καινούριο κόμμα Ποδέμος στην Ισπανία (που απορρίπτει την οργανωμένη «μαρξιστική αριστερά» όπως και τα καθιερωμένα εργατικά συνδικάτα, ως μέρος της υπάρχουσας «πολιτικής κάστας»). Στη  Γερμανία, το κόμμα Ντι Λίνκε [Die Linke] φαίνεται έτοιμο να αναλάβει υψηλά πολιτικά αξιώματα. Ταυτόχρονα, έχει σημειωθεί μία εντεινόμενη κρίση των μεγαλύτερων «ορθόδοξων μαρξιστικών» [«τροτσκιστικών»] πολιτικών οργανώσεων στις αγγλόφωνες και δυτικοευρωπαϊκές χώρες, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως «η κρίση του (υπαρκτού) λενινισμού» στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες. Στο μεταξύ, αναδύονται νέες εκδόσεις, όπως η περιοδική έκδοση Jacobin,  και η Endnotes, ως ένας νέος «μαρξισμός της χιλιετίας», που δίνει έμφαση στη δημοσιογραφία αντί για τις παραδοσιακές μορφές οργάνωσης. Επίσης έχει αναδυθεί μία σχετική συζήτηση περί της παρακαταθήκης του μαρξισμού στις αρχές της πολιτικής οργάνωσης που ανατρέχει στη Δεύτερη Διεθνή 1889-1914, μία συζήτηση περί "νεοκαουτσκισμού" όπως χαρακτηρίστηκε [περιστρεφόμενη γύρω από την ιστορική έρευνα του Lars Lih και το βιβλίο περί επαναστατικής στρατηγικής του Mike Macnair, το οποίο συνόδευσε την ανάδυση του κόμματος Respect στην Αγγλία και του "Νέο Αντικαπιταλιστικού Κόμματος" (NPA) στη Γαλλία].Ίσως η πιο σημαντική ερώτηση που αντιμετωπίζει σήμερα η «Αριστερά» διεθνώς ανατρέχει πίσω στη διαμάχη του Μαρξ με τους αναρχικούς κατά την Α΄Διεθνή: Τι θα σήμαινε για την Αριστερά να αναλάβει «πολιτική δράση» σήμερα;

Ωστόσο, το ζήτημα του «πολιτικού κόμματος» φαίνεται να προκαλεί για την Αριστερά περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύει. Η τυποποιημένη πολιτική οργάνωση εμφανίζεται απαραίτητη για μία μακροπρόθεσμη προοπτική, πέρα από την άνοδο και την υποχώρηση των κινημάτων. Εν τούτοις, ο ρόλος του κόμματος στην συντήρηση του επιπέδου (πολιτικής) δραστηριότητας και δυσαρέσκειας μέσα στον χρόνο –στο χτίσιμο προς την κατεύθυνση της επανάστασης– αποτελεί μία μάλλον αμφιλεγόμενη παρακαταθήκη, καθώς έχει οδηγήσει τόσο στην ορθολογικοποίηση πολιτικά αναποτελεσματικών στρατηγικών ή έχει παράσχει κάλυψη σε ποικίλες μορφές οπορτουνισμού (π.χ. ρεφορμισμός, καριερισμός κλπ). Σήμερα είναι δύσκολο να οραματιστούμε την ιδέα του πολιτικού κόμματος ως ένα μέσο για την Αριστερά, παρά ως αυτοσκοπό –με το οποίο να μπορούσε να αναπτυχθεί η αναγκαιότητα για κοινωνικό μετασχηματισμό στο εσωτερικό της κοινωνίας. Παρ’ όλα αυτά η παρούσα απουσία – πολιτική χωρίς κόμματα– φαίνεται ανίκανη να κάνει κάτι παραπάνω από την επικύρωση των μετασχηματισμών, διαμέσου των οποίων ο καπιταλισμός ναι μεν αλλάζει, αλλά παραμένει σταθερός. Ακόμη χειρότερα, χωρίς δικά της κόμματα, η Αριστερά αναγκάζεται είτε να στηρίξει ενεργητικά ή παθητικά άλλα κόμματα είτε τουλάχιστον να εναποθέσει τις ελπίδες της σε αυτά. Φαίνεται πως η Αριστερά δεν μπορεί να ξεφύγει από το ερώτημα του πολιτικού κόμματος.

Πιστεύετε ότι η θέση του ερωτήματος του πολιτικού κόμματος και της οργάνωσης σήμερα δυνητικά βοηθά ή μάλλον υπονομεύει την Αριστερά, ως ιδέα χειραφετητικού μετασχηματισμού του κόσμου;

Πώς βλέπετε το πρόβλημα της πολιτικής οργάνωσης σε σχέση με τα διάφορα ρεύματα της Αριστεράς που αναδύθηκαν τα τελευταία τρία χρόνια μετά το κίνημα Occupy; Ποιο θα έπρεπε να είναι το μακροπρόθεσμο όραμα της Αριστεράς αναφορικά προς το ζήτημα του πολιτικού κόμματος/οργάνωσης;

Τα πολιτικά κόμματα, τα κινήματα και το κράτος έχουν μακρά ιστορία. Ο τρόπος που συσχετίζονταν στο παρελθόν είναι διαφορετικός από τον τρόπο που συσχετίζονται τώρα; Θεωρείτε κάποιες από αυτές τις συσχετίσεις -ή όλες- ως μόνιμες ή παροδικές; Ειδικότερα, η ανάγκη για ένα κόμμα, όπως και τα πιο θεμελιώδη χαρακτηριστικά του, είναι πάγια υπό την συνθήκη του καπιταλισμού;  Ή πρόκειται για χαρακτηριστικά ανοιχτά σε αναθεώρηση;

Πώς σχετίζονται τα πολιτικά κόμματα/οργανώσεις προς την κοινωνία ως σύνολο; Πώς θα όφειλαν (να σχετίζονται) κατά την άποψη της Αριστεράς; Πώς μπορεί η Αριστερά να υπερβεί τα συγκεκριμένα συμφέροντα των πολιτικών συνιστωσών (π.χ. εργάτες, φτωχοί, περιθωριοποιημένοι) αποβλέποντας στον μετασχηματισμό της κοινωνίας ως όλον; Θα έπρεπε να το κάνει; Πώς μπορεί ένα πολιτικό κόμμα/οργάνωση της Αριστεράς να είναι αντιπροσωπευτικό και συνάμα επαναστατικό;

Με ποια έννοια είναι διαφορετικό ένα κόμμα από μία πολιτική οργάνωση; Ποια είναι η ιδιαιτερότητά του;

α) Ποια είναι η σχέση της σύγχρονης δημοκρατίας και του καθολικού εκλογικού δικαιώματος με την κομματική πολιτική;
β) Πώς και με ποια έννοια είναι τα κόμματα δημοκρατικά ή μη δημοκρατικά στην εσωτερική λειτουργία τους; Υπάρχει σχέση της κομματικής πολιτικής και της εσωτερικής λειτουργίας;

Με ποιον τρόπο έχει επιβεβαιωθεί σήμερα η ανάγκη της Αριστεράς για κατάληψη της πολιτικής εξουσίας; Ποια είναι τα σημαντικότερα ιστορικά προηγούμενα ως προς αυτό; Πώς εμφανίζεται αυτό το πρόβλημα στο παρόν, εν σχέσει προς το παρελθόν;

Η τρέχουσα τάση προς την πολιτική οργάνωση (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ Ποδέμος) ανέδειξε μία Αριστερά αντιτιθέμενη στα παραδοσιακά σοσιαλδημοκρατικά και κομμουνιστικά κόμματα. Ποια είναι η σημασία αυτής της τάσης; Είναι κάτι παροδικό ή σημαίνει μία μονιμότερη αλλαγή; Το βλέπετε ως μία πρόοδο ή οπισθοδρόμηση εν αναφορά προς την προσέγγιση στα πολιτικά κόμματα εκ μέρους της Αριστεράς;

Ομιλητές

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Λέκτορας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών

Χρήστος Λάσκος: ΣΥΡΙΖΑ

Μπάμπης Κουρουνδής: Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Eίτε βάλουμε την αρχή της από τη γαλλική επανάσταση είτε μεταγενέστερα, η Αριστερά εμφανίστηκε ως ένας χώρος, ο οποίος επιδίωξε και επιδιώκει την ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή στην κατεύθυνση της ισότητας, της ενσωμάτωσης και της ανάδειξης των κατώτερων κοινωνικών σωμάτων με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης.

Από τη μία υπάρχει το στοιχείο του εξισωτισμού, της επιδίωξης της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, από την άλλη, σε ότι αφορά το κόμμα, είναι μία συγκροτημένη πολιτική οργάνωση που αντιπροσωπεύει πολιτικά και ιδεολογικά κοινωνικά στρώματα και συνδέεται στενά με το κράτος. Η σύνδεση αυτή μπορεί να έχει διάφορες μορφές: η αναγνωρισμένη κοινοβουλευτική Αριστερά είναι κόμματα τα οποία συμμετέχουν στους θεσμούς, ενώ η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά στις πιο επαναστατικές της εκδοχές επιδιώκει να επηρεάσει είτε απ’ έξω ως εξωκοινοβουλευτικός μηχανισμός είτε συμμετέχοντας στο κοινοβούλιο, μέχρι και να καταλάβουν το κράτος και να το αναδιαμορφώσουν με βάση το πολιτικό τους σχέδιο.

Ιστορικά, αν δούμε τα αποτελέσματα της σύνδεσης Αριστεράς και των πολιτικών της αρχών και του κόμματος, δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει ότι έχει υπάρξει ένας πολύ αποτελεσματικός μηχανισμός. Από την αλλαγή ενός καθεστώτος μέχρι την ικανοποίηση λαϊκών κοινωνικών αιτημάτων, μέχρι σημαντικές θεσμικές αλλαγές του κράτους πρόνοιας, η διαμεσολάβηση του κόμματος είτε στο κοινοβούλιο είτε στην κυβέρνηση είτε του επαναστατικού κόμματος που καταλαμβάνει το κράτος υπήρξε καθοριστική.

Από την άλλη, ξεκινώντας από αυτή την αναγνώριση, θέλω να αναφερθώ στα προβληματικά στοιχεία αυτής της κληρονομιάς, σε έναν τομέα στον οποίο το κόμμα μοιάζει να έχει αποτύχει οικτρά και πιθανόν να ήταν δομικά καταδικασμένο να αποτύχει. Αυτός ο τομέας είναι η κοινωνική χειραφέτηση. Μια μεγάλη μερίδα της μαρξιστικής επαναστατικής Αριστεράς από τα τέλη του 19ου αιώνα δεν είχε στόχο απλώς να ικανοποιήσει κάποια άμεσα κοινωνικά αιτήματα ούτε να συμμετάσχει στη διακυβέρνηση σε μία φιλελεύθερη αστική δημοκρατία αλλά είχε ως απώτατο στόχο να δημιουργήσει μία κοινωνία χειραφετημένη και αυτοοργανωμένη, στην οποία η ισότητα σχεδιάζεται με την άμεση συμμετοχή όλων των πολιτών χωρίς καμία διάκριση φύλου/φυλής, τάξης στη διαμόρφωση της κοινωνικής ζωής. Αυτό είναι το πρόταγμα του κομμουνισμού όπως μπορεί κανείς να το δει από τη γερμανική ιδεολογία του Μαρξ και το κομμουνιστικό μανιφέστο μέχρι τα κείμενά του για την κομμούνα του Παρισιού αλλά και το ίδιο το ιστορικό παράδειγμα της κομμούνας.

Σε αυτό το επίπεδο της κοινωνικής χειραφέτησης, δηλαδή της προώθησης της αυτοοργάνωσης των πολλών στη βάση της ισότητας, το κόμμα εξ αρχής είναι ένας μηχανισμός ο οποίος δεν προσφέρεται. Αυτό μπορούμε να το δούμε  και στις δύο μεγάλες παραδόσεις του αριστερού κόμματος.

Η παράδοση του λενινιστικού επαναστατικού κόμματος χτίστηκε επάνω στη λογική ότι χρειάζεται η εμφύτευση μιας πιο προωθημένης ταξικής και επαναστατικής συνείδησης απ’ έξω είτε επειδή οι μάζες είναι ανώριμες είτε επειδή δεν υπάρχουν οι κατάλληλες κοινωνικές συνθήκες σε χώρες όπως η Ρωσία. Αυτός ήταν ο ρόλος του κόμματος δηλαδή η οργάνωση και καθοδήγηση των μαζών προς στην κατεύθυνση ενός σχεδίου επαναστατικής αλλαγής.

Αυτή η λογική του κόμματος δεν μπορεί να οδηγήσει στην αυτοοργάνωση των πολλών καθώς αναπαράγει τον αυτοπροσδιορισμό τους από μία μειοψηφία.

Η άλλη μεγάλη κομματική παράδοση στον αριστερό χώρο είναι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στις διάφορες μορφές τους, τα οποία επιδίωξαν μεταρρυθμίσεις μέσα από τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, πχ η γερμανική σοσιαλδημοκρατία ή το ιταλικό ΚΚ. Ενώ σε τέτοια κόμματα υπάρχει σε μικρότερο βαθμό η λογική μιας πεφωτισμένης ηγεσίας, η οποία θα αλλάξει τις κοινωνικές σχέσεις καθοδηγώντας τις μάζες, παρόλα αυτά εξακολουθεί να υπάρχει ο διαχωρισμός μεταξύ ηγεσίας και κομματικών στελεχών καθώς και αντιπροσώπων και αντιπροσωπευόμενων. Αυτό οφείλεται στις ίδιες τις δομές και τους θεσμούς του κοινοβουλευτικού κράτους, δηλαδή στις δομές της φιλελεύθερης αντιπροσώπευσης.

Το φιλελεύθερο κράτος κτίστηκε από την αρχή με τη λογική ότι δημιουργεί πολιτικές ελίτ, οι οποίες προσπαθούν να αποκλείσουν την άμεση λαϊκή κοινωνική επιρροή πάνω στη διακυβέρνηση, περιορίζοντας την στη διαδικασία της συμμετοχής των εκλογών σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα. Τη λογική αυτή μπορούμε να τη δούμε σε πολλούς τομείς όπως στα συνταγματικά κείμενα αλλά αναπτύσσεται και στον πολιτικό διάλογο μεταξύ Βρετανίας και ΗΠΑ όσον αφορά τον πολιτικό μηχανισμό που θα επιτρέπει τη συμμετοχή στους πολλούς, αλλά που θα περιορίζει την επιρροή τους.

Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τα οποία εντάχθηκαν στο φιλελεύθερο κράτος δεν μπορούσαν παρά να αναπαράγουν τη λογική του. Το κόμμα δεν μπόρεσε να λειτουργήσει ως εκείνος ο μηχανισμός ο οποίος θα ενδυναμώσει, θα προωθήσει την χειραφέτηση των πολλών, αντίθετα αναπαρήγαγε την καθοδήγηση και την κυριαρχία κάποιων λίγων πάνω στους πολλούς.

Το πρόβλημα είναι ότι στις συνθήκες στις οποίες βρισκόμαστε σήμερα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το κράτος. Οι αντιλήψεις που υπήρχαν στην αναρχική παράδοση για διάλυση του κράτους από την αρχή και την οικοδόμησης μιας άλλης κοινωνία, έχουν τεράστια φιλοσοφικά και ιδεολογικά προβλήματα αφού προϋποθέτουν ότι υπάρχει ήδη μια χειραφετημένη κοινωνία και απλώς εμποδίζεται από το κράτος και το κεφάλαιο. Εκτός αυτού σήμερα αυτό είναι ανέφικτο. Το κράτος δεν είναι απλώς αρνητικό αλλά έχει διεισδύσει στην κοινωνία, παρέχοντας ζωτικές υπηρεσίες για την αναπαραγωγή της κοινωνικής ζωής, κατά συνέπεια, ακόμη και να μπορούσαμε να εξαφανίσουμε το κράτος, αυτό θα είχε το αποτέλεσμα απλώς της κατάρρευσης της κοινωνικής αναπαραγωγής χωρίς να έχουμε κάτι άλλο να το αντικαταστήσουμε. Ο μηχανισμός για να επηρεάσουμε το κράτος εξακολουθεί να είναι μία μορφή κόμματος, πολιτικής οργάνωσης, που θα συμμετέχει στη διακυβέρνηση ή θα την ελέγχει.

Η πρόκληση σήμερα είναι να σκεφτούμε ότι η κοινωνική αλλαγή για τη χειραφέτηση δεν μπορεί να γίνει μέσα από τα κόμματα, αλλά μέσα από άλλες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, διαφόρων ειδών κοινωνικά κινήματα. Παρόλα αυτά χρειάζονται τα κόμματα για να επηρεάζουν το κράτος, το οποίο διαχέεται στην κοινωνική ζωή και παίζει σημαντικό ρόλο στην καθημερινότητα των περισσότερων καθώς και να αντιμετωπίσουμε τα άμεσα ζητήματα της πολιτικής διακυβέρνησης. Χρειάζεται να σκεφτούμε τις μορφές σύνδεσης του κόμματος με μορφές κοινωνικής οργάνωσης και δραστηριότητες που θα περιορίζουν τον ελιτίστικο αυτό μηχανισμό. Τέτοιες προσπάθειες γίνονται διεθνώς τα τελευταία χρόνια στη Λατινική Αμερική και στην Ισπανία. Η αρχική ιδέα πίσω από το ποδέμος είναι ότι θα έχουμε ένα κόμμα το οποίο θα λειτουργεί με δημοκρατία στη βάση, θα είναι ανοιχτό και πλουραλιστικό μεταφέροντας την κουλτούρα και τις δομές των κινημάτων διατηρώντας παράλληλα την αυτονομία τους, ώστε να μη συμβεί αυτό που συνέβη ιστορικά, δηλαδή το κόμμα να αφομοιώσει το κίνημα, αλλά και το κόμμα να έχει τη δική του δύναμη και συγκρότηση και να παίξει ρόλο στη διακυβέρνηση.

Χρήστος Λάσκος: Το ζήτημα του κόμματος για την Αριστερά επανέρχεται συνεχώς με παρόμοιους όρους. Όταν ο Μαρξ το 1848 θέτει το ζήτημα της διαφοράς των κομμουνιστών από τα άλλα κόμματα, αποδεχόμενος ότι υπάρχουν και άλλα κόμματα της εργατικής τάξης, ορίζει το κομμουνιστικό κόμμα με τον εξής τρόπο: είναι το τμήμα της τάξης, το οποίο για κάποιους λόγους οι οποίοι μπορεί να είναι και συμπτωματικοί, κατανοεί κάποια πράγματα περισσότερο. Οι κομμουνιστές αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως τμήμα της τάξης και όχι ως εξωπολιτική οργάνωση  και προτάσσουν τα κοινά της τάξης, δηλαδή αυτά που ενώνουν την τάξη συνολικά. Αυτό είναι άμεσα συνδεδεμένο με το καταληκτήριο του κομμουνιστικού μανιφέστο «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» αλλά και στην επισήμανση ότι οι κομμουνιστές ενώνουν την εργατική τάξη πέρα από σύνορα και από τις διαφορές της στο εσωτερικό της κάθε περιοχής ενώνουν την εργατική τάξη σε έναν αγώνα για την απελευθέρωσή της.

Οι συζητήσεις για το κόμμα στην εποχή του Μαρξ είναι πολιτικού και όχι θεωρητικού χαρακτήρα και γίνονται στο εσωτερικό των ομάδων εκείνης της εποχής της ένωσης των δικαίων, της λίγκας των κομμουνιστών κτλ. Η πρώτη διεθνής είναι η πρώτη συγκρότηση πολιτικής οργάνωσης με πρόθεση πολιτική, η οποία συμπεριλαμβάνει από κόμματα μέχρι συνεταιρισμούς εργατικούς, ενώσεις αλληλοβοήθειας, συνδικάτα κτλ. Δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη μορφή κόμματος, η οποία να αποτελεί το τοπικό παράρτημα της διεθνούς, αλλά υπάρχουν διαφορετικές μορφές οι οποίες είναι από άμεσα οικονομικής παρέμβασης μέχρι πολύ σκληρά πολιτικές.

Θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι αυτή η πολλαπλή συγκρότηση είναι αναγκαία στο μέτρο που αποτελεί το πρώτο εγχείρημα και όσοι ενδιαφέρονται, βρίσκονται ή επιχειρούν να βρεθούν μαζί. Ισχυρίζομαι ότι δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και πρόθεση των ιδρυτών. Την ίδια εποχή υπάρχει έντονη σύγκρουση των μαρξιστών με τους προυντονιστές για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την οργάνωση, παρόλα αυτά είναι μαζί στη διεθνή.

Στην δεύτερη διεθνή έχουμε για πρώτη φορά τα αριστερά κόμματα όπως τα αναγνωρίζουμε σήμερα, δηλαδή κόμματα μαζικά και ισότιμα βάσει καταστατικού. Παράλληλα έχουμε και μία προσπάθεια η οποία καρποφόρησε. Κυρίως στην Ιταλία και τη Γερμανία συγκροτείται ένα είδος αντικοινωνίας, δηλαδή θεσμοί οι οποίοι είναι μαζικοί και κόντρα στους υπάρχοντες όπως εφημερίδες, εκδοτικοί οίκοι, ταμεία αλληλοβοήθειας μέχρι πανεπιστήμια σχολεία κτλ. Με άλλα λόγια επιχειρείται να μετατραπεί θεσμικά το κόμμα σε κάτι άλλο από την υπόλοιπη κοινωνία ήδη πριν κατακτήσει την εξουσία. Ενώ η Β’ διεθνής θεωρείται η περίοδος κατά την οποία το κράτος και  το κοινοβουλευτικό σύστημα γίνονται αποδεκτοί στόχοι από τους κομμουνιστές για παρέμβαση στο εσωτερικό τους την ίδια στιγμή φτιάχνονται και πράγματα που είναι εκτός κράτους.

Η τρίτη διεθνής κληρονομεί τα χαρακτηριστικά της από τη β’ διεθνή. Το παράδειγμα των μπολσεβίκων έχει ενδιαφέρον από μια άλλη πλευρά, από το γεγονός δηλαδή ότι φτιάχνεται ένα πολιτικό μόρφωμα το οποίο θεωρεί την ισχυρή δέσμευση των μελών ως βασικό στοιχείο της ένταξής τους, για αυτό όσοι συγκροτούν και εντάσσονται στο συγκεκριμένο κόμμα είναι επαγγελματίες επαναστάτες. Οι επαγγελματίες επαναστάστες δε δρουν σε μία μικρολίμακα, αφού το μπολσεβίκικο κόμμα έχει δεκάδες χιλιάδες μέλη ακόμα και πριν τη μεγάλη του μαζικοποίηση.

Η μεγάλη σύγκρουση στο εσωτερικό της ρώσικης σοσιαλδημοκρατίας γίνεται για ένα άρθρο του καταστατικού, για το πώς ορίζεται το μέλος, και πάνω σε αυτό διασπώνται τα δύο ρεύματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας και όχι για το αν είμαστε ρεφορμιστές ή περισσότερο επαναστάτες. Αυτή η ισχυρή δέσμευση δίνει τις δυνατότητες με τις οποίες ένα δημοκρατικό κόμμα, το οποίο δηλαδή λειτουργεί με συλλογικό και δημοκρατικό τρόπο και είναι ιστορικό κρίμα που έχει μείνει ως το αντίθετο λόγω του σταλινισμού ο οποίος ήρθε ως κληρονομιά του.

Τις τελευταίες μέρες έγινε μία συζήτηση εντός του Σύριζα περί επώδυνου, έντιμου ή μη συμβιβασμού της υπαναχώρησης. Ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησαν οι οπαδοί του συμβιβασμού ήταν η στάση των μπολεσβίκων στο Μπρεστ Λιτόφσκ, όταν έδωσαν το 1/3 των πόρων και της βιομηχανίας της Ρωσίας στη Γερμανία. Ωστόσο, υπάρχει μια διαφορά: υπήρξε συζήτηση για δύο μήνες πριν αποφασιστεί. Επί δύο μήνες δηλαδή, ενώ οι γερμανοί ήταν μέσα και πυροβολούσαν, αυτοί συζητούσαν στην κεντρική τους επιτροπή, βγάζαν περιοδικά και λέγαν αυτό ή το άλλο είναι σωστό! Όταν κατέληξε η συζήτηση στο πλαίσιο άγριου πολέμου είχε μεσολαβήσει μία ολόκληρη συζήτηση.

Παραλείποντας τα ενδιάμεσα στάδια μέχρι να φτάσουμε στη νέα χιλιετία από το σοσιαλδημοκρατικό και το σταλινικό ρεύμα, η συζήτηση για το κόμμα ξεκίνησε εκ νέου με την αφορμή του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, το οποίο έθεσε ξανά το ζήτημα του κόμματος και της σύνδεσης με τα κινήματα και έφερε ελευθεριακά στοιχεία στη συζήτηση ακόμα και μεταξύ των μαρξιστών. Στο πλαίσιο αυτό ο δικός μου πολιτικός χώρος της παραδοσιακής Αριστεράς, από μία ιδιαίτερη βέβαια παράδοση αριστερού ευρωκομμουνισμού, συζήτησε αυτά τα θέματα (πχ στο τελευταίο βιβλίο του Πουλαντζά αυτά τα ζητήματα είχαν τεθεί). Στο κέντρο της στρατηγικής βρίσκεται μία προσπάθεια να λειτουργήσει μέσα και έξω από το κράτος, αμεσοδημοκρατικά και ταυτόχρονα μέσα στους θεσμούς.

Η συζήτηση που γίνεται σήμερα γύρω από τέτοια ζητήματα είναι περίπου αυτή που έγινε τη δεκαετία ‘70-‘80. Ο λόγος για τον οποίο τα πράγματα μοιάζουν να έχουν μείνει στάσιμα είναι τα ελευθεριακά στοιχεία που εισήχθησαν σε μεγάλο βαθμό αντανακλούν μία φιλελεύθερη και όχι ελευθεριακή αντίληψη για τα πράγματα για το πώς λειτουργεί η δημοκρατία.

Παρόλο που ο Μπαντιού δε μου αρέσει καθόλου, ένα στοιχείο που βάζει στην περιοδολόγηση του αριστερού κινήματος έχει ενδιαφέρον να το σκεφτούμε. Σε αντίστοιχη συζήτηση του Πλατύποδα στον Καναδά ο Λέο Πάνιτς είπε ότι ο λόγος για τον οποίο μπερδευόμαστε είναι ότι θεωρούμε πως ο κομμουνισμός θα γίνει στα χρόνια μας. Αν αποδεχθούμε ότι είναι κάτι σαν τους καθολικούς ναούς που ξεκινούσαν το 1100 και τελείωναν το 1350, τότε θα λύσουμε πολλά ψυχολογικά προβλήματα και ίσως και πολιτικά. Η περιοδολόγηση που κάνει ο Μπαντιού έχει ως εξής: από την πρώτη ιδρυτική φάση του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης περνάμε στη δεύτερη φάση επίθεσης και υλοποίησης του εγχειρήματος  το οποίο χάνει το 1968 οπότε και τελειώνει αυτός ο κύκλος. Σήμερα βρισκόμαστε στην τρίτη  φάση που δεν πρέπει να τη θεωρήσουμε σαν την δεύτερη αλλά σαν τη πρώτη.

Οι καλύτερες εκδοχές της κομμουνιστικής παράδοσης είναι συνδεδεμένες ιστορικά με το παράδειγμα της κομμούνας του Παρισιού, (ας μη ξεχνάμε ότι το κράτος και επανάσταση είναι γραμμένο πάνω στο παράδειγμα της κομμούνας του Παρισιού και την 72η μέρα μετά την  ο Λένιν χόρευε πάνω στη χιονισμένη κόκκινη πλατεία γιατί η ρωσική επανάσταση είχε περάσει μία μέρα περισσότερο από την κομμούνα του Παρισιού). Το κόμμα είναι αναγκαίο ως μόνιμη δομή την οποία δεν μπορεί κανένα κίνημα να υποκαταστήσει, αφού μπορεί να συνδεθεί με το κράτος χωρίς να είναι απέναντι του (με άλλα λόγια αν δεν είσαι μέσα δεν μπορείς να προωθείς το χειραφετητικό πρόταγμα) και κυρίως είναι ένα εργαλείο, αν λειτουργεί σωστά, ταξικής αυτονομίας. Η τάξη δεν έχει αυτονομία μόνη της παρά μόνο αν αντιληφθεί με οργανωμένο τρόπο τι είναι αυτά που έχει να κάνει σε διάφορες εκδοχές.

Μπάμπης Κουρουνδής: Αν γινόταν διεθνώς μια δημοσκόπηση για τα κόμματα και τα κινήματα, οι απαντήσεις θα ήταν σίγουρα πλειοψηφικά θετικές για τα κινήματα και πιθανότατα αρνητικές για τα κόμματα.

Τα κινήματα στη συλλογική συνείδηση είναι συνδεδεμένα με τη συλλογικότητα και την κοινή προσπάθεια, ενώ τα κόμματα θεωρούνται συνήθως κλειστά γραφειοκρατικά διεφθαρμένα κυκλώματα. Κυρίαρχα στις ΗΠΑ οι ρεπουμπλικάνοι και οι δημοκρατικοί, δύο κατεξοχήν κόμματα της αστικής τάξης, ωστόσο και στην Ευρώπη όπου υπάρχει πιο δυνατή και οργανωμένη αριστερά, υπάρχουν αντίστοιχοι προβληματισμοί οι οποίοι έχουν ενταθεί ειδικά μετά το 1989, καθότι αποτέλεσε το σημείο τομής στο οποίο απαξιώθηκαν κατά μείζονα λόγο τα σταλινικά κομμουνιστικά κόμματα αλλά και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τα οποία από τότε πήραν το δρόμο του νεοφιλελευθερισμού. Κάτι τέτοιο, όπως είπε και ο προηγούμενος ομιλητής, φάνηκε ιδιαίτερα στις αρχές του 2000 όταν ξέσπασε το κίνημα ενάντια στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και οι μορφές οργάνωσης που αρχικά υιοθέτησε είχαν τον τύπο όπως το ATTAC που συσπείρωνε τον κόσμο γύρω από το φόρο Tobin ή τα κοινωνικά φόρουμ στη συνέχεια.

Μια πρώτη εύκολη απάντηση θα ήταν ότι η κατάληξη εκείνου του κινήματος, το οποίο κατά τη γνώμη μου διαλύθηκε/χρεωκόπησε σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας του ότι η κομμουνιστική επανίδρυση μπήκε στην κυβέρνηση Πρόντι στις αρχές του 2006 ακολουθώντας σοσιαλφιλελεύθερη πολιτική, αλλά δεν είναι η μόνη. Όταν τα κινήματα ξεσπούν, οι διαφορές μοιάζουν περιττές και μίζερες. Σύντροφοι από την Ανταρσύα που επισκέφθηκαν τις ΗΠΑ στην καρδιά του το κινήματος Occupy μου μετέφεραν ότι όποιος έβαζε τη συζήτηση πού πάει το  κίνημα έπαιρνε την απάντηση ότι “occupy everywhere” (να συνεχίσουμε αυτό που κάνουμε). Αντίστοιχα μπορώ να σας το πω και σαν εμπειρία αυτό όταν είχα πάει στη Γένοβα το 2001 ήμαστασν 300000, στη Φλωρεντία έγινε 70000 που συμμετείχαν στις συζητήσεις και 1000000 στη διαδήλωση, ένα κίνημα ριζοσπαστικό μεγάλο υπήρχε και σε μένα μία αίσθηση ότι τα πράγματα πάνε εδώ γραμμικά, δηλαδή πηγαίνουμε σε βαθύτερη ριζοσπαστικοποίηση μεγαλύτερη μαζικοποίηση και κάπως έτσι τα πράγματα θα συνεχίσουν. Δεν ήταν έτσι.

Χαρακτηριστικό  κάθε πραγματικού κινήματος είναι ότι τα κινήματα είναι ποικιλόμορφα, ανακατωμένα, κατακερματισμένα. Αυτή είναι και η ομορφιά και η δύναμη των κινημάτων αλλά και η αδυναμία τους ταυτόχρονα. Γιατί όμως υπάρχει αυτή η πολυμορφία;

Ξεκινά από τις πολλές και διαφορετικές μορφές καταπίεσης που δημιούργησε ή διαιωνίζει ο καπιταλισμός. Υπάρχουν κινήματα εθνικής αυτοδιάθεσης ενάντια στον ιμπεριαλισμό, υπάρχουν κινήματα γυναικών ενάντια στο σεξισμό και την καταπίεση, ομοφυλόφιλων, ενάντια στο ρατσισμό, για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος. Οι εστίες καταπίεσης και αντίστασης είναι πολλαπλές και όταν συγκλίνουν δημιουργούν ένα πολύβουο ποτάμι. Παλαιότερα το είδαμε στο κίνημα κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, το ίδιο είδαμε και στην ελλάδα των μνημονίων, όπου οι 32 πανεργατικές και πολλές κλαδικές και τοπικές απεργίες συμπληρώθηκαν από το κίνημα των αγανακτισμένων στις πλατείες, από τις Σκουριές και την Κερατέα, από το αντιφασιστικό κίνημα.

Η ποικιλομορφία των κινημάτων όμως οφείλεται και στο μεγάλο φάσμα των ιδεών που υπάρχουν στο εσωτερικό των κινημάτων. Ένα μαζικό κίνημα σημαίνει ότι άνθρωποι, οι οποίοι μέχρι χθες ήταν αδρανείς, μπαίνουν στη διαδικασία του αγώνα. Οι ιδέες του «δε γίνεται τίποτα» συνυπάρχουν σε διαφορετικά ποσοστά μέσα στα κινήματα με τις επαναστατικές ιδέες. Το ζήτημα του πώς η κοινή δράση μέσα στο κίνημα συγκεντρώνει τη ενέργειά της απέναντι στον κοινό εχθρό, τον καπιταλισμό, μέχρι να τον ανατρέψει δεν είναι λυμένο εκ των προτέρων. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που απαιτεί επιλογές, θεωρία, πρωτοβουλία, άρα οργανωμένη πολιτική συζήτηση και δράση. Ακόμα και αν δεχθούμε το κίνημα σαν μία διαρκή μαζική αμεσοδημοκρατική διαδικασία συνέλευσης, και πάλι χρειαζόμαστε οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις, γιατί καμία συζήτηση δεν είναι μονόλογος και ο διάλογος χρειάζεται συγκροτημένες απόψεις για να υπάρχει.

Με αυτή την έννοια οι οπαδοί του καθαρού αυθορμητισμού καταλήγουν στο απολίτικο και αυτό δεν είναι βοηθητικό για να αντιμετωπίσει  το κίνημα την πιο οργανωμένη άρχουσα τάξης της ιστορίας, όπως είναι η αστική τάξη. Το πραγματικό ερώτημα συνεπώς δεν είναι αν χρειαζόμαστε κόμματα αλλά τι είδους κόμματα χρειαζόμαστε. Εδώ φτάνουμε στο ερώτημα: υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στη γνωστή φράση του Μαρξ «η απελευθέρωσης της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας» και στη λενινιστική έμφαση για την αναγκαιότητα ενός επαναστατικού κόμματος στρατευμένου στην ανατροπή του καπιταλισμού;

Καταρχήν η ευαισθησία απέναντι στα ζητήματα γραφειοκρατικοποίησης δεν είναι μονοπώλιο των αναρχικών, αντιθέτως ξεκινά στις αρχές του 20ου αιώνα στις κριτικές συζητήσεις μεταξύ μεταξύ του Τρότσκυ, της Λούξεμπουργκ, του Λένιν. Η διαφορά των επαναστατών μαρξιστών εκείνης της γενιάς ήταν ότι προχώρησαν στην αναζήτηση της ρίζας του προβλήματος καθώς και τρόπων για το ξεπέρασμά της.

Θα επιχειρηματολογήσω υπέρ του λενινισμού. Ο λενινισμός είναι η μορφή οργάνωσης η οποία επιχειρηματολογεί υπέρ μιας καθαρής επιλογής στο δίλημμα μεταρρύθμιση ή επανάσταση που στον 21ο αιώνα δεν είναι καθόλου ξεπερασμένο. Επιχειρηματολογεί δηλαδή για το ότι το σύστημα δεν μεταρρυθμίζεται, το αστικό κράτος δεν είναι ένα ουδέτερο εργαλείο στα χέρια μιας οποιασδήποτε κυβέρνησης το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει για τους δικούς της σκοπούς. Αυτό η ιστορία του 20ου αιώνα το έχει αποδείξει από τα λαϊκά μέτωπα της Γαλλίας και της Ιταλίας μέχρι τη Χιλή και την τραγική της εμπειρία το 1973.

Υπάρχουν πολλές κριτικές στον λενινιστικό τύπο κόμματος και θα επικεντρωθώ σε αυτές. Στο τι να κάνουμε του Λένιν υπάρχει η γνωστή φράση ότι η συνείδηση έρχεται από έξω. Με το που ξέσπασε η επανάσταση του 1905 μια λιγότερο γνωστή φράση του Λένιν λέει ότι «η εργατική τάξη είναι αυθόρμητα σοσιαλιστική». Φαινομενικά δηλαδή έχει υποστηρίξει δύο εξαιρετικά αντίθετες απόψεις σχετικά με αυτό το ζήτημα. Γνώμη μου είναι ότι υπάρχει ένας κοινός πυρήνας που μπορούμε να ανιχνεύσουμε χωρίς να ταυτίσουμε το λενινισμό με την καρικατούρα του την οποία ζωγράφισε ο σταλινισμός. Καταρχήν ο επαγγελματισμός των επαναστατών του λενινιστικού κόμματος δεν είχε σαν στόχο την αντιπαράθεση με τον αυθορμητισμό των μαζών, αλλά τη σύγκρουση με τη διάβρωση της αστικής ιδεολογίας και τη ρεφορμιστική πρακτική, με την κοινοβουλευτική εξαχρείωση και τον γραφειοκρατικό εκφυλισμό. Στην κόντρα για το ποιος είναι μέλος, η οποία οδήγησε στην γνωστή διάσπαση μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων, το διακύβευμα από την πλευρά των μπολεσεβίκων ήταν η αντιμετώπιση των επίδοξων γεφυροποιών με την αστική τάξη.

Το ζήτημα δεν ήταν οργανωτικό αλλά πολιτικό. Ο επαναστάτης πρέπει να είναι δεσμευμένος και η δράση του οριοθετημένη  όπως έγινε αρκετά χρόνια μετά με τους περίφημους 21 όρους της Κομιντερν για την εισδοχή ενός κόμματος στην κομμουνιστική διεθνή. Αυτό γινόταν σε κόντρα με τη συνδικαλιστική αντίληψη, όχι φυσικά με την αντίληψη ότι οι εργάτες πρέπει να είναι οργανωμένοι στα σωματεία, που φυσικά και ο Λένιν ήταν με αυτό, αλλά με την αναπαραγωγή της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας μέσα από το ίδιο το κόμμα και της συνδικαλιστικής αντίληψης, του περιορισμένου συνδικαλιστικού ορίζοντα που είναι ο ορίζοντας της διαπραγμάτευσης της εργατικής τάξης και της εργατικής δύναμης με το κεφάλαιο και όχι της ανατροπής του καπιταλισμού και του αστικού κράτους. Συγκεκριμένα ο Λένιν το έλεγε με μία φράση «ο επαναστάτης είναι ένα είδος λαϊκού κήρυκα ενάντια σε κάθε μορφής καταπίεση».

Η αντίληψη ότι η ταξική συνείδηση υπάρχει μέσα στο κόμμα σε αντίθεση με τις μη συνειδητές μάζες είναι σταλινισμός. Λενινισμός είναι η αντίληψη για το κόμμα της εργατικής πρωτοπορίας. Τι σημαίνει όμως κόμμα της εργατικής πρωτοπορίας; Στην εργατική τάξη υπάρχουν πολλά επίπεδα συνείδησης. Η κίνηση της εργατικής τάξης είναι αυτή η οποία γεννά την πρωτοπορία. Ο διαχωρισμός της εργατικής τάξης σε επίπεδα συνείδησης είναι αντανάκλαση, όπως έλεγε ο Γκράμσι στο σύγχρονο ηγεμόνα, της ίδιας ταξικής διαίρεσης και του καταμερισμού εργασίας. Το κόμμα λοιπόν οφείλει να συσπειρώσει την πρωτοπορία χωρίς να ταυτίζει τον εαυτό του με την εργατική τάξη. Να είναι ένα κόμμα το οποίο δεν αντικαθιστά δεν εκπροσωπεί την εργατική τάξη αλλά που παλεύει για να ανεβάσει την οργανωτικότητά της στο ύψος των πρωτοπόρων τμημάτων της και των ιστορικών της συμφερόντων. Αυτό δε σημαίνει ότι το επαναστατικό κόμμα είναι η συνένωση κάποιων που αυτοαποκαλούνται επαναστάτες και κάποιων εργατών που αυτοαποκαλούνται πρωτοπόροι. Ο Μαρξ στις θέσεις για το Φόυερμπαχ το έλεγε πολύ ωραία «ο εκπαιδευτής πρέπει και αυτός να εκπαιδευτεί». Αυτός που διδάσκει το κόμμα είναι η ίδια η εργατική τάξη με τους αγώνες της και την αυτενέργειά της. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δε σημαίνει οργανωτικές επιτροπές και πολιτικά γραφεία, είναι αντίληψη για τη σχέση κόμματος και εργατικής τάξης που βασίζεται στο τρίπτυχο δοκιμή, έλεγχος, διόρθωση. Ο Γκράμσι το έλεγε επίσης πολύ καλά «το κόμμα δεν αυτοανακηρύσσεται ηγεσία, κατορθώνει πραγματικά να κινήσει τις μάζες και να το αναγνωρίσουν σαν δικό της». «Η αναγκαιότητα για αυτή τη δράση μέσα στις μάζες βαρύνει περισσότερο από οποιονδήποτε κομματικό πατριωτισμό», συνεχίζει ο Γκράμσι στις θέσεις της Λυών, που ήταν το συνέδριο του κομμουνιστικού κόμματος Ιταλίας του 1926.

Το πρόβλημα τη συγκρότησης της εργατικής τάξης σε πολιτική δύναμη ικανή να θέσει και να λύσει το πρόβλημα της ανατροπής του καπιταλισμού είναι όντως το πρόβλημα κλειδί για την απελευθέρωση της τάξης. Η ιστορία της εργατικής τάξης είναι στρωμένη με τα συντρίμμια των αποτυχημένων προσπαθειών που νικήθηκαν ή διαβρώθηκαν από τον αστισμό, ο κύκλος όμως δεν είναι φαύλος και οι προσπάθειες δεν είναι σισύφειες. Τα 70 χρόνια που μεσολάβησαν από την άνοιξη των λαών του 1848 ως το βαθύτερο και πλατύτερο κύμα που ξέσπασε το 1917 δεν εμπόδισε τους επαναστάτες της 2ης γενιάς να ξεθάψουν την παράδοση του Μαρξ και να την προχωρήσουν. Σήμερα η αναζήτηση του ανατρεπτικού εργατικού κόμματος που σκιαγράφησε το κομμουνιστικό μανιφέστο και ζωντάνεψε ο Λένιν, ο Τρότσκυ, η Λούξεμπουργκ είναι επίκαιρη όσο ποτέ.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Θα επικεντρωθώ στο θέμα του λενινισμού, εκεί προέκυψε η διαφοροποίηση. Δεν αντιλέγω ότι σε κάποια περίοδο οργάνωσης του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στη Ρωσία μέχρι να φτάσουμε στο 1917 υπήρχε ένας δημοκρατικός χαρακτήρας, ο οποίος διατηρήθηκε μέχρι τις αρχές του 1918 τουλάχιστον. Αν διαβάσει κανείς ιστορικές μαρτυρίες από εκείνη την περίοδο βλέπει αυτό που λέμε πολιτική αντιπαράθεση στο εσωτερικό των μπολσεβίκων που ξεπερνά αριστερές κυβερνήσεις στο παρελθόν και σήμερα. Παρόλα αυτά δε θεωρώ τυχαία τη σταδιακή εξέλιξη του σοβιετικού κράτους προς το συγκεντρωτισμό από την ίδια τη λογική του λενινιστικού κόμματος, που  περιέχει στοιχεία που καλλιεργούν και την ιεραρχία, το συγκεντρωτισμό και την καθοδήγηση του λαού της εργατικής τάξης ως μάζας. Αυτά τα στοιχεία συνυπάρχουν με την ιδέα πχ ότι θα πρέπει να φέρουμε απ’ έξω τη συνείδηση στην εργατική τάξη αλλά έχει να κάνει και με μία σύνδεση λογική της ανάλυσης του στόχου κυρίως. Εδώ έχουμε ένα κόμμα που γνωρίζει την αλήθεια. Ήδη στο κομμουνιστικό μανιφέστο λέει ο Μαρξ ότι οι κομμουνιστές είναι αυτοί οι οποίοι γνωρίζουν πού πηγαίνει το κίνημα καλύτερα από τους άλλους. Εκεί βρίσκεται η βάση της πρωτοπορίας η οποία καθοδηγεί κυριαρχικά, εξουσιάζοντας.  Πώς μπορούμε σήμερα να κρίνουμε ποιο τμήμα της εργατικής τάξης έχει πιο προωθημένη ταξική συνείδηση τη στιγμή που η εργατική τάξη σήμερα είναι κάτι πολύμορφο, διασπασμένο όσον αφορά στα επίπεδα παραγωγής, τις μορφές ιδεολογίας, τους  στόχους και τις αξίες τους; Για να πούμε κάτι τέτοιο πρέπει να έχουμε μια θεωρία η οποία να μας λέει που βρίσκεται η αλήθεια, ποια είναι η πιο επαναστατημένη συνείδηση και πορεία.

Πιο συγκεκριμένα, ο επαναστατικός μαρξιστικός λόγος έχει σήμερα ελάχιστη κοινωνική απήχηση. Αυτό είναι μία εμπειρική διαπίστωση. Εφόσον αυτό συμβαίνει ακόμα και σε συνθήκες κρίσης είτε στον ευρωπαϊκό νότο είτε στη Λατινική Αμερική, πώς μπορεί ένα κόμμα χωρίς κοινωνική απήχηση σήμερα να συνδεθεί με την κοινωνία; Στο Ποδέμος η ηγεσία λέει σταματάμε να μιλάμε με αυτόν τον τρόπο γιατί δεν είναι ένας τρόπος ο οποίος θα μας συνδέσει οργανικά με την κοινωνία.

Χρήστος Λάσκος: Το γεγονός ότι ο μαρξισμός συνολικά δεν έχει απήχηση είναι ιστορικά εξηγήσιμο. Δεν έχει να κάνει με κάποια περιεχομενικά στοιχεία αλήθειας, αλλά η συντριπτική ήττα του ρεύματος που συνδέθηκε με τον μαρξισμό στον 20ο αιώνα καθορίζει ακόμα σε μεγάλο βαθμό τα πράγματα. Φαίνεται ότι χρειάζεται πολύς χρόνος ακόμα για να αναιρεθεί ή χρειάζονται πυκνοί χρόνοι, γεγονότα. Δε θεωρώ ότι είναι η ετυμηγορία της ιστορίας απέναντι σε αυτό. Έχω παρόμοιους προβληματισμούς σχετικά με το λενινισμό με αυτούς που εξέφρασε ο Αλέξανδρος αν μείνουμε σε αυτό που οι παραδόσεις θεωρούν και προσλαμβάνουν ως λενινισμό. Ιστορικά ήταν τυχαίο το γεγονός ότι κατέληξαν έτσι τα πράγματα? Ο Αλέξανδρος είπε όχι. Υπήρχαν στοιχεία τα οποία οδηγούσαν προς τα εκεί αλλά υπήρχαν και άλλα στοιχεία και το τι γίνεται κρίνεται ιστορικά. Πχ το γεγονός ότι οι συμβουλιακοί κομμουνιστές στις αρχές της δεκαετίας του 1920, όπως εκφράστηκαν και μέσα στο μπολσεβίκικο κόμμα, μια πολύ μεγάλη σύγκρουση η οποία καθόρισε την πορεία του πράγματος, δεν ήταν η αριστερή αντιπολίτευση αλλά η εργατική αντιπολίτευση το 1921, η Κολοντάι και ο Σλιάπνικοφ. Τα θέματα που θέτουν είναι βασική παράδοση της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, δεν είναι κάτι μειοψηφικό και άρα θα μπορούσε ιστορικά να κερδίσει.

Θα συμφωνήσω ότι η υπεράσπιση του λενινισμού έτσι με όλη την ιστορική εμπειρία είναι πρόβλημα. Θα πρέπει ο λενινισμός πρέπει να ειδωθεί σε όλες του τις εκδοχές και το πώς στάθηκε το κάθε πρόσωπο και το κάθε ρεύμα στη συγκεκριμένη ιστορική συνθήκες. Επομένως η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας της τάξης, αυτό σημαίνει ότι δεν είναι το κόμμα το σημαντικότερο αλλά οι εργατικοί θεσμοί. Που σημαίνει ότι η επανάσταση του 1917 έγινε από τα σοβιέτ και όχι από το κόμμα. Τα σοβιέτ δεν έγιναν από το κόμμα αλλά παρήχθησαν από τη θεσμική δημιουργικότητα της εργατικής τάξης για να απαντήσει σε προβλήματα, άρα είναι κινηματικό γεγονός. Πώς μπορούν οι πολιτικές οργανώσεις να βοηθήσουν σε αυτό το κρίσιμο θέμα δηλαδή στη δημιουργία θεσμών εργατικού και κοινωνικού ελέγχου; Η μαοική αντίληψη ότι η μεγαλύτερη εφεύρεση είναι το κόμμα νέου τύπου. Δε συμφωνώ. Η μεγαλύτερη εφεύρεση του 20ου αιώνα είναι τέτοιου τύπου συμβούλια και σοβιέτ.

Μια τελευταία παρατήρηση για τους Ποδέμος. Είναι ένα άλλο παράδειγμα το οποίο μπορεί να αποδειχθεί μεγάλης ισχύος σε ότι αφορά τα αποτελέσματά του, μπορεί και όχι. Έχει ωστόσο μία σειρά από προβλήματα. Είναι εύκολο την ίδια στιγμή που αναφέρεται σε αμεσοδημοκρατικά να λειτουργεί με έναν τρόπο αδιαμεσολάβητο σε επίπεδο ηγεσίας. Μορφώματα πιο παραδοσιακά όπως ο σύριζα ίσως διαθέτουν περισσότερες δικλείδες ασφαλείας σε αυτά τα ζητήματα.

Μπάμπης Κουρουνδής: Το μανιφέστο της εργατικής αντιπολίτευσης το 1921 που όντως απέναντί του στάθηκε ο Λένιν και  ο Τρότσκι τυπώθηκε σε 200.000 αντίτυπα κυκλοφόρησε και συζητήθηκε κανονικά. Μέχρι το 1929, την ήττα και της δεξιάς αντιπολίτευσης του Μπουχάριν, είχε προηγηθεί και η ήττα της αριστερής το 1927, υπήρχε έστω και προβληματικά εσωτερική εσωκομματική ζωή μέσα στο μπολσεβικικο κόμμα. Ο σταλινισμός ήταν η ανατροπή του λενινισμού με το χειρότερο τρόπο. Με τις δίκες της Μόσχας του 1936-1938 εκτελέστηκε  η πλειοψηφία της κεντρικής επιτροπής της περιόδου του 1917.

Ο Μαρξ θέτει ακόμα και στο κομμουνιστικό μανιφέστο τη δικτατορία του προλεταριάτου σαν πρόταγμα. Το πια μορφή θα έχει δεν μας το έχει πει. Περίμεναν τη ζωντανή εμπειρία της εργατικής τάξης και ο Ένγκελς βλέποντας την παρισινή κομμούνα θα πει «αυτή είναι η δικτατορία του προλεταριάτου!». Το ίδιο με το σοβιέτ το 1905. Αρχικά οι μπολσεβίκοι ήταν ενάντια στα σοβιέτ, αλλά επειδή ήταν συνδεδεμένοι με την εργατική πρωτοπορία που έφτιαξε τα σοβιέτ, τα προέκριναν ως λύση. Δώσαν την πολιτική μάχη για την ηγεσία, καθώς στα σοβιέτ υπήρχαν όλα τα κόμματα τα εργατικά και τα φιλελεύθερα σε κάποιο βαθμό (καντέτοι κτλ).

Όταν έγινε η επανάσταση του Φλεβάρη του 1917 αυτοί που είχαν την ηγεσία στο μπολσεβίκικο κόμμα Κάμενεφ, Ζηνόβιεφ και Σταλιν υποστηρίζαν την προσωρινή κυβέρνηση αλλά απ’ έξω. Εκείνο το οποίο έπαιξε καθοριστικό ρόλο ήταν ότι οι μπολσεβίκοι του Βιμπόργκ, των εργατογειτονιών της Πετρούπολης, οι πρωτοπόροι μεταλλεργάτες, που δεν είχαν πια καμία εμπιστοσύνη στην προσωρινή κυβέρνηση. Από αυτούς πήρε ο Λένιν τη φράση καμία εμπιστοσύνη στην προσωρινή κυβέρνηση στις θέσεις του Απρίλη, δόθηκε μάχη στο μπολσεβίκικο κόμμα και άλλαξε ο προσανατολισμός του. Ο Λένιν για δύο μήνες ήταν στη μειοψηφία σε σχέση με τη συζήτηση για το Μπρεστ Λιτόβσκ, το πάνω χέρι το είχαν οι αριστεροί κομμουνιστές με επικεφαλής τον Μπουχάριν. Συνεπώς το μπολσεβίκικο κόμμα ήταν ένας πολύ ζωντανός επαναστατικός οργανισμός. Το πώς φτάσαμε μετά το 1917 στο μονοπώλιο της πολιτικής δύναμης έχει να κάνει με πολλά, τα οποία δεν άπτονται της σημερινής συζήτησης. Σε μεγάλο βαθμό έχει να κάνει με το ότι η επανάσταση δεν εξαπλώθηκε στο εξωτερικό, απομονώθηκε και πολλά άλλα στοιχεία ενδογενή.

Το Ποδέμος κάλυψε με έναν τρόπο το κενό της πολιτικής έκφρασης του κινήματος των πλατειών που αποτελούσε συνέχεια του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος του 2002. Όμως ο γραφειοκρατικός  έλεγχος που έχει ο Ιγγλέσιας στο Ποδεμος και αναπαράγεται στη δομή του μέσω της ιντερνετικής δημοκρατίας μοιάζει πολύ περισσότερο με Γιώργο Παπανδρέου και είναι πολύ λιγότερο δημοκρατικός και από το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό του λενινισμού.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Πώς θα διακρίνατε ένα δεξιό κόμμα από ένα αριστερό; Τι είναι αυτό που κάνει τα δεξιά κόμματα τόσο εύκολα δημοφιλή, αφού εμπλέκονται στη μαζική πολιτική διαχρονικά με μια μεγάλη ευκολία σε αντίθεση με αριστερά κόμματα; Μια απάντηση που δίνει ο Κολακόφσκι είναι ότι η δεξιά είναι οπορτουνιστική, δεν την ενδιαφέρει μακροπρόθεσμα η αλλαγή της κοινωνίας, αλλά απλά η προσαρμογή σε αυτό που υπάρχει.

Χρήστος Λάσκος: Σχετικά με τη διαφορά αριστερού - δεξιού κόμματος: Αναφέρθηκε ο δεξιός οπορτουνισμός. Υπάρχει και μία άλλη λέξη η οποία αφορά όλους αυτούς στους οποίους απευθύνονται τα κόμματα. Είναι κομφορμισμός. Τα αριστερά κόμματα έχουν ως πρόταγμα την ισοελευθερία και την απελευθέρωση και δημιουργούν με τις παρεμβάσεις τους συνθήκες διακινδύνευσης. Ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού δεν αποδέχεται εύκολα αυτές τις συνθήκες και είναι πολύ λογικό να συμβαίνει. Ένα παρόμοιο παιχνίδι παίζεται αυτές τις μέρες με τη διαπραγμάτευση και τη ρήξη. Το στοιχείο της διακινδύνευσης και του άγνωστου παίζει καθοριστικό ρόλο στις εκλογές και είναι ένας εχθρός που είχε πάντα να πολεμήσει η αριστερά. Με αυτή την έννοια τα δεξιά και ρεφορμιστικά κόμματα είναι ευκολότερα στην πρόσβαση που έχουν.

Σχετικά με το τι θα πει για την αριστερά να αναλάβει πολιτική δράση σήμερα: Το κύριο βάρος πρέπει να πέσει στην εμπλοκή μεγάλου αριθμού ανθρώπων σε μία θεσμική δημιουργικότητα που αλλάζει από σήμερα την κοινωνική και πολιτική κατάσταση όπως π.χ. μορφές εναλλακτικής οικονομίας, νέες μορφές αντιπροσώπευσης και συμμετοχής. Η παρέμβαση στους υπάρχοντες θεσμούς είναι αναγκαία, είναι κάτι που πρέπει να γίνει ταυτόχρονα.

Οι 21 όροι στους οποίους αναφέρθηκε ο Μπάμπης ήταν ένα στοιχείο αποτυχίας, δηλαδή επιχείρησε να καναλιζάρει και να γενικεύσει πράγματα τα οποία ήταν πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Οι γερμανοί κομμουνιστές, οι λουξεμπουργκιστές, και το ανεξάρτητο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δεν είχαν όμοιες παραδόσεις με τους Ρώσους. Η προσπάθεια να συμπιεστεί και να ομοιογενοποιηθεί το κίνημα άφησε πολλές δυνάμεις απ’ έξω και καθόρισε τα πράγματα με τρόπο αναποτελεσματικό στη συνέχεια.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Τη διαφορά αριστερού δεξιού κόμματος θα την προσδιόριζα με βάση στους γνωστούς άξονες προοδευτικό-συντηρητικό. Προοδευτικό σημαίνει μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη και μεγαλύτερη υλική ισότητα όπου το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης αποτελεί μέρος του ορίζοντα της πολιτικής. Ο λόγος που έχουν απήχηση τα δεξιά κόμματα είναι ακριβώς ότι είναι συντηρητικά δηλαδή επικοινωνούν πιο εύκολα και γρήγορα με τις κυρίαρχες κοινωνικές αντιλήψεις σε συνθήκες μη κρίσης. Σε συνθήκες κρίσης τα πράγματα αλλάζουν γιατί οι καθιερωμένες κοινωνικές αντιλήψεις κλονίζονται  και αναζητείται μια εναλλακτική για να αντιμετωπίσει αυτό τον κλονισμό.

Μπάμπης Κουρουνδής: Θα προσέθετα μόνο ότι ο Μαρξ το έλεγε απλά ότι οι ιδέες που επικρατούν σε μία κοινωνία είναι οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης. Άρα είναι λογικό σε συνθήκες κανονικότητας τα συντηρητικά κόμματα να έχουν ένα προβάδισμα γιατί η βασική τους επιχειρηματολογία είναι ότι ο κόσμος μας είναι ο καλύτερος δυνατός κόσμος.

Δεν είμαι της άποψης ότι στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο οδηγηθήκαμε λόγω της ανόδου του SPD, αλλά ήταν οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί εκείνης της περιόδου που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για το πώς φτάσαμε στον πόλεμο.

Στο ζήτημα της ρήξης ή όχι έχει σημασία ότι η αριστερά δεν διαμορφώνει τις προϋποθέσεις της ρήξης. Είναι και εκείνη η οποία πείθει, παίρνει πρωτοβουλίες, μιλάει για το τι σημαίνει εναλλακτικό σχέδιο, ζωή μετά από την ΕΕ, το ευρώ, τον καπιταλισμό.

Η βασική αντίληψη και λογική των 21 όρων ήταν κατά τη γνώμη μου σωστή και αφορούσε  τον αποκλεισμό από τη διαμόρφωση των νέων επαναστατικών κομμάτων όλων αυτών των καριεριστικών, ρεφορμιστικών και καριεριστικών στοιχείων που υπήρχαν που είχαν δείξει το ποιόν τους λίγα χρόνια πιο πριν κρατώντας σοσιαλπατριωτική στάση στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά που βλέπετε σε διεθνές επίπεδο για την ανάλυση μιας αριστερής πολιτικής; Ποιες τάσεις δείχνουν ότι η αριστερά μπορεί να αναλάβει τέτοια τάση σήμερα; Η προοπτική κομμάτων σαν των Ποδέμος ή των κομμάτων στα οποία συμμετέχουν ο Χρήστος και ο Μπάμπης είναι να γενικευθεί ανά χώρα και να συναδελφωθούν διεθνώς στη συνέχεια; Έχουμε ένα τέτοιο κόμμα σήμερα ή πρέπει να δημιουργηθεί ένα κόμμα επαναστατικό με διεθνή απήχηση;

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Όσον αφορά το Ποδέμος συμμερίζομαι τον προβληματισμό για το τι συμβαίνει στην πράξη σήμερα. Ωστόσο η αρχική ιδέα, η οποία είναι η συνάρθρωση της άμεσης και πλουραλιστικής συμμετοχής στη βάση, η οποία τυπικά στην αρχική αντίληψη είναι αυτή που θα διαμορφώνει και την εθνική εκπροσώπηση πρέπει να μας ενδιαφέρει. Το βήμα που έκανε το Ποδέμος σε σχέση με τα κινήματα του 2011 ήταν να πει ότι θα πρέπει να ασχοληθούμε με τους θεσμούς, να δημιουργήσουμε δομές όπου τα κινήματα θα μπουν μέσα στους θεσμούς κάτι με το οποίο διαφωνούσε μεγάλο μέρος των αγανακτισμένων στις πλατείες του 2011 στην Ισπανία. Ένας από τους λόγους που συνέβη αυτό που περιγράψατε είναι ότι ο Ιγγλέσιας προέρχεται από τη λενινιστική παράδοση και πίστευε ότι θέλουμε μία ισχυρή ηγεσία η οποία ξέρει που πρέπει να πάει το πράγμα.

Μία διευκρίνιση σε σχέση με το λενινισμό απέναντι στον οποίο έχω αρνητική στάση: σε καμία περίπτωση δεν πιστεύω ότι όλο το μαρξιστικό κίνημα, και βάζω μέσα το λενινισμό, είναι κάτι ομοιογενές, μία δύναμη αντιδραστική και καταπιεστική. Είναι μία πολύ ζωντανή παράδοση με εσωτερικές δημιουργικές αντιφάσεις και επίσης μία παράδοση η οποία όταν δημιουργούνταν είχε μία πολύ στενή και άμεση σχέση με τα πραγματικά κινήματα χειραφέτησης τα οποία εκτυλίσσονταν εκείνη την εποχή.

Είναι πολύ σημαντικό το ζήτημα της αλήθειας. Υπάρχει στα ελληνικά ένα κείμενο «η ηθική τους και η ηθική μας» όπου ο Τρότσκυ απαντά σε μία δημοκρατική κριτική στην πρακτική των μπολσεβίκων λέγοντας ότι εμείς δεν είμαστε υπέρ μιας δημοκρατίας γενικά και αόριστα, δηλαδή να αποφασίζει ότι θέλει η μάζα, γιατί η μάζα μπορεί να πάει σε οποιαδήποτε κατεύθυνση και είναι ευεπίφορη σε διάφορες πρόσκαιρες και εξωτερικές επιρροές. Εμείς θέλουμε τη δημοκρατία και τα λαϊκά και εργατικά στρώματα μαζί μας σε αυτό το σχέδιο. Δεν είμαστε υπέρ της δημοκρατίας γενικά και αόριστα γιατί υπάρχει ένα σχέδιο το οποίο ξέρουμε ποιο είναι, δεν το συνδιαμορφώνουμε.

Μπάμπης Κουρουνδής: Σχετικά με αυτά που είπε ο Αλέξανδρος για τη δημοκρατία: αυτό που έλεγε ο Τρότσκυ θα σας καλούσα να το δείτε υπό ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Είμαστε στη Θεσσαλονίκη. Πριν 20 χρόνια κατέβαινε 1.000.000 κόσμος στην πλατεία Αριστοτέλους για το ζήτημα των Σκοπίων. Θεωρώ πολύ υγιές ότι υπήρχε ένα πρωτοπόρο κομμάτι, όχι μόνο της οργάνωσής μου, το οποίο έλεγε όχι σε αυτό. Ήταν εξαιρετικά μειοψηφικό αλλά είχε σημασία να υπάρχει. Δεν ήταν ο μέσος όρος και για αυτό έκανα το λόγο ότι χρειάζεται κόμμα της εργατικής πρωτοπορίας, όχι που αυτοανακηρύσσεται, αλλά που είναι ενάντια στο τι σημαίνει διάβρωση, η επιρροή της αστικής ιδεολογίας μέσα στο εργατικό κίνημα..

Στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο όταν φεύγανε οι στρατιές για το μέτωπο τραγουδώντας και υπήρχε η αντίληψη των μπολσεβίκων που έλεγε όχι, όντας με τον επαναστατικό ντεφετισμό. Παρότι εξαιρετικά μειοψηφικό κομμάτι φτάσαμε το 1917 να στρέφουν οι εργάτες τα όπλα ενάντια στους αξιωματικούς και όχι ενάντια στους αντίπαλους φαντάρους.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Οι επισημάνσεις που έκανες Μπάμπη σχετικά με το πώς στεκόμαστε απέναντι στον εθνικισμό ή στον πόλεμο με βρίσκουν συμφωνο, αλλά υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να το κάνεις αυτό. Ο ρόλος μιας αριστερής ή ριζοσπαστικής δημοκρατικής οργάνωσης δεν είναι να ακολουθεί το ρεύμα χωρίς κριτήρια, είναι να παρεμβαίνει και να κρατά κοινωνικά κάποιες θέσεις.

Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό της Αριστεράς που πρέπει να κρατηθεί είναι η κριτική στάση απέναντι στα πράγματα. Δε θα την απεμπολήσουμε στο όνομα του να κερδίσουμε κάποιες ψήφους για να γίνει κυβέρνηση. Το κύριο ερώτημα είναι στο όνομα τίνος και από ποια σκοπιά κάνεις αυτή την κριτική. Μπορείς να την κάνεις όπως το ΚΚΕ λέγοντας ότι η αντικειμενική ανάλυση βρίσκεται εντός κόμματος και έξω από αυτό είτε έχετε πλαστή ιδεολογική συνείδηση είτε εξαπατάτε τον κόσμο ή με τη λογική ότι υπάρχει μια άλλη θέαση στα πράγματα αλλά δε γνωρίζουμε την απόλυτη αλήθεια, άρα υπάρχει ανάγκη για διαλογική προσπάθεια επίδρασης του άλλου. Ταυτόχρονα όσον αφορά στο σχέδιο, η κοινωνική ζύμωση επιτυγχάνεται μέσα από τους εναλλακτικούς θεσμούς που χτίζονται μέχρι να βγει συμμετοχικά και να αναπτυχθεί το συνολικό σχέδιο.

Χρήστος Λάσκος: Η σύζήτηση για την αλήθεια θα απαιτούσε μία ξεχωριστή εκδήλωση. Η δεξιά μετατόπιση που αναφέρθηκε από το 2012 στο 2014 δεν ισχύει, είναι η έκβαση σύγκρουση ταξική πάλη στο εσωτερικό μας και απέξω θα δούμε πώς θα εξελιχθεί.

Σήμερα ο κόσμος αλλάζει , δεν τον αλλάζουμε. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προβλέψουμε πώς αλλάζει και να κάνουμε την πολιτική μας ανάλογα. Δεν έχει αξία πια ο λόγος μας αλλά αυτό που κάνουμε είναι ήδη πιο προχωρημένο από το λόγο μας.Με αυτή τη λογική θεωρώ ότι πρέπει να δούμε τι συμβαίνει σήμερα στο πολιτικό σύστημα της Ελλάδας που είναι μοναδικό. Θεωρώ ότι η μορφή σύριζα είναι επαναστατική γιατί σήμερα περικλείει όλες τις πολιτικές ιδέες που υπάρχουν όλες τις φιλοσοφικές αντιλήψεις, μέσα σε κάτι που το λέει κόμμα ενώ δεν είναι. Είναι μια απομίμηση της κοινωνίας στο επίπεδο της κυβέρνησης και του κόμματος.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Ο Σύριζα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς επηρεάζει η θεσμοθετημένη φιλελεύθερη αντιπροσώπευση στην κυβέρνηση, στο κράτος, σε ένα κόμμα, σε μία πολιτική. Συμφωνώ ότι είναι ένα ρεύμα το οποίο συγκέντρωνε πολλά ρεύματα κοινωνικά, είναι πλουραλιστικό, είχε αρκετά στοιχεία δημοκρατικής ζωής και υπήρχαν και υπάρχουν ριζοσπαστικά ρεύματα μέσα στο Σύριζα. Είναι αυτά τα οποία κυριαρχούν και αν όχι από τι θα καθοριστεί αυτό; Θα καθοριστεί μήπως από το αν υπάρχει η σύνδεση με την κοινωνική βάση; Αν δε κριθεί σε επίπεδο μαζικής κοινωνικής παρέμβασης και όχι εξουσίας δεν πρόκειται να πετύχει κάτι.

Βασική διαφορά μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς είναι η ευθύνη όσον αφορά τη συμμετοχή και τη δράση. Ο Σύριζα είναι αριστερό κόμμα γιατί δημιουργεί όρους ευθύνης και απόφασης στη βάση. Για την Αριστερά είναι σημαντικό να δημιουργηθούν τα ανάλογα δίκτυα αλληλεγγύης, δομές οργάνωσης, συμμετοχικά συνδικάτα και να δημιουργηθούν μορφές κοινωνικής πολιτικής από τα κάτω. Πρέπει να σκεφτούμε ποια είναι η συνείδηση του κόσμου που ψήφισε Σύριζα.

Χρήστος Λάσκος: Το πιο ενδεικτικό είναι ότι οι καλύτερες αναλύσεις για την κρίση καθώς και αυτές που προέβλεψαν τα φαινόμενα της κρίσης, προέρχονται από το χώρο που αποδέχεται την κεντρικότητα της ταξικής αντίθεσης. Δηλαδή υπάρχουν 3-4 κείμενα χαρακτηριστικά του 2000, τα οποία περιγράφουν πολύ καλά την κρίση όπως του Μπρένερ από το 1998 και του Χάρβει οι συγγραφείς των οποίων είναι μαρξιστές, ταξικά προσανατολισμένοι κατά τον παραδοσιακό τρόπο.  Τα κείμενα του Σύριζα είναι επίσης παραδοσιακά μαρξιστικά. Το πόσο είναι αφομοιωμένα από την ηγεσία του είναι άλλο ζήτημα, ως πολιτικός οργανισμός τέτοιου τύπου αναφορές έχει. Το ποια είναι η συνείδηση του κόσμου που ψήφισε Σύριζα δεν μπορεί να προσδιοριστεί, ούτε ξέρω τι είναι αυτό που λέμε αριστερή συνείδηση.

Αυτό που με φοβίζει είναι η εμπειρία του κόμματος των εργατών της Βραζιλίας. Ήταν ένα εξαιρετικό παράδειγμα κινηματικής σύνδεσης, εσωτερικού πλουραλισμού, ριζοσπαστικού λόγου, εργατικής αναφοράς με πολύ γνήσιο τρόπο, και αφομοιώθηκε πολύ γρήγορα. Αν δεν κινηθεί η βάση δε γίνεται κάτι, το θεσμικό παιχνίδι είναι συμπληρωματικό.

Όλες οι επαναστάσεις έγιναν και χρωματίστηκαν από μια συνειδητή μειοψηφία η οποία είχε ένα σχέδιο για το πώς θα πάρουμε την εξουσία και τι θα την κάνουμε, τι θα φτιάξουμε την επόμενη μέρα.  Οι γιακωβίνοι, μπλανκιστές, μπολσεβίκοι, το αντάρτικο του Κάστρο, του Τίτο είχαν όλοι ένα σχέδιο και ανέλαβαν την ευθύνη πραγματοποίησής του. Δεν επικαλούνταν το λαό να μπει μπροστά και να δημιουργήσει  την εργατική τάξη. Έχει σημασία να κατανοήσουμε ότι οι πολιτικές εξελίξεις εκφράζουν μια ιστορική πλημμυρίδα, δηλαδή το ότι σήμερα έστω μεσοβέζικα αμφισβητείται το κυρίαρχο δόγμα της λιτότητας.  

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Επειδή η αριστερά έχει μια ιστορία την οποία επικαλείται θέλω να πω ότι η ιστορία αυτούσια ποτέ δεν επαναλαμβάνεται και η ιστορία της Αριστεράς είναι εξίσου ιστορία επιτυχιών αλλά και αποτυχιών.

Πράγματι οι περισσότερες επαναστάσεις έγιναν από πρωτοπορίες. Θέλω να μου πείτε ένα παράδειγμα όπου μία από αυτές τις επαναστάσεις της Αριστεράς όχι πέτυχε να αλλάξει το καθεστώς, αλλά απέτυχε να προωθήσει την κοινωνική χειραφέτηση σε βάθος χρόνου; Αν δεν υπάρχει μήπως πρέπει να σκεφτούμε ότι υπήρχαν και σοβαρά λάθη σε αυτή την προσέγγιση;

Χρήστος Λάσκος: Δεν πιστεύω ότι όλες οι επαναστάσεις είχαν πρωτοπορία, όπως αναφέρθηκε. Όλες έγιναν χωρίς καμία πρωτοπορία και στη συνέχεια εμφανίστηκαν στο εσωτερικό τους πολιτικές οργανώσεις που έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη συνέχεια πχ στη γαλλική επανάσταση οι Γιακωβίνοι ήρθαν μετά την επανάσταση και εν πολλοίς και οι μπολσεβίκοι ήρθαν μετά ως μπολσεβίκοι της επανάστασης. Άρα χρειάζεται ένα συγκροτημένο σώμα έτοιμο να παρέμβει αν χρειαστεί, όχι μία πρωτοπορία.

Μπάμπης Κουρουνδής: Για τις επαναστάσεις η αλήθεια είναι ότι ξέσπασαν πάντοτε αυθόρμητα, τέλειωσαν όμως πάντοτε οργανωμένα είτε θετικά είτε αρνητικά. Οι μάζες εισβάλλουν, όπως το λέει ο Τρότσκυ στην ιστορία της ρώσικης επανάστασης, στο χώρο που γράφονται τα πεπρωμένα τους, στον οποίο είναι παθητικές στη συντριπτική πλειοψηφία του ιστορικού χρόνου και γράφουν την ιστορία οι ίδιες. Εκεί αμέσως αναπτύσσονται τα διάφορα ρεύματα πχ στη γαλλική επανάσταση φτιάχτηκαν οι λέσχες ακριβώς μετά την επανάσταση  εξ ανάγκης αφού υπήρχαν κάποιοι οι οποίοι είχαν πιο ριζοσπαστικές ιδέες. Οι πολιτικές πρωτοπορίες διαμορφώνονται γιατί υπάρχουν κοινωνικές πρωτοπορίες.

 

Για το θέμα του αστικού κράτους: Άκουσα από τους ομιλητές ότι πρέπει να γίνεται παρέμβαση και από τα πάνω και από τα κάτω αλλά σε ποιο επίπεδο; Πως τοποθετείστε σε σχέση με μια παραδοσιακή μαρξιστική θέση που μιλά για τη συντριβή του αστικού κράτους, των ενόπλων σωμάτων του κράτους, όπως έλεγε ο Μαρξ και ο Λένιν, και παρέμβαση σε ένα άλλο επαναστατικό κρατικό μόρφωμα;

Χρήστος Λάσκος: Γιατί το κράτος είναι σημαντικό και για το πιο επαναστατικό κόμμα; Με ένα παράδειγμα: οι σύντροφοι της ΒΙΟΜΕ έχουν ως βασικό τους αίτημα την νομοθέτηση συγκεκριμένων προτάσεων. Αυτό είναι θεσμική παρέμβαση και μια κυβέρνηση της Αριστεράς υποχρεούται να το κάνει. Θα υπάρξει μια στιγμή ρήξης στη μακρά πορεία μέσα από τους θεσμούς, αλλά δεν μπορώ να την προσδιορίσω.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Εάν σκεφτόμαστε μια κοινωνία η οποία είναι συμμετοχικά οργανωμένη στη βάση της ουσιαστικής πολιτικής και οικονομικής ισότητας το κράτος είναι αντίπαλος. Δεν υπάρχει αμφιβολία για αυτό, αλλά το κράτος δεν μπορεί να εξαλειφθεί από τη μια μέρα στην άλλη, είναι μια διαδικασία η οποία αργεί πολύ και σήμερα ακόμα πολύ περισσότερο γιατί δεν έχουμε ένα κράτος όπως στη Ρωσία, όπου υπάρχει ένας κατασταλτικός μηχανισμός εντοπισμένος κάπου συγκεκριμένα και είτε τον κατακτούμε είτε τον καταστρέφουμε και τελειώσαμε με το πρόβλημα για την ώρα. Το κράτος υπάρχει μέσα στην κοινωνική καθημερινότητα, συμβάλει στην αναπαραγωγή της κοινωνίας όπως είναι σήμερα. Θα καταρρεύσει η κοινωνία αν καταρρεύσει το κράτος, οπότε το πρόβλημα είναι πολύ πιο δύσκολο.

Η Λούξεμπουργκ δεν ήταν αναγκασμένη να λέει ότι  φεμινίστρια, υπήρχε ένα επαναστατικό σοσιαλιστικό κίνημα και όχι ένα που ήθελε να προστατεύσει τους καταπιεσμένους με βάση το φύλο ή τη φίλη. Αυτή η αλλαγή είναι οπισθοδρομική ή προοδευτική κατά τη γνώμη σας;

Δύο ιστορικές υποσημειώσεις: Πολλοί λένε ότι η γερμανική επανάσταση απέτυχε επειδή δεν υπήρχε κομμουνιστικό κόμμα, γίνεται επανάσταση το Νοέμβρη και κομμουνιστικό κόμμα έχουμε το Γενάρη, σε αντίθεση με την επανάσταση του 1917. Το SPD δεν είναι κομμουνιστικό κόμμα που υπάρχει. Και για τον ιμπεριαλισμό έχει σημασία να σημειωθεί ότι οι καλά οργανωμένοι εργάτες στην καρδιά του καπιταλισμού, το SPD, αναγκάζει τις μεγάλες δυνάμεις να εκμεταλλεύονται περισσότερο τις αποικίες και οξύνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των ιμπεριαλιστών, δηλαδή υπάρχει μία διαλεκτική σχέση.

Υπάρχει κατά τη γνώμη σου ανάγκη για εναντίωση στο κράτος; Θα μπορούσε ένα κίνημα όπως αυτό των Ζαπατίστας να υπάρχει αιώνια και να μη στρέφεται ενάντια στο κράτος ταυτόχρονα με σοσιαλδημοκρατικά/αριστερά κόμματα στο Μεξικό ή σε άλλες περιοχές. Υπάρχει εδώ μία σύγκρουση μεταξύ αυτών των απόψεων; Θέτει και το ίδιο το κίνημα από τα κάτω το στόχο για υπέρβαση του αστικού κράτους;

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Οι Ζαπατίστας καταρχάς εναντιώνονται στο κράτος, η ίδια τους η εσωτερική οργάνωση έχει σε κάποιο βαθμό μία λογική αντικρατική. Η ιδέα τους είναι να φτιάξουμε μία δομή πολιτειακή η οποία δεν είναι η δομή του κράτους που αποξενώνει την κυβέρνηση από την κοινωνία αλλά το αντίθετο. Αυτό δε λύνει όμως το πρόβλημα τι γίνεται με την υπόλοιπη κοινωνία στο Μεξικό και παγκόσμια.

Η διάσπαση στο ρωσικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ήταν πράγματι για τον ορισμό του μέλους. Αυτό για τον Λένιν δε σηματοδοτούσε μια παραξενιά για το πώς θα οριζόταν το μέλος αλλά επειδή πίστευε ότι εκεί κρινόταν το μέλλον της επανάστασης. Ο Λένιν με το να μπορεί να οριστεί το μέλος με ένα συγκεκριμένο τρόπο νόμιζε ότι προωθεί τα συμφέροντα της επανάστασης.

Χρήστος Λάσκος: Το ζήτημα του ορισμού του μέλους και της διάσπασης είναι σημαντικό και έχει να κάνει με το είδος της δέσμευσης του μέλους στην επανάσταση.

Η Λούξεμπουργκ στο τέλος του βιβλίου σοσιαλισμός ή επανάσταση ευχαριστεί τον Μπερνσταιν γιατί σηματοδοτεί τη θεωρητική επεξεργασία αυτών των ρεφορμιστικών ιδεών, δηλαδή η Λουξεμπουργκ υπό μία έννοια προϋποθέτει ότι υπάρχει το ρεύμα του ρεφορμισμού, εκφράζεται ορατά από τον Μπερνστάιν και πάνω εκεί πατάει για να πει ότι από τις ίδιες εξελίξεις βγάζει άλλα συμπεράσματα. Και ο  Μπέρνσταιν ήταν επίσης με το σοσιαλισμό, οι μεταρρυθμίσεις δε θα γίνονταν στο πλαίσιο του καπιταλισμού, αλλά οδηγούν στο σοσιαλισμό ενώ αντίθετα η Λούξεμπουργκ υποστήριζε ότι χωρίς την επανάσταση αυτό δε γίνεται. Η άποψη του Μπέρνσταιν θα μπορούσε να είναι πολύ πιο μπροστά από τους σημερινούς μαρξιστές, που ελλείψει εργατικών κινημάτων και διεθνούς Αριστεράς μιλάνε για την επανάσταση.

Μπάμπης Κουρουνδής:   Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έλεγε ξεκάθαρα ότι οι δρόμοι μας δεν είναι δύο διαφορετικοί δρόμοι οι οποίοι φτάνουν στο ίδιο τέρμα, δηλαδή εμείς λέμε ότι θα φτάσουμε στο σοσιαλισμό επαναστατικά εσείς λέτε μεταρρυθμιστικά αλλά επισημαίνει ότι οι δύο αυτοί δρόμοι οδηγούν και σε διαφορετικές κατευθύνσεις, σε διαφορετική κατάληξη.

Ήταν κοινός τόπος σε όλες τις παρατηρήσεις ότι απέτυχε η επανάσταση. Δε συμφωνώ, είναι σαν να λέμε ότι απέτυχε η ιστορία. Μπορούμε να διδαχθούμε ποιες μορφές οργάνωσης αντιστοιχούσαν σε εκείνη την ιστορική βαθμίδα οργάνωσης της κοινωνίας, να δούμε ποιες ήταν οι συντηρητικές και επαναστατικές απόψεις.

Μέσα από την οργάνωση των σοσιαλιστικών κοινωνιών τέθηκαν παρόμοια ζητήματα. Τη δεκαετία του 1960  με την πολιτιστική επανάσταση μπήκε το ζήτημα της σχέσης κόμματος – κράτους με την κοινωνία. Όταν έλεγαν ότι η αστική τάξη βρίσκεται μέσα στο κόμμα, να βομβαρδίσουμε τα επιτελεία, έθεσαν αυτό το ζήτημα. Η μορφή του λενινιστικού κόμματος επεκτάθηκε και στο υπόλοιπο του κόσμου, όπως για παράδειγμα το ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1980 δεν είναι μια προσπάθεια εφαρμογής του λενινιστικού κόμματος μέσα σε μία αστική λογική; Από το 2000 και μετά αυτό το οργανωτικό μοντέλο δεν δουλεύει, δεν μπορεί να αναπαράγει το κυρίαρχο οργανωτικό μοντέλο της κοινωνίας. Οι παλιές οργανωτικές μορφές της κοινωνίας δεν ανταποκρίνονται σε αυτή την ιστορική βαθμίδα και αυτό είναι στοιχείο της κρίσης. Η κρίση δεν είναι μόνο μία αδυναμία αναπαραγωγής των όρων συγκρότησης της κοινωνίας, είναι συνολική αδυναμία της αναπαραγωγής του κοινωνικού δεσμού. Με αυτή την έννοια όντως έχει ενδιαφέρον αυτό που γίνεται στο Σύριζα, έχει ενδιαφέρον το ότι νιώθουμε την ανάγκη να συζητάμε για αυτό το θέμα. Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να δούμε ποια είναι η συντηρητική και ποια η επαναστατική άποψη.

Μπάμπης Κουρουνδής: Θεωρώ ότι το επαναστατικό κόμμα της λενινιστικής παράδοσης είναι αναγκαίο όχι με την έννοια της αντιγραφής του τι ήταν οι μπολσεβίκοι αλλά με τη σύλληψη ότι χρειάζεται να υπάρχει ένα επαναστατικό κόμμα, το οποίο θα προσπαθεί να συσπειρώσει μέσα στην εργατική πρωτοπορία, θα διδάσκει και θα διδάσκεται ταυτόχρονα διαλεκτικά μέσα από τους αγώνες την κίνηση και την αυτενέργεια της ίδιας της εργατικής τάξης.

Αν ο Μίκελς είχε ένα δίκιο με το σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας θα έλεγα όπως προσθέτει ο Μολινιού ότι υπάρχει και ο σιδερένιος νόμος της δημοκρατίας. Ένα πράγμα που έχει κοινό το ΣΕΚ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ο Σύριζα μέχρι και η Νέα Δημοκρατία είναι ότι ως κόμματα αποτελούν εθελοντικές οργανώσεις. Άρα αν σε στοιχειώδη βαθμό δεν ανταποκρίνονται στο τι θέλουν τα μέλη τους και οι ψηφοφόροι τους υπάρχει πάντα η επιλογή να τα εγκαταλείψουν. Δεν είναι τόσο απλό αλλά υπάρχει και αυτή η αντίρροπη τάση. Δεν είναι στατική η συνείδηση του κόσμου, αλλάζει και κυρίως μέσα από τη διαδικασία του αγώνα..

Το SPD εγκατέλειψε την ιδέα της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής στο πρόγραμμά του στο Μπατγκότερμπεργκ στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Το εργατικό κόμμα το έκανε στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Όλα αυτά τα είχαν εγκαταλείψει πολλές δεκαετίες πιο πριν. Το ΠΑΣΟΚ θεωρητικά ακόμα στο πρόγραμμά του έχει τη διακήρυξη της 3/9 αλλά η πραγματική κίνηση έχει οδηγήσει σε πολύ διαφορετικούς δρόμους. Το βασικό που έχει ένα κόμμα δεν είναι αυτό το πρόγραμμά του αλλά αυτό που πρεσβεύει στην πραγματική του κίνηση.

Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Ενδιαφέρουσα η παρατήρηση για το σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας. Ο Μίχελς δε λέει ότι καταργεί τον εθελοντισμό στα κόμματα, αλλά ότι η ολιγαρχική  οργάνωση που είναι εγγενής στα κόμματα, αφομοιώνει τον ριζοσπαστισμό και την κίνηση προς τη χειραφέτηση, όχι ότι εξαλείφουν τον εθελοντισμό αλλά ότι τον μεταφέρουν ειδικά στον αριστερό και στον αναρχοσυνδικαλιστικό χώρο τον καναλιζάρουν στην κατεύθυνση της αφομοίωσης και της ιεραρχίας.

Θοδωρής Βελισσάρης- 8/12/2014

 

“Η επανάσταση είναι κακή, για όσο χρόνο δεν έχει νικήσει.” Μαξ Χορκχάιμερ, Λυκόφως

Το βιβλίο «“Δικτατορία του Προλεταριάτου” και “Εργατικά Συμβούλια”: Ασύμβατες έννοιες!» αποτελεί χρήσιμη συνεισφορά στο πρόβλημα της κοινωνικής χειραφέτησης και της σχέσης, ιστορικά, της εργατικής τάξης με τις πολιτικές οργανώσεις και τη δημοκρατία εν γένει. Χρήσιμη γιατί, αφενός, αποτελεί ευσύνοπτη περίληψη των επιχειρημάτων μίας πλευράς, αυτής που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε “αντιλενινιστική”. Αφετέρου, επειδή συζητά τα ζητήματα αυτά, όχι με ακαδημαϊκή πρόθεση, αλλά με στόχευση στην ανασυγκρότηση μίας σύγχρονης επαναστατικής πολιτικής.

Η παραπάνω επισήμανση δεν σημαίνει ότι πρόσκειμαι αναγκαστικά σε μια άλλη πλευρά, αυτή των σημερινών “λενινιστών”. Αν οι αντιλενινιστές, για παράδειγμα. τείνουν στη δαιμονοποίηση του Λένιν και της Οκτωβριανής Επανάστασης, οι λενινιστές τείνουν στην άκριτη εξύμνησή τους. Η Οκτωβριανή Επανάσταση είχε εντούτοις τόσο επιτυχείς όσο και ανεπιτυχείς στιγμές και διαστάσεις. Οι αντιλενινιστές γραπώνονται από τις ανεπιτυχείς και οι λενινιστές από τις επιτυχείς. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός πως πρόκειται για το σημαντικότερο γεγονός στην ιστορία του εργατικού κινήματος, κάτι που δικαιολογεί και τον διαχρονικό διχασμό του επαναστατικού στρατοπέδου απέναντι στον αδιαμφισβήτητο πολιτικό εκφραστή της: τον Λένιν (ο Μαρξ δεν γεννά τόσα πάθη).

Μία παρατήρηση πριν περάσω στο κυρίως θέμα: καθώς γράφω το κείμενο αυτό, λόγω ειδικών συνθηκών, μακριά από τη βιβλιοθήκη και τις σημειώσεις μου, θα παραλείψω αρκετές βιβλιογραφικές παραπομπές και θα περιορίσω όσο μπορώ τα παραθέματα. Ο συγγραφέας, από την άλλη, προσπάθησε στο βιβλίο του να εμπλουτίσει όσο μπορεί τα επιχειρήματά του με βιβλιογραφικές αναφορές, ειδικά στα σημεία όπου πραγματεύεται τη Γαλλική Επανάσταση. Δεν κάνει όμως το ίδιο όταν στρέφεται κατά του Λένιν. Όταν παραθέτει αποσπάσματα από γραπτά του Λένιν τα αντλεί πολλές φορές από βιβλία τρίτων, όχι από τα ίδια τα κείμενα του Λένιν, στα οποία βέβαια θα αναδεικνυόταν καλύτερα και το ευρύτερο νοηματικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το εκάστοτε παράθεμα.[1]

Εξουσία και επανάσταση

Το επιχείρημα του βιβλίου είναι ότι οι κατακτήσεις των μεγάλων επαναστάσεων υφαρπάζονται, για να στρεβλωθούν και να αναιρεθούν, από εξουσιαστές ηγέτες, όπως τους γιακωβίνους στη Γαλλική και τους μπολσεβίκους στη Ρωσική επανάσταση. Το πρόβλημα αυτό μπορεί να λυθεί, σύμφωνα με τον συγγραφέα, μόνο μέσω της άμεσης δημοκρατίας και της κατάργησης κάθε πολιτικής αντιπροσώπευσης που δεν περιλαμβάνει μία δεσμευτική εντολή, με ταυτόχρονη εγκαθίδρυση θεσμών όπως τα εργατικά συμβούλια. Τα εργατικά συμβούλια εξέφραζαν και ασκούσαν την πραγματική δημοκρατία, την οποία κατέστρεψαν υποστηρικτές της “δικτατορίας του προλεταριάτου” όπως ο Λένιν. Για τον συγγραφέα, οι παραπάνω έννοιες είναι ασύμβατες, και τις χρησιμοποιούν ως συμβατές μόνο φιλόδοξοι εξουσιαστές μέχρι να επικρατήσουν και να εγκαθιδρύσουν αυτό που υποτιθέμενα εξαρχής επιδίωκαν, μία κομματική δικτατορία. Υπάρχει απόλυτη ασυμβατότητα μεταξύ κόμματος και εργατικών συμβουλίων, δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και άμεσης δημοκρατίας.

Εγώ θα ξεκινήσω με μια παρατήρηση του Ένγκελς, η οποία σχολιάζεται και στο ίδιο το βιβλίο. Αυτός έγραψε κάποτε ότι, αν είχε δει ποτέ κανείς έστω και μία επανάσταση, θα γνώριζε ότι οι επαναστάσεις είναι σίγουρα το πιο εξουσιαστικό πράγμα που υπάρχει. Δεν φαίνεται να έχει άδικο. Μία από τις προϋποθέσεις για το ξέσπασμα μίας επανάστασης είναι η εξάντληση όλων των αποθεμάτων “ειρηνικής” επίλυσης μίας κοινωνικής και πολιτικής κρίσης εντός του καθορισμένου πλαισίου της καθεστηκυίας τάξης. Μεταξύ των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων η εξέλιξη της επανάστασης καθορίζει αυτό που θα επικρατήσει και αναδεικνύει νικήτρια την ομάδα που το εκπροσωπεί. Αυτή η διαδικασία δεν μοιάζει ούτε με απογευματινό περίπατο ούτε με διεξοδική συζήτηση: είναι μια διαδικασία επιβολής και ισχύος – όχι βέβαια αναγκαστικά βίαιη.[2] Ο ίδιος ο συγγραφέας για να αναιρέσει τον παραπάνω ισχυρισμό του Ένγκελς (σσ. 69-70) παραθέτει έναν σχετικό σχολιασμό του Μπούμπερ, ο οποίος αποδεχόταν αυτή τη φράση του Ένγκελς μόνο αν σήμαινε ότι “ο επαναστατικός αγώνας πρέπει να διεξάγεται με οξυδερκή ηγεσία και αυστηρή πειθαρχία”. Την απέρριπτε εάν σήμαινε τον απεριόριστο καθορισμό όλων των κλάδων της κοινωνικής ζωής από μία κεντρική, εξουσιαστική θέληση. Δεδομένου ότι δεν εννοούσε κάτι τέτοιο ο Ένγκελς, μένει ακατανόητη η παράθεση ως αντεπιχείρημα. Γιατί η ανάγκη κεντρικού συντονισμού δεν σημαίνει “απεριόριστο καθορισμό όλων των κλάδων της κοινωνικής ζωής”!

Γιατί όμως η επανάσταση είναι εξουσιαστική; Επειδή μία κοινωνική ομάδα διέπεται από αυταρχισμό τον οποίο εξαπολύει εναντίον άλλων, μη αυταρχικών, ατόμων και ομάδων; Ή επειδή οι κοινωνικές σχέσεις γενικότερα είναι αυταρχικές, άρα και κάθε ομάδα επιδεικνύει αυταρχισμό, αναπόφευκτα, κατά τη διεκδίκηση των συμφερόντων της; Η πρώτη περίπτωση θα σήμαινε, καταρχάς, το παράδοξο να υπάρχουν μη αυταρχικά άτομα σε μία αυταρχική κοινωνία και, κατά δεύτερον, το δυσεπίτευκτο τα μη αυταρχικά άτομα να επικρατήσουν επί των αυταρχικών. Επίσης, θα σήμαινε ότι ο καπιταλισμός είναι μία κοινωνία χωρίς καμία ιστορική ιδιαιτερότητα σε σχέση με τις υπόλοιπες ιστορικές κοινωνίες. Το σύγχρονο κράτος είναι ένα φαινόμενο που προκύπτει “από τα πάνω” ή “από τα κάτω”; Από μία αμετάβλητη κληρονομημένη ιεραρχία που διατηρείται επ’ αόριστον, ή από την απρόβλεπτη έκβαση των απαιτήσεων των ίσων, οι οποίοι επιλέγουν εκπροσώπους σε έναν μαζικό πολιτικό στίβο; Με άλλα λόγια: είναι το κράτος σήμερα ένας δεδομένος, παγιωμένος μηχανισμός που επιβάλλεται ελέω θεού στους υπηκόους του, ή αποτελεί σύμπτωμα των κοινωνικών σχέσεων στην παθολογική μεταβολή των οποίων προσαρμόζεται;

Αν οι αστικές επαναστάσεις δεν ήταν απλά αφελή παιδιαρίσματα αλλά ιστορικές τομές που άλλαξαν τη μοίρα του κόσμου, σαφώς το κράτος δεν μπορεί να έμεινε ανέπαφο από τις μεταβολές που έφεραν την ίδια την κοινωνία[3] και τις μαζικές μορφές πολιτικής στο προσκήνιο. Το κράτος είναι σύμπτωμα της κοινωνίας, και όχι η κοινωνία σύμπτωμα του κράτους. Κι αν το κράτος είναι αυταρχικό, αυτό οφείλεται στον διάχυτο κοινωνικό αυταρχισμό. Από αυταρχισμό διέπεται τόσο η συμπεριφορά των μηχανισμών που προσφέρουν προστασία στους πολλούς, όσο και η συμπεριφορά των πολλών που την απαιτούν. Αν όλη η κοινωνία διέπεται από αυταρχισμό, τότε και η επανάσταση θα διέπεται από αυταρχισμό, στο μέτρο που η επανάσταση αποτελεί οξύ σύμπτωμα της κοινωνίας της οποίας τον ριζικό μετασχηματισμό επιδιώκει.[4]

Γι’ αυτό η επανάσταση ποτέ δεν περιορίζεται στη σύγκρουση του λαού με τις άρχουσες τάξεις αλλά δίνει έκφραση, επίσης, στις αντιφάσεις εντός της εργατικής τάξης, εντός του “λαού” (οποιαδήποτε έννοια κι αν χρησιμοποιήσουμε) και στις συγκρούσεις που τις εκφράζουν. Γι’ αυτό και ο Μαρξ και οι μαθητές του, όπως ο Λένιν, έβλεπαν μια επιτυχημένη επανάσταση όχι σαν αφετηρία της προσπάθειας εδραίωσης της εξουσίας της αγαθής εργατικής τάξης, αλλά ως αφετηρία προσπάθειας αυτοκατάργησης της τάξης αυτής, και μαζί της όλων των τάξεων (σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες επαναστάσεις). Πως θα μπορούσε εξάλλου ο αυταρχισμός να περιορίζεται στη σχέση καπιταλιστή και εργάτη, όταν οι ίδιοι οι εργάτες διαγκωνίζονται μεταξύ τους για περιορισμένες θέσεις εργασίας. Αν κάτι χαρακτηρίζει περισσότερο απτά και διαχρονικά το κεφάλαιο, αυτό είναι το φαινόμενο της ανεργίας, το οποίο καθιστά μεγάλο μέρος της κοινωνίας πλεονάζον και περιττό.

Αντιφάσεις

Εδώ αναδύεται ένα πρόβλημα: πως μπορεί κανείς να μετασχηματίσει ριζικά την κοινωνία της οποίας αποτελεί και ο ίδιος μέρος; Πως μπορεί κάποιος να γίνεται παράγοντας αλλαγής και συγχρόνως να αποτελεί μέρος αυτού που αλλάζει; Αυτού του είδους τα προβλήματα και οι αντιφάσεις ήταν που οδήγησαν τον Μαρξ και τους μαρξιστές να εκφράζονται μέσω φαινομενικά αντιφατικών διατυπώσεων, όπως αυτή για τη δικτατορία του προλεταριάτου ως προϋπόθεση της δημοκρατίας (και το ανάποδο). Όσο κι αν ο συγγραφέας θέλει να εξαιρέσει τον Μαρξ από αυτή την κληρονομιά, ο ίδιος ο Μαρξ, όχι μόνο ο Ένγκελς και αργότερα οι Λένιν, Λούξεμπουργκ και Τρότσκι, υποστήριζε πως η επανάσταση θα λάβει αυτόν τον χαρακτήρα. Η επανάσταση για τον Μαρξ και τους μαρξιστές, θα είναι αναπόφευκτα αυταρχική, “δικτατορική”. Το θέμα είναι ποια κατεύθυνση θα πάρει αυτός ο αυταρχισμός, και ποιους σκοπούς θα εξυπηρετήσει: εναντίον των λίγων ή εναντίων των πολλών; Θα είναι μια δικτατορία της εργατικής τάξης ή θα παραμείνει μία δικτατορία του κεφαλαίου;

Κι εδώ οδηγούμαστε στην αμφισβήτηση της κεντρικής προβληματικής του βιβλίου. Δεν ζούμε σε μία συνεκτική πραγματικότητα εντός της οποίας κάποιοι εκφράζουν αντιφατικές θέσεις και υιοθετούν ασύμβατες έννοιες, όπως αυτές στον τίτλο του βιβλίου. Οι έννοιες φαίνονται ασύμβατες γιατί εκφράζουν μια αντιφατική πραγματικότητα, με την αντίφαση να διέπει όχι μόνο τις σχέσεις μεταξύ ομάδων αλλά το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων υπό το κεφάλαιο. Η ιδιάζουσα μαρξιστική πολιτική συνίσταται στην πεποίθηση ότι η ρητή έκφραση και αναγνώριση των αντιφάσεων αποτελούσε αναγκαία συνθήκη για τον χειρισμό και την υπέρβασή τους.

Κόμμα και εργατικά συμβούλια

Οι κοινωνικές αντιφάσεις δεν περιορίζονται εντός της εργατικής τάξης. Αν περιορίζονταν εκεί, θεσμοί όπως τα συνδικάτα και τα εργατικά συμβούλια, ή ευρύτερες πολιτικές οργανώσεις, θα ήταν ίσως αρκετές για την πολιτική τους έκφραση. Οι αντιφάσεις εξαπλώνονται και στο στρατόπεδο των πολιτικών εκπροσώπων της τάξης αυτής. Στο μέτρο ειδικά που, από το 1848 και δώθε, κάθε προσπάθεια κοινωνικού μετασχηματισμού αποτύγχανε, η κοινωνία ριχνόταν σε ένα βαθύτερο επίπεδο αντιφάσεων. Το 1914, για παράδειγμα, εκτός από τη διεθνή αλληλοσφαγή μεταξύ των ίδιων των εργατών, σήμανε και έναν αμείλικτο πόλεμο στους κόλπους, όχι απλά των επαναστατών σοσιαλιστών (όπως με την Α’ Διεθνή), αλλά των ίδιων των μαρξιστών.

Ο ίδιος ο μαρξισμός έχει μία σύνθετη ιστορία. Ο Μαρξ, ενώ το 1848 έγραφε ότι οι κομμουνιστές δεν οργανώνονται σε ένα ξεχωριστό κόμμα, προς το τέλος της ζωή του ενέκρινε (πάντα κριτικά!) τη δημιουργία ενός γερμανικού κόμματος, και έγραψε μαζί με τον Γκεντ το πρόγραμμα του μαρξιστικού γαλλικού εργατικού κόμματος (ενώ συγκρούστηκε ακόμη νωρίτερα με τους αναρχικούς στη Διεθνή, απαιτώντας και πετυχαίνοντας την αποβολή τους). Από την άλλη πλευρά, ο Λένιν και η Λούξεμπουργκ δεν ήταν κομματικοί καρεκλοκένταυροι. Σιχαίνονταν και οι δύο τη ζέουσα κομματική γραφειοκρατία. Αλλά έβλεπαν το κόμμα ως αναγκαία έκφραση των βαθύτερων κοινωνικών αντιφάσεων της ιστορικής εξέλιξης, όχι ως ντεπόν για το καταλάγιασμά τους.

Κι εδώ έρχομαι σε ένα άλλο σημαντικό σημείο της κριτικής μου στο βιβλίο. Οι σημερινοί λενινιστές, ακολουθώντας βασικά τη σταλινική κληρονομιά, φετιχοποιούν το κόμμα ως το απόλυτο κλειδί για την επαναστατική επιτυχία. Οι αντιλενινιστές, από τους αναρχικούς και τους συμβουλιακούς κομμουνιστές μέχρι τους καταστασιακούς, φετιχοποιούν τα εργατικά συμβούλια (ή άλλους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς) ως επαναστατικό κινητήρα. Και οι δύο πλευρές πραγμοποιούν την επανάσταση και αντί να την προάγουν τείνουν να την υποτάξουν στα προκάτ σχήματά τους.

Ο Λένιν αντίθετα, στην πολιτική του διαδρομή, ακολούθησε εντελώς διαφορετικό δρόμο. Δεν έλειψαν οι στιγμές όπου απείλησε να παρατήσει το κόμμα, στο μέτρο που αυτό υιοθετούσε αντιδραστική γραμμή. Και δεν έλειψαν οι στιγμές όπου σκέφτηκε να αντικαταστήσει τη στήριξη στα σοβιέτ, τα εργατικά συμβούλια, με τη στήριξη σε άλλους θεσμούς της κοινωνίας των πολιτών, όπως τα συνδικάτα, στο μέτρο που τα σοβιέτ έτειναν να μετατραπούν σε όργανο των αστών και των συνοδοιπόρων τους.

Σημαντική για μαρξιστές όπως οι Λένιν και Λούξεμπουργκ ήταν η γόνιμη ένταση και μη-ταυτότητα μορφών όπως τα εργατικά συμβούλια, η μαζική απεργία, τα συνδικάτα και το κόμμα (και θεωρούσαν τον μαρξισμό ως ιστορική συνείδηση αυτής της μη-ταυτότητας). Τη θέση αυτή διατύπωσε η Λούξεμπουργκ σε μία διάσημη μπροσούρα της για το φαινόμενο της μαζικής απεργίας, την οποία έγραψε σε μία περίοδο όπου βρισκόταν και συζητούσε συντροφικά καθημερινά με τον Λένιν.[5] Κι εδώ ίσως είναι ευκαιρία να σχολιάσουμε το φαινόμενο της συνεχούς επίκλησης της Λούξεμπουργκ από τους αντιλενινιστές. Η επίκληση της αρχικής κριτικής της από το 1904, είναι παρωχημένη, στο μέτρο που η Λούξεμπουργκ την αναθεώρησε πολύ γρήγορα, όταν διαπίστωσε το 1905 ότι ο Λένιν είχε δίκιο για τον χαρακτήρα της επανάστασης του 1905 στη Ρωσία, η οποία δεν ήταν “αστική” όπως περίμεναν, λανθασμένα, πολλοί μαρξιστές, μεταξύ των οποίων και η Λούξεμπουργκ. Από το 1905 κι έπειτα, στην πλειοψηφία των ετών, οι Λένιν και Λούξεμπουργκ (παρά τις επιμέρους διαφωνίες) είναι σύντροφοι στον αγώνα εναντίον του ρεβιζιονισμού, εντός του μαρξιστικού στρατοπέδου, και η τελική αποτίμηση που κάνουν ο ένας για τον άλλο είναι θετική. Ακόμα και στην κριτική της για τη ρωσική επανάσταση, που κυκλοφορεί ευρέως (χωρίς να τονίζεται ότι δεν τη δημοσίευσε η ίδια όσο ζούσε, ούτε ότι είχε γραφτεί στη φυλακή χωρίς να έχει πρόσβαση σε επαρκή στοιχεία και πληροφορίες), η Λούξεμπουργκ εξυμνεί τους μπολσεβίκους με τρόπο που οι αντιλενινιστές δεν θα έκαναν ποτέ. Τους μπολσεβίκους τους στήριζε με κάθε ευκαιρία, ακόμα και απέναντι σε κατηγορίες περί υποτιθέμενου μπλανκισμού, παρόμοιες με αυτές που εξαπολύει και ο συγγραφέας του βιβλίου. Στη μόνη κριτική για τους μπολσεβίκους που δημοσίευσε η ίδια όσο ζούσε και την οποία έγραψε εκτός φυλακής (“Η ρωσική τραγωδία”), επισημαίνει ως λάθος τους την υπογραφή της συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ, όχι τον αυταρχισμό τους και τις ιδέες τους περί δικτατορίας του προλεταριάτου. Και πως θα μπορούσε να είναι αλλιώς όταν η Λούξεμπουργκ, όχι απλά ήταν ηγετικό στέλεχος του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, αλλά ηγούνταν, μαζί με τον Γιόγκισες, του συγκεντρωτικού πολωνικού κόμματος. Τέλος, η Λούξεμπουργκ, ιδρύτρια του γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος, δεν θα μπορούσε να φετιχοποιεί τα σοβιέτ καθώς τα είχε δει στην επανάσταση του 1918-19 να περνάνε στα χέρια των σοσιαλδημοκρατών προδοτών της εργατικής τάξης!

Μια τελευταία παρατήρηση σχετικά με το κόμμα. Τα κόμματα είναι εθελοντικές οργανώσεις. Δεν σε υποχρεώνει κανείς να συμμετέχεις και να πειθαρχείς σ΄ αυτά, όπως υποχρεωνόμαστε να συμμετέχουμε στην ευρύτερη πολιτική ζωή. Κι ούτε μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι η αντίδραση και η αντεπανάσταση έχει στη διάθεσή της ισχυρούς συγκεντρωτικούς μηχανισμούς με τους οποίους το επαναστατικό στρατόπεδο πρέπει να συγκρουστεί. Όση ηθική ακεραιότητα κι αν επέδειξαν οι αναρχικοί και οι συμβουλιακοί κομμουνιστές ιστορικά, η σύγκρουση των μαζών με τους μηχανισμούς αυτούς έληξε (έστω προσωρινά) υπέρ του επαναστατικού στρατοπέδου μόνο στην περίπτωση της Ρωσικής Επανάστασης του 1917 (ο Λένιν χαιρόταν σαν παιδί όταν η επανάσταση ξεπέρασε σε διάρκεια την Κομμούνα του Παρισιού, η οποία αποτελούσε προσωρινό στιγμιότυπο χωρίς γενικευμένο διεθνή χαρακτήρα). Δεν είναι τυχαίο ότι ο συγγραφέας επιδοκιμάζει τις σύντομες επαναστάσεις που έχουν ηρωικό αλλά τραγικό τέλος (1871 και 1905) και αποδοκιμάζει όσες ήταν, για τα δικά του μέτρα, αντι-ηρωικές, παρότι (εν μέρει έστω) νικήτριες (1789 και 1917).

Στον καπιταλισμό η πολιτική έχει λάβει μαζικά χαρακτηριστικά, δεν υπάρχει μη-καπιταλιστική πρακτική εντός του καπιταλισμού. Όσες πολιτικές οργανώσεις θέλουν να ασχοληθούν με την κυρίαρχη πολιτική, παίρνουν χαρακτηριστικά κόμματος, χαρακτηριστικά δημοκρατίας, αντιπροσώπευσης αλλά και συγκεντρωτισμού και πειθαρχίας. Οι μαρξιστές προσπαθούσαν να καταστήσουν αυτές τις ήδη υπάρχουσες μορφές πολιτικής περισσότερο αυτοκριτικά συνειδητές και να τις θέσουν έτσι στην υπηρεσία ενός επαναστατικού κινήματος, δεν προσπαθούσαν να αντιπαραθέσουν ιδεαλιστικά σ’ αυτές κάποιες εξωτερικές, μη-καπιταλιστικές, πρακτικές. Η εργατική τάξη, ο λαός, κατάφεραν στο παρελθόν με πολύ κόπο να εμπλακούν στα χωράφια της “υψηλής” πολιτικής. Οι απίστευτες δυσκολίες και προκλήσεις της εμπλοκής αυτής δεν σημαίνει ότι θα έπρεπε να την αποφύγουν εντελώς.

Η Κομμούνα του Παρισιού

Ο συγγραφέας προσπαθεί να αντιδιαστείλει σε όλη την έκταση του κειμένου τις θέσεις των Μαρξ και Λένιν ως προς την Κομμούνα. Όμως, ήταν ο ίδιος ο Ένγκελς ο οποίος είχε γράψει ότι αν θέλει κανείς να δει τι σημαίνει δικτατορία του προλεταριάτου, δεν χρειάζεται παρά να κοιτάξει την Παρισινή Κομμούνα. Αυτά δεν τα έγραψε διαστρεβλώνοντας τον αδερφικό του φίλο Μαρξ, αλλά ακριβώς στον απόηχο όσων είχε πει ο ίδιος ο Μαρξ για την Παρισινή Κομμούνα στην ομιλία του για την έβδομη επέτειο της Α’ Διεθνούς (15 Οκτωβρίου 1871): εκεί έλεγε ότι οποιαδήποτε επαναστατική αλλαγή για την Κομμούνα προϋπέθετε αναγκαία μία προλεταριακή δικτατορία, πρώτη συνθήκη της οποίας ήταν ένας προλεταριακός στρατός. Η Κομμούνα για τον Μαρξ, εάν πετύχαινε, θα πετύχαινε μόνο ως εργατικό κράτος, στο μέτρο που το σύγχρονο κράτος για τον Μαρξ ήταν ένα αναγκαίο σύμπτωμα της αλλοτρίωσης των κοινωνικών σχέσεων από το κεφάλαιο.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο Μαρξ ύμνησε την Κομμούνα του Παρισιού, ενώ ο Λένιν την επέκρινε επειδή αυτή μπέρδευε τους στόχους του αγώνα για τη δημοκρατία, με τους στόχους του αγώνα για τον σοσιαλισμό. Όμως ο Μαρξ δεν ύμνησε απλά την Κομμούνα, της άσκησε σημαντική κριτική. Η κριτική του αφορούσε ακριβώς στο ότι δεν λειτούργησε επαρκώς ως όργανο ταξικής κυριαρχίας, ως δικτατορικό όργανο της εργατικής εναντίον της αστικής τάξης, της πλειοψηφίας εναντίον της μειοψηφίας.[6]

Ο Μαρξ άσκησε κριτική στην Κομμούνα επειδή δεν απαλλοτρίωσε τους εθνικούς θησαυρούς στις παρισινές τραπεζες και επειδή δεν συγκρότησε τακτικό στρατό, ώστε να επιτεθεί οργανωμένα στους εχθρούς της στις Βερσαλλίες, προτού της επιτεθούν αυτοί, με την απλόχερη βοήθεια των Πρώσων. Αυτά τα μέτρα μπορεί να φαίνονται αμφιβόλου δημοκρατικής νομιμοποίησης (μπορούσαν να πουν με απόλυτη βεβαιότητα ότι εκπροσωπούσαν την πλειοψηφία του γαλλικού έθνους;), όπως όμως το έθετε και η Λούξεμπουργκ, δεν μπορείς να περάσεις από μια δημοκρατία στην επανάσταση, αλλά μάλλον από μία επανάσταση στη δημοκρατία. Δεν προκρίνεται εδώ βέβαια μία παραλλαγή του ρητού: “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα”. Σαφώς υπάρχουν νόμιμα ερωτήματα, τα οποία όμως θα πρέπει να τίθενται στη διάρκεια ενός σοβαρού πολιτικού αγώνα και όχι ως παραλυτικά αναχώματα στην ανάπτυξη του αγώνα αυτού.

Οι προυντονιστές και μπλανκιστές ηγέτες της Κομμούνας στάθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων, και το τέλος της Κομμούνας σήμανε και το δικό τους τέλος ως πολιτικών δυνάμεων (άρα υπονομεύεται ο ισχυρισμός του συγγραφέα ότι η εξουσία της Κομμούνας δεν όφειλε τίποτα σε «κομματικές επιρροές και τερτίπια, ή σε αρχηγικό κύρος»). Εντούτοις, ακόμα κι αυτοί οι ηγέτες προσπάθησαν να προσαρμοστούν στις ανάγκες της στιγμής, επιδιδόμενοι σε “δικτατορικά” μέτρα όπως η αιχμαλώτιση ομήρων. Οι αντιφάσεις στις οποίες  οδηγεί ο συμφυρμός ηθικισμού και πολιτικής γίνονται έκδηλες αν σκεφτούμε ότι ο Κροπότκιν γκρίνιαζε στον Λένιν επειδή αυτός και οι μπολσεβίκοι, μιμούμενοι την Κομμούνα, κρατούσαν για αντίμετρο ως όμηρους εκπρόσωπους της αντίδρασης, τον καιρό του αιμοσταγούς εμφυλίου πολέμου. Αυτό βέβαια δεν είχε εμποδίσει τον ευγενή πρίγκιπα, λίγο νωρίτερα, να στηρίζει τον εγκληματικό Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο από την πλευρά των συμμάχων και της Ρωσίας.

Γενικότερα, ο συγγραφέας τείνει να υπερτονίζει το αυθόρμητο στοιχείο των εξεγέρσεων και επαναστάσεων. Ωστόσο, δεν υπάρχει εμβόλιο με το οποίο μπορεί να εισέλθει κανείς στον στίβο της μαζικής πολιτικής. Ούτε το αυθόρμητο, ούτε τα εργατικά συμβούλια, ούτε οι αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις, ούτε ένα πειθαρχημένο κόμμα, έχουν εγγενή ανοσία στις αντιδραστκές πολιτικές.

Η Ρωσική Επανάσταση

Στις περισσότερες αποτιμήσεις της περιόδου περί το 1917 λησμονείται ότι τη συγκεκριμένη περίοδο δεν ξεσπά μία εθνική επανάσταση, αλλά μία σειρά πολλών επαναστάσεων σε διεθνές επίπεδο (Ρωσική, Ουγγρική, Ιταλική, Γερμανική). Κι αυτές μέσα στο κλίμα διεθνούς κρίσης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν που το ένα λάθος φέρνει το άλλο: η κάθε επανάσταση αποτιμάται με εθνικά κριτήρια, και όχι με διεθνή. Η ρωσική επανάσταση, κατά τους ισχυρισμούς αυτούς, απέτυχε από εσωτερικά αίτια, αεροστεγώς αποκλεισμένα από τα εξωτερικά.

Η παραπάνω σκοπιά έχει σχέση με ένα σταλινικό κατάλοιπο που μπορεί να ανιχνεύσει κανείς, λίγο ή πολύ, σε όλη την Αριστερά, ακόμα και στους αναρχικούς, σύμφωνα με το οποίο μπορεί να οικοδομεί κανείς “σοσιαλισμό σε μία μόνο χώρα”, αρκεί να υιοθετηθούν οι σωστές αρχές. Στο σενάριο αυτό, η παρακμή των εργατικών συμβουλίων οφείλεται στους μπολσεβίκους, οι οποίοι υποτιθέμενα τα χρησιμοποίησαν αδίστακτα για να ανέλθουν στην εξουσία, και στη συνέχεια τα εξάλειψαν.

Άνευ περιστροφών πρέπει εδώ να δηλώσουμε ότι η παρακμή των εργατικών συμβουλίων έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την αποτυχία της επανάστασης στο εξωτερικό και τη συνεπαγόμενη περικύκλωση της επανάστασης από εχθρικούς στρατούς, εξωτερικούς και εσωτερικούς. Όχι μόνο χάθηκε η ευκαιρία οι επαναστατικές δυνάμεις να ενισχυθούν από την απαλλοτρίωση του κεφαλαίου σε Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία, και πιθανώς αλλού, αλλά ενισχύθηκαν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις από την επικράτηση των ιμπεριαλιστών σε όλα τα  μέτωπα. Οι δυνάμεις των σοβιέτ λοιπόν αποδεκατίστηκαν κυρίως λόγω του βίαιου εμφυλίου που ακολούθησε και τη συνακόλουθη ατυχή μετατροπή της επανάστασης σε καταναγκαστική διαχείριση της οικονομικής εξαθλίωσης.

Όχι μόνο ακραιφνείς μπολσεβίκοι, αλλά και μορφές που συμπαθεί και επικαλείται η ελευθεριακή Αριστερά, όπως οι Σερζ, Άβριτς και Μπορντίγκα, τόνιζαν ότι στις συγκεκριμένες συνθήκες η εφαρμογή του προγράμματος των ναυτών της Κροστάνδης ή άλλων εξεγερμένων ενάντια στους μπολσεβίκους οδηγούσε, αντικειμενικά, στο πέρασμα της εξουσίας στα χέρια της αντίδρασης. Προς τιμήν του, ο Λένιν, λέγοντας τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη, χαρακτήριζε το 1922 όλη αυτή την κατάσταση, όχι ως επαναστατική, αλλά ως ένα είδος οπισθοδρόμησης σε μία μορφή κρατικού καπιταλισμού (“Σημειώσεις ενός δημοσιολόγου”). Η νίκη έπρεπε να κρατηθεί, αλλά χωρίς να ωραιοποιήσει κανείς την κατάσταση, χωρίς να κάνει την ανάγκη φιλοτιμία, όπως έκανε ο σταλινισμός που ακολούθησε.

Η Ρωσία (τόσο του 1905 όσο και) του 1917 δεν ήταν μια κατά τ’ άλλα ειρηνική χώρα την οποία λεηλατούσαν συμμορίες μπολσεβίκων. Υπήρχε διάχυτος αυταρχισμός, τόσο στο αντιδραστικό στρατόπεδο, από τις μαύρες εκατονταρχίες και τα αντισημιτικά πογκρόμ μέχρι τους πράκτορες της αστυνομίας και την εξωτερική επίθεση, όσο και στο επαναστατικό στρατόπεδο, με τους αντιμαχόμενους στρατούς σε όλοι την επικράτεια (μην ξεχνάμε για παράδειγμα και τις δύο απόπειρες δολοφονίας εναντίον του Λένιν, όχι από τσαρικούς αναγκαστικά, αλλά από δημοκράτες ή επαναστάτες άλλων πολιτικών απόψεων). Όσον αφορά το «αυθόρμητο» που εκθειάζεται από τον συγγραφέα, ειδικά για το κύμα των απεργιών του 1905, δεν πρέπει να παραλείπουμε να τονίζουμε εξίσου εμφατικά ότι το κύμα αυτό ήταν γεμάτο τσαρικούς πράκτορες που εξέλεγαν «αυθόρμητα» οι εργάτες.

Για τον συγγραφέα, τα σοβιέτ ή συμβούλια δεν ανήκαν σε κανένα πολιτικό κόμμα και η κομματική ένταξη των μελών δεν έπαιζε κανένα ρόλο. Αυτό παραβλέπει το γεγονός ότι στα σοβιέτ δραστηριοποιούνταν κομματικές οργανώσεις που επιδίωκαν και κέρδιζαν την πλειοψηφία (και πολλές απ’ αυτές είχαν βαθιά αντεργατικό και αντιδραστικό πρόγραμμα). Δεν γίνεται να αγνοούμε το γεγονός ότι υπήρχαν οργανωμένες κοινωνικές δυνάμεις στις οποίες δεν μπορείς να αντιπαρατεθείς ατομικά (όπως κάποιοι αναρχικοί υποψήφιοι που είχαν ελάχιστη επιρροή στα συμβούλια).

Αδιαμβισβήτητο γεγονός, τέλος, αποτελεί η κατάκτηση της πλειοψηφίας των σοβιέτ από τους μπολσεβίκους, με κινηματικούς και πολιτικούς όρους. Η παρακμή των σοβιέτ δεν είχε να κάνει με τη μεταστροφή των μπολσεβίκων, αλλά με την παρακμή της ίδιας της επανάστασης. Η επανάσταση δεν θα είχε νικήσει, στη Ρωσία και αλλού, αν οι μπολσεβίκοι είχαν ένα καλύτερο αξιακό σύστημα (όπως αυτό που επικαλείται ρητά και επιδοκιμάζει το βιβλίο) ή αν αντικαθιστούσαν τη μαρξιστική με μία στενά συμβουλιακή πολιτική. Εξάλλου, μας ενδιαφέρει μόνο η επανάσταση που στοχεύει στο ξεπέρασμα κάθε “Απόλυτου” στο οποίο πρέπει να προσαρμοζόμαστε, ηθικού, ή ακόμα και ενός δημοκρατικού.

Παράλληλα, την ίδια περίπου περίοδο στη Γερμανία, η επανάσταση φάνηκε να κλονίζεται και εν τέλει να αποτυγχάνει να επικρατήσει, ακριβώς επειδή δεν υπήρχαν περισσότερα κόμματα (ενώ υπήρχαν συμβούλια)! Το Κομμουνιστικό κόμμα δημιουργήθηκε δύο ολόκληρους μήνες μετά την επανάσταση!

 

Η Γαλλική Επανάσταση

Σήμερα έχει υποχωρήσει πολιτικά τόσο πολύ το αίτημα για ατομική και κοινωνική ελευθερία, ώστε οι ιστορικοί αγώνες που την έθεσαν στο προσκήνιο δυσφημούνται από πολλές πλευρές. Εκπρόσωποι όλου του πολιτικού φάσματος, δεν έχουν να επιδείξουν άλλο παρά περιφρόνηση για τις οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις, όπως οι Γιακωβίνοι, που ηγήθηκαν των επαναστάσεων που γκρέμισαν τα προνόμια και την “ιερή τάξη” των χιλιετιών του παραδοσιακού πολιτισμού.

Στην αφήγηση του βιβλίου, οι Γιακωβίνοι δεν ήταν παρά αντεπαναστάτες υποκριτές, οι οποίοι στήριξαν τις εργαζόμενες τάξεις μόνο για να υφαρπάξουν την εξουσία και να εγκαθιδρύσουν, εκ των υστέρων, ένα εκμεταλλευτικό καθεστώς. Και ο Λένιν δεν έκανε τίποτα άλλο από το να τους αντιγράψει. Ο συγγραφέας, όπως προτιμά τους συμβουλιακούς ή αναρχικούς στη Ρωσική επανάσταση, προτιμά στη Γαλλική επανάσταση όσους έθεταν εαυτώ αριστερότερα των Γιακωβίνων, δηλαδή τους εμπερτιστές, “λυσσασμένους” και άλλους, οι οποίοι ήθελαν να εγκαθιδρύσουν μία μορφή άμεσης δημοκρατίας. Η τελευταία είναι εξάλλου η απόλυτη λυδία λίθος που παρουσιάζεται στο βιβλίο για τα επαναστατικά ζητήματα.

Όμως, στις αντίστοιχες επαναστάσεις, οι εργαζόμενες τάξεις κατέκτησαν την εξουσία με πολιτικά εργαλεία και όπλα, όχι τους περιθωριακούς Κροπότκιν και Ζακ Ρου, αλλά τον Λένιν και τον Ροβεσπιέρο. Οι αντιλενινιστές διαμαρτύρονται συνεχώς επειδή οι πολιτικές οργανώσεις που βοήθησαν τους καταπιεσμένους να κατακτήσουν την εξουσία, δεν υιοθέτησαν τις ιδέες τους. Ίσως, αντί να εστιάζουμε μονίμως στη μπολσεβίκικη και γιακωβίνικη προδοσία, θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε για τις αιτίες της αδυναμίας συγκρότησης αποτελεσματικού κόμματος και οργάνωσης από τους “λυσσασμένους” στη Γαλλική επανάσταση και τους συμβουλιακούς και αναρχικούς στη Ρωσική.

Φυσικά αυτά δεν αναιρούν όλα τα προβληματικά σημεία της γιακωβίνικης πολιτικής, τα οποία έχουν επισημάνει πολλές φορές μαρξιστές όπως ο Λένιν (τον οποίο ο συγγραφέας απλά ταυτίζει με τους γιακωβίνους). Ποτέ όμως δεν έφτασαν οι τελευταίοι στο σημείο των «φιλελεύθερων», να διασύρουν τους γιακωβίνους παρουσιάζοντάς τους μόνο σαν ένα στυγνό δικτατορικό πολιτικό εξάμβλωμα, δικαιώνοντας έτσι κάθε πολιτικό συντηρητισμό.

Η Γαλλική επανάσταση, παρ’ όλα τα φρικτά προβλήματά της, πέτυχε στο να θέσει το πρόβλημα της ελευθερίας στη διεθνή πρακτική πολιτική ατζέντα. Εντούτοις, στους άμεσους στόχους της, παρέμεινε δυστυχώς εθνική, περικυκλωμένη από επιθετικές και εκδικητικές ευρωπαϊκές μοναρχίες. Αυτό το κλίμα ήταν που οδήγησε στην όξυνση του πολιτικού αυταρχισμού, και όχι κάποια εγγενής κακία των επαναστατών. Στην τρομοκρατική εξολόθρευση των πολιτικών αντιπάλων δεν συμμετείχαν μόνο οι γιακωβίνοι, αλλά και όσοι βρίσκονταν υποτιθέμενα στα αριστερά τους: δεν ζητούσαν κεφάλια, ακόμα και επαναστατών, οι αμεσοδημοκράτες εμπερτιστές και κομμουνάροι;

Εν τω μεταξύ, η πίστη σε απόλυτες ηθικές αρχές ήταν που χαρακτήριζε ορισμένες από τις χειρότερες πλευρές των Γιακωβίνων, όπως για παράδειγμα η “αρετή” του Ροβεσπιέρου. Παρόμοια υποκειμενικά “απόλυτα” επέτειναν το πρόβλημα του αυταρχισμού σε χειρότερη κατεύθυνση. Ο Λένιν επέκρινε αυτή τη στάση των αστών επαναστατών, όχι από την πλευρά του αμοραλισμού, αλλά από την πλευρά της ένταξης των ηθικών προβλημάτων στα πλαίσια μίας κοινωνικής και ιστορικής συνείδησης. Συνεπώς, αν κάτι μπορεί να γείρει επικίνδυνα υπέρ ενός τυφλού αυταρχισμού, είναι τα ίδια τα συμβούλια, η αμεσοδημοκρατία και άλλα στοιχεία, όταν μετατρέπονται σε απόλυτες ηθικές αρχές και αξίες. Όλη η βαρβαρότητα του παραδοσιακού πολιτισμού βασίστηκε σε απόλυτες ηθικές αξίες και “αξιακά συστήματα”. Ιδού τι έγραψε κι ένας κομμουνιστής της εποχής (τηρουμένων των αναλογιών), ο Μπαμπέφ, για τον Ροβεσπιέρο:

“Ας του επιστρέψουμε την αρχική του, δίκαιη δόξα, και όλοι οι μαθητές του θα αναδυθούν ξανά και θα θριαμβεύσουν σύντομα. Ο ροβεσπιερισμός ανατρέπει εκ νέου όλες τις φατρίες. Δεν μοιάζει με καμία εξ αυτών, δεν είναι ούτε τεχνητός ούτε περιορισμένος. Ο εμπερτισμός υπάρχει μόνο στο Παρίσι και μεταξύ μίας μικρής μερίδας ανθρώπων, και μπορεί μόνο με δυσκολία να διατηρηθεί. Ο ροβεσπιερισμός υπάρχει σε όλο το Δημοκρατικό καθεστώς (Republic), σε όλη την τάξη των δικαίων και οξυδερκών και, φυσικά, σε όλο το λαό. Ο λόγος είναι απλός: ο ροβεσπιερισμός είναι η Δημοκρατία, και οι δύο λέξεις ταυτίζονται: η αναβίωση του ροβεσπιερισμού σημαίνει σίγουρα την αναβίωση της δημοκρατίας”.[7]

Τα παραπάνω παρατίθενται όχι για να υποστηρίξουμε τον ροβεσπιερισμό, αλλά για να δείξουμε πόσο σύνθετη είναι η επαναστατική πραγματικότητα, όπως αυτό καταδεικνύεται και από τη ματιά ενός ριζοσπάστη της εποχής εκείνης, του οποίου την επαναστατική ακεραιότητα δύσκολα θα αμφισβητούσε κανείς.

Η βία και ο αυταρχισμός υπάρχουν διάχυτα στον περίγυρό μας, δεν θα τα γεννήσει η επανάσταση. Η επανάσταση θα τα οικειοποιηθεί από τη σκοπιά της οργανωμένης πλειοψηφίας και θα τα ρίξει στη μάχη για την ελευθερία. Χρειάζεται όμως προσοχή να μη μετατραπούμε σε απολογητές της δημοκρατίας, σε απλούς θιασώτες του αυταρχισμού που εκφράζει η ανάγκη για δημοκρατία. Η μαρξιστική πολιτική στόχευε ιστορικά πέραν της δημοκρατίας αλλά μονάχα μέσω της δημοκρατίας. Αυτό το «πέραν» είναι που λησμονείται ή υποβαθμίζεται στην προβληματική του συγγραφέα.

 

Μαρξ και Λένιν

Τα επαναστατικά προβλήματα ιστορικής ανάπτυξης φωτίζονται αν διατηρήσουμε τη σύνδεση μεταξύ Μαρξ και Λένιν, και δεν την αποκηρύξουμε μέσω μίας ελευθεριακής διεκδίκησης του Μαρξ. Ο σοσιαλισμός για τον Μαρξ ήταν συμπτωματικός του κεφαλαίου, όχι το εξαγνισμένο εξωτερικό αντίδοτο σε κάθε τι καπιταλιστικό. Οι αποτυχίες του σοσιαλισμού οδήγησαν περαιτέρω στον συμπτωματικό χαρακτήρα του ίδιου του μαρξισμού. Την κρίση του μαρξισμού ως συμπτωματικού του κεφαλαίου συνειδητοποίησε και θεματοποίησε ο ίδιος ο Λένιν, και τη μετέτρεψε πρώτος σε απτή δυνατότητα επαναστατικής αλλαγής. Η ευκολία παραμερισμού του Λένιν από τους αντιλενινιστές οδηγεί, πιθανώς, στον παραμερισμό των πραγματικών επαναστατικών προβλημάτων.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, κλείνω με ένα παράθεμα του Αντόρνο, όπου προσπαθεί να αναδείξει τη σημασία του Λένιν, τόσο εμφατικά ώστε πιθανώς αδικεί τον Μαρξ, αλλά καθιστά έτσι πιο ξεκάθαρη την πολυπλοκότητα των προβλημάτων της επανάστασης. Της επανάστασης, όχι ως νίκης των καλών επί των κακών, αλλά ως επίπονης και μακράς διαδικασίας υποκειμενικού αυτομετασχηματισμού:

“Ο Μαρξ ήταν πολύ ακίνδυνος. Πιθανότατα φανταζόταν αφελώς ότι οι άνθρωποι είναι κατά βάση ίδιοι σε όλα τα ουσιώδη και τέτοιοι θα παρέμεναν. Συνεπώς, θεώρησε καλή ιδέα να τους στερήσουμε τη δεύτερη φύση τους. Δεν ασχολήθηκε με την υποκειμενικότητά τους. Πιθανότατα δεν εστίασε σ΄αυτήν τόσο προσεκτικά. Την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι προϊόντα της κοινωνίας βαθιά, μέχρι τον εσώτατο πυρήνα τους, θα την απέρριπτε ως θεωρία επίδρασης του περιβάλλοντος (milieu theory). Ο Λένιν ήταν ο πρώτος που υποστήριξε αυτή την ιδέα”.[8]

 

[1] Λίγα σχόλια για την έκδοση: παρότι καλαίσθητη και φροντισμένη θα μπορούσαν ίσως σε μια πιθανή μελλοντική επανέκδοση να προτιμηθούν οι υποσημειώσεις αντί για τις εκτενείς σημειώσεις εντός αγκυλών και παρενθέσεων που διακόπτουν τη ροή του κειμένου, να περιληφθεί στην αρχή πίνακας περιεχομένων, και να αποφευχθούν, όπου είναι εφικτό, οι πολύ μεγάλες παράγραφοι.

[2] Όσο περισσότερο επιτυχημένη είναι μια επανάσταση τόσο λιγότερη βία θα χρειαστεί να ασκήσει. Όσο ευρύτερη η πολιτική στήριξη της επανάστασης και περισσότερα τα μέσα ισχύος που θα έχουν περάσει στα χέρια της, τόσο μικρότερη θα είναι η αντίσταση απέναντί της, άρα και η ανάγκη προσφυγής στη βία. Οι νεκροί της Οκτωβριανής Επανάστασης ήταν λιγότεροι από τους νεκρούς των γυρισμάτων της αντίστοιχης ταινίας του Αϊζενστάιν! Εντούτοις, η συγκέντρωση και ο μετασχηματισμός των μέσων ισχύος και επιβολής, βίαιη ή μη, παραμένει μια εξουσιαστική διαδικασία, ακόμα και στην (καλοδεχούμενη) περίπτωση όπου μέσω μίας επανάστασης αυτή που εξουσιάζει είναι η πλειοψηφία, κι αυτή που εξουσιάζεται η μειοψηφία.

[3]   Η οποία κοινωνία, κατά Αντόρνο, είναι ένα δημιούργημα της Τρίτης Τάξης!

[4]    Έχω συζητήσει διεξοδικότερα το πρόβλημα της σχέσης αυταρχισμού και δημοκρατίας, καθώς και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του νεώτερου κράτους, στο κείμενο “Δημοκρατία και κινήματα στην ιστορία”, όπου παράλληλα ασκώ κριτική στην αμεσοδημοκρατική κριτική της αντιπροσώπευσης. http://thessaloniki.platypus1917.org/?p=475

[5]    J.P. Nettl, Rosa Luxemburg, vol.1

[6]    Η έμφαση στον όρο δικτατορία εδώ έρχεται να υπενθυμίσει ότι κάθε κράτος είναι αυταρχικό, ακόμα και το πιο δημοκρατικό, κάτι που ξεχνούν πολλοί στη λεγόμενη ελευθεριακή Αριστερά: η πλειοψηφία μπορεί να τυραννά, όχι μόνο τη μειοψηφία, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό της ακόμα. Το θέμα δεν είναι η κατάφαση, οποιασδήποτε επανάστασης, αλλά η κριτική επαγρύπνηση εντός της.

[7]    http://www.marxists.org/archive/bax/1911/babeuf/ch10.htm (δική μου μετάφραση)

[8]    Αναφέρεται στο: Detlev Claussen, Theodor W. Adorno: One Last Genius (Cambridge: Harvard University Press, 2008), σ. 233 (δική μου μετάφραση)

Την Τρίτη, 12 Νοέμβρη 2014, στις 7μμ, στο Στέκι Μεταναστών (Ερμού με Βενιζέλου) ανοίγουμε μία συζήτηση για το πρόβλημα του ρατσισμού με αφορμή τα μαθήματα της ιστορίας σχετικά με τους αγώνες της Νέας Αριστεράς εναντίον του ρατσισμού στις ΗΠΑ.

Παρουσίαση και συζήτηση κειμένων που φωτίζουν την ιστορία της Αριστεράς της δεκαετίας του 1960:

Ι. Νεομαρξισμός. 

Μάρτιν Νικόλαους, “Ο άγνωστος Μαρξ” (1968)

Μόις Ποστόουν, “Αναγκαιότητα, εργασία, και χρόνος: μια επανερμηνεία της μαρξικής κριτικής του καπιταλισμού” (1978)

ΙΙ. Φύλο και σεξουαλικότητα. 

Τζούλιετ Μίτσελ, “Γυναίκες: η διαρκέστερη επανάσταση” (1966)

Κλάρα Τσέτκιν και Βλάντιμιρ Λένιν, “Συνέντευξη για το γυναικείο ζήτημα” (1920)

Τέοντορ Αντόρνο, “Σεξουαλικά ταμπού και δίκαιο σήμερα” (1963)

Τζον Ντ’ Εμίλιο, “Καπιταλισμός και γκέι ταυτότητα” (1983)

 

Την Τρίτη, 5 Νοέμβρη 2014, στις 7μμ, στο Στέκι Μεταναστών (Ερμού με Βενιζέλου) ανοίγουμε μία συζήτηση για το πρόβλημα του ρατσισμού με αφορμή τα μαθήματα της ιστορίας σχετικά με τους αγώνες της Νέας Αριστεράς εναντίον του ρατσισμού στις ΗΠΑ.

Τα κείμενα (αγγλικά) πάνω στα οποία θα βασιστεί η παρουσίαση είναι τα εξής:

• Richard Fraser, “Two lectures on the black question in America and revolutionary integrationism” (1953)
• James Robertson and Shirley Stoute, “For black Trotskyism” (1963)
+ Spartacist League, “Black and red: Class struggle road to Negro freedom” (1966)
+ Bayard Rustin, “The failure of black separatism” (1970) 
• Adolph Reed, “Black particularity reconsidered” (1979)
+ Reed, “Paths to Critical Theory” (1984)

5/11/2014- νέο κτίριο Φιλοσοφικής Α.Π.Θ.

Σκεπτικό και ερωτήσεις

Αφότου οι Ναζί ανέβηκαν στην εξουσία ογδόντα χρόνια πριν, ο αντιφασισμός αποτελεί  αναπόσταστο κομμάτι της αριστερής πολιτικής. Ο αγώνας ενάντια στους φασίστες και τους Ναζί είναι ηθικά αυταπόδεικτος, με αποτέλεσμα ο πολιτικός αντιφασισμός να είναι εξίσου αυταπόδεικτος. Εντούτοις σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους η πολιτική του αντιφασισμού ήταν εντελώς διαφορετική· γενικότερα, η συμβολή του αντιφασισμού στη διαμόρφωση της αριστερής πολιτικής είχε διαφορετική σημασία. Παρόλα αυτά, ο αντιφασισμός σήμερα εξακολουθεί να εγείρει αντικαπιταλιστικές αξιώσεις. Πού στηρίζεται αυτή η παραδοχή; Τι ήταν ο αντιφασισμός και πώς έχει αλλάξει; Με ποιο τρόπο μπορούμε μέσω της έννοιας του αντιφασισμού να συλλάβουμε καλύτερα την παρελθούσα και σύγχρονη πραγματικότητα; Ποια είναι η σημασία του αντιφασισμού σήμερα δεδομένης της απουσίας του φασιστικού μαζικού κινήματος; Η συζήτηση επικεντρώνεται στην ιστορική και πολιτική σημασία του αντιφασισμού προκειμένου να φωτίσει τα σημερινά προβλήματα της αριστερής πολιτικής.

Γιατί αναδύθηκε/αναδύεται ο φασισμός; Ποιες είναι οι ρίζες και η δυναμική της αυξημένης αυταρχικότητας που εκφράζεται/εκφράστηκε στον φασισμό; Εξακολουθεί να υπάρχει αυτή η αιτία; Πώς μπορεί να καταπολεμηθεί ο φασισμός;

Ο Μαρξ αναγνώρισε στο φαινόμενο του Βοναπαρτισμού -μετά το 1848- την αυταρχική απάντηση στην ήττα της εργατικής επανάστασης. Μέχρι ποιο βαθμό μπορεί ο φασισμός του '20 και του '30 να εξηγηθεί με αυτούς του όρους; Υπάρχει σύνδεση μεταξύ της ανόδου των Ναζί και της αποτυχίας της επανάστασης την περίοδο 1917-1919;

Ποιες τάξεις και κοινωνικά στρώματα κινητοποιεί ο φασισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός και γιατί; Σε ποιες συγκεκριμένες ανάγκες και φόβους απαντά το φασιστικό «κίνημα»; Γιατί κατέστη δυνατότερο από τους κομμουνιστές και τους σοσιαλδημοκράτες τη δεκαετία του '30;

Τι ενοποιεί την πολιτική του αντιφασισμού εκκινώντας από τη δεκαετία του '30, τα κινήματα του '60, τις δεκαετίες του '80 και του '90 μέχρι σήμερα; Δεδομένης της απουσίας ενός απροκάλυπτου φασισμού, τι εκφράζει αυτή η συνέχεια του αντιφασιστικού αγώνα; Μπορεί ο αντιφασισμός σήμερα, και αν ναι πώς, να κατανοηθεί ως συνέχεια του αντιφασισμού του ’30; Τι διαφοροποιεί τα διάφορα είδη αντιφασισμού ως προς τη ριζοσπαστικότητα την οποία  θέλουν να εκφράσουν;

Τι ακριβώς σημαίνει ο φασισμός σήμερα; Πώς διαφοροποιείται από τη μορφή που πήρε στον μεσοπόλεμο; Πώς ερμηνεύετε τον παραλληλισμό της σημερινής Ελλάδας με τη δημοκρατία της Βαϊμάρης; Μπορεί να υπάρξει αναβίωση του φασισμού με αυτήν την έννοια;

Ποιος είναι ο στόχος του αντιφασιστικού αγώνα σήμερα; Ποια είναι η σχέση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής του αντιφασισμού; Μας βοηθάει ο αντιφασισμός σήμερα να κατανοήσουμε την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα και να την αλλάξουμε; Αν ναι, πώς;

Iστορικά, δυνάμεις που σχετίζονταν με τη Δεξιά/το κατεστημένο υποστήριξαν την ανάγκη για αντιφασιστική κοινή δράση (Σύμμαχοι εναντίον Χίτλερ). Στην Ελλάδα σήμερα η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι κάνει το ίδιο διώκοντας τη Χρυσή Αυγή. Υπάρχει αντιφασισμός από μια δεξιά προοπτική;

Ομιλητές

Κατερίνα Κλείτσα: οργάνωση Ξεκίνημα

Μάριος Εμμανουηλίδης

Θωμάς: Αντιφασιστικό Πυρήνας Θεσσαλονίκης (ACT)

Αντώνης Γαζάκης: μέλος Αντιφασιστικής Συνέλευσης Αλληλεγγύης

 

Ακολουθεί η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της εκδήλωσης

Κατερίνα Κλείτσα: Το ερώτημα γιατί αναδύεται ο φασισμός σχετίζεται με τις κοινωνικές συνθήκες σε κάθε εποχή. Ένα μεγάλο κομμάτι των μεσαίων στρωμάτων καταστράφηκε με γρήγορο ρυθμό εντός της κρίσης και αναζητά γρήγορες και άμεσες λύσεις. Εκφράζει επίσης την οργή εξαιτίας των ανισοτήτων του συστήματος.

Αρκεί όμως η οικονομική κρίση για να γεννηθεί ο φασισμός; Στην Ιρλανδία για παράδειγμα ενώ οι οικονομικές συνθήκες μοιάζουν με της Ελλάδας (μνημόνια, λιτότητα) δεν υπάρχει η δεύτερη προϋπόθεση που είναι η πολιτική κρίση.

Αναγνωρίζοντας τις συνθήκες που γεννούν το φασισμό οδηγούμαστε στην  επιλογή των συμμάχων εναντίον του. Πρώτα όμως πρέπει να δούμε πως αντιμετωπίζουμε τον κόσμο που ψηφίζει φασιστικά και ναζιστικά κόμματα. Ένα κομμάτι του κόσμου αυτού είναι γαλουχημένο με τις φασιστικές ιδέες και θα ήταν μάταιο να προσπαθήσουμε να τους πείσουμε για κάτι. Το μεγαλύτερο όμως κομμάτι, παρότι συντηρητικό, έχει σημασία να προσεγγιστεί.

Το βασικό ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε δεν είναι αν κάποιος-α ξέρει ή όχι τι είναι ένα ναζιστικό κόμμα αλλά οι λόγοι που την-τον κάνουν να το ψηφίζει.

Τα ιστορικά παραδείγματα μας βοηθάν στην εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων. Το κομμουνιστικό κόμμα της Γερμανίας καθόλη τη δεκαετία του ’30 υποστήριζε ότι ο κύριος εχθρός είναι η ανάπτυξη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και αποκαλούσε τα μέλη και τους ψηφοφόρους του σοσιαλφασίστες. Η ίδια λανθασμένη πολιτική ακολουθήθηκε και στις εκλογές όπου η άρνηση του ΚΚΓ για συνεργασία «έστρωσε» το δρόμο για την εξουσία στο Χίτλερ.

Ένα μεγάλο μέρος της μαχητικής εργατικής τάξης πρόσκεινταν στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (υπήρχαν ακόμα και ένοπλες πολιτοφυλακές που επιτίθεντο σε φασίστες) και σε ένα ενδεχόμενο κάλεσμα για Αριστερή ενότητα εναντίον των φασιστών θα είχε μετακινηθεί πιο αριστερά.

Ο φασισμός είναι δομικό κομμάτι του συστήματος και με αυτή την έννοια πρέπει να είμαστε πάντα σε εγρήγορση. Πρέπει παρόλα αυτά να διακρίνουμε την απολυταρχική από τη φασιστική λογική. Η ασαφής διάκριση προκαλεί άμβλυνση των αντιφασιστικών αντανακλαστικών του κόσμου καθώς και σύγχυση γύρω από το τι αντιπροσωπεύει το κάθε κόμμα.

Σήμερα υπάρχουν φασίστες αλλά όχι φασιστικό κίνημα. Κάνοντας τον παραλληλισμό με τη Γερμανία του 1930 βρίσκουμε κοινά σε σχέση με τις συνθήκες ζωής και τις αντιφάσεις των εργαζομένων τότε και τώρα. Θα βρούμε όμως και μια πολύ μεγάλη διαφορά: η διαφορά είναι ότι για μας η μάχη δεν έχει ακόμα χαθεί και ότι ακόμα μπορούμε να χτίσουμε το αντιφασιστικό κίνημα.

Η εργατική τάξη σήμερα δεν έχει δώσει ακόμα τις μεγάλες της μάχες. Συνεπώς παράλληλα με την αντιφασιστική δράση οφείλουμε να ενισχύουμε τους κοινωνικούς εργατικούς αγώνες.

Η αντιφασιστική δράση κυρίως σε περιόδους ύφεσης του αντιφασιστικού κινήματος πρέπει να έχει χαρακτηριστικά όπως, το χτίσιμο βάσεων και αντιφασιστικών επιτροπών σε γειτονιές και εργασιακούς χώρους, η αντισυστημικότητα στο λόγο μας σε αντίθεση με τον ψευδή αντισυστημικό ρόλο των ναζιστικών-φασιστικών κομμάτων (της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα). Η δημιουργία ομάδων αυτοάμυνας που θα υπερασπίζονται την κοινωνία καθώς και η συνεργασία και αλληλεγγύη ανάμεσα στις αριστερές οργανώσεις και στις αναρχικές ομάδες είναι επίσης δύο σημαντικοί στόχοι.

Στον αγώνα ενάντια στην άνοδο του φασισμού ένα κομμάτι της αστικής τάξης μπορεί να θελήσει να συμμετέχει. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε τα κίνητρα και τις επιδιώξεις αυτού του κομματιού. Τα κίνητρα αυτά είναι η επιδίωξη των συμφερόντων για το μερίδιο αυτό της αστικής τάξης. Μελετώντας την ιστορία η αστική τάξη αντιλαμβάνεται ότι αν φασιστικά κόμμα έρθουν στην εξουσία μπορούν εύκολα να βγουν εκτός ελέγχου. Αυτό είναι προφανώς ενάντια στα συμφέροντα και στις επιδιώξεις τους σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.

Μάριος Εμμανουηλίδης: Ο φασισμός, με τις καθημερινές μύριες πτυχές του, είτε είναι πάντα εδώ κοντά μας, είτε είναι ένα χονδροειδές σκίτσο, ένας μηχανισμός ο οποίος είναι οριακά ενταγμένος στην κρατική στρατηγική. Αν ο μοναδικός αντιφασισμός ενάντια στην χονδροειδή αυτή τακτική είναι η μάχη, το θαρραλέο σώμα ενάντια στη φασιστική ατιμία, η μάχη εναντίον των καθημερινών μικρών φασισμών, των ενταγμένων στο κοινωνικό σώμα, είναι δύσκολη και διαρκής.

Ο φασισμός, ως η χονδροειδής πολιτική στρατηγική, είναι τώρα πλέον λειτουργικά άχρηστος για την πολιτική οικονομία της εξουσίας. Από τη άποψη της αντιφασιστικής δράσης αν κάτι έπρεπε να είχε γίνει, θα έπρεπε να είχε γίνει το φθινόπωρο του 2012 όταν η Χρυσή Αυγή κυριαρχούσε το κοινωνικό χώρο.  Αυτή η μάχη δε δόθηκε ποτέ. Αυτή η λειψή αντιφασιστική δράση ίσως σχετίζεται με την εδαφικοποίηση της εξέγερσης του 2011 στο Σύριζα και την ανάθεση ξανά στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς. Τώρα υπάρχει μια διαρκής μη μάχη, είναι η μάχη με το μετανεοφιλελευθερισμό.

Ποια ήταν η στρατηγική λειτουργία του φασισμού που κυβέρνησε την ελληνική κοινωνία το 2012; Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η σημασία της διερώτησης του φασιστικού φαινομένου.

Η κατανόηση του παρόντος σχετίζεται με μια αντιφατική διαδικασία αναδιάταξης των τρόπων εξουσίας για την επιβολή των νέων κανόνων ζωής. Στην κατανάλωση της θετικής συσχέτισης των ρατσιστικών πρακτικών του κράτους και της Χρυσής Αυγής εξίσου και στην παραγωγή ενός μετακρισιακού πληθυσμού εργασίας υποτιμημένης αξίας και πειθαρχημένης γενικής νόησης. Ένας πληθυσμός σε αντιστοίχιση με τις συνθήκες χρηματιστικοποίησης του καπιταλισμού.

Η Χρυσή Αυγή δεν αποτέλεσε αντίσταση στο σύστημα αλλά ούτε και δεκανίκι της εξουσίας. Η Χρυσή Αυγή προσέφερε την πρόταση θεραπείας μέσω φαρμακείας της κρίσης της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής και αποτέλεσε μια μηχανή αιχμαλώτισης και μετατροπής του πληθυσμού σε στοιχεία ενίσχυσης και επέκτασης του κυριαρχικού κράτους. Επίσης αιχμαλώτισε την ηθικολογική κριτική που ασκούσε ο πληθυσμός στο κράτος και στην κοινωνία. Με λίγα λόγια αποτέλεσε τον αποφασιστικό παράγοντα για την ήττα της εξέγερσης.

Αναζητώντας τη στρατηγική λειτουργία του φασισμού-ρατσισμού του καιρού μας αυτό συνεπάγεται 3 τουλάχιστον μεθοδολογικές δεσμεύσεις.

Η πρώτη είναι να αποφεύγουμε τον πειρασμό της αναλογίας και της συνέχειας. Αναφέρομαι στο δημοφιλή πειρασμό να αναζητούμε αναλογίες με την κρίση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης και στη  συνέχεια να εξάγουμε τα όποια πολιτικά συμπεράσματα. Η δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι ένας τόπος συνεχούς επιστροφής. Εδώ η Χρυσή Αυγή δεν επεδίωξε ούτε την άλωση του κρατικού μηχανισμού , ούτε την καταστροφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Η αναζήτηση αναλογιών, συνεχειών και καταγωγών είναι μια αδύναμη σκέψη. Η κατανόηση είναι μια διαδικασία κατανόησης διαφορών. Το ζήτημα είναι να αναζητήσουμε την διαφορά και αυτό που παρήγαγε τη δυναμική της Χρυσής Αυγής τώρα.

Η Χρυσή Αυγή όπως και ο Σύριζα αποτέλεσαν συμπτώματα της διαχείρισης της κρίσης, την αντίσταση του πληθυσμού σε αυτή την κρίση και την μεταστροφή των αφηγήσεων για την κρίση.

Η δεύτερη μέθοδος αφορά την έννοια της κατάστασης εξαίρεσης στον Αγκάμπεν.  Η έννοια προσέφερε στον αναρχικό χώρο μία αντιφασιστική θεωρία που δεν είχε, παρόλο που η αντιφασιστική του δράση ήταν αξιέπαινη. Η χρήση και κατάχρηση της θεωρίας της κατάστασης εξαίρεσης έγινε με δύο τρόπους: πρώτον είτε με την ανάγνωση «αυτό που ζούμε αποτελεί μία κατάσταση εξαίρεσης, με τον νόμο να παραμένει σε ισχύ» με παράγωγα πολιτικά συμπεράσματα είτε την καταφυγή στη συνταγματικότητα ή αναμονή της ισχύος του νόμου και δεύτερον με την ανάγνωση «τώρα βρισκόμαστε σε μία κατάσταση εξαίρεσης όπου στο κέντρο του δικαιικού συστήματος έχει εφαρμοστεί η ανομία» με πολιτικό συμπέρασμα τη βίαιη αντιπαράθεση με την εξουσία.

Ωστόσο η παρούσα συνθήκη δεν είναι μία κατάσταση εξαίρεσης αφού δεν πρόκειται για μία οντολογική υποταγή του πληθυσμού στη βιοπολιτική κυριαρχία αλλά για την αναγκαιότητα ενός αγώνα και τους κανόνες μιας στρατηγικής. Αυτό που ζούμε έχει να κάνει με τη θεμελίωση μίας νέας κανονιστικότητας.

Αν μας ενδιαφέρουν οι στρατηγικές των εξουσιών και αυτή είναι η τρίτη μεθοδολογική δέσμευση, δε μας ενδιαφέρει η αναζήτηση της διάβρωσης των κρατικών μηχανισμών από το φασιστικό χέρι. Ο φασισμός δεν είναι ο πραγματικός εχθρός και ο λόγος περί κρατικού αυταρχισμού κρύβει την ταυτόχρονη με την κυριαρχία κατάσταση μειωμένης κρατικής δύναμης. Ο φασισμός είναι μια δαπανηρή λειτουργία για την οικονομία της εξουσίας γιατί ο τρόμος δεν μπορεί ποτέ να είναι διαρκής.

Η ρατσιστική επιδρομή στους εξαθλιωμένους αποτέλεσε τον ακραίο δίαυλο των σημάτων εμπέδωσης του νέου καθεστώτος ζωής στο νόμιμο πληθυσμό. Η φασιστική απειλή αποτέλεσε ένα δίαυλο εισαγωγής σε 3 κύρια θεωρητικά πολιτικά αντικείμενα του καιρού, η ουσία του κακού που ζούμε, ο νόμος της διαδικασίας.

Το πρώτο είναι η κρίση του κράτους ως διαρκής κρίση διακυβέρνησης. Πλέον το κράτος θα αδυνατεί όχι μόνο να κατανοεί αλλά και να ελέγξει τις χρηματοροές καθώς αυτές αδιαφορούν πλέον για το κράτος και το παρακάμπτουν. Το δεύτερο αντικείμενο είναι ότι το πεδίο της οικονομίας έγινε αόρατο ακόμα και για το ίδιο το κεφάλαιο. Υπάρχει κρίση της αξιολόγησης της αξίας αλλά όχι και κρίση κερδοφορίας του κεφαλαίου. Το τελευταίο και πιο σημαντικό είναι η συνεχής κατάσταση του πληθυσμού σε κρίση και αξιολόγηση. Πρόκειται για τη νέα συνθήκη όπου κράτος, κεφάλαιο και πληθυσμός προσπαθούν διαρκώς να ξεφύγουν από το αναπάντεχο κακό, μία συνθήκη που ούτε το όνομα του νεοφιλελευθερισμού ούτε το όνομα του φασισμού αρκεί για να περιγράψει.

Θωμάς: Ο φασισμός αναδύθηκε ως αντιστάθμισμα στον κομμουνισμό σε περίοδο γενικευμένης κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, ως διέξοδος μέσω του επεκτατισμού , του ιμπεριαλισμού και της καταναγκαστικής εργασίας. Υπερασπιζόμενος τον μικροαστισμό, τις συντεχνίες και τα συμφέροντα της εθνικής εργατικής μάζας, μέσω συντηρητικών πολιτικών ο φασισμός εδραιώνει την πλήρη κυριαρχία της αστικής τάξης και του κεφαλαίου.

Ο φασισμός υπερεντατικοποιεί τις σχέσεις εκμετάλλευσης του πληθυσμού. Οι ρίζες του προέρχονται από την υλική και πνευματική φτώχεια και την εξαθλίωση που προκαλεί ο καπιταλισμός και οι κρίσεις του ενώ το δόγμα του είναι η καθαρότητα του έθνους. Με οδηγό τον άνδρα και λατρεία του την πατριαρχική πυρηνική οικογένεια οι φασίστες οικοδομούν μία άκρως συντηρητική κοινωνία.

Αναλύοντας ιδεολογικά, θεωρητικά και πρακτικά τις αιτίες που τον προκαλούν και λαμβάνοντας υπόψιν ότι προέρχεται από τον καπιταλισμό και τις καθημερινές λειτουργίες του, ο φασισμός καταπολεμείται. Η καταπολέμησή του εμπεριέχει την άρνηση του τρόπου παραγωγής, αξιών και ιδεών του.

Στον πόλεμο ενάντια στον καπιταλισμό αντιπαραθέτουμε τον κομμουνισμό. Σε περιπτώσεις εξεγέρσεων και οξυμένων ταξικών συγκρούσεων που δεν μετατράπηκαν σε επαναστάσεις τα μέτρα που παίρνονται ισχυροποιούν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Στην περίπτωση του φασισμού επιβεβαιώνεται ο κανόνας. Μετά τις προσπάθειες των σπαρτακιστών στη Γερμανία και των εργατικών συμβουλίων στην Ιταλία για την κατάκτηση της εξουσίας, ακολούθησε η οργανωμένη επίθεση του κεφαλαίου. Η σύνδεση μεταξύ της ανόδου των ναζί και της αποτυχίας της επανάστασης του ’17-’19 είναι άμεση.

Ο εθνικοσοσιαλισμός κινητοποιεί όλα τα κοινωνικά στρώματα με έμφαση στη μεσαία τάξη. Αναλογιζόμενοι τις συνθήκες που επικρατούν στις χώρες που αναδύθηκαν φαινόμενα φασισμού και ναζισμού, παρατηρούμε ότι η συγκρότηση του εθνικού αστικού κράτους καθυστερεί αρκετά λόγω αντίστασης από την προηγούμενη φεουδαρχική μορφή. Η Γερμανία και η Ιταλία μαζί με τη Ρωσία «φθάνουν» καθυστερημένα στον καπιταλισμό.

Μέσω της εκμετάλλευσης της εργατικής μάζας και του κρατικού παρεμβατισμού ο εθνικοσοσιαλισμός τρέχει προς τα εμπρός εδραιώνοντας την ευημερία για μια μεγάλη μερίδα των Γερμανών. Η μικροαστική τάξη επανδρώνει τις κρατικές θέσεις στους κρατικούς μηχανισμούς που ήδη είχε κρατήσει επιρροή η φεουδαρχία και η συγκέντρωση κεφαλαίου βοηθάει τις επενδύσεις. Επαναφέροντας το χαμένο κύρος από τους χαμένους πολέμους, τα φασιστικά κινήματα απαντάνε στο φόβο του διαφορετικού δημιουργώντας συνθήκες επιβίωσης κανονιστικού περιβάλλοντος.

Η πολιτική του αντιφασισμού ενοποιεί την αμφισβήτηση του καπιταλισμού και του φασιστικού μοντέλου παραγωγής. Ο φασισμός είναι ένα πολιτικό σύστημα που γεννήθηκε πριν περίπου ένα αιώνα. Από αυτήν την τάση προέρχονται και οι θιασώτες του φασισμού σήμερα και φέρουν χαρακτηριστικά του. Συνεπώς αν και οι συνθήκες έχουν αλλάξει το περιεχόμενο παραμένει το ίδιο. Ο αντιφασισμός σήμερα είναι συνέχεια του αντιφασισμού του ’30.

Ένα σημείο που πρέπει επίσης να εξεταστεί είναι αυτό της παγκοσμιοποίησης, η άνοδος των παραγωγικών δυνάμεων, η μη ύπαρξη ανταγωνιστικού κινήματος σε παγκόσμιο επίπεδο που να απειλεί τον καπιταλισμό καθώς και το γεγονός ότι κυβερνήσεις συνεργασίας υπάρχουν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στόχος του αντιφασιστικού κινήματος σήμερα είναι η ανάδειξη των τάσεων αυτών και των αιτιών που προκαλούν το φασισμό.

Ο τρόπος αναπαραγωγής της προσωπικότητας στην καθημερινότητα είναι η αρχή του αντιφασισμού που συμπληρώνει το σύνολο του αντιφασιστικού αγώνα. Ο αντιφασισμός μας βοηθάει να αλλάξουμε πρακτικά την κοινωνική πραγματικότητα καλυτερεύοντας τις συνήθειες μας και στη συνέχεια τις συνθήκες διαβίωσής μας, δημιουργώντας τον κομμουνισμό στην πράξη.

Σε αυτή τη βάση αποδεχόμαστε τα δημοκρατικά αισθήματα του κόσμου που θέλει να δράσει όμως μέσα από αυτή τη δράση πρέπει να αναπτυχθεί η πραγματική όψη της δημοκρατίας που δεν είναι άλλη από τη λαϊκή ισότητα, κοινή ιδιοκτησία, διαφάνεια, πολιτικός φιλελευθερισμός. Η αποδοχή στον επιφανειακό αντιφασισμό κρατικό ή μη καθώς αυτός λειτουργεί ως βαλβίδα αποσυμπίεσης των υγιών κοινωνικών αντιφασιστικών αντανακλαστικών.

Ο φασισμός δεν είναι παρά εντατικοποιημένος καπιταλισμός, συνεπώς δεν μπορεί να υπάρξει αντιφασισμός που δε θα είναι αντικαπιταλιστικός.

Αντώνης Γαζάκης: Για να απαντήσουμε στο ερώτημα ποια πρέπει να είναι η πολιτική του αντιφασισμού σήμερα πρέπει πρώτα να απαντήσουμε τι σημαίνει φασισμός, τόσο ιστορικά όσο και ιδεολογικά. Αν στο μυαλό μας έχουμε με διαφορετικό τρόπο την έννοια του φασισμού τότε και ο αντιφασισμός θα είναι κάτι διαφορετικό.

Είναι σημαντικό να διακρίνουμε τη διαφορά μεταξύ φασισμού και ενός απολυταρχικού ή ολοκληρωτικού καθεστώτος. Ο φασισμός είναι μια ιδεολογία που στον πυρήνα του έχει όχι μόνο τον εθνικισμό και το ρατσισμό αλλά και τη θεοποίηση της βίας ως πρόταση λύσης των προβλημάτων. Στη συνέχεια έρχεται η ομάδα με «κοινά» χαρακτηριστικά και η υπακοή στον αρχηγό.

Ενώ από τους προηγούμενους ομιλητές-ομιλήτριες εξετάστηκε η σχέση και υποστήριξη της μεγαλοαστικής τάξης στο φασισμό υπάρχει ένα έλλειμμα γύρω από το γιατί ο φασισμό αποτέλεσε πόλο έλξης για μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας. Τι είναι δηλαδή αυτό που συγκινεί το ένα τρίτο περίπου της γερμανικής κοινωνίας και στις μέρες μας αυτό που συγκινεί το 10% στην Ελλάδα;

Η έλξη προς το φασισμό έχει να κάνει τόσο με ένα υπόβαθρο εθνικισμού και την καλλιέργεια της αντίληψης ότι το έθνος είναι το καλύτερο και ταυτόχρονα το πιο κυνηγημένο από όλα αλλά και με το γεγονός ότι το σύστημα πλέον δεν ικανοποιεί τις μάζες όπως τις ικανοποιούσε προηγουμένως.

Αν στη δεκαετία του 20 και του 30 μπορούμε να πούμε ότι ο κόσμος δεν γνώριζε τι σήμαινε ο φασισμός, που ήταν ένα νέο φαινόμενο, σήμερα υπάρχει η ιστορική εμπειρία του που οδήγησε και οδηγεί.

Η άνοδος της Χρυσής Αυγής δεν σχετίζεται μόνο με την οικονομική κρίση αλλά και με τη βιολογική εξαφάνιση όσων βίωσαν τη φασιστική κατοχή. Επίσης δεν εξηγείται από το απλοϊκό σχήμα ότι οι κεφαλαιοκράτες βλέποντας την άνοδο του Σύριζα χρηματοδότησαν και υποστήριξαν το φασιστικά μορφώματα.

Η ανάδειξη της Χρυσής Αυγής μετά το 2012 είχε να κάνει με το ότι ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας του οποίου η σχέση με την πολιτική ήταν πελατειακή και αναθετική, χάνει αυτή τη δυνατότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι κοινωνιολογικά το μεγαλύτερο ποσοστό των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής είναι μικρομεσαίοι και άνεργοι. Στην αρχή αυτή η τάση εκφράζεται ως τιμωρία στους προηγούμενους πολιτικούς προστάτες ενώ στη συνέχεια μετατρέπεται σε υστερόβουλη επιδίωξη κέρδους.

Η διαφορά σε σχέση με τα φασιστικά κινήματα της δεκαετίας του ’30 είναι ότι σήμερα ο φασισμός τουλάχιστον στην Ελλάδα, ακόμα και αν όπως ειπώθηκε από προηγούμενο ομιλητή «κυβέρνησε»  για ένα διάστημα την Ελλάδα δεν καταφέρνει μεγάλες λαϊκές μάζες να σταθούν στο πλευρό της. Σήμερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Χρυσή Αυγή μοιάζει να είναι μία καρικατούρα των παλιών φασιστών.

Ένας πραγματικός αντιφασισμός πρέπει να έχει ως στόχο τον καπιταλισμό. Υπάρχει όμως και ένα άλλο διακύβευμα. Είναι κρίσιμο ο εμπράγματος φασισμός που θέτει σε κίνδυνο τη ζωή μελών της εργατικής τάξης πρέπει να πολεμάται ακόμα και αν αυτοί με τους οποίους πολεμάς δεν έχουν στο μυαλό τους το όραμα του κομμουνισμού.

Συζήτηση-ερωτήσεις

Ο φασισμός είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο ή είναι μια πολιτική της άρχουσας τάξης;

Μάριος Εμμανουηλίδης: Δεν πρέπει να αναζητούμε ποτέ τι είναι ένα πράγμα. Πρέπει να δούμε πως λειτουργούν τα πράγματα, να απαντήσουμε στο πως και όχι στο τι.

Κατερίνα Κλείτσα: Δεν υπάρχει κανένας λόγος για να μπαίνουν αντιπαραθετικές οι δύο αυτές ερμηνείες. Μέσα από τις κοινωνικές αντιφάσεις ένα κομμάτι του κόσμου θα βγάλει ρατσιστικά και φασιστικά συμπεράσματα. Εκεί σίγουρα θα παίξει ρόλο η στάση που θα κρατήσει η αστική τάξη, αν δηλαδή επενδύσει στη δημιουργία φασιστικού πυρήνα.

Αντώνης Γαζάκης: Τα πράγματα ορίζονται είτε μιλάμε για τη λειτουργία τους είτε μιλάμε για τα στατικά τους χαρακτηριστικά. Αν διευρυνθεί πολύ ο ορισμός μίας έννοιας χάνει σε μεγάλο βαθμό την ουσία της, για αυτό είναι προβληματικό η έννοια φασισμός να αποδίδεται σε πολλές διαφορετικές αντιλήψεις. Ένας ορισμός είναι μια δυναμική έννοια.

Ο Κόλλιν Σπαρκς στο βιβλίο του ποτέ ξανά φασισμός ορίζει ως φασισμό «τα μαζικά κινήματα της μεσαίας τάξης με σκοπό να συντρίψουν τις οργανώσεις και τα κόμματα της εργατικής τάξης». Υπάρχει και η αντίληψη ότι ο φασισμός δεν αποτελεί ιδεολογία, αλλά ευκαιριακά υιοθετεί πολιτικές απόψεις.

Μάριος Εμμανουηλίδης: Αν ακολουθήσουμε αυτή τη συλλογιστική η Χρυσή Αυγή δεν είναι φασιστική, καθώς δεν αποτελεί κίνημα..

Ποια είναι η άποψή σας για την ενότητα του αντιφασιστικού κινήματος; Πάνω σε ποια βάση και με ποιο οργανωτικό τρόπο μπορεί αυτή να οικοδομηθεί;

Κατερίνα Κλείτσα: Πολλές φορές οι διάφορες οργανώσεις της Αριστεράς έχουν καταφέρει να οργανώσουν κοινές δράσεις όπως για παράδειγμα στην εναντίωση του ανοίγματος γραφείων της Χρυσής Αυγής. Είναι σημαντικό να υπάρχει κοινή αντιφασιστική δράση εξίσου σε επίπεδο γειτονιάς.

Μάριος Εμμανουηλίδης: Η Χρυσή Αυγή επαναδαφικοποίησε ξανά την πολιτική από αντιδραστική σκοπιά και η «σύγκρουση» έγινε χωρική και μάλιστα στο μικρό χώρο. Είναι τυχαίο ότι στη Θεσσαλονίκη παρότι θεωρείται πόλη με έντονα εθνικιστικά χαρακτηριστικά, μετά την επίθεση στα γραφεία της Χρυσής Αυγής, δεν μπόρεσε να οργανωθεί και να σηκώσει κεφάλι;

Κατά τη γνώμη μου δεν είναι σημαντικός ο αντιφασιστικός αγώνας. Ο αντιφασιστικός αγώνας, την ίδια στιγμή που πρέπει να δίνεται, αμβλύνει το πεδίο της πάλης και καταλήγει σε ένα δίπολο «φασισμός ή δημοκρατία».

Θωμάς: Για να υπάρξει μια πολιτική συνεργασίας πρέπει να υπάρχουν κοινοί στόχοι και θέσεις. Υπάρχει μια μεγάλη μερίδα της Αριστεράς που δεν βλέπει την ανάγκη για αντιφασιστικό αγώνα.

Το να κλείσουν τα γραφεία της Χρυσής Αυγής όσο υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν και αναπαράγονται με την κουλτούρα του φασισμού είναι μάταιο.

Αντώνης Γαζάκης: Το βασικό ερώτημα είναι «ποιος είναι ο στόχος του αντιφασισμού;». Παρατηρούμε ότι τα αντιφασιστικά χαρακτηριστικά ανταποκρίθηκαν λόγω μιας έκτακτης ανάγκης δηλαδή της υπαρκτής υπόστασης της Χρυσής Αυγής μετά το 2011.

Θα συμφωνήσω ότι ο αντιφασισμός δεν πρέπει να είναι πρόταγμα από μόνο του. Όταν όμως έχεις επιθέσεις από φασίστες υπάρχει η ανάγκη για αντιφασιστική δράση ενάντια στη φασιστική.

Θεωρώ σημαντικό σε τέτοιου είδους συζητήσεις να τονίζεται η σύνδεση μορφής και περιεχομένου. Οι περισσότερες τοποθετήσεις περιστράφηκαν γύρω από τη δομή του φασισμού.

Θα ήταν σημαντικό να δούμε ποιες πολιτικές ήταν εφικτό να αναπτυχθούν τις δεκαετίες του ’20 και του ’30 δηλαδή την περίοδο των μεγάλων προλεταριακών επαναστάσεων. Οι πολιτικές αυτές ήταν δύο. Η πρώτη ήταν η επαναστατική πολιτική που έθετε το ζήτημα των ορίων της εθνικής πολιτικής και του μετασχηματισμού της και από την άλλη ο φασισμός. Όσων αφορά το περιεχόμενο ο φασισμός είναι η συνέχιση της κοινωνίας που στηρίζεται στην ατομική ιδιοκτησία και ιεραρχία με μορφές επαναστατικές. Όσον αφορά τον αντιφασισμό εγώ θα τον περιέγραφα ως μια ηγεμονία της επαναστατικής πολιτικής πάνω στο συντηρητισμό της περιόδου εκείνης ενώ το φασισμό την ηγεμονία της συντηρητικής πολιτικής πάνω στην επαναστατική πολιτική. Ισχύει κάτι παρόμοιο σήμερα; Εξαντλείται το περιεχόμενο του φασισμού στη Χρυσή Αυγή;

Μάριος Εμμανουηλίδης: Ο φασισμός συνεχώς διατείνεται ότι θα βάλλει τάξη στο χάος. Η θεραπεία που προτείνει είναι επίσης άμεσου χρόνου. Αυτή η αίσθηση προδοσίας διοχετεύτηκε στη Χρυσή Αυγή.

Αντώνης Γαζάκης: Δεν είναι απαραίτητα αυτό που υπάρχει σήμερα φασισμός τουλάχιστον για την άρχουσα τάξη. Σύμφωνα με την κλασική ρήση του Έκο «τι να τα κάνεις τα τανκς όταν υπάρχει η τηλεόραση;». Για παράδειγμα σήμερα υπήρξε μία σύγκρουση με φασίστες και αντιφασίστες αλλά αυτό που επικαθόρισε το γεγονός και την έκβασή του ήταν οι εκατοντάδες των δασκάλων τριγύρω που αδιαφορούσαν για τον ξυλοδαρμό των φασιστών. Μπορεί αυτό ζούμε να μοιάζει τρομακτικό αλλά έχω την αίσθηση ότι η άρχουσα τάξη δεν έχει ανάγκη να επιστρέψει σε ένα μοντέλο καθαρού φασισμού.

Θωμάς: Ο αντιφασισμός είναι θέση κατάφασης και όχι άρνησης. Όσο ο καπιταλισμός συνεχίζει να αναπαράγεται, θα αναπαράγει τις κρίσεις του με αποτέλεσμα τη μεγέθυνση των άκρων της πολιτικής. Αν δούμε τον αντιφασισμό ως άρνηση διατρέχουμε τον κίνδυνο να πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον διαρκώς αυξανόμενο πληθυσμό που εντός του καπιταλισμού συσσωρεύεται στο άκρο του  φασισμού και μοιάζει σαν τέρας δύσκολο τόσο στην κατανόηση όσο και στην επεξεργασία. Για αυτό το λόγο πρέπει να τσακίσουμε το τέρας κάνοντας την κατάφαση στον αντιφασισμό επίθεση εναντίον του.

Σε μια συζήτηση με μια antifa ομάδα της Γερμανίας υπήρξε μια διαφορετική αναλογία με αυτή της Βαϊμάρης που αναφέρθηκε εδώ. Η αναλογία ήταν με την κατάσταση που επικράτησε στη Γερμανία μετά την επανένωση. Η εν λόγω antifa ανέφερε τα χαρακτηριστικά εκείνης της περιόδου δηλαδή ξυλοδαρμοί μεταναστών, απρόκλητες επιθέσεις, άνοδος σε κοινωνικό επίπεδο νεοναζιστικών ομάδων και νεοναζιστικής ιδεολογία με την ανοχή της κοινωνίας και του κράτους και περιέγραψε το τέλος αυτής της ιστορίας με την ενεργό πρωτοβουλία του κράτους. Αποτιμώντας τη δράση τους, ανέφεραν ότι για μία ολόκληρη δεκαετία πήραν μέρος σε ένα ενεργό αντιφασιστικό αγώνα (χωρίς να έχουν μόνο αντιφασιστικές προκείμενες) και χωρίς να το καταλάβουν διολίσθησαν σε αμιγή αντιφασιστική δράση, σε μάχες σώμα με σώμα χάνοντας το επιχείρημα και το λόγο που η Αριστερά είναι ο φορέας του ενώ όταν ανέκαμψε ανακάλυψε ότι τον αντιφασιστικό αγώνα τον είχε αναλάβει το κράτος και ο Joschka Fischer. Έκτοτε κατέστη πολιτική ιδεολογία σε εθνικό επίπεδο ο αντιφασισμός.

Ένα ελάχιστο μίνιμουμ συμφωνίας για αντιφασιστική δράση θα μπορούσε να είναι η ανάγκη να κυκλοφορούμε χωρίς φόβο και να μπορούμε να συζητάμε και να οργανωνόμαστε καλύτερα..

Αν αποδεχτούμε ότι ο φασισμός έρχεται σε περιόδους υποχώρησης των ιδεών της Αριστεράς  για μια επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας τότε ο αντιφασισμός είναι πάντα επίκαιρος. Μπορούμε όμως να μιλήσουμε για την ιδέα της επαναστατικής αλλαγής μέσω του αντιφασισμού; Για ποιο λόγο ο αντιφασισμός ή ο αντι-αντιφασισμός είναι σήμερα σημαντικός για την ιδέα της αλλαγής της κοινωνίας;

Αντώνης Γαζάκης: Δεν πιστεύω ότι ο φασισμός υποχωρεί όταν αναδύεται η Αριστερά αλλά ως αντίβαρο στην ενδεχόμενη άνοδό της. Γιατί πρέπει όλοι οι άνθρωποι να είναι Αριστεροί ή να γοητεύονται από τον κομμουνισμό; Μπορεί εξίσου κάποιοι να γοητεύονται με τη δύναμη του έθνους και την αντίθεση στις αριστερές ιδέες. Ο αντιφασισμός είναι για πολλούς ανθρώπους η επιστροφή σε ένα δημοκρατικό ευνομούμενο κράτος.

Ειπώθηκε ότι η Χρυσή Αυγή έφερε την ήττα της εξέγερσης. Σε τι συνίσταται αυτή η εξέγερση; Υπάρχει ο διαχωρισμός και η διάκριση της κοινωνίας και του κράτους;

Μάριος Εμμανουηλίδης: Δεν λέω κράτος εναντίον κοινωνίας, μίλησα για κρατικές στρατηγικές και στρατηγικές εξουσιών.

Η Χρυσή Αυγή έπεται δύο πραγμάτων. Το πρώτο είναι ότι έπεται της κρατικής στρατηγικής, εντασσόμενη οριακά σε αυτή και έπεται της αντίστασης. Η εξέγερση του 2008 που αποτέλεσε την κρίση του πυλώνα ασφαλείας της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής και αποτέλεσε το σημείο εμφάνισης της Χρυσής Αυγής.

Η Χρυσή Αυγή εμφανίστηκε επίσης μετά την κρίση του δεύτερου πυλώνα του νεοφιλελευθερισμού που είναι η ελευθερία. Από το 2010 έως το Φλεβάρη του 2012 όλη η κοινωνία βρισκόταν σε εξέγερση. Κατόπιν το πράγμα διοχετεύεται στον κοινοβουλευτικό δρόμο. Η Χρυσή Αυγή πήρε το πεδίο από το Σύνταγμα που ήταν ένα εργαστήρι δημοκρατίας, όπως και να το κρίνουμε, μετατοπίζοντάς το στο κυνήγι των μεταναστών. Αυτό το πράγμα οδήγησε στην ομαλοποίηση. Το σύστημα δε θα μπορούσε να διαβεί κανένα κατώφλι νομιμοποίησης χωρίς τη Χρυσή Αυγή.

Αν όντως είτε μέσω της εξέγερσης είτε μέσω των ιδεών παράγεται η Χρυσή Αυγή ως λόγος και ως πρακτική τότε παράγουμε ίσως κάτι αναποτελεσματικό ή μια καρικατούρα, που παρόλα αυτά όμως θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει. Είναι μεταφορική η ερώτηση αλλά υπάρχει ανάγκη να «παράξουμε» μέσω της δράσης μας μία πραγματική αντεπανάσταση και ένα πραγματικό φασιστικό κίνημα που δε θα κρύβεται πίσω από το κράτος, ή τους εγκληματίες της νύχτας;

Αντώνης Γαζάκης: Είναι παράδοξο να μιλάμε για κοινωνικό πόλεμο και να μην υπάρχουν θύματα έστω στο συμβολικό πεδίο. Η κρατική ή φασιστική καταστολή σαν απάντηση στις κινήσεις του εργατικού κινήματος και των διαδηλωτών δεν αναγκάστηκε να σκοτώσει. Παρόλα αυτά αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει δεν είναι η αντίδραση από τη μεριά των φασιστών ή του κράτους αλλά η αποτελεσματικότητα των δράσεων μας.

Κατερίνα Κλείτσα: Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να θεωρούμε σήμερα τη Χρυσή Αυγή καρικατούρα και να νομίζουμε ότι δεν πρέπει να κάνουμε τίποτα για να τη σταματήσουμε. Η Χρυσή Αυγή θα δείξει τα δόντια της αν την αφήναμε να ανοίξει γραφεία σε κάθε πόλη ή να συμμετέχει στο συνδικαλιστικό κίνημα. Με αυτό τον τρόπο προδίδουμε το εργατικό κίνημα αφήνοντάς το απογοητευμένο και βορά στο φασισμό.